Παρασκευή, 24 Απρ, 2026

Κυρ. Μητσοτάκης: Αποπληρωμή των αγροτών και ΟΠΕΚΕΠΕ

Οι μεταρρυθμίσεις στον ΟΠΕΚΕΠΕ και συνολικά στον πρωτογενή τομέα παρουσιάστηκαν ως ένα από τα κρισιμότερα μέτωπα που ανοίγει η κυβέρνηση, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να αναγνωρίζει ότι στον οργανισμό πληρωμών ήρθαν στην επιφάνεια «παθογένειες δεκαετιών» που δοκίμασαν ευθέως την εμπιστοσύνη πολιτών και αγροτών. Χαρακτήρισε όσα αποκαλύπτονται ως «μία από τις τελευταίες μάχες με την παλιά Ελλάδα», την Ελλάδα που — όπως είπε — «μας πλήγωσε» και «μας χρεοκόπησε», ενώ ανέλαβε ρητά πολιτική ευθύνη για την καθυστέρηση: παραδέχτηκε ότι, παρότι υπήρχε πρόθεση, η μεταρρύθμιση δεν προχώρησε νωρίτερα επειδή κάθε απόπειρα αλλαγής συνοδευόταν από τον κίνδυνο να μπλοκάρουν οι πληρωμές προς τους αγρότες. Αυτός ο φόβος, εξήγησε, οδηγούσε σε δισταγμό και σε προσωρινές υποχωρήσεις, κάτι που ο ίδιος χαρακτήρισε «δικαιολογημένη κριτική», ομολογώντας πως έπρεπε να είχαν κινηθεί «πολύ πιο τολμηρά» και πιο έγκαιρα.

Σήμερα, το εγχείρημα — όπως το περιέγραψε — τρέχει «εν κινήσει», ακόμη κι αν δημιουργεί πρόσκαιρες δυσκολίες. Αναφέρθηκε στις πρόσφατες καθυστερήσεις ως αποτέλεσμα της μετάβασης σε νέο σύστημα, διαβεβαιώνοντας όμως ότι οι πληρωμές συνεχίζονται και ότι πλέον γίνονται «με πολύ μεγαλύτερη διαφάνεια». Το κεντρικό μήνυμα της αλλαγής είναι ότι από το νέο έτος οι επιδοτήσεις θα συνδέονται με την πραγματικότητα: με «τα πραγματικά στρέμματα» και όχι με εικονικές δηλώσεις ή συμβόλαια, και με «τα ζώα που πραγματικά έχεις» και όχι με ζώα που εμφανίζονται να βόσκουν «αλλού». Με αυτόν τον τρόπο, επιχειρείται να κλείσει οριστικά ένα παράθυρο στρεβλώσεων που, όπως υπονόησε, επέτρεπε επί χρόνια να δηλώνονται εκτάσεις που δεν αντιστοιχούσαν σε πραγματική κατοχή ή χρήση και να «φουσκώνουν» τα δικαιώματα ενίσχυσης. Προειδοποίησε, επίσης, ότι «κάποιοι θα ξεβολευτούν», συνδέοντας το με ένα βαθύτερο πρόβλημα: ότι για δεκαετίες το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης λειτούργησε κυρίως ως «υπουργείο επιδοτήσεων και αποζημιώσεων», κάτι που — κατά την κυβερνητική αφήγηση — πρέπει να αλλάξει ριζικά.

Ο πρωθυπουργός τοποθέτησε χρονικά την ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης στους επόμενους μήνες, με στόχο οι πληρωμές του 2026 να γίνουν μέσω ενός «απολύτως διαφανούς και αντικειμενικού» μηχανισμού, με «σφραγίδα ποιότητας» από την Ευρωπαϊκή Ένωση και χωρίς περιθώριο τεχνητής παρέμβασης. Στο ίδιο πλαίσιο, περιέγραψε τη στροφή στη χρήση τεχνολογίας ως εγγύηση διαφάνειας: δορυφορικές εικόνες υψηλής ακρίβειας για το τι καλλιεργείται και πού, ηλεκτρονικές διασταυρώσεις για τον πραγματικό αριθμό ζώων και ιδιοκτησιών, και αξιοποίηση της εμπειρίας της ΑΑΔΕ στη διαχείριση και τον έλεγχο δεδομένων. Η θέση του ήταν ότι αυτά δεν μπορούν πλέον να αποτελούν αντικείμενο «διαπραγμάτευσης» ή «ελληνικής ιδιαιτερότητας», αφού τεχνικά το πρόβλημα έχει λυθεί και μένει η πολιτική βούληση να εφαρμοστεί.

Παράλληλα, προσπάθησε να δώσει το ευρύτερο αφήγημα για τον αγροτικό χώρο: υποστήριξε ότι η Ελλάδα εξάγει σήμερα αγροτικά προϊόντα αξίας 8 δισ. ευρώ, αλλά θα μπορούσε να εξάγει τα διπλάσια, και προανήγγειλε πρωτοβουλία για ένα εθνικό σχέδιο αναδιάρθρωσης του πρωτογενούς τομέα. Μίλησε για σύσταση ειδικής επιτροπής στη Βουλή, με διακομματική συμμετοχή και τη συνδρομή ειδικών, ώστε μέσα σε λίγους μήνες να προκύψει ένα σχέδιο με «ευρύτερη συναίνεση» για την αναδιάρθρωση. Το νέο μοντέλο, όπως το περιέγραψε, στηρίζεται σε συνεργατικά σχήματα, οργανώσεις παραγωγών και δημιουργία «κρίσιμης μάζας» που θα επιτρέπει οικονομίες κλίμακας και πραγματική ανταγωνιστικότητα. Εδώ αναγνώρισε και το βαρίδι του παρελθόντος: τη «ρετσινιά» των παλιών συνεταιρισμών που — όπως είπε — λειτούργησαν πολλές φορές ως «μηχανές δανεικών και αγύριστων», υποστηρίζοντας ότι τώρα επιδιώκεται ένα πιο υγιές και εξωστρεφές μοντέλο, το οποίο ενισχύεται και με φορολογικά κίνητρα (όπως μειωμένη φορολόγηση για συνεταιρισμούς).

