Κυριακή, 10 Μαΐ, 2026

Θριαμβευτική νίκη του κυβερνώντος συνασπισμού της Τακαΐτσι στις εκλογές για την Κάτω Βουλή της Ιαπωνίας

Ο κυβερνητικός συνασπισμός της πρωθυπουργού της Ιαπωνίας, Σαναέ Τακαΐτσι, κατέγραψε σαρωτική νίκη με αυτοδυναμία σε κρίσιμες κοινοβουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν στις 8 Φεβρουαρίου, ανοίγοντας τον δρόμο για την πρώτη γυναίκα επικεφαλής του ιαπωνικού κράτους να προωθήσει την ατζέντα της, η οποία περιλαμβάνει εκτεταμένες φορολογικές μειώσεις και αύξηση των στρατιωτικών δαπανών με στόχο την ανάσχεση της επιρροής του Πεκίνου.

Το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα (LDP) της Τακαΐτσι προβλεπόταν, σύμφωνα με αποτελέσματα δημοσκοπήσεων στην έξοδο των εκλογικών τμημάτων που επικαλέστηκε η δημόσια τηλεόραση NHK και άλλα μεγάλα δίκτυα, να εξασφαλίσει έως και 328 από τις 465 έδρες της Κάτω Βουλής, καταγράφοντας υπερπλειοψηφία.

Ο κυβερνητικός συνασπισμός και ο εταίρος του —το Κόμμα Καινοτομίας της Ιαπωνίας, γνωστό ως Ισίν— προβλεπόταν να κερδίσουν συνολικά έως και 366 έδρες στην Κάτω Βουλή, η οποία είναι το ισχυρότερο σώμα στο κοινοβούλιο δύο σωμάτων της Ιαπωνίας.

Το LDP της Τακαΐτσι είχε ήδη εξασφαλίσει μόνο του τις 233 έδρες που απαιτούνται για την απόλυτη πλειοψηφία περίπου 90 λεπτά μετά το κλείσιμο της κάλπης στις 8 Φεβρουαρίου. Η κατάκτηση 328 εδρών αποτελεί τον μεγαλύτερο αριθμό που έχει κερδίσει ποτέ το κόμμα στην Κάτω Βουλή.

Η νίκη του κυβερνώντος συνασπισμού επιτρέπει στην πρωθυπουργό, η οποία έχει αναφέρει ότι εμπνέεται από τη «Σιδηρά Κυρία» της Βρετανίας, Μάργκαρετ Θάτσερ, να προωθήσει μια συντηρητική ατζέντα με στόχο τη βελτίωση της ιαπωνικής οικονομίας και της στρατιωτικής ετοιμότητας, εν μέσω συνεχιζόμενων εντάσεων με την Κίνα και καθώς το Τόκυο ενισχύει τους δεσμούς του με την Ουάσιγκτον.

Ως η πρώτη γυναίκα ηγέτης της Ιαπωνίας, η 64χρονη Τακαΐτσι βρίσκεται στην εξουσία από τον Οκτώβριο του 2025.

Έχει υποσχεθεί φορολογικές μειώσεις, έχει δώσει έμφαση στην εθνική ασφάλεια εν μέσω αυξανόμενων εντάσεων με τον ισχυρό γείτονα της Ιαπωνίας, την Κίνα, και έχει κερδίσει δημοτικότητα σε πολλούς ψηφοφόρους χάρη στη σκληρή ρητορική και την εικόνα εργατικότητας που προβάλλει.

Ωστόσο, η δέσμευσή της να αναστείλει τον φόρο κατανάλωσης 8% στα τρόφιμα, προκειμένου να αντισταθμιστεί η άνοδος των τιμών, έχει προκαλέσει αναταράξεις στις αγορές και ανησυχία στους επενδυτές, οι οποίοι προβληματίζονται για το πώς η χώρα με το μεγαλύτερο δημόσιο χρέος μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών θα χρηματοδοτήσει το μέτρο.

Ο επικεφαλής ερευνών της Daiwa Capital Markets Europe στο Λονδίνο, Κρις Σισκλούνα (Chris Scicluna), δήλωσε ότι τα σχέδια για τη μείωση του φόρου κατανάλωσης αφήνουν μεγάλα ερωτήματα σχετικά με τη χρηματοδότηση και τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση σκοπεύει να εξισορροπήσει τα δημοσιονομικά μεγέθη.

Ο Γιοσινόμπου Τσουτσούι (Yoshinobu Tsutsui), επικεφαλής του κορυφαίου επιχειρηματικού λόμπυ της Ιαπωνίας, Keidanren, ανέφερε ότι η ιαπωνική οικονομία βρίσκεται πλέον σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής για την επίτευξη βιώσιμης και ισχυρής ανάπτυξης.

Ιστορικές χιονοπτώσεις σε ορισμένες περιοχές της Ιαπωνίας ανάγκασαν κάποιους πολίτες να διασχίσουν το χιόνι για να ψηφίσουν, ενώ ορισμένα εκλογικά τμήματα υποχρεώθηκαν να κλείσουν νωρίτερα λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών.

Οι εκλογές συνήθως προκηρύσσονται σε ηπιότερους μήνες του έτους, γεγονός που καθιστά αυτή την αναμέτρηση μόλις την τρίτη μεταπολεμική εκλογική διαδικασία στην Ιαπωνία που διεξήχθη τον Φεβρουάριο.

Παρότι έχει κυβερνήσει σχεδόν καθ’ όλη τη μεταπολεμική ιστορία της χώρας, το LDP είχε χάσει τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του κοινοβουλίου σε εκλογές που πραγματοποιήθηκαν τους προηγούμενους 15 μήνες, όταν στην εξουσία βρισκόταν ακόμη ο προκάτοχος της Τακαΐτσι, Σιγκέρου Ισίμπα.

Η Τακαΐτσι προκήρυξε τις σπάνιες αυτές χειμερινές εκλογές με στόχο να ενισχύσει τις πιθανότητες του κυβερνώντος συνασπισμού, έπειτα από υψηλά ποσοστά αποδοχής που κατέγραψε μετά την άνοδό της στην ηγεσία του LDP στα τέλη του 2025.

Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, έχει καταφέρει να δημιουργήσει ισχυρή παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και να γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής στους νεότερους ψηφοφόρους, φτάνοντας στο σημείο να πυροδοτήσει τη λεγόμενη «σανάκατσου», μια τάση που μπορεί να αποδοθεί ως «Σαναεμανία», καθιστώντας δημοφιλή πολλά από τα αντικείμενα που χρησιμοποιεί καθημερινά, όπως την τσάντα της και το ροζ στυλό με το οποίο γράφει στο κοινοβούλιο.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, συνεχάρη την Τακαΐτσι για τη νίκη στις εκλογές. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social την Κυριακή, ανέφερε ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα σεβαστή και πολύ δημοφιλή ηγέτιδα και ότι η τολμηρή και σοφή απόφασή της να προκηρύξει εκλογές απέδωσε εντυπωσιακά. Πρόσθεσε ότι ήταν τιμή του να της παράσχει στήριξη, τόσο στην ίδια όσο και στον συνασπισμό της.

Ο Τραμπ είχε δώσει στην Τακαΐτσι την πλήρη υποστήριξή του και την προηγούμενη εβδομάδα, επίσης μέσω ανάρτησης στο Truth Social. Η πρωθυπουργός είχε φιλοξενήσει τον Τραμπ στο Τόκυο τον Οκτώβριο του 2025, λίγο μετά την ανάληψη των καθηκόντων της.

Μόλις λίγες εβδομάδες μετά την ανάληψη της εξουσίας, η Τακαΐτσι είχε τοποθετηθεί δημόσια για το πώς θα μπορούσε να αντιδράσει το Τόκυο σε ενδεχόμενη επίθεση του Πεκίνου κατά της Ταϊβάν, σηματοδοτώντας τη μεγαλύτερη διένεξη με την Κίνα εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία.

Σε απάντηση, η Κίνα αντέδρασε με οικονομικά αντίμετρα, μεταξύ των οποίων και η προτροπή προς τους πολίτες της να αποφεύγουν τα ταξίδια στην Ιαπωνία.

