Κυριακή, 30 Νοέ, 2025

Η τεχνητή νοημοσύνη στο επίκεντρο της ψευδοεπιστήμης

Ακαδημαϊκοί και ειδικοί στην κυβερνοασφάλεια προειδοποιούν ότι ένα νέο κύμα ψευδών επιστημονικών ερευνών, που δημιουργούνται με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ/ΑΙ), περνά αθόρυβα τους ελέγχους λογοκλοπής και καταχωρείται στο επιστημονικό αρχείο. Το φαινόμενο αυτό, όπως σημειώνουν, απειλεί την αξιοπιστία της μελλοντικής επιστημονικής γνώσης, καθώς ενισχύει τη μακροχρόνια πρακτική της λεγόμενης «βιομηχανίας πλαστών μελετών».

Οι «βιομηχανίες πλαστών μελετών» — ψευδείς οργανισμοί που αποκομίζουν κέρδη από πλαστά άρθρα και εξαγορασμένη συγγραφική ιδιότητα — αποτελούν μάστιγα για τους ακαδημαϊκούς εδώ και χρόνια. Πλέον, η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος για αυτές τις πρακτικές.

Ορισμένοι ειδικοί θεωρούν ότι δεν αρκούν πλέον τα ισχυρότερα εργαλεία εντοπισμού λογοκλοπής· απαιτούνται δομικές αλλαγές στον τρόπο που αξιολογείται και δημοσιεύεται η επιστημονική εργασία.

Σύμφωνα με το Nature Portfolio, πάνω από 10.000 επιστημονικά άρθρα αποσύρθηκαν παγκοσμίως το 2023. Μελέτες που κατασκευάζονται με τη χρήση μεγάλων γλωσσικών μοντέλων (LLM) διαδίδονται σε πολλούς επιστημονικούς κλάδους και πλατφόρμες, όπως το Google Scholar, σύμφωνα με το University of Borås στη Σουηδία. Ανάλυση που δημοσιεύτηκε στο Nature Portfolio έδειξε ότι εργαλεία όπως το ChatGPT, το Gemini και το Claude μπορούν να παράγουν αξιόπιστα κείμενα έρευνας που περνούν με επιτυχία τους συνηθισμένους ελέγχους λογοκλοπής.

Τον Μάιο, ο Διομήδης Σπινέλλης, καθηγητής Πληροφορικής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, δημοσίευσε ανεξάρτητη μελέτη για περιπτώσεις ψευδούς απόδοσης στο περιοδικό Global International Journal of Innovative Research, αφού ανακάλυψε ότι το όνομά του είχε χρησιμοποιηθεί ψευδώς σε δημοσίευση.

Ο Σπινέλλης διαπίστωσε ότι μόνο πέντε από τα πενήντα τρία άρθρα που εξέτασε και τα οποία είχαν τις λιγότερες παραπομπές, εμφάνιζαν ενδείξεις ανθρώπινης συγγραφής. Οι δείκτες εντοπισμού τεχνητής νοημοσύνης επιβεβαίωσαν «υψηλές πιθανότητες» παραγωγής περιεχομένου από τεχνητή νοημοσύνη στα υπόλοιπα σαράντα οκτώ (48).

Σε άλλη έρευνα, Σουηδοί επιστήμονες εντόπισαν πάνω από 100 ύποπτα άρθρα στο Google Scholar, που θεωρούνται προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης.

Η Google δεν απάντησε σε αίτημα σχολιασμού της Epoch Times.

Ένα άτομο παρακολουθεί παράδειγμα παραποιημένο βίντεο με τεχνητή νοημοσύνη, από ερευνητές του Carnegie Mellon University, στην Ουάσιγκτον, στις 25 Ιανουαρίου 2019. (Alexandra Robinson/AFP μέσω Getty Images)

 

Οι συγγραφείς της σουηδικής μελέτης υπογράμμισαν ότι ένα από τα κύρια προβλήματα με την έρευνα που δημιουργείται από τεχνητή νοημοσύνη — είτε με ανθρώπινη βοήθεια είτε χωρίς — είναι ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για «στρατηγική παραπληροφόρηση».

Ο συγγραφέας της μελέτης Μπγιορν Έκστρομ (Björn Ekström) εξήγησε ότι ο κίνδυνος αυτού που αποκαλείται «πειρατεία αποδείξεων» αυξάνεται σημαντικά όταν οι ψευδείς έρευνες διαδίδονται μέσω μηχανών αναζήτησης. Αυτό, πρόσθεσε, μπορεί να έχει πραγματικές συνέπειες, καθώς λανθασμένα αποτελέσματα μπορούν να διαρρεύσουν στην κοινωνία και να επηρεάσουν πολλούς τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Η ομάδα του πανεπιστημίου επισήμανε ακόμη ότι, ακόμη κι αν τα ψευδή άρθρα αποσυρθούν, το πρόβλημα παραμένει, αφού η ύπαρξή τους επιβαρύνει ένα ήδη πιεσμένο σύστημα αξιολόγησης από ομότιμους.

Σοβαρές επιπτώσεις για την επιστήμη και την κοινωνία

Η Νισάνσι Σούκλα (Nishanshi Shukla), ειδικός στην ηθική της τεχνητής νοημοσύνης στο Western Governors University, δήλωσε στην Epoch Times ότι η μεγαλύτερη ζημιά από την πλημμύρα των ψευδοεπιστημονικών μελετών θα πλήξει τους τομείς που αφορούν άμεσα τους ανθρώπους.

Η Σούκλα εξήγησε ότι όταν η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται για την ανάλυση δεδομένων, η ανθρώπινη επίβλεψη είναι κρίσιμη. Όταν, όμως, ολόκληρη η έρευνα παράγεται από τεχνητή νοημοσύνη, υπάρχει κίνδυνος ομογενοποίησης της γνώσης.

Κατά τη Σούκλα, βραχυπρόθεσμα αυτό σημαίνει ότι η επιστημονική έρευνα επαναλαμβάνει τα ίδια μεθοδολογικά μοτίβα, ενσωματώνοντας τα ίδια σφάλματα και προκαταλήψεις, εξυπηρετώντας τελικά μόνο συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων. Μακροπρόθεσμα, τόνισε, αυτό οδηγεί σε έναν κυκλικό μηχανισμό παραγωγής γνώσης, χωρίς κριτική ανθρώπινη σκέψη και χωρίς νέα ανακάλυψη.

Ο Μίχαλ Πρυβάτα (Michal Prywata), συνιδρυτής της εταιρείας ερευνών τεχνητής νοημοσύνης Vertus, συμφώνησε ότι η εξάπλωση της ψευδούς επιστήμης αποτελεί σοβαρό πρόβλημα, του οποίου οι συνέπειες είναι ήδη ορατές.

Ο Πρυβάτα ανέφερε ότι αυτό που παρατηρείται σήμερα θυμίζει μια επίθεση άρνησης υπηρεσίας — οι πραγματικοί ερευνητές «πνίγονται στον θόρυβο», οι αξιολογητές υπερφορτώνονται και οι παραπομπές «μολύνονται» με ψευδείς αναφορές, γεγονός που καθιστά δυσκολότερη την αναγνώριση και επικύρωση της πραγματικής επιστημονικής προόδου.

Κατά τον Πρυβάτα, αυτό είναι το προβλέψιμο αποτέλεσμα της αντιμετώπισης της τεχνητής νοημοσύνης ως εργαλείου παραγωγικότητας, χωρίς κατανόηση του τι είναι πραγματικά η νοημοσύνη. Όπως σημείωσε, τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα δεν λειτουργούν όπως το ανθρώπινο μυαλό· είναι μηχανισμοί αντιστοίχισης προτύπων που παράγουν εύλογα κείμενα — ακριβώς αυτό που χρειάζεται μια ψεύτικη μελέτη για να φαίνεται αξιόπιστη.

Ο Νέιθαν Ουένζλερ (Nathan Wenzler), επικεφαλής ασφάλειας πληροφοριών στην εταιρεία Optiv, υποστήριξε ότι διακυβεύεται η ίδια η δημόσια εμπιστοσύνη στην επιστήμη. Επεσήμανε ότι όσο περισσότερα λανθασμένα ή ψευδή άρθρα που δημιουργούνται από τεχνητή νοημοσύνη εισέρχονται σε έγκριτα περιοδικά και επιστημονικές επιθεωρήσεις τόσο αυξάνεται η διάβρωση της εμπιστοσύνης, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

Από την πλευρά της ασφάλειας, ο Ουένζλερ προειδοποίησε ότι τα πανεπιστήμια αντιμετωπίζουν πλέον μια νέα απειλή· την κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας. Ανέφερε στην Epoch Times ότι έχουν καταγραφεί κυβερνοεπιθέσεις από κρατικούς φορείς με στόχο την υποκλοπή ερευνητικών δεδομένων, τα οποία στη συνέχεια παρουσιάζονται ως προϊόν δικής τους έρευνας.

Κατά τον Ουένζλερ, αυτή η πρακτική θα μπορούσε να έχει τεράστιες οικονομικές επιπτώσεις σε οργανισμούς που βασίζονται σε επιχορηγήσεις για τη χρηματοδότηση νόμιμων ερευνών στην τεχνολογία, την ιατρική και άλλους τομείς.

Περιέγραψε, μάλιστα, ένα πιθανό σενάριο κατά το οποίο η τεχνητή νοημοσύνη  θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να τροποποιήσει κλεμμένα δεδομένα ώστε να φαίνονται πρωτότυπα ή για να δημιουργήσει ψευδή αντίθετα δεδομένα που υπονομεύουν τα αυθεντικά ευρήματα. Τόνισε ότι το οικονομικό κόστος θα είναι τεράστιο, αλλά οι επιπτώσεις στην παγκόσμια επιστημονική πρόοδο θα είναι ανυπολόγιστες.

Ερευνητές αναπτύσσουν εμβόλιο με αναπαραγόμενο RNA σε μικροβιολογικό εργαστήριο της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον. Σηάτλ, ΗΠΑ, 10 Δεκεμβρίου 2020. (Karen Ducey/Getty Images)

 

Ο Πρυβάτα παρατήρησε ότι ένα μεγάλο μέρος του κοινού ήδη αμφισβητεί την ακαδημαϊκή κοινότητα, προσθέτοντας ότι το φαινόμενο αυτό θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο αυτή την αμφιβολία. «Οι άνθρωποι πλέον βλέπουν αποδείξεις ότι το σύστημα μπορεί να παρακαμφθεί μαζικά», προειδοποίησε, χαρακτηρίζοντας την εξέλιξη αυτή επικίνδυνη για την κοινωνία.

Η εξάπλωση των ψευδών επιστημονικών εργασιών συμβαίνει τη στιγμή που η εμπιστοσύνη του κοινού στην επιστήμη είναι μικρότερη από ό,τι πριν από την πανδημία COVID-19. Έρευνα του Pew Research Center το 2024 έδειξε ότι μόλις 26% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι πιστεύουν ότι οι επιστήμονες ενεργούν για το κοινό καλό, έναντι 87% το 2020.

Τα ποσοστά των Αμερικανών που πιστεύουν ότι επιστήμονες ενεργούν για το κοινό καλό. (Πηγή: Pew Research Center)

 

Ταυτόχρονα, σύμφωνα με μελέτη του Brookings Institution, οι Αμερικανοί εμφανίζονται ολοένα πιο δυσπιστοι απέναντι στην πρόοδο της τεχνητής νοημοσύνης, ειδικά όταν αφορά τη γλωσσολογία, την ιατρική ή ακόμη και τις προσωπικές σχέσεις.

Αναζητώντας λύσεις

Η Σούκλα εκτίμησε ότι η πλημμύρα των ψευδών ερευνών που παράγονται από τεχνητή νοημοσύνη οφείλεται εν μέρει στην ακαδημαϊκή πίεση για συνεχείς δημοσιεύσεις. Υποστήριξε ότι όταν ο αριθμός των δημοσιεύσεων και των παραπομπών καθορίζει την επαγγελματική πορεία ενός ερευνητή, η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί έναν γρήγορο και εύκολο τρόπο «επιτυχίας».

Κατά την ίδια, το πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση του φαινομένου είναι η αποδέσμευση των πανεπιστημίων από την πίεση των δημοσιεύσεων και η υιοθέτηση καλύτερων δεικτών για την αξιολόγηση της ακαδημαϊκής επιτυχίας. Επεσήμανε ακόμη τη σημασία της ενημέρωσης σχετικά με τις έρευνες που δημιουργούνται από τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και τη διατήρηση αυστηρών προτύπων διαφάνειας και αυθεντικότητας στις δημοσιεύσεις.

Το Διεθνές Επιστημονικό Συμβούλιο ανέφερε ότι η επιδίωξη των δημοσιεύσεων καθορίζει την πανεπιστημιακή κατάταξη και την επαγγελματική ανέλιξη, χαρακτηρίζοντας αυτή την «αδιάκοπη πίεση» βασικό παράγοντα αύξησης των περιπτώσεων απάτης. Όπως σημείωσε, εάν αυτό δεν αλλάξει, ολόκληρος ο ερευνητικός κόσμος κινδυνεύει να στραφεί προς χαμηλότερα επιστημονικά πρότυπα, με σημαντικές συνέπειες σε κρίσιμους τομείς όπως η ιατρική, η τεχνολογία και η κλιματική επιστήμη.

Ο Πρυβάτα προειδοποίησε ότι όταν δημοσιεύονται ψευδή δεδομένα που έχουν δημιουργηθεί από τεχνητή νοημοσύνη, στη συνέχεια μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκπαίδευση νέων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο παραπληροφόρησης.

Αίθουσα διδασκαλίας στο Πανεπιστήμιο του Τέξας. Ώστιν, ΗΠΑ, 22 Φεβρουαρίου 2024. (Brandon Bell/Getty Images)

 

Προς το παρόν, υπάρχουν ελάχιστα αντικίνητρα που να αποτρέπουν τους ακαδημαϊκούς από το να δημοσιεύουν όσο το δυνατόν περισσότερες εργασίες. Η έμφαση που δίνεται στον όγκο των δημοσιεύσεων σε πανεπιστημιακό επίπεδο συνδέεται εδώ και καιρό με την επαγγελματική ασφάλεια και την πρόσβαση σε χρηματοδοτήσεις ερευνητικών προγραμμάτων.

Κατά τον Πρυβάτα, η λύση δεν βρίσκεται σε πιο εξελιγμένα εργαλεία ανίχνευσης, τα οποία θεωρεί «αγώνα δρόμου που έχει ήδη χαθεί», αφού ήδη αναπτύσσονται εργαλεία ικανά να ξεγελούν τους ανιχνευτές τεχνητής νοημοσύνης.

Πρότεινε, αντ’ αυτού, την αναθεώρηση του συστήματος κινήτρων στην ακαδημαϊκή κοινότητα, ώστε ερευνητές και ιδρύματα να φέρουν οικονομική ευθύνη για ψευδείς δημοσιεύσεις. «Πρέπει να σταματήσει η επιβράβευση του όγκου και να στηριχθεί η ποιότητα και ο πραγματικός αντίκτυπος των εργασιών», τόνισε.

Ο Ουένζλερ από την πλευρά του υπογράμμισε ότι, παρότι η αξιολόγηση από ομοτίμους παραμένει ο «χρυσός κανόνας» για την επικύρωση της έρευνας, απαιτείται επένδυση χρόνου και τεχνολογίας από τους οργανισμούς που τη διεξάγουν. Προσέθεσε δε ότι χρειάζεται ευρύτερη συνεργασία μεταξύ ακαδημαϊκών ιδρυμάτων και κυβερνητικών φορέων για τη διασφάλιση της ακεραιότητας της έρευνας.

Ωστόσο, το ίδιο το σύστημα αξιολόγησης αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις — ο αυξανόμενος όγκος περιεχομένου και η κόπωση των αξιολογητών δυσχεραίνουν τη διαδικασία. Σύμφωνα με το Nature Portfolio, η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται πλέον και στην ίδια τη διαδικασία αξιολόγησης, γεγονός που προκαλεί περαιτέρω ανησυχίες στην επιστημονική κοινότητα.

Ο Πρυβάτα πρότεινε την καθιέρωση ζωντανής αξιολόγησης με δημοσιοποίησης της ταυτότητας των αξιολογητών, καθώς και τη θεσμοθέτηση αμειβόμενης αξιολόγησης, ώστε να πάψει να θεωρείται απλή εθελοντική εργασία.

Της Autumn Spredemann

Ο αγώνας ενός υποψηφίου για Νόμπελ κατά των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων στην Κίνα

Ο Ντέιβιντ Μάτας, κορυφαίος ερευνητής της αφαίρεσης οργάνων στην Κίνα, δεν επισκέπτεται συχνά την Αυστραλία· ωστόσο, κάθε φορά που το κάνει, βρίσκεται στο στόχαστρο ξένης παρέμβασης – από απειλές θανάτου μέχρι και πυροβολισμούς από διερχόμενο αυτοκίνητο.

Ο Καναδός δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μέλος του Τάγματος του Καναδά και υποψήφιος για το Νόμπελ Ειρήνης το 2010, ανέφερε ότι έχουν γίνει επανειλημμένες προσπάθειες να του απαγορευτεί να παρουσιάσει το έργο του στους Αυστραλούς.

Μαζί με τον αείμνηστο πρώην υπουργό της καναδικής κυβέρνησης Ντέιβιντ Κίλγκουρ, δημοσίευσε την πρώτη μεγάλη ερευνητική έκθεση σχετικά με τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ –μιας πνευματικής και διαλογιστικής άσκησης που υφίσταται εδώ και 25 χρόνια βάναυση δίωξη από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ).

Συνεχείς ανατροπές στην παρουσίαση για τη δεοντολογία των μεταμοσχεύσεων

Τον περασμένο μήνα, ο Μάτας υπέβαλε περίληψη για συμμετοχή στο ετήσιο συνέδριο της Ένωσης Νοσηλευτών Μεταμοσχεύσεων Αυστραλίας (Australian Transplant Nurses Association), το οποίο θα διεξαγόταν στο Μπρίσμπεϊν στις 23–24 Οκτωβρίου.