Στην ίδια γραμμή, έδωσε έμφαση σε τεχνολογικές επενδύσεις και εκσυγχρονισμό, φέρνοντας ως παράδειγμα το πρόγραμμα επιδότησης για νέα θερμοκήπια, που — όπως σημείωσε — είχε «καλή ανταπόκριση» και μπορεί να ανεβάσει θεαματικά την απόδοση σε σχέση με τη συμβατική καλλιέργεια. Με τη χρήση πόρων από ευρωπαϊκά εργαλεία χρηματοδότησης, ο στόχος είναι να αυξηθούν παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα σε γεωργία και κτηνοτροφία, με ιδιαίτερη μέριμνα για νέους αγρότες, είπε.

Τέλος, συνέδεσε τη μεταρρύθμιση του ΟΠΕΚΕΠΕ και με τη διαχείριση κρίσεων, αναφερόμενος στην πίεση που δέχεται η κτηνοτροφία λόγω επιδημίας ευλογιάς. Ανέφερε ότι δόθηκαν σημαντικά κονδύλια για αντικατάσταση ζωικού κεφαλαίου και για στήριξη εισοδήματος, αλλά έθεσε το ερώτημα της «επόμενης μέρας»: πώς ξαναχτίζεται ένας βιώσιμος κλάδος που να στηρίζει εμβληματικά προϊόντα όπως η φέτα, ανταγωνιστικά και χωρίς επανάληψη των λαθών του παρελθόντος. Συνοψίζοντας, παρουσίασε τη διαφάνεια στις επιδοτήσεις ως το θεμέλιο πάνω στο οποίο πρέπει να στηριχθεί οτιδήποτε άλλο: αν δεν «κλείσει» ο ΟΠΕΚΕΠΕ και δεν αποκατασταθεί η αξιοπιστία του μηχανισμού πληρωμών, «τίποτα από όλα αυτά» — όπως είπε — δεν μπορεί να προχωρήσει.

Οψόμεθα!

Ο στόλος των «ναρκοσκαφών» του «Έλληνα Εσκομπάρ»

Ολόκληρη δεκαετία βρισκόταν στο στόχαστρο των αρχών ο επονομαζόμενος «Έλληνας Εσκομπάρ», κατά κόσμον Αλέξανδρος Αγγελόπουλος, 61 ετών, που συνελήφθη πρόσφατα στην Κατερίνη για τη μεταφορά τεράστιας ποσότητας κοκαΐνης από τη Λατινική Αμερική προς την Ευρώπη. Η σύλληψή του δεν αποτελεί μόνο μια μεγάλη επιχειρησιακή επιτυχία για τις ελληνικές και τις διεθνείς Αρχές, αλλά αποκαλύπτει και μια πολυστρωματική, ιδιαίτερα εξελιγμένη δομή διακίνησης ναρκωτικών, η οποία φέρεται να λειτουργούσε για χρόνια με βιτρίνα τις αλιευτικές δραστηριότητες και με βαθιές διασυνδέσεις με καρτέλ της Λατινικής Αμερικής. Η υπόθεση του αλιευτικού «Ουρανία Α» καταγράφεται ήδη ως ένα από τα σοβαρότερα πλήγματα στη διεθνή διακίνηση κοκαΐνης των τελευταίων ετών και προσφέρει ένα σπάνιο «παράθυρο» στον τρόπο δράσης ενός σύγχρονου ναρκοδικτύου με ελληνική υπογραφή.

Ο Αλέξανδρος Αγγελόπουλος είναι γνωστός στις ελληνικές και ξένες αρχές από τη δεκαετία του ’80. Το παρατσούκλι «Έλληνας Εσκομπάρ» δεν είναι επικοινωνιακή υπερβολή: το όνομά του έχει συνδεθεί με μερικές από τις μεγαλύτερες υποθέσεις κοκαΐνης που πέρασαν από τα ελληνικά δικαστήρια, ενώ κατά καιρούς έχει εμφανιστεί και σε δικογραφίες για λαθρεμπόριο τσιγάρων και εμπόριο όπλων. Παρά τις καταδίκες και τις διώξεις, κατόρθωνε να επανέρχεται στο προσκήνιο της παρανομίας, χτίζοντας κάθε φορά ένα πιο σύνθετο πλέγμα επαφών και μεσολαβητών.

Κεντρικό ρόλο στο δίκτυο που φέρεται να είχε στήσει τα τελευταία χρόνια είχε ένας στόλος αλιευτικών σκαφών. Σκάφη που στα χαρτιά εμφανίζονταν ως επαγγελματικά καΐκια ή ακόμη και ως σκάφη αναψυχής, στην πράξη όμως λειτουργούσαν ως «ναρκοσκάφη», αναλαμβάνοντας να παραλαμβάνουν κοκαΐνη από διεθνή ύδατα ανοιχτά της Λατινικής Αμερικής ή των δυτικοαφρικανικών ακτών και να τη μεταφέρουν προς την Ευρώπη. Ο μηχανισμός ακολουθούσε τα νέα πρότυπα των καρτέλ: νομιμοφανής επιχειρηματική δραστηριότητα, διακριτικότητα, διαρκείς αλλαγές σημαίας και εταιρειών, διαδρομές που περνούσαν από λιμάνια με περιορισμένους ελέγχους.

