Ο Γκάο Που είχε κλειστεί στο διαμέρισμά του για μήνες, βυθισμένος σε ένα αίσθημα απόγνωσης. Δεν είχε γνωριμίες, πολιτική ισχύ ή επιρροή. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να αναρτά δημοσιεύσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αν και δεν πίστευε ότι αυτό θα βοηθούσε ιδιαίτερα. Και οι δύο γονείς του, ηγετικά στελέχη χριστιανικής κοινότητας που πλησίαζαν τα 70, βρίσκονταν πλέον σε κινεζική φυλακή και ο ίδιος ήταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Όταν η αστυνομία συνέλαβε τον πατέρα του, η μητέρα του τού είχε πει να προσέχει και να φροντίζει τον εαυτό του. Λίγες εβδομάδες αργότερα, συνελήφθη και εκείνη.
Το ζευγάρι, ο Γκάο Τσουανφού και η Πανγκ Γιου, ηγούνταν της Εκκλησίας Φως της Σιών στην κεντρική Κίνα. Με τα χρόνια, η εκκλησία εξελίχθηκε σε σημαντικό σημείο συνάντησης χριστιανών που επιθυμούσαν να λατρεύουν τον Θεό εκτός του ελέγχου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ), δήλωσε ο Γκάο Που στην εφημερίδα The Epoch Times. Οι γονείς του δεν αποτελούσαν απειλή, είπε· απλώς ήθελαν να υπηρετούν τον Θεό τους ειρηνικά. Όμως, για το Πεκίνο, η ανεξάρτητη πίστη δεν είναι αποδεκτή.

Το κινεζικό καθεστώς αναγνωρίζει επισήμως μόνο πέντε θρησκείες. Για να λειτουργήσουν, οι θρησκευτικές οργανώσεις πρέπει να εγγράφονται στο κράτος, να ευθυγραμμίζονται με τις σοσιαλιστικές αξίες και να επιδεικνύουν πίστη στο Κόμμα. Όποιος παρεκκλίνει από αυτά τα αυστηρά όρια κινδυνεύει με παρενόχληση από την αστυνομία, φυλάκιση ή και κάτι χειρότερο. Δεκάδες εκατομμύρια πιστοί αντιμετωπίζουν αυτόν τον κίνδυνο καθημερινά, είτε πρόκειται για χριστιανούς, Θιβετιανούς βουδιστές, μουσουλμάνους Ουιγούρους ή ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ.
Ο Γκάο, όπως και άλλα παιδιά Κινέζων θρησκευτικών αντιφρονούντων, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα παράδοξο. Ζει υπό την προστασία της αμερικανικής ελευθερίας. Ωστόσο, αντιμετωπίζει το ίδιο δίλημμα που θα είχε και στην Κίνα: να αυτολογοκριθεί απαλλάσσοντας τους δικούς του στην Κίνα από τη δίωξη του καθεστώτος ή να μιλήσει δημόσια, διακινδυνεύοντας την ασφάλειά τους.
Σε συνέντευξη Τύπου στην Ουάσιγκτον τον Μάρτιο, ο βουλευτής Τζον Μούλενααρ (R-Mich.), πρόεδρος της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, παρουσίασε δύο νεαρές γυναίκες, την Κλαιρ Λάι και την Γκρέις Τζιν Ντρέξελ, οι οποίες βρίσκονται αντιμέτωπες με παρόμοιο δίλημμα.

Ο Μούλενααρ επεσήμανε ότι είναι σημαντικό να γνωρίζουν οι Αμερικανοί ότι η ελευθερία που απολαμβάνουν στην πατρίδα τους δεν είναι δεδομένη παντού στον κόσμο. Όπως ανέφερε, στην Κίνα, άνθρωποι φυλακίζονται εξαιτίας της αγάπης τους για τον Θεό, της αγάπης τους για την ελευθερία και του σεβασμού προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που όλοι θα ήθελαν να μοιράζονται. Το ΚΚ Κίνας δεν πιστεύει στην ελεύθερη έκφραση, προσέθεσε, επειδή δεν έχει εμπιστοσύνη στις ίδιες του τις ιδέες. Φοβάται τους ανθρώπους της πίστης και λογοκρίνει την αλήθεια.