Η πρότασή του αρχικά εγκρίθηκε για παρουσίαση πόστερ στο περιθώριο του συνεδρίου, αλλά αργότερα αναβαθμίστηκε σε κανονική ομιλία 20 λεπτών στη βασική σκηνή. Ωστόσο, λίγο μετά, η πρόσκληση ανακλήθηκε.

Σε ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον Μάτας, η Ένωση εξήγησε ότι, για λόγους «ισότητας και δικαιοσύνης», δεν μπορούσαν να του δοθεί ξεχωριστός χρόνος, καθώς οι υπόλοιποι παρουσιαστές πόστερ δεν είχαν ανάλογη μεταχείριση.

Τελικά του ζητήθηκε να περιοριστεί στην αρχική μορφή παρουσίασης, δηλαδή να εκθέσει πόστερ με περίληψη της έρευνάς του σε ειδικό χώρο, ώστε οι συμμετέχοντες να μπορούν να συνομιλήσουν μαζί του.

Επιπλέον, του ζητήθηκε να αποστείλει το υλικό της παρουσίασής του «προς έλεγχο» πριν από την εκδήλωση, ώστε να διασφαλιστεί ότι τηρεί τις «οδηγίες ένταξης». Όταν ζήτησε να του σταλεί σύνδεσμος με τις συγκεκριμένες οδηγίες, δεν έλαβε καμία απάντηση.

Παρά ταύτα, συνέταξε το πόστερ και το απέστειλε στους διοργανωτές, ζητώντας επιβεβαίωση αν απαιτούνται αλλαγές —και πάλι χωρίς ανταπόκριση. Μόλις έφθασε στο Μπρίσμπεϊν, ενημερώθηκε τελικά ότι του επιτρεπόταν να παρουσιάσει, υπό τον όρο να μη διανείμει κανένα άλλο έντυπο ή υλικό.

Ο δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων Ντέιβιντ Μάτας μπροστά από το Κοινοβούλιο στην Καμπέρα, στην Αυστραλία, στις 28 Οκτωβρίου 2025. (Wang Nan/NTD)

 

Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο είδε η εφημερίδα The Epoch Times, ο Μάτας ανέφερε:
«Τα μόνα έντυπα που επιτρέπονται είναι αντίγραφα του πόστερ —απολύτως τίποτε άλλο. Δεν επιτρέπουμε τη χρήση του εθνικού μας συνεδρίου για πολιτικές επιδείξεις. Αυτό δεν θα γίνει ανεκτό.»

Ο Μάτας, που έχει παρουσιάσει σε πολλά συνέδρια, τόνισε ότι ουδέποτε έχει διανείμει επιπλέον υλικό ή έχει προβεί σε «πολιτική επίδειξη». Σε στρογγυλή τράπεζα στο Κοινοβούλιο στην Καμπέρα, στις 28 Οκτωβρίου, δήλωσε ότι οι προειδοποιήσεις αυτές δεν βασίζονταν στη συμπεριφορά του στο παρελθόν.

Επικοινώνησε με πέντε ακόμη παρουσιαστές για να διαπιστώσει αν είχαν δεχθεί ανάλογες απαιτήσεις ή οδηγίες για το περιεχόμενο των ομιλιών τους· όλοι απάντησαν αρνητικά. Σύμφωνα με τον ίδιο, έγινε σαφές ότι η αιτιολογία περί «ίσης μεταχείρισης» ήταν ψευδής.

«Με αντιμετώπισαν διαφορετικά», είπε. «Η απόσυρση της πρόσκλησης είχε κάποια άλλη, αδιευκρίνιστη εξήγηση.»

Η Epoch Times απευθύνθηκε στην Ένωση Νοσηλευτών Μεταμοσχεύσεων Αυστραλίας για σχόλιο, αλλά δεν έλαβε απάντηση.

Πυροβολισμοί, ακυρώσεις και απειλές θανάτου

Οι επισκέψεις του Καναδού νομικού στην Αυστραλία συνοδεύονται σχεδόν πάντα από εμπόδια. Το 2008, ήταν προγραμματισμένο να μιλήσει στο Πανεπιστήμιο Bond στο Γκολντ Κόουστ, όμως λιγότερο από μία εβδομάδα πριν από την εκδήλωση, οι διοργανωτές ενημερώθηκαν μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ότι ο χώρος δεν ήταν πλέον διαθέσιμος. Ο πρύτανης, όταν επικοινώνησαν μαζί του, απάντησε ότι η απόφαση ήταν τελική, χωρίς να σχολιάσει το περιεχόμενο της ομιλίας.

Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης —που τελικά πραγματοποιήθηκε αλλού— ένας διαδικτυακός συμμετέχων τον ρώτησε αν φοβάται τον θάνατο, κατηγορώντας τον ότι «παρεμβαίνει βάναυσα στις εσωτερικές πολιτικές του Κόμματός μας» και απειλώντας τον με εκδίκηση. Ο Μάτας είπε ότι ο άνδρας ήταν αξιωματούχος της αστυνομίας του ΚΚΚ.

Δύο χρόνια αργότερα, το 2010, πριν από προγραμματισμένη ομιλία του στο Μπρίσμπεϊν, τα γραφεία της κινεζικής έκδοσης της Epoch Times, που θα φιλοξενούσε σχετική συζήτηση, έγιναν στόχος πυροβολισμών από διερχόμενο αυτοκίνητο.

Το μπροστινό παράθυρο των γραφείων της εφημερίδας The Epoch Times στο Σάνιμπανκ του Μπρίσμπεϊν μετά την ένοπλη επίθεση από διερχόμενο όχημα. Αυστραλία, στις 28 Οκτωβρίου 2010. (The Epoch Times)

 

Το 2018, χώρος που είχε δεσμευθεί στο Πανεπιστήμιο Βικτώρια της Μελβούρνης για προβολή ντοκιμαντέρ σχετικά με τα Ινστιτούτα Κομφούκιος που ελέγχονται από το Πεκίνο, ακυρώθηκε δέκα ημέρες πριν από το γεγονός —αν και την ημέρα εκείνη ο χώρος παρέμενε κενός.

Ανάγκη διερεύνησης

Οι περιπτώσεις αυτές εντάσσονται σε ένα ευρύτερο μοτίβο που ανησυχεί τις δυτικές κυβερνήσεις: την διακρατική καταστολή που υποκινεί το ΚΚΚ, δηλαδή μια πιο επιθετική μορφή ξένης παρέμβασης, με σκοπό να επηρεάσει πολιτικά συστήματα και να ελέγξει αντιφρονούντες, θρησκευτικές ομάδες ή υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εξωτερικό.

Η πρόεδρος του Συνδέσμου Φάλουν Ντάφα Αυστραλίας, Λούσυ Τζάο, δήλωσε στο NTD TV ότι αν το ΚΚΚ μπορεί σήμερα να καταπιέζει τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ, αύριο θα μπορούσε να στοχοποιήσει οποιαδήποτε ομάδα ή άτομο θεωρεί ανεπιθύμητο. Αυτό, είπε, απειλεί τις θεμελιώδεις ελευθερίες της χώρας και κάλεσε την αυστραλιανή κυβέρνηση να λάβει άμεσα μέτρα για να σταματήσει αυτή τη διακρατική καταστολή.

Ο Μάτας επισήμανε ότι το ΚΚΚ διαθέτει ποικίλα εργαλεία για τέτοιες επιχειρήσεις —από απειλές και εκφοβισμό μέχρι παρενόχληση μέσω της κινεζικής διασποράς ή εκβιασμό συγγενών στην Κίνα. Τόνισε ότι όταν οι αρχές δεν αναγνωρίζουν τέτοιες ενέργειες ως διακρατική καταστολή, συχνά τις υποτιμούν, αγνοώντας το σύνολο των περιστατικών.

Κατά τον Μάτας, η αυστραλιανή κυβέρνηση θα έπρεπε να διεξαγάγει επίσημη έρευνα. «Η κατανόηση της έκτασης και της βλάβης που προκαλεί η διακρατική καταστολή αποτελεί το πρώτο βήμα για την αντιμετώπισή της», σημείωσε.

Ασκούμενοι του Φάλουν Ντάφα κρατούν πανό για την ενημέρωση του κοινού σχετικά με τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων και για την προσαγωγή του Τζιάνγκ Ζεμίν στη δικαιοσύνη. Μελβούρνη, Αυστραλία, στις 14 Ιουλίου 2018. (Daniel Cameron/NTD)

 

Σε απάντηση, το αυστραλιανό υπουργείο Εσωτερικών υπογράμμισε μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην Epoch Times ότι δεν σχολιάζει μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά τόνισε πως «η ξένη παρέμβαση και η κατασκοπεία απειλούν ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε στη χώρα μας —τη δημοκρατία, την κοινωνική συνοχή και την ελευθερία σκέψης και έκφρασης».

Το υπουργείο πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση και οι υπηρεσίες ασφαλείας εργάζονται αδιάκοπα για την προστασία της αυστραλιανής κοινωνίας, αναλαμβάνοντας «άμεση και κατάλληλη δράση» για την αποτροπή ξένης παρέμβασης και διώκοντας, όπου είναι δυνατό, όσους ευθύνονται.

Της Cindy Li

Με τη συμβολή του Philippe Wang

ΚΚΚ Α.Ε.: Ο μεγαλύτερος μηχανισμός ξεπλύματος χρήματος παγκοσμίως

Ο πράκτορας Μπράιαν Κλαρκ θυμάται ακόμη μια καθοριστική υπόθεση πριν από περίπου δέκα χρόνια, όταν η ομάδα της Δίωξης Ναρκωτικών των ΗΠΑ (Drug Enforcement Administration – DEA) της οποίας ηγούνταν συνέλαβε έναν Κινέζο που δραστηριοποιούνταν στο ξέπλυμα χρήματος σε αμερικανικό αεροδρόμιο, κατά τη διάρκεια ενδιάμεσης στάσης του.

Ο συγκεκριμένος συντόνιζε παραλαβές και παραδόσεις χρημάτων για το καρτέλ Σιναλόα στο Μεξικό. Οι μεξικανικές αρχές τον εντόπισαν ενώ γευμάτιζε με έναν από τους ηγέτες του καρτέλ· οι δύο συζητούσαν για μια πρόσφατη κατάσχεση μετρητών από την DEA στη Νέα Υόρκη.

Αργότερα, ο Κινέζος συνεργάστηκε με τις αρχές και αποκάλυψε λεπτομερώς τον τρόπο λειτουργίας του κυκλώματος ξεπλύματος.

Σύμφωνα με τον Κλαρκ, ειδικό πράκτορα και επικεφαλής του περιφερειακού γραφείου της DEA στο Λος Άντζελες, τα κινεζικά δίκτυα ξεπλύματος χρημάτων άρχισαν να εμφανίζονται την περίοδο 2015-2016. Μέχρι το 2019, είχαν κυριαρχήσει πλήρως στην αγορά.

Σήμερα, όπως αναφέρει η τελευταία «Εθνική έκθεση εκτίμησης κινδύνου ξεπλύματος χρήματος» του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, οι κινεζικές οργανώσεις αποτελούν πλέον «έναν από τους βασικούς παίκτες στο επαγγελματικό ξέπλυμα χρημάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες και παγκοσμίως».

Ο Κλαρκ εξήγησε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι οι κινεζικές ομάδες προσφέρουν «φθηνές, γρήγορες και σχεδόν εγγυημένες» υπηρεσίες στα καρτέλ, επιτρέποντάς τους να διατηρούν περισσότερα κεφάλαια για τη συνέχιση της διακίνησης ναρκωτικών.

Οι θάνατοι από υπερβολική δόση, κυρίως οπιοειδών, ξεπερνούν τους 100.000 ετησίως στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα με την DEA, με εξαίρεση μια μικρή μείωση πέρυσι.

Ειδικοί υποστηρίζουν ότι το κινεζικό ξέπλυμα χρημάτων αποτελεί παγκόσμια επιχείρηση που υποστηρίζεται από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) και συνιστά σοβαρή απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Εκθέσεις δεξαμενών σκέψης και διεθνών οργανισμών συνδέουν τις κινεζικές επενδύσεις στο εξωτερικό με αύξηση της παράνομης εμπορίας και της διαφθοράς.

Ο Ντέιβιντ Μ. Λούνα, εκτελεστικός διευθυντής της Διεθνούς Συμμαχίας Κατά των Παράνομων Οικονομιών και πρώην Αμερικανός διπλωμάτης, δήλωσε στην Epoch Times ότι «η Κίνα, άμεσα ή έμμεσα, αποκομίζει κέρδη από τις επιχειρήσεις ξεπλύματος που αγγίζουν την οικονομία και το χρηματοπιστωτικό της σύστημα μέσω του διεθνούς εμπορίου ή των υπόγειων τραπεζικών μηχανισμών».

Προσέθεσε δε ότι το ΚΚΚ το επιτρέπει επειδή «είναι εξαιρετικά κερδοφόρο και συμβάλλει στην επέκταση της παράνομης παγκόσμιας οικονομίας που τροφοδοτεί τη βιομηχανική και εμπορική επιρροή της Κίνας και τις γεωπολιτικές της φιλοδοξίες».

Ο πρώην ειδικός πράκτορας του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, Τζον Κασσάρα, εκτίμησε ότι τα κινεζικά δίκτυα ξεπλένουν ετησίως περίπου 2 τρισεκατομμύρια δολάρια —ποσό που αντιστοιχεί στο μισό του συνολικού παγκόσμιου ξεπλύματος χρήματος.

Παρά το μέγεθος του προβλήματος, ο Κασσάρα το θεωρεί μοναδική ευκαιρία για να εκτεθεί η εγκληματική φύση του κινεζικού καθεστώτος, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για «ένα καθαρά ηθικό ζήτημα, όχι ιδεολογικό».

Ξέπλυμα χρήματος «με κινεζικά χαρακτηριστικά»

Όταν οι κινεζικές οργανώσεις εισήλθαν δυναμικά στην αγορά το 2015–2016, προσέφεραν εξαιρετικά χαμηλές προμήθειες —σχεδόν μηδενικές— προκειμένου να εκτοπίσουν τους Λατινοαμερικανούς ανταγωνιστές τους. Ενώ η συνηθισμένη προμήθεια κυμαινόταν από 10% έως 15%, οι Κινέζοι χρέωναν κοντά στο μηδέν επί σειρά ετών.

Ακόμη και σήμερα, οι προμήθειες των Κινέζων μεσαζόντων παραμένουν χαμηλές (0%–6%), γεγονός που αυξάνει άμεσα τα κέρδη των καρτέλ, όπως επεσήμανε ο πρώην πράκτορας της DEA Ρόμπερτ Ζαχαριάσιεβιτς σε εκδήλωση της δεξαμενής σκέψης Global Financial Integrity στην Ουάσιγκτον.

Ο Κρίστοφερ Έρμπεν, επίσης πρώην πράκτορας της DEA και νυν διευθυντής της Nardello & Co., δήλωσε ενώπιον νομοθετών ότι η κυριαρχία των Κινέζων στο ξέπλυμα οδήγησε τα μεξικανικά καρτέλ σε αύξηση κερδών κατά 3% έως 5% — δηλαδή σε δισεκατομμύρια επιπλέον δολάρια ετησίως.

Σύμφωνα με έκθεση του Γραφείου Οικονομικής Ανάλυσης του υπουργείου Εμπορίου, οι Αμερικανοί ξόδεψαν 153 δισ. δολάρια για την αγορά παράνομων ναρκωτικών μόνο το 2017.

Οι Κινέζοι μεσάζοντες μπορούν να προσφέρουν τόσο χαμηλές προμήθειες επειδή αντλούν επιπλέον κέρδη από πλούσιους Κινέζους πελάτες που ζουν στην Κίνα και θέλουν να επενδύσουν σε ακίνητα στις ΗΠΑ ή να πληρώσουν δίδακτρα παιδιών τους σε αμερικανικά πανεπιστήμια.

Ωστόσο, το Πεκίνο επιβάλλει από το 2007 όριο συναλλάγματος 50.000 δολαρίων ετησίως ανά πολίτη, το οποίο έγινε ακόμη αυστηρότερο στα τέλη του 2016 —χρονική στιγμή που συνέπεσε, όπως σημειώνει ο Κλαρκ, με την άνθηση των κινεζικών δικτύων ξεπλύματος.

Υπάλληλος τράπεζας μετρά χαρτονομίσματα των 100 γουάν σε τράπεζα της Σανγκάης στις 8 Αυγούστου 2018. (Johannes Eisele/AFP μέσω Getty Images)

 

Οι πλούσιοι Κινέζοι πληρώνουν το αντίτιμο σε γουάν στην Κίνα, ενώ λαμβάνουν δολάρια που προέρχονται από τις δραστηριότητες των καρτέλ στις ΗΠΑ. Οι συναλλαγές αυτές, γνωστές ως «συναλλαγές καθρέφτης (mirror transactions)» ή «ανταλλαγές», επιτρέπουν να μη φύγουν ποτέ τα παράνομα χρήματα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθιστώντας δύσκολη την ανίχνευση του εγκλήματος σλυμφωνα με την Αμερικανική Στατιστική Υπηρεσία.

Τα γουάν που καταλήγουν στους λογαριασμούς των καρτέλ στην Κίνα χρησιμοποιούνται για την αγορά χημικών πρόδρομων ουσιών ή αγαθών που μεταφέρουν ξανά την αξία των εσόδων προς τη χώρα προέλευσης.

Επιπλέον, ψευδείς τιμολογήσεις εμπορικών συναλλαγών βοηθούν επίσης το ξέπλυμα —για παράδειγμα, μια κινεζική εταιρεία μπορεί να στείλει ηλεκτρονικά είδη αξίας 1 εκατ. δολαρίων στο Μεξικό αλλά να τιμολογήσει μόνο 10.000, επιτρέποντας στο καρτέλ να «νομιμοποιήσει» 990.000 δολάρια μέσω φαινομενικά νόμιμου κέρδους.

Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως εμπορικό ξέπλυμα, μπορεί να μετρηθεί μέσω των «κενών αξίας» στις εμπορικές στατιστικές.

