Σάββατο, 30 Αυγ, 2025

Φάβα, από το λαθούρι

Η φάβα ανήκει στα όσπρια και προέρχεται από το λαθούρι, του είδους Lathyrus sativus L. Ο κατεξοχήν τρόπος κατανάλωσής της είναι βρασμένη και λιωμένη σε πηχτή πάστα.

Αποτελεί βασικό πιάτο της ελληνικής κουζίνας, και αν και έχουμε συνηθίσει να την καταναλώνουμε ως μεζέ, σε συνδυασμό με πολλά άλλα εδέσματα, κάλλιστα μπορεί να σταθεί και μόνη της, μαζί με ελιές, ψωμί και λίγη σαλάτα ως ένα ελαφρύ αλλά θρεπτικό γεύμα.

Ορισμένοι παρασκευάζουν την πάστα σκέτη και τη γαρνίρουν κατά το σερβίρισμα με ψιλοκομμένο ξερό κρεμμύδι και/ή ελιές, λάδι και αλατοπίπερο.

Άλλοι βράζουν μαζί με τη φάβα το κρεμμύδι, ακόμα και καρότα και/ή πράσο, και τα πολτοποιούν όλα μαζί, εμπλουτίζοντας το πιάτο.

Στο βράσιμο μπορείτε επίσης να προσθέσετε σαφράν ή κουρκουμά: τονίζουν τόσο το χρώμα της όσο και τη γεύση της.

Για το γαρνίρισμα, μπορείτε να αρτύνετε με κάτι καυτερό, όπως σκόρδο ή μπούκοβο ή ακόμα και ψιλοκομμένη καυτερή πιπεριά ή/και λεμόνι, μαϊντανό ή φρέσκο κολίανδρο. Απαραίτητο το λάδι!

Για την παρασκευή της, το πιο σημαντικό είναι να αποφύγετε το ανακάτεμα. Κουνάμε απλώς την κατσαρόλα λίγο, στην αρχή, και μετά την αφήνουμε.

Για να μετρήσουμε τον χρόνο παρασκευής, τη βράζουμε μαζί με ένα ολόκληρο κρεμμύδι (ξεφλουδισμένο). Όταν το κρεμμύδι είναι έτοιμο, είναι και η φάβα.

Επειδή για να πήξει θέλει τον χρόνο της, καλό είναι να την ετοιμάσετε από το πρωί ή και από την προηγουμένη. Άλλωστε, είναι φαγητό που τρώγεται κρύο.

Φάβα 

Υλικά

  • 300 γρ. κίτρινη φάβα
  • 900 mL νερό (αναλογία 3/1)
  • 1 ολόκληρο κρεμμύδι, χωρίς τη φλούδα
  • καρότο/πράσο (προαιρετικά)
  • Σαφράν/κουρκουμάς
  • Αλάτι, πιπέρι

Εκτέλεση

Πλύνετε καλά τη φάβα, χύνοντας το νερό αρκετές φορές και αφήστε τη να μουλιάσει για 30΄.

Βάλτε νερό (την τριπλάσια ποσότητα από τη φάβα) να βράσει. Ρίξτε μέσα τη φάβα (την οποία έχετε σουρώσει) και κουνήστε την κατσαρόλα ελαφρά. Χαμηλώστε τη φωτιά σε μέτρια και αφήστε να βράσει για λίγη ώρα χωρίς το καπάκι.

Μετά από 5-10΄, όταν έχουν μαζευτεί αφροί στην επιφάνεια, ξαφρίστε την. Παραμείνετε κοντά και παρακολουθείτε για επιπλέον αφρό. Όταν σταματήσει να αφρίζει, προσθέστε το ολόκληρο κρεμμύδι και το καρότο ή πράσο, αν επιλέξετε να βάλετε. Βάλτε επίσης το σαφράν ή τον κουρκουμά και πιπέρι. Κλείστε το καπάκι της κατσαρόλας και αφήστε να βράσει.

Ελέγξτε μετά από 20΄ περίπου το κρεμμύδι με ένα πηρούνι. Αν έχει μαλακώσει, η φάβα σας είναι έτοιμη. Αν όχι, συνεχίστε το βράσιμο. Ελέξτε και το νερό, και κάντε τις κατάλληλες ρυθμίσεις, ανάλογα αν θέλετε τη φάβα σας περισσότερο ή λιγότερο πηχτή. Π.χ. αν έχει ακόμα αρκετό νερό, μπορείτε να αφήσετε ανοιχτή την κατσαρόλα για την υπόλοιπη ώρα. Σε αυτό το σημείο, μπορείτε να προσθέσετε το αλάτι που θέλετε.

Όταν η φάβα σας είναι έτοιμη, αποσύρετε την κατσαρόλα από τη φωτιά και την αφήνετε να κάτσει. Αν θέλετε να χάσει υγρά, αφήστε τη για λίγο σε σουρωτήρι.

Περάστε την από το πολυμηχάνημα (μούλτι), μαζί με το κρεμμύδι, καρότο, πράσο.

Τοποθετήστε την πάστα της φάβας σε πιατέλα, περιχύστε με λάδι και σερβίρετε με ψιλοκομμένο κρεμμύδι, ελιές, μαϊντανό, κάππαρη.

Καλή σας όρεξη!

 

 

Η Κοίμηση της Θεοτόκου μέσα από την παράδοση της Βυζαντινής Αγιογραφίας

Η Κοίμηση της Θεοτόκου είναι μία από τις σημαντικότερες εορτές της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, αφού η Παρθένος κατέχει μία ξεχωριστή θέση στην παράδοσή μας.

Ο ρόλος της στη χριστιανική ιστορία ως φορέα της ενανθρώπισης του Κυρίου την ανύψωσε πάνω από το ανθρώπινο επίπεδο. Αυτό εκφράζεται ξεκάθαρα στην αναχώρησή της από τον κόσμο: απαλλαγμένη από τη φθορά, ‘κοιμήθηκε’. Ο Χριστός μετά αγγέλων και προφητών κατέβηκε για να παραλάβει την ψυχή της, ενώ τρεις ημέρες μετά αναλήφθηκε και το σώμα της στον ουρανό, με την υπόσχεση της ανάστασης να υλοποιείται για μία ακόμη φορά.

Οι περιγραφές και θεολογικές ερμηνείες για την Κοίμηση και τη Μετάσταση της Θεοτόκου δεν παρέχονται από την επίσημη εκκλησιαστική παράδοση, δηλαδή τα Τέσσερα Ευαγγέλια. Αναπτύχθηκαν κυρίως μετά την κοίμησή της, ενώ κατά τα βυζαντινά χρόνια μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, εντρύφησαν στη μορφή της Θεοτόκου και τη σπουδαιότητά της για τη χριστιανοσύνη, αινώντας τη Μητέρα του Θεού και ερμηνεύοντας τον ρόλο της στη σωτηρία των ανθρώπων. Γράφτηκαν πολλά τροπάρια, ύμνοι και κείμενα για τα υπερφυσικά γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή της, βασισμένα κατά κύριο λόγο στα Απόκρυφα, θεολογικά κείμενα που παρήγαγε η λαϊκή ορθόδοξη παράδοση τα οποία κάλυπταν το κενό των επίσημων εκκλησιαστικών κειμένων.

Η τιμή που της περιποιούν οι γραπτές μαρτυρίες δεν θα μπορούσε να μην αντανακλάται στην εικονογραφική παράδοση. Με την πάροδο των ετών, ιδίως όταν η εορτή θεσπίστηκε επισήμως επί Ιουστινιανού, η Βυζαντινή αγιογραφία ανέπτυξε τους δικούς της κώδικες ώστε να μεταφέρει στους πιστούς αφ’ ενός την ιερότητα του προσώπου της Παναγίας και αφ’ ετέρου τη μυσταγωγία των υπερφυσικών γεγονότων του βίου της.

Συγκεκριμένα για την Κοίμηση, υπάρχει μία αρκετά τυποποιημένη εικονογραφία, η οποία περιέχει πλήθος συμβολισμών. Με τον στυλιζαρισμένο τρόπο της (ο οποίος όμως παρέχει και πολλά περιθώρια για παρεκκλίσεις από τον κανόνα), αποτυπώνει τα σημαντικότερα γεγονότα: την Κοίμηση, τον Ενταφιασμό και τη Μετάσταση της Παναγίας, ενίοτε μαζί σε μία εικόνα.

Τα στοιχεία που επιστρατεύουν οι αγιογράφοι είναι συγκεκριμένα και γι΄αυτό εύκολα αναγνωρίσιμα από τους πιστούς· αυτός είναι και ο στόχος, άλλωστε. Να ‘διαβάζεται’ η εικόνα εύκολα, και να εμπνέει το δέος και τη συγκίνηση στην ψυχή.

Ο Δημήτρης Τσιάντας, πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Αγιογράφων, ανέλυσε για την Epoch Times μερικά από τα εικονογραφικά και θεολογικά στοιχεία των εικόνων της Κοιμήσεως, βοηθώντας μας να τις αποκρυπτογραφήσουμε, να εμβαθύνουμε στο νόημά τους, και να συνδέσουμε το παρελθόν με το παρόν και το φυσικό με το υπερφυσικό.

Ένα πρόσωπο απαλλαγμένο από τη φθορά

Μια τυπική εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αναπαριστά συνήθως το σώμα της ξαπλωμένο σε μία κλίνη σκεπασμένη με μακρύ, όμορφο ύφασμα, στο κέντρο της σύνθεσης και χαμηλά, με τον Χριστό δίπλα της να κρατά την ψυχή της που απεικονίζεται σαν βρέφος. Δεξιά και αριστερά βρίσκονται οι άγιοι Απόστολοι και Ιεράρχες, από πίσω τους διάφορος κόσμος, άντρες και γυναίκες, ενώ πίσω από τη μορφή του Χριστού φαίνονται άγγελοι που έρχονται να συνοδεύσουν το σώμα της στον ουρανό.

Τμήμα της παράστασης της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Εμ. Πανσέληνου, στο Πρωτάτο του Αγίου Όρους (13ος αι.) Διακρίνεται η μορφή του Αγίου Παύλου με το ανοιχτό μωβ ένδυμα, βαθιά σκυμμένη στα πόδια της Παναγίας. Κάτι μοναδικό σε αυτή την παρασταση είναι το κόκκινο μαξιλαράκι στα πόδια της Παναγίας, το οποίο συνήθως περιλαμβάνεται όταν η Παρθένος είναι σε όρθια ή καθιστή στάση. Ο Δ. Τσιάντας εικάζει ότι συμβολίζει τη Μετάσταση. (Ευγενική παραχώρηση του Δημήτρη Τσιάντα)

 

Ανάλογα με τη δυνατότητα του χώρου – εφόσον οι εικόνες αυτές δημιουργούνται για να τοποθετηθούν σε ένα δεδομένο σημείο μίας εκκλησίας – απεικονίζονται και προφήτες, καθώς και οι δώδεκα Απόστολοι στον ουρανό, μέσα σε σύννεφα, μερικές φορές συνοδευόμενοι από αγγέλους. Ψηλά, διακρίνονται ανοικτές οι πύλες του ουρανού. Περιλαμβάνονται επίσης και οι  τρεις από τους τέσσερις Ιεράρχες που παραβρέθηκαν στην Κοίμηση.

Ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία αυτών των εικόνων είναι το πρόσωπο της Παναγίας, το οποίο πάντα απεικονίζεται άχρονο και απαλλαγμένο από κάθε είδους φθορά. Με ροδαλό χρώμα στα μάγουλα, γαλήνια έκφραση, μερικές φορές και με ένα υπομειδίαμα στα χείλη, το πρόσωπο αυτό είναι ο πιο εύγλωττος μάρτυρας του γεγονότος της υπέρβασης του θανάτου και κάθε επίγειου πόνου. Επίσης, το κεφάλι της είναι πάντα λίγο ανασηκωμένο, δίνοντας την εντύπωση ότι είναι έτοιμη να ξυπνήσει και να σηκωθεί. Αποτέλεσμα αυτών των εικονογραφικών στοιχείων είναι μία αίσθηση διόλου πένθιμη, αλλά ζωηρή, έντονη, χαρούμενη.

Λεπτομέρεια από την παράσταση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Εμ. Πανσέληνου, στο Πρωτάτο του Αγίου Όρους (13ος αι.). Ευδιάκριτο είναι το ελαφρύ χαμόγελο στα χείλη της και το ροδαλό χρώμα στα μάγουλα. (Ευγενική παραχώρηση του Δημήτρη Τσιάντα)

 

Η ζωηρότητα της εικόνας ενισχύεται από τα πλήθη που έρχονται για να αποχαιρετήσουν ή να καλωσορίσουν τη Θεοτόκο. Από τη μία οι άνθρωποι, που συνωστίζονται δεξιά και αριστερά της κλίνης γεμίζοντας ασφυκτικά τη σύνθεση σε αυτά τα σημεία. Από την άλλη, οι άγγελοι, οι απόστολοι, οι προφήτες.

Ως μία από τις πιο  αξιόλογες παραστάσεις της Κοιμήσεως, ο κος Τσιάντας αναφέρει εκείνη στον Ναό του Πρωτάτου, στο Άγιο Όρος, του Εμμανουήλ Πανσέληνου (13ος αι.), του μέγιστου αγιογράφου από τη Θεσσαλονίκη. Για τον Δ. Τσιάντα, το έργο του στο Πρωτάτο είναι ισάξιο του Παρθενώνα ως προς την αξία του σαν μνημείο της βυζαντινής ζωγραφικής.

Ο Χριστός

Δίπλα της στέκει πάντα ο Χριστός, ο οποίος έχει έρθει για να παραλάβει την ψυχή της, η οποία  βρίσκεται ήδη στα χέρια Του. Τα ενδύματά του είναι συχνά στο χρώμα της ώχρας, σε αντιδιαστολή με τα μπλε και πορφυρά που φορά σε άλλες εικόνες. Η χρυσαφένια ώχρα δημιουργεί αντίθεση με τα σκούρα της Θεοτόκου και την γκρίζα φιάλη που ενίοτε βρίσκεται πίσω Του, και ενισχύει τη φωτεινότητα της μορφής Του. Ο Θεοτοκόπουλος χρησιμοποιεί την ώχρα για να Τον συνδέσει με το σώμα των αγγέλων, ενώ ορισμένοι αγιογράφοι, όπως ο Μιχαήλ Αστραπάς (13ος αιώνας, Θεσσαλονίκη), επιλέγουν να Τον περιβάλουν και με μία ολόσωμη άλω.

Ενδιαφέρον είναι ότι η μορφή Του δεν εγκαταλείπει το πλευρό της Θεοτόκου ούτε στις εικόνες που αναπαριστούν τη μεταφορά της κλίνης.

Άγγελοι, απόστολοι, προφήτες

Στις εικόνες της Κοιμήσεως, χαρακτηριστική είναι και η γενικευμένη προσέλευση όντων – θνητών και αθανάτων – που σπεύδουν να παραβρεθούν στο γεγονός της Κοιμήσεως, υπογραμμίζοντας τόσο την εξέχουσα σημασία του προσώπου της Παναγίας όσο και της Μετάστασης που επίκειται.

Στην πραγματικότητα, η σκηνή που μας παρουσιάζουν οι αγιογραφίες είναι μία δυναμική σκηνή, διόλου στατική. Δεν παρατηρούμε ένα τετελεσμένο γεγονός, αλλά μία διαδικασία εξαιρετική, και παρακολουθούμε με αγωνία και θαυμασμό την εξέλιξή της, παρόλο που τη γνωρίζουμε.

Πολλές φορές το πλήθος των αγγέλων ξεπερνά σε αριθμό αυτό των ανθρώπων. Κατεβαίνουν από τον ουρανό, γεμίζοντας τον χώρο πίσω από τον Χριστό ή διακρίνονται κολλητά ο ένας με τον άλλο σε έναν ειδικά ζωγραφισμένο χώρο, τη ‘φιάλη’,  πάλι πίσω από τον Χριστό· άλλοι περιμένουν στις πύλες του ουρανού· άλλοι πάλι συνοδεύουν τους προφήτες ή τους αποστόλους που «έρχονται εν νεφέλαις εκ περάτων» – καταφτάνουν δηλαδή από μακριά, επιβαίνοντας σε σύννεφα που τους περικλείουν σαν κοχύλια.

Αγιογράφηση του Μιχαήλ Αστραπά σε εκκλησία στην Οχρίδα Σκοπίων. Διακρίνονται οι δώδεκα Απόστολοι που έρχονται πάνω σε σύννεφα, περικλείοντας την εικόνα. 13ος αιώνας. (Ευγενική παραχώρηση του Δημήτρη Τσιάντα)

 

Άλλες φορές, πάλι, αναλόγως τον χώρο που έχει διαθέσιμος ο αγιογράφος, μπορεί να απεικονίσει τους Αποστόλους και τους αγγέλους δίπλα στην κλίνη, όπως έκανε ο Πανσέληνος στην Κοίμηση του Πρωτάτου: τοποθέτησε δεξιά της κλίνης τούς μεν, αριστερά τούς δε, και συμπλήρωσε τα κενά εκατέρωθεν με κόσμο.

Το  τμήμα της παράστασης της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Εμ. Πανσέληνου, στο Πρωτάτο του Αγίου Όρους (13ος αι.), με τους Αποστόλους και κόσμο πίσω τους. Ο αγιογράφος επέλεξε αυτή τη διάταξη ελλείψει ύψους στον προκαθορισμένο για την τοιχογραφία χώρο. (Ευγενική παραχώρηση του Δημήτρη Τσιάντα)

 

Το αριστερό τμήμα της παράστασης της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Εμ. Πανσέληνου, στο Πρωτάτο του Αγίου Όρους (13ος αι.). Φαίνονται οι άγγελοι και κόσμος πίσω τους. (Ευγενική παραχώρηση του Δημήτρη Τσιάντα)

 

Τυπική είναι και οι απεικόνιση των τριών εκ των τεσσάρων Ιεραρχών που παραβρέθηκαν στην Κοίμηση: του Ιακώβου του Αδελφοθέου, του Ιεροθέου, του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου και του Τιμοθέου. Ο Ιερόθεος δεν εικονίζεται. Οι μορφές τους διακρίνονται από τους μεγάλους σταυρούς που φέρουν στα ενδύματά τους, και τοποθετούνται μεταξύ των ανθρώπων, συνήθως στην επάνω σειρά.

Αν υπάρχει χώρος, περιλαμβάνονται στην εικόνα και οι προφήτες που προφήτευσαν για την Παναγία: ο Ιεζεκιήλ, ο Βαλαάμ, ο Ζαχαρίας, κ.ά. Επίσης οι ποιητές Κοσμάς και Δαμιανός, που έγραψαν ύμνους για την Παναγία. Οι προφήτες αναγνωρίζονται από το ιδιαίτερο σύμβολο που έχει αποδοθεί στον κάθε ένα, ανάλογα με τις προφητείες του, και το οποίο απεικονίζεται δίπλα του. Παραδείγματος χάριν, ο Σολομών έχει τον Ναό του, ο Βαλαάμ το άστρο, ο Δανιήλ τον δράκο, ο Ιεζεκιήλ μία πόρτα, ο Ζαχαρίας την επτάφωτο λυχνία. Συχνά κρατούν γραφές: τις προφητείες τους.

Όλες αυτές οι παρουσίες γεμίζουν δόξα την εικόνα και την κάνει να δονείται. Το βλέπουμε και το νιώθουμε. Νιώθουμε την παρουσία του θαυμαστού, βλέπουμε την παρουσία του θαυμαστού, χωρίς να είμαστε σίγουροι τι προηγείται και τι έπεται στην προκειμένη περίπτωση: η όραση ή η αίσθηση;

Σε ορισμένες εικόνες, οι άγγελοι και γενικότερα ο ουράνιος κόσμος διαφοροποιούνται έντονα από τον γήινο. Η μέθοδος της φιάλης είναι ένας τρόπος, η χρήση διαφορετικής χρωματικής παλέτας ένας δεύτερος, που λειτουργεί συμπληρωματικά με τον πρώτο. Άλλοι αγιογράφοι επιλέγουν να ενοποιούν τους δύο κόσμους: οι άγγελοι αποδίδονται με τα ίδια χρώματα που χρησιμοποιούνται για τους ανθρώπους και τίποτα δεν φαίνεται να χωρίζει τους μεν από τους δε. Αυτές οι παραλλαγές δείχνουν την ευελιξία της βυζαντινής αγιογραφικής παράδοσης, επιτρέποντάς μας να διαπιστώσουμε ότι η στυλιστική αυστηρότητα αφορά ένα ορισμένο επίπεδο. Όταν εμβαθύνουμε, βλέπουμε ότι εντός του δεδομένου πλαισίου, ο βυζαντινός αγιογράφος έχει τη δική του ελευθερία.

Αυτό παρατηρείται ιδίως στα πρόσωπα των μορφών, τα οποία μπορούν να αποδοθούν είτε πιο ζωντανά, εκφραστικά και διαφοροποιημένα είτε πιο ομοιόμορφα και τυποποιημένα – κάτι που σύμφωνα με τον κο Τσιάντα εναπόκειται αποκλειστικά στον αγιογράφο.

Η Κοίμηση της Θεοτόκου, από τον Θεοφάνη τον Κρητικό. Ο αγιογράφος έχει τοποθετήσει τους αγγέλους μέσα στη ‘φιάλη’ και τους έχει ζωγραφίσει σε αποχρώσεις του γκρίζου, έτσι ώστε να διακρίνεται ξεκάθαρα ότι ανήκουν σε άλλη διάσταση. Πάνω από το κεφάλι του Χριστού διακρίνεται ένα εξαπτέρυγο, ενώ ψηλά στην κορυφή της εικόνας οι ανοικτές πύλες των ουρανών, μέσα από τις οποίες αχνοφαίνονται άγγελοι. 160ς αιώνας. (Ευγενική παραχώρηση του Δημήτρη Τσιάντα)

 

Κοίμηση – Ενταφιασμός – Μετάσταση

Το γεγονός της Κοιμήσεως στην Ορθόδοξη παράδοση δεν είναι μεμονωμένο, αλλά συνδέεται με τον Ενταφιασμό και τη Μετάσταση, τα οποία ορισμένες φορές μπορεί και να αναπαρίστανται εντός της ίδιας εικόνας ταυτόχρονα. Αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί σε μία τοιχογραφία. Όπως λέει ο Δημήτρης Τσιάντας, «δεν υπάρχει χρόνος και χώρος στην αγιογραφία».

Προηγείται η αναγγελία του γεγονότος από την ίδια την Παναγία στις φίλες της, καθώς είχε γνώση αυτού, επεισόδιο που ορισμένοι αγιογράφοι όπως ο Μιχαήλ Αστραπάς έχουν περιλάβει στο πλαίσιο μίας διευρυμένης αφήγησης.

Ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, σε μία από τις βυζαντινές αγιογραφίες που ζωγράφισε πριν μεταβεί στην Ιταλία, συνδύασε την Κοίμηση με τη Μετάσταση, ενσωματώνοντας την παράσταση της Αγίας Ζώνης, τη στιγμή δηλαδή οποία η Παναγία παραδίδει τη ζώνη της στον Απόστολο Θωμά, ενώ ανεβαίνει στον ουρανό.

Σύμφωνα με την Ιστορία της Αγίας Ζώνης, «ο Απόστολος Θωμάς ήταν ο μόνος από τους Αποστόλους που είδε τη θαυμαστή Μετάσταση της Θεοτόκου. Δεν είχε μπορέσει να παρευρεθεί στην κηδεία της, ευρισκόμενος στις Ινδίες. Εκεί, μετά από τρεις ημέρες και ενώ τελούσε τη Θεία Λειτουργία, βρέθηκε στη Γεθσημανή με θαυμαστό τρόπο και είδε όσα συνέβησαν.

»Τότε παρακάλεσε την Παναγία να του δώσει για ευλογία τη Ζώνη της. Και εκείνη, καθώς ανέβαινε στους ουρανούς, του έριξε το ιερό κειμήλιο. Ο Απόστολος Θωμάς στη συνέχεια πληροφόρησε και τους υπόλοιπους Αποστόλους για τα θαυμαστά γεγονότα και τους έδειξε την Αγία Ζώνη της Παναγίας».

Η Κοίμηση και η Μετάσταση της Θεοτόκου, με την παράσταση της Αγίας Ζώνης, από τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο (Ελ Γκρέκο), 16ος αιώνας. Ανακαλύφθηκε σχετικά πρόσφατα. (Ευγενική παραχώρηση του Δημήτρη Τσιάντα)

 

Μία άλλη ιδιαιτερότητα αυτής της εικόνας του είναι η συνεχής ροή των αγγέλων, χρωματικά ενωμένη με τον Χριστό, που συνδέει τα ουράνια με τη γη. Στο μέσον αυτού του φωτεινού ποταμού ο Θεοτοκόπουλος τοποθετεί ένα δεύτερο σώμα της Παναγίας, αναπαριστώντας τη στιγμή της Μετάστασής της ταυτόχρονα με τη στιγμή της Κοιμήσεως. Θα μπορούσαμε να φανταστούμε ότι με αυτόν τον τρόπο υπαινίσσεται  πως στις άλλες διαστάσεις – όπως και στην αγιογραφία – ισχύουν διαφορετικοί νόμοι.

Το κάτω μέρος τους σώματος της Παναγίας είναι και αυτό ενωμένο χρωματικά με τη χρυσαφένια ροή των ουράνιων όντων, ενώ λίγο πάνω από το κεφάλι του Χριστού διακρίνεται το Άγιο Πνεύμα με τη μορφή περιστεριού· μία απάνια απεικόνιση, κατά τον κο Τσιάντα, και ένα ακόμη τόλμημα του Θεοτοκόπουλου.

Άλλη καινοτομία σε αυτήν τη φαινομενικά παραδοσιακή εικόνα είναι η απαλή κλίση που έχει η μορφή του Χριστού πάνω από το προσκέφαλο της Παναγίας, «λες και παίρνει ο ίδιος την ψυχή από το σώμα της», η οποία προσδίδει κίνηση, ζωντάνια και συναίσθημα στη σκηνή.