Η σαρωτική νίκη στην Κάτω Βουλή θα μπορούσε να δώσει στην Τακαΐτσι την πολιτική εντολή να ενισχύσει περαιτέρω τη στρατιωτική ετοιμότητα και τις αμυντικές δυνατότητες της Ιαπωνίας, προκαλώντας νέα αναστάτωση στο Πεκίνο, το οποίο έχει κατηγορήσει την πρώτη γυναίκα πρωθυπουργό της χώρας ότι επιχειρεί να επαναφέρει την Ιαπωνία σε μια μιλιταριστική εποχή που παραπέμπει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Καθώς τα εκλογικά αποτελέσματα άρχισαν να διαμορφώνονται, ο υπουργός Άμυνας της Ιαπωνίας, Σίντζιρο Κοϊζούμι, δήλωσε σε τηλεοπτικά δίκτυα ότι ελπίζει να προχωρήσει σε πολιτικές που θα ενισχύσουν την άμυνα του Τόκυο, διατηρώντας παράλληλα τον διάλογο με το Πεκίνο.

Μεγάλη δύναμη αμερικανικών πολεμικών πλοίων κατευθύνεται προς το Ιράν

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε χθες, Πέμπτη 22 Ιανουαρίου, ότι το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ στέλνει έναν μεγάλο στόλο προς το Ιράν, όπου το ισλαμικό καθεστώς εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπο με το μεγαλύτερο κύμα διαδηλώσεων από την επανάσταση του 1979.

Μιλώντας με δημοσιογράφους στο προεδρικό αεροσκάφος, ο Τραμπ ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αναπτύσσουν το Ναυτικό τους προς την κατεύθυνση του Ιράν, «για κάθε ενδεχόμενο», μετά από επανειλημμένες προειδοποιήσεις προς το ιρανικό καθεστώς σχετικά με τις εκτελέσεις διαδηλωτών, τονίζοντας ότι παρακολουθούν την κατάσταση πολύ στενά.

Αν και δεν έδωσε λεπτομέρειες για την ανάπτυξη δυνάμεων, παρατηρητές πλοίων και δορυφορικές εικόνες παρατήρησαν ότι η Ομάδα Κρούσης Αεροπλανοφόρου Abraham Lincoln (Carrier Strike Group – CSG) εισήλθε αυτή την εβδομάδα στα Στενά της Μαλάκκα, με πορεία προς τον Ινδικό Ωκεανό.

Ο αριθμός των επιβεβαιωμένων νεκρών στο Ιράν από τότε που ξεκίνησαν οι διαδηλώσεις, στις 28 Δεκεμβρίου, έχει φτάσει σχεδόν τις 5.000, ανέφερε την Τετάρτη 21 Ιανουαρίου η οργάνωση Human Rights Activists in Iran. Εξετάζονται 9.000 και πλέον περιπτώσεις θανάτων ακόμη, τουλάχιστον 7.398 άνθρωποι έχουν υποστεί σοβαρούς τραυματισμούς κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, ενώ περισσότερα από 26.000 άτομα έχουν συλληφθεί, σύμφωνα με την αναφορά.

Η ιρανική ηγεσία δήλωσε πως ακύρωσε τις προγραμματισμένες μαζικές εκτελέσεις υπό την απειλή σκληρών αντιποίνων από τις ΗΠΑ, κάτι που θεωρήθηκε καλό σημάδι από την αμερικανική πλευρά.

Τον Ιούνιο του 2025, τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις δέχτηκαν καίρια αμερικανικά πλήγματα προκειμένου να καταπολεμηθεί το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας, με δυνάμεις του αμερικανικού στρατού να συγκεντρώνονται στα ύδατα που περιβάλλουν το ισλαμικό κράτος. Στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν αναφέρθηκε και χθες ο Αμερικανός πρόεδρος, σε δήλωσή του στο CNBC, υπενθυμίζοντας την περσινή επιχείρηση («Midnight Hammer») και προειδοποιώντας το Ιράν εκ νέου κατά της επανεκκίνησης πυρηνικού προγράμματος. Παρόλο που το Ιράν επιμένει ότι το πυρηνικό του πρόγραμμα αφορά αποκλειστικά ειρηνικούς σκοπούς, ο εμπλουτισμός ουρανίου σε υψηλά επίπεδα, κοντά σε αυτά που απαιτούνται για τη δημιουργία πυρηνικών όπλων, δεν πείθει τη Δύση, αντιθέτως εντείνει τις ανησυχίες.

Παρόλο που ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας — ο εποπτικός φορέας των Ηνωμένων Εθνών για τα πυρηνικά — συνιστά μηνιαίες ενημερώσεις, έχουν περάσει επτά μήνες από την τελευταία φορά που επαλήθευσε το απόθεμα του Ιράν σε ουράνιο εμπλουτισμένο σε υψηλό επίπεδο.

Σύμφωνα με την υπηρεσία, το Ιράν πρέπει να καταθέσει έκθεση σχετικά με την κατάσταση των πυρηνικών του εγκαταστάσεων μετά τα αμερικανικά πλήγματα του περασμένου έτους, συμπεριλαμβάνοντας πόσο από τα εκτιμώμενα 440,9 κιλά ουρανίου, εμπλουτισμένου σε καθαρότητα 60%, παραμένει. Αυτό βρίσκεται κοντά στο 90% που χρειάζεται για στρατιωτική χρήση και, εάν εμπλουτιστεί περαιτέρω, θα μπορούσε να δώσει δέκα (10) πυρηνικές κεφαλές, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας.

Αυτόν τον μήνα, ο Τραμπ επέβαλε δασμό 25% σε κάθε χώρα που συναλλάσσεται με το Ιράν, με άμεση ισχύ. Λιγότερο από μία εβδομάδα αργότερα, το ιρανικό καθεστώς προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε επίθεση κατά του ηγέτη του, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, θα ισοδυναμούσε με την εξαπόλυση «ολοκληρωτικού πολέμου» κατά της Τεχεράνης.

Ιράν: Οι εκτελέσεις ενδέχεται να προχωρήσουν — Προειδοποίηση για «ολοκληρωτικό πόλεμο»

Το ιρανικό καθεστώς προειδοποίησε στις 18 Ιανουαρίου ότι οποιαδήποτε «επιθετική ενέργεια» κατά του ηγέτη του, του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, θα ισοδυναμούσε με διεξαγωγή «ολοκληρωτικού πολέμου» κατά του Ιράν και υπέδειξε ότι ενδέχεται να προχωρήσει στην εκτέλεση εκατοντάδων πολιτών που κρατούνται λόγω των διαδηλώσεων που σαρώνουν τη χώρα τις τελευταίες τρεις εβδομάδες.

Αντιμέτωποι με μια επιδεινούμενη οικονομία και εκρηκτική αύξηση του πληθωρισμού, Ιρανοί πολίτες έχουν συγκεντρωθεί στο μεγαλύτερο κύμα διαδηλώσεων που έχει πλήξει τη χώρα μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, βγαίνοντας στους δρόμους στις 28 Δεκεμβρίου 2025 και ζητώντας να τερματιστεί η θεοκρατική διακυβέρνηση του ισλαμιστικού καθεστώτος.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει πολλάκις ότι η Ουάσιγκτον δηλώνει έτοιμη να παρέμβει, εάν το καθεστώς συνεχίσει να σκοτώνει διαδηλωτές στους δρόμους ή διατάξει εκτελέσεις. Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις 16 Ιανουαρίου, ο Τραμπ ευχαρίστησε τους ηγέτες του Ιράν για την ακύρωση πλέον των 800 εκτελέσεων, οι οποίες, όπως είπε, είχαν προγραμματιστεί να γίνουν την Πέμπτη.

Ωστόσο, το ιρανικό δικαστικό σώμα φάνηκε, την Κυριακή, να υποδεικνύει ότι οι εκτελέσεις ενδέχεται να προχωρήσουν όπως είχε οριστεί. Ο εκπρόσωπος της ιρανικής δικαιοσύνης Ασγκάρ Τζαχανγκίρ δήλωσε, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στις 18 Ιανουαρίου, ότι έχει εντοπιστεί μια σειρά ενεργειών που έχουν χαρακτηριστεί ως μοχαρεμπέχ, το οποίο συγκαταλέγεται στις βαρύτερες ισλαμικές τιμωρίες.