Η Global Financial Integrity εκτίμησε ότι το 2018 η διαφορά αξιών μεταξύ 134 αναπτυσσόμενων και 36 ανεπτυγμένων χωρών έφτανε τα 835 δισ. δολάρια, με την Κίνα να αντιπροσωπεύει το 37% του συνόλου — σχεδόν πέντε φορές περισσότερο από τη δεύτερη χώρα, την Πολωνία.

Πολλαπλασιαστής απειλής

Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η συμβολή των κινεζικών δικτύων δεν περιορίζεται στη διακίνηση ναρκωτικών. Ο πρώην διπλωμάτης Λούνα σημείωσε ότι πολλές υπηρεσίες επιβολής νόμου τα θεωρούν «πολλαπλασιαστή απειλής», επειδή τροφοδοτούν βία, ανασφάλεια και αστάθεια σε πολλές αγορές.

Η παράνομη εμπορία και η διαφθορά αυξάνονται παράλληλα με τις επενδύσεις της Κίνας παγκοσμίως, κυρίως μέσω της Πρωτοβουλίας «Μία ζώνη, ένας δρόμος» (Belt and Road Initiative – BRI).

Έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) τον περασμένο Απρίλιο έδειξε ότι όσο μεγαλύτερη είναι η κινεζική επένδυση σε μια χώρα, τόσο περισσότερα απομιμητικά προϊόντα εξάγει. Το εμπόριο αυτών των προϊόντων, που αποτελεί κύριο υπόβαθρο για ξέπλυμα χρημάτων, ανέρχεται σε περίπου μισό τρισεκατομμύριο δολάρια ετησίως — με την Κίνα να παραμένει η κύρια πηγή.

Η BRI συνδέεται επίσης με εκτεταμένη διαφθορά. Έκθεση του 2020 από το Foundation for Defense of Democracies (Ίδρυμα για την Άμυνα των Δημοκρατιών) ανέφερε ότι οι περισσότερες επενδύσεις της Κίνας στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας στοχεύουν χώρες όπου η διαφθορά είναι ήδη βαθιά ριζωμένη.

Αντίστοιχα, το 2024, η ετήσια έκθεση της TRACE κατέταξε τα περισσότερα από τα 150 κράτη που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία ως εξαιρετικά διεφθαρμένα. Το ίδρυμα κατέληξε ότι «είναι αμφίβολο αν το Πεκίνο ή οι εταίροι του επιθυμούν πραγματικά μια πρωτοβουλία απαλλαγμένη από διαφθορά, αφού η διαφάνεια θεωρείται πολιτικά επικίνδυνη».

(Χάρτης: The Epoch Times / Πηγή: 2024 TRACE Bribery Risk Matrix and China’s official website of the Belt and Road Initiative / Δημιουργήθηκε με Datawrapper)

 

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) υπολόγισε το 2018 ότι το παγκόσμιο ξέπλυμα χρήματος αντιστοιχεί σε 2%–5% του παγκόσμιου ΑΕΠ, δηλαδή 1,6–4 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.

Ο Κασσάρα, για να εκτιμήσει το κινεζικό μερίδιο, εξέτασε τις υποκείμενες εγκληματικές δραστηριότητες και διαπίστωσε ότι η Κίνα πρωταγωνιστεί σε όλες σχεδόν —από τα απομιμητικά προϊόντα έως την εμπορία ανθρώπων και τη διαφθορά— εκτός από το ίδιο το εμπόριο ναρκωτικών, παρότι παρέχει τις χημικές ουσίες, όπως η φαιντανύλη.

Ο Κασάρα χρησιμοποιεί τον όρο «ΚΚΚ Α.Ε.» («CCP Inc.») για να υπογραμμίσει τη στήριξη που παρέχει το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) στο διακρατικό έγκλημα και για να διαχωρίσει τις κινεζικές εγκληματικές οργανώσεις από τον κινεζικό λαό.

Η αμερικανική αντεπίθεση

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν υιοθετήσει σειρά μέτρων για την αντιμετώπιση των διακρατικών εγκλημάτων που διευκολύνονται άμεσα ή έμμεσα από αυτό που αξιωματούχοι αποκαλούν «ΚΚΚ Α.Ε.».

Τον Φεβρουάριο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κήρυξε την κρίση των ναρκωτικών ως «εθνική έκτακτη ανάγκη» και επέβαλε δασμό 10% στα κινεζικά προϊόντα, συνδέοντάς τον με τον ρόλο της Κίνας στην παραγωγή πρόδρομων ουσιών για τη φαιντανύλη και στο ξέπλυμα χρημάτων για τα καρτέλ. Ο δασμός διπλασιάστηκε σε 20% τον επόμενο μήνα, παρά τις πιέσεις του Πεκίνου για άρση του.

Η υπόθεση έχει φτάσει στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο εξέτασε τις προσφυγές στις 5 Νοεμβρίου.

Παράλληλα, η κυβέρνηση Τραμπ χαρακτήρισε οκτώ λατινοαμερικανικά καρτέλ ως «ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις», ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για χρήση πόρων της άμυνας και των υπηρεσιών πληροφοριών στη μάχη κατά του εμπορίου ναρκωτικών και του ξεπλύματος χρήματος.

Το υπουργείο Δικαιοσύνης ανακοίνωσε τον Ιούλιο ότι όλα τα μέλη ενός κινεζικού κυκλώματος παραδέχθηκαν την ενοχή τους για το ξέπλυμα άνω των 92 εκατ. δολαρίων, ενώ άλλη υπόθεση, με 11 κατηγορούμενους Κινέζους που φέρονται να ξέπλυναν 50 εκατ. για το καρτέλ Σιναλόα, εκδικάζεται στο Λος Άντζελες.

Τον Αύγουστο, η Υπηρεσία Χρηματοοικονομικών Εγκλημάτων (Financial Crimes Enforcement Network – FinCEN) του υπουργείου Οικονομικών ανακοίνωσε ότι κινεζικά δίκτυα ενδέχεται να έχουν διοχετεύσει 312 δισ. δολάρια παράνομων κεφαλαίων μέσω αμερικανικών τραπεζών την περίοδο 2020–2024, εκδίδοντας σχετική οδηγία προς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για τον εντοπισμό ύποπτων συναλλαγών.

Μετανάστες σχηματίζουν ουρά για έλεγχο μετανάστευσης, ενώ μικροέμποροι προσφέρουν υπηρεσίες στα ισπανικά και στα κινεζικά, στο Λάχας Μπλάνκας του Παναμά, στις 17 Φεβρουαρίου 2024. Αμερικανοί αξιωματούχοι αναφέρουν ότι τα κινεζικά δίκτυα ξεπλύματος χρημάτων βοηθούν τα καρτέλ να διευκολύνουν την εμπορία ανθρώπων στις Ηνωμένες Πολιτείες. (Bobby Sanchez / The Epoch Times)

 

Σημάδια συναγερμού περιλαμβάνουν περιπτώσεις όπου Κινέζοι υπήκοοι ανοίγουν λογαριασμούς με ανεξήγητα υψηλά υπόλοιπα ή πραγματοποιούν αγορές ακινήτων αποκλειστικά με μετρητά.

Ο υφυπουργός για την Καταπολέμηση της Τρομοκρατίας και της Οικονομικής Πληροφόρησης, Τζον Κ. Χάρλεϋ, δήλωσε ότι «τα δίκτυα ξεπλύματος που συνδέονται με Κινέζους υπηκόους επιτρέπουν στα καρτέλ να δηλητηριάζουν Αμερικανούς με φαιντανύλη, να διακινούν ανθρώπους και να προκαλούν χάος στις κοινότητές μας». Τόνισε ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα μείνουν αδρανείς επιτρέποντας σε κακόβουλους παράγοντες να ξεπλένουν παράνομα έσοδα μέσω του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος».

Το θέμα της καταπολέμησης του ξεπλύματος ήταν στην ατζέντα των πρόσφατων εμπορικών συνομιλιών ΗΠΑ–Κίνας στη Μαδρίτη, στα μέσα Σεπτεμβρίου. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ ανέφερε ότι πρόκειται για «πεδίο πλήρους συμφωνίας» μεταξύ των δύο πλευρών, χωρίς ωστόσο να αποκαλύψει συγκεκριμένο πλαίσιο συνεργασίας.

Ο Λούνα, πρώην Αμερικανός διπλωμάτης, έχει επισημάνει τη Σύνοδο Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας–Ειρηνικού (Asia-Pacific Economic Cooperation – APEC) του 2026 ως πιθανή ευκαιρία για να λογοδοτήσει περισσότερο η Κίνα. Το Πεκίνο θα φιλοξενήσει τη σύνοδο την επόμενη χρονιά.

Πέρυσι, το κινεζικό καθεστώς τροποποίησε τον νόμο περί ξεπλύματος χρήματος ώστε να καλύπτει και μη χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, όπως μεσιτικά γραφεία ακινήτων, και όρισε επτά βασικά αδικήματα, μεταξύ των οποίων το λαθρεμπόριο και η διαφθορά. Ο νόμος τέθηκε σε ισχύ στις αρχές του τρέχοντος έτους.

Σύμφωνα με το υπουργείο Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, «επιμένουν σοβαρές αδυναμίες εφαρμογής» στις προσπάθειες του κινεζικού καθεστώτος για την καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος. Η πιο πρόσφατη αξιολόγηση για την Κίνα ανέφερε επίσης ανεπαρκή συνεργασία με τις αμερικανικές αρχές επιβολής του νόμου.

Ο Κασάρα θεωρεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να κάνουν περισσότερα και να «ονοματίσουν και να εκθέσουν την ‘ΚΚΚ Α.Ε.’». Τόνισε ότι θα ήθελε να δει την κυβέρνηση Τραμπ να συνειδητοποιεί πως «η Κίνα, η ΚΚΚ Α.Ε., είναι ευάλωτη όταν πρόκειται για το διακρατικό έγκλημα και το ξέπλυμα χρήματος».

Κατά την εκτίμησή του, αν η Ουάσιγκτον εστιάσει πραγματικά σε αυτόν τον τομέα, «η προσπάθεια θα είναι εξαιρετικά αποτελεσματική — και απολύτως αναγκαία».

ΗΠΑ: Σημαντικές νίκες των Δημοκρατικών – Πέντε συμπεράσματα από την Ημέρα Εκλογών του 2025

Οι Δημοκρατικοί σημείωσαν σειρά νικών σε πολιτείες που πρόσκεινται παραδοσιακά στο κόμμα τους, σε μια χρονιά εκλογών εκτός κύκλου, που σημαδεύτηκε από το κυβερνητικό κλείσιμο, μια έντονη δημαρχιακή αναμέτρηση και αμφιλεγόμενες ανακατατάξεις εκλογικών περιφερειών.

Το σημαντικότερο γεγονός ήταν η ιστορική προσέλευση ψηφοφόρων που οδήγησε τον προοδευτικό Δημοκρατικό Ζόχραν Μαμντάνι, σχετικά νέο στην πολιτική σκηνή, στο δημαρχιακό αξίωμα της Νέας Υόρκης. Ο Μαμντάνι επικράτησε του πρώην κυβερνήτη της Νέας Υόρκης, Άντριου Κουόμο, ο οποίος είχε κατέβει ως ανεξάρτητος.

Οι Δημοκρατικοί επικρατούν με μεγάλα ποσοστά

Στις εκλογές για τους κυβερνήτες της Βιρτζίνια και του Νιου Τζέρσεϋ, οι Δημοκρατικές υποψήφιες Άμπιγκεϊλ Σπάνμπεργκερ και Μάικι Σέρριλ αντίστοιχα εξασφάλισαν άνετες νίκες με διψήφιες διαφορές.

Οι Ρεπουμπλικανοί είχαν επιδιώξει να μειώσουν τις προσδοκίες νωρίτερα μέσα στην ημέρα. Ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Μάικ Τζόνσον (R-La.), φέρεται να δήλωσε ότι δεν θα αποτελούσε μεγάλη έκπληξη αν οι Δημοκρατικοί, «οι ριζοσπάστες», κέρδιζαν ορισμένες Πολιτείες στις εκλογές αυτές.

Ο γερουσιαστής Τόμμυ Τούμπερβιλ (R-Ala.) υποστήριξε ότι πρόκειται ουσιαστικά για «μπλε Πολιτείες» και διαφώνησε με την άποψη πως το αποτέλεσμα αποτελεί ψήφο εμπιστοσύνης ή αποδοκιμασίας για τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ.

Η υποψήφια των Δημοκρατικών για το Νιου Τζέρσεϋ και μέλος του Κογκρέσου, Μάικι Σέρριλ (D–N.J.), προσέρχεται για να ψηφίσει στο Μονκλαίρ. Νιου Τζέρσεϋ, 4 Νοεμβρίου 2025. (Eduardo Munoz Alvarez/Getty Images)

 

Ο δημοσκόπος Τζέιμς Λι, πρόεδρος της εταιρείας Susquehanna Polling and Research, επεσήμανε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι διαφορές άνω των δέκα ποσοστιαίων μονάδων θεωρούνται «σαρωτικές νίκες», προσθέτοντας ότι παρότι πρόκειται για Δημοκρατικές πολιτείες, στο παρελθόν έχουν εκλέξει και Ρεπουμπλικανούς σε κρατικά αξιώματα.

Ο Ααρών Ντούσο, επικεφαλής του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Ιντιάνα στην Ιντιανάπολη, σχολίασε στην Epoch Times ότι τα αποτελέσματα δεν προκαλούν έκπληξη, καθώς στις συγκεκριμένες πολιτείες οι Δημοκρατικοί συνήθως κερδίζουν όταν αναμένεται να κερδίσουν. Υπογράμμισε, επίσης, πως τα εκλογικά αποτελέσματα επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τη στάση των ψηφοφόρων απέναντι στον εκάστοτε πρόεδρο, υπενθυμίζοντας ότι η δημοτικότητα του Τραμπ παραμένει γύρω στο 45% τις τελευταίες εβδομάδες.

Ανήσυχοι οι ψηφοφόροι για το κόστος ζωής

Με τις τιμές να συνεχίζουν να αυξάνονται και τον πληθωρισμό να επιμένει, πολλοί ψηφοφόροι εξέφρασαν απογοήτευση για το αυξανόμενο κόστος και τη φορολογική επιβάρυνση.

Ο Μαμντάνι, που αυτοπροσδιορίζεται ως δημοκρατικός σοσιαλιστής, έθεσε το ζήτημα της προσιτότητας και του κόστους ζωής στο επίκεντρο της εκστρατείας του στη Νέα Υόρκη.

Στη Βιρτζίνια, αρκετοί ψηφοφόροι δήλωσαν στην Epoch Times ότι η οικονομική επιβάρυνση ήταν το βασικό τους μέλημα. Η ψηφοφόρος Ώτομ Λώσον, που υποστήριξε Δημοκρατικούς υποψηφίους σε όλα τα επίπεδα, ανέφερε πως θα ήθελε να σταματήσει η «υπερφορολόγηση» της Πολιτείας, καθώς οι κάτοικοι επιβαρύνονται με υψηλούς φόρους σε τρόφιμα και οχήματα, φθάνοντας – όπως είπε – στο σημείο να «φορολογούνται διπλά».

Άλλη ψηφοφόρος, η Σιόμπαν, εξέφρασε προτίμηση στον φόρο εισοδήματος έναντι του φόρου πωλήσεων, ενώ ο Μαρτσέλο Λορέντζο, εργαζόμενος στη βιομηχανία παραγωγής ενέργειας, δήλωσε πως τον ανησυχεί η αυξανόμενη εξάπλωση των κέντρων δεδομένων, εκφράζοντας τον φόβο ότι η τεχνολογική πρόοδος εξελίσσεται ταχύτερα από την ικανότητα ελέγχου της.

Ιστορική συμμετοχή στη Νέα Υόρκη

Η Νέα Υόρκη κατέγραψε ιστορική συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές, με τον Μαμντάνι να εξασφαλίζει πάνω από το 50% των ψήφων.

Λίγες ώρες πριν κλείσουν οι κάλπες, η Εκλογική Επιτροπή της πόλης ανακοίνωσε μέσω κοινωνικών δικτύων ότι η προσέλευση είχε ήδη ξεπεράσει το 1,75 εκατομμύριο ψηφοφόρους – το υψηλότερο ποσοστό συμμετοχής από το 1993.

Ο νεοεκλεγείς δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Ζόχραν Μαμντάνι, μιλά στο θέατρο Μπρούκλιν Παράμαουντ, στις 4 Νοεμβρίου 2025. (Adhiraj Chakrabarti /The Epoch Times)

 

Λίγο πριν τις 21:00 (τοπική ώρα), ανακοινώθηκε ότι για πρώτη φορά από το 1969 οι Νεοϋορκέζοι είχαν ρίξει πάνω από 2 εκατομμύρια ψηφοδέλτια. Ο δημοσκόπος Τζέιμς Λη σχολίασε ότι κυρίως αυτό είναι που δείχνει τον «πραγματικό ενθουσιασμό» για τον Μαμντάνι.

Η συμμετοχή στις δημαρχιακές εκλογές της Νέας Υόρκης ξεπερνούσε τα 2 εκατομμύρια ψηφοφόρους από τη δεκαετία του 1930 έως και τη δεκαετία του 1960, αλλά έκτοτε μειώθηκε. Το 2001, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, η συμμετοχή είχε φθάσει τα 1,5 εκατομμύριο ψηφοδέλτια.

Νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες για ψηφοφορία και οπλοκατοχή

Ψηφοφόροι σε αρκετές Πολιτείες ενέκριναν μέτρα σχετικά με την ψηφοφορία, τα όπλα και την ανακατανομή εκλογικών περιφερειών.

Στο Τέξας εγκρίθηκε η Πρόταση 15, που τροποποιεί το Σύνταγμα της Πολιτείας για να κατοχυρώσει το δικαίωμα των γονέων να λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με την ανατροφή, τη φροντίδα και την προστασία των παιδιών τους. Παράλληλα, εγκρίθηκε μέτρο που απαγορεύει σε μη πολίτες να ψηφίζουν σε εκλογές της πολιτείας, περιλαμβανομένων των τοπικών, διευρύνοντας τον ισχύοντα νόμο του 1996.