Ο Γκάο ανέφερε ότι, τους πρώτους μήνες μετά τη σύλληψη των γονιών του, ένιωθε σαν «ένα άδειο κέλυφος». Αρκετοί άλλοι πάστορες είχαν καταδικαστεί σε πολυετείς ποινές φυλάκισης, κάτι που προμήνυε δυσοίωνες εξελίξεις και για τους γονείς του. Θυμήθηκε ότι ο δικηγόρος τους τού είχε πει να προετοιμαστεί για έναν μακρύ αγώνα.
Η ποινικοποίηση της πίστης
Τον περασμένο Οκτώβριο, η Γκρέις Τζιν Ντρέξελ ξύπνησε με ένα μήνυμα από τον πατέρα της, τον ηγέτη της Εκκλησίας της Σιών στο Πεκίνο, Έζρα Τζιν. Ήταν μια επιστολή προσευχής που είχε μόλις στείλει στο ποίμνιό του, εκφράζοντας ανησυχία για την κράτηση ενός άλλου πάστορα την προηγούμενη ημέρα.
Η Γκρέις και η μητέρα της προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν με τον Τζιν και τους ανθρώπους γύρω του όλη εκείνη την ημέρα. Κανείς δεν απαντούσε. Τελικά έμαθαν ότι είχε φυλακιστεί και ο ίδιος — ένας από τους είκοσι οκτώ που συνελήφθησαν στη μεγάλη επιχείρηση των κινεζικών αρχών εναντίον ανεπίσημων χριστιανικών εκκλησιών στο Πεκίνο.

Πέρασαν τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά του Νέου Σεληνιακού Έτους και το Πάσχα. Οι γιορτές — που κατά παράδοση συνδέονται με την οικογένεια — διαδέχονταν η μία την άλλη. Τόσο η Γκρέις όσο και ο Γκάο Που πέρασαν αυτές τις ημέρες ανησυχώντας για τους γονείς τους. Ούτε οι ίδιοι ούτε οι συγγενείς τους στην Κίνα κατάφεραν να επικοινωνήσουν μαζί τους. Ως φυλακισμένοι δεν μπορούν να λάβουν επιστολές ή τηλεφωνήματα.
Οι ελάχιστες πληροφορίες που έχουν συγκεντρώσει για τις συνθήκες κράτησής τους δεν είναι ενθαρρυντικές. Η μητέρα του Γκάο Που, που αντιμετωπίζει καρδιολογικά προβλήματα και άγχος, δεν μπορεί να λάβει τα φάρμακά της. Ο πατέρας της Γκρέις κοιμάται σε ένα στρώμα στο πάτωμα μαζί με δεκάδες άλλους, ενώ αέρας και βροχή μπαίνουν από το παράθυρο του κελιού που δεν έχει τζάμι, κάνοντας τους κρατούμενους να τρέμουν από το κρύο τη νύχτα.
Το ‘έγκλημα’ των γονιών του Γκάο Που ήταν ότι χρησιμοποιούσαν δεισιδαιμονίες για να παρεμποδίσουν την επιβολή του νόμου — κατηγορία που αργότερα μετατράπηκε σε απάτη. Ο Τζιν κατηγορείται για παράνομη χρήση δικτύων πληροφοριών. Τόσο ο Γκάο Που όσο και η Γκρέις δηλώνουν ότι οι ισχυρισμοί των κινεζικών αρχών είναι αβάσιμοι.