Ο Θεοτοκόπουλος έχει περιλάβει και την έλευση των δώδεκα Αποστόλων, τους οποίους τοποθέτησε σε δύο σύννεφα, μοιρασμένους ανά έξι, να καταφτάνουν από αριστερά και από δεξιά. Στο βάθος διακρίνονται κτήρια.

Το πιο φωτεινό σημείο της εικόνας είναι το φωτοστέφανο της Κεκοιμημένης Παναγίας. Εκεί τοποθετείται η έμφαση, θυμίζοντάς μας ότι αυτή είναι κατ΄αρχήν μία εικόνα για την Κοίμησή της.

Από τη συγκεκριμένη εικόνα του Θεοτοκόπουλου εμπνεύστηκε και ο  ίδιος ο Δημήτρης Τσιάντας, αξιοποιώντας ορισμένα στοιχεία και καινοτομίες του παλιού δασκάλου, σε συνδυασμό με άλλα από διαφορετικές σχολές. Η εικόνα του, με τα απαλά και φωτεινά της χρώματα, είναι γιορτινή σχεδόν και μεταδίδει έντονα την αίσθηση του εξαιρετικού. Εδώ, η παράσταση της Αγίας Ζώνης, στο επάνω μέρος της σύνθεσης, έχει πιο έντονη παρουσία.

Η Κοίμηση και η Μετάσταση της Θεοτόκου, από τον  Δημήτρη Τσιάντα. (Ευγενική παραχώρηση του Δημήτρη Τσιάντα)

 

Άλλες εικονογραφικές λεπτομέρειες, μορφές και σύμβολα

Όπως προαναφέρθηκε, η βυζαντινή αγιογραφία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε σύμβολα και στερεότυπα στοιχεία, τα οποία με τον τρόπο τους απελευθερώνουν τον αγιογράφο και διευκολύνουν την επικοινωνία μεταξύ αυτού και των πιστών.

Άλλες μορφές που τείνουν να επαναλαμβάνονται στις εικόνες της Κοιμήσεως, εκτός από όσες αναφέραμε προηγουμένως, είναι η μορφή του Αγίου Παύλου, σκυμμένου πάνω από την κλίνη της Θεοτόκου, σε προφίλ, καθώς και η μορφή ενός άντρα με κομμένα χέρια: του τα έκοψε ένας άγγελος με το μακρύ σπαθί του όταν προσπάθησε να αγγίξει το σώμα της Παναγίας. Αυτή η λεπτομέρεια, όπως εξηγεί ο κος Τσιάντας, άρχισε να εμφανίζεται μετά τον 14ο αιώνα, ίσως και λίγο αργότερα. Στις παλαιοχριστιανικές εικόνες δεν υπήρχε.

Τοιχογραφία από τη μονή Στάρο Ναγκορίτσινο στη Σερβία. Διακρίνεται μπροστά, στο κέντρο χαμηλά, η μορφή του νέου με τα κομμένα χέρια.  Αριστερά της κλίνης, ο άγγελος με το σπαθί. (Ευγενική παραχώρηση του Δημήτρη Τσιάντα)

 

Αργότερα, κατά τα βυζαντινά χρόνια, εμφανίστηκε και το χρυσό στο φόντο, το οποίο επίσης δεν υπήρχε νωρίτερα, καθώς και το πορφυρό χρώμα στα ενδύματα της Παναγίας, η οποία στα πρωτοχριστιανικά χρόνια φορούσε μόνο μπλε. Η πορφύρα προστέθηκε ίσως για να προσδώσει μεγαλοπρέπεια στο πρόσωπό της, αφού στο Βυζάντιο η πορφύρα συνδεόταν με τη βασιλική οικογένεια. Στα Απόκρυφα, μάλιστα, υπάρχει παράσταση κατά την οποία η Παναγία λαμβάνει την Πορφύρα από τους ιερείς. Από την άλλη, το μπλε συμβολίζει την πνευματικότητα και τη γαλήνη.

Το μπλε υπάρχει και στα ενδύματα του Χριστού, σε συνδυασμό με το κόκκινο-μωβ, το οποίο θα μπορούσε να συμβολίζει το μαρτύριο και τη θυσία.

Ο Άγιος Παύλος είναι πάντα ντυμένος στα μωβ, ο Άγιος Πέτρος πάντα με ώχρα και ο Ιωάννης πάντα στα πρασινωπά. Ο Λουκάς συνήθως με μωβ και κοκκινωπό, ο Ανδρέας με λαδί και ο Θωμάς με κόκκινο, πληροφορεί ο Δ. Τσιάντας.

Μία αινιγματική λεπτομέρεια που εμφανίζεται σε πολλές εικόνες της Κοιμήσεως είναι τα πανιά που σκεπάζουν μέρος των κτηρίων που μπορεί να υπάρχουν στο φόντο. Μία ερμηνεία περί αυτών είναι ότι συμβολίζουν την Ένωση των Εκκλησιών. Άλλη ότι αποτελούν διακοσμητικά στοιχεία. Τα κτήρια τα ίδια παρουσιάζουν αρκετά στοιχεία από την αρχαιοελληνική αρχιτεκτονική, όπως τα κορινθιακά κιονόκρανα, αλλά και διακοσμητικά μοτίβα που κατάγονται από εκείνη την εποχή, όπως ο μαίανδρος.

Η εικόνα της Κοιμήσεως περιλαμβάνεται σε κάθε ναό. Ο προσανατολισμός της, δηλαδή το πού ‘κοιτάζει’ το κεφάλι της Παναγίας, αποτελεί ιδιαίτερο ζήτημα.

Σε ορισμένες εικόνες είναι προς τα δεξιά, ενώ σε άλλες προς τα αριστερά. Αυτό συνδέεται με τη θέση της εικόνας μέσα στον ναό, σε περίπτωση που είναι τοποθετημένη σε νότιο ή βορινό τοίχο, γιατί το κεφάλι της Θεοτόκου δεν πρέπει να κοιτάζει στη Δύση, όπως το κεφάλι των νεκρών κατά την ταφή τους. Πολλές φορές όμως η εικόνα της Κοιμήσεως βρίσκεται στον δυτικό τοίχο, απέναντι από το ιερό, έτσι ο προσανατολισμός της κεφαλής δεν έχει σημασία.

Άλλη συνηθισμένη θέση για την εικόνα της Κοιμήσεως είναι στη αριστερή όπως μπαίνουμε μεριά της εκκλησίας – τη μεριά των γυναικών – ή κάτω από τους γυναικωνίτες. Αν όμως πρόκειται για ναό της Παναγίας, όπως ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως στα Τουρκοβούνια, η Κοίμηση μπορεί να μπει και δεξιά, και τότε όλος ο ναός κοσμείται με σκηνές από τη ζωή της, από τη γέννησή της και τα πρώτα της χρόνια – π.χ. τη λεγόμενη ‘κολακεία’ της Παναγίας, δηλαδή το κανάκεμά της από τους γονείς της Ιωακείμ και Άννα – μέχρι τη Μετάσταση.

* * * * *

Ορισμένες πληροφορίες στην αρχή του άρθρου έχουν αντληθεί από τον ιστότοπο ‘Πεμπτουσία’

 

Ελληνική Εταιρεία Ορθοπαιδικής: Προσοχή στις υποσχέσεις «γρήγορης και ανώδυνης» θεραπείας

Σοβαρές παρατυπίες έχει εντοπίσει η Ελληνική Εταιρεία Χειρουργικής Ορθοπαιδικής και Τραυματιολογίας (Ε.Ε.Χ.Ο.Τ.) στις πρακτικές ενημέρωσης στις οποίες καταφεύγουν ορισμένοι ορθοπαιδικοί χειρουργοί, οι οποίες παραπλανούν το κοινό και «συνιστούν σαφή απόκλιση από τους κανόνες της ιατρικής δεοντολογίας», όπως επεσήμανε στην καταγγελία της στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών (Ι.Σ.Α.), ζητώντας την παρέμβασή του.

Η Epoch Times επικοινώνησε με την Ε.Ε.Χ.Ο.Τ., για να αποκτήσει πιο σαφή εικόνα του ζητήματος και της διάστασής του.

Μπορείτε να αναφέρετε συγκεκριμένα τις αντιδεοντολογικές μεθόδους ενημέρωσης τις οποίες καταγγέλλετε;

Ως Ε.Ε.Χ.Ο.Τ. έχουμε διαπιστώσει ότι ορισμένοι συνάδελφοι χρησιμοποιούν παραπλανητικές μεθόδους προσέλκυσης ασθενών, κυρίως μέσω μέσων κοινωνικής δικτύωσης και διαδικτυακών σελίδων. Συγκεκριμένα παρατηρούνται:

  • Υποσχέσεις για «πρωτοποριακές» ή «ανώδυνες» θεραπείες χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση
  • Προβολή θεαματικών αποτελεσμάτων χωρίς να αναφέρονται οι κίνδυνοι και οι ενδείξεις
  • Χρήση διαφημιστικού λόγου που δεν συνάδει με την ιατρική δεοντολογία

Πόσο καιρό αυτές είναι σε χρήση;

Οι πρακτικές αυτές έχουν ενταθεί τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα με την ευρεία χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που επιτρέπουν άμεση και ανεξέλεγκτη επικοινωνία με το κοινό.

Καταγγέλλετε αποκλειστικά τις μεθόδους ενημέρωσης ή και πρακτικές που χρησιμοποιούνται, οι οποίες είναι δυνητικά επικίνδυνες για την υγεία των ασθενών; Αν η καταγγελία αφορά και πρακτικές, θα μπορούσατε να τις περιγράψετε;

Η καταγγελία μας αφορά κυρίως τις μεθόδους ενημέρωσης, καθώς αυτές παραπλανούν τους ασθενείς. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εφαρμογή μη τεκμηριωμένων πρακτικών ή η επιλογή θεραπείας χωρίς τις απαραίτητες ενδείξεις μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη. Επίσης, σε αρκετές περιπτώσεις, συνάδελφοι παραπλανούν τον ασθενή δίνοντας μια εικόνα επέμβασης χωρίς καθόλου πόνο και κινητοποίησης αμέσως μετά την επέμβαση, κάτι που φυσικά δεν ισχύει. Τέλος, θα θέλαμε να τονίσουμε ότι ενώ η χρήση της τεχνολογίας έχει βοηθήσει σημαντικά στη γρήγορη αποκατάσταση του ασθενή μετά από μία χειρουργική επέμβαση, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ο πιο σημαντικός παράγοντας μίας επιτυχημένης επέμβασης είναι ο ιατρός που χρησιμοποιεί κατά το δοκούν την τεχνολογία που έχει στα χέρια του.

Είναι μία εκτεταμένη πρακτική ή περιορίζεται σε μικρό σχετικά αριθμό συναδέλφων;

Δεν αποτελεί εκτεταμένη πρακτική στο σύνολο της ορθοπαιδικής κοινότητας. Ωστόσο, ακόμη και ένα μικρό ποσοστό που καταφεύγει σε αυτές τις μεθόδους αρκεί για να πλήξει την εμπιστοσύνη του κοινού και να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα.

Έχετε λάβει γνώση συγκεκριμένων περιστατικών ασθενών που πράγματι αντιμετώπισαν κάποιο πρόβλημα εξαιτίας των πρακτικών αυτών;

Ναι, έχουν περιέλθει σε γνώση μας περιπτώσεις όπου ασθενείς οδηγήθηκαν σε ακατάλληλες ή περιττές επεμβάσεις, έχοντας βασιστεί σε παραπλανητικές πληροφορίες. Αν και τα στοιχεία δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν για λόγους ιατρικού απορρήτου, τα περιστατικά αυτά ενισχύουν την ανησυχία μας.

Θα θέλαμε να τονίσουμε επίσης πόσο σημαντικό είναι το θέμα της ενημέρωσης των συναδέλφων για όλα τα προαναφερθέντα, προσπάθεια που αποτελεί και στόχο της Ε.Ε.Χ.Ο.Τ.

Ποια είναι η μέχρι τώρα η αντίδραση του Ι.Σ.Α. στην καταγγελία και τα αιτήματά σας; Έχετε μιλήσει με εκπροσώπους του;

Ο Ι.Σ.Α. ανταποκρίθηκε άμεσα, αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα του θέματος, και βρίσκεται ήδη σε διαδικασία θεσμικής παρέμβασης. Έχουμε έρθει σε επικοινωνία, ώστε να συντονίσουμε ενέργειες για την προστασία τόσο των ασθενών όσο και της επιστημονικής ακεραιότητας του κλάδου μας.

Θα θέλατε να απευθύνετε στο κοινό κάποια σύσταση ή προειδοποίηση σχετική με τις παραπλανητικές μεθόδους που μπορεί να συναντήσουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε ορισμένες ιστοσελίδες;

Η σύστασή μας προς το κοινό είναι να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό απέναντι σε υπερβολικές υποσχέσεις «γρήγορης και ανώδυνης» θεραπείας που συχνά προβάλλονται στο διαδίκτυο. Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν πάντα δεύτερη γνώμη και να εμπιστεύονται μόνο ιατρούς που τεκμηριώνουν τις προτάσεις τους με βάση διεθνείς επιστημονικές κατευθυντήριες οδηγίες και αποδεδειγμένα δεδομένα. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ε.Ε.Χ.Ο.Τ. σκοπεύει να συμπεριλάβει και να αναπτύξει στην επίσημη ιστοσελίδα της ειδικό σημείο που θα αφορά στην έγκαιρη ενημέρωση των ασθενών.

Θα θέλαμε να προσθέσουμε ότι η Ε.Ε.Χ.Ο.Τ. στηρίζει κάθε θεσμική προσπάθεια που διασφαλίζει την ποιότητα των ιατρικών υπηρεσιών και την προστασία των ασθενών. Παράλληλα, συνεχίζουμε να ενημερώνουμε τα μέλη μας για την αυστηρή τήρηση των κανόνων δεοντολογίας, ώστε να διαφυλάσσεται το κύρος της ορθοπαιδικής χειρουργικής στην Ελλάδα.

 

Ικαριώτικο

Το ικαριώτικο είναι επί της ουσίας ένα τουρλού το οποίο μαγειρεύεται χωρίς την προσθήκη νερού ή σάλτσας. Το αποτέλεσμα είναι μελωμένα λαχανικά που κρατούν τη γεύση τους, δεμένα σε ένα άρτιο σύνολο.

Τα συστατικά είναι τα κλασικά καλοκαιρινά λαχανικά – μελιτζάνα, κολοκυθάκι, πιπεριά, ντομάτα – συν τα υλικά ‘βάσης’ (πατάτα, καρότο, κρεμμύδι, σκόρδο). Στην πραγματικότητα, ο συνδυασμός που θα κάνετε εξαρτάται από το τι βρίσκεται στο ψυγείο σας και από το τι σας αρέσει. Μπορείτε, π.χ., κάλλιστα να παραλείψετε το κολοκυθάκι ή την ντομάτα. Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι αν παραλείψετε τη μελιτζάνα θα λείπει κάτι σημαντικό, αλλά αυτό είναι προσωπική σας υπόθεση. Μία ενδιαφέρουσα προσθήκη, που αποκλίνει από το κλασικό ικαριώτικο, είναι τα μανιτάρια. Αν θέλετε να έχει ντομάτα, δοκιμάστε τα τοματίνια, κομμένα στη μέση.

Το μυστικό είναι να κόψετε τα λαχανικά σας σε χοντρά κομμάτια, να τα λαδώσετε, αλατοπιπερώσετε και ανακατέψετε πολύ καλά. Μπορείτε να προσθέσετε άνηθο, μάραθο, μαϊντανό ή το μυρωδικό της προτίμησής σας κατά το μαγείρεμα (στα τελευταία λεπτά) ή να γαρνίρετε στο σερβίρισμα με φρέσκο μαϊντανό ή κολίανδρο. Συνοδεύεται θαυμάσια με φέτα.

Είναι ένα ιδανικό καλοκαιρινό φαγητό, ελαφρύ, και εύκολο και γρήγορο στην προετοιμασία και το μαγείρεμα. Προσοχή μόνο στο μαγείρεμα, να μην σας καεί.

Η συνταγή που ακολουθεί προτείνει κάποια βασικά υλικά, αλλά μπορείτε να πειραματιστείτε ανάλογα με τα αποθέματά σας και τις προτιμήσεις σας.

Ικαριώτικο

Υλικά

  • 1 μεγάλη ή 2 μικρές μελιτζάνες
  • 1 μεγάλη ή 2 μικρές πατάτες
  • 1 κολοκυθάκι
  • 1 καρότο
  • 1 κρεμμύδι
  • 1 πιπεριά κόκκινη ή πράσινη
  • 1 ή 2 σκελίδες σκόρδο, λιωμένο
  • Αλάτι, πιπέρι
  • 4 κ.σ. ελαιόλαδο
  • Μαϊντανό για γαρνιτούρα

Εκτέλεση

Κόβουμε όλα τα υλικά σε χοντρά κομμάτια και τα ρίχνουμε σε μία κατσαρόλα. Προσθέτουμε το λάδι και αλατοπιπερώνουμε κατά βούληση. Τα ανακατεύουμε πολύ καλά (ιδανικά με τα καθαρά μας χέρια), σκεπάζουμε την κατσαρόλα και τη βάζουμε σε μέτρια φωτιά.

Παρακολουθούμε το φαγητό. Όταν δούμε ότι τα λαχανικά έχουν αρχίσει να βγάζουν τα υγρά τους βάζουμε τη φωτιά πολύ χαμηλά και ξανασκεπάζουμε την κατσαρόλα. Αφήνουμε το φαγητό να σιγοβράσει, έχοντάς το στον νου μας. Συνήθως χρειάζεται 20-30΄για να γίνει, αλλά καλό είναι να το ελέγχουμε κατά διαστήματα, ανακατεύοντας. Ελέγχουμε και διορθώνουμε και το αλάτι, αν χρειάζεται.

Δοκιμάζουμε με πηρούνι και όταν δούμε ότι τα λαχανικά έχουν μαλακώσει και μελώσει, το φαγητό είναι έτοιμο.

Γαρνίρουμε με φρεσκοκομμένο μαϊντανό και σερβίρουμε.

Καλή όρεξη!

Ταξιδεύοντας στα βοτσαλωτά του Αιγαίου με τον Γιάννη Λουκιανό

Τα βοτσαλωτά είναι μία τέχνη κυρίως αιγαιοπελαγίτικη. Στόλισε πολλά παράλια της Μεσογείου, αλλά στα νερά του Αιγαίου, εκεί στα διάσπαρτα ελληνικά νησιά, αφουγκράστηκε τον χτύπο της καρδιάς της. Εξ’ άλλου, ο αρχαίος συγγραφέας Πλίνιος ο πρεσβύτερος μας το θυμίζει: «Pavimenta originem apud Grecos habent». Που σημαίνει: «Η επίστρωση των δαπέδων είναι (συνήθεια) των Ελλήνων».

Τα συναντάμε στις αυλές εκκλησιών και σπιτιών, σε πλατείες και σε κάμπους, στα περισσότερα νησιά. Με το φως του  Αιγαίου, «τα βότσαλα ανάβουν», λέει η Μαρία Ξύδα, φίλη του Γιάννη Λουκιανού – κι αυτό είναι που τα κάνει μοναδικά.

Σταθερά ασπρόμαυρα, με γεωμετρικά αλλά και αφαιρετικά σχέδια που αντλούν από τη λαογραφία τη συμβολική και λειτουργική τους σημασία, τα βοτσαλωτά του Αιγαίου είναι συνυφασμένα με την παράδοση του τόπου.

Ο Γιάννης Λουκιανός, εραστής, ερευνητής και αυτοδίδακτος μάστορας αυτής της τέχνης, οδηγεί τους αναγνώστες της Epoch Times σε ένα ταξίδι σε μερικά από τα ξεχασμένα μυστικά της, τα οποία αποκαλύπτει βότσαλο-βότσαλο, ώστε την επόμενη φορά που θα σταθούμε πάνω σε ένα από αυτά – σε λίγες μέρες, σε έναν μήνα; Ποιος ξέρει; – να είμαστε ικανοί να τα δούμε με τα μάτια της γνώσης και να μπορέσουμε να έχουμε μία πιο βαθιά συνομιλία μαζί τους.

Αυλή εκκλησίας στη Σύμη, 19ος αι.

 

Άξιον εστί το χέρι της Γοργόνας 

που κρατά το τρικάταρτο σα να το σώζει 

σα να το κάνει τάμα στους ανέμους 

και πάλι όχι…                                            

Οδυσσέας Ελύτης

       

Νησιά-πυλώνες

Εντοπίζει τις απαρχές της σύγχρονης παράδοσης του βοτσαλωτού στα τέλη του 18ου αιώνα, λίγο πριν τη λήξη της οθωμανικής κατοχής, τότε που τα πράγματα ήταν ακόμα «κάπως στενεμένα», παρόλο που οι ρίζες της ανάγονται στη Μεσοποταμία και στα ψηφιδωτά με βότσαλα του αρχαιοελληνικού πολιτισμού.

Αν και το βοτσαλωτό είναι διαδεδομένο σε όλο το Αιγαίο, τρία είναι τα κέντρα του: η Χίος, οι Σπέτσες και η Ρόδος. Στον χώρο υπάρχουν πολλοί τεχνίτες που γνωρίζουν τις τεχνικές και εφαρμόζουν την παραδοσιακή σημειολογία, όπως αναφέρει.

«Η παράδοση», εξηγεί ο Γ. Λουκιανός, «έχει έντονα λαογραφικά στοιχεία. Τι σημαίνει ένα φίδι στον βοτσαλωτό διάκοσμο; Τι σημαίνει  ένα πεύκο; Τι σημαίνει ένα θηρίο;»

Αυλή Παναγίας Ερυθιανής στον Βροντάδο της Χίου, μέσα 19ου αι.

 

«Αν πας στην Παναγία της Τήνου, στο πρώτο κεφαλόσκαλο, υπάρχουν δύο όντα ωσάν θηρία. Είναι φύλακες για να αποτρέψουν τις κακές δυνάμεις. Στο επάνω κεφαλόσκαλο, αυτά τα θηρία είναι πάνω σε σταυρό: Κάτι που σημαίνει δεν περνάει τίποτα από εδώ! Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλες εκκλησίες όπως αυτή του Αρχάγγελου στην Λίνδο της Ρόδου ή και στην Παναγία Ερυθιανή της Χίου.

»Δεν κάνω οποιοδήποτε τυχαίο σχεδιασμό  για τη διακόσμηση του χώρου. Πρέπει να έχω διαρκώς στον νου μου τους κανόνες που διέπουν την κίνηση μέσα  στο χώρο, μέσα στην αυλή. Τι εννοώ: αν για παράδειγμα η επίστρωση αφορά αυλή εκκλησίας, τότε προ της εισόδου στο Ναό, θα πρέπει το θέμα να είναι κυκλικό. Η στάση μέσα  στον κύκλο βοηθά τον εισερχόμενο να διώξει οποιαδήποτε ανησυχία για το ποιους και τι θα συναντήσει στο συγκεντρωμένο μέσα στο ναό  εκκλησίασμα.

Ναός Αγίου Ευστρατίου, Θυμιανά Χίου, μέσα 19ου αι.

 

«Σκεφθείτε τους στίχους ‘Ψηλό κυπαρισσάκι μου, στον ίσκιο σου κοιμάμαι, με τον αγέρα σου περνώ, κανέναν δε φοβάμαι’ – και, πράγματι, βλέπουμε το κυπαρίσσι σε όλα τα νησιά-κέντρα του βοτσαλωτού: Χίο, Ρόδο, Σπέτσες. Όλα αυτά ακολουθούν μία δική τους μία προοπτική και εξήγηση. Κάτι που υπάγεται στο ζήτημα της λειτουργικής των σχεδίων.

Οι κληματίδες ή ελισσόμενοι βλαστοί, από την άλλη, οδηγούν τα βήματά σου. Με άλλα λόγια, σε προτρέπουν να κινηθείς.

Αυλή Ναού Παναγίας Ερυθιανής, Βροντάδο Χίου, τέλη 19ου αι.

 

«Στην  αρχιτεκτονική του Κάμπου της Χίου, της εύφορης περιοχής του νησιού όπου βρίσκονται οι ιδιοκτησίες εύπορων κατοίκων, η κίνηση μέσα στον κήπο, στους εξωτερικούς χώρους, είναι μελετημένη. Διέπεται από κανόνες λειτουργικότητας των σχεδίων. Καθώς περνάμε την κεντρική είσοδο, συναντάμε βοτσαλωτές διαδρομές-φίλτρα.

»Από τη μια πλευρά μπορεί να είναι μία κληματίδα που βοηθά την κίνηση, μετά μπορεί να είναι ένα στρογγυλό θέμα προκειμένου να σταθείς λίγο να σκεφτείς ή μπορεί να είναι ένα ακτινωτό θέμα που σε προτρέπει να πας σε διάφορα σημεία όπως το πηγάδι, το κυρίως σπίτι, το αμπέλι, την έξοδο… Ειδικά το ακτινωτό θέμα συναντάται συχνά. Η κάθε ακτίνα ‘δείχνει’ προς έναν διαφορετικό προορισμό.»

Κάμπος Χίου, 20ος αι.

 

Ο Γιάννης Λουκιανός συγκρίνει την αρχιτεκτονική του χιώτικου κάμπου με αυτήν των ιαπωνικών κήπων: «Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουν μία συγγένεια όσον αφορά την κυκλοφορία στον κήπο – οι ιαπωνικοί κήποι και ο Κάμπος της Χίου. Μία συγγένεια στην οπτική και στην αρχιτεκτονική».

Η παράδοση της Χίου συνδέεται και με τα  χωριά της Λυγουρίας, της περιοχής δηλαδή όπου είναι η Γένοβα, των οποίων οι αυλές των εκκλησιών κυρίως είναι κοσμημένες με βοτσαλωτά. Η Χίος ήταν Γενουάτικη.

Αυτά προ του 1800. Τότε ο κόσμος πηγαινοερχόταν. Δεν είναι ξεκάθαρο αν ήταν οι Γενουάτες που επανέφεραν την τέχνη του βοτσαλωτού στη Χίο», παρατηρεί, επισημαίνοντας ένα αδιευκρίνιστο σημείο στην ιστορία του βοτσαλωτού.

