Σάββατο, 30 Αυγ, 2025

Η Κίνα απορρίπτει την πρόταση Τραμπ για συνομιλίες πυρηνικού αφοπλισμού με ΗΠΑ και Ρωσία

Η Κίνα απέρριψε την πρόταση του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να συμμετάσχει σε συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία για τον περιορισμό των πυρηνικών οπλοστασίων τους, χαρακτηρίζοντας την ιδέα μη ρεαλιστική.

Το Πεκίνο απέρριψε επισήμως την πρόταση στις 27 Αυγούστου, δύο ημέρες μετά τη δήλωση του Τραμπ ότι Ουάσιγκτον και Μόσχα συζητούν τρόπους μείωσης των πυρηνικών όπλων και ότι ευελπιστούσε να συμμετάσχει και η Κίνα.

Ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Γκούο Τζιακούν, ξεκαθάρισε σε συνέντευξη Τύπου ότι η Κίνα δεν θα λάβει μέρος στις διαπραγματεύσεις, επισημαίνοντας ότι η βασική ευθύνη βαραίνει τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Τραμπ είχε θέσει το ζήτημα νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, απαντώντας σε ερωτήσεις στο Οβάλ Γραφείο, παρουσία του προέδρου της Νότιας Κορέας, Λι Τζε Μιουνγκ. Ο αμερικανός πρόεδρος είπε ότι το θέμα της πυρηνικής απαγόρευσης συζητήθηκε και στη συνάντησή του με τον ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν στις 15 Αυγούστου στην Αλάσκα, εκφράζοντας την πρόθεσή του να ενταχθεί και η Κίνα στη διαδικασία.

Ο Τραμπ υπογράμμισε ότι «μία από τις προσπάθειες που γίνονται με τη Ρωσία και την Κίνα αφορά την αποπυρηνικοποίηση» και ότι «δεν μπορεί να επιτραπεί η διάδοση των πυρηνικών όπλων».

Η πρωτοβουλία αυτή έρχεται σε μια περίοδο που η ισχύουσα συμφωνία New START (New Strategic Arms Reduction Treaty), η οποία περιορίζει τον αριθμό των αναπτυγμένων πυρηνικών κεφαλών και εκτοξευτών, λήγει στις 5 Φεβρουαρίου 2026. Μετά την κατάρρευση της Συνθήκης INF (Intermediate-Range Nuclear Forces Treaty) το 2019, το New START παραμένει το μοναδικό σύμφωνο ελέγχου πυρηνικών όπλων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας.

Η 10ετής συνθήκη, που ξεκίνησε το 2011 και παρατάθηκε κατά πέντε χρόνια το 2021, περιορίζει κάθε πλευρά σε όχι περισσότερες από 1.550 αναπτυγμένες πυρηνικές κεφαλές και 700 αναπτυγμένους διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους (ICBMs), βαλλιστικούς πυραύλους εκτοξευόμενους από υποβρύχια και στρατηγικά βομβαρδιστικά. Επίσης θέτει όριο στον συνολικό αριθμό εκτοξευτήρων πυραύλων και βομβαρδιστικών στους 800 και προβλέπει εκτεταμένες επιθεωρήσεις.

Η διαπραγμάτευση νέας συνθήκης θεωρείται δύσκολη, καθώς η Ρωσία έχει καταστήσει σαφές ότι θέλει τη συμμετοχή και άλλων πυρηνικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία.

Οι ΗΠΑ και η Ρωσία διαθέτουν από περισσότερες από 5.000 πυρηνικές κεφαλές, ενώ η Κίνα εκτιμάται ότι διαθέτει τουλάχιστον 600, σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (Stockholm International Peace Research Institute – SIPRI), αυξημένες από περίπου 500 το 2024. Η Γαλλία διαθέτει περίπου 290 κεφαλές, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο περίπου 225.

Το SIPRI σημείωσε ότι, ανάλογα με τη δομή των δυνάμεών της, η Κίνα θα μπορούσε ως το τέλος της δεκαετίας να διαθέτει αριθμό διηπειρωτικών πυραύλων αντίστοιχο με αυτόν της Ρωσίας ή των ΗΠΑ. Ακόμη κι αν φτάσει τις 1.500 κεφαλές έως το 2035, ο αριθμός αυτός θα αντιστοιχεί περίπου στο ένα τρίτο του σημερινού αμερικανικού και ρωσικού οπλοστασίου.

Η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ είχε επίσης επιχειρήσει να εντάξει την Κίνα σε συνομιλίες πυρηνικής μείωσης, αλλά το Πεκίνο είχε απορρίψει το αίτημα.

Το 2020, ο τότε ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για τον έλεγχο των εξοπλισμών, Μάρσαλ Μπίλινγκσλι, συγκρούστηκε διαδικτυακά με κινέζους αξιωματούχους, όταν ανάρτησε φωτογραφία από άδειες θέσεις διαπραγματευτικού τραπεζιού που φαινόταν να προορίζονταν για την κινεζική αντιπροσωπεία στη Βιέννη.

Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών αντέδρασε έντονα, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ δεν είχαν δικαίωμα να τοποθετήσουν σημαίες χωρίς τη συγκατάθεση του Πεκίνου. Ο ρώσος πρέσβης στην Αυστρία αργότερα ανήρτησε δικές του φωτογραφίες, δείχνοντας ότι οι θέσεις ήταν κατειλημμένες και δεν υπήρχαν κινεζικές σημαίες στην αίθουσα.

Του Bill Pan

Η Βρετανία αναβάλλει την απόφαση για την κατασκευή της νέας πρεσβείας της Κίνας λόγω έλλειψης διαφάνειας

Η βρετανική κυβέρνηση ανακοίνωσε στις 22 Αυγούστου την αναβολή της απόφασης για την έγκριση της κατασκευής της πρεσβείας της Κίνας στο Λονδίνο, μεταφέροντας την προθεσμία για τον Οκτώβριο, μετά την άρνηση του Πεκίνου να εξηγήσει πλήρως τους λόγους για τους οποίους ορισμένες περιοχές των σχεδίων εμφανίζονται «μαυρισμένες».

Τα τελευταία τρία χρόνια, η προσπάθεια του κινεζικού καθεστώτος να χτίσει τη μεγαλύτερη πρεσβεία του στην Ευρώπη στον χώρο ενός κτηρίου δύο αιώνων κοντά στον Πύργο του Λονδίνου έχει αντιμετωπίσει εμπόδια από βουλευτές, κατοίκους της περιοχής και φιλοδημοκράτες του Χονγκ Κονγκ στη Βρετανία.

Βρετανοί και Αμερικανοί πολιτικοί έχουν εκφράσει ανησυχίες ότι η κατασκευή της πρεσβείας από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) στο συγκεκριμένο σημείο θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως βάση κατασκοπείας.

Η κινεζική συμβουλευτική εταιρεία DP9, η οποία συνεργάζεται με το καθεστώς, δήλωσε ότι θεωρεί ακατάλληλο να παρέχει πλήρη σχέδια εσωτερικής διαρρύθμισης, υποστηρίζοντας ότι τα επιπλέον σχέδια που δόθηκαν παρέχουν επαρκές επίπεδο λεπτομέρειας.

«Ο αιτών θεωρεί ότι το επίπεδο λεπτομέρειας που εμφανίζεται στα μη λογοκριμένα σχέδια είναι επαρκές για να αναγνωριστούν οι βασικές χρήσεις», ανέφερε η DP9 σε επιστολή προς τη βρετανική κυβέρνηση. «Σε αυτές τις συνθήκες, θεωρούμε ότι δεν είναι ούτε αναγκαίο ούτε κατάλληλο να παρέχουμε επιπλέον, πιο λεπτομερή σχέδια εσωτερικής διαρρύθμισης ή λεπτομέρειες».

Ως απάντηση, το υπουργείο Στέγασης του Ηνωμένου Βασιλείου ανακοίνωσε ότι η απόφαση για την έγκριση του έργου θα εκδοθεί στις 21 Οκτωβρίου αντί για τις 9 Σεπτεμβρίου, καθώς απαιτείται περισσότερος χρόνος για την αξιολόγηση των απαντήσεων.

«Οι εξηγήσεις αυτές απέχουν από το να είναι ικανοποιητικές», δήλωσε ο Λουκ ντε Πάλφορντ, εκτελεστικός διευθυντής της Διακοινοβουλευτικής Συμμαχίας για την Κίνα, οργανισμού συνδεδεμένου με διεθνές δίκτυο πολιτικών επικριτικών προς το κινεζικό καθεστώς, που αποκάλυψε την επιστολή της DP9.

Ο ντε Πάλφορντ, μακροχρόνιος επικριτής των σχεδίων για την πρεσβεία, χαρακτήρισε τις διαβεβαιώσεις «μια υπόθεση εμπιστοσύνης χωρίς τεκμηρίωση».

Η κινεζική πρεσβεία είχε δηλώσει τον Αύγουστο ότι οι κατηγορίες πως το κτήριο θα μπορούσε να περιλαμβάνει «μυστικές εγκαταστάσεις» που θα παραβίαζαν την εθνική ασφάλεια του Ηνωμένου Βασιλείου αποτελούν «απαράδεκτη δυσφήμηση».