Η Γκρέις είπε στην Epoch Times ότι αν ρωτήσει κανείς τις αρχές ποια είναι η παράνομη πληροφορία που διαδίδεται, μπορούν μόνο να παραπέμψουν στα κηρύγματα και στη μουσική λατρείας που εξακολουθούν να είναι διαθέσιμα στο YouTube. Η ίδια διερωτάται γιατί αυτό θεωρείται παράνομο στην Κίνα και τι ακριβώς καθιστά ένα συνηθισμένο κήρυγμα ή μια μουσική λατρείας παράνομα.
Το κόστος της άρνησης
Οι θρησκευόμενοι στην Κίνα μπορεί να δουν τη ζωή τους να ανατρέπεται από τη μια μέρα στην άλλη αν χάσουν την εύνοια του Κόμματος.
Όταν το καθεστώς ξεκίνησε το 1999 την πανεθνική εκστρατεία εξάλειψης του Φάλουν Γκονγκ, η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, οι ασκούμενοι της εν λόγω πνευματικής πρακτικής έμειναν άναυδοι. Χιλιάδες πήγαν στο Πεκίνο, για να παρακαλέσουν την ηγεσία να αλλάξει γνώμη, αλλά αυτό που τους περίμενε ήταν περισσότερες συλλήψεις και ξυλοδαρμοί.
Παρά το γεγονός ότι τα κρατικά μέσα ενημέρωσης είχαν εξυμνήσει πολλούς από αυτούς ως υποδειγματικούς πολίτες — εθελοντές πρώτης γραμμής σε μεγάλη πλημμύρα μόλις έναν χρόνο νωρίτερα, κορυφαίους εργαζομένους, φοιτητές ελίτ πανεπιστημίων, βετεράνους και επιστήμονες — μέσα σε μια νύχτα μετατράπηκαν σε δημόσιους εχθρούς με προορισμό τη φυλακή.
Παρόμοια μοίρα είχαν αργότερα και οι Κινέζοι χριστιανοί, σημείωσε ο πάστορας Μπομπ Φου, ιδρυτής της χριστιανικής οργάνωσης ανθρωπίνων δικαιωμάτων China Aid.
Όταν ένας μεγάλος σεισμός κατέστρεψε την ορεινή επαρχία Σιτσουάν το 2008, εκατοντάδες χιλιάδες χριστιανοί κινητοποιήθηκαν, μεταφέροντας προμήθειες στην περιοχή και δημιουργώντας πρόχειρα σχολεία για εκτοπισμένα παιδιά. Κι όμως, παρά τις ανιδιοτελείς προσπάθειες που κατέβαλαν, οι αρχές συνέχισαν να τους στοχοποιούν, είπε ο Φου. Ένας άνδρας που φιλοξένησε ομάδα χριστιανών εθελοντών και αργότερα ασπάστηκε τον χριστιανισμό κατηγορήθηκε για «παροχή χώρου για παράνομη συγκέντρωση» και «συμμετοχή σε παράνομες δραστηριότητες κηρύγματος», σύμφωνα με την China Aid. Κρατήθηκε επί πέντε ημέρες.

Ο Φου δήλωσε στην Epoch Times ότι, στα μάτια του ΚΚΚ, τα πάντα είναι πολιτικά. Όταν το Κόμμα θέλει να «παίξει τον Θεό», τονίζει, η άρνηση κάποιου να υποκλιθεί στο πορτρέτο της κινεζικής ηγεσίας ή να λατρέψει το δόγμα του Κομμουνιστικού Κόμματος θεωρείται προδοσία.
Ο πατέρας της Γκρέις πληρώνει το τίμημα αυτής της άρνησης. Το 2018, οι αρχές έκλεισαν την Εκκλησία της Σιών αφού αρνήθηκε να εγκαταστήσει κάμερες παρακολούθησης μέσα στο κτίριο. Παράλληλα, του επέβαλαν απαγόρευση εξόδου από τη χώρα.
Σύμφωνα με την Γκρέις, το καθεστώς λειτουργεί με τη λογική «υποτάσσεσαι ή πεθαίνεις».
