Σάββατο, 29 Νοέ, 2025

Ντόναλντ Τραμπ: «Πιστεύω πως έχουμε μια συμφωνία για τη Γάζα»

«Πιστεύω πως έχουμε μια συμφωνία» στη Γάζα, δήλωσε σήμερα ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος παρουσίασε αυτή την εβδομάδα ένα νέο ειρηνευτικό σχέδιο σε μουσουλμάνους ηγέτες, όπως και στον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου.

«Θα είναι μια συμφωνία που θα φέρει πίσω τους ομήρους. Θα είναι μια συμφωνία που θα τερματίσει τον πόλεμο», υποσχέθηκε ο Αμερικανός πρόεδρος από τον Λευκό Οίκο, κατά τη διάρκεια μιας συνομιλίας με δημοσιογράφους προτού αναχωρήσει από τον Λευκό Οίκο για να παραστεί στο τουρνουά γκολφ Ryder Cup στη Νέα Υόρκη. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν υπεισήλθε σε λεπτομέρειες.

Την ώρα που ηγέτες της διεθνούς κοινότητας συναντώνται στα Ηνωμένα Έθνη, στη Νέα Υόρκη, αυτή την εβδομάδα, οι ΗΠΑ παρουσίασαν ένα ειρηνευτικό σχέδιο είκοσι ενός σημείων για τη Μέση Ανατολή, που στοχεύει στον τερματισμό του πολέμου στη Γάζα μεταξύ του Ισραήλ και της Χαμάς.

Η πρόταση κυκλοφόρησε την Τρίτη μεταξύ αξιωματούχων από τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, την Αίγυπτο, την Ιορδανία, την Τουρκία, την Ινδονησία και το Πακιστάν, σύμφωνα με τον ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ Στηβ Γουίτκοφ.

Ο Τραμπ, που παραμένει ο στενότερος σύμμαχος του Ισραήλ στη διεθνή σκηνή, είπε πως μίλησε χθες με εκπροσώπους από διάφορα κράτη της Μέσης Ανατολής, όπως επίσης και με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Κατηγορείται ο πρώην διευθυντής του FBI Τζέημς Κόμεϋ

Στις 25 Σεπτεμβρίου, οι ένορκοι του ομοσπονδιακού δικαστηρίου επέστρεψαν κατηγορητήριο με δύο κατηγορίες κατά του πρώην διευθυντή του FBI Τζέημς Κόμεϋ, κατηγορώντας τον για ψευδή δήλωση ενώπιον του Κογκρέσου και παρεμπόδιση σε ποινική υπόθεση.

Η δίωξη ασκήθηκε στο Ομοσπονδιακό Περιφερειακό Δικαστήριο της Ανατολικής Περιφέρειας της Βιρτζίνια, όπως ανακοίνωσε την Πέμπτη το γραφείο του ομοσπονδιακού εισαγγελέα. Οι κατηγορίες σχετίζονται με κατάθεση που έδωσε ο Κόμεϋ σε ακρόαση της Γερουσίας τον Σεπτέμβριο του 2020. Ο πρώην αξιωματούχος του FBI έχει δηλώσει αθώος ως απάντηση στο κατηγορητήριο. Ακολουθούν τα βασικά σημεία.

Γιατί διώκεται ο Κόμεϋ;  

Η δίωξη του Κόμεϋ σχετίζεται με κατάθεσή του ενώπιον της Επιτροπής Δικαιοσύνης της Γερουσίας στις 30 Σεπτεμβρίου 2020. Οι λεπτομέρειες προκύπτουν από το κατηγορητήριο που κατατέθηκε την Πέμπτη.

Τρία πρόσωπα στο σχετικό έγγραφο αναφέρονται μόνο με αριθμούς. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο Κόμεϋ υποστήριξε κατά την ακρόαση πως δεν είχε εξουσιοδοτήσει κανέναν άλλον στο FBI να διαρρεύσει ανώνυμα πληροφορίες σε δημοσιογράφους σχετικά με έρευνα του FBI για το «Πρόσωπο 1». Το υπουργείο Δικαιοσύνης υποστηρίζει ότι ο Κόμεϋ γνώριζε πως η δήλωσή του ήταν ψευδής.

Κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης ακρόασης, ο γερουσιαστής Τεντ Κρουζ ανέκρινε τον Κόμεϋ αναφορικά με πολιτικά ευαίσθητες έρευνες υπό τη διεύθυνσή του στο FBI, μεταξύ των οποίων η υπόθεση της πρώην υπουργού Εξωτερικών Χίλαρυ Κλίντον σχετικά με τη χρήση ιδιωτικού διακομιστή ηλεκτρονικής αλληλογραφίας και η διερεύνηση των καταγγελιών περί συμπαιγνίας της προεκλογικής εκστρατείας του Ντόναλντ Τραμπ με τη Ρωσία.

Ο Κρουζ ρώτησε τον Κόμεϋ σχετικά με προηγούμενη κατάθεσή του προς τον πρόεδρο της Επιτροπής Δικαιοσύνης, Τσακ Γκράσλεϋ, όπου ο Κόμεϋ είχε διαβεβαιώσει πως ποτέ δεν ενήργησε ως ανώνυμη πηγή ούτε έδωσε τέτοια εξουσιοδότηση, για τις υποθέσεις Κλίντον ή Τραμπ. Στην ακρόαση του 2020, ο Κόμεϊ επανέλαβε τις θέσεις του, τις οποίες όμως το υπουργείο Δικαιοσύνης θεωρεί ψευδείς.

Ποιες είναι οι κατηγορίες;

Ο Κόμεϋ αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες σχετικές με τη μαρτυρία του στις 30 Σεπτεμβρίου 2020. Η πρώτη αφορά το άρθρο 1001 του Ποινικού Κώδικα των ΗΠΑ, που επιτρέπει την άσκηση δίωξης σε όποιον προβεί σε ουσιωδώς ψευδή, πλασματική ή δόλια δήλωση προς αξιωματούχους του εκτελεστικού, νομοθετικού ή δικαστικού κλάδου.

Στην περίπτωση αυτή, ο Κόμεϋ κατηγορείται ότι έκανε ψευδείς δηλώσεις προς το νομοθετικό σώμα, καθώς το υπουργείο Δικαιοσύνης υποστηρίζει ότι είχε εξουσιοδοτήσει τρίτο πρόσωπο να λειτουργήσει ως ανώνυμη πηγή για τις συγκεκριμένες υποθέσεις.

Η δεύτερη κατηγορία, βάσει του άρθρου 1505 του ίδιου κώδικα που αφορά την παρεμπόδιση, σχετίζεται επίσης με τη μαρτυρία στη Γερουσία. Εδώ το κατηγορητήριο υποστηρίζει ότι ο Κόμεϋ, με δόλο, αποπειράθηκε να επηρεάσει και να παρακωλύσει το έργο της Επιτροπής Δικαιοσύνης με ψευδείς και παραπλανητικές δηλώσεις.

Εξωτερική άποψη του Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών Άλμπερτ Β. Μπράιαν στις 25 Σεπτεμβρίου 2025 στην Αλεξάνδρεια της Βιρτζίνια. Ο πρώην διευθυντής του FBI Τζέημς Κόμεϋ κατηγορήθηκε από ένα μεγάλο δικαστήριο της Βιρτζίνια για ψευδή δήλωση και παρεμπόδιση κατά τη διάρκεια της κατάθεσής του στο Κογκρέσο το 2020. (Alex Wong/Getty Images)

 

Απόρριψη μίας κατηγορίας από ενόρκους

Μία επιπλέον κατηγορία που πρότεινε η Εισαγγελία απορρίφθηκε από τους ενόρκους. Σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα, οι εισαγγελείς προσπάθησαν να προσθέσουν μια κατηγορία βάσει του άρθρου 1001, που ισχυριζόταν πως ο Κόμεϋ, ψευδώς ενώπιον γερουσιαστή, ως προς το αν είχε ενημερωθεί για έγκριση σχεδίου από το «Πρόσωπο Ι» σχετικά με το «Πρόσωπο ΙΙ» και τις εκλογές του 2016, ισχυρίστηκε πως δεν θυμόταν κάτι τέτοιο.

Η κατηγορία αυτή πιθανόν σχετιζόταν με αξιολόγηση της CIA, που είχε αποκαλύψει πως η Χίλαρι Κλίντον είχε εγκρίνει ένα σχέδιο ώστε να δυσφημίσει τον Τραμπ διασυνδέοντάς τον με τη Ρωσία.

Παρότι ο Κόμεϋ δήλωσε άγνοια, αποχαρακτηρισμένο έγγραφο των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών τον Οκτώβριο του 2020 αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του.

Σύμφωνα με τους ομοσπονδιακούς κανόνες, μία κατηγορία απορρίπτεται αν τουλάχιστον 12 από τους 16 ενόρκους κρίνουν ότι δεν υπάρχει επαρκής ένδειξη για περαιτέρω δίωξη.

Σε βίντεο που ανήρτησε στο Instagram, ο Κόμεϋ απάντησε στο κατηγορητήριο, τονίζοντας πως είναι αθώος και δηλώνοντας έτοιμος να υπερασπιστεί τον εαυτό του στο δικαστήριο. Όπως σημείωσε: «Δεν φοβάμαι. Έχει ραγίσει η καρδιά μου για το υπουργείο Δικαιοσύνης, αλλά έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στο ομοσπονδιακό δικαστικό σύστημα και είμαι αθώος. Ας γίνει η δίκη. Κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου».

Δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων

Κυβερνητικά στελέχη σχολίασαν πως το κατηγορητήριο καταδεικνύει ότι «κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου».

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ χαιρέτισε την εξέλιξη με ανάρτηση στο Truth Social: «Δικαιοσύνη στην Αμερική. Ένα από τα χειρότερα άτομα που έχει γνωρίσει η χώρα μας είναι ο Τζέημς Κόμεϋ,  διεφθαρμένος πρώην επικεφαλής του FBI. Σήμερα κατηγορήθηκε για δύο κακουργήματα λόγω διαφόρων παράνομων και παράτυπων πράξεων. Έκανε τεράστια ζημιά στη χώρα μας για πολύ καιρό και τώρα ξεκινά η διαδικασία απόδοσης ευθυνών για τα εγκλήματά του κατά του έθνους».

Σε ανάρτησή της στο X, η υπουργός Δικαιοσύνης Πάμποντι υπογράμμισε: «Κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου. Το σημερινό κατηγορητήριο αποδεικνύει τη δέσμευση του υπουργείου Δικαιοσύνης να λογοδοτήσουν όσοι καταχρώνται αξιώματα, παραπλανώντας τον αμερικανικό λαό. Θα ακολουθήσουμε τα στοιχεία στην υπόθεση αυτή».

Αντίστοιχα, ο διευθυντής του FBI Κας Πατέλ δήλωσε σε ανάρτησή του στο X: «Για πολύ καιρό, η προηγούμενη διεφθαρμένη ηγεσία και οι συνεργοί της εργαλειοποίησαν τις ομοσπονδιακές διωκτικές αρχές, υπονομεύοντας ιστορικά υπερήφανους θεσμούς και διαβρώνοντας βαθιά την εμπιστοσύνη του κοινού. Η πολιτική εργαλειοποίηση έφτασε στο αποκορύφωμά της κατά τη σκευωρία ‘Russiagate’, ένα ντροπιαστικό κεφάλαιο που συνεχίζουμε να ερευνούμε και να αποκαλύπτουμε. Όλοι – και ειδικά όσοι κατέχουν θέσεις ισχύος – θα λογοδοτήσουν, ανεξαρτήτως θέσης. Κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου».