Το κινεζικό καθεστώς είχε αγοράσει τον χώρο, γνωστό ως Royal Mint Court, το 2018. Ωστόσο, το τοπικό συμβούλιο αρνήθηκε το 2022 την έγκριση για την κατασκευή της νέας πρεσβείας. Ο ηγέτης του ΚΚΚ, Σι Τζινπίνγκ, ζήτησε πέρυσι από τον Βρετανό πρωθυπουργό Κηρ Στάρμερ να παρέμβει, με την κεντρική κυβέρνηση να αναλαμβάνει τελικά τον έλεγχο της απόφασης για το σχέδιο.

Δύο κορυφαίοι Αμερικανοί βουλευτές εξέφρασαν επίσης ανησυχίες για την πρεσβεία σε επιστολή που απέστειλαν στις αρχές του έτους προς τον Βρετανό πρέσβη στις ΗΠΑ, Πήτερ Μάντελσον.

Οι βουλευτές Κρις Σμιθ (R-N.J.), ανώτερο μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, και Τζον Μούλεναρ (R-Mich.), πρόεδρος της Επιτροπής για το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας, υποστήριξαν ότι η άδεια για την κατασκευή μιας «υπερ-πρεσβείας» στο Λονδίνο θα ήταν «αντιπαραγωγική και αδικαιολόγητη ανταμοιβή» και ζήτησαν από τον Μάντελσον να μεταφέρει τις ανησυχίες τους στον Στάρμερ πριν από τη συνάντησή του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στα τέλη Φεβρουαρίου.

Εάν το έργο ολοκληρωθεί, η νέα πρεσβεία της Κίνας θα είναι δέκα φορές μεγαλύτερη από την τρέχουσα πρεσβεία της στην Portland Place του Λονδίνου και σχεδόν διπλάσια σε μέγεθος από την πρεσβεία της Κίνας στην Ουάσιγκτον.

Με τη συμβολή των Frank Fang και Eva Fu και πληροφορίες από το Reuters

Ερευνήτρια από τη Γούχαν παραδέχθηκε κατηγορίες για λαθρεμπόριο βιολογικού υλικού στις ΗΠΑ

Μια Κινέζα ερευνήτρια, κατηγορούμενη για λαθρεμπόριο βιολογικού υλικού σε πανεπιστημιακό εργαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, παραδέχθηκε χωρίς να τις αντικρούσει τέσσερις ομοσπονδιακές κατηγορίες.

Η Χαν Τσενγκσουάν, υποψήφια διδάκτορας από τη Γούχαν, η οποία έστειλε στις ΗΠΑ πολλαπλά δέματα με κρυμμένα βιολογικά δείγματα, δήλωσε ένοχη για τρεις κατηγορίες λαθρεμπορίου και για μία  ψευδούς δηλώσεως προς τις τελωνειακές Αρχές, σύμφωνα με ανακοίνωση της εισαγγελίας της Ανατολικής Περιφέρειας του Μίσιγκαν.

Η Χαν σπουδάζει στο College of Life Science and Technology (Κολλέγιο Βιολογικών Επιστημών και Τεχνολογίας) του Πανεπιστημίου Χουαζόνγκ στη Γούχαν και έχει συνυπογράψει δύο επιστημονικά άρθρα για τη χρήση νηματωδών σκωλήκων (C. elegans). Είχε δηλώσει στους ομοσπονδιακούς πράκτορες ότι έφτασε τον Ιούνιο στο αεροδρόμιο του Ντητρόιτ με ερευνητική βίζα J-1, προκειμένου να ξεκινήσει ετήσιο πρόγραμμα σε εργαστήριο του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν.

Σύμφωνα με την ομοσπονδιακή μήνυση, η ίδια εκτίμησε ότι είχε αποστείλει στις ΗΠΑ από πέντε έως δέκα δέματα, κάποια εκ των οποίων χάθηκαν στη διαδρομή. Οι τελωνειακές Αρχές εντόπισαν τέσσερις αποστολές μεταξύ Σεπτεμβρίου 2024 και Μαρτίου 2025, που απευθύνονταν σε συνεργάτες του πανεπιστημίου και περιείχαν, μεταξύ άλλων, πλασμίδια – τμήματα DNA που χρησιμοποιούνται σε γενετικές τροποποιήσεις – και τρυβλία για καλλιέργεια γαιοσκωλήκων.

Η Χαν είναι η τρίτη Κινέζα ερευνήτρια που αντιμετωπίζει κατηγορίες για λαθρεμπόριο βιολογικού υλικού. Σε προηγούμενες υποθέσεις, άλλοι δύο κατηγορούμενοι φέρονται να είχαν επιχειρήσει να μεταφέρουν μύκητα που καταστρέφει καλλιέργειες, επίσης για ερευνητική χρήση στο ίδιο πανεπιστήμιο.

Οι εισαγγελείς υποστήριξαν ότι η Χαν κατέβαλε επανειλημμένες προσπάθειες να αποκρύψει τις ενέργειές της, τόσο κατά τις αποστολές όσο και στις καταθέσεις της. Σε συνέντευξη με πράκτορες τελωνείου αρνήθηκε αρχικά ότι είχε στείλει υλικό σε συγκεκριμένο παραλήπτη, ώσπου οι αξιωματούχοι ανέφεραν συγκεκριμένα δέματα.

Σύμφωνα με τα πρακτικά, περιέγραψε τα τρυβλία ως διάλυμα νερού με οξείδιο του νατρίου και ζάχαρη, σημειώνοντας ότι «τα συστατικά αυτά υπάρχουν στη γέλη (ζελέ) φρούτων». Σε μία από τις αποστολές, το περιεχόμενο ήταν κρυμμένο μέσα σε φάκελο που είχε τοποθετηθεί σε βιβλίο. Όταν ρωτήθηκε σχετικά, ανέφερε αρχικά ότι είχε δημιουργήσει ένα «παιχνίδι με εικόνες» και ήθελε να το στείλει στον συνεργάτη της ως «έκπληξη». Δεν έκανε καμία αναφορά στα πλασμίδια που υπήρχαν στον φάκελο, μέχρι που πιέστηκε από περαιτέρω ερωτήσεις.

Η ερευνήτρια είπε ότι ο παραλήπτης ήταν συμφοιτητής της στον ίδιο κλάδο και ότι θεωρούσε πως «θα καταλάβαινε τον σχεδιασμό της». Σύμφωνα με τη δικογραφία, τρεις ημέρες πριν φτάσει στις ΗΠΑ είχε διαγράψει περιεχόμενο από τις ηλεκτρονικές της συσκευές, εξηγώντας ότι ήθελε να «κάνει μια καινούργια αρχή». Στα πρακτικά κατέθεσε ότι συνηθίζει να καθαρίζει τα μηνύματα επειδή «πιάνουν χώρο μνήμης».

Ο προσωρινός εισαγγελέας της Ανατολικής Περιφέρειας του Μίσιγκαν, Τζερόμ Γκόργκον, σχολίασε ότι το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν είχε καλέσει την ερευνήτρια ως επισκέπτρια υπότροφο, με ετήσια χρηματοδότηση άνω των 41.000 δολαρίων για έρευνα στους νηματώδεις σκώληκες, προσθέτοντας ότι «κάτι δεν πάει καλά στο Άνν Άρμπορ».

Η έκδοση της απόφασης έχει προγραμματιστεί για τις 10 Σεπτεμβρίου. Σε περίπτωση καταδίκης, η Χαν αντιμετωπίζει ποινή έως δέκα ετών κάθειρξης για λαθρεμπόριο και έως πέντε ετών για ψευδείς δηλώσεις.

Κενυάτης πολιτικός προειδοποιεί για την «οικονομική εισβολή» της Κίνας

Ο πρώην αντιπρόεδρος της Κένυας, Ριγκάθι Γκατσάγκουα, υποστήριξε ότι η κινεζική Πρωτοβουλία «Μία ζώνη, ένας δρόμος» έχει παγιώσει τη διαφθορά στη χώρα του και τροφοδοτεί σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων απαγωγών ακτιβιστών που επέκριναν την κακοδιαχείριση κινεζικών δανείων.

Σε συνέντευξή του, που παραχώρησε στις 9 Αυγούστου στην Καλιφόρνια, ο Γκατσάγκουα ανέφερε ότι η συνεργασία Κένυας-Κίνας έχει μετατραπεί «από ανάπτυξη σε εκμετάλλευση». Υποστήριξε ότι δισεκατομμύρια δολάρια που δανείστηκε η χώρα από το Πεκίνο δεν αξιοποιούνται προς όφελος των πολιτών, αλλά διοχετεύονται μέσω συμφωνιών ανάμεσα σε Κινέζους εργολάβους και κυβερνητικούς αξιωματούχους.

Ο Γκατσάγκουα χαρακτήρισε την πρωτοβουλία ως «οικονομική εισβολή», λέγοντας ότι η κινεζική παρουσία πλήττει τις τοπικές επιχειρήσεις. Κατά τους ισχυρισμούς του, κινεζικές εταιρείες έχουν εισχωρήσει ακόμη και σε μικρές δραστηριότητες – από καταστήματα εργαλείων έως μικρές κατασκευαστικές – με αποτέλεσμα να εκτοπίζονται Κενυάτες επιχειρηματίες.

Όπως ανέφερε, τα έργα «ναυαρχίδες» της πρωτοβουλίας εξυπηρετούν κυρίως κινεζικές εταιρείες, με συμβάσεις που χαρακτηρίζονται «σκόπιμα αδιαφανείς», χωρίς συμμετοχή τοπικής εργασίας και με δισεκατομμύρια δολάρια να χάνονται.

Παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Τα τελευταία δύο χρόνια, διεθνή μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων παρακολουθούν στενά και έχουν αναδείξει το φαινόμενο των συνεχών εξαφανίσεων διαφωνούντων στην Κένυα. Η Διεθνής Αμνηστία και η Εθνική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Κένυας έχουν επανειλημμένα καταδικάσει αυτές τις «εξαναγκαστικές εξαφανίσεις» ως σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καλώντας την κυβέρνηση να αναλάβει ευθύνες.

Ο Ριγκάθι Γκατσάγκουα δήλωσε ότι αυτή η ευρέως καταγεγραμμένη πολιτική καταστολή συνδέεται με κατηγορίες για διαφθορά που αφορούν την κινεζική εμπλοκή στην τοπική οικονομία.

Όπως σημείωσε, οι νέοι – οι οποίοι είναι συχνά στόχος κυβερνητικής κακομεταχείρισης – εκφράζουν παράπονα για τα τεράστια δάνεια που έχει λάβει η χώρα από την Κίνα και τα οποία δεν αξιοποιούνται προς όφελος του κοινού, ενώ οι Κενυάτες θα κληθούν να τα αποπληρώσουν. Έχουν επίσης εκφράσει ανησυχίες για το ότι οι Κινέζοι έχουν κυριαρχήσει στην οικονομία της Κένυας.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, διαφωνούντες που τοποθετήθηκαν δημόσια έχουν υποστεί βασανιστήρια και άλλες μορφές κακομεταχείρισης.

Ο Γκατσάγκουα επεσήμανε ότι οι ενέργειες αυτές της κυβέρνησης παραβιάζουν το Σύνταγμα της Κένυας του 2010, ιδιαίτερα όσον αφορά την ελευθερία της έκφρασης, το δικαίωμα συνάθροισης και διαδήλωσης, καθώς και τα δικαιώματα των συλληφθέντων. «Οι εξαφανίσεις αυτές δεν στρέφονται μόνο κατά ατόμων· είναι επιθέσεις κατά της ίδιας της δημοκρατίας μας», τόνισε.

Ζήτημα κυριαρχίας

Με το χρέος της Κένυας προς την Κίνα να ανέρχεται σε δισεκατομμύρια δολάρια, ο Ριγκάθι Γκατσάγκουα προειδοποίησε για πιθανή απώλεια εθνικής κυριαρχίας. Επεσήμανε ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τα οικονομικά, αλλά και την ικανότητα της χώρας να προστατεύσει τα δικαιώματα των πολιτών της, την οικονομία και την ανεξαρτησία της.

Κάλεσε την πολιτική ηγεσία να σεβαστεί τα συνταγματικά δικαιώματα και να αντισταθεί σε κάθε μορφή ξένης παρέμβασης. Όπως είπε, το Σύνταγμα της Κένυας είναι σαφές ως προς τα δικαιώματα των πολιτών, και καθήκον των ηγετών είναι να τα υπερασπίζονται απέναντι σε κάθε εξωτερική ή εσωτερική απειλή, είτε αυτή προέρχεται από οικονομική εκμετάλλευση είτε από πολιτική καταστολή είτε από ξένη επιρροή.

Ο Γκατσάγκουα καθαιρέθηκε από το αξίωμα του αντιπροέδρου τον Οκτώβριο του 2024, ύστερα από πέντε καταδικαστικές ψήφους σε σύνολο έντεκα κατηγοριών, τις οποίες αρνήθηκε στο σύνολό τους. Οι κατηγορίες περιελάμβαναν ξέπλυμα χρήματος και διαφθορά. Τη θέση του ανέλαβε ο Κιθούρε Κιντίκι.

Ο Γκατσάγκουα δήλωσε ότι σκοπεύει να θέσει υποψηφιότητα στις προεδρικές εκλογές του Αυγούστου 2027, σηματοδοτώντας την πρόθεσή του να συνεχίσει την πολιτική του πορεία. Τόνισε ότι το μήνυμά του προς τους πολίτες είναι σαφές και ότι «το ραντεβού με την κάλπη είναι τον Αύγουστο του 2027».

Σχέσεις με τις ΗΠΑ

Ο Ριγκάθι Γκατσάγκουα δήλωσε ότι, σε περίπτωση εκλογής του, οραματίζεται μια «στρατηγική επανατοποθέτηση» των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δίνοντας έμφαση στις δημοκρατικές αξίες, τη διαφάνεια στο εμπόριο και τον αμοιβαίο σεβασμό.

Υπογράμμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν παραδοσιακός εταίρος της Κένυας, με κοινές αξίες όπως η δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου. Πρόσθεσε ότι, εφόσον εκλεγεί, η κυβέρνησή του θα δώσει προτεραιότητα στην ενίσχυση των διμερών δεσμών, διασφαλίζοντας πως οι συνεργασίες θα βασίζονται στη διαφάνεια και το αμοιβαίο όφελος, και όχι στην εκμετάλλευση.

Εξέφρασε την ελπίδα οι μελλοντικές σχέσεις Κένυας-Ηνωμένων Πολιτειών να επικεντρωθούν στην ενίσχυση ικανοτήτων, στη συνεργασία κατά της διαφθοράς και στην ανάπτυξη βιώσιμων υποδομών, αντί σε έργα που επιβαρύνουν με χρέος τη χώρα. Τόνισε ότι η Κένυα θέλει να συνεργαστεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες για επενδύσεις «καθαρές, διαφανείς και πραγματικά επωφελείς» για τον λαό, χωρίς να υποθηκεύεται το μέλλον της χώρας.

Κατά τον Γκατσάγκουα, η Αμερική μπορεί να αποτελέσει σημαντικό σύμμαχο για την αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας και την προστασία του συντάγματος.

Έκκληση στη διεθνή κοινότητα

Ο Ριγκάθι Γκατσάγκουα απηύθυνε έκκληση στις δημοκρατίες όλου του κόσμου να ζητήσουν λογοδοσία από την κινεζική Πρωτοβουλία «Μία ζώνη, ένας δρόμος».

Υπογράμμισε ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο την Κένυα, αλλά ολόκληρη την αφρικανική ήπειρο, σημειώνοντας ότι το κινεζικό μοντέλο διασπείρει χρέος, διαφθορά και καταστολή. Προειδοποίησε ότι αν οι αφρικανικές δημοκρατίες υποκύψουν σε αυτή την πίεση, η γεωπολιτική ισορροπία θα μετατοπιστεί υπέρ αυταρχικών καθεστώτων.

Παρά τις πολιτικές προκλήσεις, τόνισε ότι «η σιωπή ισοδυναμεί με συνενοχή» και επεσήμανε ότι οι Κενυάτες και οι μελλοντικές γενιές αξίζουν να γνωρίζουν την αλήθεια για την «οικονομική εισβολή» της Κίνας και τη διαφθορά που αυτή γεννά.

Του Nathan Su

Με τη συμβολή της Nancy Githoitho

Ο «Αεροπορικός Δρόμος του Μεταξιού» της Κίνας: Εμπορική ανάπτυξη χτισμένη πάνω στην καταναγκαστική εργασία

Η Κίνα επεκτείνει ραγδαία τις αεροπορικές εμπορευματικές συνδέσεις της με την Ευρώπη, χρησιμοποιώντας το Ουρούμτσι της πρωτεύουσας του Σιντζιάνγκ ως κομβικό αεροδρόμιο στη στρατηγική της πρωτοβουλίας «Μία ζώνη, ένας δρόμος». Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης της οργάνωσης Uyghur Human Rights Project (UHRP), πάνω από 40 νέες διαδρομές δημιουργήθηκαν μέσα σε μόλις δώδεκα μήνες, μεταφέροντας χιλιάδες τόνους αγαθών, από ανταλλακτικά αυτοκινήτων, υφάσματα και ηλεκτρονικά είδη μέχρι αγροτικά προϊόντα, τομείς που είναι κατεξοχήν εκτεθειμένοι σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Επτά νέα αεροδρόμια αναμένεται να ανοίξουν στο Σιντζιάνγκ πριν το τέλος του έτους, προστιθέμενα στα 26 πολιτικά αεροδρόμια που λειτουργούν ήδη στην περιοχή.

Περισσότερες από εννέα εταιρείες μεταφορών έχουν καθιερώσει δρομολόγια από το Σιντζιάνγκ προς το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γερμανία, την Ουγγαρία, την Ελλάδα, την Ελβετία, το Βέλγιο, την Ιρλανδία, την Ισπανία και άλλους ευρωπαϊκούς προορισμούς, σύμφωνα με την νέα ανάλυση δεδομένων αερομεταφορών από την ομάδα UHRP της Ουάσιγκτον όπως κοινοποιήθηκε από το Politico.

Πριν από τον Ιούνιο του 2024, μόνο δύο διαδρομές μεταφοράς φορτίου από το Ουρούμτσι προς την Ευρώπη είχαν εντοπιστεί από την ανάλυση δεδομένων δημόσιων πτήσεων του Uyghur Human Rights Project.