Στο Μέιν, οι ψηφοφόροι απέρριψαν πρόταση που θα απαιτούσε ταυτότητα ψηφοφόρου, αλλά ενέκριναν το Ερώτημα 2, που επιτρέπει στα δικαστήρια να απαγορεύουν προσωρινά την κατοχή επικίνδυνων όπλων σε άτομα που θεωρούνται απειλή για τον εαυτό τους ή για άλλους.

Στο Κολοράντο εγκρίθηκε μέτρο που περιορίζει ορισμένες φοροαπαλλαγές για τη χρηματοδότηση του προγράμματος Healthy School Meals for All, το οποίο ενισχύει τα σχολικά γεύματα μέσω του συστήματος SNAP.

Προς το τέλος του κυβερνητικού κλεισίματος

Μετά τις εκλογές, Ρεπουμπλικανοί ηγέτες εκφράζουν την πεποίθηση ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα επαναλειτουργήσει σύντομα.

Ο ηγέτης της πλειοψηφίας στη Γερουσία, Τζον Θουν (R-S.D.), δήλωσε ότι ελπίζει η εβδομάδα αυτή να φέρει τη λήξη του αδιεξόδου. Οι Δημοκρατικοί υποστηρίζουν ότι το κλείσιμο της κυβέρνησης σχετίζεται με την ανάγκη διασφάλισης προσιτής υγειονομικής περίθαλψης για όλους τους Αμερικανούς, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί επιμένουν ότι ο πραγματικός στόχος των Δημοκρατικών είναι να αντιταχθούν δημοσίως στην κυβέρνηση Τραμπ.

Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας, Τομ Έμμερ (R-Minn.), δήλωσε ότι ελπίζει πως, μετά τα εκλογικά αποτελέσματα, οι Δημοκρατικοί δεν θα αισθάνονται την ανάγκη να κρατήσουν σκληρή στάση για να ικανοποιήσουν την αριστερή πτέρυγα του κόμματός τους.

Ο πολιτικός αναλυτής Χένρυ Όλσεν συμφώνησε, λέγοντας ότι οι Δημοκρατικοί «δεν χρειάζονται πλέον αυτό το ζήτημα για να κινητοποιήσουν τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους ενάντια στον Τραμπ». Ο γερουσιαστής Μαρκ Κέλλυ (D-Ariz.) εξέφρασε αισιοδοξία για σύντομη επίλυση, ενώ ο συνάδελφός του Γκάρυ Πήτερς (D-Mich.) ανέφερε ότι οι διαπραγματεύσεις έχουν επιταχυνθεί. Ο γερουσιαστής Μάικ Ράουντς (R-S.D.), που συμμετέχει σε διακομματικές συνομιλίες, παραδέχθηκε ότι υπάρχει «ελπίδα και φήμες» για επικείμενη συμφωνία, αλλά υπογράμμισε ότι το αν πράγματι θα επιτευχθεί μένει να φανεί.

Η ανακατανομή εδρών στην Καλιφόρνια θα επηρεάσει τις εκλογές του 2026

Οι ψηφοφόροι της Καλιφόρνιας ενέκριναν την Πρόταση 50, η οποία προβλέπει προσωρινή ανακατανομή των εκλογικών περιφερειών υπέρ των Δημοκρατικών εν όψει των εκλογών του 2026, προσθέτοντας ενδεχομένως πέντε έδρες στο κόμμα.

Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να εξισορροπήσει τη Ρεπουμπλικανική ενίσχυση σε τέσσερις άλλες πολιτείες – Οχάιο, Βόρεια Καρολίνα, Μιζούρι και Τέξας – που συνολικά έχουν αποφέρει εννέα νέες έδρες στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Η νομοθεσία στην Ιντιάνα αναμένεται να εξετάσει πιθανή νέα ανακατανομή μέσα στον μήνα, που θα μπορούσε να προσθέσει ακόμη μία ρεπουμπλικανική έδρα.

Πινακίδα που προωθεί την Πρόταση 50 στο Ίνγκλγουντ της Καλιφόρνια. ΗΠΑ, 1η Νοεμβρίου 2025. (John Fredricks / The Epoch Times)

 

Ο αναλυτής Χένρυ Όλσεν επεσήμανε ότι η δημοτικότητα του εν ενεργεία προέδρου αποτελεί τον πιο καθοριστικό παράγοντα στις εκλογές εκτός κύκλου, ωστόσο η Πρόταση 50 θα μπορούσε να «βελτιώσει θεαματικά τις πιθανότητες των Δημοκρατικών». Ο Ααρών Ντούσο εκτίμησε ότι αν οι οικονομικές συνθήκες παραμείνουν σταθερές, οι Δημοκρατικοί αναμένεται να αποδώσουν καλά στις ενδιάμεσες εκλογές, με πιθανό κέρδος έως και 15 έδρες – ακόμη κι αν χάσουν πέντε λόγω της ανακατανομής, μπορούν να διατηρήσουν καθαρό προβάδισμα δέκα εδρών.

Των Lawrence Wilson και Jacob Burg

Με τη συμβολή των Joseph Lord, Jackson Richman, Arjun Singh και Nathan Worcester

Αναθεωρώντας τις εδραιωμένες αντιλήψεις και θεραπείες για την κατάθλιψη

Για δεκαετίες, λεγόταν στους ανθρώπους ότι η θλίψη τους οφείλεται σε μια «χημική ανισορροπία» – ένα διορθώσιμο σφάλμα, όπως η έλλειψη ινσουλίνης στους ανθρώπους με διαβήτη τύπου 1.

Η θεωρία της «χημικής ανισορροπίας» διαμόρφωσε την κυρίαρχη προσέγγιση στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης, οδηγώντας σε μαζικές συνταγογραφήσεις αντικαταθλιπτικών. Ωστόσο, ο ψυχίατρος και πρώην ιατρικός λειτουργός της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ, Δρ Τζόσεφ Βιτ-Ντέρρινγκ (Dr. Josef Witt-Doerring) υποστηρίζει ότι η εν λόγω θεωρία, η οποία έγινε δημοφιλής τη δεκαετία του 1950, ποτέ δεν αποδείχθηκε επιστημονικά και στερείται ουσιαστικής τεκμηρίωσης.

Σε πρόσφατο επεισόδιο της εκπομπής American Thought Leaders, ο Δρ Βιτ-Ντέρρινγκ δήλωσε στον παρουσιαστή Γιαν Γεκιέλεκ ότι η εμμονή στη θεωρία της χημικής ανισορροπίας οδηγεί σε υπερσυνταγογράφηση, συχνά με χειρότερα – όχι καλύτερα – αποτελέσματα για τους ασθενείς, και ότι ο τρόπος συνταγογράφησης των αντικαταθλιπτικών χρειάζεται ριζική αναθεώρηση.

Η προέλευση της θεωρίας της χημικής ανισορροπίας

Η θεωρία της χημικής ανισορροπίας γεννήθηκε όταν οι γιατροί παρατήρησαν ότι ένα φάρμακο κατά της φυματίωσης, η ιπρονιαζίδη, φαινόταν να δίνει ενέργεια και να βελτιώνει τη διάθεση των ασθενών. Οι ψυχίατροι δοκίμασαν το φάρμακο και σε άτομα με κατάθλιψη, διαπιστώνοντας παρόμοια βελτίωση.

Η ιπρονιαζίδη παρεμπόδιζε τη διάσπαση των νευροδιαβιβαστών – χημικών ουσιών όπως η σεροτονίνη, η νοραδρεναλίνη και η ντοπαμίνη – αυξάνοντας έτσι τα επίπεδά τους στον εγκέφαλο. Οι ερευνητές υπέθεσαν, βάσει αυτής της παρατήρησης, ότι η κατάθλιψη προκαλείται από έλλειψη αυτών των χημικών.

Η ιδέα αυτή έφερε επανάσταση στην ψυχιατρική, παρέχοντας μια βιολογική εξήγηση για τον συναισθηματικό πόνο και ανοίγοντας τον δρόμο για τη μαζική χρήση αντικαταθλιπτικών. Για δεκαετίες, η θεωρία αυτή κυριάρχησε τόσο στην ιατρική πρακτική όσο και στην κοινή αντίληψη.

Ωστόσο, αν και άρχισε να θεωρείται επιστημονικό δεδομένο, τίθεται τώρα υπό αμφισβήτηση, καθώς νεότερα ευρήματα αμφισβητούν την προσέγγιση της χημικής ανισορροπίας, σύμφωνα με τον Δρα Βιτ-Ντέρρινγκ.

Μια συστηματική ανασκόπηση του 2022, που δημοσιεύτηκε στο Molecular Psychiatry, δεν βρήκε συνεπή στοιχεία που να συνδέουν χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης με την κατάθλιψη. Επιρόσθετες μελέτες δεν κατάφεραν να εντοπίσουν αξιόπιστες διαφορές στα επίπεδα νευροδιαβιβαστών ανάμεσα σε άτομα με και χωρίς κατάθλιψη.

Ο Δρ Βιτ-Ντέρρινγκ υπογράμμισε ότι «δεν υπάρχει τρόπος να διακριθούν οι καταθλιπτικοί ασθενείς από όσους δεν είναι καταθλιπτικοί χρησιμοποιώντας αντικειμενικούς δείκτες». Γι’ αυτό, όπως είπε, οι ψυχίατροι δεν κάνουν αιματολογικές εξετάσεις ή εγκεφαλικές απεικονίσεις, αλλά βασίζονται ουσιαστικά σε ερωτηματολόγια και λίστες συμπτωμάτων.

Τι ακριβώς κάνουν τα αντικαταθλιπτικά

Σύμφωνα με τον Δρα Βιτ-Ντέρρινγκ, τα αντικαταθλιπτικά δεν διορθώνουν κάποια βλάβη, αλλά προκαλούν ένα προβλέψιμο φαρμακολογικό αποτέλεσμα. Για την πιο κοινή κατηγορία – τους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) – το αποτέλεσμα αυτό συχνά είναι η συναισθηματική απονέκρωση ή μούδιασμα.

Οι SSRIs αυξάνουν την ποσότητα της σεροτονίνης στον εγκέφαλο, μιας ουσίας που ρυθμίζει τη διάθεση και τα συναισθήματα. Κανονικά, αφού η σεροτονίνη «παραδώσει το μήνυμα» της, επαναπροσλαμβάνεται από το κύτταρο που την απελευθέρωσε. Οι SSRIs επιβραδύνουν αυτή τη διαδικασία, αφήνοντας περισσότερη σεροτονίνη ενεργή για λίγο περισσότερο.

Αυτό μπορεί να εξομαλύνει τη διάθεση και να μειώσει το άγχος ή τη θλίψη, αλλά μπορεί επίσης να προκαλέσει επίπεδη συναισθηματική απόκριση, μειώνοντας τόσο τη χαρά όσο και τη στενοχώρια.

Για ορισμένους ασθενείς, αυτή η συναισθηματική σταθερότητα είναι θεραπευτική· σε άλλους, όμως, εμποδίζει την επεξεργασία βαθύτερων συναισθηματικών θεμάτων, αφήνοντας την αιτία άθικτη.

Ο Δρ Βιτ-Ντέρρινγκ εξήγησε ότι όταν κάποιος βιώνει έντονο άγχος και λαμβάνει ένα φάρμακο που το «μουδιάζει», νιώθει προσωρινή ανακούφιση. Σε περιπτώσεις αυτοκτονικών σκέψεων, το φάρμακο μπορεί να σώσει τη ζωή του ασθενούς.

Οι κρυφοί κίνδυνοι της μακροχρόνιας χρήσης

Η ανακούφιση που προσφέρουν τα αντικαταθλιπτικά μπορεί να έχει κόστος. Με την πάροδο του χρόνου, ο οργανισμός προσαρμόζεται στο φάρμακο, με αποτέλεσμα τη μείωση της αποτελεσματικότητάς του.

Ο Δρ Βιτ-Ντέρρινγκ εξήγησε ότι οι ασθενείς συχνά «αναπτύσσουν αντοχή», με αποτέλεσμα να χρειάζονται αυξημένες δόσεις, μέχρι που φτάνουν στο μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο – χωρίς ουσιαστική βελτίωση.

Για να αντισταθμιστεί αυτό, προστίθενται και άλλα φάρμακα – σταθεροποιητές διάθεσης, υπνωτικά – μια πρακτική γνωστή ως πολυφαρμακία. Όμως η συσσώρευση φαρμάκων καλύπτει τα προβλήματα χωρίς να τα λύνει, είπε ο γιατρός, σημειώνοντας ότι έτσι εξηγείται γιατί «πολλοί άνθρωποι λαμβάνουν τέσσερα, πέντε ή έξι φάρμακα ταυτόχρονα».

Η αυξημένη δοσολογία ή ο συνδυασμός φαρμάκων μπορεί να οδηγήσει σε παρενέργειες, όπως διέγερση, παρορμητικότητα ή, σπανίως – ιδίως σε νέους – επιδείνωση αυτοκτονικών σκέψεων. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος σε άτομα κάτω των 25 ετών, γι’ αυτό και τα αντικαταθλιπτικά φέρουν προειδοποίηση του FDA για αυτοκτονικό ιδεασμό.

Στο μεταξύ, τα πραγματικά προβλήματα της ζωής – δύσκολες σχέσεις, επαγγελματικό στρες, ανεπίλυτα τραύματα – παραμένουν ανέγγιχτα.

Οι κίνδυνοι του συνδρόμου στέρησης

Πολλοί αποφασίζουν κάποια στιγμή να σταματήσουν τα αντικαταθλιπτικά, επειδή νιώθουν καλύτερα ή θέλουν να αποφύγουν παρενέργειες. Ωστόσο, η διακοπή μπορεί να είναι δύσκολη – πολλοί βιώνουν συμπτώματα στέρησης, όπως μεταπτώσεις διάθεσης, ζάλη ή ηλεκτρικά «τινάγματα» στον εγκέφαλο.

Έρευνες δείχνουν ότι σχεδόν ένας στους τέσσερις μακροχρόνιους χρήστες αντικαταθλιπτικών παρουσιάζει συμπτώματα στέρησης που διαρκούν πάνω από τρεις μήνες. Ο Δρ Βιτ-Ντέρρινγκ εκτιμά ότι 5-10% των ανθρώπων χρειάζονται ιατρική υποστήριξη για να σταματήσουν με ασφάλεια.

Ανέφερε την περίπτωση του φοιτητή και αθλητή Μπράισον Μπερκς [Bryson Burks], ο οποίος είχε λάβει τρία αντικαταθλιπτικά για πόνο ύστερα από τραυματισμό, παρότι δεν έπασχε από κατάθλιψη.

Ο Μπερκς – γνωστός για την ηγετική του προσωπικότητα, τη γενναιοδωρία και τις φιλοδοξίες του – φαινόταν πιο χαρούμενος και δυνατός μετά την ανάρρωσή του από τον τραυματισμό, σύμφωνα με τη μητέρα του. Ωστόσο, όταν του ζητήθηκε να μειώσει σταδιακά τα φάρμακά του, αφαιρώντας ένα χάπι κάθε εβδομάδα, παρουσίασε αιφνίδιες και ακραίες μεταπτώσεις διάθεσης, με αποτέλεσμα την αυτοκτονία του την τέταρτη εβδομάδα, λίγο πριν τα εικοστά του γενέθλια. Η μητέρα του, έκτοτε, μιλά δημόσια για τους κινδύνους που ενέχει η απότομη ή ανεπαρκώς παρακολουθούμενη διακοπή ψυχιατρικών φαρμάκων.

Ο Δρ Βιτ-Ντέρρινγκ επεσήμανε επίσης ότι, σε σπάνιες αλλά σοβαρές περιπτώσεις, αιφνίδιες αλλαγές στη φαρμακευτική αγωγή έχουν συνδεθεί με έντονη διέγερση ή μανιακή συμπεριφορά. Μερικές γνωστές τραγωδίες έχουν οδηγήσει τους ειδικούς να αναρωτηθούν εάν απότομες μεταβολές στη φαρμακευτική αγωγή ενδέχεται να διαδραματίζουν κάποιον ρόλο σε αυτό.

Μετά από ένοπλη επίθεση σε κινηματογράφο του Κολοράντο το 2012, εντοπίστηκε ότι ο δράστης είχε αλλάξει δόση αντικαταθλιπτικού λίγο πριν το συμβάν. Αν και το δικαστήριο δεν θεώρησε τη φαρμακευτική αλλαγή ως αιτία της βίας, η υπόθεση ανέδειξε την ανάγκη προσεκτικής παρακολούθησης κάθε βήματος προσαρμογής στη θεραπεία.

Ο Δρ Βιτ-Ντέρρινγκ τόνισε ότι οι περισσότεροι ασθενείς μπορούν να διακόψουν τα φάρμακα με προσωρινή δυσφορία, αλλά μια μικρή μερίδα υποφέρει από σοβαρά, μακροχρόνια συμπτώματα – όπως αϋπνία, εμβοές, νευρική υπερευαισθησία – που μπορεί να διαρκέσουν μήνες ή και χρόνια.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα συμπτώματα συχνά παρερμηνεύονται ως υποτροπή της κατάθλιψης, και οι ασθενείς ξαναρχίζουν τη φαρμακευτική αγωγή, πιστεύοντας ότι δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτήν.

Ο Δρ Βιτ-Ντέρρινγκ αποκαλεί την παρατεταμένη αυτή κατάσταση «επίμονη στέρηση» και τη συγκρίνει με διάσειση, λέγοντας ότι μπορεί να χρειαστούν έως και δύο χρόνια για να ανακάμψει πλήρως το νευρικό σύστημα.

Εμπνευσμένος από τέτοιες περιπτώσεις, ο Δρ Βιτ-Ντέρρινγκ δημιούργησε κλινική απεξάρτησης από αντικαταθλιπτικά, όπου βοηθά ασθενείς να διακόψουν τη φαρμακευτική αγωγή με σταδιακή μείωση και υπό στενή παρακολούθηση. Συμβουλεύει όσους σκέφτονται να σταματήσουν τα φάρμακα να το κάνουν πολύ σταδιακά, υπό ιατρική καθοδήγηση, δίνοντας στον εγκέφαλο τον απαραίτητο χρόνο για να προσαρμοστεί.