Τραμπ: Πιθανή άρση κυρώσεων για την Τουρκία 

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, υποδέχτηκε τον πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στον Λευκό Οίκο στις 25 Σεπτεμβρίου για να συζητήσουν μια συμφωνία με την Boeing και άλλα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης της μακροχρόνιας διαμάχης για την αγορά από την Τουρκία ενός ρωσικού συστήματος αντιαεροπορικής άμυνας.

«Κάνουμε πολλές εμπορικές συναλλαγές με την Τουρκία, και θα συνεχίσουμε», δήλωσε ο Τραμπ στην αρχή της διμερούς του συνάντησης με τον Ερντογάν. «Φτιάχνουν εξαιρετικά προϊόντα – πραγματικά φανταστικοί κατασκευαστές», προσθέτοντας ότι θα συζητηθεί και το ενδεχόμενο να αγοράσει η Τουρκία αεροσκάφη F-16 και F-35.

Η απόφαση της Τουρκίας, το 2019, να αγοράσει το ρωσικό σύστημα αντιαεροπορικής άμυνας S-400 οδήγησε σε αμερικανικές κυρώσεις κατά της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας βάσει του Νόμου για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής μέσω Κυρώσεων (Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act) και στην απομάκρυνσή της από το πρόγραμμα F-35.

Στο ερώτημα για την άρση των κυρώσεων, ο Τραμπ είπε ότι και οι δύο πλευρές είχαν τις δικές τους απαιτήσεις και φάνηκε αισιόδοξος για πιθανή συμφωνία.

Ο Ερντογάν και η αντιπροσωπεία του πέρασαν περίπου δύο ώρες στον Λευκό Οίκο. Μετά τη συνάντηση, ο Τραμπ είπε στους δημοσιογράφους ότι η συνάντηση πήγε «υπέροχα». Αργότερα, στο Οβάλ Γραφείο, κατά την υπογραφή εκτελεστικών διαταγμάτων, ο Τραμπ ανέφερε ότι αυτός και ο Ερντογάν είχαν μια «πολύ καλή συζήτηση» για τις αγορές στρατιωτικού εξοπλισμού, χωρίς όμως να αποκαλύψει λεπτομέρειες.

Ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία Τομ Μπάρακ είπε επίσης στους δημοσιογράφους ότι η συμφωνία με την Boeing έχει οριστικοποιηθεί. Σε πρόσφατη συνέντευξη, ο πρόεδρος της Turkish Airlines Αχμέτ Μπολάτ επιβεβαίωσε ότι η αεροπορική εταιρεία εξετάζει την παραγγελία 250 αεροσκαφών Boeing. Η συμφωνία θα σηματοδοτούσε μια σημαντική επέκταση για τον εθνικό αερομεταφορέα της χώρας, ο οποίος σήμερα διαθέτει στόλο 485 αεροπλάνων.

Ο Τραμπ δήλωσε ότι αυτός και ο Ερντογάν μίλησαν επίσης με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου και άλλους ηγέτες της Μέσης Ανατολής, λέγοντας ότι σύντομα θα μπορούσαν να αναμένονται σημαντικές εξελίξεις.

Ο Τραμπ ανέφερε ότι βρίσκονται κοντά σε συμφωνία για τη Γάζα και ίσως ακόμη και σε μια ειρηνευτική εξέλιξη.

Δυναμική Τραμπ–Ερντογάν

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης στο Οβάλ Γραφείο, ο Τραμπ σημείωσε ότι ο Ερντογάν παρέμεινε φίλος καθ’ όλη τη διάρκεια της προηγούμενης διοίκησης, ότι ακόμη και όταν ο ίδιος βρισκόταν εκτός εξουσίας, ο Ερντογάν παρέμεινε φίλος του, κάτι που θεωρεί δείγμα αληθινής φιλίας.

«Είμαι πολύ ευχαριστημένος που βρίσκομαι εδώ με τους συναδέλφους και φίλους μου», απάντησε ο Ερντογάν, σημειώνοντας ότι ανυπομονεί για μια «διεξοδική συζήτηση» σχετικά με τα F-35, τα F-16 και την υπόθεση της Halkbank –αναφερόμενος σε απόφαση αμερικανικού δικαστηρίου που έκρινε ότι η τουρκική τράπεζα μπορεί να διωχθεί επειδή φέρεται να βοήθησε το Ιράν να παρακάμψει τις αμερικανικές κυρώσεις.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Τραμπ αστειεύτηκε ότι ο Τούρκος πρόεδρος είναι «πολύ ισχυρογνώμων».

Ο Τραμπ είπε αστειευόμενος ότι παρότι συνήθως δεν του αρέσουν οι ισχυρογνώμονες άνθρωποι, ο ίδιος πάντα εκτιμά τον Ερντογάν, αν και τον χαρακτήρισε «σκληρό».

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στη συνάντηση με τον πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο Οβάλ Γραφείο. Λευκός Οίκος, Ουάσιγκτον, 25 Σεπτεμβρίου 2025. (Saul Loeb/AFP μέσω Getty Images)

 

Η σχέση του Τραμπ με τον Ερντογάν έχει αλλάξει σημαντικά από το 2018, όταν η Ουάσιγκτον πίεσε για την απελευθέρωση του Αμερικανού πάστορα Άντριου Μπράνσον, μετά από δύο χρόνια κράτησής του στην Τουρκία. Η Τουρκία απελευθέρωσε τον Μπράνσον ύστερα από την απειλή του Τραμπ να επιβάλει σημαντικές κυρώσεις στην Άγκυρα. Έναν χρόνο αργότερα, ο Τραμπ έστειλε στον Ερντογάν μια δημόσια επιστολή προειδοποιώντας ότι θα μπορούσε να «καταστρέψει» την οικονομία της Τουρκίας αν η Άγκυρα δεν σταματούσε την στρατιωτική της επιχείρηση στη βόρεια Συρία. Έκτοτε, οι σχέσεις των δύο ηγετών βελτιώθηκαν σταθερά.

Ο Τραμπ αναφέρθηκε σε εκείνη την υπόθεση κατά τη συνάντηση, σημειώνοντας ότι δεν έχει ξεχάσει ότι ο Ερντογάν απελευθέρωσε τον πάστορα Μπράνσον, ο οποίος σήμερα είναι υγιής και ευτυχισμένος, όπως ανέφερε ο πρόεδρος των ΗΠΑ.

Οι τουρκικές αγορές ρωσικού πετρελαίου 

Ο Τραμπ έχει επικρίνει τους συμμάχους του ΝΑΤΟ επειδή συνεχίζουν να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο, παρά την έντονη αντίθεσή τους στον πόλεμο της Ρωσίας με την Ουκρανία. Τον Αύγουστο, η Τουρκία ήταν ο τρίτος μεγαλύτερος εισαγωγέας ρωσικών ορυκτών καυσίμων μετά την Κίνα και την Ινδία, σύμφωνα με το Center for Research on Energy and Clean Air.

Σε ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 22 Σεπτεμβρίου, ο Τραμπ επέκρινε ξανά τους συμμάχους των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ ότι «χρηματοδοτούν τον πόλεμο εναντίον τους».

Κατά τη συνάντηση, ο Τραμπ υπογράμμισε τους ισχυρούς δεσμούς του Ερντογάν με τη Ρωσία και την Ουκρανία και την επιρροή του σε όλη τη Μέση Ανατολή, σημειώνοντας ότι αυτές οι σχέσεις είναι κρίσιμες για την επίλυση συγκρούσεων στην περιοχή.

Μετά τη συνάντηση, ο Τραμπ εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι ο Ερντογάν θα πράξει το σωστό και θα μειώσει τις αγορές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Αυστηρά μέτρα ασφαλείας

Ο Ερντογάν διέμεινε στο Blair House, την επίσημη κατοικία φιλοξενούμενων του προέδρου, που βρίσκεται απέναντι από τον Λευκό Οίκο. Πριν από την άφιξή του, όλοι οι δρόμοι που οδηγούν στον Λευκό Οίκο αποκλείστηκαν με αυστηρά μέτρα ασφαλείας, παρόμοια με αυτά που είχαν ληφθεί κατά τη συνάντηση Νετανιάχου-Τραμπ τον Ιούλιο. Δεν επιτράπηκαν διαδηλωτές κοντά στον Λευκό Οίκο.

Ο Ερντογάν αντιμετωπίζει αυξανόμενη διεθνή πίεση μετά τη σύλληψη και την αποπομπή του δημάρχου Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου, γεγονός που προκάλεσε μαζικές διαδηλώσεις στην Τουρκία με δεκάδες χιλιάδες πολίτες να βγαίνουν στους δρόμους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών καταδίκασαν την καταστολή, λέγοντας ότι ο πολιτικός ανταγωνισμός δεν πρέπει να διεξάγεται μέσω της δικαιοσύνης.

Αν και η Τουρκία είναι σύμμαχος του ΝΑΤΟ, το Κογκρέσο των ΗΠΑ «παραμένει εχθρικό προς τους δεσμούς της Τουρκίας με τη Ρωσία και το ιστορικό της σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων», έγραψε η Ασλί Αϊντιντασμπάς, συνεργάτις στο Brookings Institution, σε πρόσφατη έκθεση.

Οι συνεχιζόμενες εντάσεις μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ για τη Γάζα και τη Συρία αποτελούν επίσης πρόκληση για την αμερικανική πολιτική στην περιοχή, πρόσθεσε.

Παρά τις διαφορές τους, η Άγκυρα και η Ουάσιγκτον επιδιώκουν γενικά παρόμοιους στόχους στη Συρία. Μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Τουρκία έχουν έρθει πιο κοντά στους βασικούς τους στόχους στη Συρία, με τον Μπάρακ να λειτουργεί ως βασικός συντονιστής, σύμφωνα με την Αϊντιντασμπάς.

«Όπως και η Άγκυρα, ο Μπάρακ έχει αποδεχθεί το μετα-Άσαντ καθεστώς στη Δαμασκό, με επικεφαλής τον προσωρινό πρόεδρο Άχμαντ Αλ Σάρα· υποστηρίζει την ιδέα μιας ενωμένης Συρίας· και γενικά αποδέχεται την ενσωμάτωση των Σύρων Κούρδων που υποστηρίζονται από τις ΗΠΑ, των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων, στον συριακό στρατό – αν και με μεγαλύτερη τοπική αυτονομία απ’ ό,τι θα προτιμούσε η Άγκυρα», ανέφερε.

Ο Τραμπ υπογράφει υπόμνημα για την αντιμετώπιση της εγχώριας τρομοκρατίας και της οργανωμένης πολιτικής βίας

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε την Πέμπτη υπόμνημα για την καταπολέμηση της εγχώριας τρομοκρατίας και οργανωμένης πολιτικής βίας.