Δεκάδες φτάνουν πλέον στη Ευρώπη, είτε απευθείας είτε με ενδιάμεσες στάσεις. Να αναφερθεί χαρακτηριστικά ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο έφτασαν 313 πτήσεις που μετέφεραν ηλεκτρονικό εμπόριο κ.ά., και 162 αφίξεις εμπορευμάτων μέσω Ουγγαρίας.

Πίσω από αυτήν την «οικονομική πρόοδο» κρύβεται μια σκοτεινή πραγματικότητα: η εκτεταμένη χρήση καταναγκαστικής εργασίας εις βάρος των Ουιγούρων και άλλων μειονοτήτων.

«Η ραγδαία αύξηση αυτών των πτήσεων αποτελεί απειλή για την ακεραιότητα των ευρωπαϊκών και βρετανικών αλυσίδων εφοδιασμού», τονίζει η παραπάνω έκθεση.

Η Κίνα παρουσιάζει την εξέλιξη αυτή ως τμήμα της στρατηγικής «Μια ζώνη, ένας δρόμος», που αποσκοπεί στην ενσωμάτωση απομακρυσμένων περιοχών στις παγκόσμιες αγορές.

«Ο ισχυρισμός περί καταναγκαστικής εργασίας είναι το ‘ψέμα του αιώνα’ που επινοήθηκε από αντικινεζικά στοιχεία για να δυσφημήσουν την Κίνα», δήλωσε εκπρόσωπος της πρεσβείας της Κίνας στο Λονδίνο, επιμένοντας ότι «δεν υπάρχει καταναγκαστική εργασία στο Σιντζιάνγκ» και ότι η έκθεση του UHRP είναι «εντελώς ψευδής».

Ωστόσο, πίσω από τον οικονομικό δυναμισμό, σοβαρές καταγγελίες για καταναγκαστική εργασία σκιάζουν την εικόνα «προόδου».

Η διάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Η περιοχή του Σιντζιάνγκ βρίσκεται στο επίκεντρο διεθνούς προβληματισμού για τις πρακτικές της κινεζικής κυβέρνησης απέναντι σε διάφορες μειονοτικές ομάδες.

Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ανεξάρτητοι ερευνητές επισημαίνουν ότι η κρατικά επιβαλλόμενη καταναγκαστική εργασία είναι διαδεδομένη και συστηματική.

Αν και οι Ουιγούροι αναφέρονται συχνά ως η πιο πληγείσα ομάδα λόγω τού ότι το Σιντζιάνγκ είναι η περιοχή στην οποία τους έχει παραχωρηθεί και διαμένουν, ωστόσο δεν είναι οι μόνοι.

Θιβετιανοί, Μογγόλοι, Χριστιανοί καθώς και ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ, μιας ιδιαίτερα δημοφιλούς, παγκόσμιας και πολυπληθούς ομάδας αφού αποτελεί τα 2/3 των κρατουμένων συνείδησης στην Κίνα, έχουν επίσης εξαναγκαστεί σε βαριά εργασία υπό καθεστώς ιδιαίτερα αυστηρής επιτήρησης. Επίσης έχουν αναφερθεί και καταγγελίες βασανιστηρίων ή προγραμμάτων «αναμόρφωσης», με στόχο την αφομοίωση και την καταστολή της πολιτιστικής ταυτότητας. Το πιο ακραίο, όμως, που εφαρμόζεται κατά κόρον εδώ και 26 χρόνια είναι οι εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων όλων αυτών των κρατουμένων συνείδησης με στόχο όχι μόνο το κέρδος αλλά και την πλήρη εξαφάνισή τους.

Η κοινή συνισταμένη είναι η ίδια: το κινεζικό κράτος αξιοποιεί τον καταναγκασμό ως εργαλείο πολιτικού ελέγχου, μετατρέποντας ολόκληρες ομάδες πολιτών σε φθηνό εργατικό δυναμικό για την παγκόσμια αγορά.

Η εικόνα αυτή δημιουργεί έντονο δίλημμα για τις διεθνείς αγορές, αφού κάθε εμπορική συναλλαγή με την περιοχή ενδέχεται να ενέχει τον κίνδυνο συνενοχής σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Μαρτυρίες επιζώντων από τα στρατόπεδα του Σιντζιάνγκ και άλλες φυλακές στην Κίνα σκιαγραφούν μια εφιαλτική πραγματικότητα. Γυναίκες όπως η Μιχριγκούλ Τουρσούν κατήγγειλε ενώπιον του Κογκρέσου των ΗΠΑ ξυλοδαρμούς, ηλεκτροσόκ και «εναλλαγές ύπνου», όπου δεκάδες άνθρωποι αναγκάζονται να κοιμούνται με βάρδιες δύο ωρών σε ασφυκτικά κελιά. Άλλες όπως η Σαϊραγκούλ Σάουιτμπάι, κατήγγειλαν όπως καταγράφηκε από το BBC, σεξουαλικές κακοποιήσεις και βιασμούς μπροστά σε συγκρατούμενες. Επιζώντες του Φάλουν Γκονγκ, μεταξύ των οποίων ο Τζον Μενγκ, μιλούν για «σκληρή αναμόρφωση μέσω ύπνου», διαδικασία κατά την οποία οι κρατούμενοι μένουν ξύπνιοι επί πολλές ώρες ή εβδομάδες· αν κλείσουν τα μάτια τους τους χτυπούν, τους ρίχνουν νερό ή τους εξαναγκάζουν να στέκονται όρθιοι ή ακίνητοι. Ανέφερε επίσης συνεχείς ιατρικές εξετάσεις , που συνδέονται με την πρακτική της εξαναγκαστικής αφαίρεσης οργάνων. Ιδιαίτερα συγκλονιστική είναι η περίπτωση του Τσενγκ Πεϊμίνγκ, ο οποίος κατήγγειλε ότι του αφαιρέθηκαν βιαίως τμήματα από το ήπαρ και τον πνεύμονα, χωρίς τη συγκατάθεσή του. Παρόμοιες αφηγήσεις, όπως της Τζάο Λιτζούν, αναδεικνύουν τον εξαναγκασμό σε 17ωρη εργασία υπό την απειλή βασανιστηρίων.

Οι φωνές αυτές συγκλίνουν σε ένα ανατριχιαστικό συμπέρασμα: πίσω από τα προϊόντα που κυκλοφορούν ελεύθερα στις διεθνείς αγορές, συχνά κρύβεται ανθρώπινος πόνος και κρατική καταπίεση.

Η αντίδραση της Δύσης

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα του ζητήματος, υιοθέτησε το 2024 τον Κανονισμό για την Καταναγκαστική Εργασία, που απαγορεύει την εισαγωγή προϊόντων που παράγονται υπό τέτοιες συνθήκες. Οι Ηνωμένες πολιτείες είχαν ήδη προχωρήσει σε παρόμοιο βήμα από το 2021, επεκτείνοντας την εφαρμογή του μέτρου στις αρχές του 2025.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Νόμος περί Σύγχρονης Δουλείας του 2015 παραμένει το βασικό εργαλείο, απαιτώντας από τις εταιρείες να δημοσιεύουν ετήσιες δηλώσεις σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν κατά της εκμετάλλευσης. Ωστόσο, η εφαρμογή του θεωρείται περιορισμένη. Επίσης, ο νόμος αυτός παραμένει ελλιπής, καθώς βασίζεται σε δηλώσεις των ίδιων των εταιρειών και σπανίως συνοδεύεται από στοχευμένους ελέγχους. ‘Όπως σημειώνουν ανεξάρτητες επιτροπές του Κοινοβουλίου, το Ηνωμένο Βασίλειο κινδυνεύει να καταστεί «χώρος διέλευσης» προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία, εάν δεν υιοθετηθούν πιο αυστηρά μέτρα, όπως προειδοποίησε η Μικτή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Βρετανικού Κοινοβουλίου.

«Είμαι βαθιά ανήσυχος για αυτά τα ευρήματα», δήλωσε ο Ντέηβιντ Άλτον, πρόεδρος της Μικτής Επιτροπής Ανθρωπίνων του Βρετανικού Κοινοβουλίου. Τον Ιούλιο, η επιτροπή του Άλτον διαπίστωσε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο κινδυνεύει επίσης να γίνει «χωματερή» αγαθών που κατασκευάζονται με τη σύγχρονη δουλεία και κάλεσε τους υπουργούς να εφαρμόσουν στοχευμένες απαγορεύσεις εισαγωγών για να αντισταθμίσουν τις ελλείψεις του βρετανικού νόμου περί σύγχρονης δουλείας του 2015.

Οι ευθύνες των εταιρειών

Αερομεταφορείς που δραστηριοποιούνται στη διακίνηση προϊόντων από το Ουρούμτσι προς την Ευρώπη δηλώνουν ότι δεν γνωρίζουν το περιεχόμενο και την ακριβή προέλευση των φορτίων που μεταφέρουν. Κάποιοι επισημαίνουν ότι η ευθύνη ανήκει αποκλειστικά στους προμηθευτές και τους πελάτες τους. Ωστόσο, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων θεωρούν αυτή τη στάση ανεπαρκή, υπογραμμίζοντας ότι «η άγνοια δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι», και επισημαίνουν ότι η διαφάνεια είναι αδύνατη σε ένα περιβάλλον όπου το κινεζικό κράτος αποκλείει την ανεξάρτητη διερεύνηση.