Η σχέση του Αγγελόπουλου με τη διακίνηση κοκαΐνης έγινε πρώτη φορά φανερή το 2004, όταν οι ισπανικές αρχές εντόπισαν το πλοίο «Africa 1», ελληνικών συμφερόντων, να μεταφέρει περίπου 5,4 τόνους κοκαΐνης — μια από τις μεγαλύτερες ποσότητες που είχαν εντοπιστεί τότε σε ελληνική υπόθεση. Το σκάφος είχε αποπλεύσει από τον Πειραιά με προορισμό που στα χαρτιά ήταν η Τουρκία, όμως μέσω δορυφορικής παρακολούθησης αποκαλύφθηκε ότι είχε αλλάξει πορεία προς τον Ατλαντικό και τις δυτικές ακτές της Αφρικής. Ακολούθησε πολυήμερη παρακολούθηση, που οδήγησε στη σύλληψη του Αγγελόπουλου στη Στουτγκάρδη και στην καταδίκη του σε ισόβια κάθειρξη, ποινή η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε 22 έτη.

Η υπόθεση «Africa 1» θεωρείται  σημείο καμπής. Μετά την αποκάλυψή της, οι μεγάλες ποσότητες κοκαΐνης άρχισαν να μεταφέρονται κυρίως μέσα σε εμπορευματοκιβώτια, τα οποία ήταν κρυμμένα μέσα σε νόμιμα φορτία εμπορικών πλοίων. Ο Αγγελόπουλος, όμως, φέρεται να προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα. Αποφυλακίστηκε το 2015, έχοντας εκτίσει 11 χρόνια με βάση ευνοϊκές ρυθμίσεις, και σύμφωνα με τις Αρχές άρχισε σταδιακά να επανασυνδέεται με δίκτυα της Λατινικής Αμερικής, αξιοποιώντας παλιές γνωριμίες που, όπως λένε καλά ενημερωμένες πηγές, φτάνουν μέχρι τους διαδόχους του καρτέλ Μεντεγίν στην Κολομβία.

Η επιχείρηση με το «Ουρανία Α» ξεκίνησε, κατά τα φαινόμενα, από τη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης. Το σκάφος, ελληνικών συμφερόντων αλλά με πολωνική σημαία, απέπλευσε με δηλωμένη χρήση σκάφους αναψυχής, γεγονός που του επέτρεπε να κινείται με ακόμη λιγότερους ελέγχους. Από τις ακτές της Ελλάδας κινήθηκε προς τη Δυτική Αφρική και τη Σενεγάλη και στη συνέχεια μπήκε βαθιά στον Ατλαντικό με κατεύθυνση προς τις ακτές της Νότιας Αμερικής. Εκτιμάται ότι παρέλαβε το φορτίο κοκαΐνης περίπου 200 ναυτικά μίλια από τη στεριά, σε διεθνή ύδατα.

Εκείνη τη στιγμή είχε ήδη ενεργοποιηθεί ένας ευρύς μηχανισμός διεθνούς συνεργασίας. Η ελληνική αστυνομία, που — σύμφωνα με τις ίδιες πηγές — παρακολουθούσε τον Αγγελόπουλο και το δίκτυό του επί χρόνια, ενημέρωσε τις αμερικανικές αρχές (DEA), τη FRONTEX και το διακρατικό κέντρο MAOC-N, το οποίο συντονίζει επιχειρήσεις κατά της θαλάσσιας διακίνησης ναρκωτικών στον Ανατολικό Ατλαντικό. Το «Ουρανία Α» άλλαξε ρότα προς τις Αζόρες, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπο με κακοκαιρία και δεν μπόρεσε να ακολουθήσει το αρχικό σχέδιο. Γαλλικό πολεμικό πλοίο, στο πλαίσιο αποστολής επιτήρησης στην περιοχή, πραγματοποίησε ρεσάλτο, συνέλαβε τους πέντε επιβαίνοντες — τέσσερις Έλληνες και έναν Βούλγαρο — και ρυμούλκησε το σκάφος στη Μαρτινίκα.

Στο αμπάρι βρέθηκαν αρχικά περίπου πέντε τόνοι κοκαΐνης, με την ποσότητα να εκτιμάται ότι μπορεί να φτάνει συνολικά μέχρι και τους επτά τόνους, εφόσον εντοπιστούν όλα τα σημεία απόκρυψης. Η αξία του φορτίου στην ευρωπαϊκή χονδρική αγορά υπολογίζεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Την ίδια ώρα, στην Ελλάδα, αστυνομικοί της Δίωξης Οργανωμένου Εγκλήματος σταμάτησαν το αυτοκίνητο του Αγγελόπουλου στην Πιερία και τον συνέλαβαν, ενώ παράλληλες επιχειρήσεις σε Αττική, Θεσσαλονίκη, Πιερία και Θήβα οδήγησαν στη σύλληψη ακόμη πέντε προσώπων. Συνολικά, δέκα άτομα κατηγορούνται για συμμετοχή στο κύκλωμα.