Επανεξέταση της θεραπείας

Σήμερα, τα περισσότερα ψυχιατρικά φάρμακα συνταγογραφούνται από παθολόγους, γυναικολόγους ή άλλους γιατρούς πρώτης γραμμής, που εργάζονται υπό πίεση χρόνου. Το σύστημα δίνει προτεραιότητα στις γρήγορες λύσεις αντί στην ολιστική θεραπεία.

Ο Δρ Βιτ-Ντέρρινγκ οραματίζεται ένα διαφορετικό μοντέλο: μια πρωτοβάθμια φροντίδα με έμφαση στις πραγματικές αιτίες: στις σχέσεις, στο νόημα της ζωής, στη σωματική υγεία και στη χρήση ουσιών.

Όπως είπε, θα έπρεπε οι γιατροί να παρέχουν ομαδική καθοδήγηση και εκπαίδευση στους ασθενείς γύρω από αυτούς τους τέσσερις πυλώνες, δίνοντάς τους τα εργαλεία να αντιμετωπίσουν τη ρίζα του προβλήματος.

Αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, θα μείωνε την πίεση για συνταγογράφηση και θα πρόσφερε στους ανθρώπους «πραγματικά μέσα για να βελτιώσουν τη ζωή τους».

Της Cara Michelle Miller

Η εκστρατεία του Πεκίνου κατά του Shen Yun και η ελληνική της διάσταση

Σε πρόσφατη συνέντευξη στην εκπομπή American Thought Leaders, οι δικηγόροι Τζάστιν Μπάττερφηλντ [Justin Butterfield] και Ληθ Πάττερσον [Leath Patterson] ισχυρίστηκαν ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) διεξάγει συστηματικά «νομικό πόλεμο» (lawfare) εναντίον της εταιρείας Παραστατικών Τεχνών Shen Yun (Shen Yun Performing Arts) και εν γένει εναντίον των ασκουμένων του Φάλουν Γκoνγκ. Οι ισχυρισμοί αυτοί αποκτούν πρακτικό έρεισμα σε σειρά υποθέσεων και ποινικών διώξεων στις ΗΠΑ, που σύμφωνα με αξιωματούχους του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης, αποκαλύπτουν προσπάθειες διείσδυσης και επιρροής σε αμερικανικούς θεσμούς.

Οι Μπάττερφηλντ και Πάττερσον, νομικοί σύμβουλοι που έχουν υπερασπιστεί το Shen Yun [Σεν Γιουν] και έχουν ειδίκευση σε θέματα θρησκευτικής ελευθερίας, περιέγραψαν μπροστά στην κάμερα πώς επιχειρεί το Πεκίνο, με ποικίλες τακτικές, να μεταφέρει στο εξωτερικό την καταστολή που διεξάγει σε εθνικό επίπεδο, επιχειρώντας να χρησιμοποιήσει το αμερικανικό νομικό και πολιτικό σύστημα ως εργαλείο πίεσης, χειραγωγώντας την κοινή γνώμη και στοχοποιώντας θρησκευτικές οργανώσεις που αποκαλύπτουν τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στόχος, σύμφωνα με τους ίδιους, είναι τόσο η ηθική και οικονομική εξαντλητική πίεση (litigation as weαpon) όσο και η δημιουργία αρνητικής διάθεσης στην κοινή γνώμη μέσω πληρωμένων ή ελεγχόμενων «συνεργατών». «Το ΚΚΚ πιστεύει ότι μπορεί να κάνει στο εξωτερικό ό,τι κάνει στο εσωτερικό», σχολίασε ο Μπάττερφηλντ.

Ο Πάττερσον σημείωσε: «Δυσφήμηση όσων αποκαλύπτουν τα εγκλήματά του, το ΚΚΚ δικαιολογεί τη δίωξη θρησκευτικών μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομένου του Φάλουν Γκονγκ. Είναι μια συντονισμένη εκστρατεία επιρροής [που κοστίζει] δισεκατομμύρια».

«Εάν μια τέτοια διείσδυση παραμείνει ανεξέλεγκτη θα μπορούσε να υπονομεύσει την ίδια τη βάση της νομικής και ηθικής τάξης της Αμερικής – την ελευθερία της συνείδησης πάνω στην οποία χτίστηκε αυτή η χώρα», προειδοποίησε ο Πάτερσον.

Τι είναι το Shen Yun και γιατί βάλλεται από το Πεκίνο

The Media’s Shen Yun Blind Spot
Χoρεύτριες του Shen Yun επί σκηνής. (Ευγενική παραχώρηση του Shen Yun Performing Arts)

 

Η εταιρεία Παραστατικών Τεχνών Shen Yun ιδρύθηκε το 2006 στη Νέα Υόρκη από Kινέζους καλλιτέχνες της διασποράς, που επιθυμούσαν την αναβίωση του παραδοσιακού κινεζικού πολιτισμού, ο οποίος έχει σχεδόν εξαλειφθεί από το κινεζικό κομμουνιστικό καθεστώς, μετά από μια πορεία 5.000 ετών.

Οι παραστάσεις του συνδυάζουν κλασικό κινεζικό χορό, συμφωνική μουσική, παραδοσιακές στολές και ψηφιακά σκηνικά υψηλής τεχνολογίας.Εκτός από μύθους και θρύλους της αρχαίας Κίνας, το Shen Yun παρουσιάζει και σύγχρονες ιστορίες, μεταξύ των οποίων ορισμένες που αποκαλύπτουν τη δίωξη που υφίστανται στην Κίνα οι ασκούμενοι του Φάλουν Γκoνγκ (ή αλλιώς Φάλουν Ντάφα), μιας αρχαίας πνευματικής πρακτικής βασισμένης στις αρχές Αλήθεια, Καλοσύνη, Ανεκτικότητα, που αριθμεί εκατομμύρια οπαδούς σε όλο τον κόσμο.

Αυτή ακριβώς η πνευματική διάσταση είναι που το καθιστά «κόκκινο πανί» για το ΚΚΚ, το οποίο διεξάγει μια σκληρή εκστρατεία καταστολής του Φάλουν Γκονγκ από το 1999, που περιλαμβάνει αυθαίρετες συλλήψεις, βασανιστήρια και εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων [1] , σύμφωνα με ευρήματα του Ανεξάρτητου Δικαστηρίου για την Κίνα στο Λονδίνο (2019), μαρτυρίες, ανεξάρτητες έρευνες διεθνών οργανισμών, καθώς και ψηφισμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Αμερικανικού Κογκρέσου.

Στοιχεία και υποθέσεις που φωτίζουν την εικόνα

Οι αποκαλύψεις των Αμερικανών νομικών φέρνουν στο φως μια σειρά από παρεμβάσεις του κινεζικού καθεστώτος που έχουν στόχο να πλήξουν το Shen Yun και τους συνδεδεμένους με αυτό καλλιτεχνικούς και πνευματικούς φορείς.

1. Απόπειρα δωροδοκίας ομοσπονδιακού αξιωματούχου

Πράκτορες που φέρονται να δρούσαν για λογαριασμό του Πεκίνου προσπάθησαν να δωροδοκήσουν υπάλληλο της αμερικανικής φορολογικής υπηρεσίας (IRIS), προκειμένου να ανακληθεί το καθεστώς μη κερδοσκοπικού οργανισμού του Shen Yun, μια ενέργεια που αν πετύχαινε, θα είχε παραλύσει τη λειτουργία του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο αξιωματούχος ωστόσο, αποδείχτηκε μυστικός πράκτορας του FBI. Δύο πράκτορες του ΚΚΚ συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν για απόπειρα δωροδοκίας και παράνομη δραστηριότητα υπέρ ξένης κυβέρνησης.

2. Πίεση μέσω ιδιωτικών επιχειρήσεων

Σε άλλο περιστατικό, κατά την επίσκεψη ενός υψηλόβαθμου Κινέζου αξιωματούχου στο Χιούστον, ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ – του πνευματικού κινήματος που συνδέεται με τους καλλιτέχνες του Shen Yun – εκδιώχθηκαν βίαια από δωμάτια ξενοδοχείου που είχαν νοικιάσει για μια ειρηνική διαμαρτυρία. Όπως δήλωσε ο δικηγόρος Μπάττερφηλντ, «το ξενοδοχείο έκανε τη βρώμικη δουλειά του Πεκίνου». Μια μεταγενέστερη δικαστική απόφαση δικαίωσε τους ασκούμενους, επιβεβαιώνοντας την προστασία της ελευθερίας λόγου και θρησκευτικής έκφρασης στις ΗΠΑ.

3. Δικαστική παρενόχληση και προπαγάνδα

Ένας Κινέζος μετανάστης που κατοικούσε κοντά στην πανεπιστημιούπολη του Shen Yun στη Νέα Υόρκη κατέθεσε επανειλημμένα αβάσιμες περιβαλλοντικές αγωγές. Αν και όλες απορρίφθηκαν από τα αμερικανικά δικαστήρια, η διαδικασία προκάλεσε οικονομική αιμοραγία και αρνητική δημοσιότητα. Ο νομικός Πάττερσον παρομοίασε την τακτική με εκείνη που έχει χρησιμοποιηθεί σε υποθέσεις παρενόχλησης εβραϊκών συναγωγών: «Θάνατος με χίλιες περικοπές: διαρκείς έλεγχοι, νομικά εμπόδια και διοικητική παρενόχληση».

image-5785419
Οι χορευτές του Shen Yun Κέντζι Κομπαγιάσι (α) και Έλλι Ράο (δ), στον διαγωνισμό κλασικού κινεζικού χορού του NTD, το 2016 και 2021 αντίστοιχα. (Larry Dye/The Epoch Times)

 

Πέρα από τις δικαστικές αίθουσες και τις άμεσες παρεμβάσεις, το ΚΚΚ διεξάγει και μια εκτεταμένη εκστρατεία παραπληροφόρησης με στόχο να απονομιμοποιήσει στο μυαλό του κόσμου το Shen Yun και το πνευματικό κίνημα του Φάλουν Γκονγκ. Αρνητικά δημοσιεύματα, γεμάτα διαστρεβλωμένες ή ψευδείς πληροφορίες, μεταφράζονται και αναπαράγονται από μέσα ενημέρωσης που ελέγχονται από το κινεζικό κράτος, αλλά και από επιλεγμένους σχολιαστές, YouTubers και bloggers που πληρώνονται για να διαδίδουν ψέματα. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μπάττερφηλντ: «Γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να εκφοβίσουν άμεσα, έτσι πληρώνουν τρίτους για να το κάνουν. Οι άνθρωποι αυτοί παρουσιάζονται ως ανεξάρτητοι σχολιαστές, αλλά στην πραγματικότητα διαδίδουν οργανωμένα ψεύδη».

Η πρακτική αυτή, σημειώνουν οι νομικοί, αντανακλά την προσέγγιση του «Ενωμένου Μετώπου» του Πεκίνου, ενός μηχανισμού που χρησιμοποιεί μεσάζοντες για να φιμώσει επικριτικές φωνές, ενώ το ίδιο το καθεστώς διατηρεί την «εύλογη δυνατότητα άρνησης».

Με αυτό τον τρόπο η κινεζική προπαγάνδα διοχετεύεται μέσα από τοπικές κοινωνίες και διαδικτυακές κοινότητες, εμφανιζόμενη ως απόψεις που διαμορφώνονται ελεύθερα, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν μέρος μιας κεντρικά ενορχηστρωμένης στρατηγικής ελέγχου και πληροφόρησης.

Στόχος του ΚΚΚ, σημείωσαν οι Μπάττερφηλντ και Πάττερσον, είναι να ελέγξει την κυρίαρχη αφήγηση σε παγκόσμιο επίπεδο, μετατρέποντας τα ανοιχτά νομικά συστήματα σε εργαλεία καταστολής.

«Στη Αμερική μπορείς να μηνύσεις οποιονδήποτε για οτιδήποτε. Ακόμα και οι πιο αβάσιμες αγωγές πρέπει να εξεταστούν – αυτή είναι η ευπάθεια που εκμεταλλεύεται το ΚΚΚ», είπε ο Πάττερσον.

Με αυτόν τον συνδυασμό νομικής παρενόχλησης και πληροφοριακής χειραγώγησης, το Πεκίνο επιχειρεί να επηρεάσει το πώς η διεθνής κοινότητα αντιλαμβάνεται το Shen Yun και τελικά την ίδια την κινεζική πολιτιστική κληρονομιά.

Η ελληνική διάσταση της υπόθεσης

Αν και τα συγκεκριμένα περιστατικά εκτυλίχθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, το μοτίβο επιρροής και παρεμπόδισης φαίνεται να επαναλαμβάνεται και στην Ευρώπη. Σε αρκετές περιπτώσεις, σύμφωνα με μαρτυρίες διοργανωτών και νομικών εκπροσώπων, κινεζικές διπλωματικές αποστολές είχαν προηγουμένως επικοινωνήσει με τους υπεύθυνους των χώρων όπου θα παρουσιαζόταν το υπερθέαμα, προειδοποιώντας για «πιθανές συνέπειες» ή ζητώντας «αναθεώρηση» της συνεργασίας.

Αν και τέτοιες παρεμβάσεις δύσκολα αφήνουν επίσημα ίχνη, το μοτίβο συμπίπτει με αντίστοιχα περιστατικά σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες – από τη Γερμανία έως τη Σουηδία όπου οι κινεζικές αρχές φέρονται να άσκησαν πίεση σε τοπικούς φορείς πολιτισμού ή αυτοδιοίκησης για να αποτρέψουν την παρουσίαση του Shen Yun.

Η Ελλάδα υπήρξε μία από τις πρώτες ευρωπαϊκές χώρες όπου καταγράφηκε απευθείας παρέμβαση της κινεζικής πρεσβείας για την ανάσχεση των παραστάσεων του Shen Yun.

image-5785418
Χoρεύτριες του Shen Yun επί σκηνής. (Ευγενική παραχώρηση του Shen Yun Performing Arts)

 

Το 2010, λίγο πριν την προγραμματισμένη εμφάνιση του θιάσου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, η διοίκηση του Μεγάρου ακύρωσε αιφνιδίως τις παραστάσεις, επικαλούμενη «τεχνικό πρόβλημα». Η εταιρεία παραγωγής προσέφυγε στη δικαιοσύνη, καταγγέλλοντας παραβίαση όρων της σύμβασης και άμεση πολιτική παρέμβαση ξένου κράτους σε καλλιτεχνική δραστηριότητα επί ελληνικού εδάφους.

Όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, λίγο πριν την ακύρωση είχε πραγματοποιηθεί επίσκεψη κινεζικής αντιπροσωπείας στο Μέγαρο, ενώ την ίδια περίοδο έλαβε χώρα εκδήλωση της Cosco στην Αθήνα, σε μια περίοδο που οι οικονομικές σχέσεις Ελλάδας-Κίνας βρίσκονταν σε φάση στενής προσέγγισης.

Η υπόθεση παρέμεινε επί σειρά ετών σε δικαστική εκκρεμότητα, ώσπου το Εφετείο Αθηνών, μετά από 14 χρόνια, με την απόφαση 4235/2024, αναγνώρισε ότι πράγματι υπήρξε παράνομη και αδικαιολόγητη ακύρωση της παράστασης, επιβεβαιώνοντας ότι η στάση της διοίκησης του Μεγάρου υπαγορεύθηκε «από εξωγενείς, μη καλλιτεχνικούς λόγους».

Η απόφαση αυτή χαρακτηρίστηκε ιστορική, καθώς για πρώτη φορά ελληνικό δικαστήριο αναγνώρισε την παρέμβαση της κινεζικής διπλωματίας σε πολιτιστικό γεγονός ως πράξη αντίθετη με τη συνταγματική προστασία της ελευθερίας της τέχνης και της έκφρασης (άρθρα 14 και 16 του Συντάγματος).

Η υπόθεση εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τα όρια της πολιτιστικής ελευθερίας στη χώρα, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο η εξωτερική πολιτική ισορροπεί ανάμεσα στη διπλωματία και την υπεράσπιση θεμελιωδών δημοκρατικών αξιών.

Η απόφαση του Εφετείου Αθηνών προσφέρει μια καθαρή νομική βάση και ένα σημαντικό προηγούμενο: επιβεβαιώνει ότι η πολιτιστική λογοκρισία κατόπιν ξένων παρεμβάσεων παραβιάζει τις αρχές της ελευθερίας της τέχνης και της εθνική κυριαρχίας, αποτελώντας ορόσημο στην προάσπιση της πολιτιστικής ελευθερίας στην Ευρώπη.

Μετά τη δικαίωση του 2024, η μπάλα βρίσκεται πλέον στο γήπεδο των πολιτιστικών θεσμών του κράτους. Θα επιτρέψει η Ελλάδα, μετά από 15 χρόνια, να παρουσιαστεί το Shen Yun ελεύθερα και χωρίς παρεμβάσεις; Το ζήτημα ξεπερνά μια ακυρωμένη παράσταση.

Όπως δήλωσε πρόσφατα ο Τζάστιν Μπάττερφηλντ: «Κάθε φορά που μια χώρα επιτρέπει στο Shen Yun να ανέβει στη σκηνή της, στέλνει μήνυμα πως η ελευθερία συνείδησης και η καλλιτεχνική έκφραση παραμένουν άθικτες».

Ένα μοτίβο διεθνών παρεμβάσεων και νέες εξελίξεις

Η υπόθεση της Ελλάδας δεν είναι μεμονωμένη. Το Shen Yun έχει βρεθεί αντιμέτωπο με παρόμοιες παρεμβάσεις σε δεκάδες χώρες. Ενδεικτικά αναφέρονται:

Τσεχία (2014): Η κινεζική πρεσβεία άσκησε πιέσεις για ακύρωση των παραστάσεων στην Πράγα. Ο τότε υπουργός Πολιτισμού Ντάνιελ Χέρμαν αρνήθηκε να υποκύψει, δηλώνοντας πως «η τέχνη δεν λογοκρίνεται».