Οι αεροπορικές εταιρείες που εκτελούν δρομολόγια μεταξύ του Ουρούμτσι και της Ευρώπης την περίοδο αυτή είναι οι European Cargo, CAMEX Airlines, Geo-Sky, My Freighter, MNG Airlines, SF Airlines, ROMCargo, Titan Airways και Uzbekistan Airways, σύμφωνα με την ανάλυση της UHRP.

Το παράδειγμα της Volkswagen, η οποία αποχώρησε από το Σιντζιάνγκ αναγνωρίζοντας την αδυναμία να διασφαλίσει διαφάνεια στην εφοδιαστική της αλυσίδα, φανερώνει το μέγεθος του προβλήματος.

Ένα ζήτημα διεθνούς αξιοπιστίας και ένα ηθικό καθήκον

Η συζήτηση γύρω από το Σιντζιάνγκ δεν αφορά μόνο τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και τη συνολική αξιοπιστία της διεθνούς κοινότητας. Εάν χώρες και εταιρείες συνεχίσουν να αποδέχονται σιωπηρά προϊόντα που ενδέχεται να έχουν παραχθεί με καταναγκαστική εργασία, τίθεται υπό αμφισβήτηση η δέσμευση της Δύσης στις αξίες που επικαλείται.

Όπως σημειώνει ο Henryk Szadziewski, διευθυντής ερευνών του UHRP: «Κάθε ανεξέλεγκτη αποστολή από το Ουρούμτσι δεν είναι απλώς εμπορική δραστηριότητα, είναι μια πιθανή παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων που η διεθνής κοινότητα επέλεξε να αγνοήσει».

Η έκθεση του UHRP και οι μαρτυρίες επιζώντων φέρνουν στο φως μια σκληρή αλήθεια: κάθε ανεξέλεγκτο φορτίο που φτάνει από το Ουρούμτσι στην Ευρώπη μπορεί να αποτελεί προϊόν καταναγκασμού.

«Οι κυβερνήσεις πρέπει να στείλουν σαφές μήνυμα ότι δεν θα στηρίξουν ποτέ την κρατικά επιβαλλόμενη καταναγκαστική εργασία», δήλωσε η Σιαν Λέα, επικεφαλής της βρετανικής και ευρωπαϊκής υπεράσπισης στην Anti-Slavery International. Η καταναγκαστική εργασία από το κινεζικό κράτος «είναι εκτεταμένη και συστηματική», είπε.

Το πρόβλημα ξεπερνά τους Ουιγούρους, αφορά όλες τις ομάδες που διώκονται και καταπιέζονται από το κινεζικό καθεστώς.

Η διεθνής κοινότητα βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα: θα κλείσει τα μάτια στην εκμετάλλευση για χάρη της εμπορικής ευημερίας ή θα υπερασπιστεί στην πράξη τα ανθρώπινα δικαιώματα;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον των Ουιγούρων και των άλλων μειονοτήτων στην Κίνα, αλλά και την ευθύνη της Δύσης απέναντι στις αξίες που πρεσβεύει.

Ο Σι διαβεβαιώνει τον Τραμπ ότι δεν θα εισβάλει στην Ταϊβάν όσο εκείνος είναι πρόεδρος

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, αναφέρθηκε στη διαβεβαίωση που είχε λάβει από τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ σχετικά με την Ταϊβάν, κατά τη διάρκεια συνέντευξής του στο Fox News. Συγκεκριμένα, ο Τραμπ δήλωσε:

«Ποτέ δεν θα το κάνω όσο είσαι πρόεδρος. Ο πρόεδρος Σι μου το είπε αυτό, κι εγώ του απάντησα: “Το εκτιμώ.”»

Ωστόσο, επισήμανε πως αυτή η εγγύηση δεν δεσμεύει τις μελλοντικές αμερικανικές κυβερνήσεις και πρόσθεσε: «Αλλά εγώ είμαι πολύ υπομονετικός και η Κίνα είναι πολύ υπομονετική». Περιέγραψε την προσέγγισή του λέγοντας: «Αυτό εξαρτάται από εσάς, αλλά καλό θα ήταν να μη συμβεί τώρα».

Παραμένει ασαφές πότε έγιναν οι σχετικές δηλώσεις του Σι, ενώ ο Λευκός Οίκος δεν είχε απαντήσει στα σχετικά ερωτήματα έως τη δημοσίευση του άρθρου.

Η Ταϊβάν αποτελεί αυτοδιοικούμενο, δημοκρατικό νησιωτικό έδαφος, το οποίο το Πεκίνο θεωρεί αποσχισθείσα επαρχία. Το ζήτημα συντηρεί τις εντάσεις ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, καθώς η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να προμηθεύει αμυντικά όπλα στην Ταϊβάν βάσει του Νόμου Σχέσεων με την Ταϊβάν.

Ο πρόεδρος της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, έχει δεσμευθεί να επιτύχει την «επανένωση» με την Ταϊβάν, ενώ έχει εντείνει τις στρατιωτικές ασκήσεις στη θαλάσσια περιοχή γύρω από το νησί.

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσον, εξέφρασε αισιοδοξία σε συνέντευξή του τον Μάρτιο στο CNBC, δηλώνοντας:

«Ακολουθώ τη γραμμή του προέδρου Τραμπ και εκείνος είναι βέβαιος πως ο πρόεδρος Σι δεν θα προχωρήσει σε αυτή την κίνηση κατά τη διάρκεια της προεδρίας του.»

Παράλληλα, ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, προχώρησε σε σημαντικές δηλώσεις στο φόρουμ Shangri-La Dialogue τον Μάιο, εκτιμώντας ότι η Κίνα ενδέχεται να επιχειρήσει να επιτεθεί στην Ταϊβάν έως το 2027, και τόνισε:

«Το βλέπουμε καθημερινά. Ο κινεζικός στρατός παρενοχλεί την Ταϊβάν. Θα πρέπει να είναι σαφές σε όλους ότι το Πεκίνο προετοιμάζεται μεθοδικά, ενδεχομένως για να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ, με στόχο να αλλάξει την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή Ινδο-Ειρηνικού.»

Ο ίδιος εξέφρασε την εκτίμηση πως το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας ίσως αναμένει την αποχώρηση της παρούσας αμερικανικής κυβέρνησης πριν προχωρήσει, υπογράμμισε ωστόσο τον κίνδυνο που εγκυμονεί το Πεκίνο:

«Ξανά, για να είμαι σαφής: οποιαδήποτε προσπάθεια της κομμουνιστικής Κίνας να κατακτήσει δια της βίας την Ταϊβάν θα είχε καταστροφικές συνέπειες για τον Ινδο-Ειρηνικό και τον κόσμο. Δεν υπάρχει λόγος ωραιοποίησης. Η απειλή που συνιστά η Κίνα είναι υπαρκτή.»

Κοινό μέτωπο Καναδά και G7 κατά της διακρατικής καταστολής του Χονγκ Κονγκ

Ο Καναδάς και άλλες χώρες της Ομάδας των Επτά (G7) εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση, καταδικάζοντας τις αρχές του Χονγκ Κονγκ για την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης και χρηματικών επάθλων εις βάρος δημοκρατικών ακτιβιστών που ζουν στο εξωτερικό.

Στις 25 Ιουλίου, η αστυνομία του Χονγκ Κονγκ προχώρησε σε εντάλματα και επικήρυξε 19 άτομα που διαμένουν σε άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων και στον Καναδά, κατηγορώντας τους για απόπειρα υπονόμευσης των αρχών του Χονγκ Κονγκ και της Κίνας.

Τα μέλη του Μηχανισμού Ταχείας Ανταπόκρισης της G7 (G7 RM)—δηλαδή ο Καναδάς, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ιαπωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ευρωπαϊκή Ένωση—καθώς και συνδεδεμένα κράτη όπως η Αυστραλία, η Ολλανδία, η Νέα Ζηλανδία και η Σουηδία, εξέδωσαν στις 8 Αυγούστου κοινή ανακοίνωση, στην οποία σημειώνεται: «Αυτή η ενέργεια στοχεύει ανθρώπους που ασκούν το δικαίωμά τους στην ελεύθερη έκφραση».

Ο G7 RM ιδρύθηκε το 2018 για την αναγνώριση και την αντιμετώπιση ξένων απειλών κατά της δημοκρατίας, όπως εχθρικές ενέργειες κρατών που στοχεύουν σε δημοκρατικά θεσμικά όργανα ή διαδικασίες, σύμφωνα με το Υπουργείο Εξωτερικών του Καναδά.

Οι ενέργειες της αστυνομίας του Χονγκ Κονγκ στρέφονται κυρίως κατά φιλοδημοκρατικών ακτιβιστών που ζουν στις χώρες του G7 RM, και στη σχετική ανακοίνωση υπογραμμίζεται: «Αυτή η μορφή διακρατικής καταστολής υπονομεύει την εθνική ασφάλεια, την κρατική κυριαρχία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ασφάλεια των κοινοτήτων».

Παράλληλα, οι χώρες του G7 RM δεσμεύονται: «Να ενισχύσουν τις προσπάθειές τους για την υπεράσπιση της κυριαρχίας, τη διατήρηση της ασφάλειας των κοινοτήτων και την προστασία των ατόμων από κυβερνητικές παρεμβάσεις που αποσκοπούν στη φίμωση, τον εκφοβισμό, την παρενόχληση, τη βλάβη ή τον εξαναγκασμό εντός των συνόρων μας».