Ο αναπληρωτής προσωπάρχης του Λευκού Οίκου για θέματα πολιτικής, Στήβεν Μίλλερ, παρουσίασε το έγγραφο στον Τραμπ κατά τη διάρκεια εκδήλωσης υπογραφής στο Οβάλ Γραφείο, λέγοντας ότι η εκτελεστική αυτή πράξη σηματοδοτεί «την πρώτη φορά στην αμερικανική ιστορία που υπάρχει μια συνολική κυβερνητική προσπάθεια να εξαρθρωθεί η τρομοκρατία της αριστεράς, να εξαρθρωθεί η Αντίφα».

Η κίνηση αναμένεται να βασιστεί σε εκτελεστικό διάταγμα που υπέγραψε ο Τραμπ στις 22 Σεπτεμβρίου, το οποίο ορίζει την Αντίφα ως εγχώρια τρομοκρατική οργάνωση.

Ο Τραμπ απέδωσε την εκτελεστική πράξη στην αύξηση της βίας της αριστεράς σε όλη τη χώρα, μετά τη δολοφονία του συντηρητικού πολιτικού σχολιαστή Τσάρλι Κερκ στις 10 Σεπτεμβρίου. Οι καταγγελίες κλιμακώθηκαν έπειτα από την ένοπλη επίθεση της 24ης Σεπτεμβρίου σε εγκατάσταση της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE) στο Ντάλλας, η οποία άφησε έναν νεκρό και δύο τραυματίες. Σφαίρες που βρέθηκαν στη σκηνή περιείχαν μηνύματα κατά της ICE. Και τα τρία θύματα της επίθεσης ήταν κρατούμενοι της εγκατάστασης, ενώ κανένας αστυνομικός δεν τραυματίστηκε.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social μετά την επίθεση, ο Τραμπ έγραψε: «Η συνεχιζόμενη βία από τους ριζοσπαστικούς τρομοκράτες της Αριστεράς, μετά τη δολοφονία του Τσάρλι Κερκ, πρέπει να σταματήσει».

Μιλώντας σε δημοσιογράφους κατά την εκδήλωση υπογραφής, η γενική εισαγγελέας Παμ Μπόντι ρωτήθηκε εάν η κυβέρνηση είχε συγκεκριμένο στόχο με αυτήν την ενέργεια.

«Οποιαδήποτε οργανωμένη ομάδα που διαπράττει αυτά τα εγκλήματα», απάντησε εκείνη, προσθέτοντας ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης θα διερευνήσει τα κανάλια χρηματοδότησης σε συνεργασία με το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, το υπουργείο Οικονομικών καθώς και με κρατικούς και τοπικούς αξιωματούχους.

Το υπόμνημα της Πέμπτης αναφέρει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται μια «εθνική στρατηγική για να ερευνούν και να διαλύουν δίκτυα, φορείς και οργανώσεις που υποκινούν πολιτική βία, ώστε οι αρχές επιβολής του νόμου να μπορούν να παρέμβουν σε εγκληματικές συνωμοσίες πριν καταλήξουν σε βίαιες πολιτικές πράξεις».

«Μέσω αυτής της ολοκληρωμένης στρατηγικής, οι αρχές επιβολής του νόμου θα διαλύουν και θα ξεριζώνουν δίκτυα, φορείς και οργανώσεις που προάγουν την οργανωμένη βία, τον βίαιο εκφοβισμό, τις συνωμοσίες κατά των δικαιωμάτων και άλλες προσπάθειες που αποσκοπούν στη διατάραξη της λειτουργίας μιας δημοκρατικής κοινωνίας», συνεχίζει το υπόμνημα.

Στο στόχαστρο και Δημοκρατικοί

Αρκετοί Δημοκρατικοί έχουν επίσης αποτελέσει στόχο πράξεων πολιτικής βίας φέτος.

Τον Απρίλιο, η κατοικία του κυβερνήτη της Πενσυλβάνια, Τζος Σαπίρο, δέχθηκε επίθεση με βόμβα μολότοφ ενώ βρισκόταν μέσα. Οι Αρχές συνέλαβαν τον 38χρονο Κόντι Μπάλμερ από το Χάρισμπεργκ ως σχετικό με την επίθεση.

Τον Ιούνιο, η πολιτειακή βουλευτής της Μιννεσότα και πρώην πρόεδρος της Βουλής, Μελίσσα Χόρτμαν, και ο σύζυγός της δολοφονήθηκαν, ενώ ο πολιτειακός γερουσιαστής της Μιννεσότα, Τζον Χόφμαν, και η σύζυγός του τραυματίστηκαν σε μια σειρά επιθέσεων που χαρακτηρίστηκαν ως «στοχευμένη πολιτική βία». Τόσο η Χόρτμαν όσο και ο Χόφμαν είναι Δημοκρατικοί.

Ο ύποπτος, Βανς Μπόελτερ, συνελήφθη στις 15 Ιουνίου, μετά από αυτό που ο αρχηγός της αστυνομίας του Μπρούκλυν Παρκ, Μαρκ Μπρούλεϋ, περιέγραψε ως «το μεγαλύτερο ανθρωποκυνηγητό στην ιστορία της πολιτείας».

Του Joseph Lord

Με τη συμβολή των Jack Phillips, Aldgra Fredly και Jacob Burg

Τραμπ: Νέοι δασμοί σε φορτηγά, φάρμακα, ντουλάπια κουζίνας και άλλα προϊόντα

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 25 Σεπτεμβρίου ότι θα επιβάλει μια σειρά νέων δασμών σε εισαγωγές βαρέων φορτηγών, επώνυμων ή πατενταρισμένων φαρμακευτικών προϊόντων, ντουλαπιών κουζίνας, ντουλαπιών μπάνιου και συναφών προϊόντων από τον επόμενο μήνα.

Οποιοδήποτε φορτηγό βαρέως τύπου κατασκευάζεται εκτός Ηνωμένων Πολιτειών θα δει δασμό 25%, ενώ ο Τραμπ θα επιβάλει δασμό 50% σε ντουλάπια κουζίνας, ντουλάπια μπάνιου και συναφή προϊόντα, καθώς και 30% σε έπιπλα με επένδυση. Δήλωσε ότι οποιαδήποτε επώνυμα ή πατενταρισμένα φαρμακευτικά φάρμακα που κατασκευάζονται από εταιρείες οι οποίες δεν χτίζουν το εργοστάσιό τους στις Ηνωμένες Πολιτείες θα δουν δασμό 100% στα προϊόντα τους.

Οι νέοι δασμοί θα επιβληθούν από την 1η Οκτωβρίου, ανέφερε ο πρόεδρος.

«Για να προστατεύσω τους μεγάλους κατασκευαστές βαρέων φορτηγών μας από τον αθέμιτο εξωτερικό ανταγωνισμό, θα επιβάλω, από την 1η Οκτωβρίου 2025, έναν δασμό 25% σε όλα τα ‘βαρέα (μεγάλα!) φορτηγά’ που κατασκευάζονται σε άλλα μέρη του Κόσμου», έγραψε ο Τραμπ στο Truth Social.

«Επομένως, οι μεγάλες μας εταιρείες κατασκευής φορτηγών, όπως οι Peterbilt, Kenworth, Freightliner, Mack Trucks και άλλες, θα προστατευτούν από τον καταιγισμό των εξωτερικών παρεμβολών».

Ο Τραμπ είπε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται «τους οδηγούς φορτηγών μας να είναι οικονομικά υγιείς και ισχυροί, για πολλούς λόγους, αλλά πάνω απ’ όλα, για σκοπούς εθνικής ασφάλειας!»

Όσον αφορά τα προϊόντα κουζίνας, μπάνιου και επίπλων, ο Τραμπ επικαλέστηκε μια «μεγάλης κλίμακας ‘ΠΛΗΜΜΥΡΑ’ αυτών των προϊόντων στις Ηνωμένες Πολιτείες από άλλες ξένες χώρες», κάτι που χαρακτήρισε «πολύ άδικη πρακτική» η οποία απειλεί την εθνική ασφάλεια.

Ο Τραμπ δήλωσε ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες θα θεωρούνται εγκατεστημένες στην Αμερική εάν το εργοστάσιό τους βρίσκεται αυτή τη στιγμή «υπό θεμελίωση» ή «υπό κατασκευή» στις Ηνωμένες Πολιτείες. «Δεν θα υπάρξει, επομένως, κανένας δασμός σε αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα αν η κατασκευή έχει ξεκινήσει», είπε ο Τραμπ.

Στήριξη στους αγρότες μέσω δασμών

Νωρίτερα την ίδια μέρα, ο Τραμπ δήλωσε ότι θα χρησιμοποιήσει έσοδα από τους δασμούς για να προσφέρει βοήθεια στους Αμερικανούς αγρότες που παλεύουν εν μέσω του συνεχιζόμενου εμπορικού πολέμου του με την Κίνα, ο οποίος είχε ως αποτέλεσμα το Πεκίνο να αρνείται να αγοράσει σοδειές σόγιας από τις ΗΠΑ.

«Θα πάρουμε ένα μέρος από αυτά τα χρήματα των δασμών που αποκτήσαμε και θα τα δώσουμε στους αγρότες μας, που για λίγο θα πληγούν μέχρι […] οι δασμοί να αρχίσουν να λειτουργούν προς όφελός τους», είπε ο Τραμπ από τον Λευκό Οίκο στις 25 Σεπτεμβρίου. «Θα διασφαλίσουμε ότι οι αγρότες μας είναι σε εξαιρετική κατάσταση, καθώς συγκεντρώνουμε μεγάλα έσοδα. Τελικά, οι αγρότες θα βγάζουν μια περιουσία. Αλλά είναι μια διαδικασία – πρέπει να μπει σε εφαρμογή».

Κατά τη διάρκεια τελετής υπογραφής στο Οβάλ Γραφείο στις 25 Σεπτεμβρίου, ο Τραμπ είπε ότι υπήρξε «μια μικρή υστέρηση με τους αγρότες μέχρι να τεθούν σε ισχύ οι δασμοί», αναφερόμενος σε αυτήν ως «περίοδο μετάβασης». «Θέλω, στην πραγματικότητα, απλώς να στείλω το μήνυμα στους αγρότες, γιατί θα δυσκολευτούν μέχρι να ολοκληρωθεί η μετάβαση. Έπειτα από αυτό, θα τα πάνε, πιστεύω, καλύτερα από ποτέ άλλοτε», δήλωσε.

Όταν ρωτήθηκε αν τα χρήματα θα δοθούν στους αγρότες με τη μορφή άμεσων επιταγών, ο Τραμπ είπε ότι η κυβέρνησή του δεν έχει ακόμη αποφασίσει πώς θα διανεμηθεί η βοήθεια, αλλά ότι συμβουλεύεται την υπουργό Γεωργίας Μπρουκ Ρόλλινς σχετικά με το «πώς να δοθούν τα χρήματα στους αγρότες». Σύμφωνα με δήλωσή της, η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει ένα πρόγραμμα ενίσχυσης παρόμοιο με το πακέτο διάσωσης που είχε δοθεί στους αγρότες κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ.

Η αμερικανική αγροτική οικονομία δυσκολεύεται φέτος λόγω των χαμηλών τιμών των καλλιεργειών και των εμπορικών πολέμων με το Πεκίνο, ιδίως καθώς η Κίνα – ο μεγαλύτερος αγοραστής σόγιας στον κόσμο – έχει σταματήσει να αγοράζει σόγια από τις Ηνωμένες Πολιτείες και αγοράζει πλέον από τη Νότια Αμερική, ενώ οι διαπραγματεύσεις για τους δασμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζονται.