Η Μωρήν Φέργκιουσον, μέλος της Επιτροπής των ΗΠΑ για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία (U.S. Commission on International Religious Freedom), περιέγραψε μια «γενικευμένη καταστολή». Όπως δήλωσε στην Epoch Times, οι αρχές διώκουν κάθε θρησκευτική κοινότητα, από τους μουσουλμάνους Ουιγούρους και τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ μέχρι το θιβετιανό κίνημα, τη μη αναγνωρισμένη καθολική εκκλησία και τις ανεπίσημες χριστιανικές εκκλησίες.

Η πολιτική αυτή είναι συστηματική και σκόπιμη, υποστηρίζει η Φέργκιουσον, προκειμένου να έχει το ΚΚΚ τον έλεγχο κάθε πτυχής της θρησκείας. Τονίζει δε ότι οι άνθρωποι της πίστης συχνά στοχοποιούνται επειδή οι αυταρχικές κυβερνήσεις θέλουν να ελέγχουν τους πολίτες, ενώ η ύπαρξη μιας ανώτερης δύναμης στην οποία πιστεύουν οι άνθρωποι και η υπακοή στη συνείδησή τους θεωρούνται απειλή από ένα αυταρχικό κράτος.
Από το 1999, οι Ηνωμένες Πολιτείες χαρακτηρίζουν σταθερά την Κίνα ως «χώρα ιδιαίτερης ανησυχίας» εξαιτίας των σοβαρών παραβιάσεων της θρησκευτικής ελευθερίας από το καθεστώς.
Από τη χαρά στην οδύνη
Η φωνή της Λιου Τζιτόνγκ σπάει όταν μιλά για τη 60χρονη μητέρα της, Κονγκ Τσινγκπίνγκ.
Η τελευταία τους συνάντηση ήταν στα τέλη του 2019. Η Κονγκ πήγε στο σπίτι της Λιου, κοντά στο Σαν Φρανσίσκο, και έμεινε μέχρι την Πρωτοχρονιά του Νέου Σεληνιακού Έτους. Κάθε μέρα, μετά τη δουλειά, η Λιου επέστρεφε βιαστικά στο σπίτι, όπου την υποδέχονταν οι μυρωδιές των φαγητών της πατρίδας — μοσχαρίσιο στιφάδο, τραγανό γλυκόξινο χοιρινό, τηγανητές γαρίδες.
Μήνες αργότερα, η Λιου ακόμη απολάμβανε τα ζουμερά ντάμπλινγκ που είχε βάλει η μητέρα της στην κατάψυξη. Κάθε μπουκιά την έκανε να νιώθει ότι η μητέρα της ήταν ακόμη κοντά της. Ωστόσο, αυτή η χαρά δεν κράτησε πολύ.
Περίπου έναν μήνα μετά την επιστροφή της Κονγκ στην Κίνα, η αστυνομία έκανε έφοδο στο σπίτι της, κατάσχοντας φυλλάδια και βιβλία για το Φάλουν Γκονγκ. Η Κονγκ έζησε κρυμμένη για περισσότερα από δύο χρόνια, μέχρι που οι αρχές την εντόπισαν και της επέβαλαν επταετή ποινή φυλάκισης.
Όταν άκουσε την απόφαση, η Λιου ένιωσε το μυαλό της να αδειάζει. Δήλωσε στην Epoch Times ότι τα επτά χρόνια είναι πάρα πολλά και πως δεν αντέχει καν να το σκέφτεται.

Σύμφωνα με τη Λιου, η αστυνομία άλλαξε δύο φορές την κατάθεση μιας γειτόνισσας της Κονγκ, περιγράφοντας ότι μοίραζε φυλλάδια στη γειτονιά. Η γειτόνισσα αρνήθηκε να υπογράψει, ωστόσο η κατάθεση συμπεριελήφθη κανονικά στη δικογραφία, όπως προκύπτει από δικαστική απόφαση που εξέτασε η Epoch Times.