Τμήμα του βοτσαλωτού δαπέδου του συγκροτήματος του Πιέτρο Λομπάρντι στην Καλλιθέα της Ρόδου., 20ος αι.

 

Χαρακτηριστικό της ροδίτικης παράδοσης είναι το ότι «έφτιαχναν τα βοτσαλωτά μέσα στο σπίτι».

Στην Καλλιθέα της Ρόδου βρίσκεται ένα συγκρότημα ιδιαίτερης αισθητικής, που είχε ανατεθεί στο σύνολο του στον αρχιτέκτονα Πιέτρο Λομπάρντι [Pietro Lombardi] κατά την περίοδο της ιταλοκρατίας. Μετά την εγκατάλειψη του χώρου και με την έγνοια και φροντίδα ενός οραματιστή δημάρχου της  Καλλιθέας, του Ιωάννη Ιατρίδη, τα βοτσαλωτά των λουτρών αποκαταστάθηκαν εξαιρετικά με την εργασία και γνώση τοπικών σπουδαίων μαστόρων.

Τμήμα του βοτσαλωτού δαπέδου του συγκροτήματος του Πιέτρο Λομπάρντι στην Καλλιθέα της Ρόδου., 20ος αι.

 

Τμήμα του βοτσαλωτού δαπέδου του συγκροτήματος του Πιέτρο Λομπάρντι στην Καλλιθέα της Ρόδου., 20ος αι.

 

Τμήμα του βοτσαλωτού δαπέδου του συγκροτήματος του Πιέτρο Λομπάρντι στην Καλλιθέα της Ρόδου., 20ος αι.

 

Αλλά, «καθώς οι καιροί αλλάζουν κάποιες νοικοκυρές, προτιμώντας το ‘καθαρό’ έναντι του ‘όμορφου’ θέλησαν να τα επιστρώσουν – να τα καλύψουν – με κεραμικά πλακάκια για να σκουπίζονται εύκολα. Και το έκαναν. Μοντέρνοι, άψυχοι καιροί…», σχολιάζει ο Γιάννης Λουκιανός.

Για τον βοτσαλωτό διάκοσμο στις Σπέτσες παρατηρεί ότι έχει «τεράστιο λαογραφικό ενδιαφέρον, καθώς βάζει μέσα τη μορφολογική ψυχολογία. Βλέπουμε έναν καβαλάρη, για παράδειγμα, που είναι φίρδην-μίγδην με το άλογο. Γιατί αυτό; Καθώς τα σχέδια περνούν από γενιά  σε γενιά, από πατέρα σε γιο, περνούν και από πολλές σχεδιαστικές προσεγγίσεις, φτάνοντας στο σημείο να βλέπουμε τον καβαλάρη και το άλογο σαν μία μπάλα. Η μορφολογική ψυχολογία λέει ότι κάθε μορφή που επαναλαμβάνεται τείνει να γίνει κυκλική.

»Η αφαιρετική προσέγγιση χωρίς φόβο στο σχεδιαστικό θέμα είναι κορυφαία στις Σπέτσες.

»Εκεί είναι και η αυλή του Μπούκουρα, στο Καστέλλι, όπου κάποια σχέδια είναι κάπως ‘κουρασμένα’ – φθαρμένα, δηλαδή, και χρειάζονται κάποιες γνώσεις για να μπορέσει κάποιος να αναγνώσει – και καταλαβαίνεις ότι χρονολογούνται από πολύ πριν το 1800. Ο Μπούκουρας ήταν ο πατέρας της Ελένης Μπούκουρα, της ζωγράφου που μεταμφιέστηκε σε αγόρι για να σπουδάσει ζωγραφική στην Ιταλία.»

Για το συγκεκριμένο σημείο, περιγράφει πώς σχεδόν το ανακάλυψε, πριν από πολλά χρόνια:

«Δουλεύοντας το βιβλίο Οι βοτσαλωτές αυλές του Αιγαίου (1999) έψαχνα να ανακαλύψω βοτσαλωτές αυλές. Φτάνοντας στο λιμάνι των Σπετσών, από διαίσθηση ίσως, ένιωσα πως στην περιοχή Αλταμούρα, που βρισκόταν κάτω δεξιά του λιμανιού, θα πρέπει να υπήρχε κάποιο αρκετά ενδιαφέρον βοτσαλωτό. Όμως ένα περίεργο θα έλεγα αίσθημα, άρνησης και φόβου μαζί, με εμπόδιζε – και το κατάφερε τελικά – να πάω εκεί. Αργότερα, στο βιβλίο της Γαλανάκη, Ελένη ή ο Κανένας, είδα ότι στο σπίτι που βρισκόταν εκεί, όπου ζούσε η Ελένη μετά που τη χώρισε ο άντρας της, όντως υπήρχε μια αυλή με βοτσαλωτό διάκοσμο. Ερμητικά έγκλειστη, η Ελένη επικοινωνούσε με τον έξω κόσμο μέσω της υπηρέτριας της, ενώ με το χαμένο γιο της μέσα από υδρομαντείες…»

Από τη θεωρία στην πράξη

Η έρευνα για το βιβλίο του αποτέλεσε και το πρώτο βήμα για την προσωπική του ενασχόληση με το βοτσαλωτό, αν και ο ίδιος λέει ότι «πρώτο και κύριο [είναι] το πάθος για το βοτσαλωτό: πρέπει να σε συγκινήσει».

«Οι πρώτες γνώσεις ήταν θεωρητικές. Ήμουν ψηφιδογράφος πριν ασχοληθώ με το βοτσαλωτό. Όχι, όμως, ζωγράφος.

»Αρχικά, παρατηρούσα. Ύστερα, διάβασα το βιβλίο Οι βοτσαλωτές αυλές της Χίου και μετά τις Τηνιακές βοτσαλωτές αυλές. Όταν άρχισα να προετοιμάζω το δικό μου βιβλίο για τα βοτσαλωτά των Κυκλάδων, πήγα στη Σύρο, στη Μητρόπολη, για να τα μελετήσω. Σε ένα νησί με εσωτερικούς μετανάστες, στα δύσκολα χρόνια του τόπου, όπου οι πιο πολλοί προέρχονταν από την πολύπαθη Χίο.

»Και ύστερα, ένας παπάς της Μητρόπολης Σύρου με κάλεσε για την αποκατάσταση αρχικά ενός τμήματος του μεγάλου βοτσαλωτού που είχε καταστραφεί από τις ρίζες των γύρω δέντρων. Όταν τελικά ανέλαβα όλο σχεδόν το έργο κατάλαβα ότι ήταν μια αδόκιμη απόφαση. Δύσκολο! Στα μισά ήθελα να φύγω από τη δυσκολία που έκρυβε το έργο αλλά και από την κούραση, μιας και όλη μέρα δούλευα σκυμμένος!  Γνώρισα και τους λογίους της Σύρου, που στην αρχή έρχονταν και με διόρθωναν, και όταν ολοκληρώθηκε το έργο, μήνυσαν στον παπά να τους συγχωρέσω, ζητώντας  συγγνώμη.»

Έκτοτε, ο Γιάννης Λουκιανός έχει δημιουργήσει πλήθος βοτσαλωτών, κυρίως στα κυκλαδονήσια, όπως στο λιμάνι της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Ίου, αλλά έχει αναλάβει και την αποκατάσταση βοτσαλωτού διάκοσμου, όπως σε ένα μοναστήρι στη Σκόπελο του 17ου αιώνα, φθάνοντας μέχρι τη Βέρνη της Ελβετίας.

Bοτσαλωτό του Γ. Λουκιανού σε κατοικία σε προάστιο της Βέρνης, στην Ελβετία.

 

Οι εντολοδόχοι του είναι αποκλειστικά ιδιώτες, ακόμα κι όταν το βοτσαλωτό κοσμεί δημόσιο χώρο.

Ο εντολοδότης αποτελεί σημαντικό μέρος της εξίσωσης για τον σχεδιασμό ενός βοτσαλωτού, αφού «εκεί γίνεται μία ψυχογραφική ανίχνευση. Τι ποθεί η καρδούλα του; Π.χ. με μια οικογένεια Ιταλών δυόμισι ώρες κάτσαμε στην αυλή και σχεδιάζαμε.[…] Στη Μήλο, πάλι, είχαν ζητήσει κατ’ εξαίρεση κάτι εκτός παράδοσης – κάτι καινούριο».

Ο ίδιος, πάντως, κατά κανόνα ακολουθά την παράδοση όσον αφορά τη χρήση των συμβόλων-εικόνων, την οποία έμαθε μελετώντας κυρίως στο Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας, της Ακαδημίας Αθηνών.

Για την τεχνική του, ωστόσο, αναφέρει ότι παρεκλίνει ελαφρώς: «Την τεχνική την ανακάλυψα ο ίδιος. Γι’ αυτό και δεν είναι απολύτως παραδοσιακή. Δηλαδή δεν χρησιμοποιώ ασβεστοκονίαμα, αλλά τσιμεντοκονίαμα. Συνήθως το πρώτο υλικό είναι αυτό που καθορίζει και το όνομα του κονιάματος – της λάσπης. Όμως, η παραλλαγή αυτή δεν αλλοιώνει πολύ τα πράγματα, γιατί όπως και να ’χει παράδοση δεν είναι η ακριβής δοσολογία. Η παράδοση είναι αλλού».

Αυλή κατοικίας στην Πλάκα της Μήλου. Έργο του Γιάννη Λουκιανού.

 

Τέλος, για τον σχεδιασμό του βοτσαλωτού καθοριστικό ρόλο παίζει και ο ίδιος ο χώρος, τον οποίο «πρέπει να τον μυριστείς; και να τον ‘αρχιτεκτονίσεις’. Θα κινηθείς με τα δεδομένα, με την κληματίδα που βοηθά την κίνηση, κλπ, κλπ».

Ψηφιδωτά με βότσαλα

Μιλώντας για τα βοτσαλωτά και για την ιστορία τους, ο Γιάννης Λουκιανός κάνει μία διάκριση μεταξύ αυτών και των ψηφιδωτών με βότσαλα:

«Αυτών που διακόσμησαν τις αυλές του Αιγαίου τους τελευταίους τρεις-τέσσερις αιώνες,  που τα ονομάζουμε βοτσαλωτά, και εκείνων, πάλι με βότσαλα, αλλά πολύ μικρά, που αναφέρονται ως ψηφιδωτά και είναι εκείνα τα σπουδαία έργα  της Ελληνιστικής περιόδου…

Κάνω το βοτσαλωτό για να διακοσμήσω το δάπεδο, αλλά κάνω το ψηφιδωτό γιατί θέλω να κάνω κάτι άλλο. Δηλαδή, στην περίπτωση των ψηφιδωτών με βότσαλα η πρώτη ανάγκη δεν είναι να διακοσμήσω, είναι να συνθέσω ένα έργο, ενίοτε πολυσχιδές,  με αναφορές και πηγές από την μυθολογία.»

Στην αρχαία Ελλάδα, τα ψηφιδωτά γίνονταν με βότσαλα, τα οποία «χρησιμοποιούνταν αυτούσια, έχοντας περάσει από κόσκινα (κρησάρες) για να ταξινομηθούν ανάλογα με το μέγεθός τους. Μπορεί να ήταν από τη θάλασσα ή από το ποτάμι, αυτό δεν είχε σημασία, όπως αναφέρεται και στον Παυσανία», εξηγεί.

Σχετικά με την αρχή αυτής της τέχνης, παρατηρεί ότι αυτό είναι ένα ερώτημα «που έχει απασχολήσει πολλούς, ένα ερώτημα με τεράστιο ενδιαφέρον, αλλά μόνο της φαντασίας.

»Στη Μεσοποταμία, κάποτε, υπήρχαν δύο πόλεις: η Ουρ και η Ουρούκ, με τη δεύτερη να είναι μάλλον αρχαιότερη της πρώτης, καθώς χρονολογείται 5-4.000 χρόνια π.Χ. Η πρώτη, πάλι, ανακαλύφθηκε κάτω από λόφους άχρηστων υλικών.

Ψηφιδωτός διάκοσμος με κωνικά ψηφία στο ναό Εάνα στην πόλη Ουρούκ (περ 3500 π.Χ.).

 

»Από αυτή την περιοχή υπάρχουν ορισμένα εκθέματα στο Βρετανικό Μουσείο, όπως μουσικά όργανα από εκείνη την περίοδο, που είναι διακοσμημένα με μικρές ψηφίδες στα τάστα. Το Λάβαρο είναι ένα πυραμιδοειδές οικοδόμημα με δύο πλευρές, μία της ειρήνης και μία του πολέμου. Οι συνθέσεις που το κοσμούν έχουν γίνει με οστά αλλά και με μικρά γεωμετρικά κομμάτια από μάρμαρο – τετράγωνα, ρόμβους, τρίγωνα κλπ.

»Επίσης, στους ναούς εκείνης της περιόδου, τα ζιγκουράτ – δομές με μία τάση ανόδου με στόχο τη συνάντηση με τον Θεό – εκεί συνήθως έφτιαχναν κώνους από ψημένη γη με στρογγυλή βάση, τους οποίους ζωγράφιζαν και έμπηγαν στους τοίχους για να τους διακοσμήσουν.»

Πώς περνάμε από εκεί στα έργα του 5ου και του 4ου αιώνα π.Χ., και στα γνωστά αριστουργήματα;

«Στο Κυνήγι του ελαφιού της Πέλλας αποτυπώνονται οι πρώτες απόπειρες αναζήτησης προοπτικής – φέρει δε την υπογραφή του καλλιτέχνη, του Γνώση, που θεωρείται ο πρώτος ψηφιδογράφος, αλλά και ο πρόγονος της ευρωπαϊκής ζωγραφικής. Πρόκειται για ένα έργο του 4ου αιώνα της ελληνιστικής περιόδου με το οποίο κορυφώνεται το ψηφιδωτό με βότσαλα. Μέχρι τότε όλα τα ψηφιδωτά γίνονταν με ψηφίδα το βότσαλο, όπως αυτά στην Όλυνθο, τη Συκιώνα, την Ερέτρια.»

Για τη μετάβαση από τα βότσαλα στις ψηφίδες (tesserae στην αγγλική γλώσσα) μάς μεταφέρει λίγο μετά την ελληνιστική εποχή:

«Γύρω στον 3ο αιώνα, ο Ρογήρος Β΄, βασιλιάς των Συρακουσών, έστειλε ένα πλοίο στην Αίγυπτο να φέρουν στάρι, λόγω της ανομβρίας που είχε περιορίσει τη δική τους παραγωγή. Το πλοίο αυτό γύρισε καταστόλιστο με ψηφιδωτά. Τότε, το εμπορικό, πνευματικό, οικονομικό κέντρο ήταν η Αλεξάνδρεια. Εκεί αναπτύχθηκε η τέχνη του ψηφιδωτού με ψηφίδες, όταν άρχισαν οι τεχνίτες να εφαρμόζουν τα έργα σε πάγκους και τοίχους, οπότε το βάθος του βότσαλου [τα οποία μπαίνουν κυρίως κάθετα] εμπόδιζε.»

Μεταδίδοντας τη γνώση

Ένα ζήτημα που απασχολεί ιδιαίτερα τον Γιάννη Λουκιανό, αλλά και άλλους που ασχολούνται με παραδοσιακές τέχνες των οποίων η διδασκαλία δεν είναι θεσμοθετημένη, είναι η μεταλαμπάδευση της γνώσης ώστε να μη χαθεί σε ένα παρελθόν που δεν μπορεί να ξαναζωντανέψει.

«Το βασικό ερώτημα σε ό,τι αφορά τη διαδοχή της τέχνης του βοτσαλωτού ήταν πάντοτε ποιος θα μάθει αυτήν τη δουλειά. Παλιά δεν ήξερα τι να απαντήσω γιατί τύχαινε πάντα οι εκάστοτε βοηθοί να είναι πρόσκαιροι. Τέλειωνε το έργο, τελειώναν κι αυτοί. Πέρασε από τη ζωή τους το άρωμα αυτής της τέχνης, αλλά παρέμεινε στη γωνία απότιστο.»

Όπως ειπώθηκε και προηγουμένως, «πρώτο και κύριο [είναι] το πάθος και η συγκίνηση». Χωρίς αυτά τίποτα δεν προχωράει. Ευτυχώς, φαίνεται πως  τελικά η ζωή έστειλε στον δρόμο του Γιάννη Λουκιανού κάποιον που μοιράζεται μαζί του και τα δύο αυτά στοιχεία.

Μιλά με χαρά για αυτή τη συνάντηση, την οποία αποδίδει στις ευνοϊκές συγκυρίες που «όταν θέλουνε κάτι το καταφέρνουν»:

«Σε μία διάλεξη που έδωσα στη Σχολή Γλυπτικής της Τήνου, ήρθε ένα παλικάρι που έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για αυτήν την τέχνη. Σε δεύτερη φάση, βρεθήκαμε τυχαία στην Αθήνα, όπου ήπιαμε έναν καφέ στου Ψυρρή. Την τρίτη φορά, κάνω μία ομιλία στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου στη Σύρο, και να τον στο τέλος, να έρχεται να μου μιλήσει. Ήρθε λοιπόν η στιγμή, παρόλο που εγώ τα έχω πλέον παρατήσει, γιατί είναι πολύ κουραστική αυτή η τέχνη, αν και άκρως ελκυστική, και να σου που βρίσκεται στο νησάκι μου μία γυναίκα, η οποία ήθελε σε ένα σημείο του κήπου της ένα βοτσαλωτό. Ευκαιρία ήταν να έρθει αυτό το παιδί, ο Χρήστος, στην Ίο, όπως και έκανε. Οι συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες – καύσωνας και στριμωγμένα τα πράγματα, γιατί πρέπει να έχεις χώρο για να δουλέψεις, να βάλεις τα βότσαλα – αλλά ο Χρήστος ήταν  ‘τέρας αντοχής’ και παίρνοντας κι εγώ από τη δική του, καταφέραμε και τελειώσαμε αυτό το έργο.»

Η συνεργασία τους φαίνεται πως ήταν επιτυχημένη, αφού ο Γ. Λουκιανός δείχνει βέβαιος πως βρήκε διάδοχο:

«Δεν ξέρω τι γίνεται με τη διδασκαλία γενικά, αλλά καταλαβαίνω ενστικτωδώς ότι πρέπει να αφήσεις χώρο στον άλλον.  Το εισέπραξε ο Χρήστος και έχω την εντύπωση ότι τώρα, παρά μερικές ελλείψεις, μπορεί να αναλάβει μόνος του ένα έργο. Στο επόμενο έργο που θα κάνουμε μαζί, σκοπεύω να κάνω την παράδοση των ‘κλειδιών’ και όλων των μυστικών σε αυτό το παλικάρι.»

Ο Ταύρος, από τον Ζωδιακό Κήπο του Γκρένσγκαρθ. Βοτσαλωτό της Μάγκυ Χόγουαρθ, στο Λάνκασάιρ, στην Αγγλία για τη Λαίδη Αραμπέλα Λένοξ-Μπόυντ, διακεκριμένη σχεδιάστρια κήπων.

 

Όσον αφορά την εξέλιξη και μετάδοση της τέχνης του βοτσαλωτού, ενδιαφέρουσα είναι και η περίπτωση της Αγγλίδας καλλιτέχνιδος Μάγκυ Χόγουαρθ (Maggy Howarth, 1944-2024), η οποία  ενσωμάτωσε σε αυτό την ευαισθησία της δικής της κουλτούρας. Τα έργα της – στα οποία χρησιμοποιούσε και χρωματιστά από τη φύση τους βότσαλα – και οι τεχνικές που επινόησε για να προσαρμοστεί στις συνθήκες της βρετανικής πραγματικότητας, αντανακλούν μεν μία  διαφορετική προσέγγιση και νοοτροπία, ωστόσο διατηρούν ανέπαφα τα βασικότερα στοιχεία του δεσμού τους με την καταγωγή τους. Για τον Γιάννη Λουκιανό, ο οποίος την είχε επισκεφθεί στην Αγγλία, η Χόγουαρθ ήταν η καλύτερη: «Είναι πίνακες τα έργα της», λέει. Σημαντικότερη παραλλαγή στην τεχνική που εφάρμοσε η Βρετανίδα είναι, ίσως, η κατασκευή των βοτσαλωτών τμηματικά, σε εσωτερικό χώρο, και η κατοπινή συναρμολόγησή τους στο μέρος για το οποίο προορίζονταν. Σε αυτήν προέβη λόγω του αγγλικού κλίματος που δεν ευνοεί γενικά την εργασία σε εξωτερικό χώρο, όπως σημειώνεται στην ιστοσελίδα του εργαστηρίου που αναδεικνύει και συνεχίζει το έργο της.

Κοσμώντας την καθημερινότητα στη βάση της

Για τα βοτσαλωτά, ως διακοσμητική τέχνη των δαπέδων των ανοικτών χώρων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η πιο κοντινή στον άνθρωπο, η πιο δημοκρατική τέχνη, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι κατά παράδοση, στο Αιγαίο, οι κοσμημένες με βοτσαλωτά πλατείες και προαύλια εκκλησιών ανήκουν στην καθημερινότητα των κατοίκων του κάθε νησιού και των επισκεπτών του. Είναι στη διάθεσή τους ανά πάσα στιγμή, κυριολεκτικά στα πόδια τους!

Με αυτόν τον τρόπο, διαχέουν τη μαγεία της τέχνης, τη φαντασία και το κάλλος, χαρίζοντας τα δώρα της αδιακρίτως και φέρνοντας τον κόσμο σε απόλυτη, φυσική και μεταφυσική, εγγύτητα με το κρυμμένο, καθώς και με την «αγωνία της ανάγνωσής» του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Γιάννης Λουκιανός, Οι βοτσαλωτές αυλές των Κυκλάδων, Αθήνα 1998

2. Γιάννης Λουκιανός, Οι βοτσαλωτές αυλές του Αιγαίου, Αθήνα 1999

3. Γιάννης Λουκιανός, Οι βοτσαλωτές αυλές της Σαντορίνης και της Μήλου, εκδόσεις βότσαλο, Αθήνα 2012

4. Γιάννης Λουκιανός, Τα βοτσαλωτά στο λιμάνι της Ίου, Δήμος Ιητών 2016

5. Μαρία Ξύδα, Οι βοτσαλωτές αυλές της Χίου, εκδόσεις Πυξίδα, Χίος 2009

6. Α. Φλωράκης, Οι τηνιακές βοτσαλωτές αυλές, εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1981

7. Οι βοτσαλωτές αυλές των Σπετσών, Περιοδικό Ζυγός, Αθήνα 1961

8. Carlo Bertelli, The Art of Mosaics, Αγγλική έκδοση, Μιλάνο 1989

9. Dieter Salzmann, Undersuchugen Zu Den Antiken Kiesel Mosaiken, Gebr Mann Verlag, Βερολίνο 1982

10. Maggy Howarth, Complete Pebble Mosaic Handbook, Firefly Books, N.Y./USA 2009

 

Μαρία Σκαμάγκα: Υφαίνοντας με μνήμες και ήρωες ένα καλοκαίρι γεμάτο περιπέτειες

O «Πολύγραφος ή Το καλοκαίρι των ηρώων» είναι ένα  νεανικό διήγημα που διαδραματίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 1980 σε ένα ελληνικό νησί. Η συγγραφέας, Μαρία Σκαμάγκα, δεν μας αποκαλύπτει σε ποιο – δεν χρειάζεται. Το νησί που περιγράφει έχει το άρωμα, τις γεύσεις και τα τζιτζίκια όλων των ελληνικών νησιών. Αφηγητής είναι ο δεκάχρονος Παντελής, ο οποίος μαζί με τον καινούριο φίλο και γείτονά του Λεωνίδα θα ζήσουν μία πραγματική περιπέτεια, γεμάτη ηρωισμό – όπως περίπου ποθούν…

Περίπου, αλλά όχι ακριβώς. Γιατί αυτά που ανακαλύπτουν, δεν είναι αυτά που ονειρεύονταν. Δεν είναι ανεξιχνίαστα μυστήρια και λαμπερές πράξεις, αλλά οι σκιές της Ιστορίας: της οικογενειακής τους ιστορίας, της ιστορίας του νησιού και της Ιστορίας της χώρας. Χωρίς να γίνεται ιστορικό ή διδακτικό, ο «Πολύγραφος», μέσα από τις ανακαλύψεις των παιδιών ανασύρει από το παρελθόν και διαπλέκει αυτά τα τρία, μαζί με όλα τα πρόσωπα.

Με αυτόν τον τρόπο, τα δύο αγόρια θα γνωρίσουν τον αληθινό ηρωισμό. Αυτόν που πηγάζει από την αναγκαιότητα, αυτόν που χρειαζόμαστε για να υπερασπιστούμε τις πεποιθήσεις και τις αρχές μας και για να βοηθήσουμε τους συνανθρώπους μας, παρά τον πόνο και τις αντιξοότητες. Και τα παιδιά μαθαίνουν ότι μόνο αντιμετωπίζοντας  γενναία τις δυσκολίες, ψυχικές ή σωματικές, γεννιέται η δύναμή μας και μεγαλώνει το ανάστημά μας.

Η αφήγηση μάς αποκαλύπτει ότι ήρωες δεν είναι μόνο αυτοί που κάνουν εντυπωσιακές πράξεις. Ο ηρωισμός είναι και μία υπόθεση της καθημερινότητας, όπως αποδεικνύουν η γιαγιά του Παντελή και άλλα πρόσωπα της ιστορίας. Η καρτερία, η υπέρβαση, η αλληλεγγύη, το σθένος είναι μερικά μόνο από τα συστατικά του.

Διερευνώντας το θέμα του ηρωισμού, η Μαρία Σκαμάγκα το υφαίνει μαζί με τον παιδικό ιδεαλισμό και τη φαντασία, με τη μυστική ισχύ της κοινότητας και της οικογένειας, με τη σοφία που φέρνει η ηλικία, με τη νοσταλγία που χρωματίζει τη μνήμη, εξωραΐζοντας και γλυκαίνοντας το παρελθόν. Φόντο η γνώριμη στους περισσότερους αναγνώστες εικόνα του ελληνικού νησιώτικου καλοκαιριού, η ατμόσφαιρα του οποίου είναι δοσμένη με γλαφυρότητα αλλά και οικονομία – δύο σημαντικά προτερήματα του βιβλίου.