Δανία (2018): Το Βασιλικό Θέατρο απέρριψε τις πιέσεις της κινεζικής πρεσβείας. Δανοί βουλευτές μίλησαν δημόσια υπέρ της ελευθερίας του Shen Yun.

Ηνωμένες Πολιτείες (2025): Ο Λευκός Οίκος καταδίκασε απόπειρα εκφοβισμού του θιάσου στην Ουάσιγκτον.

Νότια Κορέα (2025): Δικαστήριο της χώρας επέβαλε την ομαλή διεξαγωγή των παραστάσεων του Shen Yun σε θέατρο το οποίο είχε δοκίμασε να υπαναχωρήσει από τη συμφωνία υπό την πίεση του Πεκίνου.

Shen Yun Performing Arts World Company’s curtain call at the Gumi Arts Center's Grand Hall, in Gumi, South Korea, on Feb. 8, 2023. (Kim Guk-hwan/The Epoch Times)
Αυλαία του Shen Yun στο Κέντρο Τεχνών Gumi. Νότια Κορέα, 8 Φεβρουαρίου 2023. (Kim Guk-hwan/The Epoch Times)

 

Παράλληλα, διάφορες χώρες έχουν προβεί σε κινήσεις που αναγνωρίζουν και καταδικάζουν τις εγκληματικές πρακτικές του Πεκίνου, αναφορικά με τη δίωξη των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ και τις παραβιάσεις ανθρωπίνων γενικότερα, στην Κίνα.

Ιούνιος 2019: Το Ανεξάρτητο δικαστήριο για την Κίνα στο Λονδίνο επιβεβαίωσε [4] ότι το Πεκίνο διεξάγει συστηματικές, εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ που κρατούνται παράνομα.

Ιανουάριος 2024: Το Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα [2] καταδικάζοντας τη δίωξη του Φάλουν Γκονγκ στην Κίνα.

Μάιος 2025: Η Βουλή των αντιπροσώπων των ΗΠΑ ψήφισε τον νόμο [3] HR 1540-Falun Gong Protection Act,  που προστατεύει της ομάδα από τη δίωξη.

Παγκόσμιες επιπτώσεις

Σύμφωνα με τους δικηγόρους, η στρατηγική του Πεκίνου θέτει τρεις κύριες απειλές:

1. Διάβρωση της θρησκευτικής ελευθερίας μέσω εκφοβισμού και φόβου

2. Διάδοση αυταρχικών παρεμβάσεων πέρα από τα σύνορα της Κίνας

3. Στοχευμένη παρενόχληση μειονοτικών θρησκευτικών ομάδων και κρατουμένων συνείδησης, συμπεριλαμβανομένων Χριστιανών, Ουιγούρων, Θιβετιανών και ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ

Οι μέθοδοι του ΚΚ Κίνας για την καταστολή της διαφωνίας έχει προκαλέσει ανησυχία τόσο στην Ευρώπη όσο και στον Καναδά, όπου έχουν εμφανιστεί παρόμοιες περιπτώσεις παρέμβασης. Οι ειδικοί προτρέπουν τα δημοκρατικά έθνη να αυστηροποιήσουν τους νόμους περί ξένων πρακτόρων και να επεκτείνουν την εποπτεία της αντικατασκοπείας.

«Δεν πρόκειται μόνο για το Σεν Γιουν ή το Φάλουν Γκονγκ», δήλωσε ο Πάττερσον. «Πρόκειται για την προάσπιση της ελευθερίας συνείδησης ως καθολικού δικαιώματος».

Ο Άγνωστος Στρατιώτης: Μνήμη, σύμβολο και η διαχρονική ιστορία ενός εθνικού μνημείου

Ο Άγνωστος Στρατιώτης αποτελεί ένα από τα πλέον εμβληματικά μνημεία της Ελλάδας, σημείο μνήμης και δημόσιας αναφοράς για τη θυσία, την ταυτότητα και τη σχέση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Το μνημείο συμβολίζει τους αγνοούμενους νεκρούς ή όσους θυσιάστηκαν σε πολεμικές επιχειρήσεις χωρίς να έχει καταστεί δυνατή η ταυτοποίηση των σωμάτων τους.

Κατασκευάστηκε τη δεκαετία του 1930 και αποτελεί κενοτάφιο προς τιμήν των πεσόντων στους πολέμους. Το πρώτο μνημείο αφιερωμένο σε Άγνωστο Στρατιώτη του Αγώνα του 1821 στήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 1858, με απόφαση του Δήμου Ερμούπολης στη Σύρο.

Η απόφαση για την ανέγερση του μνημείου της Αθήνας ελήφθη κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Θεόδωρου Πάγκαλου. Ως υπουργός Στρατιωτικών, ο ίδιος προκήρυξε στις 3 Μαρτίου 1926, μέσω της εφημερίδας Εσπέρα, καλλιτεχνικό διαγωνισμό «διά την υποβολήν μελέτης ανεγέρσεως τάφου Αγνώστου Στρατιώτου εις την έμπροσθεν των Παλαιών Ανακτόρων Πλατείαν, κατάλληλος προς τούτο διαρρυθμιζομένην». Στις 9 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, το υπουργείο Στρατιωτικών ενέκρινε και βράβευσε κατά πλειοψηφία τη μελέτη του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη.

Η έννοια του Άγνωστου Στρατιώτη εντάσσεται σε μια ευρύτερη διεθνή και ευρωπαϊκή παράδοση, που υιοθετήθηκε στην Ελλάδα σε διαφορετικές χρονικές φάσεις. Ο θεσμός απέκτησε τη δική του μορφή μέσα από τελετές, μνημεία και δημόσιες πρακτικές που συνδέονται με τους μεγάλους πολέμους του 20ού αιώνα και τη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης. Το σημερινό Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη βρίσκεται μπροστά από τη Βουλή των Ελλήνων, αντικρίζοντας την πλατεία Συντάγματος.

Τη θέση του Μνημείου υπέδειξε ο ίδιος ο Εμμανουήλ Λαζαρίδης, μπροστά από τα Παλαιά Ανάκτορα (σημερινή Βουλή), έπειτα από πρόταση του Πάγκαλου, ο οποίος επιθυμούσε να στεγαστεί εκεί το υπουργείο Στρατιωτικών. Ωστόσο, μετά από αντιδράσεις και συνεχείς συνεδριάσεις, το 1929, στην Ζ΄ συνεδρίαση της Βουλής, ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, παραμερίζοντας τη διαφωνία του με τον Πάγκαλο, αποφάσισε ότι η αρχική θέση στην Πλατεία Ανακτόρων (Συντάγματος) ήταν η πλέον κατάλληλη, κρίνοντας ότι το μνημείο όφειλε να βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, κατά το πρότυπο του αντίστοιχου μνημείου της Γαλλίας.

Η επιτροπή ανέγερσης ανέθεσε την πλήρη ευθύνη της κατασκευής στον Λαζαρίδη, ο οποίος αρχικά συνεργάστηκε με τον γλύπτη Θωμά Θωμόπουλο. Ο Θωμόπουλος είχε προτείνει ως κεντρικό θέμα μια παράσταση γιγαντομαχίας, όπου μια μορφή αγγέλου –σύμβολο της Ελλάδας– θα παραλάμβανε στοργικά τον νεκρό στρατιώτη. Παρά τη συμφωνία, ο Λαζαρίδης, λόγω χρηματικής διαφωνίας, απομάκρυνε τον Θωμόπουλο από το έργο και το 1930 τον αντικατέστησε με τον γλύπτη Φωκίωνα Ροκ, με ομόφωνη απόφαση της επιτροπής. Η νέα πρόταση απεικόνιζε έναν οπλίτη «εκτάδην κείμενο» (ξαπλωμένο στο έδαφος), προσδίδοντας στο έργο ηρεμία και απλότητα.

Το μνημείο αποτελεί αστική σύνθεση με επιρροές από τη γαλλική πολεοδομική παράδοση και τον κλασικισμό, συνδυασμένες με το μοντέρνο πνεύμα της Αρ Ντεκό και με σαφείς αναφορές στην αρχαιότητα. Ο σχεδιασμός εστιάζει στην ενότητα του μνημείου με την πλατεία Συντάγματος, την εναρμόνισή του με τα νεοκλασικά Ανάκτορα και την ανάπλαση της περιοχής, με κεντρικό άξονα την οδό Ερμού. Για την κατασκευή του πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη εκσκαφή, ώστε να ισοπεδωθεί το λοφώδες τοπίο της πλατείας.

Αριστερά και δεξιά της κεντρικής παράστασης είναι χαραγμένες φράσεις από το έργο του Θουκυδίδη: αριστερά «ΜΙΑ ΚΛΙΝΗ ΚΕΝΗ ΦΕΡΕΤΑΙ ΕΣΤΡΩΜΕΝΗ ΤΩΝ ΑΦΑΝΩΝ» (2.34) και δεξιά «ΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΠΑΣΑ ΓΗ ΤΑΦΟΣ» (2.43). Στο μέσο του κενοταφίου αναγράφεται η επιγραφή «ΕΙΣ ΑΦΑΝΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ».

Τον τοίχο περιβάλλουν εκατέρωθεν πελεκημένοι πωρόλιθοι όπου είναι χαραγμένα, κατά ενότητες, τα ονόματα τόπων που έδωσε πολύνεκρες μάχες ο ελληνικός στρατός στη νεότερη ιστορία. Στα αριστερά της σύνθεσης περιλαμβάνονται οι μάχες του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Στο κέντρο του μνημείου, στους πωρόλιθους που υπάρχουν στις κλίμακες, περιλαμβάνονται μάχες του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου και της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Στα δεξιά της σύνθεσης συγκρούσεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στη Ρωσία. Μετά την απελευθέρωση το 1944 πάνω στο κενοτάφιο προστέθηκαν τα πεδία των μαχών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και αργότερα οι επιχειρήσεις στην Κορέα. Το 1994 με απόφαση της Βουλής των Ελλήνων προστέθηκε και το όνομα «Κύπρος».

Το 2015, μετά από εισήγηση του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού και σχετική απόφαση του Συμβουλίου Αρχηγών Γενικών Επιτελείων και του Υπουργείου Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων, στο Μνημείο προστέθηκαν οι λέξεις «Αιγαίο», «Ιόνιο», «Μεσόγειος» και «Ατλαντικός» σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον άγνωστο Έλληνα ναύτη που έπεσε εν καιρώ πολέμου. Οι λέξεις «Αιγαίο», «Ιόνιο» και «Μεσόγειος» αποτελούν πεδία μεγάλων ναυμαχιών και σημαντικών ναυτικών επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων των Ελλήνων, ενώ η λέξη «Ατλαντικός» προστέθηκε σε ένδειξη αναγνώρισης των θυσιών των πληρωμάτων του Εμπορικού Ναυτικού στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην προσπάθεια ανεφοδιασμού της Ευρώπης από την Αμερική.

Τα υπόλοιπα καλλιτεχνικά στοιχεία του μνημείου ολοκλήρωσε ο καθηγητής γλυπτικής Κωνσταντίνος Δημητριάδης. Με τη δημιουργία του γλυπτού διαμορφώθηκε και ολόκληρος ο χώρος μπροστά από τη Βουλή, προσδίδοντας στο έργο μνημειακό χαρακτήρα. Ωστόσο, η κατασκευή καθυστέρησε σημαντικά λόγω των χωματουργικών εργασιών, της υψομετρικής διαφοράς και της δυσκολίας επεξεργασίας του πωρόλιθου. Για τις τεχνικές απαιτήσεις κλήθηκαν ειδικοί τεχνίτες από τη Γαλλία, γεγονός που αύξησε το κόστος και προκάλεσε επικρίσεις.

Η ιδέα του Άγνωστου Στρατιώτη εντάσσεται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο μνημόνευσης των αγνώστων ή αγνοουμένων νεκρών, που αναπτύχθηκε μετά τους μεγάλους πολέμους. Στην Ελλάδα, ο αγώνας για την ταυτοποίηση των σωμάτων, η αναζήτηση μαρτυριών και η διαχείριση ιστορικών αρχείων συνδέθηκαν με τη διαρκή ανάγκη για δημόσια διδασκαλία γύρω από τον πόλεμο, τη θυσία και το κράτος δικαίου. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Άγνωστος Στρατιώτης λειτουργεί ως συμβολικός σύνδεσμος ανάμεσα στα γεγονότα του παρελθόντος και τη συλλογική μνήμη του παρόντος.

Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου πραγματοποιήθηκαν στις 25 Μαρτίου 1932 από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Ανδρέα Μιχαλακόπουλο, παρουσία πλήθους και ξένων αντιπροσωπειών. Ακολούθησε παρέλαση της φρουράς του μνημείου, ενώ μεταφέρθηκε φως από το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας για την αφή της ακοίμητης καντήλας στο κέντρο του κενοταφίου.

Την τιμητική φύλαξη του μνημείου ανέλαβε ειδικός στρατιωτικός λόχος της Φρουράς του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος μετονομάστηκε σε Φρουρά του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη. Το 1935, με την επάνοδο του Γεωργίου Β΄, μετονομάστηκε σε Βασιλική Φρουρά, ενώ από το 1973 φέρει την ονομασία Προεδρική Φρουρά, έχοντας την ευθύνη της εικοσιτετράωρης τιμητικής φύλαξης.

Πηγές

  • Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη: Περιγραφές, χαρακτηριστικά στοιχεία του χώρου, αρχιτεκτονική και ρόλος στη δημόσια ζωή.
  • Pontos News: Emmanouil Lazaridis και Άγνωστος Στρατιώτης – εξιχνιάσεις και διαφορετικές προσεγγίσεις για τον μύθο και την πραγματικότητα.
  • Ιστορικό πλαίσιο Βαλκανικών Πολέμων, Μικρασιατικής Εκστρατείας και η διαμόρφωση της δημόσιας μνήμης στην Ελλάδα.

Εκατό χρόνια Μάνος Χατζιδάκις

Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν ήταν απλώς ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες της νεότερης Ελλάδας. Ήταν ένας διανοούμενος με βαθύ στοχασμό, που δεν περιορίστηκε στη μουσική. Η γραφή του, ποιητική και ταυτόχρονα κριτική, άφησε πίσω της ένα έργο που εξακολουθεί να συνομιλεί με την εποχή μας. Μέσα από άρθρα, δοκίμια και ραδιοφωνικά σχόλια, ο Χατζιδάκις ανέλυσε με οξυδέρκεια τη σχέση τέχνης και κοινωνίας, τη θέση του καλλιτέχνη, αλλά και τη διαρκή απειλή της εμπορευματοποίησης του πολιτισμού.

Σήμερα, εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του (1925), η επέτειος γίνεται αφορμή να ξαναδιαβαστούν τα βιβλία του και να ξανακουστεί ο λόγος του. Ένας λόγος που, όπως και η μουσική του, παραμένει διαχρονικά ζωντανός.

Το Τρίτο Πρόγραμμα

Ένα από τα σημαντικότερα έργα του λόγου του Μάνου Χατζιδάκι είναι το βιβλίο «Τα σχόλια του Τρίτου» (εκδόσεις Ίκαρος), όπου συγκεντρώνονται τα κείμενα που εκφωνούσε ο ίδιος στο Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας κάθε Κυριακή μεσημέρι, από τον Μάιο του 1978 έως τον Απρίλιο του 1980. Τα σχόλια αυτά είχαν δημοσιευθεί αρχικά το 1980 από τον Εξάντα, σε επιμέλεια του Γιώργου Χρονά, και επανεκδόθηκαν πρόσφατα, προσφέροντας εκ νέου στο κοινό τη φωνή του συνθέτη σε γραπτή μορφή.

Η γοητεία του βιβλίου βρίσκεται στην προφορικότητα του λόγου του Χατζιδάκι. Μπορεί να διάβαζε από δακτυλόγραφα διορθωμένα την τελευταία στιγμή, ωστόσο ο τρόπος του διατηρούσε τη φυσικότητα μιας ζωντανής κουβέντας. Ήταν σαν να συνομιλεί με τον ακροατή, με χιούμορ, οικειότητα και μια κομψή ειρωνεία που ποτέ δεν γινόταν προσβλητική.

Μέσα από αυτά τα σχόλια, ο Χατζιδάκις θίγει ζητήματα που εξακολουθούν να είναι επίκαιρα: την κατάσταση του πολιτισμού, τη λειτουργία των θεσμών, την ευθύνη της πολιτείας απέναντι στην τέχνη, αλλά και την ανάγκη του πολίτη να παραμένει ελεύθερος πνευματικά. Είχε βαθιά απέχθεια για τις κομματικές αντιπαραθέσεις και τις δημόσιες δεσμεύσεις χωρίς ουσία. Ήταν πάντοτε έτοιμος να αντισταθεί στη γραφειοκρατία και να υπερασπιστεί την αυτονομία του πνεύματος, ακόμη κι όταν αυτό τον έφερνε σε αντιπαράθεση με την κρατική τηλεόραση ή τους ίδιους τους μηχανισμούς εξουσίας.

Η ματιά του στη μουσική και την παράδοση

Ο Χατζιδάκις ξεκινούσε πάντοτε από το χώρο που γνώριζε καλύτερα: τη μουσική. Δεν δίσταζε να δηλώσει πως η ιστορία της μουσικής στην Ελλάδα είναι «για κλάματα», ακριβώς επειδή – όπως έλεγε – η σοβαροφάνεια και η άγνοια είχαν υποκαταστήσει τη γνώση και τη δημιουργικότητα. Επέκρινε με αυστηρότητα τα ωδεία, τις διοργανώσεις και τις επιφανειακές πολιτιστικές πρωτοβουλίες, που συχνά αγνοούσαν τόσο την κλασική μουσική όσο και τη λαϊκή δημιουργία, βαθιά ριζωμένη στην ελληνική ψυχή.