Η απόφαση επικαλούνταν ως επιβαρυντικό στοιχείο και τα πρωτοχρονιάτικα μηνύματα που είχε κρεμάσει η Κονγκ γύρω από την πόρτα του σπιτιού της.
Ένα από αυτά έγραφε: «Να είστε ειλικρινείς, να είστε καλοί και, πάνω απ’ όλα, ανεκτικοί». Οι λέξεις σχετίζονταν με τις τρεις βασικές αρχές — Αλήθεια, Καλοσύνη και Ανεκτικότητα — που αποτελούν τον πυρήνα των διδασκαλιών του Φάλουν Γκονγκ.
Η Λιου σχολίασε ότι η λογική των αρχών βρίσκεται «πέρα από κάθε κατανόηση», αναρωτώμενη ποια από αυτές τις λέξεις, που απλώς προτρέπουν τους ανθρώπους να γίνουν καλύτερες εκδοχές του εαυτού τους, παραβιάζει τον νόμο.
Εκφοβισμός πέρα από τα σύνορα
Είναι επώδυνο να ζει κανείς υπό την προστασία του αμερικανικού Συντάγματος (και ειδικά της Πρώτης Τροπολογίας), γνωρίζοντας ότι η άσκηση της ελευθερίας του θα επηρεάσει τους οικείους του στην Κίνα.
Η δράση της ακτιβίστριας Ρουσάν Αμπάς [Rushan Abbas], που μίλησε δημόσια για τη μαζική καταστολή των Ουιγούρων στο Σιντζιάνγκ, οδήγησε στη σύλληψη της αδελφής της, Γκουλσάν, η οποία παραμένει φυλακισμένη. Αφότου οι αρχές του Χονγκ Κονγκ επικήρυξαν τη διαφωνούσα Άννα Κουόκ [Anna Kwok], καταδίκασαν τον πατέρα της επειδή επιχείρησε να αποσύρει χρήματα που συνδέονταν με εκείνη.

Απειλές δέχθηκε και η ίδια η Λιου. Λίγο αφότου μίλησε δημόσια για την υπόθεση της μητέρας της σε διαδήλωση, οι κινεζικές αρχές έδειξαν στον δικηγόρο της μητέρας της φωτογραφία της Λιου να κρατά πανό. Το μήνυμα ήταν σαφές: «Σας παρακολουθούμε». Μετέφεραν επίσης μια ξεκάθαρη προειδοποίηση: να μην επιστρέψει ποτέ στην Κίνα, όπως είπε.
Ο φόβος είναι πραγματικός. Η Γκρέις δήλωσε ότι αισθάνεται να την παρακολουθούν όταν συναντά ανθρώπους για να συζητήσουν την υπόθεση του πατέρα της. Το λάστιχο του αυτοκινήτου της μητέρας της σκίστηκε μέσα στο γκαράζ, κάτι που ενδεχομένως αποτελεί μέρος τακτικής εκφοβισμού, ανέφερε.
Καθώς περιμένουν το τρίτο τους παιδί, η Γκρέις και ο σύζυγός της εγκατέστησαν κάμερες ασφαλείας γύρω από το σπίτι τους, ενώ εκείνος κοιμάται με ένα μεταλλικό ρόπαλο δίπλα στο κρεβάτι, σε μια προσπάθεια να προστατέψει την οικογένειά του.
Η Γκρέις υποστηρίζει ότι οι κινεζικές αρχές θέλουν να τους αναγκάσουν να σιωπήσουν. Όπως λέει, εκείνη είναι απλώς ένας άνθρωπος που προσπαθεί να αποκαλύψει τι συνέβη στη δεύτερη ισχυρότερη χώρα του κόσμου· από την άλλη πλευρά, το Πεκίνο διαθέτει όλα τα μέσα: το δικαστικό σύστημα, την αστυνομία και πολλά ακόμη
Όταν η ευτυχία μετατράπηκε σε εφιάλτη
Για αυτά τα παιδιά Κινέζων θρησκευτικών αντιφρονούντων, η έννοια της υιικής ευσέβειας — της τιμής, του σεβασμού και της φροντίδας προς τους γονείς — είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στην παραδοσιακή κινεζική κουλτούρα, ώστε δεν σκέφτονται καν να την αναφέρουν ρητά. Ωστόσο, βρίσκεται εκεί, ενισχύοντας το αίσθημα μουδιάσματος, αποχωρισμού και ενοχής.