Αγρόκτημα στην Ομάχα της Νεμπράσκα, στις 2 Οκτωβρίου 2024. (John Fredricks/The Epoch Times)

 

Την περασμένη εβδομάδα, Ρεπουμπλικανοί νομοθέτες προειδοποίησαν ότι οι Αμερικανοί αγρότες βρίσκονται σε δεινή κατάσταση φέτος και κάλεσαν την κυβέρνηση Τραμπ να υιοθετήσει παρόμοια προσέγγιση με εκείνη της πρώτης θητείας του προέδρου, όταν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχε διαθέσει 23 δισεκατομμύρια δολάρια σε πακέτο διάσωσης για τους αγρότες ώστε να μετριαστεί ο αντίκτυπος από τον προηγούμενο εμπορικό πόλεμο του Τραμπ με την Κίνα.

Οι ανταποδοτικοί δασμοί του Τραμπ κατά την πρώτη του θητεία οδήγησαν σε απώλεια 27 δισεκατομμυρίων δολαρίων στις αμερικανικές αγροτικές εξαγωγές από τα μέσα του 2018 έως το τέλος του 2019, σύμφωνα με το υπουργείο Γεωργίας. Η σόγια αντιπροσώπευε σχεδόν το 71% αυτών των απωλειών, δηλαδή πάνω από 9,7 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.

Το Ινστιτούτο CATO σημείωσε ότι, παρόλο που μέρος των αμερικανικών εξαγωγών σόγιας προς την Κίνα ανακτήθηκε μετά τη συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ των δύο χωρών το 2020, «το μερίδιο των Αμερικανών αγροτών στην κινεζική αγορά δεν έχει επανέλθει στα προπολεμικά επίπεδα» λόγω της στροφής του Πεκίνου στη Βραζιλία και σε άλλες χώρες για σόγια.

Του Jacob Burg

Αποκλειστικό: Ο Αμερικανός πρέσβης στην ΕΕ στηρίζει την ευρωπαϊκή επιτυχία

Αφήνοντας το σπίτι του στο Τεννεσσί, ο πρώην επιχειρηματικός διευθυντής Άντριου Πάζντερ εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες ως ο νέος πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εργάζεται για να βρει κοινό έδαφος με τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο και μακροχρόνιο σύμμαχο της Αμερικής, παρά τις πρόσφατες διαμάχες για θέματα όπως οι δασμοί, η λογοκρισία και οι στρατιωτικές δαπάνες.

Ο Πάζντερ επικυρώθηκε στη θέση του τον Αύγουστο και ξεκίνησε επίσημα την υπηρεσία του στις 11 Σεπτεμβρίου. Ως συνταξιοδοτημένος διευθύνων σύμβουλος της CKE Restaurants και ένθερμος υποστηρικτής των ελεύθερων αγορών, η επιχειρηματική του εμπειρία μπορεί να του φανεί χρήσιμη, καθώς το εμπόριο και η οικονομία βρίσκονται στην κορυφή της ατζέντας.

Ο Πάζντερ είπε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι η Αμερική χρειάζεται μια Ευρώπη ισχυρή οικονομικά, επειδή θέλει έναν ισχυρό εμπορικό εταίρο, μια Ευρώπη που να μπορεί να αμυνθεί και μια Ευρώπη που ίσως να είναι σε θέση να βοηθήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε διάφορες εστίες κρίσης ανά τον κόσμο.

Πρώτο θέμα στην ατζέντα του είναι η οριστικοποίηση εμπορικών και επιχειρηματικών συμφωνιών μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και ΕΕ, στη βάση του πλαισίου που είχε διαπραγματευτεί τον Ιούλιο. Αυτό περιλαμβάνει ανώτατο όριο 15% στους περισσότερους δασμούς των ευρωπαϊκών εξαγωγών, με ειδική μεταχείριση για εξαρτήματα αεροσκαφών και ορισμένα χημικά, φάρμακα και φυσικούς πόρους, καθώς και μια συμφωνία για την από κοινού προστασία της αμερικανικής και ευρωπαϊκής βιομηχανίας χάλυβα, χαλκού και αλουμινίου από αθέμιτο ανταγωνισμό.

Η συμφωνία περιλαμβάνει επίσης δέσμευση της ΕΕ να επενδύσει 600 δισεκατομμύρια δολάρια σε αμερικανικές βιομηχανίες. Ο Πάζντερ σημείωσε ότι πρόκειται για μια πολύ καλή εμπορική συμφωνία και για τις δύο πλευρές, επισημαίνοντας ότι η Αμερική κέρδισε εμφανώς, αλλά και ότι οι Ευρωπαίοι διαπραγματεύτηκαν καλά και εξασφάλισαν μια καλή συμφωνία.

Πέρα από τους δασμούς, ο Πάζντερ τόνισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιδρούν σε ευρωπαϊκούς νόμους που, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, στοχοποιούν άδικα τις αμερικανικές εταιρείες. Σε αυτούς περιλαμβάνονται διατάξεις του Νόμου για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Services Act), που περιορίζει τη διαδικτυακή «ρητορική μίσους» και την «παραπληροφόρηση», καθώς και του Νόμου για τις Ψηφιακές Αγορές (Digital Markets Act), που έχει επιβάλει αντιμονοπωλιακά πρόστιμα σε αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας όπως η Meta, η Apple και η Google.

Εξήγησε ότι παρότι ο νόμος φαίνεται ουδέτερος επειδή ισχύει για εταιρείες με συγκεκριμένα επίπεδα εσόδων, στην πραγματικότητα πλήττει κυρίως αμερικανικές επιχειρήσεις.

Οι Αμερικανοί έχουν εκφράσει ανησυχίες ότι τέτοιοι ευρωπαϊκοί νόμοι όχι μόνο θα περιορίσουν την ελευθερία του λόγου στην Ευρώπη, αλλά θα αναγκάσουν τις εταιρείες τεχνολογίας των ΗΠΑ να εφαρμόσουν τα ίδια κριτήρια και στους Αμερικανούς χρήστες.

Ο Άντριου Πάζντερ, με τη σύζυγό του Ντεάνα δίπλα του, ορκίζεται πρέσβης των ΗΠΑ στην ΕΕ από τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. (Ευγενική παραχώρηση από τον Λευκό Οίκο)

 

Ο Πάζντερ επεσήμανε ότι όταν εταιρείες όπως το Facebook ή το X αλλάζουν τον αλγόριθμό τους υπό την πίεση αυτών των νόμων, αυτό μπορεί να επηρεάσει τα δικαιώματα ελεύθερης έκφρασης των Αμερικανών, κάτι που δεν μπορεί να γίνει ανεκτό. Τόνισε μάλιστα ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν πρόκειται να επιτρέψει σε ξένη κυβέρνηση να περιορίσει δικαιώματα ελευθερίας λόγου Αμερικανών πολιτών με τρόπους που ούτε η ίδια η αμερικανική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να επιβάλει.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με σκληρές επιλογές

Η Ευρώπη, γνωστή για τα εκτεταμένα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας προγράμματα – συμπεριλαμβανομένης της περίθαλψης, της φροντίδας παιδιών, της οικογενειακής άδειας, της στέγασης, των πανεπιστημιακών διδάκτρων, της ανεργίας και των συντάξεων – αντιμετωπίζει πλέον ένα μέλλον όπου αυτά τα συστήματα αρχίζουν να καταρρέουν, σύμφωνα με οικονομολόγους και κορυφαίους αξιωματούχους της ΕΕ.

Μέχρι το 2040, το εργατικό δυναμικό της Ευρώπης προβλέπεται να μειώνεται κατά περίπου 2 εκατομμύρια εργαζόμενους ετησίως, σύμφωνα με έκθεση του 2024 από τον πρώην πρωθυπουργό της Ιταλίας και πρώην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι. Σε συνδυασμό με τη χαμηλή ανάπτυξη, αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει κρίσιμες αποφάσεις.

Ο Ντράγκι έγραψε ότι αν η Ευρώπη δεν γίνει πιο παραγωγική, δεν θα μπορέσει να αποτελέσει ταυτόχρονα ηγέτιδα δύναμη σε νέες τεχνολογίες, φόρο κλιματικής ευθύνης και ανεξάρτητο παίκτη στη διεθνή σκηνή. Επίσης, δεν θα μπορεί να χρηματοδοτεί το κοινωνικό της μοντέλο.

Τον Αύγουστο, ο Γερμανός καγκελάριος Φρήντριχ Μερτς προειδοποίησε ότι το κράτος πρόνοιας όπως το γνωρίζουμε δεν μπορεί πλέον να χρηματοδοτηθεί με την τρέχουσα οικονομική παραγωγή.

Παρά το γεγονός ότι η ανάπτυξη στην Ευρώπη αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια, ουσιαστικά παρέμεινε εντελώς στάσιμη από το 2008 έως το 2020, σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας.

Το ΑΕΠ μεταξύ 2008 και 2024 δείχνει ένα διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (Πηγή: Παγκόσμια Τράπεζα, Εικονογράφηση: The Epoch Times)

 

Με επικεφαλής βιομηχανικά έθνη όπως η Γερμανία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, το ΑΕΠ της ΕΕ ήταν μεγαλύτερο από αυτό της Αμερικής το 2008. Σήμερα είναι κατά 30% μικρότερο συνυπολογίζοντας το Ηνωμένο Βασίλειο, και κατά 50% μικρότερο χωρίς αυτό, σημείωσε ο Πάζντερ.

Σύμφωνα με τον Πάζντερ, η Γερμανία έχει πλέον κατά κεφαλήν ΑΕΠ χαμηλότερο από την πολιτεία της Δυτικής Βιρτζίνια, ενώ η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν χαμηλότερο από την πολιτεία του Μισσισσιπί. Παρότι η Δυτική Βιρτζίνια και το Μισσισσιπί έχουν σήμερα το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ μεταξύ των πολιτειών των ΗΠΑ, υπερτερούν της πλειονότητας των ευρωπαϊκών χωρών όσον αφορά την ευημερία των πολιτών τους, σύμφωνα με ανάλυση στοιχείων του ΔΝΤ που δημοσιεύθηκε στο Euronews.

Ο Γερμανός καγκελάριος Φρήντριχ Μερτς μιλά σε συζήτηση για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό του 2026 στη γερμανική Βουλή. Βερολίνο, 24 Σεπτεμβρίου 2025. (Maja Hitij/Getty Images)

 

Ο Πάζντερ υπογράμμισε ότι η Ευρώπη δεν παρουσιάζει την ανάπτυξη που χρειάζεται ούτε δημιουργούνται νέες μεγάλες επιχειρήσεις. Παρ’ όλα αυτά, θεωρεί ότι με τις κατάλληλες πολιτικές μπορεί να αλλάξει πορεία, εκφράζοντας εμπιστοσύνη στην παρούσα ευρωπαϊκή ηγεσία.

Αναζητώντας λύση στην «απλοποίηση»

Ο Πάζντερ σημείωσε ότι η έκθεση Ντράγκι είχε αντίκτυπο, καθώς στην ΕΕ υπάρχει κατανόηση ότι η επιβράδυνση της οικονομίας έχει επηρεάσει τόσο το συνολικό ΑΕΠ όσο και το κατά κεφαλήν.

Επεσήμανε ότι γίνονται προσπάθειες για «απλοποίηση» – τη μείωση της γραφειοκρατίας και την άρση περιορισμών για τις επιχειρήσεις.