Η δικογραφία αποτυπώνει μια πολυεπίπεδη δομή. Στην κορυφή βρίσκεται ο Αγγελόπουλος, ο οποίος φέρεται να είχε τον ρόλο του «στρατηγού»: επαφές με προμηθευτές στη Λατινική Αμερική, συντονισμός παραλαβών εν πλω, επιλογή διαδρομών, καθοδήγηση της μεταφοράς και της παράδοσης των φορτίων σε ευρωπαϊκό έδαφος. Δίπλα του, ένας 73χρονος συνεργάτης λειτουργούσε ως μόνιμος σύνδεσμος στις χώρες προέλευσης, ερχόμενος σε απευθείας επαφή με εκπροσώπους των καρτέλ και αναζητώντας δυνητικούς παραλήπτες στην Ευρώπη. Ένα νεότερο μέλος είχε την ευθύνη για τα σκάφη: αγορά, μετασκευές, τεχνικές παρεμβάσεις, εξοπλισμό, έκδοση εγγράφων.

Κομβικό ρόλο είχαν και οι λεγόμενοι «αχυράνθρωποι», δύο άνδρες που εμφανίζονταν τυπικά ως ιδιοκτήτες εταιρειών οι οποίες κατείχαν τα αλιευτικά. Εκτός από τη νομική κάλυψη, συμμετείχαν και ως μέλη πληρωμάτων στα ταξίδια, αναλαμβάνοντας παραλαβές, αποθήκευση και παράδοση των ναρκωτικών σε προκαθορισμένα σημεία στην ΕΕ. Τα κέρδη, σύμφωνα με την αστυνομία, εν μέρει νομιμοποιούνταν μέσω επενδύσεων-βιτρίνων και χορηγιών — μεταξύ άλλων σε τοπική ποδοσφαιρική ομάδα, όπου ο Αγγελόπουλος εμφανιζόταν ως γενναιόδωρος χρηματοδότης και «άνθρωπος της γειτονιάς».

Το προφίλ του κυκλώματος παραπέμπει σε δομές που συναντώνται εδώ και χρόνια στη Λατινική Αμερική: βαθιά γνώση των θαλάσσιων διαδρομών, χρήση «προπαρασκευαστικών» ταξιδιών για δοκιμή νέων δρόμων, εκμετάλλευση λιμανιών και σημείων με ελλιπείς ελέγχους, συνδυασμός νόμιμων και παράνομων δραστηριοτήτων. Στον Ατλαντικό, με κόμβους όπως η Σενεγάλη, η Γουινέα και τα νησιά της Καραϊβικής, βρίσκεται πλέον μία από τις βασικές οδούς της κοκαΐνης που κατευθύνεται προς την Ευρώπη. Εκεί ακριβώς έχουν εντατικοποιηθεί οι επιχειρήσεις του MAOC-N, του γαλλικού και άλλων ευρωπαϊκών Πολεμικών Ναυτικών, σε συνεργασία με τις ΗΠΑ.

Στην κατάθεση και την απολογία του, ο Αγγελόπουλος αρνήθηκε κάθε εμπλοκή, υποστηρίζοντας ότι είχε ήδη πουλήσει το συγκεκριμένο σκάφος και ότι δεν έχει καμία σχέση με το φορτίο που εντοπίστηκε. Η γραμμή της πλήρους άρνησης είναι αναμενόμενη σε τέτοιες υποθέσεις, ωστόσο οι Αρχές δηλώνουν ότι έχουν στη διάθεσή τους δορυφορικά δεδομένα, οικονομικά ίχνη και τηλεπικοινωνιακές συνδέσεις που «δένουν» το παζλ της δράσης του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η πληροφορία ότι ο Αγγελόπουλος φαίνεται να ενεργούσε, τουλάχιστον την τελευταία περίοδο, για λογαριασμό ενός άγνωστου «επενδυτή», ένδειξη ότι πίσω από το κύκλωμα μπορεί να βρίσκονται ακόμη ισχυρότεροι παίκτες της παγκόσμιας αγοράς κοκαΐνης.

Οι οικονομικές διαστάσεις της υπόθεσης είναι τεράστιες. Μόνο από την επιχείρηση του «Ουρανία Α» το προσδοκώμενο παράνομο όφελος υπολογίζεται σε πάνω από 100 εκατ. ευρώ, ενώ συνολικά, αν επιβεβαιωθεί ότι παρόμοιες αποστολές είχαν γίνει και στο παρελθόν, τα κέρδη του δικτύου μπορεί να φτάνουν σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα της υπόθεσης «Africa 1». Στον υπολογισμό πρέπει να προστεθεί και η αυξημένη παραγωγή κοκαΐνης τα τελευταία χρόνια — η Ευρώπη θεωρείται εξαιρετικά κερδοφόρα αγορά για τα καρτέλ, με τη ζήτηση να παραμένει υψηλή και τις τιμές σταθερά ελκυστικές για τους διακινητές.

Η επιχείρηση που οδήγησε στη σύλληψη του «Έλληνα Εσκομπάρ» δείχνει ότι η Ελλάδα δεν είναι μόνο διαμετακομιστικός κόμβος υπό παρακολούθηση, αλλά και ενεργός εταίρος στο διεθνές πλέγμα δίωξης των ναρκωτικών. Η ελληνική αστυνομία επικαλείται πλέον με αυτοπεποίθηση τον όρο «ελληνικό FBI» για τις υπηρεσίες της Δίωξης, καθώς σε αυτή την υπόθεση η ροή πληροφοριών ξεκίνησε από την Αθήνα προς τις αμερικανικές και ευρωπαϊκές υπηρεσίες και όχι το αντίστροφο, όπως συνέβαινε συνήθως.