Τον Μάιο του 2023, την ημέρα που η Ντόρια Λιου και ο σύζυγός της γιόρταζαν την Παγκόσμια Ημέρα Φάλουν Ντάφα, ημέρα αφιερωμένη στην πίστη τους και στην ανθεκτικότητα της κοινότητας του Φάλουν Γκονγκ παρά τη συνεχιζόμενη καταστολή στην Κίνα, κάλεσαν στο τηλέφωνο τη μητέρα της Λιου, Μενγκ Τζαοχόνγκ, επίσης ασκούμενη του Φάλουν Γκονγκ, η οποία βρισκόταν στην Κίνα.
Κατά τη διάρκεια της βιντεοκλήσης, η Λιου της έδειξε μια φωτογραφία στην οποία στην οποία το ζευγάρι κρατά τον λίγων μηνών γιο τους, φορώντας φωτεινά κίτρινα μπλουζάκια για τον εορτασμό της ημέρας. Η Μενγκ, που είχε αντέξει σιωπηλά πολυάριθμα βασανιστήρια σε κινεζικές φυλακές, σκούπισε διακριτικά τα μάτια της.
Υποσχέθηκαν να μιλήσουν ξανά την επόμενη ημέρα. Αυτό δεν συνέβη ποτέ. Η Μενγκ φυλακίστηκε επειδή ενημέρωνε τον κόσμο σε μια λαϊκή αγορά για το Φάλουν Γκονγκ.

Στα έντεκα χρόνια που η Λιου ζει μακριά από την Κίνα, αυτοεξόριστη, η Μενγκ έχασε τον γάμο της κόρης της, τη γέννηση του εγγονού της και τη χαρές να τον βλέπει να μεγαλώνει.
Οι ενοχές έκαναν την εμφάνιση τους όταν η Λιου και ο γιος της έφτιαχναν χιονάνθρωπους κοντά στη λίμνη Τάχο, όταν χαλάρωναν σε κάποια θερμή πηγή στην Ιαπωνία ή όταν μαζεύονταν με φίλους για ψήσιμο — κάτι που αγαπά επίσης η μητέρα της. Όταν όλοι γελούν, όταν η χαρά κορυφώνεται, τότε είναι που ο πόνος επιστρέφει ξαφνικά.
Η Λιου δήλωσε στην Epoch Times ότι αισθάνεται σαν να μην επιτρέπεται να είναι υπερβολικά ευτυχισμένη, γιατί μόλις νιώσει χαρά θυμάται ότι η μητέρα της υποφέρει στην Κίνα. Κάθε εμπειρία γίνεται μια ακόμη ανάμνηση που η Μενγκ έχασε. Δεν έχει ταξιδέψει ποτέ στο εξωτερικό ούτε έχει δει χιονοδρομικό κέντρο.
Σήμερα, η Λιου γράφει μακροσκελείς επιστολές, καταγράφοντας στιγμές της ζωής της και ζητώντας συμβουλές από τη μητέρα της για την ανατροφή των παιδιών. Κάθε ανταλλαγή διαρκεί μήνες, περιορισμένη από τη λογοκρισία σε επιφανειακές ευγένειες, αναγκάζοντάς τες να επικοινωνούν για την πίστη τους μέσα από κωδικοποιημένα μηνύματα. Είναι δύσκολο, αλλά αποτελεί τον μοναδικό τρόπο να δίνουν κουράγιο η μία στην άλλη.