Αναλυτές εκτιμούν ότι η υπερβολική ρύθμιση αποτελεί βασικό πρόβλημα. Σύμφωνα με έκθεση του 2024 του Ευρωπαϊκού Κέντρου για τη Διεθνή Πολιτική Οικονομία, η συσσώρευση νέων κανονισμών τα τελευταία χρόνια υπήρξε τεράστια. Το ίδιο επεσήμανε και ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν, δηλώνοντας ότι η ΕΕ «ρυθμίζει υπερβολικά και επενδύει ανεπαρκώς».

Σε αυτά προστίθενται και οι ευρωπαϊκές ενεργειακές δεσμεύσεις, στο πλαίσιο της Συμφωνίας των Παρισίων του 2015, για τη μετάβαση από το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τον άνθρακα σε αιολική και ηλιακή ενέργεια, ενώ χώρες όπως η Γερμανία έκλεισαν και τα πυρηνικά τους εργοστάσια.

Ο Πάζντερ σχολίασε ότι η Ευρώπη απομακρύνεται από καύσιμα που στηρίζουν την ανάπτυξη σε ΗΠΑ και Κίνα, σημειώνοντας ότι η Κίνα χρησιμοποιεί κάθε διαθέσιμη πηγή ενέργειας για να είναι ανταγωνιστική στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ οι ΗΠΑ σχεδιάζουν να προσθέσουν 100 γιγαβάτ ενέργειας κατά τη διάρκεια της θητείας του Τραμπ.

Ανεμογεννήτριες μπροστά από τον σταθμό ηλεκτροπαραγωγής Drax, που λειτουργεί από την Drax Group Plc, στο Έρμιν. Αγγλία, 20 Ιουλίου 2025. (Dan Kitwood/Getty Images)

 

Εντούτοις, η ενεργειακή μετάβαση αύξησε την εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία. Στις 23 Σεπτεμβρίου, ο Τραμπ μιλώντας στον ΟΗΕ επέκρινε τη συνεχιζόμενη χρηματοδότηση της Ρωσίας μέσω πωλήσεων πετρελαίου και φυσικού αερίου, ακόμα και από συμμάχους του ΝΑΤΟ.

Η ΕΕ έχει δεσμευτεί να τερματίσει τις εισαγωγές ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) έως την 1η Ιανουαρίου 2027. Για την ανακούφιση από τις υψηλές τιμές, οι ΗΠΑ θα προμηθεύσουν την Ευρώπη με προϊόντα LNG, πετρελαίου και πυρηνικής ενέργειας αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα στα επόμενα τρία χρόνια.

Παρότι ορισμένες χώρες αποφεύγουν τη χρήση πυρηνικής ενέργειας, άλλες, όπως η Γαλλία, εξακολουθούν να βασίζονται σε αυτήν και πλέον αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο ως «καθαρή» πηγή λόγω των χαμηλών εκπομπών CO2.

Ο Πάζντερ παρατήρησε ότι η Ευρώπη δεν έχει καταφέρει ακόμη να στηρίξει μια βιομηχανική οικονομία μόνο με ανανεώσιμες πηγές, αλλά με την προσθήκη της πυρηνικής ενέργειας ίσως στο μέλλον να το επιτύχει.

Αναζητώντας κοινό έδαφος

Παρά τις διαφωνίες, υπάρχουν πολλοί τομείς όπου ΗΠΑ και Ευρώπη συγκλίνουν, όπως η λήξη του πολέμου στην Ουκρανία –που αποτελεί «μία από τις κορυφαίες προτεραιότητες του προέδρου», σύμφωνα με τον Πάζντερ – καθώς και οι ανησυχίες για την Κίνα.

Εξήγησε ότι πολλές από τις απειλές που αντιμετωπίζει η Αμερική είναι ίδιες με αυτές που αντιμετωπίζει η Ευρώπη από την Κίνα, την οποία χαρακτήρισε μερκαντιλιστική δύναμη που χρησιμοποιεί την οικονομική της ισχύ για να επιβάλει συμπεριφορές, αδιαφορώντας για τους κανόνες.

Ανέφερε το παράδειγμα της απόφασης της Κίνας να σταματήσει τις εξαγωγές σπάνιων γαιών και σχετικών μαγνητών, ζωτικών για αυτοκινητοβιομηχανία, αεροναυπηγική, ημιαγωγούς και στρατιωτική βιομηχανία, γεγονός που οδήγησε σε αναστολή παραγωγής σε ευρωπαϊκά εργοστάσια.

Τόνισε ότι η Κίνα θα αποσταθεροποιήσει οικονομίες αν αυτό την εξυπηρετεί, θα ρίξει προϊόντα στην Ευρώπη αν δεν μπορεί να τα ρίξει στις ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα τη Ρωσία στον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων CMA CGM Jacques Saade δένει στο λιμάνι της Χάβρης. Γαλλία, 21 Ιανουαρίου 2021. (Sameer Al-doumy/AFP μέσω Getty Images)

 

Αναλαμβάνοντας τον νέο του ρόλο, ο Πάζντερ ανέφερε ότι η κοινή επιχειρηματική εμπειρία που μοιράζεται με τον Τραμπ σημαίνει ότι συνεργάζονται εύκολα στις διαπραγματεύσεις.

Επεσήμανε ότι βρίσκει τον Αμερικανό πρόεδρο εύκολο στη συνεργασία, ειλικρινή και πρόθυμο να ακούσει, να κατανοήσει και να στηρίξει, όταν χρειάζεται, και τον περιέγραψε ως άνθρωπο ο οποίος παραμένει ο ίδιος είτε στον Λευκό Οίκο είτε σε μια συνέντευξη είτε σε μια προσωπική στιγμή, χαρακτηρίζοντάς τον «πολύ ειλικρινή και πολύ καλό».

Του Kevin Stocklin

Με το Βραβείο Τέμπλετον τιμήθηκε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στη Νέα Υόρκη

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος παρέλαβε στις 24 Σεπτεμβρίου το Βραβείο Τέμπλετον, σε τελετή που πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη. Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του επικεντρώθηκε στη σχέση πίστης και επιστήμης και στην ανάγκη προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος.

Το Βραβείο Τέμπλετον συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο άνω του ενός εκατομμυρίου δολαρίων, το οποίο διατίθεται για την υποστήριξη του έργου και των πρωτοβουλιών του εκάστοτε βραβευθέντος. Από το 1972 απονέμεται κάθε χρόνο σε προσωπικότητες που συμβάλλουν στη γεφύρωση θρησκείας και επιστήμης και στην προώθηση της πνευματικής κατανόησης.

Στο παρελθόν έχουν τιμηθεί, μεταξύ άλλων, η Μητέρα Τερέζα, ο Θιβετιανός πνευματικός ηγέτης Δαλάι Λάμα, ο Βραβευμένος με Νόμπελ Ειρήνης και αρχιεπίσκοπος Νότιας Αφρικής Ντέσμοντ Τούτου, καθώς και ο Βρετανός αστροφυσικός και πρώην πρόεδρος της Βασιλικής Εταιρείας του Λονδίνου Μάρτιν Ρις.

Παραλαμβάνοντας το βραβείο, ο Οικουμενικός Πατριάρχης τόνισε ότι η διάκριση «δεν ανήκει σε ένα άτομο αλλά σε ένα όραμα που εμπνέει το Οικουμενικό Πατριαρχείο επί τρεις δεκαετίες». Υπενθύμισε την πρωτοβουλία του προκατόχου του, Πατριάρχη Δημητρίου, το 1989, να καθιερωθεί η 1η Σεπτεμβρίου ως ημέρα προσευχής για την προστασία της δημιουργίας, η οποία υιοθετήθηκε στη συνέχεια και από άλλες χριστιανικές εκκλησίες.

Στην ομιλία του, με θέμα «Όπου Ουρανός συναντά τη Γη: Στοχασμός για την Πίστη, την Επιστήμη και τον Πλανήτη μας», υπογράμμισε ότι «η αποξένωση μεταξύ επιστήμης και θρησκείας πρέπει να τερματιστεί», σημειώνοντας πως «όταν ένας επιστήμονας μελετά το λιώσιμο των πάγων και ένας θεολόγος συλλογίζεται τους στεναγμούς της δημιουργίας, διαβάζουν το ίδιο βιβλίο σε διαφορετικές γλώσσες».

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναφέρθηκε στην περιβαλλοντική κρίση, στην απώλεια του «ιερού ρυθμού του φυσικού χρόνου» και στις συνέπειες για τους νέους, επισημαίνοντας ότι «όταν τα παιδιά μας χάνουν την ελπίδα, αυτό αποτελεί ηθική αποτυχία και πνευματική κρίση». Τόνισε, επίσης, την ανάγκη για «άσκηση» και «μέτρο» απέναντι στην υπερκατανάλωση, υπογραμμίζοντας ότι αποτελούν δρόμο απελευθέρωσης από τον ατελείωτο κύκλο της απληστίας.

Τέλος, κάλεσε σε συλλογική δράση για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Όπως είπε χαρακτηριστικά, «η επιστημονική γνώση υπάρχει, οι πνευματικοί πόροι επαρκούν, τα τεχνολογικά εργαλεία είναι διαθέσιμα. Αυτό που λείπει είναι η βούληση».

Από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η πρώτη εκδήλωση της Turning Point USA μετά τη δολοφονία του Τσάρλι Κερκ

Η Turning Point USA διοργάνωσε την πρώτη της πανεπιστημιακή εκδήλωση μετά τη δολοφονία του ιδρυτή της, Τσάρλι Κερκ, στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα στις 22 Σεπτεμβρίου.

Η εκδήλωση είχε προγραμματιστεί πριν από τον θάνατο του Κερκ, που σημειώθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου, και πραγματοποιήθηκε όπως αρχικά είχε σχεδιαστεί, μόλις μία ημέρα μετά το μνημόσυνο που έγινε προς τιμήν του στο State Farm Stadium στη Γκλέντεϊλ της Αριζόνα.

Ο συντηρητικός σχολιαστής Μάικλ Νόουλς, συντονιστής της εκδήλωσης, άφησε στην σκηνή μια άδεια καρέκλα για τον Κερκ, πάνω στην οποία είχε τοποθετηθεί ένα λευκό μπλουζάκι με τη λέξη «FREEDOM» και ένα λευκό καπέλο με το νούμερο «47».

Απευθυνόμενος στο κοινό, είπε: «Αρχικά αυτή η εκδήλωση θα ήταν μια συζήτηση μεταξύ εμού και του Τσάρλι. Τώρα θα είναι μια συζήτηση για τον Τσάρλι. Θα είναι μια συζήτηση για τη ζωή του και για το τι σημαίνει η δολοφονία του για τη χώρα μας».

Ο Κρις Γκάφρι, διευθυντής της πανεπιστημιακής δραστηριότητας της Turning Point USA, ανέφερε μέσω της πλατφόρμας X (πρώην Twitter) ότι η εκδήλωση ξεκίνησε με όλο το ακροατήριο να στέκεται όρθιο, το χέρι στην καρδιά, τραγουδώντας το «God Bless the USA».

Όπως σχολίασε ο ίδιος, «Ήταν συγκλονιστικό. Ήταν πατριωτικό. Ήταν μια υπενθύμιση ότι αυτό το κίνημα είναι ζωντανό και πιο ισχυρό από ποτέ. Αυτοί οι άνθρωποι αγαπούν τον Τσάρλι Κερκ».