Άλλο ένα είναι η αθωότητα που διαπνέει την ιστορία, η οποία διατηρείται παρά τη γειτνίασή της με το σκληρό θέμα των διωγμών και των εξορίστων, χάρη στην προσοχή και την τρυφερή φροντίδα της Μαρίας Σκαμάγκα. Οι πολλές αρετές του βιβλίου αναγνωρίστηκαν με μία βράβευση και πολλαπλές υποψηφιότητες.

Η συγγραφέας, που έχει και η ίδια έναν γιο στην εφηβεία τώρα, μοιράζεται με την Epoch Times μερικές από τις σκέψεις της για τον ηρωισμό, τη νοσταλγία και ορισμένα ακόμα θέματα του «Πολύγραφου».

Μαρία Σκαμάγκα (Ευγενική παραχώρηση της ίδιας)

 

Θα ήθελες να μιλήσεις για τη σκέψη που σε ώθησε να κινηθείς γύρω από το θέμα του ηρωισμού, αλλά και για την έννοια του ηρωισμού γενικότερα, όπως την αντιλαμβάνεσαι εσύ; Πόσο ανάγκη έχουμε τους ήρωες, ατομικά και ως κοινωνία;

Η αρχική σκέψη πίσω από την ιστορία ήταν να μιλήσω στον γιο μου για το νησί του. Ύστερα, να το κάνω μέσα από ένα σχήμα ελκυστικό για εκείνον – μια ιστορία που να τον αφορά, που να μπορεί μέσα της να αναγνωρίσει κάτι από τον εαυτό του. Τον είχα παρακολουθήσει αρκετά χρόνια να πλάθει ιστορίες στο παιχνίδι του με άλλα παιδιά και πάντα υπήρχε αυτό το στοιχείο, το ηρωικό. Κάποιος δυνατός και γενναίος, κάποιος γεμάτος αυταπάρνηση, που προσπαθεί για το καλό. Και το αντίθετό του φυσικά. Οπότε, τον ακολούθησα. Δεν ήταν δική μου πρόθεση η παρουσία των ηρώων, είναι κάτι που τα παιδιά «παίζουν» σαν από ένστικτο – τους καλούς και τους κακούς. Η ερώτησή σου, ωστόσο, με έκανε να συνειδητοποιήσω το εξής: τρία βιβλία έχω γράψει μέχρι σήμερα και οι ήρωες υπάρχουν στον τίτλο των δύο από αυτά… Άρα, σκέφτομαι τώρα, μάλλον με απασχολεί το θέμα του ηρωισμού. Στο πρώτο μου βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων που δεν κυκλοφορεί πια, οι ιστορίες μου ήταν «χωρίς ήρωες». Δηλαδή χωρίς εκείνους τους ανθρώπους τους «μεγαλύτερους από τη ζωή», με τα μεγάλα και φωτεινά πεπρωμένα. Οι ήρωες του Πολύγραφου είναι κάπως αλλιώτικοι. Και ναι, νομίζω είναι αυτοί που είμαστε αναγκαστικά όλοι μας, εφόσον παλεύουμε τη ζωή ό,τι και αν ρίξει στο διάβα μας, και είναι και κείνοι που χρειαζόμαστε όλοι μας και τώρα και πάντα. Οι αλληλέγγυοι. Εκείνοι που περιπολούν τα νερά της Μεσογείου για να περισυλλέξουν τους απέλπιδες των καιρών μας που πνίγονται καραβιές καραβιές, εκείνοι που μπαίνουν σε σκάφη για να σπάσουν αποκλεισμούς όπως αυτός της Γάζας αψηφώντας τα ντρόουν των ισχυρών. Αυτοί είναι οι ήρωες, αυτοί ήταν πάντα, όσοι αψηφούν τη δυσκολία και τον φόβο για να σταθούν έμπρακτα στο πλευρό των αδυνάτων. Ναι, τους έχουμε ανάγκη, ίσως σήμερα περισσότερο από ποτέ.

Αναζητώντας μυστήρια, τα αγόρια ανακαλύπτουν ένα μυστήριο που συνδέεται με την ιστορία της οικογένειάς τους, αλλά και με την Ιστορία της χώρας. Και οι δύο – η οικογενειακή και της πατρίδας – διαπερνούν και συνδέουν τις γενιές. Πώς βλέπεις τη σχέση μεταξύ παρελθόντος-παρόντος-μέλλοντος, και πόσο απαραίτητη πιστεύεις ότι είναι η σύντηξη των τριών;

Ιδιοσυγκρασιακά, έχω το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν. Η Ιστορία με συναρπάζει, γιατί με συναρπάζει η ιδέα του χρόνου που περνάει και της απώλειας που το πέρασμα αυτό συνεπάγεται. Δεν είναι μια αισιόδοξη σκοπιά, είναι δύσκολη και βασανιστική. Όμως τι είναι η Ιστορία αν όχι, μεταξύ άλλων, και μια προσπάθεια να κρατήσεις ζωντανό, να περισώσεις από τη λήθη, αυτό που έχει οριστικά χαθεί; Η μνήμη, την οποία η Ιστορία διαχειρίζεται, η ατομική και η συλλογική – οντότητες δυναμικές, πρωτεϊκές και οι δύο – είναι στο μυαλό μου η πατρίδα μας, το έδαφος όπου ριζώνουμε εμείς και τα βιώματά μας, το χώμα που μας τρέφει και μας κάνει αυτό που είμαστε. Πώς θα κατανοήσουμε ποιοι είμαστε για να είμαστε καλά στο τώρα και να εξελιχθούμε στο αύριο, αν δε χαρτογραφήσουμε αυτή την περιοχή της μνήμης, αν δεν αναλύσουμε τη σύσταση αυτού του εδάφους; Και στο προσωπικό και στο συλλογικό επίπεδο.

Στο διήγημα είναι διάχυτη η νοσταλγία. Μού θύμισε κάτι που είχα διαβάσει για τον «Τομ Σώγερ» του Μαρκ Τουέιν, ότι δηλαδή περισσότερο από βιβλίο για παιδιά, είναι ένα βιβλίο για μεγάλους που θέλουν να αναπολήσουν τον καιρό που ήταν οι ίδιοι παιδιά. Ισχύει αυτό για τον «Πολύγραφο»; Ποια είναι η θέση που έχει η νοσταλγία στη ζωή σου;

Τι όμορφη παρατήρηση! Ναι, νομίζω πως ο «Πολύγραφος» είναι ακριβώς αυτό. Και προέκυψε προγραμματικά – η νοσταλγία δηλαδή ήταν μια βασική κινητήρια δύναμη πίσω από την αφήγηση. Όπως σου είπα και στην αρχή, θέλησα να γράψω μια ιστορία που θα μιλούσε στον γιο μου για το νησί του. Στο νησί αυτό, που εγώ υιοθέτησα ως τόπο μου στο τέλος των εφηβικών μου χρόνων, ο μπαμπάς του και οι φίλοι μας από εκεί είχαν ζήσει αυτά τα καλοκαίρια, σ’ αυτά τα τοπία, με αυτούς τους ανθρώπους γύρω τους. Κι εγώ, που αγάπησα αυτόν τον τόπο, εγώ που κουβαλώ χρόνια στην καρδιά μου δικές μου εικόνες από αυτόν, έχω ζηλέψει πολύ για κείνα τα παιδικά καλοκαίρια που ’χουν φτάσει σε μένα ως διηγήσεις, τα έχω νοσταλγήσει πολύ κι ας μην ήταν ολότελα δικά μου. Στον «Πολύγραφο» αυτά τα δύο πλέκονται, η μνήμη εκείνων των παιδιών και οι μνήμες οι δικές μου. Η νοσταλγία χτυπάει κόκκινο!

Όντας μητέρα ενός εφήβου, ποιος είναι, κατά τη γνώμη σου, ο ρόλος της περιπέτειας και του κινδύνου στη διαμόρφωση τους; Διαχρονικά, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, φαίνεται να είναι κάτι που επιζητούν, άλλοι με περισσότερο και άλλοι με λίγο λιγότερο πάθος – ειδικά τα αγόρια… Είναι μια αληθινή περιπέτεια ικανή να τα αποτραβήξει από τον ψηφιακό κόσμο, όπου έχει μεταφερθεί η ζωή τους σήμερα;

Δεν ξέρω. Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ να απαντήσω την ερώτησή σου. Φαντάζομαι πως ναι, αν δώσουν την ευκαιρία στον πραγματικό κόσμο να εισχωρήσει στη ζωή τους, αν του αφήσουν μια χαραμάδα να τους δείξει πόσα θαυμαστά κρύβει… Ίσως πια να συμβαίνει αυτό λίγο αργότερα απ’ ό,τι παλιότερα. Εκεί, στην καρδιά της εφηβείας, που αναγκαστικά στρέφεσαι προς τους άλλους, τους συνομηλίκους σου. Που θες να βγεις έξω, να υπάρξεις μόνος – μακριά από την οικογένεια, εννοώ – να αναμετρηθείς με τον κόσμο. Πιστεύω – αν και θα το πω με δυσκολία, γιατί με φοβίζει – ότι είναι σημαντική και η περιπέτεια και ο κίνδυνος. Ή, μάλλον, ας το πω αλλιώς: η σκανταλιά, η έξοδος από αυτό που λέμε σήμερα «ζώνη άνεσης». Ήμουν πολύ μετρημένο και φοβισμένο παιδί, πολύ σωστό και υπεύθυνο – οι γονείς μου κοιμούνταν ήσυχοι. Σήμερα ζηλεύω τις ιστορίες των φίλων μου, τις σκανταλιές τους, τα παραστρατήματα, τις περιπέτειες – που είχαν, βέβαια, αίσιο τέλος. Ας το πούμε κι αυτό, γιατί αυτό είναι το αγκάθι.

Διαπραγματεύεσαι και το θέμα της φιλίας: στην ιστορία σου, η φιλία των δύο αγοριών αναπτύσσεται από απλή παρέα σε κάτι πιο βαθύ μέσα από την αλληλοβοήθεια, την προσφορά, την εκτίμηση, τον θαυμασμό και, φυσικά, τη θυσία.

Ναι, είναι αυτές οι πρώτες φιλίες, εκεί κοντά στο τέλος του Δημοτικού, που είναι λίγο σαν έρωτας.

Στην περιπέτεια των παιδιών μπαίνουν και οι μεγάλοι κάποια στιγμή, παίζοντας μάλιστα καθοριστικό ρόλο. Είναι ευχάριστο που δεν τους έδωσες έναν απόμακρο ρόλο ούτε τους παρουσιάζεις σαν καρικατούρες ή εχθρούς των παιδιών, αλλά τους εμφανίζεις σαν αυτό που θα έπρεπε να είναι οι μεγάλοι για τους νέους: βοηθητικοί, υποστηρικτικοί πρακτικά και με τις γνώσεις τους, καθοδηγητικοί ακόμα, αλλά με σεβασμό και κατανόηση για τις ανάγκες και τις επιθυμίες των παιδιών. Με αυτόν τον τρόπο, υπάρχει πραγματικά σχέση μεταξύ τους, σχέση γόνιμη για όλους. Αυτό κατά πόσο το βλέπεις να συμβαίνει γύρω μας σήμερα; Κατά πόσο υπάρχει ακόμα ή λείπει από την κοινωνία μας;

Οι ενήλικες του «Πολύγραφου», ιδίως οι μεγαλύτεροι, είναι άνθρωποι σοφοί, αλλά δεν είναι σπουδαγμένοι. Έχω την αίσθηση ότι εκείνες οι γενιές, οι παππούδες μας, είχαν πολύ συχνότερα καλύτερη αντίληψη του ρόλου τους απ’ ό,τι εμείς σήμερα. Στέκονταν στο ύψος τους απέναντι στα παιδιά. Εμείς σήμερα – κυρίως, η δική μου η γενιά, αυτή βλέπω να βουλοπλέει, που έλεγε και η γιαγιά μου – είμαστε σπουδαγμένοι σε μεγάλα ποσοστά, αλλά δεν είμαστε σοφοί. Οι αξίες μας είναι τις περισσότερες φορές στη θέση τους, η αγάπη μας ακέραιη, η δέσμευσή μας απέναντι στα παιδιά που μεγαλώνουμε αναμφισβήτητη, αλλά κάπου μπερδεύεται το πράγμα. Κάπου υπάρχει λάθος, που λέει και το τραγούδι. Αλλά πού – δεν είναι εύκολο να το εντοπίσεις. Είναι, ενδεχομένως, ένας συνδυασμός πραγμάτων. Είμαστε σαφώς γνώστες πολλών θεωριών, ελάχιστα βιωμένων ωστόσο, είμαστε δέσμιοι σε μεγάλες πλειοψηφίες ενός βιοπορισμού με εξοντωτικά ωράρια – άρα κατατρυχόμαστε συνεχώς από ένα αίσθημα ενοχής και ανεπάρκειας, και αντί να καθοδηγούμε ενδίδουμε… είναι καθένα από αυτά και όλα αυτά μαζί. Όχι, σοφοί δεν είμαστε όπως ο θείος Σαράντος και η γιαγιά του Παντελή. Είναι λίγοι αυτοί που βλέπω γύρω μου που είναι παραστάτες της νιότης και οδηγοί ζωής συνάμα. Και δε βγάζω την ουρά μου απ’ έξω. Το καλό με τη λογοτεχνία είναι ότι πλάθεις τον κόσμο, το σύμπαν της κάθε ιστορίας, αλλά και τον εαυτό σου – αν θεωρήσουμε δεδομένο ότι σε κάθε ιστορία υπάρχουν στοιχεία του ανθρώπου που την επινόησε – ακριβώς όπως τα θέλεις. Θα ήθελα πολύ λοιπόν να ήμουν σαν τη Μορφούλα, που αντί να μαλώσει, κατανοεί, που ανασύρει το παιδί μέσα της και στέκει δίπλα στο πληγωμένο εγγόνι της με ανακουφιστική επιείκια.

Με αφορμή το παραπάνω, ας σταθούμε και στα συναισθήματα τα οποία μεταφέρει ο «Πολύγραφος» – πολλά και διάφορα, είναι αλήθεια, και σε πολλά επίπεδα. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι θετικά, ακόμα και όταν κρύβεται πόνος από πίσω ή άσχημες ιστορίες, τις οποίες δεν αφήνεις να ‘μολύνουν’ το βιβλίο – θέλω να πω, δεν προβάλλεις το άσχημο, δεν στέκεσαι σε αυτό, αλλά προσφέρεις αμέσως το αντίδοτο, ώστε να υπερβούμε. Αυτό είναι στάση ζωής.

Ο πόνος στον «Πολύγραφο» και η ασχήμια είναι πράγματα παλιά και χωνεμένα. Είναι αυτά που έχουν κάνει τους ανθρώπους καρτερικούς, επιεικείς, ανθρώπινους. Σοφούς, που λέγαμε και πριν. Δεν είναι δική μου στάση ζωής, γιατί εγώ όπως σου είπα και πριν ανήκω σε αυτούς που δεν είναι σοφοί, αλλά τη θαυμάζω και θα ήθελα να την κατακτήσω κάποια στιγμή.

Το βιβλίο δεν πέρασε απαρατήρητο. Bρέθηκε στη βραχεία λίστα τριών φορέων για καλύτερο νεανικό βιβλίο, μεταξύ αυτών της IBBY Greece. Κέρδισε επίσης το βραβείο Βιβλίου για Παιδιά του  ηλεκτρονικού περιοδικού λόγου και τέχνης «Χάρτης». Το πρώτο σου παιδικό βιβλίο, ο «Σκύλος Κάρλος», ήταν επίσης στη βραχεία λίστα του «Αναγνώστη». Ποιες πιστεύεις ότι είναι οι αρετές του «Πολύγραφου» και ποιες οι αδυναμίες του; Εγώ θα αναφέρω τη θαυμαστή οικονομία του (παρούσα και στο πρώτο παιδικό βιβλίο), χάρη στην οποία καταφέρνεις με λίγα λόγια – σαν τη Μορφούλα – να πεις πολλά.

Την αγαπώ την οικονομία του λόγου, όπως αγαπώ και τον λυρισμό στη γλώσσα. Στον «Πολύγραφο», η προσπάθεια να συνδυαστούν αυτά τα δύο συχνά αλληλοαναιρούμενα στοιχεία ήταν συνειδητή. Η βασική αρετή, ωστόσο, του βιβλίου κατά τη γνώμη μου είναι το συναίσθημα που βρίσκεται στον πυρήνα του – που είναι αληθινό, βιωμένο και δουλεμένο χρόνια. Και που – το βλέπω τώρα, εκ των υστέρων – είναι διάχυτο, χρωματίζει τα πρόσωπα, χρωματίζει τους τόπους, είναι συστατικό κάθε γωνιάς του σκηνικού, κάθε στιγμιότυπου της ιστορίας. Και αυτό το παλιό, ώριμο συναίσθημα είναι δικό μου και βρίσκεται ακέραιο στην καρδιά της ιστορίας μου. Όσο για τις αδυναμίες του, θα πω αυτό που μου είπε μια φίλη πρόσφατα: άντε, καιρός είναι τώρα να γράψεις και ένα βιβλίο. Εννοώντας την έκταση της ιστορίας. Πάλι στην οικονομία γυρίζουμε, δηλαδή. Αλλά στο αντεστραμμένο της είδωλο αυτή τη φορά.

Θα ήθελες να προτείνεις δέκα βιβλία (τυχαίος αριθμός!) για εφήβους για να πάρουν μαζί τους στο νησί, φέτος το καλοκαίρι;

Δέκα;! Όχι. Μπορώ όμως να προτείνω δυο-τρία. Το ένα το διαβάζουμε μαζί με τον γιο μου. Είναι αστείο, είναι συγκινητικό, έχει μυστήριο. Το λένε «Η γιαγιά μου σας χαιρετάει και σας ζητάει συγγνώμη», από τις εκδόσεις Κέδρος. Το άλλο είναι ένα μυθιστόρημα που μετέφρασα πέρυσι για τις εκδόσεις Μεταίχμιο, μια ιστορία ενηλικίωσης βαθιά τρυφερή. Ο τίτλος είναι «Οι Περιπέτειες του Ηρακλή Μπιλ». Και σίγουρα μια Άγκαθα Κρίστι. Ταιριάζει πολύ με το καρπούζι και τα μεσημεριανά δωμάτια με τις κλειστές γρίλιες.

Πού θα πας διακοπές;

Θα πάω στην Εύβοια, στην Κρήτη και στο νησί του «Πολύγραφου».

«Ο πολύγραφος ή Το καλοκαίρι των ηρώων» της Μαρίας Σκαμάγκα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (2024).

* * * * *

Το βιβλίο βρέθηκε φέτος στη Χρυσή Λίστα του ELNIPLEX για το 2025 (βιβλία παραγωγής 2024), στη βραχεία λίστα του IBBY Greece για το βραβείο «Φανή Αποστολίδου» σε συγγραφέα βιβλίου για εφήβους και νέους/ες, καθώς και στη βραχεία λίστα του περιοδικού «Αναγνώστης» για το βραβείο λογοτεχνικού βιβλίου για παιδιά. Κέρδισε το βραβείο βιβλίου για παιδιά 2024 του περιοδικού λόγου και τέχνης «Χάρτης». 

* * * * *

Η Μαρία Σκαμάγκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970. Έχει ασχοληθεί επί σειρά ετών με τη λογοτεχνική μετάφραση και τη μετάφραση και επιμέλεια δοκιμίων για την τέχνη και την αρχιτεκτονική. Έχει γράψει μια συλλογή διηγημάτων (Ιστορίες χωρίς Ήρωες, Μίνωας, 2003) και ένα παιδικό παραμύθι (Ο Σκύλος Κάρλος, Μεταίχμιο, 2016). Ζει στην Αθήνα με τον σύντροφό της και τον γιο τους.

«SYNCHRON-e-CITIES»: Μία έκθεση φωτογραφίας και κατάθεσης ψυχής

«Ο όρος syncronicity (συγχρονικότητα) επινοήθηκε από τον ψυχολόγο Καρλ Γιουνγκ, για να εκφράσει γεγονότα τα οποία, ενώ φαίνεται ότι συμβαίνουν συμπτωματικά και αναίτια στον εξωτερικό κόσμο, μπορούν τελικά να γίνουν αντιληπτά ως αποτελέσματα που αντανακλούν την αναγκαιότητα του εσωτερικού κόσμου», διαβάζουμε στο δελτίο Τύπου της έκθεσης φωτογραφίας «SYNCHRON-e-CITIES» που παρουσιάζει το Δίκτυο Hocus Photus στο Τ.Α.F. (The Art Foundation) αυτές τις ημέρες, μέχρι τις 8 Ιουνίου.

Πρόκειται για το αποτέλεσμα της εργασίας που έκαναν 21 καλλιτέχνες, κατά τη διάρκεια της τελευταίας τριετίας, παρέα με τον εικαστικό φωτογράφο Αχιλλέα Νάσιο, ο οποίος τους καθοδήγησε να εξερευνήσουν τη διαδικασία της φωτογράφησης κυρίως ως τρόπο προσέγγισης του εαυτού.

Τα έργα αποτελούν έκφραση της εσωτερικής αντίληψης των καλλιτεχνών για έννοιες, λέξεις, διαδικασίες, καταστάσεις. Κοινά χαρακτηριστικά τους η σύνθεση του κάθε έργου μέσω πολλαπλών εικόνων, η χρήση μεμονωμένων στοιχείων ώστε να παραχθεί διάλογος μεταξύ των επιμέρους εικόνων και συνδετικά στοιχεία που ενισχύουν την αισθητική και νοηματική ενότητα του κάθε έργου, καθώς και η μη γραμμική διάταξη και σχέση τους (φωτοταμπλό), μέθοδος που ευνοεί ακόμη περισσότερο τον δημιουργικό διάλογο των εικόνων και την παραγωγή νοήματος.

Ισχυρή είναι ακόμη η αίσθηση της ποιητικότητας που αναδύεται, με οικείες εικόνες να μετασχηματίζονται σε φόρμες και στοιχεία μίας άλλης γλώσσας που επιδιώκει να εκφραστεί πιο εσωτερικά, πιο διαλογιστικά, πιο διαισθητικά.

Η έκθεση πλαισιώνεται από ποικίλες δράσεις, από παιχνίδια φωτογράφησης και βιντεοσκόπησης μέχρι βραδιά Spoken Word, ανοικτή μουσική σύμπραξη, ομιλίες και διαλέξεις, ενώ για την τελευταία βραδιά έχει προγραμματιστεί παρουσίαση/ανάλυση των έργων της έκθεσης από τον Αχιλλέα Νάσιο.

Η Epoch Times συνάντησε τον εμπνευστή και επιμελητή της έκθεσης στο TAF και μίλησε μαζί του για την τέχνη της φωτογράφησης, το ζεν, το παιχνίδι, την ενδοσκόπηση, τη σημασία του ‘εγώ’ και για άλλα πολλά, καθοριστικά για έναν καλλιτέχνη και για το παραγόμενο έργο του.

Ένας διπλός δρόμος

Στην ερώτηση για το πού στηρίχθηκε και από πού ξεκίνησε η εργασία που παρουσιάζεται ως «SYNCHRON-e-CITIES», ο Αχιλλέας αναφέρθηκε σε δύο σεμινάρια που κάνει, τα οποία έχει ονομάσει «Το Ζεν και η τέχνη της φωτογραφίας» και «Visualization» (Οπτικοποίηση).

Νίκος Μητρίας. Συμμετοχή στην έκθεση φωτογραφίας «SYNCHRON-e-CITIES», Αθήνα, 2025. («SYNCHRON-e-CITIES»)

 

«Εγώ το αποκαλώ προσπάθεια προσέγγισης του εαυτού», είπε αρχικά, αναφερόμενος στη δουλειά των συμμετεχόντων, αφού τα δύο σεμινάρια αφορούν το ένα την υλοποίηση μίας προϋπάρχουσας ιδέας ή αισθήματος, το άλλο την ευαισθητοποίηση του εαυτού ώστε να μπορέσει να αφουγκραστεί και να ανακαλύψει αυτό που θέλει να φωτογραφηθεί, ξεχνώντας τη δική του πρόθεση. Κατ’ ουσίαν, είναι δύο αντίθετες προσεγγίσεις, συμπληρωματικές, εξηγεί. «Στο ένα ξεκινάω με μια πρόθεση, στο άλλο ξεκινάω να ανακαλύψω ποια πρόθεση είναι αυτή που με κινεί.»

Χρησιμοποιώντας τους δύο αυτούς αντίθετους δρόμους, οι οποίοι όμως στο τέλος συγκλίνουν, μπορούμε να πούμε ότι τελικά το ζητούμενο, σε κάθε περίπτωση, «είναι μία βαθιά προσέγγιση του εαυτού μέσω της φωτογραφίας – όχι μέσω της εικόνας όμως, αλλά μέσω της διαδικασίας της φωτογράφησης», επισημαίνει. «Το θέμα είναι από ποια κίνητρα ορμώμενος συλλέγω τις εικόνες και πώς τις επιλέγω.»

Βιζουαλισμός

Τον Βιζουαλισμό τον περιγράφει ως αναζήτηση του τρόπου με τον οποίο «μπορώ να αποδώσω τις ιδέες μου, τα θέλω μου, την ψυχή μου – γιατί πάντα από εκεί ορμώμαστε, από τα συναισθήματα και τις σκέψεις μας – βασικά, αγωνιώ μέχρι να ανακαλύψω με ποιο τρόπο θα αρθρώσω λόγο μέσω της εικόνας».

Εκκινά δηλαδή από την πρόθεση του φωτογράφου, ο οποίος καλείται να «οπτικοποιήσει την ιδέα του, το αίσθημα του ή και τα δύο – να τα υλοποιήσει σε εικόνα».