Σε μία από τις επιστολές της, η Λιου έγραψε στη μητέρα της να μην ανησυχεί, διαβεβαιώνοντάς τη ότι δεν θα βυθιστεί στην κατάθλιψη και ότι επικεντρώνεται στην ελπίδα ότι θα την ξαναβρεί σύντομα. Έχει σκεφτεί να ρισκάρει τα πάντα και να επιστρέψει στην Κίνα. Ωστόσο, γνωρίζει ότι ακόμη κι έτσι οι πιθανότητες να δικαιωθεί η μητέρα της είναι ελάχιστες, ενώ θα έθετε και τον εαυτό της σε κίνδυνο.
Πρόσφατα έμαθε ότι η μητέρα της αντιμετωπίζει καρδιολογικά προβλήματα και δυσκολία στην αναπνοή. Η καρδιά της σφίγγεται και προσεύχεται να αντέξει η μητέρα της — και να μπορέσουν να ξανασυναντηθούν.
Πίστη μέσα στο σκοτάδι
Τα τελευταία έξι χρόνια, από τότε που φυλακίστηκε ο πατέρας της, Τζίμμυ Λάι, στο Χονγκ Κονγκ, η Κλαιρ Λάι βλέπει την υγεία και την όραση του μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης να επιδεινώνονται.
Τα σημάδια της φυλάκισης είναι εμφανή πάνω του — τα νύχια του έχουν πέσει, τα δόντια του έχουν σαπίσει και το δέρμα του έχει χάσει τη ζωντάνια του. Ωστόσο, σύμφωνα με τη Λάι, το χαμόγελό του δεν έχει αλλάξει.
Η ίδια περιγράφει τον εαυτό της ως τον άνθρωπο της οικογένειας που ανησυχεί περισσότερο. Ο πατέρας της, καθολικός στο θρήσκευμα, έχει καταδικαστεί σε είκοσι χρόνια φυλάκισης βάσει του κινεζικού νόμου εθνικής ασφάλειας. Δεν έχει άμεση πρόσβαση στο φως του ήλιου ούτε στον καθαρό αέρα.

Η Λάι αναφέρει ότι ο πατέρας της, αντί να πικραθεί, αγκάλιασε τον πόνο με αξιοπρέπεια και της ζήτησε να προσεύχεται για όσους τον κακομεταχειρίζονται.
Όπως λέει, οι σκληροί δεσμοφύλακες υπάρχουν για να του διδάξουν ταπεινότητα. Το συνεχές δίπλωμα φακέλων, που του προκαλεί έντονους πόνους στην πλάτη, τον βοηθά να δυναμώσει ψυχικά. Τα ταξίδια προς το δικαστήριο, όπου είναι αλυσοδεμένος και ακίνητος μέσα στο σκοτάδι, τού διδάσκουν υπομονή.
Η απλωμένη αγκαλιά του Θεού προς τους αμαρτωλούς, επισημαίνει, έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τη σφιγμένη γροθιά και το σφυροδρέπανο του Κόμματος.
Η Γκρέις επίσης πιστεύει ότι οι δυσκολίες ίσως τελικά υπηρετούν έναν ανώτερο σκοπό. Σε κεντρική ομιλία της στη Σύνοδο για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία τον Φεβρουάριο, είπε ότι πιστεύει πως ο Θεός δοκιμάζει τους ανθρώπους σε τέτοιες περιόδους, όπως το ασήμι που εξευγενίζεται — μια διαδικασία επώδυνη αλλά γεμάτη αγάπη.
Ο Ντέιβιντ Στίλγουελ, πρώην υφυπουργός Εξωτερικών για θέματα Ανατολικής Ασίας και Ειρηνικού, ο οποίος είχε υπηρετήσει επί δύο χρόνια στην αμερικανική πρεσβεία στο Πεκίνο, δήλωσε ότι το αθεϊστικό ΚΚΚ δεν έχει καταλάβει ότι η θρησκεία δυναμώνει υπό συνθήκες πίεσης.