Ο όρος μοχαρεμπέχ είναι ισλαμο-αραβικός και μεταφράζεται ως «πόλεμος κατά του Θεού»· υπό τη διακυβέρνηση του θεοκρατικού καθεστώτος, τιμωρείται με θάνατο. Εκείνος που διαπράττει μοχαρεμπέχ αποκαλείται μοχαρέμπ.

Ο Τραμπ δήλωσε στο Politico, σε συνέντευξη που παραχώρησε στις 17 Ιανουαρίου, ότι ήταν καιρός να αναζητηθεί νέα ηγεσία στο Ιράν.

Παρά τους χιλιάδες επιβεβαιωμένους θανάτους από τότε που ξέσπασαν οι διαδηλώσεις στα τέλη του περασμένου μήνα, με τις εκτιμήσεις να αυξάνονται μέρα με τη μέρα, ο Χαμενεΐ και το ιρανικό καθεστώς επιρρίπτουν σταθερά στον Τραμπ και τις ΗΠΑ γενικότερα την ευθύνη για τις «απώλειες» και το χάος που, όπως λένε, κατακλύζουν το Ιράν.

Το καθεστώς κλιμάκωσε την ρητορική του κατά της Ουάσιγκτον εχθές, Κυριακή. Ο πρόεδρος του Ιράν Μαχσούντ Πεζεσκιάν έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι, εάν ο λαός του Ιράν αντιμετωπίζει κακουχίες και δυσκολίες στη ζωή του, ένας από τους βασικούς λόγους είναι η μακροχρόνια εχθρότητα και οι απάνθρωπες κυρώσεις που, όπως ανέφερε, έχουν επιβληθεί από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών και τους συμμάχους της, σημειώνοντας ότι οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια κατά του Ανώτατου Ηγέτη της χώρας ισοδυναμεί με ολοκληρωτικό πόλεμο κατά του ιρανικού έθνους.

Οι επιβεβαιωμένοι θάνατοι 

Η οργάνωση Human Rights Activists in Iran, μια μη πολιτική οργάνωση που καταγράφει και αναφέρει παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το ιρανικό καθεστώς, έδωσε στη δημοσιότητα, στις 18 Ιανουαρίου, έπειτα από 21 ημέρες διαδηλώσεων, επικαιροποιημένα στοιχεία για τον αριθμό των θανάτων,με το επιβεβαιωμένο σύνολο να φτάνει τους 3.919. Από αυτούς, αναφέρεται ότι τουλάχιστον 3.097 είναι διαδηλωτές, περί τους είκοσι ήταν πολίτες που δεν συμμετείχαν στις διαδηλώσεις, ενώ υπήρχαν και είκοσι δύο ήταν ανήλικοι.

Το πρακτορείο ειδήσεων της οργάνωσης ανέφερε ότι άλλες 4.382 περιπτώσεις θανάτου «παραμένουν υπό εξέταση», ενώ τουλάχιστον 24.669 άνθρωποι έχουν συλληφθεί από το καθεστώς μέχρι στιγμής. Επιπλέον, περισσότεροι από 2.000 έχουν υποστεί σοβαρούς τραυματισμούς από τότε που άρχισαν οι διαδηλώσεις, σύμφωνα με την οργάνωση. Εκτιμάται ότι ο πραγματικός αριθμός των νεκρών μπορεί να είναι πολύ υψηλότερος.

Η Human Rights Activists in Iran ανέφερε την Κυριακή ότι το καθεστώς διέταξε τουλάχιστον 2.063 εκτελέσεις το 2025, δηλαδή 119% περισσότερες σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, σημειώνοντας ότι σε πολλούς κρατούμενους «δεν επετράπη να έχουν μια τελευταία συνάντηση με τις οικογένειές τους». Μεταξύ 12 και 15 Ιανουαρίου, το καθεστώς εκτέλεσε τουλάχιστον 22 ανθρώπους που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο για κατηγορίες, μεταξύ άλλων, μοχαρεμπέχ, ανθρωποκτονία και αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικά, σύμφωνα με την οργάνωση.

Σε ανακοίνωσή της, η οργάνωση ανέφερε ότι η συνεχιζόμενη, μεγάλης κλίμακας εφαρμογή θανατικών ποινών, παράλληλα με τις διακοπές της σύνδεσης στο διαδίκτυο και τους αυστηρούς περιορισμούς στη ροή των πληροφοριών, έχει εντείνει τις ανησυχίες για την έλλειψη δικαστικής διαφάνειας, για τη στέρηση της πρόσβασης των κρατουμένων σε δίκαιη δίκη και για τον κίνδυνο που απειλεί τη ζωή τους.

Επίσης ανέφερε ότι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει πως η πραγματοποίηση εκτελέσεων σε ένα περιβάλλον αδιαφάνειας αυξάνει την πιθανότητα διάπραξης σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Με πληροφορίες από το Reuters

Ο ύποπτος για τη δολοφονία του Τσάρλι Κερκ εμφανίστηκε για πρώτη φορά αυτοπροσώπως στο δικαστήριο

Ο Τάιλερ Ρόμπινσον, ο 22χρονος από τη Γιούτα που κατηγορείται για τη δολοφονία του συντηρητικού σχολιαστή Τσάρλι Κερκ, εμφανίστηκε για πρώτη φορά αυτοπροσώπως στο δικαστήριο στις 11 Δεκεμβρίου, την ώρα που ο δικαστής εξετάζει το εύρος της πρόσβασης που θα έχουν τα μέσα ενημέρωσης σε μία υπόθεση με ιδιαίτερα αυξημένο δημόσιο ενδιαφέρον.

Η πολιτεία της Γιούτα έχει απαγγείλει στον Ρόμπινσον την κατηγορία της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως σε βαθμό κακουργήματος για τη δολοφονία του Κερκ στις 10 Σεπτεμβρίου, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης στην πανεπιστημιούπολη του Utah Valley University, στην πόλη Όρεμ.

Το πανεπιστήμιο βρίσκεται αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το δικαστήριο της πόλης Πρόβο, όπου παρουσιάστηκε ο Ρόμπινσον την Πέμπτη.

Οι εισαγγελείς επιδιώκουν την επιβολή της θανατικής ποινής, ενώ η υπεράσπιση του Ρόμπινσον — μαζί με το γραφείο του σερίφη της κομητείας Γιούτα — ζητά από τον δικαστή Τόνυ Γκραφ να μην επιτραπούν οι κάμερες στην αίθουσα του δικαστηρίου. Στο πλαίσιο του αιτήματος για περιορισμένη πρόσβαση των μέσων ενημέρωσης, η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι η δημοσιότητα των προδικαστικών ακροάσεων φτάνει μέχρι και τον Λευκό Οίκο. Δικηγόρος της υπεράσπισης του Ρόμπινσον έχει επίσης εκφράσει ανησυχία ότι ψηφιακά αλλοιωμένες εκδοχές φωτογραφιών του κατηγορουμένου έχουν συμβάλει στη διάδοση παραπληροφόρησης γύρω από την υπόθεση.

Ο Γκραφ εξετάζει σε ποια από τα στοιχεία της υπόθεσης θα πρέπει να έχει πρόσβαση το κοινό, καθώς οι δικηγόροι του Ρόμπινσον υποστηρίζουν ότι η έντονη δημοσιότητα θα μπορούσε να εμποδίσει το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη.

Παράλληλα, ομάδα τοπικών και εθνικών μέσων ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων και το Associated Press, πιέζει ώστε να διατηρηθεί η πρόσβαση των ΜΜΕ καθ’ όλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας.  Υπέρ της διαφάνειας στις διαδικασίες έχει ταχθεί και η χήρα του Κερκ, Έρικα Κερκ.