Όλοι οι παρευρισκόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να περάσουν από ελέγχους ασφαλείας με ανιχνευτές μετάλλων, σύμφωνα με την ιστοσελίδα της εκδήλωσης του πανεπιστημίου, ενώ απαγορεύονταν αντικείμενα όπως μπουκάλια με νερό, πλακάτ, πανό και άλλα αντικείμενα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για προβολή εντός της αίθουσας.

Ο επόμενος σταθμός της περιοδείας έχει προγραμματιστεί για τις 24 Σεπτεμβρίου στο Virginia Tech, με προσκεκλημένη τη δημοσιογράφο Μέγκαν Κέλι και τον Κυβερνήτη της Βιρτζίνια, Γκλεν Γιανγκίν.

Η περιοδεία θα συνεχιστεί στο Πανεπιστήμιο της Γιούτα στις 30 Σεπτεμβρίου, με τη συμμετοχή της παραγωγού podcast Αλεξ Κλαρκ, του γερουσιαστή Μάικ Λι, του βουλευτή Άντι Μπιγκς, του πρώην βουλευτή Τζέισον Τσάφετζ και του Κυβερνήτη της Γιούτα, Σπένσερ Κοξ.

Ο Τσάρλι Κερκ δολοφονήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στο Utah Valley University. Οι αρχές συνέλαβαν αργότερα τον 22χρονο Τάιλερ Ρόμπινσον ως βασικό ύποπτο για τη δολοφονία.

Κατά το μνημόσυνο που πραγματοποιήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου και συγκέντρωσε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, η σύζυγος του Κερκ, Έρικα Κερκ, εξέφρασε τη συγχώρεση προς τον φερόμενο δράστη.

«Συγχωρώ εκείνον τον νεαρό. Τον συγχωρώ γιατί αυτό έκανε ο Χριστός και αυτό θα έκανε και ο Τσάρλι. Η απάντηση στο μίσος δεν είναι το μίσος», δήλωσε. «Η απάντηση, όπως γνωρίζουμε από το Ευαγγέλιο, είναι η αγάπη και μόνο η αγάπη. Αγάπη για τους εχθρούς μας και αγάπη για εκείνους που μας διώκουν».

Η Έρικα Κερκ έχει δεσμευτεί να συνεχίσει την παρακαταθήκη του συζύγου της, αναλαμβάνοντας καθήκοντα προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου (CEO) της Turning Point USA στις 18 Σεπτεμβρίου, αμέσως μετά τον θάνατό του.

ΗΠΑ–Κίνα: Ο Ψυχρός Πόλεμος του 21ου αιώνα

Για δεκαετίες, η Ουάσιγκτον πόνταρε ότι το εμπόριο και η τεχνολογία θα ενσωμάτωναν την Κίνα σε μια πιο ανοιχτή διεθνή τάξη, βασισμένη σε κανόνες. Αντί γι’ αυτό, οι δύο μεγαλύτερες δυνάμεις του κόσμου συγκρούονται πλέον σχεδόν σε κάθε πεδίο – τσιπ και τεχνητή νοημοσύνη, εφοδιαστικές αλυσίδες και τεχνικά πρότυπα, τον κυβερνοχώρο και το διάστημα, ιδεολογία και επιρροή – αναδιαμορφώνοντας, κατά συνέπεια, τις συμμαχίες και την παγκόσμια οικονομία.

Οι αναλυτές το αποκαλούν «ανταγωνισμό τύπου Ψυχρού Πολέμου» με μια κρίσιμη ιδιαιτερότητα: οι δύο αντίπαλοι παραμένουν στενά δεμένοι μέσω εμπορίου και χρηματοοικονομικών σχέσεων. Αντί να κόψουν πλήρως αυτούς τους δεσμούς, κάθε πλευρά αποπειράται να τους ξανασχεδιάσει.

Η Ουάσιγκτον μιλά για «μείωση κινδύνου» και «στοχευμένη αποσύνδεση», ενώ το Πεκίνο υψώνει δικά του νομικά, ρυθμιστικά και εξαγωγικά εργαλεία που συχνά αποκλίνουν από τους παγκόσμιους κανόνες. Αυτή η διελκυστίνδα, λένε οι ειδικοί, πιθανόν να καθορίσει τη σχέση των δύο χωρών πολύ πέρα από το 2027.

Ιστορικό πλαίσιο

Το ταξίδι του προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον στο Πεκίνο το 1972 έβαλε τέλος σε δεκαετίες εχθρότητας και άνοιξε τον δρόμο για την πλήρη διπλωματική αναγνώριση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας από τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1979.

Μέχρι τότε, η Ουάσιγκτον αναγνώριζε την κυβέρνηση της Ταϊβάν – τη Δημοκρατία της Κίνας – ως τη μοναδική νόμιμη κυβέρνηση της Κίνας.

Η διπλωματική στροφή άνοιξε τον δρόμο της Κίνας προς τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ) το 2001, δίνοντάς της ευρεία πρόσβαση στις παγκόσμιες αγορές, υπερτροφοδοτώντας την ανάπτυξη με βάση τις εξαγωγές και μετατρέποντας τη χώρα σε κεντρικό κόμβο των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων.

Η Ουάσιγκτον υπέθεσε ότι η βαθύτερη ενσωμάτωση θα ωθούσε το Πεκίνο προς μια πιο ανοιχτή, θεσμικά ρυθμισμένη και δημοκρατική κατεύθυνση. Αυτό δεν συνέβη.

Η Κίνα εξανάγκασε τις μεταφορές τεχνολογίας, έδωσε αφειδώς επιδοτήσεις σε μεγάλες κρατικά ενισχυόμενες επιχειρήσεις, μπλόκαρε ξένους ανταγωνιστές και έκλεισε τα μάτια σε εκτεταμένες κλοπές πνευματικής ιδιοκτησίας – όλα κατά παράβαση των αρχών του ΠΟΕ.

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ρίτσαρντ Νίξον, η πρώτη κυρία Πατρίσια Νίξον και ο υπουργός Εξωτερικών Ουίλλιαμ Ρότζερς επισκέπτονται το Σινικό Τείχος, κατά τη διάρκεια επίσημου ταξιδιού βόρεια του Πεκίνου. Κίνα, 24 Φεβρουαρίου 1972.  (Xinhua/AFP μέσω Getty Images)

 

Η στρατηγική απέδωσε σε ακατέργαστη ισχύ. Το ονομαστικό ΑΕΠ της Κίνας εκτινάχθηκε από περίπου 1,3 τρισ. δολάρια το 2001 σε περίπου 19,2 τρισ. δολάρια το 2025 – πάνω από δεκατετραπλάσια αύξηση.

Την ανάπτυξη συνόδευσε μια πιο επιθετική στάση. Κινεζικές κρατικά υποστηριζόμενες ομάδες κυβερνοεισβολέων παραβίασαν αμερικανικές κυβερνητικές υπηρεσίες, εταιρείες και κρίσιμες υποδομές, ενώ επιχειρήσεις επιρροής διείσδυσαν σε πανεπιστήμια, δεξαμενές σκέψης και μέσα ενημέρωσης, κατευθύνοντας την πολιτική και τη δημόσια γνώμη υπέρ του Πεκίνου.

Στα παραπάνω προστίθεται και η πλημμύρα πρόδρομων ουσιών φαιντανύλης από την Κίνα που τροφοδοτεί την αμερικανική κρίση οπιοειδών – κάτι που ορισμένοι αξιωματούχοι των ΗΠΑ αποκαλούν μορφή «πολέμου χωρίς περιορισμούς».

Στρατηγική στροφή της Ουάσιγκτον

Η αλλαγή στο σκεπτικό των ΗΠΑ ήρθε το 2017, όταν η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας της κυβέρνησης Τραμπ χαρακτήρισε την Κίνα κορυφαίο ανταγωνιστή και στρατηγικό αντίπαλο. Αυτή η εκτίμηση συνέχισε να καθοδηγεί την πολιτική της χώρας τόσο υπό την κυβέρνηση Μπάιντεν όσο και υπό την τρέχουσα κυβέρνηση Τραμπ.

Η συμπεριφορά του Πεκίνου μετά την ένταξη στον ΠΟΕ ανάγκασε την Ουάσιγκτον σε σκληροπυρηνικό «τεχνοεθνικισμό και εμπορικό προστατευτισμό», όπως είπε στην εφημερίδα The Epoch Times ο Πήτερ Σ. Γ. Τσόου (Peter C. Y. Chow), καθηγητής οικονομικών στο City College της Νέας Υόρκης.

Αυτή η νέα στάση παράγει πλέον μια σταθερή ακολουθία μέτρων. Στις 20 Αυγούστου, η Microsoft περιόρισε την κινεζική πρόσβαση στο σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για τρωτά σημεία κυβερνοασφάλειας, επικαλούμενη ανησυχίες εθνικής ασφάλειας. Μια εβδομάδα αργότερα, το υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι κλείνει μια «χαραμάδα» που επέτρεπε σε ορισμένους ξένους κατασκευαστές τσιπ να στέλνουν εργαλεία των ΗΠΑ στην Κίνα χωρίς άδειες.

Ο Κινέζος πρωθυπουργός Λι Κετσιάνγκ συναντά τον συνιδρυτή της Microsoft Μπιλ Γκέιτς στο κυβερνητικό συγκρότημα Τζονγκνανχάι στο Πεκίνο, στις 3 Νοεμβρίου 2017. (Thomas Peter-Pool/Getty Images)

 

Στις 12 Σεπτεμβρίου, το υπουργείο Εμπορίου δημοσίευσε νέα λίστα ελέγχου εξαγωγών που κατονόμασε 23 κινεζικές εταιρείες που βοηθούν ρωσικά ή κινεζικά στρατιωτικά προγράμματα. Παράλληλα, τιμώρησε δύο κινεζικούς μεσάζοντες για αγορά αμερικανικού εξοπλισμού κατασκευής τσιπ για τον κορυφαίο κινεζικό κατασκευαστή SMIC, σηματοδοτώντας προθυμία να τιμωρηθούν τόσο οι μεσάζοντες όσο και οι τελικοί χρήστες.

Από την 1η Οκτωβρίου, θα εφαρμοστεί υποχρεωτική εκπαίδευση για την ασφάλεια της έρευνας σε επιστήμονες που χρηματοδοτούνται από το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών και το υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ.

Το Πεκίνο απαντά

Στις 22 Αυγούστου, οι ρυθμιστικές Αρχές σκλήρυναν τον έλεγχο της εξόρυξης και επεξεργασίας σπάνιων γαιών, επεκτείνοντας τα όρια ποσοστώσεων και σε εισαγόμενα υλικά και απαιτώντας μηνιαίες αναφορές που δίνουν στις Αρχές πρόσβαση σε όλα τα δεδομένα αποστολών – επίπεδο ελέγχου που ανησυχεί τους ξένους κατασκευαστές.

Λιγότερο από δύο εβδομάδες αργότερα, το Πεκίνο ανακοίνωσε έρευνα για καταστρατήγηση στις εισαγωγές οπτικών ινών από τις ΗΠΑ, έπειτα ξεκίνησε διπλές έρευνες για ύποπτο ντάμπινγκ από Αμερικανούς προμηθευτές αναλογικών τσιπ και για υποτιθέμενη διάκριση εναντίον κινεζικών εταιρειών.