Η υπόθεση «Ουρανία Α» δείχνει πόσο ανθεκτικά, ευέλικτα και διεθνοποιημένα είναι τα σύγχρονα κυκλώματα. Ακόμη κι αν συγκεκριμένα δίκτυα εξαρθρωθούν, νέοι παίκτες σπεύδουν να καλύψουν το κενό, χρησιμοποιώντας τις ίδιες διαδρομές ή δημιουργώντας νέες. Το γεγονός, ωστόσο, ότι ένας από τους πιο παλιούς παίκτες του ελληνικού υποκόσμου βρίσκεται ξανά αντιμέτωπος με βαρύ κατηγορητήριο, στέλνει ένα σαφές μήνυμα: ότι η εποχή που τέτοιες διαδρομές μπορούσαν να μένουν στο σκοτάδι επί δεκαετίες, με τη βοήθεια σημαδιών, εταιρειών-βιτρινών και κλειστών κοινοτήτων, δείχνει να τελειώνει. Το αν αυτό θα αποτυπωθεί και σε μείωση της ροής της κοκαΐνης προς την Ευρώπη, είναι ένα ερώτημα που θα απαντηθεί μόνο σε βάθος χρόνου.

Κρίσιμες εξελίξεις στη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα

Δύο γεγονότα που εκτυλίχθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα στη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Μεσόγειο δημιουργούν ένα νέο, πυκνό γεωπολιτικό πλαίσιο για την περιοχή. Από τη μία, ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος αγνώστου ταυτότητας (UAV) διέσχισε ανεξέλεγκτα τον τουρκικό εναέριο χώρο για περισσότερα από 160 χιλιόμετρα, φτάνοντας σε απόσταση μόλις 100 χιλιομέτρων από την Άγκυρα πριν καταρριφθεί. Από την άλλη, μια απολύτως διαβαθμισμένη στρατιωτική συνάντηση στη Λευκωσία, με τη συμμετοχή Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, δείχνει ότι η τριμερής συνεργασία περνάει σε ποιοτικά νέο επίπεδο. Μαζί, τα δύο επεισόδια προαναγγέλλουν μια περίοδο αναδιάταξης ισχύος σε Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειο και Μαύρη Θάλασσα.

Στις αρχές Δεκεμβρίου 2025, το UAV εισήλθε στον τουρκικό εναέριο χώρο προερχόμενο από τη Μαύρη Θάλασσα. Εντοπίστηκε με καθυστέρηση, παρέμεινε για πάνω από τρεις ώρες στον τουρκικό ουρανό, διένυσε πάνω από 160 χλμ και, σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις, καταρρίφθηκε τελικά από F-16 σε «ασφαλή περιοχή», προκειμένου να μην υπάρξει κίνδυνος για τον άμαχο πληθυσμό. Το χρονικό αυτό διάστημα, σε συνδυασμό με την απόσταση στην οποία κατάφερε να φτάσει από την Άγκυρα, δημιούργησε σοβαρά ερωτήματα για τις δυνατότητες έγκαιρου εντοπισμού και την αξιοπιστία της τουρκικής αεράμυνας. Για αρκετές ώρες, η χώρα παρακολουθούσε υπό καθεστώς ανησυχίας ένα «άγνωστο ιπτάμενο αντικείμενο» να κινείται εντός του εναέριου χώρου της, χωρίς σαφή ταυτοποίηση και χωρίς εξήγηση για την προέλευσή του.

Η Άγκυρα δεν έχει δώσει μέχρι σήμερα πλήρη εικόνα για τον τύπο και τα χαρακτηριστικά του UAV, γεγονός που τροφοδοτεί εικασίες. Στο παρασκήνιο, διατυπώνονται υποψίες ότι πρόκειται για ρωσικής προέλευσης μέσο ή, τουλάχιστον, για ενέργεια η οποία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο ρωσικών «μηνυμάτων» προς την Τουρκία. Τους τελευταίους μήνες, η Μόσχα έχει υψώσει τους τόνους απέναντι στην Άγκυρα, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες πιέζουν την τουρκική ηγεσία να περιορίσει δραστικά την εξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια και να απεμπλακεί από τα ρωσικά συστήματα S-400. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και προηγούμενα περιστατικά, όπως τα ρωσικά πλήγματα σε πλοία τουρκικών συμφερόντων, ακόμη και σε τουρκικό δεξαμενόπλοιο λίγο μετά από συνάντηση Ερντογάν–Πούτιν. Ερωτήματα παραμένουν επίσης γύρω από πρόσφατο δυστύχημα/κατάρριψη τουρκικού αεροσκάφους στο Αζερμπαϊτζάν, με ορισμένους αναλυτές να μην αποκλείουν το ενδεχόμενο σκόπιμης ενέργειας. Όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα σταδιακής σκλήρυνσης της ρωσικής στάσης απέναντι στην Τουρκία, κάθε φορά που η Άγκυρα φαίνεται να «γέρνει» προς τις αμερικανικές απαιτήσεις.

Σχεδόν παράλληλα με το επεισόδιο του μη επανδρωμένου αεροσκάφους, στη Λευκωσία πραγματοποιήθηκε μια υψηλής σημασίας, αλλά μη δημοσιοποιημένη σε βάθος, τριμερής στρατιωτική συνάντηση μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ. Η μυστικότητα γύρω από τη συνάντηση δεν είναι τυπική λεπτομέρεια, αλλά δείγμα του ειδικού βάρους των συζητήσεων. Στο επίκεντρο βρέθηκαν η εμβάθυνση της στρατιωτικής συνεργασίας, ο σχεδιασμός κοινών ασκήσεων, η διερεύνηση μορφών εξοπλιστικής σύμπραξης και η διαμόρφωση κοινών σεναρίων χρήσης εναέριου και θαλάσσιου χώρου.