Ο δικαστής έκλεισε μία από τις ακροάσεις της Πέμπτης, προκειμένου να εξετάσει ποια στοιχεία θα πρέπει ή δεν θα πρέπει να σφραγιστούν ή να προστατευθούν από τη δημοσιότητα. Κατά τη διάρκεια της κλειστής ακρόασης, ο Γκραφ συζήτησε με τους δικηγόρους την ενδυμασία του κατηγορουμένου στο δικαστήριο, καθώς και τα εν ισχύ πρωτόκολλα ασφαλείας.

Η υπεράσπιση του Ρόμπινσον ζήτησε να επιτραπεί η παρουσία της οικογένειάς του στην κλειστή ακρόαση, η οποία περιελάμβανε και ηχητικό απόσπασμα από προηγούμενη κλειστή ακρόαση της 14ης Οκτωβρίου. Ο Γκραφ, ωστόσο, συντάχθηκε τελικά με την εισαγγελία και απέκλεισε την οικογένεια, επικαλούμενος τη φύση και την ευαισθησία της διαδικασίας.

Στην αρχή της ακροαματικής διαδικασίας της Πέμπτης, ο Ρόμπινσον εισήλθε στην αίθουσα φορώντας πουκάμισο με γραβάτα και παντελόνι, ενώ ήταν δεμένος με χειροπέδες στα χέρια και στα πόδια. Ο κατηγορούμενος χαμογέλασε για λίγο προς τον πατέρα, τον αδελφό και τη μητέρα του, οι οποίοι κάθονταν στην πρώτη σειρά του ακροατηρίου.

Στις προηγούμενες εμφανίσεις του στο δικαστήριο, ο Ρόμπινσον συμμετείχε μέσω εικόνας ή ήχου από το κελί του στη φυλακή.

Με πληροφορίες από Associated Press

Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ έχει ακυρώσει 85.000 βίζες από τον Ιανουάριο

Στις 9 Δεκεμβρίου, αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αποκάλυψε πως η κυβέρνηση Τραμπ έχει ανακαλέσει 85.000 βίζες όλων των κατηγοριών από την ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ τον Ιανουάριο. Όπως δήλωσε στην Epoch Times, το νούμερο αυτό υπερδιπλασιάζει τα αντίστοιχα στατιστικά του 2024 και περιλαμβάνει 8.000 φοιτητικές θεωρήσεις.

Σύμφωνα με τον ίδιο αξιωματούχο, οι βασικοί λόγοι για την ανάκληση των θεωρήσεων ήταν:  

– Οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ (DUI)  

– Επιθέσεις  

– Κλοπές

«Πρόκειται για άτομα που συνιστούν άμεση απειλή για την ασφάλεια της κοινωνίας μας και δεν θέλουμε να βρίσκονται στη χώρα μας», τόνισε ο αξιωματούχος.

Για το υπόλοιπο μισό των ανακλήσεων δεν δόθηκαν συγκεκριμένες αιτιολογίες, ωστόσο το Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε ήδη ανακοινώσει ότι 80.000 θεωρήσεις ακυρώθηκαν μέσα στη χρονιά λόγω υποτιθέμενης υποστήριξης τρομοκρατίας, εμπλοκής σε τρομοκρατικές ενέργειες, υπέρβασης του επιτρεπόμενου χρόνου παραμονής, αλλά και λόγω παραβιάσεων όπως DUI, επιθέσεις, κλοπές και γενικότεροι κίνδυνοι για τη δημόσια ασφάλεια.

Οι ενέργειες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχουν προκαλέσει επικρίσεις από τους Δημοκρατικούς και άλλους φορείς που εκφράζουν ανησυχίες για ενδεχόμενη παραβίαση της Πρώτης Τροπολογίας, ειδικά μετά την ανακοίνωση του Υπουργείου, νωρίτερα τον Δεκέμβριο, για την επιβολή ελέγχων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατά τη διαδικασία αξιολόγησης αιτήσεων θεωρήσεων. Το Υπουργείο υπενθύμισε στους αιτούντες «να διατηρούν τα προφίλ τους δημόσια κατά τη διάρκεια της διαδικασίας».

Σε ανακοίνωση στις 3 Δεκεμβρίου, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σημείωνε: «Διενεργούμε διεξοδικό έλεγχο όλων των αιτούντων θεώρηση, συμπεριλαμβανομένης της επισκόπησης της διαδικτυακής τους παρουσίας για όλους τους φοιτητές και συμμετέχοντες σε προγράμματα ανταλλαγής (F, M και J κατηγορίες μη-μεταναστών)».

Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, στις 15 Σεπτεμβρίου, δήλωσε πως το Στέιτ Ντιπάρτμεντ θα αρχίσει να ανακαλεί θεωρήσεις σε αλλοδαπούς που φέρονται να πανηγύρισαν δημόσια για τη δολοφονία του συντηρητικού σχολιαστή Τσάρλι Κερκ.

Ο ίδιος έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: «Αν βρίσκεσαι εδώ με βίζα και πανηγυρίζεις δημόσια για τη δολοφονία ενός πολιτικού προσώπου, ετοιμάσου για απέλαση. Δεν είσαι ευπρόσδεκτος σε αυτή τη χώρα». Ένα μήνα αργότερα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιβεβαίωσε ότι ακύρωσε τις θεωρήσεις έξι αλλοδαπών που κατηγορούνταν ότι πανηγύρισαν δημόσια τη δολοφονία του Κερκ.

Σημαντική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου το 1945 (Bridges κατά Wixon) είχε διακηρύξει ότι και οι μόνιμοι κάτοικοι χωρίς αμερικανική υπηκοότητα προστατεύονται από την Πρώτη Τροπολογία, ακόμη και όταν απειλούνται με απέλαση από τις ομοσπονδιακές αρχές.

Πρόσφατα, ο Ρούμπιο ανακοίνωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα περιορίσουν την έκδοση θεωρήσεων σε Νιγηριανούς που κατηγορούνται για πράξεις βίας κατά των χριστιανών στη Νιγηρία και αλλού.

Για μαζικές απαγωγές παιδιών κατηγορείται η Ρωσία — Να χαρακτηριστεί «κράτος-τρομοκράτης» ζητούν Αμερικανοί νομοθέτες

Μια δικομματική προσπάθεια στο Κογκρέσο για να χαρακτηριστεί η Ρωσία «κράτος-χορηγός της τρομοκρατίας» έλαβε νέα ώθηση κατά τη διάρκεια ακρόασης στη Γερουσία, στις 3 Δεκεμβρίου, με αντικείμενο καταγγελίες ότι η Μόσχα απαγάγει και «υποβάλλει σε πλύση εγκεφάλου» δεκάδες χιλιάδες παιδιά στην Ουκρανία.

Οι γερουσιαστές Λίντσεϋ Γκράχαμ (R-S.C.) και Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ (D-Conn.) είχαν παρουσιάσει για πρώτη φορά νομοθετική πρόταση το 2022, με στόχο να χαρακτηριστεί η ρωσική κυβέρνηση «κράτος-χορηγός της τρομοκρατίας», λίγους μήνες μετά την εισβολή στην Ουκρανία, την ημέρα που ρωσικές δυνάμεις εκτόξευσαν πύραυλο προς τη δεξαμενή Καρατσουνίβσκε, με αποτέλεσμα να σπάσει και να προκληθεί πλημμύρα στο Κρίβι Ριχ, πατρίδα του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, .

Τον Ιούνιο του 2024, ο Γκράχαμ και ο Μπλούμενταλ επανέφεραν το νομοσχέδιο, κατηγορώντας τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν για «βαρβαρότητες στην Ουκρανία» και για «αποσταθεροποιητική συμπεριφορά σε ολόκληρη την Αφρική και τον κόσμο γενικότερα».

Με τις ΗΠΑ να βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις με τη Μόσχα και το Κίεβο, για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, η προσπάθεια να περάσει η σχετική νομοθεσία ενισχύθηκε κατά την ακρόαση στη Γερουσία, την Τετάρτη, όπου νομοθέτες και μάρτυρες υποστήριξαν ότι ο Πούτιν διέταξε την απαγωγή και την υποβολή σε «πλύση εγκεφάλου» δεκάδων χιλιάδων παιδιών στην Ουκρανία.