«Το Ζεν και η τέχνη της φωτογραφίας»

Στο σεμινάριο «Το Ζεν και η τέχνη της φωτογραφίας», αντιθέτως, καθοδηγεί τους συμμετέχοντες να εγκαταλείψουν τις προθέσεις τους, τον ίδιο τους τον εαυτό – στο μέτρο που είναι αυτό δυνατό – προκειμένου να συντονιστούν με το περιβάλλον, να αφουγκραστούν, ώστε να «εκφράσουν αυτό που επιζητά να εκφραστεί».

«Εδώ δεν δίνουμε κατεύθυνση, αλλά ανακαλύπτουμε την κατεύθυνση σιγά σιγά. Το κατά πόσον ανακαλύπτουμε και κατά πόσο δίνουμε, βέβαια, είναι ένα ζήτημα που μαθαίνει σταδιακά όποιος εμπλέκεται σε αυτήν τη διαδικασία. Είναι μια διαδικασία πολύ πιο περίπλοκη από τη φωτογράφηση. Η φωτογραφία που προκύπτει είναι αποτέλεσμα αυτής της αναζήτησης.»

Παρά τη χρήση του όρου ‘Ζεν’ στον τίτλο του σεμιναρίου, ο Αχιλλέας επισημαίνει ότι δεν πρόκειται ακριβώς για Ζεν, το οποίο μιλά για τη μη ύπαρξη και την ψευδαίσθηση του ‘εγώ’ – έννοιες δυσνόητες και απόμακρες για όσους δεν κάνουν Ζα Ζεν – διαλογισμό Ζεν.

Στόχος της Εύας Καλπαδάκη ήταν να δημιουργήσει έναν «οπτικό διαλογισμό, προσκαλώντας  τον θεατή να βυθιστεί στη στοχαστική παρατήρηση των εικόνων». Συμμετοχή στην έκθεση φωτογραφίας «SYNCHRON-e-CITIES», Αθήνα, 2025. («SYNCHRON-e-CITIES»)

 

Η χρήση του όρου μάλλον παραπέμπει στην αντίληψη της φωτογραφίας ως Δρόμου, ενός από τους δυνητικούς Δρόμους προς τη φώτιση.

«Στο Ζεν, ακόμα και το ξερίζωμα των αγριόχορτων είναι Δρόμος», επισημαίνει. «Όλα είναι Δρόμος, εξαρτάται πώς τα κάνεις. Έχω διδαχθεί Ζεν και γνωρίζω ορισμένες τεχνικές του, αλλά δεν βαδίζω πλέον σε αυτόν τον δρόμο. Ο δρόμος πάνω στον οποίο βαδίζω σήμερα έχει μέσα στην καρδιά του ένα κομματάκι του Ζεν, και ανακαλύπτω διαρκώς ότι και μέσα από τη φωτογραφία ο Δρόμος μπορεί να ακολουθηθεί.»

«Οπότε, αυτά είναι τα δύο πράγματα πάνω στα οποία έχει χτιστεί αυτή η έκθεση. Δεν είναι απλά σεμινάρια, χρειάζεται χρόνος για να αναπτυχθούν», σημειώνει, προσθέτοντας ότι «όλοι οι συμμετέχοντες στην έκθεση ακολούθησαν τα σεμινάρια για τουλάχιστον ένα, έως τρία χρόνια» – αν και όχι απαραιτήτως συνεχόμενα, αλλά με διαλείμματα όταν χρειαζόταν για να ‘χωνευτούν’ οι γνώσεις.

«Ορισμένοι συμμετείχαν και στα δύο σεμινάρια, άλλοι μόνο στο ένα από τα δύο. Άλλοι γνώστες της φωτογραφίας, των φωτογραφικών τεχνικών, και άλλοι λιγότερο σχετικοί με εκείνες. Ό,τι έμαθαν, το έμαθαν κυρίως μεταξύ τους. Τροφοδοτώντας ρυθμικά το σεμινάριο με το απαραίτητο υλικό, για να υπάρξει συζήτηση, εμπνέοντας όλους μας να βυθιστούμε στην ανάγνωση. Με ποιο τρόπο θα επιλέξω τι; Τι έχω να δείξω; Τι έχω να πω;»

Εξερεύνηση και αφαίρεση

Οι ομάδες διαμορφώνονται τυχαία, ανάλογα με το ενδιαφέρον των συμμετεχόντων για τον τύπο των σεμιναρίω· εξ ου και το -e- του τίτλου της έκθεσης:

«Είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι σε διαφορετικές πόλεις και δεν δουλεύουμε πάνω σε κοινές θεματολογίες, αλλά πάνω σε λέξεις-κλειδιά, οι οποίες αφορούν ατομικές αναζητήσεις που τις ερευνούμε μαζί.

»Η εξερεύνηση κάθε θέματος γίνεται με μεγάλο κόπο και μόχθο, αφού στηρίζεται σε πολλαπλές λήψεις και την αφαίρεση των περιττών εικόνων, μετά από προσεκτική επιλογή και βαθιά κατανόηση του λόγου για τον οποίο κάποια εικόνα δεν ευνοεί την ανάπτυξη του θέματος. Για κάθε θέμα μπορεί να γίνουν π.χ. 500 φωτογραφίες και τελικά να μείνουν 10. Το ζητούμενο είναι να μάθουμε να αφαιρούμε αυτές που δεν ταιριάζουν με τις υπόλοιπες, ώστε να αποφευχθεί κάθε περιττολογία, και να συνταχθούν έτσι, ώστε να φτάσουμε σε ένα αποτέλεσμα που δεν χρειάζεται ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα για να επικοινωνήσει το θεμιτό. Σε ένα αποτέλεσμα ολοκληρωμένο.»

«Αυτό είναι το ζητούμενο, κι όχι απλά η επίτευξη ωραίων εικόνων για να δείχνουμε.»

Μεταμόρφωση μέσω του φωτός 

Για τη διαδικασία εξερεύνησης, επιλογής και σύνθεσης των τελικών εικόνων μίλησε στην Epoch Times ο Γιώργος Κουτσουβέλης, μαθητής και συνάδελφος του Α. Νάσιου, ιδρυτικό μέλος των Hocus Photus και ένας από τους συμμετέχοντες στην έκθεση.

Ο Γιώργος Κουτσουβέλης δίπλα στο έργο με το οποίο συμμετέχει στην έκθεση φωτογραφίας «SYNCHRON-e-CITIES», που παρουσιάζει το Δίκτυο Hocus Photus στο Τ.Α.F. | The Art Foundation, από τις 22/5 έως τις 8/6/2025. (The Epoch Times)

 

«Η δουλειά μου είναι μία ιστορία μεταμόρφωσης μέσω του φωτός. Σημείο εκκίνησης είναι η λήψη αυτής εδώ της φωτογραφίας, που έγινε εντελώς τυχαία, στο σημείο όπου έγινε η φωτογράφηση. Και με βάση αυτήν τη φωτογραφία – που είναι ένα έντομο πιασμένο στο ιστό μίας αράχνης – ξαφνικά συνδέθηκαν στο μυαλό μου όλα αυτά τα πράγματα.

»Στην ουσία,  είναι ο αγώνας που δίνει ο άνθρωπος για να μεταμορφωθεί, σαν πεταλούδα. […] Υπάρχει το στοιχείο της καταστροφής, υπάρχει και το στοιχείο της ανάτασης.

»Τα στοιχεία της φύσης είναι τελείως net (σ.σ. καθαρά), γιατί δεν έχουν αγωνία. Ο άνθρωπος, που έχει αγωνία, είναι φλου, κουνημένος. . Τα υπόλοιπα είναι δουλειά του θεατή.»

Φωτογραφικά παιχνίδια

Το 10ο Φωτογραφικό Παιχνίδι
Το 10ο φωτογραφικό παιχνίδι, 2019.  (Photo © Rania Antypa/Ευγενική παραχώρηση του Δικτύου Hocus Photus)

 

Ορόσημο στον δρόμο του Αχιλλέα Νάσιου στάθηκε η ανακάλυψη του φωτογραφικού παιχνιδιού.

«Δεν έχει να κάνει με το ‘καταλαβαίνω· έχει να κάνει με το ‘παίζω’. Όταν έφυγαν οι προθέσεις, είδα τη σχέση της φωτογραφικής διαδικασίας με έναν βαθιά εσωτερικό, έναν πνευματικό δρόμο.

»Είναι πιο εύκολο να χαίρεσαι όταν αφήνεις το ‘εγώ’, τις προσδοκίες και την πρόθεση. Είσαι πιο ελεύθερος.

»Αν και ο δρόμος του φωτογράφου είναι μοναχικός, όπως λένε οι κλασικοί, και γενικά όσο κι αν ο Δρόμος του καθένα είναι πραγματικά μοναχικός, εμείς παίζουμε ομαδικά. Και είναι εκπληκτικό να βλέπεις η χαρά πώς ξεχειλίζει όταν όλοι γίνονται ένα.»

Τα φωτογραφικά παιχνίδια ξεκίνησαν πριν από πολλά χρόνια, πριν τη διάδοση των ψηφιακών φωτογραφικών μηχανών. «Το παιχνίδι που κάνω τώρα σε δύο μέρες, τότε το έκανα σε έναν χρόνο. Έπρεπε να γίνουν οι εμφανίσεις, τα τυπώματα, οι επιλογές, η κατανόηση… Τώρα, μέσα σε 18 ώρες τα έχεις όλα.»

Στην Παιανία, όπου δίδασκε, γνώρισε και τον Άκη Χρήστου, επίσης ιδρυτικό μέλος των Hocus Photus. «Τότε δούλευε σε ένα τουριστικό γραφείο. Πρωτοανακάλυπτε τη φωτογραφία, άρχισε να αντιλαμβάνεται μερικά πράγματα λίγο διαφορετικά, ένιωσε ευγνωμοσύνη για τη δυνατότητα αυτή, και τώρα είναι φωτογράφος σπουδαίος.»

Πώς παίζεται

«Κατ’ αρχάς, μπορεί να συμμετάσχει οποιοσδήποτε. Παιδάκια παίζουν μαζί με μεγάλους και με άτομα με ιδιαιτερότητες. Όλοι στο παιχνίδι γίνονται ένα.

»Σε έναν από τους τύπους των photogames που παίζονται, όλοι κινούνται σε έναν χώρο με ανεπαρκή φωτισμό, ώστε να υπάρχουν προκλήσεις που απαιτούν τη χρήση κάποιας φωτογραφικής τεχνικής. Στον ίδιο χώρο υπάρχει και κάποιος χωρίς κάμερα, που αναλαμβάνει για λίγο τον ρόλο του μοντέλου.

»Όλοι είναι ελεύθεροι να φωτογραφίσουν ό,τι επιθυμούν, αλλά ο χρόνος είναι περιορισμένος. Σκοπός είναι να αναπτυχθεί η εγρήγορση και να λειτουργήσουν το ένστικτο και η διαίσθηση, αφού σκέψη και αίσθηση συγκεντρώνονται στην επίτευξη ενός επιθυμητού στόχου.

»Οπότε, οι συμμετέχοντες πρέπει να ανακαλύψουν κάτι ενδιαφέρον – κι επειδή όλοι όσοι γυρεύουμε κάτι, όταν το ανακαλύπτουμε, στο τέλος χαιρόμαστε και δεν ξεχνάμε ποτέ αυτό που μάθαμε, χωρίς να καταλαβαίνουμε πώς γίνεται αυτό. Εκείνο που για πάντα μας απομένει από το βίωμα αυτό, είναι η χαρά!»

«Μέσα σε αυτό το παιχνίδι είναι όλη η φωτογραφία», προσθέτει. «Δηλαδή, δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζεις εκ των προτέρων όλα όσα η φωτογραφία απαιτεί. Αν δεν τα ξέρεις, τα ανακαλύπτεις παίζοντας. Αν τα γνωρίζεις, έχεις την ελευθερία να τα εφαρμόσεις. Το αποτέλεσμα που θα πετύχεις είναι η πληρωμή σου για την κατάθεση που έκανες. Είναι ένα παιχνίδι που έχει μόνο κερδισμένους.»

‘Ωκεανίς’ – Το 8ο φωτογραφικό παιχνίδι, 2019. (Ευγενική παραχώρηση του Δικτύου Hocus Photus)

 

Και άλλοι τρόποι

Το παιχνίδι γίνεται και με βίντεο (Video-Art Game), που παρουσιάστηκε στο 21ο Digital Art Festival στην Αθήνα (ADAF 2025), και το οποίο θα παιχτεί και στο πλαίσιο της έκθεσης, το Σάββατο 7 Ιουνίου, στις 15:30.

Επιπλέον, ο Αχιλλέας έχει ήδη σχεδιάσει παιχνίδια όπου οι συμμετέχοντες αξιοποιούν διαφορετικά μέσα, όπως σκίτσο, κείμενο, θέατρο, μουσική και γλυπτική.

Έχουν ήδη γίνει μερικές δοκιμές προς αυτήν την κατεύθυνση, όπως λέει ο Αχιλλέας, με μεγάλη επιτυχία μάλιστα, αφού οι φωτογράφοι κατάλαβαν ότι υπάρχουν κι άλλοι τρόποι έκφρασης.

«Θέλω να το προχωρήσω αυτό, να κάνουμε γενικά παιχνίδια Τέχνης, όπου θα μαθαίνουμε ο ένας απ’ τον άλλον», λέει. «Γι’ αυτόν τον λόγο το Δίκτυο Hocus Photus, που στήνουμε προσεκτικά εδώ και χρόνια, καλεί όλους όσους επιθυμούν μια τέτοια προσέγγιση να έρθουν κοντά. Να παίξουμε μαζί. Να μοιραστούμε τις δυνατότητες μας. Να γίνουμε ένα.»

Hocus Photus: Συνδέοντας τις τέχνες, τις πόλεις, τους ανθρώπους

Στο παιχνίδι και τη μαγεία του παραπέμπει και η ονομασία ‘Hocus Photus’ (σ.σ. παρήχηση του Hocus Pocus των ταχυδακτυλουργών και ‘μάγων’ της σκηνής), που έδωσαν ο Αχιλλέας, ο Γιώργος και ο Άκης στο Δίκτυο που ίδρυσαν με στόχο τη σύνδεση των ανθρώπων μέσω της δημιουργικότητας και της τέχνης, μαθαίνοντας εμπειρικά τις τεχνικές, ενώ ουσιαστικά εστιάζει στην ουσία του ανθρώπου και στην επιθυμία του να μοιραστεί μία «ευγενή ζωή, μεταμορφώνοντας τη βαθιά ανάγκη για δημιουργία σε έργα κοινά», όπως αναφέρεται στο σημείωμα του Δικτύου Hocus Photus.

Φωτογραφία της Αρετής Αλεξανδράκη. (Ευγενική παραχώρηση του Δικτύου Hocus Photus)

 

Κάτι περισσότερο από εικόνες

Ερωτηθείς για αυτό που περιμένει από την έκθεση, ο Αχιλλέας απαντά ότι, όσον αφορά εκείνον, η έκθεση «έχει ήδη εκπληρώσει τον σκοπό της, ακόμα και σήμερα να κλείσει, γιατί έχει ήδη φανερωθεί ότι είναι κάτι διαφορετικό, ότι δεν είναι απλά μία έκθεση φωτογραφίας, ότι δεν δείχνουν τον έξω κόσμο αυτές οι εικόνες, αλλά τον εσωτερικό – είναι κατάθεση ψυχής.

»Αυτό περίμενα, να φανερωθεί όλη αυτή η προσπάθεια. Να γίνει αισθητή ακόμη και σε όσους δεν την είδαν», λέει και γελάει.

«Έχω την εντύπωση ότι η Τέχνη της Φωτογραφίας δεν αφορά μόνο στο αποτέλεσμα, αλλά σε μια πολύ χρονοβόρα και συχνά ψυχοφθόρα διαδικασία. Δεν είναι η εικόνα, αλλά το βίωμα που καταφέρνει κάποιος να εναποθέσει μέσα της. Όταν τα καταφέρνει η φωτογραφία να αγγίξει τις ανθρώπινες καρδιές, είναι επειδή αυτός που την έκανε, την έκανε με την καρδιά του. Έβαλε μέσα την αγάπη και τη γνώση του. Κι αυτό είναι που επικοινωνείται στις εικόνες. Αν μάθει κάποιος τη γλώσσα τους και αντιληφθεί τη σημασία του συντακτικού τους, η ποίηση αποκτά εικονικότητα. Αυτό, με κάποιο τρόπο, μας μαγεύει και μας καλεί ν’ αποδεχτούμε την ομορφιά της καθημερινότητάς μας, που είναι γεμάτη από εικόνες. Εικόνες που είχαν λόγο να γίνουν, ακόμη κι αν οι θεατές δεν θα επέλεγαν ποτέ να κάνουν ή να δουν παρόμοιες, με κάποιον τρόπο ακατανόητο ασκούν επάνω τους μια ακατανόητη γοητεία. Αγγίζονται. Θαρρείς και η φωτογραφία, που έχουμε διδαχτεί τόσα και τόσα από εκείνη, μας έχει προετοιμάσει κι αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε την αξία της για τον εξευγενισμό της καθημερινότητάς μας. Ναι. Έχουμε τη δυνατότητα, πλέον, να αντιλαμβανόμαστε με έναν τρόπο πιο σύγχρονο τη γλώσσα της άμεσης εικόνας. Την ποιότητα του λόγου που μπορούμε να εκφέρουμε μέσα από αυτή τη δυνατότητα που μας έχει δοθεί.

»Μα όσα κι αν πω εδώ, είναι λίγα για να εξηγήσω ότι η εικόνα δεν έχει λόγο να μιλά στη λογική, αν δεν μιλήσει πρώτα στην καρδιά μας. Αν είναι καμωμένη από αγνή αγάπη, τότε δε χρειάζεται καμία απολύτως λογική. Τότε… Hocus Photus», λέει και με χαιρετά με μια αγκαλιά γελώντας τρανταχτά.

* * * * *

Σύντομο βιογραφικό

Ο Αχιλλέας Νάσιος είναι εικαστικός φωτογράφος, video-artist, performer, καθηγητής εικαστικής φωτογραφίας και ερευνητής της φωτογραφικής δυνατότητας. Ασχολείται επίσης με τη μουσική και την ποίηση. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ελλάδα. Διδάχτηκε Φωτογραφία στην ΑΣΚΤ FAMU Prague, Οπτική επικοινωνία στην ΑΣΚΤ UDK Berlin, Ψηφιακές μορφές Τέχνης στην ΑΣΚΤ Αθηνών (Master) και βίντεο-τέχνη στην ΑΣΚΤ KKH Stockholm (Master). Δίδαξε φωτογραφία στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και τη Φωτογραφική Ομάδα της Παιανίας. Από το 2007 μέχρι το 2024, ζει στην Ελλάδα και τη Σουηδία σαν freelance artist, lecturer και curator.

Από το 2015, ξεκίνησε την εφαρμογή της ιδέας των Φωτογραφικών Παιχνιδιών, μιας βιωματικής μεθόδου εμβάθυνσης στη φωτογραφία. Ιδρυτικό μέλος του Δικτύου Τεχνών κι Επιστημών Hocus Photus. Από το 1986 εκθέτει έργα του σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Επιλέχτηκε ανάμεσα στους σπουδαιότερους εκπροσώπους της Σύγχρονης Ελληνικής Φωτογραφίας το 2000. Βραβεύτηκε με τη Χρυσή Αφροδίτη στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Φιλμ Κύπρου (CIFF 2007) στον τομέα της βίντεο-τέχνης. Το 2016, επιλέχθηκε σαν ένας από τους 100 σημαντικότερους σύγχρονους καλλιτέχνες της Ευρώπης και συμμετείχε στην έκθεση του θεσμού Spring Exhibition 2016, στην Κοπεγχάγη, με τη βίντεο-εγκατάσταση CROSS COVARIANCES #1.

https://anikon.org/

https://hocusphotus.com/

https://photogames.eu

 

 

 

Ένα αθέατο μουσείο στην καρδιά της Αθήνας

Οι περισσότεροι το γνωρίζουμε εξ όψεως, πολλοί έχουμε περιηγηθεί στο εσωτερικό του, αλλά πόσοι έχουν δει όσα κρύβονται στα βάθη του;

Μαρμάρινα αγαλμάτια Ερώτων από το κάλυμμα δίρριχτης σαρκοφάγου, γύρω στο 150 μ.Χ. Από αγορά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας στη Σμύρνη, το 1883. ΕΑΜ Γ 2895, Γ 2896. (Φωτογραφικό αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου)

 

Ο λόγος για το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το οποίο όχι μόνο φιλοξενεί πλήθος αριστουργημάτων του αρχαιοελληνικού κόσμου στις αίθουσές του, αλλά περιέχει και πολλά εξαιρετικά ευρήματα στις αποθήκες του, τα οποία δύσκολα θα δουν το φως της ημέρας στους κύριους χώρους του.

Πριν από 10 χρόνια, ωστόσο, εγκαινιάστηκε μία δράση η οποία προσφέρει στο κοινό την ευκαιρία να μάθει περισσότερα για τον θαυμαστό πολιτισμό που ήκμασε κάποτε στον ελλαδικό χώρο και να εντρυφήσει, με τη βοήθεια των αρχαιολόγων και των επιμελητών του Μουσείου, σε μερικά από τα μυστικά των τότε κοινωνιών.

Πρόκειται για το λεγόμενο «Αθέατο Μουσείο», την πρωτοβουλία του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου που ξεκίνησε να υλοποιείται τον Ιανουάριο του 2015, με στόχο να παρουσιάσει στο κοινό αντικείμενα που δεν είναι ενταγμένα στη μόνιμη έκθεση.

Γυμνή προτομή με κεφαλή του Αντίνοου. Βρέθηκε στην Πάτρα το 1856. Χρονολογείται λίγο μετά το 130 μ.Χ. Αρ. ευρ. Γ 418. (Φωτογραφικό αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου)

 

Ο Κώστας Πασχαλίδης, ένας από τους αρχαιολόγους του Μουσείου και τους επιμελητές του Αθέατου Μουσείου, είχε την καλοσύνη να μιλήσει εκτενώς στην Epoch Times για το Αθέατο Μουσείο, μάς ξενάγησε στην τελευταία έκθεση και μας σύστησε σε αυτήν που ετοιμάζεται για τον Ιούνιο.

Τι είναι το Αθέατο Μουσείο

Η έκθεση των αντικειμένων του Αθέατου Μουσείου γίνεται πάντα «στην καρδιά του Μουσείου, στην Αίθουσα 34, που λέγεται και Αίθουσα του Βωμού, λόγω του βωμού που φιλοξενεί», λέει ο κος Πασχαλίδης, με τα εκθέματα να αλλάζουν κάθε 2,5-3 μήνες, με αποτέλεσμα τέσσερις εκθέσεις κάθε χρόνο.

«Τα περισσότερα είναι αντικείμενα που βρίσκονται στις αποθήκες», εξηγεί ο κος Πασχαλίδης «και δεν έχουμε την ευκαιρία να τα δούμε. Κάποια μπορεί να βγαίνουν από τις αποθήκες και να ταξιδεύουν σε περιοδικές εκθέσεις, αλλά δεν ανήκουν στη μόνιμη δύναμη της συλλογής.»

Χάλκινα συμπαγή αναθηματικά αγαλμάτια της θεάς Νηίθ και ενεπίγραφο σύνταγμα της θεάς με δύο μορφές του θεϊκού παιδιού Ώρου [είθε η Νηίθ να δίδει ζωή στον Θούι γιό του Νέντις και της Ιαχίρντις]. Από τη Σάιδα της Αιγύπτου. Δωρήθηκαν το 1880 από τον Αιγυπτιώτη συλλέκτη Ιωάννη Δημητρίου. Αιγ. 348: τέλος της Τρίτης Μεταβατικής Περιόδου, 25η Δυναστεία (712-670 π.Χ.). Αιγ. 352, 355: αρχές της Ύστερης Περιόδου, 26η Δυναστεία (664-525 π.Χ). (Φωτογραφικό αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου)

 

Ένα κριτήριο για την επιλογή των εκθεμάτων αποτελεί το ενδιαφέρον που εμπνέει στους επιμελητές, καθώς και αυτό που μπορεί να εμπνεύσει δυνητικά στους επισκέπτες, δύο παράμετροι σε έναν βαθμό αλληλένδετοι.

«Υπάρχει μία ελευθερία και μία χαρά στην επιλογή των πραγμάτων. Δηλαδή, ο κάθε επιμελητής μπορεί να σκεφτεί και να προτείνει αυτό που τον συγκινεί και αυτό που θέλει να προσφέρει. Ακόμα κι αν αυτό είναι ενδιαφέρον με τα στενά ερευνητικά κριτήρια, αν τον συγκινεί μπορεί να γίνει ενδιαφέρον για όλον τον κόσμο. […] Εμείς οι επιμελητές είμαστε οι μεσολαβητές των πραγμάτων», λέει ο κος Πασχαλίδης.

Ύστερα, υπάρχουν τεχνικά κριτήρια, δηλαδή τα εκθέματα «να είναι συντηρημένα και στερεωμένα και να μπορούν να εκτεθούν. Αλλιώς, πρέπει να ενταχθεί στις εργασίες του μουσείου. […] Πολλά πράγματα πρέπει να περιμένουν τον καιρό τους», όπως στην περίπτωση υφάσματος που ανακαλύφθηκε μαζί με έναν μεταλλικό κρατήρα, που δεν μπόρεσαν να εκτεθούν μαζί λόγω των εκτεταμένων εργασιών που απαιτούσε η ανάταξη του κρατήρα.