Καθοριστικής σημασίας ήταν η παρουσία του αρχηγού της Ισραηλινής Αεροπορίας, στρατηγού Τομέρ Μπαρ [Tomer Bar]. Δεδομένου ότι το Ισραήλ βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς πολέμου και αντιμετωπίζει αυξημένες επιχειρησιακές ανάγκες, το γεγονός ότι ο Μπαρ επέλεξε — και του επετράπη — να ταξιδέψει στη Λευκωσία για μια τέτοια συνάντηση, καταδεικνύει πόσο υψηλά στην ιεράρχηση του Τελ Αβίβ βρίσκεται η τριμερής σχέση με Αθήνα και Λευκωσία. Από ελληνικής πλευράς, υψηλόβαθμοι επιτελείς και αναλυτές άμυνας βλέπουν την τριμερή πλέον όχι ως απλή «πολιτική συμμαχία», αλλά ως πλατφόρμα όπου μπορούν να εξεταστούν σενάρια τα οποία μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν υπερβολικά φιλόδοξα επιχειρησιακά.

Ένα από αυτά τα σενάρια αφορά τη δημιουργία μιας κοινής δύναμης ταχείας αντίδρασης περίπου 2.500 ανδρών, με 1.000 στρατιώτες από Ελλάδα, 1.000 από Ισραήλ και 500 από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η δύναμη αυτή θα υποστηρίζεται από σχηματισμούς της ελληνικής και της ισραηλινής αεροπορίας, καθώς και από ναυτικές μονάδες: από ελληνικής πλευράς, μία φρεγάτα και ένα υποβρύχιο, από ισραηλινής μια σύγχρονη κορβέτα και ένα υποβρύχιο. Η πρόσβαση σε βασικές υποδομές — λιμάνια και αεροδρόμια σε Ρόδο, Κύπρο, Ισραήλ — δημιουργεί ένα πλέγμα αμοιβαίας υποστήριξης στην Ανατολική Μεσόγειο, με σαφή στόχευση την ταχεία αντίδραση σε κρίσεις.

Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των κινήσεων είναι η Τουρκία. Η Άγκυρα, με τη «Γαλάζια Πατρίδα», επιδιώκει να διευρύνει το στρατηγικό της αποτύπωμα στη Μεσόγειο, αμφισβητώντας εμπράκτως δικαιώματα Ελλάδας και Κύπρου σε θαλάσσιες ζώνες και ενεργειακούς πόρους. Τα ερευνητικά σκάφη Yavuz και Fatih, οι επαναλαμβανόμενες navtex και οι συνοδευτικές ναυτικές κινήσεις συγκροτούν ένα καθεστώς διαρκούς πίεσης. Από την πλευρά του, το Ισραήλ παρακολουθεί με αυξανόμενη ανησυχία τα δημοσιεύματα και τις πληροφορίες για ενδεχόμενη δημιουργία τουρκικής βάσης UAV στα κατεχόμενα της Βόρειας Κύπρου, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα επιχειρεί να ελέγξει τους θαλάσσιους διαδρόμους προς τη Δύση, που για το Ισραήλ είναι ζωτικής σημασίας .

Σε αυτό το σκηνικό, η ελληνοκυπριακοϊσραηλινή συνεργασία λειτουργεί ως σιωπηρή, αλλά ουσιαστική, απάντηση. Σύμφωνα με αναλυτές όπως ο Σάι Γκαλ [Shai Gal], οι κρίσιμες υποδομές στην Ανατολική Μεσόγειο — ενεργειακές, ναυτιλιακές, τηλεπικοινωνιακές — παραμένουν εκτεθειμένες σε μια περιοχή όπου τα συμφέροντα Τουρκίας, Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ αλλά και μεγάλων δυνάμεων (ΗΠΑ, ΕΕ, Ρωσία) τέμνονται και συγκρούονται. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, αν και δεν διακηρύσσουν ανοικτά μια «αντιτουρκική» στρατηγική, αντιμετωπίζουν ευνοϊκά μια πιο στενή συνεργασία μεταξύ Αθήνας, Λευκωσίας και Τελ Αβίβ ως έναν σταθεροποιητικό παράγοντα που ισορροπεί τις τουρκικές φιλοδοξίες.

Η Ελλάδα, από την πλευρά της, τρέχει ήδη ένα φιλόδοξο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού, ύψους ~28 δισ. ευρώ, μέχρι το 2036, το οποίο περιλαμβάνει και την ανάπτυξη ενός πολυστρωματικού συστήματος αντιαεροπορικής και αντιdrone άμυνας – του «Αχιλλέα» – με προϋπολογισμό περίπου 3 δισ. ευρώ. Η ενίσχυση αυτή, σε συνδυασμό με την ισραηλινή τεχνογνωσία σε τομείς όπως UAV, αισθητήρες, κυβερνοάμυνα και κατευθυνόμενα πυρομαχικά, δημιουργεί προϋποθέσεις για μια de facto κοινότητα συμφερόντων ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Τα δύο γεγονότα — το ανώνυμο UAV που διέσχισε ανεξέλεγκτο την Τουρκία και η τριμερής στη Λευκωσία – δεν είναι ανεξάρτητα επεισόδια μέσα σε ένα χαοτικό περιβάλλον. Συνδέονται με μια ευρύτερη τάση: τη σταδιακή μετατροπή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας σε ενιαίο χώρο ανταγωνισμού μεγάλων και περιφερειακών δυνάμεων. Το UAV μπορεί να διαβαστεί ως προειδοποιητικό μήνυμα της Μόσχας προς την Άγκυρα για τα όρια της «πολυδιάστατης» τουρκικής πολιτικής. Η τριμερής, αντίστοιχα, αποτελεί ένδειξη ότι Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ βιώνουν πλέον την Τουρκία όχι απλώς ως «δύσκολο γείτονα», αλλά ως δομική πρόκληση ασφαλείας που απαιτεί συντονισμένη στρατηγική απάντηση.