Ο Γκράχαμ ανέφερε ότι άνθρωποι στην Ουκρανία και οργανώσεις υποστηρίζουν πως η Ρωσία του Πούτιν έχει απομακρύνει περισσότερα από 19.000 ουκρανόπουλα από τις οικογένειές τους, με στόχο τον εκρωσισμό τους. Σημείωσε δε ότι δεν μπορεί να υπάρξει τερματισμός της σύγκρουσης αν δεν δοθεί λογαριασμός για κάθε παιδί που, κατά τις καταγγελίες, πήρε η Ρωσία από την Ουκρανία, κάτι που η ίδια αρνείται.

Ο Γκράχαμ είπε ότι είχε προσκαλέσει τον Ρώσο πρεσβευτή στην ακρόαση της Τετάρτης «ώστε να καταγραφεί επίσημα αν ο ισχυρισμός αυτός είναι ή δεν είναι βάσιμος», αλλά εκείνος δεν εμφανίστηκε.

Ο Μπλούμενταλ είπε πως εξέτασε μία έκθεση, στην οποία αναφέρονται περιστατικά απαγωγής παιδιών από Ρώσους στρατιώτες, οι οποίοι τα μετέφεραν σε ορφανοτροφεία ή νοσοκομεία. Ο Ναθάνιελ Ρέιμοντ (Nathaniel Raymond), ερευνητής εγκλημάτων πολέμου και εκτελεστικός διευθυντής του Humanitarian Research Lab στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Γέιλ, δήλωσε ότι η έρευνά του, διάρκειας τρεισήμισι ετών, σε συνεργασία με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο «πραγματικός αριθμός» των ουκρανόπουλων που φέρονται να απήχθησαν από τη Ρωσία είναι «πιο κοντά στις 35.000».

Ο Ρέιμοντ ανέφερε ότι η έρευνα του εργαστηρίου ολοκληρώθηκε, αφού το Στέιτ Ντιπάρτμεντ «τερμάτισε επίσημα» τη σχετική χρηματοδότηση τον Ιούνιο.

Ο Ναθάνιελ Ρέιμοντ, εκτελεστικός διευθυντής του Humanitarian Research Lab στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Γέιλ, καταθέτει κατά τη διάρκεια ακρόασης στο Καπιτώλιο. Ουάσιγκτον, 3 Δεκεμβρίου 2025. (Madalina Kilroy/The Epoch Times)

 

Ο Γκράχαμ, κορυφαίο στέλεχος των Ρεπουμπλικανών στη Γερουσία, είπε ότι το Κογκρέσο θα πρέπει να εξετάσει τους όρους οποιασδήποτε συμφωνίας διαπραγματεύεται η κυβέρνηση Τραμπ με τη Μόσχα, ώστε η νομοθετική εξουσία να έχει λόγο για το αν η συμφωνία είναι καλή ή κακή και αν προσφέρει εγγυήσεις ασφαλείας στην Ουκρανία, «οι οποίες πρέπει να υπάρχουν».

Συνέχισε λέγοντας ότι οι γερουσιαστές θα εξετάσουν αυτές τις εγγυήσεις και θα δουν αν μπορούν να βρουν δικομματική στήριξη ώστε να διατηρηθούν και μετά την κυβέρνηση Τραμπ. Παράλληλα, σημείωσε ότι το νομοσχέδιο που συνυπέγραψε με τον Μπλούμενταλ χαρακτηρίζει τη Ρωσία ως «τρομοκρατικό κράτος», επειδή, κατά τον ίδιο, «ενεργεί σαν τρομοκράτης», επικαλούμενος τις καταγγελίες για απαγωγές παιδιών και άλλες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η επιστροφή των παιδιών είναι «κόκκινη γραμμή» για την Ουκρανία

Η Όλγα Στεφανίσινα, πρέσβης της Ουκρανίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, δήλωσε ότι για την ουκρανική κυβέρνηση είναι αδιαπραγμάτευτος όρος να υπάρξει άνευ όρων επιστροφή όλων των παιδιών που έχουν απαχθεί· διαφορετικά, το Κίεβο δεν θα προχωρήσει σε συμφωνία με τη Μόσχα.

Η Όλγα Στεφανίσινα, πρέσβης της Ουκρανίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, καταθέτει κατά τη διάρκεια ακρόασης στο Καπιτώλιο. Ουάσιγκτον, 3 Δεκεμβρίου 2025. (Madalina Kilroy/The Epoch Times)

 

Τον περασμένο μήνα, η κυβέρνηση Τραμπ κατήρτισε ένα σχέδιο για τον τερματισμό του πολέμου, η οποία περιελαμβάνει συμφωνία μη επίθεσης, βάσει της οποίας η Ρωσία θα πρέπει να σταματήσει να εισβάλλει σε γειτονικές χώρες, τον τερματισμό της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ και την παραχώρηση της Κριμαίας, του Λουχάνσκ και του Ντονέτσκ στη Ρωσία. Επιπλέον, η Χερσώνα και η Ζαπορίζια θα «πάγωναν» κατά μήκος της γραμμής επαφής, οδηγώντας σε de facto αναγνώριση.

Το αρχικό σχέδιο, ιδίως τα τμήματα που καλούν την Ουκρανία να παραχωρήσει εδάφη, έχει επικριθεί από ορισμένους Αμερικανούς νομοθέτες αλλά και παγκόσμιους ηγέτες ότι εξυπηρετεί μάλλον τα συμφέροντα της Μόσχας παρά του Κιέβου. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει ότι το σχέδιο παραμένει υπό διαπραγμάτευση.

Ο ειδικός απεσταλμένος Στηβ Γουίτκοφ συναντήθηκε με τον Πούτιν στη Μόσχα στις 2 Δεκεμβρίου, για συνομιλίες, με εποικοδομητικά αποτελέσματα, σύμφωνα με τον Γιούρι Ουσακόφ, κορυφαίο σύμβουλο του Πούτιν σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Το Κρεμλίνο ανέφερε ότι ο Πούτιν αποδέχθηκε ορισμένες από τις προτάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών για τον τερματισμό του πολέμου, αλλά ότι άλλες «κρίθηκαν απαράδεκτες».

Ευρωπαίοι ηγέτες εξέφρασαν τη στήριξή τους προς τον Ζελένσκι τη Δευτέρα, εν όψει της συνάντησης του Γουίτκοφ με τον Πούτιν, με τον Γάλλο πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν να παραχωρεί συνέντευξη Τύπου με τον Ουκρανό πρόεδρο στο Παρίσι, όπου οι δύο συμμετείχαν σε τηλεδιάσκεψη με περίπου δώδεκα ακόμη Ευρωπαίους ηγέτες.

Ο Μακρόν είπε στους δημοσιογράφους ότι μόνο η Ουκρανία μπορεί να αποφασίσει για τα εδάφη της και για τις ειρηνευτικές συμφωνίες με τη Ρωσία.

Με τη συμβολή του Guy Birchall

Στους 94 οι νεκροί από τη μεγάλη πυρκαγιά στο Χονγκ Κονγκ – Η αστυνομία συλλαμβάνει τρεις υπόπτους

Ενενήντα τέσσερις άνθρωποι επιβεβαιώθηκαν ως νεκροί μέχρι τις 6 π.μ. (τοπική ώρα) της Παρασκευής 28 Νοεμβρίου, στο πιο θανατηφόρο περιστατικό πυρκαγιάς στο Χονγκ Κονγκ εδώ και δεκαετίες, ενώ οι πυροσβέστες συνεχίζουν τις έρευνες για τον εντοπισμό των αγνοουμένων, όπως ανέφερε η πυροσβεστική υπηρεσία της πόλης σε νεότερη ενημέρωση.

Η πυρκαγιά, η οποία ξεκίνησε στις 26 Νοεμβρίου σε συγκρότημα κατοικιών στην περιοχή Τάι Πο, τύλιξε στις φλόγες τα επτά από τα οκτώ κτίρια του συγκροτήματος Γουάνγκ Φουκ Κωρτ. Στις πρώτες ώρες της 28ης Νοεμβρίου, η φωτιά είχε σε μεγάλο βαθμό τεθεί υπό έλεγχο. Ο αναπληρωτής διευθυντής Επιχειρήσεων Πυροσβεστικών Υπηρεσιών, Ντέρρεκ Άρμστρονγκ Τσαν, ανέφερε ότι οι πυροσβέστες είχαν σχεδόν ολοκληρώσει την επιχείρησή τους.