Η σχέση του με την παράδοση ήταν σύνθετη. Την εκτιμούσε, αλλά την αντιμετώπιζε με καχυποψία, όταν μετατρεπόταν σε ρητορικό εργαλείο ή άλλοθι για την αδράνεια. «Κάτω από τα σεβάσμια ρούχα της», έλεγε, «κρύβονται συχνά η άγνοια και η οπισθοδρόμηση». Για εκείνον, η παράδοση έπρεπε να είναι ζωντανή, να ανανεώνεται και να εμπλουτίζεται, όχι να μουμιοποιείται.

Ο καθρέφτης και το μαχαίρι

Το δεύτερο μεγάλο έργο του στο χώρο του λόγου είναι το βιβλίο «Ο καθρέφτης και το μαχαίρι» (1988, εκδόσεις Ίκαρος). Εκεί συγκεντρώνονται συνομιλίες του με προσωπικότητες όπως ο Λεωνίδας Κύρκος και ο Μωρίς Μπεζάρ, καθώς και συνεντεύξεις του με τους ποιητές Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο, αλλά και μία δική του συνέντευξη προς τον Θανάση Φωσκαρίνη.

Πέρα από αυτές τις συζητήσεις, περιλαμβάνονται δοκίμια και άρθρα για δημιουργούς που σημάδεψαν την πορεία του: τον Φεντερίκο Φελλίνι, τον Νίκο Γκάτσο, τον Κάρολο Κουν, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Γιάννη Μόραλη, τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Ζυλ Ντασσέν. Ο Χατζιδάκις γράφει για την τέχνη, τη μουσική, τη δημοκρατία και την πολιτική με στοχασμό και σαφήνεια. Το βιβλίο συνοδεύεται από εξήντα πέντε φωτογραφίες, σχολιασμένες από τον ίδιο, που αποτυπώνουν όχι μόνο στιγμές της ζωής του, αλλά και πρόσωπα που θαύμαζε, όπως οι Κουρτ Βάιλ, Ιγκόρ Στραβίνσκι, Τόμας Μαν, Γιώργος Σεφέρης, Κοσμάς Πολίτης και Βασίλης Τσιτσάνης.

Πέρα από τις εκδόσεις αυτές, πολλά κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Σε αυτά αναπτύσσει τη φιλοσοφία του για το ελληνικό τραγούδι, τη σύνδεση της μουσικής με την ποίηση και την ανάγκη ενός πολιτισμού που να αντλεί από τις ρίζες του χωρίς να εγκλωβίζεται σ’ αυτές.

Ένα γαλλικό ντοκιμαντέρ για τον Μάνο Χατζιδάκι

Η αναγνώριση του έργου του δεν περιορίζεται στην Ελλάδα. Ο σταθμός πολιτισμού της Γαλλικής Δημόσιας Ραδιοφωνίας, France Culture (Radio France), τιμά την επέτειο των εκατό χρόνων από τη γέννησή του με το βιογραφικό ντοκιμαντέρ «Μια ζωή, ένα έργο: Μάνος Χατζιδάκις» του Γιώργου Αρχιμανδρίτη. Πρόκειται για ένα έργο υψηλής αισθητικής, που σκιαγραφεί το πορτρέτο του συνθέτη μέσα από τις μαρτυρίες ανθρώπων που τον γνώρισαν και συνεργάστηκαν μαζί του.

Ο Μωρίς Μπεζάρ θυμάται τη συνεργασία τους στους Όρνιθες του Αριστοφάνη και στις Μπαλάντες της Οδού Αθηνάς, μιλώντας για τη φιλία τους και για τον τρόπο με τον οποίο ο Χατζιδάκις τον έκανε να αγαπήσει την Ελλάδα. Η Νάνα Μούσχουρη εξομολογείται πώς ο συνθέτης την ανακάλυψε και την ενθάρρυνε στα πρώτα της βήματα, ενώ η Νένα Βενετσάνου αναλύει τη συμβολή του στη διαμόρφωση του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού.

Ο Μένης Κουμανταρέας, από την πλευρά του, θυμάται τη «γενιά του Χατζιδάκι» – τους Τσαρούχη, Ελύτη, Κουν, Εγγονόπουλο, Γκάτσο – που διαμόρφωσε την πολιτιστική ταυτότητα της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Όλοι τους συμφωνούν πως ο Χατζιδάκις δεν ήταν μόνο μουσικός αλλά και πολιτικός νους, ένας στοχαστής που δεν δίσταζε να μιλήσει δημόσια για τη διακυβέρνηση, την κοινωνία και τον ρόλο του πολίτη.

Μέσα από αυτές τις μαρτυρίες, το γαλλικό ντοκιμαντέρ αναδημιουργεί τον κόσμο του Χατζιδάκι: έναν κόσμο σύνθετο, ποιητικό, γεμάτο κάλλος, λυρισμό και ανθρωπιά.

Ένας αιώνας μετά – Η διαχρονικότητα ενός πνεύματος

Εκατό χρόνια μετά τη γέννηση του Μάνου Χατζιδάκι, το έργο του παραμένει εξίσου ζωντανό όσο και τότε. Οι μουσικές του εξακολουθούν να συγκινούν, ενώ ο λόγος του εμπνέει νέες γενιές δημιουργών και ακροατών. Ο ίδιος πίστευε ότι η τέχνη δεν υπάρχει για να διασκεδάζει, αλλά για να αναστατώνει, να προκαλεί σκέψη και να υπενθυμίζει την ευθύνη του ανθρώπου απέναντι στον εαυτό του και στην κοινωνία.

Ο Χατζιδάκις υπήρξε ένας καλλιτέχνης που δεν χώρεσε ποτέ σε κατηγορίες: ποιητής του ήχου, φιλόσοφος της καθημερινότητας, αιώνια ανυπότακτος απέναντι στη μετριότητα. Κι ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη κληρονομιά του – το θάρρος να παραμένεις ελεύθερος.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η ληστεία του αιώνα στο Λούβρο

Η τολμηρή κλοπή ανεκτίμητων κοσμημάτων από το μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι στις 19 Οκτωβρίου χαρακτηρίστηκε από πολλές γαλλικές εφημερίδες ως «η ληστεία του αιώνα», ενώ σχολιαστές έσπευσαν να τη συγκρίνουν με άλλες ιστορικές κλοπές που συγκλόνισαν τη Γαλλία στο παρελθόν.

Η ληστεία, που σημειώθηκε μέρα μεσημέρι, προκάλεσε έντονες συζητήσεις για την ασφάλεια στο πιο επισκέψιμο μουσείο του κόσμου, το οποίο προσελκύει περίπου 9 εκατομμύρια φιλότεχνους τον χρόνο. Παράλληλα, πυροδότησε εικασίες για το ποιος μπορεί να βρίσκεται πίσω από το έγκλημα.

Σύμφωνα με την εισαγγελέα του Παρισιού, Λωρ Μπεκιώ, οι ληστές φορούσαν κουκούλες τύπου μπαλακλάβα και χρησιμοποίησαν γερανό με ανυψωτικό καλάθι για να σπάσουν ένα παράθυρο στον επάνω όροφο της Γκαλερί του Απόλλωνα, όπου φυλάσσονται τα κοσμήματα του γαλλικού στέμματος.

Το χτύπημα έγινε το πρωί της 19ης Οκτωβρίου, στις 9:30 τοπική ώρα, μόλις μισή ώρα αφότου το μουσείο είχε ανοίξει για το κοινό. Οι δράστες πλησίασαν από τον δρόμο κατά μήκος του ποταμού Σηκουάνα, ανέβηκαν με την κινητή σκάλα του γερανού και έσπασαν το παράθυρο. Αν και δεν είχαν πυροβόλα όπλα, απείλησαν τους φρουρούς με τους τροχούς κοπής που χρησιμοποίησαν για να ανοίξουν το παράθυρο, ανέφερε η Μπεκιώ.

Σύμφωνα με τη Le Monde και άλλα γαλλικά μέσα, οι ληστές ήταν τέσσερις, με τους δύο να φορούν αντανακλαστικά γιλέκα για να μοιάζουν με εργάτες. Οι δύο επέβαιναν στο φορτηγό και οι άλλοι δύο σε μηχανάκια. Φεύγοντας, προσπάθησαν ανεπιτυχώς να βάλουν φωτιά στον γερανό. Το μουσείο εκκενώθηκε αμέσως και παρέμεινε κλειστό έως τις 20 Οκτωβρίου.

Τα κλοπιμαία 

Εννέα αντικείμενα αποτέλεσαν στόχο, αλλά μόνο οκτώ εκλάπησαν, αφού οι δράστες εγκατέλειψαν το ένα —την κορώνα της αυτοκράτειρας Ευγενίας, συζύγου του Ναπολέοντα Γ΄— κατά τη διαφυγή τους. Το βαρύτιμο κόσμημα έχει 1.354 διαμάντια και 56 σμαράγδια, σύμφωνα με την ιστοσελίδα του μουσείου.

Ο πρόεδρος του οίκου δημοπρασιών Drouot, Αλεξάντρ Ζικιέλο, δήλωσε στο πρακτορείο Reuters ότι η αξία της κορώνας θα μπορούσε να ανέλθει σε «δεκάδες εκατομμύρια ευρώ», αν και, κατά την άποψή του, δεν ήταν το σημαντικότερο αντικείμενο της λείας.

Το υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας ανακοίνωσε ότι τα οκτώ κλεμμένα αντικείμενα περιλαμβάνουν:

  • Διαδήματα και κοσμήματα από το σετ ζαφειριών της βασίλισσας Μαρίας-Αμελίας και της βασίλισσας Ορτάνς

  • Κολιέ και ένα μονό σκουλαρίκι από το ίδιο σετ

  • Κολιέ και σκουλαρίκια από το σετ σμαραγδιών της αυτοκράτειρας Μαρίας-Λουίζας, δεύτερης συζύγου του Ναπολέοντα Α΄

  • Μια μεγάλη καρφίτσα σε σχήμα φιόγκου και δύο τιάρες που ανήκαν στην αυτοκράτειρα Ευγενία

Παραμένει μυστήριο γιατί οι ληστές δεν άγγιξαν το περίφημο Διαμάντι Regent, επίσης εκτεθειμένο στην Galerie d’Apollon, του οποίου η αξία εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 60 εκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με τον οίκο Sotheby’s.

Λεζάντα: (Με τη φορά των δεικτών του ρολογιού από επάνω αριστερά) Ένα διάδημα, ένα κολιέ και ένα μονό σκουλαρίκι από το σετ ζαφειριών των βασιλισσών Μαρίας-Αμελίας και Ορτάνς· ένα κολιέ και ένα ζευγάρι σκουλαρίκια με σμαράγδια από το σετ κοσμημάτων της αυτοκράτειρας Μαρίας-Λουίζας· η γνωστή «καρφίτσα-λειψανοθήκη»· μια μεγάλη καρφίτσα-φιόγκος της αυτοκράτειρας Ευγενίας· μια τιάρα της αυτοκράτειρας Ευγενίας· και η κορώνα της συζύγου του Ναπολέοντα Γ΄, αυτοκράτειρας Ευγενίας. (Stéphane Maréchalle/Musée du Louvre)

 

Ποιος είναι πίσω από τη ληστεία

Η εισαγγελέας Μπεκιώ δήλωσε ότι καμία εκδοχή δεν αποκλείεται, αν και δεν υπάρχουν ενδείξεις ξένης εμπλοκής. Επισήμανε ότι η ληστεία ενδέχεται να οργανώθηκε κατ’ εντολή συλλέκτη, κάτι που θα άφηνε ελπίδες ανάκτησης των κοσμημάτων, ή να πρόκειται για κοινό έγκλημα με καθαρά οικονομικό κίνητρο.

Τόνισε ότι εξετάζεται η υπόθεση του οργανωμένου εγκλήματος, καθώς οι δράστες ενδέχεται να δρούσαν είτε για λογαριασμό αγοραστή είτε για ξέπλυμα χρήματος μέσω πολύτιμων λίθων. Όπως είπε χαρακτηριστικά, «σήμερα, οτιδήποτε μπορεί να συνδεθεί με το εμπόριο ναρκωτικών, δεδομένων των τεράστιων ποσών που αποφέρει».

Η έρευνα έχει ανατεθεί σε ειδική αστυνομική μονάδα με υψηλό ποσοστό επιτυχίας στην εξιχνίαση μεγάλων ληστειών, σύμφωνα με τον υπουργό Εσωτερικών της Γαλλίας Λωράν Νουνιέ.

Η ασφάλεια

Η υπόθεση αναζωπύρωσε τη συζήτηση για τη χρηματοδότηση των μουσείων, τα οποία είναι πολύ λιγότερο προστατευμένα από τις τράπεζες, παρότι αποτελούν συχνό στόχο εγκληματιών.

Στις αρχές του έτους, η διοίκηση του Λούβρου είχε ζητήσει επείγουσα χρηματοδότηση από την κυβέρνηση για την ανακαίνιση των παλαιών αιθουσών και την ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας. Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμμανουέλ Μακρόν, δήλωσε μέσω της πλατφόρμας Χ ότι το κυβερνητικό σχέδιο που είχε ανακοινωθεί τον Ιανουάριο προβλέπει «ενισχυμένη ασφάλεια» για το μουσείο. Παρά την υπόσχεση για ανακαίνιση ύψους 700 εκατομμυρίων ευρώ, το προσωπικό του μουσείου είχε απεργήσει τον Ιούνιο, καταγγέλλοντας επικίνδυνο συνωστισμό.

Η υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας, Ρασίντα Ντατί, επισκεπτόμενη τον χώρο της ληστείας στις 20 Οκτωβρίου, ανέφερε ότι το ζήτημα της ασφάλειας στα μουσεία είναι παλιό. Υπενθύμισε πως τα τελευταία 40 χρόνια δεν έχει δοθεί προτεραιότητα στην ασφάλεια των μεγάλων μουσείων και ότι πριν από δύο χρόνια ο διευθυντής του Λούβρου είχε ζητήσει έλεγχο ασφαλείας από την αστυνομία, επισημαίνοντας: «Τα μουσεία πρέπει να προσαρμοστούν στις νέες μορφές εγκλήματος – σήμερα πρόκειται για οργανωμένο έγκλημα, επαγγελματίες».

Ο υπουργός Δικαιοσύνης της Γαλλίας Ζεράλ Νταρμανέν χαρακτήρισε το γεγονός εξευτελιστικό για τη Γαλλία, ενώ η αντιπολίτευση μίλησε για εθνικό διασυρμό εν μέσω πολιτικής κρίσης.

Ο Κρίστοφερ Μαρινέλο, ιδρυτής της οργάνωσης Art Recovery International, που ειδικεύεται στην ανάκτηση κλεμμένων έργων τέχνης, δήλωσε: «Αν το Λούβρο, ένα από τα καλύτερα χρηματοδοτούμενα μουσεία του κόσμου, μπορεί να πέσει θύμα ληστείας, τότε κανένα μουσείο δεν είναι ασφαλές».

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα επανεξετάσει τα μέτρα προστασίας όλων των πολιτιστικών χώρων και θα ενισχύσει την ασφάλεια όπου χρειάζεται.

Η Γκαλερί του Απόλλωνα, στο Λούβρο. Παρίσι, 14 Οκτωβρίου 2020. (Ludovic Marin/AFP μέσω Getty Images)

 

Άλλες μεγάλες ληστείες μουσείων

Η ληστεία δεν είναι η πρώτη στην ιστορία του Λούβρου. Το διάσημο μουσείο έχει βρεθεί αρκετές φορές στο στόχαστρο, με κάποιες περιπτώσεις να έχουν εμπνεύσει κινηματογραφικές ταινίες.

Η πιο γνωστή ληστεία ήταν εκείνη του 1911, όταν ο πίνακας Μόνα Λίζα του Λεονάρντο ντα Βίντσι κλάπηκε από τον Ιταλό ζωγράφο Βιτσέντσο Περούτζια, πρώην υπάλληλο του μουσείου, ο οποίος γνώριζε καλά τη δομή και τα συστήματα ασφαλείας. Ο Περούτζια μπήκε στο μουσείο μεταμφιεσμένος σε εργαζόμενο, κρύφτηκε μέσα σε ντουλάπι και έκλεψε τον πίνακα, τον οποίο κράτησε στο διαμέρισμά του για δύο χρόνια πριν συλληφθεί, όταν προσπάθησε να τον πουλήσει. Καταδικάστηκε σε μόλις επτά μήνες φυλάκιση, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι τον κινούσε πατριωτικό, όχι οικονομικό κίνητρο.

Η ληστεία της 19ης Οκτωβρίου είναι η πρώτη καταγεγραμμένη στο Λούβρο μετά το 1998, όταν είχε κλαπεί πίνακας του Καμίλ Κορό, ο οποίος παραμένει αγνοούμενος. Μόλις τον περασμένο μήνα, διαρρήκτες είχαν κλέψει δείγματα χρυσού αξίας 700.000 δολαρίων από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Παρισιού, ενώ τον Σεπτέμβριο κλάπηκε αγγείο και δύο πιάτα αξίας 7,6 εκατομμυρίων δολαρίων από μουσείο στη Λιμόζ.

Η μεγαλύτερη ληστεία έργων τέχνης στις Ηνωμένες Πολιτείες παραμένει εκείνη του 1990 στο Μουσείο Ιζαμπέλα Στιούαρτ Γκάρντνερ της Βοστώνης, όπου δύο άνδρες μεταμφιεσμένοι σε αστυνομικούς ακινητοποίησαν τους φύλακες και έκλεψαν 13 έργα ανεκτίμητης αξίας, μεταξύ των οποίων πίνακες των Μανέ, Ρέμπραντ, Βερμέερ και Ντεγκά. Η υπόθεση παραμένει ανεξιχνίαστη 35 χρόνια αργότερα.

Το 2010, ο αποκαλούμενος «Γάλλος Σπάιντερμαν», Βιεράν Τομίτς, είχε αφαιρέσει πέντε αριστουργήματα από το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Παρισιού και είχε περιγράψει το έγκλημά του ως «πράξη φαντασίας» σε συνέντευξή του στο The New Yorker.