Εάν οι τρεις χώρες συνεχίσουν να εμβαθύνουν τη συνεργασία τους, προχωρώντας σε κοινές δομές διοίκησης, διαμοιρασμό πληροφοριών και αξιοποίηση κοινών υποδομών, η αρχιτεκτονική ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο θα αλλάξει ριζικά. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Τουρκία θα βρεθεί απέναντι σε ένα άτυπο, αλλά ουσιαστικό «αντίβαρο» στα νότια και δυτικά της, την ώρα που προς βορράν και ανατολάς καλείται να διαχειριστεί μια ολοένα πιο απαιτητική σχέση με τη Ρωσία. Το μόνο βέβαιο είναι ότι τίποτα στην περιοχή δεν θα παραμείνει όπως ήταν την προηγούμενη δεκαετία.

Μητσοτάκης, Πιερρακάκης και Palantir — Η άλλη πλευρά της «ψηφιακής επιτυχίας»

Η ανάδειξη του Κυριάκου Πιερρακάκη στην προεδρία του Eurogroup, στις 11 Δεκεμβρίου 2025, έφερε ξανά στο προσκήνιο μια από τις πιο αμφιλεγόμενες σελίδες της διακυβέρνησης της ΝΔ την περίοδο της πανδημίας: τη συνεργασία της ελληνικής κυβέρνησης με την αμερικανική εταιρεία επεξεργασίας δεδομένων Palantir Technologies, υπό την πολιτική ευθύνη του τότε υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Δεν επρόκειτο απλώς για ένα τεχνικό project λογισμικού, αλλά για μια σχέση που αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής λογοδοσίας: ποιος έχει πρόσβαση στα δεδομένα των πολιτών, με ποιους όρους και ποιος το ελέγχει.

Στα τέλη Απριλίου 2020, σε μια στιγμή που η χώρα βρισκόταν σε lockdown και το άγχος για το άνοιγμα του τουρισμού ήταν έντονο, ο Έλληνας ακαδημαϊκός Κίμων Δρακόπουλος, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια (USC), έστειλε email απευθείας στον Κυριάκο Μητσοτάκη προτείνοντας τη βοήθεια της ερευνητικής του ομάδας. Όπως παραδέχτηκε αργότερα στη Βουλή ο Νίκος Χαρδαλιάς, ο πρωθυπουργός απάντησε άμεσα και είχε μαζί του περίπου μισή ώρα τηλεδιάσκεψη, πριν παραπέμψει την ομάδα του Δρακόπουλου στην επιτροπή των ειδικών, με επικεφαλής τον Σωτήρη Τσιόδρα.

Η ομάδα Δρακόπουλου, σε συνεργασία με ερευνητές του Wharton και του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια, ανέπτυξε τον αλγόριθμο EVA, ένα σύστημα μηχανικής μάθησης που αξιοποιούσε τα στοιχεία των PLF (Passenger Locator Forms) για να εντοπίζει ταξιδιώτες υψηλού κινδύνου. Η σχετική μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο Nature, ανέφερε ότι ο EVA εντόπιζε δύο έως τέσσερις φορές περισσότερα κρούσματα σε σχέση με τον τυχαίο έλεγχο. Στο επίπεδο της δημόσιας εικόνας, αυτό παρουσιάστηκε ως παράδειγμα «έξυπνου κράτους» και επιτυχημένης ψηφιακής διαχείρισης.

Την ίδια όμως περίοδο, σε ένα άλλο μέρος του κόσμου, είχε ήδη ξεκινήσει μια πολύ πιο προβληματική συνεργασία: αυτή με την Palantir. Στις 7 Δεκεμβρίου 2020, η εταιρεία — γνωστή για τη στενή της σχέση με τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών και για τον ιδρυτή της, Πήτερ Τηλ [Peter Thiel] — εξέδωσε δελτίο Τύπου στις ΗΠΑ, στο οποίο ανακοίνωνε ότι συνεργάζεται με την ελληνική κυβέρνηση «αφιλοκερδώς» από τις 24 Μαρτίου 2020. Στο ίδιο κείμενο ανέφερε ότι στις 3 Δεκεμβρίου 2020 έγινε τηλεδιάσκεψη του Μητσοτάκη και του Πιερρακάκη με τον δειυθύνοντα σύμβουλο της Palantir, κατά την οποία συζητήθηκαν οι προοπτικές «στρατηγικής εμβάθυνσης» της συνεργασίας.

Μέχρι τότε η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε ενημερώσει ούτε τη Βουλή ούτε τη δημόσια σφαίρα για την ύπαρξη αυτής της συνεργασίας. Αρχικά επιχείρησε να την υποβαθμίσει, δίνοντας ασαφείς απαντήσεις. Μόνο έπειτα από έντονη πίεση από βουλευτές και δημοσιογράφους αναγκάστηκε να αναγνωρίσει επισήμως την εμπλοκή της Palantir. Υπό ακόμη μεγαλύτερη πίεση, το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης έδωσε στη δημοσιότητα μια σύμβαση δύο σελίδων ως «σύμβαση συνεργασίας» με την εταιρεία.