Εχθές, 27 Νοεμβρίου, οι αρχές ανακοίνωσαν ότι 51 άνθρωποι είχαν εντοπιστεί νεκροί, ενώ τουλάχιστον 70 είχαν τραυματιστεί, με κακώσεις που κυμαίνονται από εγκαύματα έως αναπνευστικά προβλήματα. Σύμφωνα με τις αρχές, ένας πυροσβέστης σκοτώθηκε και άλλοι 11 τραυματίστηκαν.

Ο επικεφαλής της διοίκησης του Χονγκ Κονγκ, Τζον Λι, ανέφερε ότι συνολικά 279 άνθρωποι θεωρούνταν αγνοούμενοι την Πέμπτη, χωρίς να είναι σαφές πόσοι από αυτούς παραμένουν αγνοούμενοι.

Οι αρμόδιοι δήλωσαν ότι οι πυροσβέστες εξακολουθούσαν να επιχειρούν σε ορισμένα διαμερίσματα, προσπαθώντας φτάσουν σε όλες τις κατοικίες και των επτά κτιρίων, ώστε να επιβεβαιωθεί ότι δεν υπάρχουν άλλα θύματα.

Συλλήψεις και πιθανή αμέλεια

Την Πέμπτη 27 Νοεμβρίου, οι αρχές συνέλαβαν τρεις άνδρες με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας. Οι άνδρες, ηλικίας από 52 έως 68 ετών, είναι οι διευθυντές και ο μηχανικός σύμβουλος της εταιρείας κατασκευών που ήταν υπεύθυνη για τα κτίρια.

Η Εϊλίν Τσανγκ, ανώτερη αξιωματικός της αστυνομίας, ανέφερε ότι η αστυνομία είχε λόγους να πιστεύει πως όσοι ήταν υπεύθυνοι για την κατασκευαστική εταιρεία είχαν επιδείξει σοβαρή αμέλεια. Οι αρχές υποψιάζονται ότι ορισμένα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στους εξωτερικούς τοίχους των πολυώροφων κτιρίων πιθανότατα δεν πληρούσαν τα πρότυπα πυραντοχής, καθώς η φωτιά εξαπλώθηκε ταχύτερα από το συνηθισμένο. Ιδιαίτερα εύφλεκτα υλικά τύπου φελιζόλ, τα οποία πιστεύεται ότι είχαν τοποθετηθεί από τους κατασκευαστές, εντοπίστηκαν από την αστυνομία έξω από τα παράθυρα σε κάθε όροφο, κοντά στο φουαγιέ των ανελκυστήρων του μοναδικού κτιρίου που δεν είχε τυλιχθεί στις φλόγες.

Η φωτιά ξεκίνησε από τις εξωτερικές σκαλωσιές ενός από τα κτίρια των 32 ορόφων και τελικά εξαπλώθηκε στο εσωτερικό του, προτού μεταδοθεί στα παρακείμενα κτήρια. Η διάδοσή της φαίνεται να ενισχύθηκε από τους ισχυρούς ανέμους.

Ο Λι δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα επικεντρωθεί στη διαχείριση της καταστροφής και θα αναστείλει προσωρινά τις προετοιμασίες για τις εκλογές του Νομοθετικού Συμβουλίου της 7ης Δεκεμβρίου. Αν και ο Λι δεν διευκρίνισε αν οι εκλογές θα αναβληθούν, τόνισε ότι οι σχετικές αποφάσεις θα ληφθούν «λίγες ημέρες αργότερα».

Το συγκρότημα των πολυώροφων κατοικιών, το οποίο είχε ανεγερθεί τη δεκαετία του 1980 και είχε πρόσφατα υποστεί σημαντική ανακαίνιση, αποτελείται από οκτώ κτίρια με σχεδόν 2.000 διαμερίσματα και περί τους 4.800 κατοίκους. Πολλοί από τους ενοίκους είναι ηλικιωμένοι.

Με πληροφορίες από το Associated Press

Διόρθωση: Η Epoch Times ζητά συγγνώμη από τους αναγνώστες της για τη λανθασμένη αναφορά του συνολικού αριθμού των κατοίκων του συγκροτήματος στο παρόν άρθρο. Το λάθος έχει διορθωθεί.

Ο Τραμπ προχωρά στον χαρακτηρισμό της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ως τρομοκρατικής οργάνωσης

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είπε στις 23 Νοεμβρίου ότι σχεδιάζει να ορίσει τη Μουσουλμανική Αδελφότητα ως ξένη τρομοκρατική οργάνωση, μια κίνηση την οποία εξετάζει από την πρώτη του θητεία. Σε πρωινή συνέντευξή του στο Just the News ανέφερε ότι η διαδικασία «θα γίνει με τους πιο ισχυρούς και κατηγορηματικούς όρους», προσθέτοντας πως «τα τελικά έγγραφα βρίσκονται υπό εκπόνηση».

Η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ είχε ξεκινήσει τη διαδικασία χαρακτηρισμού της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ως ξένης τρομοκρατικής οργάνωσης, χωρίς όμως να ενταχθεί μαζί με άλλα κράτη που έχουν ήδη αποδώσει αυτόν τον χαρακτηρισμό στη συγκεκριμένη ισλαμική ομάδα. Στις 12 Αυγούστου, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε ότι η τωρινή κυβέρνηση Τραμπ επανέλαβε τη διαδικασία.

Ο Ρούμπιο είχε ερωτηθεί τότε γιατί η κυβέρνηση Τραμπ δεν προχωρούσε στον χαρακτηρισμό τόσο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας όσο και του Συμβουλίου Αμερικανικών-Ισλαμικών Σχέσεων (Council on American-Islamic Relations – CAIR) ως ξένων τρομοκρατικών οργανώσεων. Είχε απαντήσει ότι όλα αυτά βρίσκονται «σε εξέλιξη», σημειώνοντας πως υπάρχουν διαφορετικοί κλάδοι της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και ότι θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ο καθένας ξεχωριστά. Προσέθεσε επίσης ότι η διαδικασία αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε νομικές προκλήσεις.

Είχε επισημάνει ότι τέτοιες αποφάσεις «πρόκειται να αμφισβητηθούν στα δικαστήρια», και υπενθύμισε πως «οποιαδήποτε ομάδα μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν είναι πραγματικά τρομοκρατική».

Η Μουσουλμανική Αδελφότητα ιδρύθηκε στην Αίγυπτο το 1928 από τον Χασάν αλ Μπάννα. Πρόκειται για το παλαιότερο και ένα από τα πιο επιδραστικά σύγχρονα ισλαμιστικά κινήματα παγκοσμίως, το οποίο αντιλαμβάνεται το Ισλάμ ως ένα πλήρες και περιεκτικό σύστημα που υπερέχει και εποπτεύει κάθε πτυχή της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής.

Σύμφωνα με το Πρόγραμμα για τον Εξτρεμισμό του George Washington University, η οργάνωση «υποστηρίζει έναν σταδιακό εξισλαμισμό της κοινωνίας, ο οποίος, ξεκινώντας από τη βάση, θα οδηγήσει τελικά στη δημιουργία μιας καθαρά ισλαμικής κοινωνίας και πολιτικής οντότητας».

Η Μουσουλμανική Αδελφότητα έχει απαγορευτεί ή χαρακτηριστεί ως ξένη τρομοκρατική οργάνωση σε πολλές χώρες, όπως η Αυστρία, το Μπαχρέιν, η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Ιορδανία.

Η Ιορδανία αποφάσισε να απαγορεύσει την οργάνωση φέτος, με το υπουργείο Εσωτερικών να αναφέρει ότι «έχει αποδειχθεί πως μέλη της ομάδας δραστηριοποιούνται στο σκοτάδι και εμπλέκονται σε ενέργειες που θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν τη χώρα». Το ίδιο υπουργείο συμπλήρωσε ότι «μέλη της διαλυθείσας Μουσουλμανικής Αδελφότητας έχουν υπονομεύσει την ασφάλεια και την εθνική ενότητα και έχουν διαταράξει την ασφάλεια και τη δημόσια τάξη».

Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει διακομματικές προσπάθειες στις Ηνωμένες Πολιτείες για τον χαρακτηρισμό της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ως ξένης τρομοκρατικής οργάνωσης.

Τον Ιούλιο, οι βουλευτές Μάριο Ντίαζ-Μπαλάρτ (R-Fl.) και Τζάρεντ Μόσκοβιτς (D-Fl.), πρόεδροι της Ομάδας Φίλων της Αιγύπτου, κατέθεσαν το «Νομοσχέδιο για τον Χαρακτηρισμό της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ως Τρομοκρατικής Οργάνωσης του 2025». Το νομοσχέδιο θα δίνει εντολή στον πρόεδρο και στον Ρούμπιο να «χρησιμοποιήσουν τη θεσμοθετημένη εξουσία τους για να επιβάλουν κυρώσεις στη Μουσουλμανική Αδελφότητα ως τρομοκρατική οργάνωση».

Της ανακοίνωσης του Τραμπ στις 23 Νοεμβρίου είχε προηγηθεί η απόφαση του κυβερνήτη του Τέξας, Γκρεγκ Άμποτ, να χαρακτηρίσει τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και το CAIR ως «ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις και διεθνείς εγκληματικές οργανώσεις». Ο Άμποτ έγραψε στην πλατφόρμα X ότι η απόφαση αυτή «απαγορεύει στα συγκεκριμένα σχήματα να αγοράζουν ή να αποκτούν γη στο Τέξας και εξουσιοδοτεί τον γενικό εισαγγελέα να κινηθεί νομικά για το κλείσιμό τους». Το διάταγμα του κυβερνήτη περιέγραψε το CAIR ως «οργάνωση-διάδοχο» της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.

Το CAIR αρνήθηκε ότι ο χαρακτηρισμός αυτός ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και απάντησε καταθέτοντας μήνυση κατά του Άμποτ και του γενικού εισαγγελέα του Τέξας, Κεν Πάξτον. Πριν από την ανακοίνωση της μήνυσης, ο οργανισμός είχε δηλώσει ότι δεν αποθαρρύνεται από τις ενέργειες του κυβερνήτη και ότι «θα συνεχίσει το έργο του για τα πολιτικά δικαιώματα στο Τέξας, υπερασπιζόμενο σθεναρά το δικαίωμά του να το πράττει». Κατηγόρησε δε τον κυβερνήτη ότι «σπιλώνει τον οργανισμό».

Σε δήλωσή του, το παράρτημα CAIR–Texas σημείωσε ότι «ο κος Άμποτ μάς συκοφαντεί και μαζί με εμάς άλλους Αμερικανούς μουσουλμάνους, επειδή είμαστε αποτελεσματικοί υπερασπιστές της δικαιοσύνης τόσο εδώ όσο και στο εξωτερικό». Προσέθεσε ότι σκοπεύει «να συνεχίσει να ασκεί τα συνταγματικά του δικαιώματα, να υπερασπίζεται τα πολιτικά δικαιώματα και να λέει την αλήθεια στην εξουσία», είτε πρόκειται για την υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου, της θρησκευτικής ελευθερίας και της φυλετικής ισότητας στο Τέξας είτε για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εξωτερικό.

Το CAIR περιγράφει τον εαυτό του ως οργανισμό υπεράσπισης των πολιτικών δικαιωμάτων των μουσουλμάνων και δηλώνει ότι στόχος του είναι «η ενίσχυση της κατανόησης του Ισλάμ, η προστασία των πολιτικών δικαιωμάτων, η προώθηση της δικαιοσύνης και η ενδυνάμωση των Αμερικανών μουσουλμάνων», σύμφωνα με τον ιστότοπό του.

Με τη συμβολή των Aldgra Fredly, Jackson Richman και Adam Morrow

Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί ηγέτες σκληραίνουν τη στάση τους εν όψει συνάντησης με τον Τραμπ

Οι ηγέτες των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικανών στο Κογκρέσο επιμένουν στη θέση τους εν όψει κρίσιμης συνάντησης με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, με σκοπό να αποφευχθεί η πιθανότητα προσωρινού κλεισίματος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης αυτήν την εβδομάδα, ενώ κατηγορούν ο ένας τον άλλον για τυχόν αποτυχία στις διαπραγματεύσεις της 29ης Σεπτεμβρίου.

Ο Τραμπ συμφώνησε να συναντηθεί σήμερα με τους ηγέτες της Γερουσίας και της Βουλής και από τα δύο κόμματα, με την ελπίδα να επιτευχθεί συμφωνία για την ψήφιση προσωρινού νομοσχεδίου χρηματοδότησης, ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί η κυβέρνηση μέχρι να εγκριθεί ένας μακροπρόθεσμος προϋπολογισμός.

Οι Δημοκρατικοί δηλώνουν ότι οι Ρεπουμπλικανοί πρέπει να συμφωνήσουν στην παράταση συγκεκριμένων φορολογικών επιδοτήσεων για την αγορά ασφάλισης μέσω του Νόμου για Προσιτή Περίθαλψη (γνωστού και ως Obamacare), οι οποίες θεσπίστηκαν το 2021 στο πλαίσιο του Αμερικανικού Σχεδίου Διάσωσης και λήγουν στο τέλος του έτους.

Οι Ρεπουμπλικανοί απαντούν ότι η συζήτηση για τις φορολογικές επιδοτήσεις μπορεί να γίνει μετά την ψήφιση του προσωρινού νομοσχεδίου που θα κρατήσει βραχυπρόθεσμα «ζωντανή» τη λειτουργία της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι ο Νόμος για Προσιτή Περίθαλψη βρίθει από «σπατάλες, απάτες και καταχρήσεις».

Ο ηγέτης της πλειοψηφίας στη Γερουσία Τζον Θιουν (R-S.D.) δήλωσε, στις 27 Σεπτεμβρίου, ότι το προσωρινό κλείσιμο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης είναι «αποκλειστικά θέμα των Δημοκρατικών».

«Η απόφαση είναι δική τους», είπε. «Κατά την κρίση μου, αυτήν τη στιγμή η απόφαση ανήκει σε μερικούς Δημοκρατικούς. Χρειαζόμαστε οκτώ Δημοκρατικούς για να το περάσουμε από τη Γερουσία, κάτι που δεκατρείς φορές τα τελευταία τέσσερα χρόνια, όταν οι Δημοκρατικοί είχαν την πλειοψηφία και ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν βρισκόταν στον Λευκό Οίκο, οι Ρεπουμπλικανοί βοήθησαν τους Δημοκρατικούς να το κάνουν».

Πρόσθεσε ότι οι φορολογικές πιστώσεις δεν λήγουν πριν το τέλος του έτους και ότι οι Δημοκρατικοί πρέπει να «απελευθερώσουν τον όμηρο», δηλαδή να σταματήσουν να μπλοκάρουν το προσωρινό νομοσχέδιο προτού συζητήσουν για την υγειονομική περίθαλψη.

«Αυτό το συγκεκριμένο πρόγραμμα χρειάζεται απεγνωσμένα μεταρρύθμιση. Είναι γεμάτο με σπατάλες, απάτες και καταχρήσεις, επομένως θα πρέπει να γίνουν μεταρρυθμίσεις αν αναλάβουμε δράση εκεί», δηλώσε ο Θιουν. «Αλλά πιστεύω ότι υπάρχει πιθανότητα λύσης».

Ο ηγέτης της μειοψηφίας στη Γερουσία Τσακ Σούμερ (D-N.Y.) είπε ότι η παράταξή του πιέζει για συνάντηση και «πραγματική διαπραγμάτευση» με τον Τραμπ παρόντα, σημειώνοντας: «Χρειαζόμαστε τον πρόεδρο ως μέρος της διαδικασίας».