Η G7 κάλεσε τους πολίτες να αναφέρουν κάθε ύποπτη δραστηριότητα και περιστατικά εκφοβισμού ή παρενόχλησης στις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, επισημαίνοντας πως οι χώρες του G7 RM, μαζί με άλλους διεθνείς εταίρους, παραμένουν ενωμένες απέναντι σε τέτοιες επιθετικές ενέργειες.

Επιπλέον, τον Ιούνιο, στη διάρκεια της συνόδου κορυφής στον Καναδά, οι χώρες της G7 εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση, εκφράζοντας ανησυχία για τις διακρατικές καταστολές, τονίζοντας: «Εμείς, οι ηγέτες της G7, είμαστε βαθιά ανήσυχοι από τη ραγδαία αύξηση αναφορών για διακρατική καταστολή. Η διακρατική καταστολή αποτελεί μία επιθετική μορφή ξένης παρέμβασης, κατά την οποία κράτη ή οι εκτελεστικοί τους πράκτορες επιχειρούν να εκφοβίσουν, να παρενοχλήσουν, να βλάψουν ή να εξαναγκάσουν άτομα ή κοινότητες εκτός της επικράτειάς τους».

 Υπουργοί καταδικάζουν την ανακοίνωση της αστυνομίας του Χονγκ Κονγκ

Η κοινή ανακοίνωση της 8ης Αυγούστου ακολούθησε προηγούμενη δήλωση της υπουργού Εξωτερικών Ανίτα Ανάντ και του υπουργού Δημόσιας Ασφάλειας Γκάρι Αντανασανγκίρι, οι οποίοι καταδίκασαν την απόφαση της αστυνομίας του Χονγκ Κονγκ ως προσπάθεια εφαρμογής διακρατικής καταστολής στο εξωτερικό.

Αναφερόμενοι στην επικήρυξη και τα εντάλματα για 19 φιλοδημοκρατικούς ακτιβιστές—ανάμεσα στους οποίους και άτομα που διαμένουν στον Καναδά—τόνισαν: «Ο Καναδάς στέκεται αλληλέγγυος προς τους διεθνείς εταίρους των οποίων πολίτες ή κάτοικοι στοχεύθηκαν από την απόφαση των αρχών του Χονγκ Κονγκ».

Οι υπουργοί επανέλαβαν το αίτημα για: «Την κατάργηση του συγκεκριμένου νόμου, ο οποίος παραβιάζει τις διεθνείς υποχρεώσεις του Χονγκ Κονγκ για τα ανθρώπινα δικαιώματα, και την απόσυρση όλων των σχετικών ενταλμάτων και επάθλων».

Μεταξύ των στοχοποιημένων είναι ο Καναδός Βίκτορ Χο, για τη σύλληψη του οποίου εκκρεμεί επικήρυξη 1 εκατ. δολαρίων Χονγκ Κονγκ, βάσει εντάλματος που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2024.

Άλλα τρία άτομα, ανάμεσά τους ο ακτιβιστής Κουνγκ Κόι από το Βανκούβερ, περιλαμβάνονται επίσης στη λίστα.

Με την συμβολή του The Canadian Press

Βαθαίνει η κρίση στην κινεζική αγορά ακινήτων: Πτώση σε πωλήσεις, κέρδη και τιμές

Η κρίση που πλήττει την αγορά ακινήτων στην Κίνα επιδεινώνεται, καθώς καταγράφονται σημαντικές μειώσεις σε πωλήσεις, επενδύσεις και κερδοφορία. Τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν στις 31 Ιουλίου από την China Index Academy δείχνουν ότι οι συνολικές πωλήσεις των 100 κορυφαίων κατασκευαστών της χώρας ανήλθαν σε 2,07 τρισ. γουάν (περίπου 285 δισ. δολάρια) στο επτάμηνο του 2025, σημειώνοντας πτώση 13,3% σε ετήσια βάση. Ο ρυθμός πτώσης μάλιστα έχει επιταχυνθεί σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο, διευρυνόμενος κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα. Μόνο τον Ιούλιο, οι πωλήσεις υποχώρησαν κατά 18,2% σε σχέση με τον ίδιο μήνα του 2024.

Σύμφωνα με το ερευνητικό ινστιτούτο E-house China, 41 από τις 65 εισηγμένες κατασκευαστικές εταιρείες στην εγχώρια χρηματιστηριακή αγορά (A-shares) αναμένουν ζημίες για το πρώτο εξάμηνο του έτους.

Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Vanke, που θεωρούνταν στο παρελθόν βαρόμετρο για τον κλάδο. Η εταιρεία προβλέπει ζημιές μεταξύ 10 και 12 δισ. γουάν (1,39–1,67 δισ. δολάρια), μεγαλύτερες ακόμη και από τις απώλειες των 9,85 δισ. γουάν (1,37 δισ. δολάρια) που κατέγραψε την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι. Κατά κρατικά μέσα ενημέρωσης, πρόκειται για τη μεγαλύτερη ζημία στον κλάδο.

Πίεση δέχονται και άλλες μεγάλες εταιρείες, όπως η China Fortune Land Development και η Gemdale Group, οι οποίες εκτιμούν ζημίες 5,5–7,5 δισ. γουάν (765 εκατ. – 1 δισ. δολάρια) και 3,4–4,2 δισ. γουάν (474–585 εκατ. δολάρια) αντίστοιχα.

Η κατάσταση της Vanke θεωρείται ιδιαιτέρως κρίσιμη, παρά τις ανακατατάξεις στη διοίκησή της μετά το κινεζικό νέο έτος και τη μετατόπιση του μοντέλου διοίκησης από επαγγελματικά στελέχη σε άμεσο έλεγχο από κρατικές επιχειρήσεις. Παρότι η εταιρεία έλαβε χρηματοδοτική στήριξη άνω των 21 δισ. γουάν (2,93 δισ. δολάρια) από τη Shenzhen Metro και άλλους κρατικούς επενδυτές, οι συμβασιοποιημένες πωλήσεις της κατέρρευσαν σχεδόν κατά 50% στο πρώτο εξάμηνο του 2025 – από 127,3 δισ. γουάν (17,75 δισ. δολάρια) σε 69,1 δισ. γουάν (9,63 δισ. δολάρια). Η ρευστότητά της παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.

Την ίδια στιγμή, αυξάνονται οι αμφιβολίες στην κινεζική κοινωνία για την αξιοπιστία των επίσημων στοιχείων. Πολλοί χρήστες του διαδικτύου και άτομα από τον χώρο των κτηματομεσιτικών εκφράζουν ανοιχτά δυσπιστία, υποστηρίζοντας ότι τα κρατικά στατιστικά εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες και δεν αντανακλούν την πραγματική κατάσταση στην αγορά.

Ενδεικτικά, σύμφωνα με την China Index Academy, η μέση τιμή πώλησης νεόδμητων κατοικιών από τους κορυφαίους 100 κατασκευαστές αυξήθηκε κατά 2,6% τον Ιούλιο σε ετήσια βάση. Ωστόσο, οι τιμές στις μεταχειρισμένες κατοικίες μειώθηκαν κατά 7,3%. Σε κινεζικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σχολιαστές επεσήμαναν ότι η αυξανόμενη απόκλιση μεταξύ των δύο κατηγοριών υποδηλώνει στρεβλώσεις στα στοιχεία. Υποστηρίζουν ότι οι πραγματικές τιμές συναλλαγών στη δευτερογενή αγορά είναι σημαντικά χαμηλότερες από τις επίσημες και παρέχουν πιο ακριβή εικόνα για τη ζήτηση και τη δυνατότητα αγοράς κατοικίας από τα νοικοκυριά.

Αν ευσταθούν οι αναφορές για μεγαλύτερες από τις επίσημες μειώσεις τιμών, η πτώση των πωλήσεων κατά 13,3% δείχνει ότι ακόμη και η μείωση του κόστους δεν αρκεί για να τονώσει το αγοραστικό ενδιαφέρον.

Καθίζηση καταγράφεται και στις επενδύσεις. Η Στατιστική Υπηρεσία της Κίνας ανακοίνωσε ότι το πρώτο εξάμηνο του 2025 οι επενδύσεις στην αγορά ακινήτων ανήλθαν σε 4,66 τρισ. γουάν (περίπου 649 δισ. δολάρια), μειωμένες κατά 11,2% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024. Οι επενδύσεις σε οικιστικά ακίνητα – το μεγαλύτερο ποσοστό του συνόλου – έπεσαν κατά 10,4%, φτάνοντας τα 3,57 τρισ. γουάν (497 δισ. δολάρια). Για σύγκριση, το 2023 οι συνολικές επενδύσεις στον κλάδο είχαν ανέλθει στα 11 τρισ. γουάν (1,53 τρισ. δολάρια).

Σε όλους τους βασικούς δείκτες – κερδοφορία εταιρειών, τιμές κατοικιών (νέων και παλαιών), πωλήσεις και επενδύσεις – ο κλάδος φαίνεται να βιώνει γενικευμένη ύφεση, σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα σταθεροποίησης που προβάλλουν τα κρατικά μέσα.