Όπως αναφέρει, προτού ξεκινήσει η εκστρατεία κατά του Φάλουν Γκονγκ πριν από 27 χρόνια, ακόμη και οικογένειες υψηλόβαθμων στελεχών ασκούνταν σε αυτό. Δήλωσε στην Epoch Times ότι το καθεστώς κινήθηκε υπερβολικά επιθετικά κατά του Φάλουν Γκονγκ και ότι αυτό ήταν λάθος.

Ο Τζιανγκ Ζεμίν, ο οποίος ήταν επικεφαλής του ΚΚΚ το 1999, ήθελε να εξαφανιστεί το Φάλουν Γκονγκ μέσα σε τρεις μήνες. Αυτό δεν συνέβη. Όπως δεν εξαφανίστηκαν οι ανεπίσημες εκκλησίες από την Κίνα.
Ο Στίλγουελ χαρακτήρισε τη δίωξη της πίστης στην Κίνα «αυτοκαταστροφική», αφού περισσότερη καταστολή γεννά περισσότερη αντίσταση. Όπως είπε, αυτό είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης — αλλά και της πνευματικής.
Διατηρώντας την ελπίδα
Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του Νέου Σεληνιακού Έτους, η οικογένεια της Λιου Τζιτόνγκ ετοίμαζε ντάμπλινγκ με μοσχάρι και πιπεριά — αυτά που είχε φτιάξει και η μητέρα της προ έξι ετών, όταν ήταν ακόμη ελεύθερη.
Η Κονγκ έχασε περισσότερα από δεκατρία κιλά μέσα σε λίγους μήνες μετά την κράτησή της, αναφέρει η Λιου. Βρισκόταν σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, όπου έραβε κάποια προϊόντα, αν και η Λιου δεν γνώριζε τι ακριβώς.
Ο Τζον Μούλενααρ, πρόεδρος της επιτροπής της Βουλής για την Κίνα, έστειλε πρόσφατα επιστολή στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με τη συστηματική θρησκευτική καταστολή στην Κίνα. Έγραψε ότι η έκταση και η κλίμακα των αυθαίρετων και άδικων κρατήσεων του ΚΚΚ, καθώς και άλλων παραβιάσεων όπως ο χωρισμός οικογενειών και η καταναγκαστική εργασία, ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Παρότρυνε τον πρόεδρο των ΗΠΑ να θέσει το ζήτημα κατά την επίσκεψή του στο Πεκίνο στα μέσα Μαΐου και να ζητήσει την απελευθέρωση των θρησκευτικών κρατουμένων.
Η σύλληψη των στενών φίλων Έζρα Τζιν και Γκάο Τσουανφού στην Κίνα έφερε πιο κοντά τα παιδιά τους στην Αμερική, κάνοντας τον αγώνα λιγότερο μοναχικό για την Γκρέις και τον Γκάο Που. Ο Γκάο είπε ότι χρειάζονται μια νίκη από τη δική τους πλευρά, όσο μικρή κι αν είναι. Αισθάνονται ευάλωτο, όμως θέλουν να απελευθερωθούν οι γονείς τους και δεν βλέπουν άλλη επιλογή από το να συνεχίσουν να μιλούν δημόσια.
Η Ντόρια Λιου θυμάται όταν εκείνη και η μητέρα της μπορούσαν ακόμη να μιλούν τηλεφωνικά. Η οικογένεια της Λιου είχε μόλις εγκατασταθεί στο νέο της σπίτι. Η μητέρα της μιλούσε για όλα τα λαχανικά που θα φύτευε· λίγα φασολάκια εδώ, λίγες μελιτζάνες εκεί —«μόλις έρθω», είχε πει. Το μικρό χωράφι παραμένει σε μεγάλο βαθμό ακαλλιέργητο. Μερικά νεαρά δέντρα στέκονται πίσω από μια περιποιημένη λωρίδα γης.
Η Λιου λέει ότι το χωράφι περιμένει τη μητέρα της να σπείρει τους σπόρους.