Χάλκινο πτυκτό κάτοπτρο (καθρέφτης σε ανοιγόμενη θήκη). Δεν σώζεται ο δίσκος κατοπτρισμού. 390/380 π.Χ. Από την Ερέτρια. Αρ. ευρ. Χ 7422, 7423. (Φωτογραφικό αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου)

 

Ένας άλλος παράγοντας είναι ενίοτε η επικαιρότητα, όπως έγινε με την επιλογή του «καθρέφτη της Ευρώπης, το καλοκαίρι του 2015, που είχαμε το δημοψήφισμα». Ή όταν, το 2022, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή, παρουσιάστηκαν εκθέματα από τη Μικρά Ασία. Αυτό, σύμφωνα με τον κο Πασχαλίδη, έφερε και ένα μεγάλο ερευνητικό ενδιαφέρον για τις συνθήκες των αρχαιολόγων στη Μικρά Ασία. Δύο μικροί Έρωτες, μία μαρμάρινη κεφαλή, ένα μυκηναϊκό αγγείο και μία σειρά αγαλματιδίων – ένα του Ηρακλή και δύο συμπλέγματα θεϊκών ζευγαριών, του Έρωτα με την Ψυχής και της Αφροδίτης με τον Άδωνι – ήταν τα έργα που ανέδειξε εκείνη τη χρονιά το Αθέατο Μουσείο. Συγκεκριμένα για το μυκηναϊκό αγγείο, ο κος Πασχαλίδης αφηγείται ότι «είχε κατασκευαστεί στην Αργολίδα, αλλά φέρεται να έχει βρεθεί στην περιοχή της Σμύρνης, σε τάφο της Μυκηναϊκής εποχής. Εκεί, το πούλησε ένας αρχαιοπώλης σε έναν συλλέκτη, ο οποίος το έφερε στην Αθήνα. Οπότε, έχουμε όλη την αντιμετάθεση: στην αρχαιότητα πήγε εκεί, και στους νεώτερους χρόνους γύρισε πίσω.»

Ο «κρατήρας των βοοειδών που ερωτοτροπούν», ΕΑΜ Π 10539. (Φωτογραφικό αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου)

 

Ορισμένα αντικείμενα έχουν καταλήξει στο Μουσείο από εφόδους και κατασχέσεις της Αστυνομίας, όπως τα τωρινά εκθέματα, ενώ υπάρχουν και αντικείμενα που έχουν φέρει στο Μουσείο απλοί άνθρωποι. Συγκινητική είναι η ιστορία ενός χάλκινου αγαλματίου της Αρτέμιδος, που βρέθηκε πριν χρόνια μεταξύ Μυκόνου και Άνδρου από έναν ψαρά, ο οποίος το παρέδωσε τότε στο Πολεμικό Ναυτικό. Αυτοί με τη σειρά τους το πήγαν στην Αστυνομία και η Αστυνομία στο έφερε στο Μουσείο, το 1957. «Όταν το εκθέσαμε», θυμάται ο κος Πασχαλίδης, «ήρθε ο αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού που την είχε φέρει – τότε ήταν 25 χρονών, και το 2015 ήταν στα 80 του – λέγοντας: ‘Θέλω να την ξαναδώ, γιατί εγώ την έφερα εδώ’.»

Γραφιστική σύνθεση (κολάζ) του τμήματος της «στήλης των δίδυμων βρεφών» (θραύσμα επιτύμβιου αναγλύφου, 4ος αι. π.Χ. Αρ. ευρ. ΕΑΜ Γ 15452) και της στήλης της Φιλονόης (αρ. κατ. ΕΑΜ Γ 3790) με την προτεινόμενη θέση του θραύσματος στην επιτύμβια στήλη. Το θραύσμα βρέθηκε στο Μενίδι Αττικής. (Φωτογραφικό αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου)

 

Ακόμα, υπάρχει η στήλη των δίδυμων βρεφών, την οποία βρήκε ένας άστεγος στο ρέμα του Μενιδίου και την παρέδωσε στο Αρχαιολογικό Μουσείο – «ένα σπανιότατο πράγμα, να απεικονίζονται στα χέρια δίδυμα βρέφη». Για τον κο Πασχαλίδη, μεγαλύτερη σημασία έχει η αγάπη των ανθρώπων που αγαπούν τις αρχαιότητες χωρίς να είναι αρχαιολόγοι, και τις παραδίδουν, όπως φαίνεται να έγινε και στην περίπτωση του «Κούρου από την Κρήτη», που εκτέθηκε στο Αθέατο Μουσείο το 2023. «Αυτός εμφανίστηκε μία ωραία μέρα, το 1922 […] το έφερε κάποιος που έκανε κατάσχεση σε ένα πλοίο που το πήγαινε κάπου». Το αγαλματίδιο αποτελεί έναν αρχαιολογικό γρίφο, και αυτό ακριβώς στόχευε να αναδείξει η παρουσίασή του στο κοινό, όπου τονίστηκαν οι ιδιαιτερότητές του, που «το καθιστούν μοναδικό και εγείρουν αμφιβολίες για τη γνησιότητά του». Όπως μας είπε ο κος Πασχαλίδης, αυτό μένει να εξακριβωθεί, τόσο με αρχαιομετρικές μελέτες όσο και με εξέταση της πατίνας του χαλκού στην Γκρενόμπλ. «Αν η πατίνα του χαλκού είναι πραγματική, τότε μιλάμε για ένα αριστούργημα – ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της μινωικής τέχνης σε λεπτομέρειες.»

Χάλκινος κούρος μινωικού τύπου (ΕΑΜ Π 6284). Περί το 1500 π.Χ. (Φωτογραφικό αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου)

 

Το πρώτο έκθεμα του Αθέατου Μουσείου, τον Ιανουάριο του 2015, ήταν το λεγόμενο «δαχτυλίδι του Θησέα», ένα χρυσό σφραγιστικό μινωικό δαχτυλίδι, που μετά την παρουσίασή του εντάχθηκε στη μόνιμη συλλογή και έπαψε να είναι ‘αθέατο’. Επειδή αναπαριστά σκηνή από τα ταυροκαθάψια, τον χορό με τους ταύρους που ήταν δημοφιλής στον μινωικό πολιτισμό, αλλά βρέθηκε κατά τύχη στα Αναφιώτικα στην Πλάκα, τη δεκαετία του 1950, συνδέει κατά κάποιον τρόπο την Κρήτη με την Αθήνα, παραπέμποντας στον Αθηναίο ήρωα που σκότωσε τον Μινώταυρο και λύτρωσε τους Αθηναίους από τον σκληρό ετήσιο φόρο σε ανθρώπινες ζωές που έπρεπε να αποδίδουν στους Κρήτες.

Μυκηναϊκό σφραγιστικό δακτυλίδι από την Ακρόπολη, 15ος αι. π.Χ. (ΕΑΜ 19356). (Φωτογραφικό αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου)

 

Άλλα εξέχοντα εκθέματα ήταν μία χάλκινη σαρκοφάγος γάτας από την Αίγυπτο, η «Αλεξανδρινή βασίλισσα» – ένα κομματάκι μαύρου λίθου που απεικονίζει την Αρσινόη, δεύτερη βασίλισσα της Θράκης – ένα αριστουργηματικό πορτρέτο του Αντίνοου, κλπ. Το Μουσείο έχει αναδείξει ακόμη και εκθέματα που είχε από την προϊστορία των γηγενών πληθυσμών της αμερικανικής ηπείρου, από την 8η χιλιετία π.Χ. μέχρι το 1000 μ.Χ. περίπου, τα οποία είχε δωρίσει το Μουσείο Τέχνης του Σινσιννάτι στο ελληνικό κράτος, το 1931.

Συνολικά 33 θέματα έχουν παρουσιαστεί μέχρι τώρα, με τελευταίο τους «Μυκηναίους Αλχημιστές», που αποτελούνταν από ένα έξι κεραμικά μυκηναϊκά αγγεία τα οποία φέρουν ίχνη επικασσιτέρωσης.

Κάθε έκθεμα είχε τη δική του ιστορία να αφηγηθεί, που μεταφέρεται μέσω των επιμελητών και αρχαιολόγων στο σύγχρονο κοινό, το οποίο έχει αγκαλιάσει τις δράσεις του Αθέατου Μουσείου. Μέχρι τώρα, οι παρουσιάσεις γίνονται κάθε Κυριακή και Τετάρτη, στις 13:00, στα ελληνικά.

Χάλκινο αγαλμάτιο της Αρτέμιδος. Τέλη 4ου αιώνα π.Χ. (αρ. ευρ. Χ 16790). Ανασύρθηκε από τον βυθό στη θαλάσσια περιοχή της Μυκόνου και παραδόθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο το 1959. (Φωτογραφικό αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου)

 

Όλα τα έργα που έχουν παρουσιαστεί μέχρι τώρα στο Αθέατο Μουσείο υπάρχουν στην ιστοσελίδα του Μουσείου, μαζί με πληροφορίες και φωτογραφίες.

Οι «Μυκηναίοι αλχημιστές» και τα ταφικά έθιμα της εποχής τους

Αυτός ήταν ο τίτλος της τελευταίας παρουσίασης του Αθέατου Μουσείου, με διάρκεια από τις 27 Μαρτίου έως τις 26 Μαΐου 2025. Επρόκειτο για έξι αγγεία φαγητού και ποτού, από ένα σύνολο 13 αγγείων, προϊόντων λαθρανασκαφής, αδήλωτων, τα οποία κατασχέθηκαν από την Ελληνική Αστυνομία από το σπίτι γνωστού αρχαιοπώλη, τη δεκαετία του 1930. Για τα έξι που επιλέχθηκαν, ο κος Πασχαλίδης επισημαίνει ότι «δεν είχαν καμία πιθανότητα να ταξιδέψουν ή να εκτεθούν αλλιώς, αν δεν είχαν αυτήν τη μικρή ιδιαιτερότητα», αναφερόμενος στα στίγματα που έφεραν τα εν λόγω αγγεία στην επιφάνειά τους. «Εμείς οι αρχαιολόγοι αναγνωρίζουμε και μακροσκοπικά, με μία ματιά, ότι είναι τα υπολείμματα από την κάλυψη των αγγείων με κασσίτερο.»

Σύνολο μυκηναϊκών αγγείων με ίχνη επικασσιτέρωσης. Η κάλυψή τους με φύλλα κασσίτερου τοὺς χάριζε χρυσή ή αργυρή μεταλλική απόχρωση. Τέλος 14ου αιώνα π.Χ. Αρ. κατ. Π 19311, Π 19312, Π 19313, Π 19318, Π 19320, Π 19321. (Φωτογραφικό αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου)

 

Όπως εξηγεί, «η επικασσιτέρωση των κεραμικών αγγείων είναι κάτι που συμβαίνει στον μυκηναϊκό κόσμο και επανέρχεται στη Μακεδονία, στην ύστερη κλασική και στην ελληνιστική εποχή. Όχι όμως στον υπόλοιπο αρχαίο ελληνικό κόσμο. Και στην περίπτωση των μυκηναϊκών αγγείων – επειδή για αυτά μιλάμε εδώ – αφορά τον κόσμο των νεκρών.»

Πρόκειται δηλαδή με μία πρακτική που συνδέεται με τα ταφικά έθιμα των  Μυκηναίων, με τα αντικείμενα αυτά να βρίσκονται σε μυκηναϊκούς τάφους. «Δεν είναι πολύ συνηθισμένα, αλλά δεν είναι και άγνωστα», προσθέτει ο κος Πασχαλίδης.

Το ενδιαφέρον της επικασσιτέρωσης, τεχνικά, και ο λόγος που γινόταν σε κτερίσματα, είναι ότι προκαλεί μία ‘μεταμόρφωση’ των αντικειμένων, δημιουργώντας μία αργυρή επίφαση ή ακόμη και χρυσή, ανάλογα με την επεξεργασία.

Η τεχνική ήταν σχετικά εύκολη, και συνίστατο στην εφαρμογή λεπτών ταινιών κασσίτερου πάνω στην επιφάνεια του αντικειμένου, με χρήση κόλλας που μπορεί να ήταν ζωική ή φυτική. Το αποτέλεσμα ήταν μία αργυρή επιφάνεια, λαμπερή και αρκετά ανθεκτική. «Η πειραματική εργασία που έγινε στο Πανεπιστήμιο του Λουντ από την Κάρολ Γκίλλις, ήδη από τη δεκαετία του 1990, έδειξε ότι αν αυτά περάσουν από θερμική επεξεργασία, δηλαδή μπουν σε έναν κλίβανο, ακριβώς στους 232 βαθμούς, όλη η επιφάνεια από αργυρόχροη θα γίνει χρυσόχροη – δηλαδή, το αποτέλεσμα είναι χρυσό, και αυτό δεν αίρεται αφού κρυώσουν εκτός φούρνου. Οπότε, αμέσως έχει κανείς μία επίφαση χρύσωσης», αναφέρει ο κος Πασχαλίδης.

Η διαδικασία αυτή παρουσιαζόταν σε φωτογραφίες που συνόδευαν την έκθεση. Σύμφωνα με τον κο Πασχαλίδη, η καλύτερη μέθοδος επικασσιτέρωσης ήταν η επικόλληση φύλλων κασσίτερου σε μικρές ταινίες, αν και γίνεται επίσης και με εμβάπτιση και ψεκασμό. Ωστόσο, δεν ήταν μία γνήσια μεταμόρφωση, αλλά μία επιφανειακή, η οποία μάλιστα σε παρατεταμένο κρύο, δηλαδή σε θερμοκρασίες κάτω των 13 βαθμών Κελσίου και σε συνθήκες υγρασίας, αλλοιώνεται: ο κασσίτερος χάνει τη λευκή του δομή, γίνεται γκρίζος και κονιορτοποιείται, με αποτέλεσμα να αφήνει πίσω του μόνο μερικά μαύρα στίγματα. Αυτός είναι και ο λόγος που η επικασσιτέρωση γινόταν μόνο σε σκεύη που προορίζονταν για δώρα στους νεκρούς.

Για τους λόγους της ψευδοεπιχρύσωσης των κτερισμάτων, ο κος Πασχαλίδης προτείνει ότι γίνεται κυρίως σε συμβολικό επίπεδο: «Ο χρυσός και ο άργυρος έχουν μία πανανθρώπινη αξία. Όλοι οι άνθρωποι αναγνωρίζουν σε αυτά τα μέταλλα ότι αντέχουν στη φθορά και δεν μεταβάλλουν τη σύστασή τους, δεν μεταβάλλουν την εμφάνισή τους, δεν αποσυντίθενται. Λέγονται ‘ευγενή μέταλλα ακριβώς επειδή δεν οξειδώνονται. Αυτό έχει εκτιμηθεί σε διαφορετικούς πολιτισμούς και διαφορετικές χιλιετίες στον πλανήτη. […] Έτσι, λοιπόν, είναι σύμβολα αφθαρσίας.»

Χρυσές κύλικες και κύπελλα από τις Μυκήνες και τα Δένδρα της Αργολίδας. Περί το 1400 π.Χ. (Φωτογραφικό αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου)

 

Ο χρυσός όμως συνδέεται και με την ανώτερη κοινωνική τάξη. Στους τάφους των ανδρών που ανήκαν στην ελίτ, βρίσκονται συνήθως δίπλα τους τα ξίφη τους και χρυσά κύπελλα, τα οποία ο κος Πασχαλίδης αποκαλεί ‘διαβατήρια’, αφού σηματοδοτούσαν τη θέση τους στην κοινωνία, ακόμα και τις συμμαχίες τους και τις φιλίες τους. Ακόμη, στον Ταφικό Κύκλο Α΄, στους πρώιμους μυκηναϊκούς χρόνους, επιχρύσωναν με φύλλα χρυσού το μέρος του σώματος στο οποίο ήθελαν να αποδώσουν τη μέγιστη σημασία. Σύμφωνα με τον κο Πασχαλίδη, πέντε άνθρωποι και ένα βρέφος έχουν βρεθεί με τα πρόσωπα καλυμμένα με χρυσά προσωπεία.

Στην περίπτωση των επικασσιτερωμένων αγγείων, λοιπόν, και βάσει των παραπάνω, εικάζεται, αν και δεν έχει γίνει στοχευμένη έρευνα για να καθοριστεί σε ποιους νεκρούς απευθύνονται, από άποψη φύλου, ηλικίας, κοινωνικής τάξης κ.ο.κ., ότι αφορούν τα μεσαία κοινωνικά στρώματα, που δεν είχαν μεν τη δυνατότητα να προσφέρουν χρυσά δώρα στους αποχωρήσαντες, αλλά μπορούσαν να προσφέρουν την ψευδαίσθηση του χρυσού, η οποία δίπλα στα περιποιημένα και όμορφα ενδεδυμένα σώματα ενίσχυε την αποχαιρετιστήρια εικόνα και τελετή με ένα παροδικό έστω μεγαλείο. «Οι άνθρωποι τότε δεν είχαν φωτογραφίες, δεν είχαν άλλον τρόπο να θυμούνται», επισημαίνει ο κος Πασχαλίδης. «Φαντάζομαι ότι έτσι έδιναν μία ευχή αιωνιότητας στους ανθρώπους που αποχαιρετούσαν.»

Για τις μυκηναϊκές ταφές, μάς πληροφορεί ότι αφορούσαν ως επί το πλείστον ανθρώπους σχετικά νέους και ότι ήταν δημόσια γεγονότα. «Οι άνθρωποι της μυκηναϊκής εποχής δεν έφευγαν ‘στην ώρα τους’ και σπάνια γερνούσαν. Αποχαιρετούσαν κατά κανόνα νέους ανθρώπους. Ο μέσος όρος ηλικίας ήταν 30-35 χρόνια. Οι άνδρες είχαν μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής λόγω πρόσβασης σε καλύτερη διατροφή. Ένα στα δύο παιδιά δεν ενηλικιωνόταν, ένα στα τρία δεν χρόνιζε. […] Σπάνια βλέπει κανείς σε μυκηναϊκά νεκροταφεία ανθρώπους άνω των 45 ετών. Και με τους όρους ακόμα της προβιομηχανικής εποχής έφευγαν ‘πριν της ώρας τους’». Έτσι, το έθιμο της ταφής ήταν μία πολύ μεγάλη στιγμή για τους ανθρώπους, και μετά τις προσφορές στον νεκρό, μετά το σφράγισμα του τάφου, συγκεντρωνόταν ο κόσμος που είχε ακολουθήσει τη νεκρική πομπή έξω από τον  τάφο και γινόταν ένα είδος δρώμενου, όπως έχει φανεί από τα αντικείμενα που βρίσκονται έξω από τους τάφους. Οι προσφορές των δώρων προς τους νεκρούς ήταν πλούσιες, και αποτελούνταν από πράγματα αξίας, χρήσιμα πράγματα, καθώς και προσωπικά αντικείμενα όπως δαχτυλίδια ή τα εργαλεία του επαγγέλματός τους ή τα ξίφη τους,  όπως ήδη αναφέρθηκε.

Ίχνη επικασσιτέρωσης στην επιφάνεια του μυκηναϊκού αγγείου με αρ. κατ. Π 19321 του Αθέατου Μουσείου. (Φωτογραφικό αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου)

 

Τα αγγεία που παρουσιάστηκαν στην έκθεση του Αθέατου Μουσείου ανήκουν στην κατηγορία των χρηστικών αντικειμένων, αφού ήταν σκεύη βρώσης και πόσης. «Το 99% των επικασσιτερωμένων αντικειμένων που έχουν βρεθεί είναι αγγεία που πίνουν και σερβίρουν, κάτι που μας ανοίγει ένα παράθυρο στο να υποθέσουμε ότι επικασσιτερώνουν αυτά που έχουν να κάνουν με το συμπόσιο και όχι όλα τα πήλινα αντικείμενα του καθημερινού βίου», λέει ο κος Πασχαλίδης. Αναφέρει δε, συγκεκριμένα για τα εκθέματα του Μουσείου, ότι «ορισμένα δείχνουν να προέρχονται από το ίδιο εργαστήριο, και μάλιστα να έχουν γίνει και την ίδια ημέρα – αυτό το ξέρουμε από την ποιότητα του πηλού και τη βαφή, το χρώμα και τη μανιέρα». Μεταξύ αυτών και ένα παιδικό κύπελλο και ένα θήλαστρο. Ωστόσο, δεν μπορούμε με ασφάλεια να υποθέσουμε ότι επρόκειτο για προσωπικά αντικείμενα των νεκρών. Μία από τις ιδιαιτερότητες ορισμένων εκ των έξι είναι ότι είναι ζωγραφισμένα, κάτι που σημαίνει ότι είχαν ήδη μία χρήση στο σπίτι, κάτι που «δίνει μία κατεύθυνση στη σκέψη μας, αλλά δεν τεκμηριώνει αν ήταν ή όχι προσωπικά αντικείμενα», σημειώνει ο κος Πασχαλίδης, εξηγώντας ειδικά για τα παιδικά σκεύη ότι αν και παραπέμπουν σε κτερίσματα παιδιών ή βρεφών, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε και ότι δεν ήταν για παιδιά.

Μιλώντας γενικότερα για τα ταφικά έθιμα, επεσήμανε ότι «είναι το πιο δύσκολο πράγμα να αλλάξει»: «Το πιο συντηρητικό πράγμα που έχουν οι άνθρωποι είναι ο άυλος πολιτισμός τους – οι παραδόσεις τους είναι οι τελευταίες που φεύγουν, και από όλες αυτές περισσότερο αντιστέκονται όσες έχουν να κάνουν με τις πεποιθήσεις του θανάτου. Γιατί έχοντας τον φόβο του θανάτου, το τελευταίο πράγμα που θα έκαναν θα ήταν να μην ακολουθήσουν αυτά τα οποία τους κάνουν να νιώθουν την παρηγοριά που δίνει η παράδοση.»

«Πιο εύκολα μπορεί να αλλάξουν τη γλώσσα τους παρά τα έθιμα της ταφής τους», λέει χαρακτηριστικά.

Ο κρατήρας από το Λευκαντί

Ο κος Πασχαλίδης είχε την καλοσύνη να μιλήσει, αλλά και να δείξει και το επόμενο έκθεμα του Αθέατου Μουσείου, το οποίο επί του παρόντος βρίσκεται στο εργαστήριο, σε διαδικασία ανάταξης. Πρόκειται για ένα πραγματικά εντυπωσιακό αντικείμενο, έναν μεγάλο μεταλλικό κρατήρα συμποσίου, ο οποίος βρέθηκε στο Λευκαντί της Ερέτριας, στην Εύβοια.

Ο μεταλλικός κρατήρας που βρέθηκε στον τύμβο του Λευκαντίου Ευβοίας και ο οποίος περιείχε το «ύφασμα του άρχοντα από το Λευκαντί», που εκτέθηκε στο Αθέατο Μουσείο το διάστημα 21 Ιανουαρίου – 5 Μαΐου 2019. Ο ανατεταγμένος κρατήρας αναμένεται να είναι το επόμενο έκθεμα του Αθέατου Μουσείου. (Φωτογραφικό αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου)

 

«Είναι ένα μεγάλο στοίχημα, γιατί βρίσκεται [εδώ] από το 1982, από τότε που ήρθε από την ανασκαφή. Είναι ένα αντικείμενο της Εφορείας Αρχαιοτήτων Χαλκίδας Ευβοίας και [μετά από την παρουσίασή του εδώ] θα εκτεθεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αρέθουσα, στη Χαλκίδα. […] Ήρθε εδώ προκειμένου να αναταχθεί, γιατί ήταν ένα εξαιρετικά δύσκολο αντικείμενο και ήθελε την αρωγή των συντηρητών του Μουσείου». Όπως επισημαίνει, «είναι μεγάλη ευκαιρία να έχουμε πρεμιέρα στο Αθέατο Μουσείο ενός εκθέματος που προορίζεται για το Μουσείο της Χαλκίδας, αλλά έχει γίνει με όλον τον κόπο, την εμπειρία και την επιστημοσύνη των συντηρητών αρχαιοτήτων του Μουσείου.»

Σε αυτό το έργο συμμετείχαν ο Γεράσιμος Μακρής, ο οποίος έκανε τη μελέτη για τη στήριξη του αντικειμένου, η Γεωργία Καλαμαριού, ο Παντελής Φελέρης, που συνέδραμε στη μελέτη στήριξης, και η συντηρήτρια Μαρία Κοντάκη, η οποία, όντας παρούσα στο εργαστήριο, περιέγραψε λεπτομερώς τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν.

Αυτές περιλαμβάνουν «μία τρισδιάστατη εκτύπωση ενός ψηφιακού μοντέλου, όπως θα ήταν το αγγείο στην αρχική του μορφή, και πάνω σε αυτό θα τοποθετηθούν τα δύο μεγάλα κομμάτια του αγγείου, τα θραύσματα, και αργότερα στο μέλλον ίσως και τα υπόλοιπα μικρότερα, γιατί έχουμε πάρα πολλά κομμάτια στους δίσκους», είπε η κα Κοντάκη. Τα κενά σημεία θα συμπληρωθούν με ένα υλικό το οποίο θα βαφτεί σε χρώμα παραπλήσιο με το χρώμα του αγγείου, ώστε να δίνει μία ενιαία εικόνα, με ένα μικρό κενό μεταξύ των γνήσιων κομματιών και του συμπληρώματος για να φαίνεται ο διαχωρισμός τους. Τα βαθουλώματα που φέρει, όμως, δεν μπορούν να αλλάξουν γιατί, με την πάροδο των χρόνων, «έχει οριστικοποιηθεί σε μία συγκεκριμένη κατάσταση, έχει γίνει σαν πέτρα και δεν έχει πλέον τα στοιχεία του μετάλλου – δεν μπορεί να επανέλθει», εξήγησε η κα Κοντάκη. Όπως προσθέτει, αυτή η μέθοδος δεν έχει ξαναχρησιμοποιηθεί, «θα είναι κάτι πρωτοποριακό».