Πτώση τιμών και απώλεια εμπιστοσύνης

Σε ηχητικό απόσπασμα πρόσφατης συνέντευξής του που κυκλοφόρησε ευρέως, ο οικονομολόγος Σιανγκ Σονγκζούο (Xiang Songzuo) ανέφερε ότι η προηγούμενη «άνθηση» της αγοράς ακινήτων τροφοδοτήθηκε κυρίως από τη ζήτηση τελικών χρηστών και τις επενδυτικές προσδοκίες. Ωστόσο, καθώς οι επενδυτές έχουν πλέον υποστεί μεγάλες ζημίες – με πολλά ακίνητα να αξίζουν λιγότερο από την τιμή αγοράς τους – η επενδυτική δραστηριότητα έχει σχεδόν εκλείψει. Η ζήτηση των τελικών χρηστών, όπως είπε, δεν επαρκεί για να στηρίξει τις τιμές.

Εκτίμησε επίσης ότι η υποχώρηση των τιμών κατοικιών είναι αναπόφευκτη και ότι «όλοι θα κληθούν να πληρώσουν το τίμημα». Σημείωσε ότι όταν ένα σπίτι χάνει την αξία του, όταν οι αποδόσεις των μετοχών είναι αναιμικές και οι μισθοί δεν αυξάνονται, η καταναλωτική διάθεση επηρεάζεται αρνητικά.

Αντίστοιχη άποψη διατύπωσε και ο Τζανγκ Σιαοτζίνγκ (Zhang Xiaojing), διευθυντής του Institute of Finance at the Chinese Academy of Social Sciences (Ινστιτούτου Χρηματοοικονομικών του Κινεζικού Κέντρου Κοινωνικών Επιστημών), σε πρόσφατη συνέντευξή του σε κινεζικά μέσα ενημέρωσης. Επισήμανε ότι τα νοικοκυριά της εργατικής τάξης, για τα οποία η κατοικία συχνά αντιπροσωπεύει το 60% έως 70% της συνολικής περιουσίας τους, πλήττονται ιδιαίτερα από την πτώση της αξίας των ακινήτων, σε αντίθεση με τα πιο εύπορα στρώματα που παραμένουν λιγότερο εκτεθειμένα. Για τα χαμηλότερα εισοδήματα, υπογράμμισε, η πτώση των τιμών συνιστά άμεση και απτή μείωση του οικογενειακού πλούτου.

Της Olivia Li

Με τη συμβολή του Fang Xiao

Μαζικά τεστ για τον ιό ‘τσικουνγκούνια’ στην Κίνα προκαλούν φόβους για νέα απαγόρευση κυκλοφορίας

Η εξάπλωση του ιού τσικουνγκούνια (chikungunya) στην επαρχία Γκουανγκντόνγκ της Κίνας έχει προκαλέσει ανησυχία τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και διεθνώς, καθώς οι αρχές εφαρμόζουν μέτρα που θυμίζουν εκείνα της πανδημίας COVID-19.

Σύμφωνα με τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της Κίνας, έως τις 31 Ιουλίου είχαν επιβεβαιωθεί επίσημα πάνω από 6.000 κρούσματα στην πόλη Φοσάν, με το πρώτο να εντοπίζεται στις 8 Ιουλίου. Μόνο την 1η Αυγούστου, οι τοπικές αρχές ανέφεραν 333 νέα κρούσματα.

Ο ιός τσικουνγκούνια μεταδίδεται κυρίως μέσω των κουνουπιών και τα συμπτώματά του μοιάζουν με εκείνα του δάγκειου πυρετού, περιλαμβάνοντας πυρετό, έντονους πόνους στις αρθρώσεις, μυαλγίες, πονοκέφαλο, κόπωση και εξανθήματα. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη αντιική θεραπεία, και ενώ ο θάνατος είναι σπάνιος, δεν αποκλείεται κιόλας, κυρίως σε ευάλωτες ομάδες.

Το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων της επαρχίας Γκουανγκντόνγκ ανακοίνωσε ότι επιβεβαιωμένα περιστατικά έχουν καταγραφεί σε περισσότερες από δέκα πόλεις της επαρχίας. Στις 31 Ιουλίου, η Εθνική Επιτροπή Υγείας της Κίνας εξέδωσε επείγουσα οδηγία για τη διάγνωση και θεραπεία της νόσου, τονίζοντας ότι δεν υπάρχει διαθέσιμο εμβόλιο και ότι απαιτούνται μέτρα καραντίνας για ύποπτα και επιβεβαιωμένα κρούσματα.

Στη Φοσάν, όπου καταγράφεται η μεγαλύτερη έξαρση, τέθηκε σε εφαρμογή Επίπεδο III κατάστασης έκτακτης ανάγκης για τη δημόσια υγεία από τις 29 Ιουλίου. Στην κινεζική κλίμακα, το Επίπεδο Ι αντιστοιχεί σε «εξαιρετικά σοβαρή» κατάσταση και το Επίπεδο IV σε «γενική».

Κάτοικοι της περιοχής δήλωσαν σε τοπικά μέσα ότι έλαβαν επίσημη ειδοποίηση για μαζικά τεστ PCR διάρκειας τριών ημερών (29–31 Ιουλίου), ενώ αντίστοιχη ανακοίνωση έγινε και από την επιτροπή κατοίκων στο χωριό Σαμπιάν, στην κωμόπολη Λετσόνγκ της Φοσάν.

Σε βίντεο που κυκλοφόρησαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, φαίνονται πολίτες να σχηματίζουν ουρές για τεστ, ενώ συνεργεία απολύμανσης ψεκάζουν περιοχές για την καταπολέμηση των κουνουπιών.

Επέκταση πέρα από την επαρχία Γκουανγκντόνγκ

Οι τοπικές υγειονομικές αρχές ανέφεραν ότι ο ιός είχε ήδη εξαπλωθεί στο Μακάο και στο Πεκίνο. Στην πόλη Φουζού της επαρχίας Φουτζιάν, στις 29 Ιουλίου, αναρτήθηκε ανακοίνωση που ζητούσε από όσους επέστρεφαν από τη Φοσάν να παρακολουθούν την υγεία τους για 14 ημέρες.

Το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC) εξέδωσε ταξιδιωτική οδηγία επιπέδου 2 την 1η Αυγούστου, καλώντας όσους σχεδιάζουν να ταξιδέψουν στην Κίνα να «λάβουν αυξημένες προφυλάξεις» λόγω της έξαρσης του ιού στη Φοσάν.

Υπάλληλος του Εθνικού Ιδρύματος Υγείας της Βραζιλίας πραγματοποιεί απολύμανση κατά του κουνουπιού Aedes aegypti, φορέα του δάγκειου πυρετού, του πυρετού τσικουνγκούνια και του ιού ζίκα. Γκάμα, Βραζιλία, 17 Φεβρουαρίου 2016. (Evaristo Sa/AFP/Getty Images)

 

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) εξέφρασε επίσης ανησυχίες, επισημαίνοντας ότι παρατηρούνται πρώιμα σημάδια που θυμίζουν την επιδημία του τσικουνγκούνια πριν από δύο δεκαετίες, όταν ο ιός ξεκίνησε από την Κένυα και εξαπλώθηκε στον Ινδικό Ωκεανό, τη Νότια και Νοτιοανατολική Ασία, καθώς και σε τροπικές περιοχές της Ευρώπης και της Αμερικής, προσβάλλοντας πάνω από 5 εκατομμύρια ανθρώπους.

Η γιατρός Ντιάνα Ρόχας Άλβαρεζ από τον ΠΟΥ δήλωσε ότι απαιτούνται άμεσα μέτρα πρόληψης ώστε να αποφευχθεί επανάληψη του φαινομένου, επισημαίνοντας πως δεν υπάρχει ειδική θεραπεία και πως είναι κρίσιμο οι πολίτες να προστατεύονται από τα κουνούπια.

Εκτιμήσεις ειδικών

Ο λοιμωξιολόγος Τσενγκ Γιουάν-γιου από την Ταϊβάν ανέφερε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι σε περιοχές με υψηλό πληθυσμό του κουνουπιού Aedes aegypti, ένας και μόνο φορέας του ιού μπορεί να οδηγήσει σε μόλυνση άνω των 2.400 ατόμων μέσα σε έναν μήνα. Τόνισε επίσης πως, εάν η επιδημία επιδεινωθεί, είναι πιθανό να εκδοθούν περαιτέρω ταξιδιωτικές προειδοποιήσεις, αλλά όχι απαγορεύσεις, καθώς η νόσος έχει χαμηλή θνησιμότητα και σπάνιες σοβαρές επιπλοκές.

Ο Σον Λιν, καθηγητής βιοϊατρικών επιστημών στο Feitian College και πρώην μικροβιολόγος του αμερικανικού στρατού, εξέφρασε παρόμοια άποψη, λέγοντας ότι δεν κρίνεται απαραίτητη η επιβολή καραντίνας, καθώς ο ιός δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλά μέσω κουνουπιών. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο αποτελεσματικότερος τρόπος ελέγχου είναι η εξάλειψη των κουνουπιών και η διατήρηση καλών συνθηκών υγιεινής.

Όπως επεσήμανε, η πρόσφατη έξαρση πιθανώς συνδέεται με μεταβολές στον πληθυσμό των κουνουπιών και την ικανότητά τους να μεταφέρουν τον ιό, ενώ προσέθεσε ότι οι κινεζικές Αρχές δεν έχουν ακόμα εκδώσει έγκαιρη ερευνητική ανάλυση για την κατάσταση.