Στις 15 Σεπτεμβρίου, οι ρυθμιστικές Αρχές βάθυναν τον αντιμονοπωλιακό έλεγχο της εξαγοράς της Mellanox Technologies από την Nvidia, εντείνοντας την πίεση στον αμερικανικό τεχνολογικό κολοσσό. Σχεδόν κάθε εβδομάδα, η μία πλευρά σφίγγει τους ελέγχους στις εξαγωγές, τις εξετάσεις ασφάλειας ή τα νομικά εμπόδια, και η άλλη απαντά με δικά της εργαλεία.

Ιδεολογικό χάσμα

«Δεν μπορείς να συμβιβάσεις τον συγκεντρωτικό αυταρχικό έλεγχο με τη σύγχρονη δημοκρατική διακυβέρνηση», είπε στην Epoch Times ο Ντέηβυ Τζ. Ουόνγκ (Davy J. Wong), οικονομολόγος με έδρα τις ΗΠΑ. «Οι δύο αξίες δεν μπορούν να συνυπάρξουν, άρα η σύγκρουση ισχύος είναι αναπόφευκτη».

Η δημοκρατία εκτιμά τη διαφάνεια και την καινοτομία από τη βάση προς τα πάνω, προσέθεσε, ενώ το μονοκομματικό κράτος της Κίνας δίνει αξία στην ταχύτητα και τη συνοχή. Αυτή η συνοχή υπηρετεί έναν σκοπό, είπε ο καθηγητής διεθνούς επιχειρηματικότητας Σεν Ρονγκτσίν (Shen Rongqin) του Πανεπιστημίου Γιορκ στον Καναδά. «Για το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας, η επιβίωση του καθεστώτος έχει απόλυτη προτεραιότητα – ακόμη και εις βάρος της οικονομίας ή των συνθηκών ζωής του λαού», είπε.

Οι προτεραιότητες δεν θα μπορούσαν να απέχουν περισσότερο, πρόσθεσε ο Χένρυ Λι (Henry Li), οικονομολόγος και αναλυτής της Κίνας με έδρα το Μέρυλαντ. «Για την Ουάσιγκτον, το ύψιστο κριτήριο είναι η εθνική ευημερία· για το Πεκίνο, η εξουσία», δήλωσε.

Οποιαδήποτε υπόνοια αδυναμίας, τόνισε, θεωρείται από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας υπαρξιακή απειλή, γι’ αυτό αισθάνεται υποχρεωμένο να αντιμετωπίζει την Ουάσιγκτον και να προβάλει ισχύ. Αν αυτή η ισχύς αμφισβητηθεί, προειδοποίησε, «το Κόμμα δεν θα διστάσει να καταφύγει σε μέτρα εξόντωσης, ακόμη και αυτοκαταστροφικά». Υπενθύμισε την εκδήλωση αυτής της νοοτροπίας το 1989, όταν δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες και εκατοντάδες τεθωρακισμένα κατέστειλαν ειρηνικούς φιλοδημοκρατικούς διαδηλωτές στην πλατεία Τιενανμέν.

Κατά τη διάρκεια αγρυπνίας με κεριά στο Πάρκο Βικτώρια στο Χονγκ Κονγκ, ένας άνδρας κρατά εικόνα με τον διάσημο «Tank Man» που στάθηκε απέναντι στα κινεζικά στρατιωτικά τανκ στην πλατεία Τιενανμέν στις 5 Ιουνίου 1989. Χονγκ Κονγκ, 4 Ιουνίου 2020.  (Anthony/AFP μέσω Getty Images)

 

Οι ηγέτες των ΗΠΑ αντιμετωπίζουν διαφορετικές εσωτερικές προκλήσεις, σημείωσε ο Τσόου. Αν η οικονομία κλονιστεί, οι Αμερικανοί ψηφοφόροι μπορούν να τιμωρήσουν τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής στις κάλπες, περιορίζοντας το πόσο μακριά μπορεί να πιέσει η Ουάσιγκτον πριν οι απώλειες θέσεων εργασίας ή ο πληθωρισμός γίνουν πολιτικές ευθύνες.

Το εγχειρίδιο του Πεκίνου: Δέσμευση, καθυστέρηση, επαναδιαπραγμάτευση

Παρά το ιδεολογικό χάσμα, η Κίνα εξακολουθεί να βασίζεται στη ζήτηση των ΗΠΑ για τις εξαγωγές της, δίνοντας στην Ουάσιγκτον μοχλό πίεσης. Αλλά το Πεκίνο έχει μάθει πώς να αμβλύνει αυτό το πλεονέκτημα.

Η αντεπίθεση του Πεκίνου, είπε ο Ουόνγκ, είναι «δέσμευση, καθυστέρηση, επαναδιαπραγμάτευση»: η Κίνα προσφέρει τακτικές παραχωρήσεις, καθυστερεί στην εφαρμογή, και μετά επιστρέφει ζητώντας νέους όρους. Ο Λι βλέπει αυτό το σενάριο να επαναλαμβάνεται στις τρέχουσες εμπορικές συνομιλίες, καθώς οι Κινέζοι διαπραγματευτές φαίνονται συνεργάσιμοι αλλά συμβάλλουν με ελάχιστες ουσιαστικές προτάσεις.

Μέχρι στιγμής, το Πεκίνο έχει υποσχεθεί να αναιρέσει κάποιους ανταποδοτικούς δασμούς, να χαλαρώσει περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και να δημιουργήσει έναν «μηχανισμό διαβούλευσης» για συνεχή διάλογο – βήματα που αφορούν μέτρα που το ίδιο το Πεκίνο είχε επιβάλει πρόσφατα και που δεν έχουν μακροπρόθεσμη δέσμευση.

Το μοτίβο θυμίζει τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις της εμπορικής συμφωνίας «Φάσης Ένα» 2018-2020, όταν οι πολυδιαφημισμένες δεσμεύσεις του Πεκίνου να αυξήσει τις αγορές αμερικανικής σόγιας και τεχνολογίας δεν υλοποιήθηκαν ποτέ πλήρως, είπε ο Λι.

Ο Λι υποστηρίζει ότι το Πεκίνο τραβάει την υπόθεση μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ το 2026, ελπίζοντας ότι οποιαδήποτε αλλαγή στο Κογκρέσο θα περιορίσει τον Τραμπ, ενώ παράλληλα διοχετεύει χρήματα στις εγχώριες εφοδιαστικές αλυσίδες για να μειώσει την εξάρτηση από τις ΗΠΑ.

Εργαζόμενοι σε αποθήκη της εταιρείας ταχυμεταφορών Weijiang International, η οποία συνεργάζεται τον κινεζικό διαδικτυακό κολοσσό ηλεκτρονικών αγορών Temu, στο Γκουανγκτζού. Επαρχία Γκουανγκντόνγκ, Κίνα, 12 Αυγούστου 2025. (Adek Berry/AFP μέσω Getty Images)

 

Ωστόσο, το περιθώριο κινήσεων της Κίνας στενεύει, σημείωσε ο Τσόου, αφού η κατάρρευση της αγοράς ακινήτων, η εκρηκτική ανεργία νέων και η αδύναμη κατανάλωση έχουν υπονομεύσει την ελκυστικότητά της ως μαγνήτη ξένων κεφαλαίων. Μια έρευνα του 2025 του Συμβουλίου Επιχειρήσεων ΗΠΑ-Κίνας έδειξε ότι μόνο το 48% των αμερικανικών εταιρειών σχεδιάζει να επενδύσει στην Κίνα το 2025 – πτώση ιδιαιτέρως απότομη από το 80% του 2024.

«Το Πεκίνο ίσως θελήσει να ελαχιστοποιήσει τη ζημιά από τον εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ», προειδοποίησε ο Τσόου, «ή να βρεθεί αντιμέτωπο με σοβαρότερη οικονομική κρίση στο εσωτερικό».

Επικείμενοι δευτερογενείς δασμοί στην Κίνα

Η Κίνα και η Ινδία βοήθησαν να διατηρηθεί η ρωσική οικονομία ζωντανή μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, αυξάνοντας τις αγορές ρωσικού πετρελαίου ακόμη και όταν πολλές χώρες τις μείωσαν ή τις διέκοψαν.

Μέχρι το 2025, η Κίνα είχε γίνει ο μεγαλύτερος αγοραστής ορυκτών καυσίμων της Ρωσίας, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 40% των εσόδων από εξαγωγές της Μόσχας, αντισταθμίζοντας μεγάλο μέρος της επίδρασης των δυτικών κυρώσεων.

Σε απάντηση, το Κογκρέσο – με διακομματική ψήφο – παραχώρησε στον πρόεδρο Τραμπ την εξουσία να επιβάλει κυρώσεις και δασμούς σε χώρες που βοηθούν τη Ρωσία. Ο πρόεδρος έχει επίσης παροτρύνει αξιωματούχους της ΕΕ να επιβάλουν δασμούς έως 100% σε κινεζικά και ινδικά αγαθά και έχει δώσει σήμα ότι η Ουάσιγκτον θα δράσει συντονισμένα.

Εμπορευματοκιβώτια στοιβάζονται καθώς γερανοί εκφορτώνουν φορτηγά πλοία στο λιμάνι του Λος Άντζελες στο Σαν Πέδρο. Καλιφόρνια, ΗΠΑ, 15 Απριλίου 2025. (Patrick T. Fallon/AFP μέσω Getty Images)

 

Το Πεκίνο απάντησε με τα δικά του μέσα πίεσης. Κατά τις τεταμένες συνομιλίες του Μαΐου και του Ιουνίου, περιόρισε τις εξαγωγές βαρέων σπάνιων γαιών – απαραίτητων για κάθε είδος σύγχρονης τεχνολογίας, από πυραύλους και οχήματα μέχρι κινητά τηλέφωνα – προκειμένου να αποσπάσει παραχωρήσεις.

«Αυτός ο στραγγαλισμός λειτούργησε», είπε ο Σεν. Η Ουάσιγκτον χαλάρωσε κάποιους δασμούς και μετρίασε ορισμένους ελέγχους στα τσιπ, επιτρέποντας στις Nvidia και AMD να πουλήσουν στην Κίνα υποβαθμισμένα τσιπ τεχνητής νοημοσύνης, H20 και MI308, με αντάλλαγμα προμήθεια 15% επί των εσόδων.

Ο Σεν υποστηρίζει ότι η συμφωνία στην πραγματικότητα ευνοεί τις Ηνωμένες Πολιτείες, επειδή κρατά τους Κινέζους προγραμματιστές «κλειδωμένους» στο οικοσύστημα Compute Unified Device Architecture της Nvidia, καθυστερώντας έτσι τις εγχώριες εναλλακτικές τους.

Το κατά πόσο αυτή η συμφωνία θα τηρηθεί από το Πεκίνο παραμένει αβέβαιο. Οι αναλυτές αναμένουν ότι οι εντάσεις θα αναζωπυρωθούν αν δεν υπάρξουν συγκεκριμένες συμφωνίες έως τις 10 Νοεμβρίου, οπότε λήγει και η παράταση της προθεσμίας για τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο χωρών. «Κάθε πλευρά αξιοποιεί τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα ως όπλο», είπε ο Σεν. «Αυτό το μοτίβο γίνεται ολοένα και πιο ξεκάθαρο».