Σχέδιο του τύμβου του άρχοντα από το Λευκαντί. (Φωτογραφικό αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου)

 

Η σημασία του κρατήρα είναι ότι προέρχεται από τον τύμβο του Λευκαντίου, «ένα μοναδικό ταφικό μνημείο των μέσων του 10ου αιώνα π.Χ., της Εποχής του Σιδήρου δηλαδή. Είναι η εποχή για την οποία γράφει ο Όμηρος, αυτό που λέγανε παλιά ‘σκοτεινοί αιώνες’. Ο τύμβος δημιουργήθηκε πάνω στα ερείπια ενός σπιτιού τεραστίων διαστάσεων, 45 μέτρων μήκους, το οποίο κατεδαφίστηκε για να θάψει στο εσωτερικό του έναν νεκρό ηγεμόνα». Τα οστά του βρέθηκαν σε έναν λάκκο του δαπέδου μαζί με τη σύζυγό του, και το μαχαίρι με το οποίο της έκοψαν τον λαιμό. Τα υφάσματα, που σώθηκαν σε άριστη κατάσταση, βρίσκονται στο Μουσείο της Χαλκίδας. Ένα μεγάλο κομμάτι υφάσματος, ένας χιτώνας με ιδιαίτερη κροσσωτή ύφανση, συντηρήθηκε στο ΕΑΜ και ήταν το πρώτο έκθεμα του Αθέατου Μουσείου για το 2019. Αυτό το κομμάτι βρέθηκε μέσα στον κρατήρα που ετοιμάζεται τώρα και αναμένεται να είναι το επόμενο έκθεμα.

Τμήμα του υφάσματος που βρέθηκε μέσα στον χάλκινο κυπριακό κρατήρα, στον τύμβο του Λευκαντίου. Διακρίνεται η κροσσωτή του ύφανση. Το ότι διατηρήθηκε σε τόσο καλή κατάσταση ανάγεται στις προστατευτικές ιδιότητες του χαλκού. (Φωτογραφικό αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου)

 

Αν αναρωτηθεί κανείς γιατί αυτά τα δύο αντικείμενα δεν παρουσιάστηκαν ταυτόχρονα, ο κος Πασχαλίδης εξηγεί ότι μερικές φορές «πρέπει να λαμβάνει κανείς υπ’ όψιν και τη βούληση των ίδιων των αντικειμένων», υπονοώντας την απαιτητική εργασία ανάταξης που απαιτούσε ο κρατήρας σε σχέση με το ύφασμα. Ενδιαφέρουσα είναι και η ιστορία των δύο αντικειμένων, τα οποία, όπως διαπιστώθηκε, ανάγονται στον 12ο αιώνα, 200 χρόνια δηλαδή πριν τη χρήση τους στον τάφο του 10ου αιώνα. Ο κρατήρας προέρχεται από την Κύπρο, ενώ το ύφασμα είναι αγνώστου προελεύσεως.

Για την πρωθύστερη χρήση του εικάζεται ότι είναι ένας κρατήρας συμποσίου, και όπως προαναφέρθηκε, στα συμπόσια καλεί ο ηγεμόνας, ο οποίος έχει και τον κρατήρα. Αυτές οι συνευρέσεις είχαν σημαντικό χαρακτήρα για τους Μυκηναίους, αφού μόνον οι φίλοι και οι σύμμαχοι συνέτρωγαν και συνέπιναν – ήταν, λοιπόν, ένα είδος πιστοποίησης, διαβεβαίωσης και αναγνώρισης ως εταίρου η συμμετοχή κάποιου σε ένα συμπόσιο, εξηγεί ο κος Πασχαλίδης αναφερόμενος στη σημασία του κρατήρα κατά τη μυκηναϊκή εποχή, προσθέτοντας ότι αργότερα, «στον κόσμο του Πλάτωνα, ο κρατήρας γίνεται μία αλληγορία του σύμπαντος, όπου εκεί αναμιγνύεται ο γαλαξίας.»

«Αλλά αυτές είναι θεωρίες των φιλοσόφων.»

 

Μία Ελληνίδα αρπίστρια στο Shen Yun

Το Shen Yun Performing Arts είναι ένας παγκόσμιας κλάσης θίασος παραστατικών τεχνών. Με έδρα στη Νέα Υόρκη, παρουσιάζει κάθε χρόνο μία νέα παράσταση εμπνευσμένη από τη μακραίωνη παράδοση της Κίνας. Οκτώ διαφορετικές ομάδες χορευτών κλασικού κινεζικού χορού περιοδεύουν σε όλον τον κόσμο, κάθε μία με τη δική της συμφωνική ορχήστρα.

Σε κάθε χώρα, η παράσταση συνοδεύεται από δύο παρουσιαστές, έναν για την κινεζική γλώσσα και έναν για τη γλώσσα της εκάστοτε χώρας, οι οποίοι μεταφέρουν συνοπτικά τις ιστορίες που αφηγούνται οι χορογραφίες, ώστε να είναι πιο εύκολα κατανοητές από το κοινό. Με αυτόν τον τρόπο, ο κόσμος εισάγεται ομαλά στο πνεύμα των ιστοριών και των μύθων και τις απολαμβάνει πιο ολοκληρωμένα.

Η εταιρεία ιδρύθηκε το 2006 και πολύ γρήγορα κατέκτησε υψηλότατο επίπεδο καλλιτεχνικής δεξιοτεχνίας, τόσο στο χορευτικό επίπεδο όσο και στο μουσικό. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των παραστάσεων είναι η μουσική του Shen Yun, που παντρεύει τον δυτικό τρόπο σύνθεσης και αρμονίας με τον κινεζικό. Για την ερμηνεία των ιδιαίτερων αυτών συνθέσεων, η ορχήστρα του Shen Yun περιλαμβάνει εκτός από τα κλασικά δυτικά μουσικά όργανα και παραδοσιακά κινεζικά, όπως η πίπα, το έρχου κ.ά.

Σύμφωνα με ειδικούς, ο συγκερασμός αυτών των δύο μουσικών συστημάτων γίνεται με εξαιρετική επιτυχία από τους συντελεστές του Shen Yun, κάτι που αποτελεί μοναδικό επίτευγμα του θιάσου.

Κάθε χρόνο, η ομάδα του Shen Yun προετοιμάζει και παρουσιάζει ένα νέο πρόγραμμα, με νέες συνθέσεις, χορογραφίες, κοστούμια και σκηνικά.

Ευγενική παραχώρηση από το Shen Yun

 

Το 2020, το Shen Yun Performing Arts προσκάλεσε τη Νέλη Σφιγγοπούλου, αρπίστρια, με σπουδές στο Conservatorio di Como, να συμμετάσχει στην ευρωπαϊκή περιοδεία του. Η Epoch Times ζήτησε από την κυρία Σφιγγοπούλου να μοιραστεί με τους αναγνώστες της μερικά από τα στοιχεία που έκαναν τη συμμετοχή της στο Shen Yun ξεχωριστή και να αποκαλύψει πού κατά τη γνώμη της οφείλεται η παγκόσμια επιτυχία του θιάσου.

Ομαδική φωτογραφία μελών του Shen Yun, από την ευρωπαϊκή περιοδεία του 2020. (Ευγενική παραχώρηση της Νέλης Σφιγγοπούλου)

 

Πώς γεννήθηκε το ενδιαφέρον σας για την άρπα; Πείτε μας λίγα λόγια για αυτό το τόσο ιδιαίτερο όργανο. Ποια στοιχεία αγαπάτε περισσότερο και ποια θεωρείτε πιο απαιτητικά;

Το ενδιαφέρον μου για την άρπα αναδύθηκε μία περίοδο μεγάλων εσωτερικών αναζητήσεων αλλά και πίεσης, κατά την οποία είχα την ανάγκη να ακούω πολλή ορχηστρική μουσική: κλασική, κέλτικη κ.ά. Συγκεκριμένα, στην άρπα στράφηκα στα 17. Έχουν περάσει 20 χρόνια από τότε και μόλις τώρα αρχίζω να αποκωδικοποιώ τις διεργασίες που με οδήγησαν σε αυτήν.

Για εμένα, η άρπα είναι ένα ευγενικό και ταυτόχρονα δυναμικό θεραπευτικό όργανο. Χάρις στην ελεύθερη  ταλάντωση των χορδών, οι ήχοι της διεισδύουν βαθιά στην ύπαρξη, μέχρι τα κύτταρά μας. Όταν παίζω άρπα, νιώθω αμέσως να γλυκαίνω και να έρχομαι στο κέντρο μου. Ο νους μου αδειάζει και έρχομαι σε επαφή με το πιο αγνό κομμάτι του εαυτού μου. Το σχήμα της μού θυμίζει καρδιά, αλλά και την τέλεια αρμονία, που συμβολίζεται από το τρίγωνο. Και όντως έτσι είναι. Η άρπα είναι ένα απόλυτα αρμονικό όργανο που μιλά στις καρδιές των ανθρώπων.

Από επιστημονική άποψη, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο ήχος της άρπας ενεργοποιεί το παρασυμπαθητικό σύστημα, κάποια εγκεφαλικά κύματα που βοηθούν στη χαλάρωση, καθώς και ορισμένες εκλεπτυσμένες λειτουργίες του εγκεφάλου.

Απαιτητικές είναι οι κλασικές σπουδές της άρπας, για τις οποίες χρειάζονται πολλές ώρες μελέτης, συνέπεια και επιμέλεια. Αλλά εάν υπάρχει αγάπη και ενδιαφέρον, οι ώρες αυτές είναι ώρες χαράς και ανάπτυξης. Η μουσική πρόοδος, πέρα από την ανάπτυξη της τεχνικής δεξιότητας, είναι και εσωτερική πρόοδος και εκλέπτυνση του εαυτού.

Ο οικονομικός προγραμματισμός είναι επίσης σημαντικός, όπως και η τύχη να βρεις τους κατάλληλους ανθρώπους να σε καθοδηγήσουν σε αυτό το μονοπάτι.

Ποια ήταν η πρώτη σας εμπειρία ως επαγγελματίας μουσικός; Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με το Shen Yun;

Λίγο πριν τελειώσω τις σπουδές μου στην Ιταλία, με κάλεσαν ως δεύτερη άρπα να ταξιδέψω μαζί με τη Φιλαρμονική Αθηνών (Φ.Α.) στην Αμερική, όπου παίξαμε στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης τη Δεύτερη Συμφωνία του Μάλερ. Προηγουμένως, είχα παίξει με την ορχήστρα της σχολής στο Teatro Sociale του Κόμο την Arlésienne του Μπιζέ.

(Ευγενική παραχώρηση της Νέλης Σφιγγοπούλου)

 

Όσον αφορά το Shen Yun, από την αρχή των σπουδών μου ήθελα να μπω στη συμφωνική ορχήστρα του. Όταν διάβασα στις ανακοινώσεις τους, μετά την παράσταση του 2016, ότι υπήρχαν θέσεις για αρπιστές, έστειλα βίντεο, και το 2019 με κάλεσαν για την περιοδεία του 2020. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό.

Τι ήταν αυτό που σας προσέλκυσε στην ορχήστρα του Shen Yun;

Κυρίως, η διαφορετικότητα της ορχήστρας που συνδυάζει την παραδοσιακή κινεζική μουσική με τη δυτική. Φέρουν μέσα τους δύο διαφορετικές φιλοσοφίες και μνήμες αιώνων και αυτό εμένα μού ξυπνά πολύ βαθιές αισθήσεις. Κάθε μουσικό σύστημα από μόνο του είναι θεραπευτικό. Όμως η πρωτοπορία του συνδυασμού τους είναι διπλά θεραπευτική και αυτό εμένα με ενθουσίασε. Η μουσική του Shen Yun βάζει σε πράξη την κινεζική παραδοσιακή θεραπευτική μουσική που βασίζεται στα πέντε στοιχεία.

Το πάντρεμα των δύο μουσικών παραδόσεων έχει ως αποτέλεσμα μία μεγάλη δυναμική, ικανή να περιγράψει καταστάσεις που κυμαίνονται από την αιθέρια γαλήνη μέχρι σύγχρονους προβληματισμούς. Το αμάλγαμα των ήχων είναι αρμονικό και μεταφέρει ιερότητα, βάθος, πίστη, δυναμισμό, ηρωισμό, ευγένεια, πραότητα, ταπεινότητα, μυστικισμό ή χιούμορ, πάντα ανάλογα με την ιστορία που αφηγούνται οι καλλιτέχνες με τον χορό τους. Μου αρέσουν οι εναλλαγές αυτές, όπως και ο τρόπος με τον οποίο η ορχήστρα του Shen Yun μεταφέρει στο παρόν τη σοφία του παρελθόντος.

Για πόσο διάστημα συμμετείχατε στο Shen Yun;

Τέσσερις μήνες. Δυστυχώς μόνο τόσο κράτησε η περιοδεία, γιατί μετά άρχισαν να κλείνουν τα θέατρα λόγω κορωνοϊού και έπρεπε να ακυρωθούν οι παραστάσεις. Παρόλα αυτά, η εμπειρία ήταν μοναδική και δεν πιστεύω ότι θα ζήσω ξανά κάτι παρόμοιο. Αυτοί οι τέσσερις μήνες ήταν για εμένα τέσσερα χρόνια μουσικής εμπειρίας με ορχήστρα, αλλά και ομαδικής μουσικής επικοινωνίας. Γιατί δεν φτάνει να είσαι μουσικός. Χρειάζεται να μπαίνεις και μέσα στην ιστορία αυτού που παίζεις, μαζί με τους άλλους, για να απηχήσουν  οι ήχοι σωστά τη φιλοσοφία του κάθε έργου. Όλα αυτά τα είδα στην πράξη.

(Ευγενική παραχώρηση της Νέλης Σφιγγοπούλου)

 

Ποιες είναι οι ιδιαιτερότητες της ορχήστρας του Shen Yun και ποιες των παραστάσεών του;

Η ιδιαιτερότητα του Shen Yun είναι η φιλοσοφία του. Shen Yun σημαίνει «θεία όντα που χορεύουν». Το Shen Yun πραγματεύεται τη σχέση του ανθρώπου με το σύμπαν και το θείο, αυτό ήταν η καρδιά της φιλοσοφίας του κινέζικου παραδοσιακού πολιτισμού, όπως έχει αποτυπωθεί στους μύθους και την ιστορία της μακραίωνης κινεζικής παράδοσης, και αυτό είναι και ο στόχος του θιάσου: η αναβίωση του βάθους αυτού του πολιτισμού στην καθημερινότητα του κάθε μέλους του Shen Yun ξεχωριστά, αλλά και η παρουσίαση της ομορφιάς και των αξιών του στον σύγχρονο άνθρωπο.

Διαπραγματεύεται τις γνώσεις των αρχαίων χρόνων με τρόπο απλό και εύληπτο. Είναι μια μουσικοχορευτική και θεατρική εμπειρία. Όπως ακριβώς το περιγράφει το όνομα performing arts (παραστατικές τέχνες): ένας συνδυασμός τεχνών, υψίστης δεξιοτεχνίας η καθεμία, απόλυτα εναρμονισμένες μεταξύ τους.

Από θεραπευτικής άποψης, το Shen Yun συνδυάζει την επιστήμη της κινεζικής μουσικοθεραπείας και ιατρικής, όπου κάθε νότα αντηχεί σε συγκεκριμένα μέρη του σώματος. Επίσης, συνδυάζει μαζί και άλλες θεραπευτικές επιστήμες. Η δύναμη της μουσικής, του χορού, του θεάτρου, των χρωμάτων, της αρμονίας, της φιλοσοφίας, της καλλιέργειας του εαυτού – το κάθε ένα ξεχωριστά και ο τρόπος που όλα αυτά εναρμονίζονται σοφά είναι κάτι ολότελα πρωτόγνωρο, πολύ δυνατό ενεργειακά και θεραπευτικά. Είναι κάτι που ο κόσμος χρειάζεται σήμερα. Αυτή την αρμονία μόνο άνθρωποι που καλλιεργούν το πνεύμα τους μπορούν να την αποδώσουν στην σκηνή, αλλά και ενεργειακά, με ένα μόνο χαμόγελο.

Στις παραστάσεις του Shen Yun μοναδική είναι και η ανάμιξη της παράδοσης με την τεχνολογική πρόοδο, καθώς ο θίασος χρησιμοποιεί μία ψηφιακή οθόνη δικής του επινόησης, που συνδέει τον φανταστικό κόσμο με την πραγματικότητα των χορευτών επί σκηνής.

Το πιο συγκινητικό για εμένα, όμως, είναι ότι το Shen Yun δεν έχει εμπορικό χαρακτήρα. Έχει φτιαχτεί καθαρά για την ευεξία και την ψυχική ανάταση των ανθρώπων. Όσοι παρακολουθούν μία παράσταση το νιώθουν αυτό, όπως επίσης μια κάθαρση και μια ελπίδα. Αυτό που ενώνει τους καλλιτέχνες είναι το Φάλουν Γκονγκ, μια παραδοσιακή βουδιστική φιλοσοφία που βασίζεται στις οικουμενικές αρχές της αλήθειας, της καλοσύνης και της ανεκτικότητας, την οποία ακολουθούν στην καθημερινότητα τους.

Το Φάλουν Γκονγκ διώκεται βάναυσα στη σημερινή Κίνα από το κινεζικό κομμουνιστικό καθεστώς, όπως διώκονται και οι Θιβετιανοί, οι χριστιανοί και οι Ουιγούροι. Τα μέλη του Shen Yun ελπίζουν, εύχονται και προετοιμάζονται για την ημέρα που αυτή η δίωξη θα αρθεί και μέχρι τότε θα συνεχίσουν να διαδίδουν αυτή την όμορφη παράδοσή τους έξω από την Κίνα. Αυτό ταυτόχρονα το κάνει και λίγο επικίνδυνο για τους συντελεστές, γιατί το κινεζικό καθεστώς προσπαθεί να το σταματήσει με πολλούς τρόπους κατά τη διάρκεια της περιοδείας τους – συνήθως με απειλές και εκφοβισμό. Η μεγαλύτερη του ιδιαιτερότητα λοιπόν, για εμένα, είναι ότι είναι και το πιο θαρραλέο σύνολο, γιατί έχει να αντιμετωπίσει και αυτές τις δυσκολίες! Όποιος λοιπόν δουλεύει για το Shen Yun πρέπει να έχει πνευματικότητα και θάρρος για να υπερνικά οτιδήποτε κακόηθες θέλει να το σταματήσει να προσφέρει όλη αυτή την θετική ενέργεια στον κόσμο.

Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίσατε παίζοντας άρπα για την ορχήστρα του Shen Yun; Πώς καταφέρατε να τις ξεπεράσετε;

Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν ότι η ορχήστρα ακολουθά τους χορευτές, κάτι πρωτόγνωρο για εμένα. Ο μαέστρος παρακολουθεί τους χορευτές. Αυτό σημαίνει ότι τα μάτια μου έπρεπε να είναι συνεχώς στον μαέστρο, διότι εάν οι χορευτές άλλαζαν απρόοπτα τον ρυθμό τους, θα έπρεπε αμέσως να αλλάξει και ο ρυθμός της ορχήστρας. Έπρεπε λοιπόν να είμαστε σε απόλυτη εγρήγορση!

Ποια ήταν η σχέση σας με τους άλλους μουσικούς της ορχήστρας; Είστε η μοναδική Ελληνίδα που έχει παίξει με την ορχήστρα ή έχει συμμετάσχει στις παραστάσεις του θιάσου γενικότερα;

Όλα τα παιδιά ήταν καλά και ευγενικά και είχαν βάθος και ποιότητα, αγνότητα και απλότητα στη σκέψη, και ένα αίσθημα νοήματος, ευθύνης και επιμέλειας στη ζωή τους, που δεν το συναντάς πολύ εύκολα σε νέους της εποχής. Ήμουν τυχερή που ήμουν στην ομάδα με πολλούς ταλαντούχους νέους με τους οποίους ‘έδεσα’, γιατί και εγώ ήμουν στο ξεκίνημα μου ως μουσικός…

Δεν γνωρίζω εάν έχει παίξει κάποιος άλλος Έλληνας με την ορχήστρα του Shen Yun.

Η Νέλη Σφιγγοπούλου (κέντρο μπροστά) με άλλα μέλη του Shen Yun στη Βενετία, στην περιοδεία του 2020. (Ευγενική παραχώρηση της Νέλης Σφιγγοπούλου)

 

Ποια ήταν η διαδικασία προετοιμασίας για μια συναυλία; 

Έκανα πρόβες με την ορχήστρα ένα μήνα πριν αρχίσει η περιοδεία. Όλα τα μέλη του θιάσου με τα οποία συνεργάστηκα – χορευτές, μουσικοί, άνθρωποι στα παρασκήνια – ήταν εγκάρδιοι και πρόθυμοι να με βοηθήσουν να καταλάβω τη δυναμική και το νόημα που χρειαζόταν να αποδώσω μουσικά σε κάθε κομμάτι, γιατί η άρπα γενικά συμμετέχει πολύ σε κάθε κομμάτι. Έγιναν αρκετές πρόβες μόνο με την ορχήστρα, αλλά και αρκετές όλη η ορχήστρα μαζί με τους χορευτές.

Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο κομμάτι που σας έχει μείνει αξέχαστο από τη θητεία σας στο Shen Yun;

Το Chinese Classical Dance, όπου η άρπα έπαιζε αρκετά – σχεδόν σόλο – σε όλο το κομμάτι και είχε ωραία ντουέτα με το έρχου και την πίπα, διότι ήταν κυρίως γυναικείος χορός. Μου έχει μείνει αξέχαστο και ένα κομμάτι για τον γνωστό Κινέζο ποιητή, Λι Μπάι, στο οποίο η μουσική ήταν αιθέρια.

Μου άρεσαν και κάποια δυναμικά και ηρωικά σόλα των τσέλων. Τα κρουστά επίσης ήταν καταπληκτικά και πολυδιάστατα. Ήταν πολύ πλούσια η μουσική, τι να πρωτοθυμηθώ…

Μου άρεσαν επίσης τα ευαίσθητα κομμάτια, που μιλούσαν για την ιστορία του Φάλουν Γκονγκ και τη βάναυση δίωξη των πιστών του στην Κίνα, και το πώς αντιμετωπίζουν τόσο δύσκολες καταστάσεις, δυνατοί, με καλοσύνη και πίστη στο θείο. Αυτά τα κομμάτια ήταν πολύ ντελικάτα στη μουσική τους και με συγκινούσαν όσες φορές κι αν τα έπαιζα, η ενέργεια ήταν πολύ δυνατή. Είχαν επίσης στο τέλος τους ένα ωραίο υπερβατικό αίσθημα συμπαντικής δικαιοσύνης, όπου η άρπα έκανε sostenuto (σ.σ. παίξιμο με συγκρατημένη ταχύτητα). Αυτό το sostenuto θα το θυμάμαι για πάντα! Ήταν τόσο βαθύ, που απαιτούσε από εμένα μεγάλη σταθερότητα και αγνότητα καρδιάς για να το στηρίξω. Ίσως ακούγεται απλό, αλλά ήταν δύσκολο στην αρχή – η κατανόηση της έννοιας του σύμπαντος και της δημιουργίας και η απόδοσή τους… Ήταν για εμένα μία βαθιά, εσωτερική διαδικασία.

(Ευγενική παραχώρηση της Νέλης Σφιγγοπούλου)

 

Τι σας δίδαξε η εμπειρία σας για την προσωπική και την επαγγελματική σας ζωή;

Η αρχαία κινεζική παράδοση εμπεριέχει μια βαθιά αναζήτηση της ύπαρξης του ανθρώπου και της σύνδεσης του με το σύμπαν και με το γύρω περιβάλλον του, όπως και η ελληνική φιλοσοφία. Για να μπορέσει κανείς να συντονιστεί με αυτό το πνευματικό βάθος και την πνευματική αναζήτηση, πρέπει να βρίσκεται και εκείνος σε μία αντίστοιχη κατάσταση, οπότε είναι σημαντικό κάποιος καθημερινά να τείνει προς την πνευματικότητα και την αυτοβελτίωση και να γίνεται καλύτερος από χτες.

Το Shen Yun εφαρμόζει στην πράξη αυτές τις ιδέες και μου θυμίζει τον αγαπημένο μου Πυθαγόρα, που για τη μουσική και όχι μόνο έχει ανακαλύψει πολλά. Σύμφωνα με τον Πυθαγόρα, η κάθε μία από τις επτά νότες που γνωρίζουμε αντιστοιχεί σε έναν ήχο και σε έναν πλανήτη, και ο κάθε πλανήτης αντιστοιχεί σε μία θεότητα. Με την κίνηση του κάθε πλανήτη παράγεται ήχος και οι κινήσεις των πλανητών συνηχούν, παράγοντας μία μελωδία, μία συμφωνία – αυτό είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο. Κάθε ύπαρξη έχει μία δόνηση. Από το μόριο που δεν βλέπουμε, το κύτταρο μας, μέχρι ένα ποτήρι, ένα ζώο, έναν άνθρωπο, έναν πλανήτη. Η θεωρία της μουσικής των σφαιρών, λοιπόν, μοιάζει ακριβώς με το ‘θεία όντα που χορεύουν’ (τη σημασία του ονόματος του Shen Yun). Ενωμένα αυτά τα όντα, όποια είναι αυτά, σφαίρες, άνθρωποι, πλανήτες, παράγουν μια αρμονία. Οπότε, θέλει ένωση και θέληση για ένωση με ανώτερες αρχές.

Η βαθιά μελέτη όλων αυτών των εννοιών και η υλοποίησή τους ήταν για εμένα τεράστια πηγή γνώσης. Δεν πίστευα ότι κάποιος κάποτε θα το έκανε – υπάρχουν κάποιοι που έχουν πλησιάσει, σε πολύ μικρή κλίμακα – αλλά μόνο το Shen Yun έχει αποδώσει όλο αυτό το βάθος. Για εμένα ήταν απίστευτη έμπνευση και σπόρος, που δεν καταλάβαινα τότε αλλά προετοίμαζε το πεδίο, ώστε τώρα να ασχοληθώ με τη θεραπευτική άρπα και την ηχοθεραπεία.

Τι συμβουλή θα δίνατε στους νέους που θα ήθελαν να ακολουθήσουν μία καριέρα ως μέλη της ορχήστρας του Shen Yun;

Ό, τι κάνει κάποιος, να το κάνει με όλη του την καρδιά.

Το έλεγαν οι Έλληνες φιλόσοφοι, το έλεγαν οι Κινέζοι φιλόσοφοι και οι Ρωμαίοι επίσης, και σίγουρα και πολλοί άλλοι σε διάφορους πολιτισμούς που μπορεί να μην τους γνωρίζω.