Αναφερόμενος στα μαζικά τεστ, ο Λιν υποστήριξε πως δεν είναι στην πραγματικότητα δωρεάν, καθώς σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος, η καραντίνα συνοδεύεται από επιπλέον έξοδα. Όπως είπε, το βάρος αυτό το επωμίζονται εμμέσως οι πολίτες, ενώ οι φαρμακευτικές εταιρείες επωφελούνται. Εξέφρασε επίσης αμφιβολίες για την αξία των μαζικών τεστ, σημειώνοντας ότι, ελλείψει αποτελεσματικής θεραπείας, δεν υπάρχει πρακτικό όφελος από τη διάγνωση.

Ανησυχία για πιθανή απαγόρευση κυκλοφορίας

Πολλοί πολίτες στην Κίνα δημοσίευσαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εμπειρίες που τους θυμίζουν τα μέτρα κατά της επιδημίας Covid-19. Κάτοικος της Φοσάν υποστήριξε σε βίντεο ότι του απαγορεύτηκε η έξοδος από νοσοκομείο μετά από αιμοληψία. Άλλος δήλωσε ότι τέθηκε σε υποχρεωτική καραντίνα υπό 24ωρη επιτήρηση επί τέσσερις ημέρες, ενώ σε βίντεο διακρίνονται φρουροί ασφαλείας στο κέντρο καραντίνας.

Άνθρωποι κάνουν ουρά για να υποβληθούν σε τεστ Covid-19 σε ένα κέντρο PCR. Σαγκάη, 21 Σεπτεμβρίου 2022. (Aly Song/Reuters)

 

Σχόλια για «ουρές στα τεστ» θύμισαν σε πολλούς την περίοδο της πανδημίας, ενώ πολίτες αναρωτήθηκαν αν επίκειται γενική απαγόρευση κυκλοφορίας και γιατί ζητείται ξανά η χρήση μάσκας σε καθημερινή βάση.

Στις 29 Ιουλίου, οι κινεζικές Αρχές πραγματοποίησαν τηλεδιάσκεψη για τον συντονισμό των μέτρων κατά της εξάπλωσης του τσικουνγκούνια. Στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνεται εκστρατεία εξολόθρευσης των κουνουπιών. Βίντεο που κυκλοφόρησε έδειξε παρουσία ένοπλων αστυνομικών στους ψεκασμούς, γεγονός που προκάλεσε σχόλια πολιτών περί «υπερβολικής σοβαρότητας» της κατάστασης.

Με τη συμβολή των Tang Bing και Luo Ya και πληροφορίες από το Reuters

Κύμα λουκέτων στη μεταποιητική βάση της Κίνας καθώς υποχωρεί περαιτέρω ο δείκτης PMI

Σε τροχιά συρρίκνωσης παρέμεινε και τον Ιούλιο ο μεταποιητικός τομέας στην Κίνα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το Γραφείο Στατιστικής της χώρας στις 31 Ιουλίου, ενώ παράλληλα καταγράφεται αυξανόμενος αριθμός εργοστασίων που αναστέλλουν τη λειτουργία τους ή κλείνουν οριστικά, ιδίως στην ευρύτερη περιοχή του Δέλτα του Ποταμού των Μαργαριταριών.

Ο δείκτης PMI (Δείκτης Υπευθύνων Προμηθειών) για τη μεταποίηση υποχώρησε στις 49,3 μονάδες τον Ιούλιο, από 49,7 τον Ιούνιο — επίδοση χαμηλότερη και από τις προβλέψεις, που τον τοποθετούσαν στο 49,7. Τιμές κάτω του 50 υποδηλώνουν συρρίκνωση του τομέα. Ταυτόχρονα, οι νέες παραγγελίες έπεσαν στις 49,4 από 50,2, ενώ ο υποδείκτης νέων παραγγελιών εξαγωγών διαμορφώθηκε στις 47,1 από 47,7.

Πτωτική ήταν η τάση και στον μη μεταποιητικό τομέα (κατασκευές και υπηρεσίες), με τον αντίστοιχο δείκτη να υποχωρεί στο 50,1 από 50,5.

Ανεξάρτητος οικονομολόγος με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Ντέιβυ Τζ. Γουόνγκ, δήλωσε στην εφημερίδα The  Epoch Times ότι τα δεδομένα αποτυπώνουν μια συστημική εξασθένιση της κινεζικής μεταποίησης, επισημαίνοντας ότι η πτώση σε δείκτες όπως οι νέες παραγγελίες εξαγωγών μαρτυρά επιφυλακτικότητα και απαισιοδοξία στον επιχειρηματικό κόσμο. Ο ίδιος εκτίμησε ότι δεν πρόκειται για ένα απλό κυκλικό φαινόμενο, αλλά για πρόβλημα που αγγίζει το ευρύτερο αναπτυξιακό μοντέλο της κινεζικής οικονομίας.

Παρά τη συμφωνία ΗΠΑ–Κίνας για τη μείωση των δασμών στα κινεζικά προϊόντα (από 150% σε 40–50%), οι εμπορικές εντάσεις και η εσωτερική αβεβαιότητα στην Κίνα συνεχίζουν να αποθαρρύνουν τις ξένες παραγγελίες, δυσχεραίνοντας περαιτέρω τη θέση των βιομηχανικών επιχειρήσεων.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Yee Fung Sports Technology, παλιάς εταιρείας με επενδύσεις από το Χονγκ Κονγκ και έδρα στην πόλη Τανγκσιά του Ντονγκουάν. Εργαζόμενος της εταιρείας ανέφερε στην Epoch Times ότι η παραγωγή σταμάτησε πλήρως μετά από εσωτερική ανακοίνωση στις 14 Ιουλίου, και όλοι οι εργαζόμενοι, πλην λίγων που διαχειρίζονται τις διαδικασίες παύσης, απολύθηκαν. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, τα μηχανήματα είχαν ήδη μεταφερθεί και τα κλιματιστικά είχαν αφαιρεθεί.

Η Yee Fung Group, με έτος ίδρυσης το 1977, κατασκεύαζε αθλητικά κράνη και σόλες παπουτσιών. Πηγή με γνώση των εσωτερικών της εταιρείας απέδωσε το λουκέτο στην κατακόρυφη πτώση των παραγγελιών.

Σύμφωνα με πληροφορίες της εφημερίδας, σειρά επιχειρήσεων με ξένα κεφάλαια ή ιδιωτών έχουν κλείσει από την αρχή του Ιουλίου, μεταξύ των οποίων η καναδικών συμφερόντων Tianhong Technology, που ανακοίνωσε διάλυση την 1η Ιουλίου.

Στις 22 Ιουλίου, η Wuzhu Electronic Technology Co., κορυφαία εταιρεία ημιαγωγών με ετήσιο κύκλο εργασιών 1,5 δισ. γουάν (περίπου 180 εκατ. ευρώ) και περίπου 6.000 εργαζόμενους, κατέθεσε αίτηση για πτώχευση και εκκαθάριση.

Εργάτες κατασκευάζουν πλαστικά καλούπια για παιχνίδια σε ένα εργοστάσιο στο Ντονγκουάν της επαρχίας Γκουανγκντόνγκ. Κίνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2007. (Feng Li/Getty Images)

 

Η οικονομική διευθύντρια επιχείρησης με το επώνυμο Τσεν φέρεται να δήλωσε στην Epoch Times ότι ακόμη και εργοστάσια στις επαρχίες Τζιανγκσού και Τζετζιάνγκ βρίσκονται σε δεινή θέση. Όπως είπε, «δεν είναι ότι δεν θέλουν να συνεχίσουν, αλλά δεν μπορούν· δεν υπάρχει ρευστότητα, τα προϊόντα δεν πουλάνε και οι πελάτες του εξωτερικού δεν σπεύδουν πλέον να κάνουν παραγγελίες».

Η τάση δεν περιορίζεται στο Ντονγκουάν. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, στο διάστημα Ιανουαρίου–Μαΐου 2025, μόνο στην Γκουανγκζού (πρωτεύουσα της επαρχίας Γκουανγκντόνγκ), διαγράφηκαν 72.769 επιχειρήσεις, δηλαδή 482 ημερησίως κατά μέσο όρο.

Η έξαρση των λουκέτων εντείνει την ανεργία σε μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές περιοχές της Κίνας.

Ο Σουν Κούο-σιάνγκ, καθηγητής διεθνών σχέσεων και επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Nanhua της Ταϊβάν, υποστήριξε ότι οι μειωμένοι δασμοί δεν έχουν αποφέρει τη σταθεροποίηση που αναμενόταν, καθώς το πλήγμα στις εξαγωγές και στη μεταποίηση παραμένει θεμελιώδες.

Ο Γουόνγκ, από την πλευρά του, εκτίμησε ότι η εκεχειρία στον εμπορικό πόλεμο μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου συνιστά περισσότερο μια «τεχνική ανάπαυλα» στο πλαίσιο πολιτικών παζαριών, παρά ουσιαστική βελτίωση. Κατά τον ίδιο, τα τρέχοντα λουκέτα δεν οφείλονται σε νέα συναλλαγματικά σοκ, αλλά σε συνδυασμό της εσωτερικής ανισορροπίας της Κίνας με τις απαιτήσεις της διεθνούς αγοράς και στη συνεχιζόμενη μείωση ξένων παραγγελιών.

Με τη συμβολή των Luo Ya και Shen Yue