Με δευτερογενείς δασμούς ή χωρίς, κάθε πλευρά επιστρατεύει τα ισχυρότερα όπλα της – την τεχνολογία η Ουάσιγκτον, τις σπάνιες γαίες το Πεκίνο – σε ένα κλιμακούμενο μοτίβο που ολοένα και περισσότερο θυμίζει Ψυχρό Πόλεμο, συμπλήρωσε ο Σεν.

Του Sean Tseng

Με τη συμβολή του Gu Xiaohua

Ο Τραμπ κηρύσσει την Αντίφα εγχώρια τρομοκρατική οργάνωση

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε διάταγμα χθες 22 Σεπτεμβρίου με το οποίο κηρύσσει την Αντίφα εγχώρια τρομοκρατική οργάνωση.

Στο εκτελεστικό διάταγμα, ο Τραμπ περιέγραψε την Αντίφα ως «μιλιταριστική, αναρχική επιχείρηση που ζητά ανοιχτά την ανατροπή της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών, των αρχών επιβολής του νόμου και του συστήματός μας δικαίου».

Σε ανάρτηση του διατάγματος στην πλατφόρμα Χ, ο αναπληρωτής προσωπάρχης του Λευκού Οίκου για την πολιτική, Στήβεν Μίλλερ, διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση θα «αποδομήσει την Αντίφα».

Ο πρόεδρος τόνισε ότι η χαλαρά οργανωμένη ομάδα «χρησιμοποιεί παράνομα μέσα για να οργανώσει και να εκτελέσει μια εκστρατεία βίας και τρομοκρατίας σε εθνικό επίπεδο», περιλαμβάνοντας «συντονισμένες προσπάθειες παρεμπόδισης της εφαρμογής των ομοσπονδιακών νόμων μέσω ένοπλων συγκρούσεων με την αστυνομία, οργανωμένων ταραχών, βίαιων επιθέσεων εναντίον της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων και άλλων οργάνων επιβολής του νόμου, καθώς και συστηματική δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων και άλλες απειλές κατά πολιτικών προσώπων και ακτιβιστών».

Το διάταγμα συνδέει την απόφαση να χαρακτηριστεί η ομάδα ως τρομοκρατική οργάνωση με το «προαναφερθέν μοτίβο πολιτικής βίας που αποσκοπεί στην καταστολή νόμιμης πολιτικής δραστηριότητας και την παρεμπόδιση του κράτους δικαίου».

Ο Τραμπ έδωσε επίσης εντολή στους αξιωματούχους της κυβέρνησης να «ερευνήσουν, αποτρέψουν και αποδομήσουν κάθε παράνομη δραστηριότητα – ιδίως εκείνες που περιλαμβάνουν τρομοκρατικές ενέργειες – που διεξάγονται από την Αντίφα ή οποιονδήποτε ισχυρίζεται ότι ενεργεί εκ μέρους της Αντίφα». Αυτό περιλαμβάνει «τις αναγκαίες ανακριτικές και δικαστικές ενέργειες εναντίον εκείνων που χρηματοδοτούν τέτοιες δραστηριότητες», έγραψε ο πρόεδρος των ΗΠΑ.

Τι είναι η Αντίφα;

Η Αντίφα [Antifa], συντομογραφία του «αντιφασίστες», έχει εμπλακεί σε πολυάριθμα βίαια επεισόδια κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων και ταραχών την τελευταία δεκαετία. Οι υποστηρικτές της γενικά υιοθετούν ακραίες πολιτικές θέσεις, συμπεριλαμβανομένων κομμουνιστικών ή αναρχικών ιδεολογιών.

Τα μέλη και οι υποστηρικτές της ομάδας συνήθως οργανώνονται σε αποκεντρωμένα κύτταρα και προτιμούν την «άμεση δράση» έναντι της πολιτικής εμπλοκής.

Παρότι η ομάδα δεν διαθέτει επίσημη ηγετική δομή, τα μέλη της συχνά αναγνωρίζονται από τις προσπάθειές τους να αποκρύπτουν την ταυτότητά τους με μάσκες και άλλα καλύμματα προσώπου, ενώ συνήθως φορούν σκούρα ρούχα.

Σε αρκετές περιπτώσεις, τα μέλη της έχουν εμπλακεί σε βίαιες ενέργειες κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, όπως στις αναταραχές που ξέσπασαν το καλοκαίρι του 2020 μετά τον θάνατο του Τζορτζ Φλόυντ.

Στο εκτελεστικό διάταγμα, ο Τραμπ κατηγόρησε την ομάδα ότι στρατολογεί, εκπαιδεύει και ριζοσπαστικοποιεί νέους Αμερικανούς «για να εμπλακούν σε αυτή τη βία και την καταστολή της πολιτικής δραστηριότητας, χρησιμοποιώντας έπειτα περίπλοκους μηχανισμούς για να καλύψει την ταυτότητα των μελών της, να αποκρύψει τις πηγές χρηματοδότησης και τις δραστηριότητές της, ώστε να αποτρέψει τις διωκτικές Αρχές και να στρατολογήσει νέα μέλη».

Κατά τη διάρκεια ταραχών όπου υπήρξε παρουσία της ομάδας, άτομα που θεωρήθηκαν συνδεδεμένα με αυτήν ενεπλάκησαν σε βίαιες συγκρούσεις με τις Αρχές, με ενέργειες που περιελάμβαναν ρίψεις τούβλων και κοκτέιλ μολότοφ, καθώς και άλλων εγκληματικών πράξεων.

«Άτομα που σχετίζονται με την Αντίφα και ενεργούν για λογαριασμό της συντονίζονται επίσης με άλλες οργανώσεις και φορείς με σκοπό τη διάδοση, υποκίνηση και ενίσχυση της πολιτικής βίας και την καταστολή νόμιμου πολιτικού λόγου. Αυτή η οργανωμένη προσπάθεια που αποσκοπεί στην επίτευξη πολιτικών στόχων μέσω εξαναγκασμού και εκφοβισμού συνιστά εγχώρια τρομοκρατία», έγραψε ο Τραμπ.

Αντιδράσεις βουλευτών

Οι Δημοκρατικοί δεν αντέδρασαν άμεσα στην κίνηση, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί χαιρέτισαν την απόφαση.

Ο βουλευτής Λανς Γκούντεν (R-Texas) έγραψε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ: «Ο πρόεδρος Τραμπ πήρε τη σωστή απόφαση να χαρακτηρίσει αυτή τη ριζοσπαστική αριστερή ομάδα ως τρομοκρατική οργάνωση». Στην ανάρτηση επισυνάφθηκε βίντεο με άτομα που κρατούσαν σημαίες της Αντίφα και φώναζαν συνθήματα «Όχι στα σύνορα, όχι στο τείχος, όχι στην Αμερική».

Ο βουλευτής Έλι Κρέιν (R-Ariz.) σχολίασε «Ωραία» αναδημοσίευση της ανακοίνωσης του Λευκού Οίκου για το διάταγμα.

Ο Τραμπ είχε προαναγγείλει την κίνηση την προηγούμενη εβδομάδα, μετά τη δολοφονία του συντηρητικού σχολιαστή Τσάρλι Κερκ, στις 10 Σεπτεμβρίου. Οι Αρχές ανέφεραν ότι ο ύποπτος για τη δολοφονία του Κερκ είχε χαράξει αντιφασιστικά μηνύματα στις σφαίρες που περισυνελέγησαν.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Οβάλ Γραφείο, ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι θα επιδιώξει τον χαρακτηρισμό της ομάδας ως εγχώριας τρομοκρατικής οργάνωσης, εφόσον το εγχείρημα είχε την υποστήριξη της γενικής εισαγγελέως Παμ Μπόντι και άλλων μελών του υπουργικού συμβουλίου.

«Είναι κάτι που θα έκανα, ναι», είπε. «Θα το έκανα εκατό τοις εκατό. Η Αντίφα είναι απαίσια».

Ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί είχαν καλέσει τον Τραμπ να υλοποιήσει την πρόθεσή του.

«Κάθε πηγή χρηματοδότησης και κάθε οργανωτής που τους στηρίζει πρέπει να λογοδοτήσει», έγραψε σε ανάρτηση ο βουλευτής Άντι Όγκλες (R-Tenn.). «Είναι εγχώριοι τρομοκράτες και πρέπει να τιμωρηθούν».

Νομικές προκλήσεις

Αν και πολλοί συντηρητικοί βουλευτές και πρόσωπα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αντέδρασαν θετικά στην κίνηση της κυβέρνησης, το διάταγμα ενδέχεται να αντιμετωπίσει προσκόμματα στα ομοσπονδιακά δικαστήρια.

Ως εγχώρια οντότητα, η Αντίφα δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στη λίστα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ με τις ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις, όπου περιλαμβάνονται ομάδες όπως το Ισλαμικό Κράτος και η Αλ Κάιντα, που ενορχήστρωσε τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.

Ωστόσο, παρά τις κατά καιρούς εκκλήσεις να δημιουργηθεί από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση ένα ισοδύναμο σύστημα χαρακτηρισμού εγχώριων τρομοκρατικών οργανώσεων – ιδίως μετά από ένοπλες επιθέσεις κατά πολιτών από πολιτικούς εξτρεμιστές – οι προσπάθειες αυτές έχουν αποτύχει λόγω ανησυχιών σχετικών με την Πρώτη Τροπολογία.

Οι προστασίες που απορρέουν από την Πρώτη Τροπολογία περιορίζουν τις δυνατότητες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να περιστέλλει τη δραστηριότητα ακόμη και εξτρεμιστικών οργανώσεων. Για αυτόν τον λόγο, ομάδες όπως το Αμερικανικό Ναζιστικό Κόμμα, η Κου Κλουξ Κλαν και το Κομμουνιστικό Κόμμα Αμερικής επιτρέπεται να λειτουργούν στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρά το γεγονός ότι καταδικάζονται από την πλειονότητα των Αμερικανών.

Η ομοσπονδιακή νομοθεσία μπορεί να στοχεύει συγκεκριμένες εγκληματικές πράξεις, που μπορεί να προκαλούνται από τις εγχώριες εξτρεμιστικές ομάδες. Για παράδειγμα, το 1870 και το 1871, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θέσπισε νόμους που αντιμετώπιζαν τα πιο συχνά εγκλήματα φυλετικού μίσους της Κου Κλουξ Κλαν – ωστόσο η ένταξη στην ομάδα εξακολούθησε να είναι νόμιμη, όπως και η ύπαρξη της ίδιας της ομάδας.

Όσον αφορά την Αντίφα, είναι η δεύτερη φορά που ο Τραμπ λαμβάνει μέτρα για να τη χαρακτηρίσει ως τρομοκρατική απειλή. Μετά τις διαδηλώσεις και τις ταραχές του κινήματος Black Lives Matter το 2020 – στις οποίες συμμετείχαν μέλη που συνδέονταν με την Αντίφα – ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση «θα κηρύξει την Αντίφα τρομοκρατική οργάνωση».

Το 2021, λίγες ημέρες πριν από τη λήξη της πρώτης του θητείας, ο Τραμπ υπέγραψε μνημόνιο με το οποίο ζητούσε από τους αξιωματούχους να απαγορεύσουν την είσοδο στη χώρα σε αλλοδαπούς που συνδέονταν με την Αντίφα.