«Χρειαζόμαστε τον πρόεδρο της Βουλής Τζόνσον· να καθίσουμε οι τέσσερις ηγέτες και ο πρόεδρος», είπε στις 28 Σεπτεμβρίου, αναφερόμενος στον πρόεδρο της Βουλής Μάικ Τζόνσον (R-La.) και στη συνάντηση με τον Τραμπ που έχει οριστεί για τις 29 Σεπτεμβρίου στις 14:00 (τοπική ώρα).

Ο Σούμερ τόνισε ότι οι Δημοκρατικοί εστιάζουν στην υγειονομική περίθαλψη.

«Τα αγροτικά νοσοκομεία κλείνουν. Οι άνθρωποι θα λάβουν ειδοποιήσεις για αυξήσεις 4.000 δολαρίων τον χρόνο στα ασφάλιστρά τους. Η δουλειά μας είναι να εκπροσωπούμε τον αμερικανικό λαό», είπε. «Μέχρι στιγμής έχουν μπλοκάρει και έχουν πει ότι δεν θα συζητήσουν τίποτα από αυτά· θα δούμε αν αυτό αλλάξει».

Ο Τζόνσον είπε ότι ο Τραμπ είναι πάντα ανοιχτός σε συνομιλίες αλλά θέλει να «λειτουργεί καλή τη πίστει, γι’ αυτό αποφάσισε να μας φέρει όλους μαζί».

«Θέλει να μιλήσει με τον Τσακ Σούμερ και τον Χακίμ Τζέφρις και να προσπαθήσει να τους πείσει να ακολουθήσουν την κοινή λογική και να κάνουν το σωστό για τον αμερικανικό λαό», δήλωσε ο Τζόνσον στις 28 Σεπτεμβρίου. «Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι το μόνο που προσπαθούμε να κάνουμε είναι να κερδίσουμε λίγο χρόνο».

Ο ηγέτης της μειοψηφίας στη Βουλή Χακίμ Τζέφρις (D-N.Y.) είπε σε δήλωσή του ότι οι διαπραγματεύσεις θα εξαρτηθούν από το αν θα «βρεθεί μια λύση για να διορθωθεί πραγματικά το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης που οι Ρεπουμπλικανοί έχουν καταστρέψει, προς όφελος όλων», αναφερόμενος στις φορολογικές πιστώσεις που λήγουν και στις περικοπές στο Medicaid που περιλαμβάνονταν στο «Ένα Μεγάλο Όμορφο Νομοσχέδιο» του Τραμπ.

Ο Τζόνσον χαρακτήρισε τη δήλωση «εντελώς παράλογη».

«Οι επιδοτήσεις του Νόμου για Προσιτή Περίθαλψη είναι ένα πολιτικό ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί έως το τέλος του έτους, στις 31 Δεκεμβρίου», είπε ο Τζόνσον. «Όχι τώρα, την ώρα που προσπαθούμε απλώς να κρατήσουμε ανοιχτή την κυβέρνηση ώστε να έχουμε όλες αυτές τις συζητήσεις».

Ο δημοσιογράφος του CNN Τζέηκ Τάπερ ρώτησε τον Τζόνσον σχετικά με ειδικούς υγείας που υποστηρίζουν ότι τα ασφάλιστρα των Αμερικανών θα μπορούσαν να αυξηθούν έως και 75% – από τον Οκτώβριο κιόλας – αν δεν παραταθούν οι επιδοτήσεις του Νόμου για Προσιτή Περίθαλψη, και τον πίεσε να απαντήσει αν «ανησυχεί μήπως οι πολίτες κατηγορήσουν τους Ρεπουμπλικανούς για το αυξημένο κόστος της ασφάλισης».

«Όχι, δεν είναι ειλικρινείς σε αυτό», απάντησε ο Τζόνσον. «Το πρόγραμμα δεν λήγει πριν το τέλος Δεκεμβρίου, επομένως έχουμε χρόνο να κάνουμε όλες αυτές τις συζητήσεις και διαπραγματεύσεις».

Με τη συμβολή του Lawrence Wilson

Τραμπ υπέγραψε διάταγμα για τον τερματισμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε ορισμένες ομοσπονδιακές υπηρεσίες

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε στις 28 Αυγούστου εκτελεστικό διάταγμα με στόχο τον τερματισμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων με ομοσπονδιακά συνδικάτα σε ορισμένα τμήματα.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του Λευκού Οίκου, το διάταγμα αφορά συνδικάτα σε συγκεκριμένες ομοσπονδιακές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων η NASA, το Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας και Σημάτων, καθώς και το Εθνικό Μετεωρολογικό Κέντρο. Η κυβέρνηση διευκρίνισε ότι οι ρυθμίσεις θα ισχύσουν σε υπηρεσίες που επιτελούν «αποστολές εθνικής ασφάλειας».

Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις αποτελούν τη διαδικασία μέσω της οποίας τα εργατικά συνδικάτα διαπραγματεύονται με τον εργοδότη εκ μέρους των εργαζομένων για θέματα όπως οι όροι απασχόλησης, οι μισθοί και τα επιδόματα.

Το διάταγμα με τίτλο «Further Exclusions from the Federal Labor-Management Relations Program»

(«Περαιτέρω εξαιρέσεις από το Ομοσπονδιακό Πρόγραμμα Σχέσεων Εργασίας–Διοίκησης») ορίζει ότι οι υπηρεσίες ή τα τμήματα υπηρεσιών των οποίων η κύρια αποστολή αφορά «πληροφορίες, αντικατασκοπεία, έρευνα ή έργο εθνικής ασφάλειας» θα εξαιρούνται από τον «Federal Service Labor-Management Relations Statute» («Ομοσπονδιακό Νόμο για τις Σχέσεις Εργασίας–Διοίκησης»). Ο νόμος αυτός καθιέρωσε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εργαζομένων και συνδικάτων στο ομοσπονδιακό δημόσιο, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος οργάνωσης και της υποχρέωσης διαπραγμάτευσης καλόπιστα.

Σε ενημερωτικό σημείωμα για το διάταγμα αναφέρεται ότι επηρεάζονται φορείς ή τμήματα φορέων όπως η NASA, οι υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις του Γραφείου Αναδασώσεων, η Υπηρεσία Εθνικών Περιβαλλοντικών Δορυφόρων, Δεδομένων και Πληροφοριών (National Environmental Satellite, Data, and Information Service – NESDIS), το Εθνικό Μετεωρολογικό Κέντρο (National Weather Service – NWS), η Εθνική Υπηρεσία Ωκεανών και Ατμόσφαιρας (National Oceanic and Atmospheric Administration – NOAA), η Υπηρεσία Παγκόσμιων Μέσων Ενημέρωσης των ΗΠΑ (U.S. Agency for Global Media – USAGM) και το Γραφείο Επιτρόπου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας, Διπλωμάτων και Σημάτων (Patent and Trademark Office – PTO).

Όπως σημειώνεται, η NASA «αναπτύσσει και λειτουργεί προηγμένες αεροδιαστημικές τεχνολογίες, όπως δορυφορικά, συστήματα επικοινωνίας και προώθησης, που είναι κρίσιμα για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ».

Για το Εθνικό Μετεωρολογικό Κέντρο αναφέρεται ότι «ιδρύθηκε αρχικά ως υποδιαίρεση του Σώματος Σημάτων του Στρατού των ΗΠΑ». Σήμερα, τόσο το NWS όσο και το NESDIS «παρέχουν μετεωρολογικά και κλιματικά δεδομένα που αξιοποιούνται για προβλέψεις και τον σχεδιασμό στρατιωτικών επιχειρήσεων, με την πρόγνωση καιρού να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την επιτυχία ή αποτυχία στρατιωτικών αποστολών».

Το σημείωμα επισημαίνει επίσης ότι «ορισμένες διαδικαστικές απαιτήσεις στις σχέσεις εργασίας–διοίκησης του ομοσπονδιακού δημοσίου μπορεί να προκαλέσουν καθυστερήσεις στη λειτουργία των υπηρεσιών». Σύμφωνα με την κυβέρνηση, τέτοιες καθυστερήσεις «μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα των υπηρεσιών με ευθύνες εθνικής ασφάλειας να εφαρμόσουν πολιτικές γρήγορα και να επιτελέσουν τις κρίσιμες αποστολές τους».

Με πληροφορίες από το Reuters