Η «Μόνα Λίζα» μετά την επιστροφή της στο Λούβρο, στις 4 Ιανουαρίου 1914, έπειτα από την κλοπή της το 1911. (Public Domain)

 

Εικασίες για τα κοσμήματα

Λιγότερο από το 10% των κλεμμένων έργων τέχνης ανακτώνται διεθνώς, σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών. Οι ειδικοί χαρακτηρίζουν τα συγκεκριμένα κοσμήματα «αδύνατον να πουληθούν» στην παρούσα μορφή τους, κάτι που αυξάνει τον φόβο ότι θα διαλυθούν και θα ανακατασκευαστούν για να μην αναγνωριστούν.

Ο Ζικιέλο δήλωσε ότι «ιδανικά, οι δράστες θα συνειδητοποιήσουν τη βαρύτητα του εγκλήματος και θα επιστρέψουν τα αντικείμενα, καθώς είναι εντελώς αδύνατον να διατεθούν στην αγορά».

Ο Τόμπιας Κόρμιντ, διευθυντής της εταιρείας 77 Diamonds, δήλωσε στο Associated Press ότι είναι απίθανο τα κοσμήματα να ξαναδούν το φως της δημοσιότητας, αφού «οι επαγγελματικές ομάδες συνήθως κόβουν και ανασχηματίζουν τις μεγάλες πολύτιμες πέτρες ώστε να εξαφανίσουν κάθε ίχνος προέλευσης».

Κάποιοι ερευνητές υποπτεύονται ότι τα κρυπτονομίσματα ίσως να διαδραματίσουν ρόλο στο ξέπλυμα των εσόδων. Ο Βρετανός ιδιωτικός ερευνητής Τζον Ίσταμ επεσήμανε ότι πλέον οι εγκληματίες στρέφονται από τα μετρητά σε «ρευστότητα μέσω κρυπτονομισμάτων» για την πώληση δύσκολα διαχειρίσιμων αντικειμένων.

Όπως ανέφερε σε δήλωσή του μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: «Όταν πρόκειται για κλοπές ανυπολόγιστης αξίας, το ζήτημα δεν είναι μόνο τι αφαιρέθηκε, αλλά πώς θα μετατραπεί σε χρήμα. Δεν μπορείς να μπεις σε μια τράπεζα με εκατομμύρια σε χαρτονομίσματα ή διαμάντια. Τα κρυπτονομίσματα προσφέρουν ταχύτητα, ανωνυμία και διεθνή πρόσβαση που τα μετρητά πλέον δεν παρέχουν».

Κατά τον Ίσταμ, είναι πολύ πιθανό οι δράστες να είχαν ήδη καταστρώσει «ψηφιακό σχέδιο διαφυγής» —είτε λιώνοντας τα μέταλλα και διοχετεύοντάς τα σε ιδιωτικά δίκτυα είτε μέσω NFTs ή σταθερών ψηφιακών νομισμάτων για ξέπλυμα των κερδών.

Ο πρόεδρος Μακρόν, σε ανάρτησή του στο Χ, δεσμεύθηκε ότι τα κοσμήματα θα ανακτηθούν και οι δράστες θα οδηγηθούν στη δικαιοσύνη, λέγοντας χαρακτηριστικά: «[Η ληστεία αποτελεί] επίθεση στην πολιτιστική μας κληρονομιά, την οποία τιμούμε γιατί είναι η Ιστορία μας».

Της Rachel Roberts

Με πληροφορίες από το Reuters και το Associated Press

Ο συνιδρυτής της Wikipedia καταγγέλλει ιδεολογική χειραγώγηση της πλατφόρμας

Η Wikipedia, η δημοφιλής διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια που εκατομμύρια άνθρωποι θεωρούν αξιόπιστη πηγή πληροφόρησης, παρουσιάζει συστημική προκατάληψη εις βάρος συντηρητικών, θρησκευτικών και άλλων απόψεων, σύμφωνα με τον Λάρρυ Σάνγκερ, έναν από τους ιδρυτές της.

Ο Σάνγκερ, 57 ετών, ο οποίος σήμερα ηγείται του Ιδρύματος Προτύπων Γνώσης (Knowledge Standards Foundation), πιστεύει ότι η Wikipedia μπορεί να σωθεί είτε μέσω μιας ανανεωμένης δέσμευσης στην ελευθερία του λόγου εντός του οργανισμού είτε μέσω μιας εκστρατείας βάσης που θα επιτρέψει να ακουστούν διαφορετικές φωνές.

Αν δεν συμβεί αυτό, εκτίμησε ότι ενδέχεται να χρειαστεί κρατική παρέμβαση, ώστε να αρθεί η ανωνυμία που σήμερα προστατεύει τους συντάκτες της Wikipedia από αγωγές δυσφήμησης δημοσίων προσώπων που θεωρούν ότι η εγκυκλοπαίδεια τα παρουσιάζει με άδικο τρόπο.

Σε συνέντευξή του στις 9 Οκτωβρίου με τον Γιαν Γεκιέλεκ, παρουσιαστή της εκπομπής American Thought Leaders της EpochTV, ο Σάνγκερ μίλησε για την εκτροπή της Wikipedia από τις αρχές της και για το πώς θα μπορούσε να επιστρέψει στην αρχική της πορεία.

Συστημική προκατάληψη

Ο Σάνγκερ ανέφερε ότι η Wikipedia, η οποία ιδρύθηκε το 2001, υιοθετήθηκε από μια παγκοσμιοποιητική, ακαδημαϊκή και κοσμική προοδευτική ιδεολογία ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Προσέθεσε ότι η μονομέρεια αυτή επιταχύνθηκε μετά τις προεδρικές εκλογές των Ηνωμένων Πολιτειών του 2016, όταν πολλά μέσα ενημέρωσης εγκατέλειψαν την ιδέα της αμεροληψίας.

Παρότι η σελίδα εποπτεύεται από το μη κερδοσκοπικό Wikimedia Foundation, η ίδια η Wikipedia δηλώνει ότι είναι ένα αυτοδιοικούμενο εγχείρημα και πως «οι πολιτικές και οι κατευθυντήριες γραμμές της αντικατοπτρίζουν τη συναίνεση της κοινότητας».

Ο Σάνγκερ σημείωσε ότι με τον καιρό οι αρχικοί κανόνες ουδετερότητας, τους οποίους ο ίδιος είχε συγγράψει, τροποποιήθηκαν ώστε να απαγορεύουν την «ψευδή ισορροπία». Σύμφωνα με τον ίδιο, σήμερα απαιτείται, ακόμη και στο όνομα της ουδετερότητας, να δηλώνεται θέση όταν θεωρείται ότι μια πλευρά «έχει σαφώς άδικο». Όπως παρατήρησε: «Δεν τηρούνται πλέον ούτε τα προσχήματα αντικειμενικότητας».

Ένα από τα μέσα με τα οποία επιβάλλεται αυτή η στάση, όπως είπε, είναι ένα σύστημα αξιολόγησης πηγών με χρωματικό κώδικα που είτε προτιμά είτε αποκλείει συγκεκριμένες πηγές. Εξήγησε ότι δεν επιτρέπεται η χρήση πηγών που έχουν χαρακτηριστεί ως «δεξιές» και έφερε ως παράδειγμα την εφημερίδα The Epoch Times, η οποία έχει σημειωθεί με κόκκινο χρώμα στη σχετική λίστα, παρότι, όπως είπε, δεν θεωρεί ότι η συγκεκριμένη εφημερίδα είναι δεξιά.

Αντίθετα, πληροφορίες από πηγές με «πράσινη» σήμανση συχνά υιοθετούνται ως δεδομένες και αναπαράγονται χωρίς αναφορά στην πηγή.

Ο Σάνγκερ, ο οποίος εδώ και χρόνια αγωνίζεται για την αποκατάσταση της ελευθερίας του λόγου και της λογοδοσίας στην πλατφόρμα, τόνισε ότι πολλοί εξακολουθούν να θεωρούν τη Wikipedia ουδέτερη και αξιόπιστη, ενώ στην πραγματικότητα πολλές σελίδες της λειτουργούν με προπαγανδιστικό τρόπο.

Ως απόδειξη, ανέφερε διάφορα δημόσια πρόσωπα —τον συγγραφέα Φίλιπ Ροθ (Philip Roth), τον δημοσιογράφο Τζον Σίγκεντάλερ τον πρεσβύτερο (John Seigenthaler Sr.) και τον σκηνοθέτη Ρόμπυ Στάρμπακ (Robby Starbuck)— οι οποίοι του είχαν παραπονεθεί ότι παρουσιάστηκαν ανακριβώς.

Το 2022, η Wikipedia διέγραψε τη σελίδα της υποψήφιας για τη Γερουσία Κάθυ Μπαρνέτ (Kathy Barnette), Ρεπουμπλικανής, με το σκεπτικό ότι δεν ήταν «διακεκριμένο πρόσωπο». Η σελίδα αποκαταστάθηκε αργότερα. Την ίδια χρονιά, οι συντάκτες διέγραψαν την καταχώρηση για την επενδυτική εταιρεία Rosemont Seneca Partners του Χάντερ Μπάιντεν, κρίνοντας ότι «δεν ήταν αξιοσημείωτη», με έναν συντάκτη να υποστηρίζει ότι η διατήρησή της θα μπορούσε να λειτουργήσει «ως μαγνήτης για θεωρίες συνωμοσίας», χωρίς όμως να προσφέρει τεκμήρια.

Η Ρεπουμπλικανή υποψήφια για τη Γερουσία των ΗΠΑ στην Πενσυλβανία, Κάθυ Μπαρνέτ, κατά τη διάρκεια φόρουμ ρεπουμπλικανικής ηγεσίας στο Newtown Athletic Club στο Νιούταουν. Πενσυλβανία, 11 Μαΐου 2022. (Michael M. Santiago/Getty Images)

 

Ο Σάνγκερ παρομοίασε τον ιδεολογικό έλεγχο του περιεχομένου της Wikipedia με τη «μακρά πορεία μέσα από τους θεσμούς», μια κομμουνιστική τακτική κατάληψης της εξουσίας μέσω ελέγχου θεμελιωδών θεσμών όπως τα μέσα ενημέρωσης, η εκπαίδευση και η διακυβέρνηση. Κατά τον Σάνγκερ, «η Wikipedia είναι ένας από τους θεσμούς που η αριστερά έχει κατακτήσει».

Η Wikipedia δεν απάντησε στο αίτημα της εφημερίδας The Epoch Times για σχόλιο.

Έλλειψη διαφάνειας και λογοδοσίας

Ο Σάνγκερ περιέγραψε τη δομή της Wikipedia ως μια «παράλογη γραφειοκρατία» που αυτοτροφοδοτείται, επισημαίνοντας ότι η εφαρμογή των κανόνων λειτουργεί ως μηχανισμός επιβολής ιδεολογικής συμμόρφωσης. Υποστήριξε ότι ορισμένοι κανόνες πρέπει να αναβιώσουν και άλλοι να καταργηθούν.

Ένα πρόβλημα, είπε, είναι η πολιτική που δίνει προτεραιότητα στις δευτερογενείς πηγές έναντι των πρωτογενών. Αυτό, κατά τον ίδιο, έρχεται σε αντίθεση με τις πρακτικές της δημοσιογραφίας και της ακαδημαϊκής έρευνας, που προτιμούν τις πρωτογενείς πηγές, όπως άμεσες δηλώσεις, ιστορικά έγγραφα ή πρωτότυπη έρευνα.

Αντιθέτως, η Wikipedia βασίζεται κυρίως σε πηγές που έχουν ήδη ερμηνεύσει το πρωτότυπο υλικό, όπως εφημερίδες και περιοδικά. Ο Σάνγκερ σχολίασε ότι, ως πρώην ακαδημαϊκός, θεωρεί αυτή την πρακτική «παράλογη».

Αναφέρθηκε, επίσης, στο περιστατικό με τον Φίλιπ Ροθ, ο οποίος είχε ζητήσει να διορθωθεί η σελίδα της Wikipedia σχετικά με τον χαρακτήρα στο βιβλίο του The Human Stain («Η ανθρώπινη κηλίδα»). Αν και ο ίδιος ο Ροθ εξήγησε στους συντάκτες πώς εμπνεύστηκε τον χαρακτήρα, η Wikipedia αρνήθηκε να τροποποιήσει το λήμμα, προτιμώντας μια υποθετική εκδοχή της The New York Times. Ο Ροθ τελικά δημοσίευσε άρθρο στο The New Yorker για το ζήτημα, παρέχοντας έτσι στη Wikipedia μια «δευτερογενή πηγή» για όσα είχε ήδη δηλώσει άμεσα.

Ο Σάνγκερ σχολίασε ότι το περιστατικό αυτό καταδεικνύει την παράλογη φύση της διαδικασίας.

Ο συγγραφέας Φίλιπ Ροθ, το 1967. (Bernard Gotfryd/Public Domain)

 

Παράλληλα, επεσήμανε ότι η ανωνυμία των περισσότερων από τους 62 πιο επιδραστικούς συντάκτες της Wikipedia επιτείνει το πρόβλημα, καθώς δεν υπάρχει λογοδοσία για την πιθανή ζημιά που μπορεί να προκαλέσει το περιεχόμενο. Όπως είπε, το 85% αυτών είναι ανώνυμοι, κάτι που καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε νομική ενέργεια εναντίον τους.

Επιπλέον, το άρθρο 230 του Communications Decency Act (Νόμου περί Ευπρέπειας στις Επικοινωνίες) του 1996  προστατεύει τις εταιρείες από αγωγές για περιεχόμενο που δημιουργούν οι χρήστες τους, οπότε ούτε το Wikimedia Foundation μπορεί να μηνυθεί.

Προτάσεις για μεταρρύθμιση

Στην προσωπική του ιστοσελίδα, ο Σάνγκερ έχει δημοσιεύσει μια σειρά προτάσεων για την επιστροφή της Wikipedia στις αρχές της δικαιοσύνης και της ελευθερίας του λόγου. Κάποιες από αυτές επικεντρώνονται στη διαφάνεια της διαχείρισης: αποκάλυψη των προσώπων που ηγούνται της Wikipedia, δυνατότητα του κοινού να αξιολογεί τα άρθρα, κατάργηση της λήψης αποφάσεων μέσω «συναίνεσης» και υιοθέτηση μιας νομοθετικής διαδικασίας για τον καθορισμό των πολιτικών σύνταξης.

Οθόνη υπολογιστή εμφανίζει την ιστοσελίδα του Λάρρυ Σάνγκερ στις 16 Οκτωβρίου 2025. (Oleksii Pydsosonnii/The Epoch Times)

 

Ο Σάνγκερ θεωρεί ότι οι σημερινές πολιτικές καθιστούν τη Wikipedia απομονωμένη και ιδεολογικά περιορισμένη, και ότι η δημόσια διαμόρφωση πολιτικών θα μπορούσε να ανοίξει την πλατφόρμα σε διαφορετικές απόψεις.

Άλλες προτάσεις του εστιάζουν στην ελευθερία του λόγου: τη δυνατότητα ύπαρξης πολλαπλών άρθρων για το ίδιο θέμα, την κατάργηση της κατάταξης των πηγών σε «μαύρες λίστες», την επιστροφή στην πολιτική ουδετερότητα και τον τερματισμό του απεριόριστου αποκλεισμού ορισμένων συντακτών.

Ο Σάνγκερ ζήτησε επίσης την κατάργηση του κανόνα «αγνοήστε όλους τους κανόνες», τον οποίο είχε θεσπίσει ο ίδιος στα πρώτα χρόνια της Wikipedia για να ενθαρρύνει νέους συντάκτες να συνεισφέρουν χωρίς φόβο. Όπως παρατήρησε, ο κανόνας αυτός έχει πλέον διαστραφεί και χρησιμοποιείται από τους «παλιούς» για να επιβάλλουν τον έλεγχό τους στους νέους.

Πώς μπορεί να έρθει η αλλαγή

Ο Σάνγκερ εκτίμησε ότι η αλλαγή μπορεί να προκύψει με τρεις τρόπους.

Πρώτον, το Wikimedia Foundation θα μπορούσε να τερματίσει οικειοθελώς το ιδεολογικό μονοπώλιο, επιτρέποντας, όπως είπε, τη συμμετοχή «κεντρώων, φιλελευθέρων, Ρεπουμπλικανών, συντηρητικών, θρησκευόμενων, ινδουιστών,  χριστιανών, Εβραίων, ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ, κλπ».

Δεύτερον, θα μπορούσε να ασκηθεί πίεση μέσω μιας δημόσιας εκστρατείας υπέρ της δικαιοσύνης. Ο Σάνγκερ ανέφερε ότι σκοπεύει να οργανώσει μια «επιστολή διαμαρτυρίας» και να τη διακινήσει σε προσωπικότητες που θεωρούν ότι έχουν αδικηθεί από τη Wikipedia, προσκαλώντας παράλληλα και άλλους να επικοινωνήσουν απευθείας με το Wikimedia Foundation.

Τέλος, είπε ότι το Κογκρέσο θα μπορούσε να παρέμβει θεσπίζοντας εξαίρεση στο άρθρο 230, η οποία θα επιτρέπει την απόσυρση ιστοσελίδων που δημοσιεύουν δυσφημιστικό υλικό. Υπενθύμισε ότι υπάρχει προηγούμενο, αναφερόμενος σε νόμο του 2018 που προβλέπει παρόμοια εξαίρεση για ιστοσελίδες που χρησιμοποιούνται για την οργάνωση εμπορίας ανθρώπων. Όπως είπε, «ακόμη κι αν οι διαχειριστές του ιστοτόπου δεν εμπλέκονται άμεσα, αν η δραστηριότητα οργανώνεται εκεί, μπορεί να ασκηθεί δίωξη».

Ο Σάνγκερ τόνισε ότι «η Wikipedia χρειάζεται πράγματι κάποια μεταρρύθμιση». Αν και ελπίζει ότι οι προτάσεις του θα υιοθετηθούν, παραδέχθηκε ότι αυτό ίσως να μη συμβεί. Επεσήμανε, ωστόσο, ότι αν η πλατφόρμα βρει «τρόπους πιο αποδεκτούς για την ίδια», εκείνος θα τους στηρίξει.

Των Jan Jekielek και  Lawrence Wilson