Πώς βλέπετε το μέλλον της κλασικής μουσικής και την εξέλιξη της ορχήστρας στη σύγχρονη εποχή;

Για εμένα, το μέλλον της μουσικής είναι η αναγνώρισή της ως θεραπευτικό μέσο, κάτι που θα γίνει μέσω της νευροεπιστήμης. Στην πραγματικότητα, έχει ήδη ξεκινήσει να γίνεται… Η κλασική μουσική ξεπερνά όλες τις εποχές και πάντα θα είναι σημαντική και θεραπευτική. Είναι αναμφισβήτητη η αξία της, τόσο από άποψη αισθητικής όσο και από θεραπευτική, όπως αναλύει ο Ντον Κάμπελ [Don Cambell] στο βιβλίο του «The Mozart effect».

Όσον αφορά την εξέλιξη της ορχήστρας, πιστεύω ότι όπως όλα πράγματα γίνεται και αυτή φυσικά και αβίαστα. Κοιτάζοντας το παράδειγμα του Shen Yun, η συμφωνική  ορχήστρα του, η οποία είναι η μόνη που συνδυάζει συστηματικά και με επιτυχία τα μουσικά συστήματα της Ανατολής και της Δύσης, μέσα σε λίγα χρόνια εξελίχθηκε σε οκτώ υποσύνολα που παίζουν σε όλον τον κόσμο. Εν τω μεταξύ, ιδρύθηκε και μία σχολή όπου μπορούν να σπουδάζουν οι νέοι αυτό το είδος ορχηστρικής μουσικής.

Ποιος ξέρει τι άλλο θα φέρει το μέλλον στη μουσική; Πάντως, βρίσκω ελπιδοφόρο αυτό που συμβαίνει.

Η Νέλη Σφιγγοπούλου σπούδασε νοσηλευτική στο ΤΕΙ Αθήνας και έκανε μουσικές σπουδές στο Conservatorio di Como στην Ιταλία, με ειδίκευση στην άρπα. Τώρα κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στη θεραπευτική άρπας και στην ηχοθεραπεία. Το 2020, συμμετείχε στην ευρωπαϊκή περιοδεία τoυ Shen Yun Performing Arts ως αρπίστρια.

 

4 Tone: Καλλιεργώντας την παράδοση της κιθαροποιίας στην Ελλάδα

Η κατασκευή της κιθάρας είναι μία τέχνη που χρειάζεται τα εξής συστατικά κυρίως: αγάπη για το όργανο, επικοινωνία με το ξύλο και μεγάλη υπομονή.

Αυτό τουλάχιστον υποστηρίζουν οι 4 Tone (Four Tone), μία ομάδα τεσσάρων κιθαροποιών που καινοτομεί κατασκευάζοντας κιθάρες από κοινού.

Οι Γιάννης Σεϊντουλάς, Νικόλας Βαλακάς, Γιάννης Δημόκας και Μιχάλης Μπανταλούκας είναι μαζί τα τελευταία δύο χρόνια ως ομάδα, τελειοποιώντας τις μεθόδους κατασκευής και το προϊόν τους, ώστε να δώσουν ένα αξιόλογο όργανο στην αγορά. Μετά από πολλές δοκιμές στο εργαστήριο αλλά και στη σκηνή, έχουν φτάσει στο σημείο να είναι έτοιμοι να παρουσιάσουν τη δουλειά τους στο κοινό, συμμετέχοντας και στην 1η Έκθεση Κατασκευαστών Μουσικών Οργάνων (Athens Music Instrument Show – ΑΜΙS), που διοργανώνει ο Κώστας Φονταλής και θα λάβει χώρα στις 24 & 25 Μαΐου στο Σεράφειο του δήμου Αθηναίων, στην οδό Πειραιώς.

Με αφορμή την επικείμενη έκθεση, η Epoch Times συναντήθηκε και συζήτησε με τους 4 Tone για την τέχνη της κιθαροποιίας, τα μυστικά και τις απαιτήσεις της, αλλά και για τη δημιουργία της ομάδας τους.

4 Tone

Αφετηρία για τη σύσταση του κουαρτέτου ήταν το όραμα του Γιάννη Σεϊντουλά, χρόνια κιθαροποιού: «Από όταν ξεκίνησα να φτιάχνω όργανα, είχα στο μυαλό μου ότι θα φτιάξω κάτι τέτοιο, ότι θα κάνω μαθήματα και θα φτιάξω μια ομάδα που θα μεγαλώνει συνέχεια», λέει. Είχε κάνει κάποιες απόπειρες στο παρελθόν, οι οποίες όμως δεν ευοδώθηκαν. Αυτή τη φορά, η χημεία ήταν η κατάλληλη. Ο Νικόλας, ο Γιάννης και ο Μιχάλης, μαθητές του, γνωρίστηκαν και αποφάσισαν να εξελίξουν τη μαθητεία τους, μαζί, σε κάτι μεγαλύτερο. «Είχαν δουλέψει μεμονωμένα μαζί μου – αυτό κάνει την επιτυχία [της συνεργασίας] ακόμα πιο μαγική», λέει ο Γιάννης. «Ο κάθε ένας έχει να προσφέρει το δικό του λιθαράκι.»

Oι 4 Tone στον εκθεσιακό τους χώρο: (από αριστερά) Γιάννης Δημόκας, Νικόλας Βαλακάς, Μιχάλης Μπανταλούκας και Γιάννης Σεϊντουλάς. (The Epoch Times)

 

Το ένα κίνητρο για την απόφαση να δουλέψουν ομαδικό ήταν οικονομικό: να πέσει το κόστος κατασκευής. Ενώ χρειάζονται 250-300 ώρες δουλειάς από ένα άτομο, όπως εξηγεί ο Νικόλας, για να φτιαχτεί μία κιθάρα, οι τέσσερις μαζί μπορούν να την τελειώσουν σε πολύ λιγότερο χρόνο. Αυτό κάνει το τελικό προϊόν πολύ πιο προσιτό, κάτι που είναι σημαντικό, ιδίως για ανθρώπους που δεν έχουν επαγγελματική σχέση με τη μουσική.

Μπορεί να είναι εικόνα κιθάρα
(Ευγενική παραχώρηση των 4 Tone)

 

Παρά την καλύτερη αγορά και άλλες ευκολίες στο εξωτερικό, ο ίδιος δεν θέλησε να φύγει, παρόλο που έχει κάνει συνεργασίες. «Προτίμησα να μείνω εδώ, παρά τις δυσκολίες, να προσπαθήσω να υποστηρίξω τα πράγματα εδώ. Μπορούμε να έχουμε και στην Ελλάδα τη δική μας παράδοση.»

«Υπάρχουν πολλοί καλοί Έλληνες κατασκευαστές», προσθέτει, «και σολίστ, υψηλότατου επιπέδου, αλλά οι περισσότεροι φεύγουν έξω.»

Παρόλα αυτά, το επάγγελμα είναι βιώσιμο – κι αν και η λέξη ‘επάγγελμα’ τού φαίνεται αταίριαστη με τη χαρά που λαμβάνει από αυτό που κάνει, δεν είναι ακατάλληλη για την ποιότητα της δουλειάς του και τις απαιτήσεις που έχει από τον εαυτό του και τους συνεργάτες του.

Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο και ξύλινο κουτάλι
Νικόλας Βαλακάς εν δράσει. (Ευγενική παραχώρηση των 4 Tone)

 

Ένα δεύτερο κίνητρο για τη σύσταση των 4 Tone ήταν η ώθηση που δίνει η ομαδική δουλειά και ένα τρίτο η διάθεση των πρώην μαθητών να συνεχίσουν σε αυτήν την τέχνη, σε συνδυασμό με τη διάθεση του πρώην δασκάλου τους να τους βοηθήσει σε αυτό, να τους βάλει στον ‘κύκλο’.

«Όσο περισσότερο ασχολείσαι και φτιάχνεις τόσο καλύτερος γίνεσαι. Πόσο μάλλον όταν είμαστε τέσσερις άνθρωποι αντί για ένας και μοιραζόμαστε ιδέες και πράγματα που μπορεί εγώ να μην είχα σκεφτεί στην κατασκευή. Όλο αυτό βοηθάει», λέει ο Γιάννης.

Ο Νίκος, ο Γιάννης και ο Μιχάλης έφτασαν στο εργαστήριό του καθείς από τον δικό του δρόμο, έχοντας όμως σαν κοινό παρονομαστή το μεράκι να φτιάχνουν πράγματα και φυσικά την αγάπη για την κιθάρα. Χωρίς να έχουν κάνει όλοι σπουδές σε ωδείο, είχαν μάθει να παίζουν κλασική ή ηλεκτρική, και επιζητούσαν να κατασκευάσουν ή να τελειοποιήσουν τη δική τους κιθάρα. Έχοντας παλέψει και απελπιστεί με τα βίντεο και τα βιβλία οδηγιών, έψαχναν για κάποιον γνώστη της τέχνης.

Ένα καλά φυλαγμένο μυστικό

Ο Γιάννης Σεϊντουλάς είναι από τους λίγους οργανοποιούς που ανοίγει την πόρτα του σε μαθητές. «Κανείς δεν δέχεται», θυμάται ο Νικόλας. «Πήρα πολλά τηλέφωνα και όλοι αρνιόντουσαν», αναφέρει και οι υπόλοιποι συμφωνούν μαζί του. «Όταν ο Γιάννης συμφώνησε, δεν το περίμενα». Τα μυστικά της τέχνης φυλάσσονται ζηλότυπα, ιδίως από τους παλιούς μαστόρους, οι οποίοι, «σκέπαζαν τα πράγματά τους, όταν έμπαινε κανείς στο εργαστήριο, για να μην φανεί πώς δουλεύουν. Τώρα έχει αρχίσει να αλλάζει αυτό λίγο λίγο, οι νέοι δεν είναι έτσι», λέει ο Γιάννης, «κι αυτό είναι καλό, γιατί δεν έχουν όλοι την ευχέρεια να πάνε στην Ισπανία για να μάθουν.»

Τα μαθήματα γίνονται κατά κανόνα ατομικά, αφού η δουλειά είναι λεπτή και ο δάσκαλος πρέπει να έχει τον νου του συνεχώς και να εξηγεί πολλά. «Όταν πας να φτιάξεις τη δεύτερη κιθάρα μόνος σου», λέει ο Νικόλας, «καταλαβαίνεις ότι ακόμα δεν μπορείς χωρίς βοήθεια. Παίρνεις συνέχεια τηλέφωνο». «Έχει πολλά τεχνικά σημεία», συμπληρώνει ο Μιχάλης, «πολλά στάδια, δεν μπορείς να τα θυμάσαι όλα.»

Στον εκθεσιακό χώρο των 4 Tone υπάρχει και ένα κάδρο με την πρώτη κιθάρα που έφτιαξε ο Γιάννης Σεϊντουλάς, όπου περιέχεται και μία μινιατούρα, που έφτιαξε επίσης ο ίδιος. (The Epoch Times)

 

«Όταν φτάσεις στη δέκατη κιθάρα θα λυθούν όλα», έλεγε στον Γιάννη ο δικός του δάσκαλος, Παύλος Γύπας, και πράγματι έτσι ήταν, θυμάται.

Η μαθητεία του ξεκίνησε όταν του πρότεινε ο δάσκαλός του της κλασικής κιθάρας στο Ωδείο, ο Μιχάλης Σουρβίνος, να μάθει. Εκείνος τον πήγε στον Γύπα, όπου έμεινε 4,5 χρόνια περίπου. «Στην αρχή, απλώς παρατηρούσα. Δηλαδή, πήγαινα στο εργαστήριό του, καθόμουν σε μια γωνιά και τον παρατηρούσα.»

«Ο Πάυλος Γύπας είναι από τους πρώτους Έλληνες κατασκευαστές κλασικής κιθάρας και από τους πιο παλιούς», επισημαίνει ο Γιάννης για τον άνθρωπο που τον βοήθησε να γίνει κατασκευαστής. «Μου έμαθε τα πάντα. Μου τα έδειξε όλα, χωρίς να μου κρύψει τίποτα. Συνεργαστήκαμε κιόλας. Με βοήθησε πάρα πολύ ο Παύλος και τον ευχαριστώ για αυτό.»

Ο ίδιος ο Γύπας, όπως λέει ο Γιάννης, ήταν αυτοδίδακτος. Όπου και να πήγε για να μάθει, του έκλειναν την πόρτα, είχε πει στον μαθητή του. Τελικά, με υπομονή και μεγάλη επιμονή, κατάφερε μόνος του να φτιάξει την πρώτη του κιθάρα.

Η σύγχρονη κλασική κιθάρα

Οι 4 Tone ακολουθούν την παράδοση στην κιθαροποιία τους, βαδίζοντας στα βήματα και τους κανόνες που έχουν εξελιχθεί σταδιακά με την πάροδο των ετών και μέσα από τις ανάγκες της κάθε περιόδου.

«Για να φτάσει εκεί που είναι πέρασε πολύς καιρός… Διαφορετικοί άνθρωποι έβαλαν τις διαφορετικές ιδέες τους, λίγο λίγο. Αν πας να το κάνεις μόνος σου – να πειραματιστείς και να τα βάλεις όλα από το μυαλό σου – νομίζω θα είναι πολύ χαοτικό. Δεν θα στηθεί ποτέ ομαλά», εξηγούν.

«Δεν θέλεις να επανεφεύρεις τον τροχό. Θέλεις να φτιάξεις μία κιθάρα. Την έχουν φτιάξει άλλοι. Οk.»

Η παράδοση της σύγχρονης κλασικής εξάχορδης κιθάρας ξεκινά από την Ισπανία, από το 1800 περίπου, με τον Μανουέλ Τόρρες να δίνει στο όργανο τη μορφή που ξέρουμε σήμερα, μεγαλώνοντας το σώμα του και αλλάζοντας το μέσα του, τις ακτίνες στήριξης του καπακιού ή καμάρια, στη γλώσσα των κιθαροποιών. Η ανάγκη αυτή, όπως εξηγεί ο Γιάννης, προήλθε από τη διεύρυνση του κοινού και τη χρήση του οργάνου σε μεγαλύτερες αίθουσες, όπου η παλιότερη, η λεγόμενη ρομαντική κιθάρα με το μικρότερο σώμα δεν επαρκούσε. Χρειαζόταν δυνατότερος ήχος, κατ’ επέκταση μεγαλύτερο σώμα, δηλαδή ηχείο.

(Ευγενική παραχώρηση των 4 Tone)

 

Η ανάγκη για δυνατότερο ήχο συνεχίζεται, όμως, και οι κιθαροποιοί πρέπει να βρουν τρόπους να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις. Αυτό το πετυχαίνουν λεπταίνοντας το πάχος του καπακιού, ώστε να επιτυγχάνεται μεγαλύτερη ταλάντωση, άρα δυνατότερος ήχος. Το λεπτότερο καπάκι όμως σπάει και ευκολότερα, και έπρεπε να βρεθεί μία λύση και για αυτό. Σε αυτό το σημείο, μπήκαν στο παιχνίδι συνθετικά υλικά όπως το ανθρακόνημα, που ενσωματώνεται μεταξύ δύο πολύ λεπτών φύλλων ξύλου, αυξάνοντας σημαντικά την αντοχή του οργάνου.

Ωστόσο, υπάρχει πάντα ένα αντίτιμο – στην προκειμένη, η ποιότητα του ήχου που, σύμφωνα με τον Γιάννη, υποβαθμίζεται σε έναν βαθμό: «Οι doubletop μπορεί να έχουν χίλια δυο καλά, όμως τη χροιά και τον χαρακτήρα της παραδοσιακής κιθάρας δεν τον έχουν. Όσο αφαιρώ ξύλο, χάνω από την ποιότητα του ήχου. Άλλο να έχουμε υλικό, να έχουμε ξύλο 3 mm και άλλο να έχουμε 1 mm. […] Είναι αυτό που λέμε ένας ζωντανός οργανισμός.»

«Γνωρίζω πολλούς σολίστ, μεγάλα ονόματα, οι οποίοι παίζουν παγκόσμια, σε ρεσιτάλ, με doubletop ή με μοντέρνες κιθάρες. Όταν όμως μελετάνε στο σπίτι τους ή όταν πηγαίνουν να γράψουν έναν δίσκο, θα το κάνουν με παραδοσιακή», προσθέτει.

Μιλώντας με το ξύλο

«Όπως του μιλήσεις, έτσι θα σου μιλήσει και αυτό», λέει ο Γιάννης για το υλικό από το οποίο φτιάχνονται οι κιθάρες. «Κάτι που έμαθα από τον δάσκαλό μου, τον Γύπα, ήταν να ακούω το ξύλο, να μιλάω με αυτό.»

«Μας περνάνε για τρελούς, εμάς της οργανοποιίας, γιατί μιλάμε στα ξύλα.  Μας μιλάνε και αυτά, συνεννοούμαστε. Οι απ’ έξω λένε ‘Πάει, το ‘χασε αυτός’. Αλλά ό,τι μας μιλάει, το χρησιμοποιούμε.»

Μπορεί να είναι εικόνα κιθάρα
(Ευγενική παραχώρηση των 4 Tone)

 

Για τα περισσότερα μέρη της κιθάρας η επιλογή γίνεται από μία μεγάλη γκάμα ξύλων. Μόνο στο καπάκι υπάρχουν περιορισμοί, γιατί πρέπει να είναι μαλακό το ξύλο, ώστε να πάλλεται εύκολα.

«Στο καπάκι μπαίνει κατά κανόνα έλατο ή κέδρος. Για τα πλαϊνά και την πλάτη, υπάρχουν πάρα πολλά είδη, οτιδήποτε είναι πιο σκληρό από το καπάκι: δρυς, τριανταφυλλιά, μαόνι, σφένδαμνος, καρυδιά, κυπαρίσσι… Το κυπαρίσσι είναι το μόνο ελληνικό [ξύλο] που χρησιμοποιούμε στις κιθάρες. Υπάρχουν άπειρα είδη και δεν μας ενδιαφέρει να φτιάχνουμε κάτι συγκεκριμένο πάντα. Οτιδήποτε μας μιλάει, θα του απαντήσουμε και… θα προχωρήσει η συζήτηση.»

Οι 4 Tone συμφωνούν ότι τελικά η κιθάρα θα πάρει τον χαρακτήρα της από αυτόν που την παίζει, όχι από αυτόν που την έφτιαξε. «Η κιθάρα είναι, κατ’ αρχήν, γυναίκα. Θέλει τον τρόπο της, να της μιλάς, να της φέρεσαι… και αυτή θα απαντήσει ανάλογα. Θα το αποδώσει. Είναι μία σχέση», υποστηρίζει ο Γιάννης, αναφέροντας: «Έχω δει κιθάρες μου τη μία δίπλα στην άλλη, να αλλάζουν τελείως.»

Μπορεί να είναι εικόνα κιθάρα
(Ευγενική παραχώρηση των 4 Tone)

 

Δουλεύοντας με τα χέρια, το μυαλό, την ψυχή

Κατά κοινή παραδοχή της ομάδας, η αγάπη για την κιθαροποιία ξεκινά από την αγάπη για το συγκεκριμένο μουσικό όργανο.

«Ένας ξυλουργός μπορεί να φτιάξει μία κιθάρα πολύ εύκολα, ίσως πιο εύκολα κι από εμένα, όμως δεν θα μπορέσει να της βγάλει ήχο», λέει ο Γιάννης. «Επειδή δεν έχει την αγάπη για την κιθάρα, δεν θα το πάει ένα βήμα παραπάνω.»

«Θα το μεταχειριστεί σαν έπιπλο», συμπληρώνει ο Μιχάλης. «Θα δώσει το σχήμα, αλλά όχι την πνοή. Δεν θα έχει ψυχή.»

Μετά, είναι και η ανάγκη να φτιάχνεις πράγματα με τα χέρια σου. Κάθε κατασκευή είναι και ένα επίτευγμα.

Ο Νικόλας λέει πως αποφάσισε να φτιάξει τη δική του κιθάρα, όταν κατάφερε να βγάλει μόνος του τον «Κεμάλ», του Χατζηδάκι: «Είχα πει στη δασκάλα μου στο ωδείο ότι θέλω να το μάθω και μου έστειλε την παρτιτούρα, κανονίζοντας το πρώτο μάθημα για να το δουλέψουμε μαζί μετά από μία εβδομάδα. Ε, μέχρι τότε εγώ κατάφερα και το έβγαλα μόνος μου. Τότε σκέφτηκα: ‘Γιατί να μην φτιάξω και μία κιθάρα;’»

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
(Ευγενική παραχώρηση των 4 Tone)

 

Παραδέχεται ότι όταν έψαχνε να αγοράσει μία καλή κιθάρα είχε αφιερώσει πάρα πολύ χρόνο στην επιλογή του, μένοντας ανικανοποίητος παρόλα αυτά. Αργότερα, πήρε μία σχετικά φτηνή και της έκανε τρύπες με το τρυπάνι για να δει πώς είναι από μέσα. Το ‘σαράκι’ τον οδήγησε να συνεχίσει το ψάξιμο πέρα από τα βιντεάκια στο YouTube, να βρει κάποιον άνθρωπο να τον διδάξει.

Αντίστοιχα και ο Μιχάλης και ο Γιάννης, που ‘έπιαναν’ τα χέρια τους και τους άρεσε να πειράζουν τα πράγματα και να τα φέρνουν στα μέτρα τους όταν κάτι δεν τους πήγαινε.

Για τον Γιάννη, αυτό που κάνουμε με τα χέρια μας επηρεάζει άμεσα και το μυαλό μας. «Έχω φίλους ψυχολόγους και άλλους που πηγαίνουν σε ψυχολόγους και όλοι λένε ότι αυτό που απασχολεί τα χέρια σου αυτόματα απασχολεί και το μυαλό σου. Αν βρεις ένα τέτοιο χόμπι, δεν χρειάζεται να ξαναπάς στον ψυχολόγο.»

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
(Ευγενική παραχώρηση των 4 Tone)

 

«Είναι η φύση αυτών των εργασιών. Σε θέλουν ψυχή τε και σώματι εκεί. Κοιτάς μη φας το ένα δέκατο του χιλιοστού, οπότε ξεχνιέσαι – ξεχνάς την εφορία, ξεχνάς τα οικογενειακά σου, τα ξεχνάς όλα. Συγκεντρώνεσαι και ξεχνάς το άγχος σου», λέει ο Μιχάλης χαρακτηριστικά.

«Δεν μπορούμε να είμαστε όλη την ημέρα με το κινητό. Χρειάζεται κι αυτό, αλλά πρέπει να κάνουμε κι άλλα πράγματα», επισημαίνει ο Γιάννης. «Τα παλιά επαγγέλματα έχουν χαθεί, αλλά πρέπει να ξανάρθουν. Έχουν μια μαγεία.»

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
(Ευγενική παραχώρηση των 4 Tone)

 

Η κατασκευή κιθάρας είναι με τον τρόπο της ένα είδος καλλιέργειας του χαρακτήρα και το πρώτο που καλλιεργεί είναι η υπομονή.

«Αν κάτι έμαθα από την οργανοποιία είναι η παρατήρηση, η υπομονή δηλαδή. Τεράστια υπομονή σε όλους τους κλάδους», παρατηρεί ο Γιάννης. Οι υπόλοιποι συμφωνούν και παραδέχονται ότι είναι κάτι που έχει αλλάξει τη ζωή τους και τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τα πράγματα γενικά.

«Είναι η φύση αυτής της τέχνης να παρατηρείς και να μη μιλάς.»

Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο και κιθάρα
Ο Γιάννης Δημόκας κατασκευάζει μία ηλεκτρική κιθάρα. (Ευγενική παραχώρηση των 4 Tone)

 

1η Έκθεση Κατασκευαστών Μουσικών Οργάνων

Αυτό το Σαββατοκύριακο, 24-25 Μαΐου, οι 4 Tone θα βρίσκονται στο Σεράφειο, συμμετέχοντας στην 1η Έκθεση Κατασκευαστών Μουσικών Οργάνων (Athens Music Instrument Show – ΑΜΙS).

Η έκθεση, που είναι η πρώτη του είδους και του μεγέθους της στην Ελλάδα, θα περιλαμβάνει ό,τι έχει να κάνει με την κατασκευή μουσικών οργάνων γενικά, όχι μόνο κιθάρας. Πιάνα, βιολιά, μπουζούκια, ζουρνάδες, τύμπανα, αλλά και πετάλια, μαγνήτες κ.ο.κ.

Την έκθεση οργανώνει ο Κώστας Φονταλής, ένας άνθρωπος με όραμα και αγάπη για τη μουσική, όπως λένε οι 4 Tone, οι οποίοι πιστεύουν ότι το εγχείρημα θα πάει πολύ καλά και ότι θα μεγαλώσει στο μέλλον. «Αφορά κυρίως Έλληνες κατασκευαστές, αλλά ελπίζουμε ότι στο μέλλον θα έρθουν και από έξω, θα πάμε κι εμείς έξω… Είναι μία πολύ ωραία απόφαση», σχολιάζουν. «Το να είμαστε τόσοι κατασκευαστές σε έναν χώρο δεν έχει ξαναγίνει στην Ελλάδα.»

Το σχήμα τους θα παρουσιάσει το Σάββατο 24/5, στις 18:00, ο μουσικός Γιώργος Μαστρογιαννόπουλος, με τη συνοδεία κιθάρας από τον Χρήστο Σέλα.

Επιπλέον, την Κυριακή 25/5, στις 14:00, ο Γιάννης Σεϊντουλάς θα δώσει μία ομιλία για τα σεμινάρια κατασκευής οργάνων.

Τα εισιτήρια για την έκθεση είναι διαθέσιμα online, αλλά και στην είσοδο της έκθεσης, τις μέρες και ώρες λειτουργίας της.

Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα και κείμενο που λέει "べも MUSIC INSYRUMIA INSTRU Musi ቁታ นทนม Η ΠΡΩΤΗ ΕΚΘΕΣΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣ ΥΑΣΤΩΝ ΜΟΥΣΙΚΩΝ OPT ΟΡΓΑΝΩΝ Συμμετέχουμε και εμείς! 24 & 25 MAIOY ΣΕΡΑΦΕΙΟ AHMOY ΑΘΗΝΑΙΩΝ"