Εκεί ξεκίνησε το δεύτερο σκέλος του σκανδάλου: πρώτον, η σύμβαση δεν είχε αναρτηθεί στη Διαύγεια, όπως επιβάλλεται για τις συμβάσεις του Δημοσίου, γεγονός που καθιστά αδύνατο να ελεγχθεί πότε ακριβώς συντάχθηκε και πότε υπογράφηκε. Δεύτερον, το ίδιο το κείμενο της σύμβασης περιελάμβανε ρητές αναφορές σε κατηγορίες προσωπικών δεδομένων που μπορούσαν να υποβληθούν σε επεξεργασία από την πλατφόρμα της Palantir. Τρίτον, μέσα σε λίγες ημέρες, φαίνεται πως έγινε αναθεώρηση της αρχικής συμφωνίας, από την οποία αφαιρέθηκαν όροι που μιλούσαν για ψευδωνυμοποίηση των δεδομένων, δηλαδή για ελάχιστη προστασία ως προς την ταυτοποίηση του προσώπου.

Ειδικοί στην προστασία δεδομένων επεσήμαναν ότι μια τέτοια συνεργασία, με επεξεργασία πιθανώς ευαίσθητων δεδομένων, θα απαιτούσε πλήρη εκτίμηση αντικτύπου (DPIA) βάσει του GDPR. Ωστόσο, ουδέποτε δημοσιοποιήθηκε κάτι αντίστοιχο. Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι η Palantir παρείχε αποκλειστικά λογισμικό οπτικοποίησης, ένα «πίνακα ελέγχου» με συγκεντρωτικά στοιχεία για την ενημέρωση του πρωθυπουργού, και ότι δεν είχε πρόσβαση σε «ωμά» προσωπικά δεδομένα πολιτών. Η διατύπωση όμως της σύμβασης, όπως δόθηκε στη δημοσιότητα, δύσκολα συμφιλιώνεται με αυτή την εκδοχή των πραγμάτων.

Το ιστορικό της ίδιας της Palantir δεν βοηθά να καμφθούν οι ανησυχίες. Η εταιρεία ιδρύθηκε από τον Πήτερ Τηλ, δισεκατομμυριούχο της Silicon Valley με έντονη πολιτική δραστηριότητα. Η Palantir συνεργάζεται εδώ και χρόνια με το Πεντάγωνο και την αμερικανική κοινότητα πληροφοριών, ενώ έχει εμπλακεί σε προγράμματα του ICE για τον εντοπισμό και την απέλαση μεταναστών. Έχει επίσης βρεθεί στο επίκεντρο έρευνας και κριτικής σε σχέση με το οικοσύστημα που επέτρεψε στην Cambridge Analytica να αξιοποιήσει δεδομένα εκατομμυρίων χρηστών Facebook.

Στο ελληνικό περιβάλλον, καταγράφηκαν δημόσια αναφορές του τότε Αμερικανού πρέσβη Τζόφρεϋ Πάιατ [Geoffrey Pyatt] σε επαφές μεταξύ Πιερρακάκη και του Μάικλ Κράτσιου [Michael Kratsios], πρώην Chief Technology Officer της κυβέρνησης Trump και πρώην στελέχους του γραφείου Thiel. Αυτό το δίκτυο σχέσεων ενισχύει την εντύπωση ότι η επιλογή της Palantir δεν ήταν απλώς τεχνική, αλλά εντασσόταν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικο-τεχνολογικών διασυνδέσεων.

(Public Domain)

 

Ακόμη πιο περίεργο είναι το χρονοδιάγραμμα της λήξης της συνεργασίας. Παρότι στις 3 Δεκεμβρίου 2020 ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης συζήτησαν — σύμφωνα με την ίδια την Palantir — για την ενίσχυση της συνεργασίας, η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η συνεργασία έληξε στις 23 Δεκεμβρίου 2020, δηλαδή μόλις 20 ημέρες αργότερα. Μία τόσο βραχύβια «στρατηγική σχέση» εγείρει εύλογα ερωτήματα: τι ακριβώς είχε ήδη γίνει τους προηγούμενους μήνες, ποια δεδομένα είχαν χρησιμοποιηθεί, αν υπήρξαν εσωτερικές αντιδράσεις ή εξωτερικές πιέσεις, και γιατί δεν υπάρχει πλήρης και προσβάσιμη τεκμηρίωση των γεγονότων.

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ξεκίνησε έρευνα για τη συνεργασία, λαμβάνοντας υπ’ όψιν καταγγελίες και έγγραφα από τα εμπλεκόμενα υπουργεία. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει προκύψει μια καθαρή, πολιτικά πειστική αφήγηση που να κλείνει το θέμα στη συνείδηση της κοινής γνώμης. Η υπόθεση παραμένει, για πολλούς, μια ανοιχτή πληγή στην ιστορία της ελληνικής ψηφιακής διακυβέρνησης.

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης έχτισε την πολιτική του ταυτότητα ως «ο άνθρωπος που ψηφιοποίησε το κράτος»: gov.gr, εκατοντάδες ηλεκτρονικές υπηρεσίες, μείωση γραφειοκρατίας. Η υπόθεση Palantir, όμως, δείχνει την άλλη όψη αυτής της επιτυχίας: την ευχέρεια με την οποία μπορεί να ληφθούν αποφάσεις μεγάλης θεσμικής βαρύτητας χωρίς ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο, χωρίς εκ των προτέρων διαβούλευση, χωρίς πραγματική δημόσια συζήτηση για τα όρια της τεχνολογικής ισχύος πάνω στα δικαιώματα των πολιτών.

Η εκλογή του στην προεδρία του Eurogroup, πρώτη φορά για Έλληνα μετά το 2004, ερμηνεύεται από την κυβέρνηση ως επιβεβαίωση της αξιοπιστίας του και της επιτυχίας της ελληνικής οικονομικής πολιτικής. Για την αντιπολίτευση, όμως, ξαναφέρνει στο τραπέζι το ερώτημα αν η ευρωπαϊκή ελίτ ενδιαφέρεται πραγματικά για ζητήματα ψηφιακών δικαιωμάτων και προστασίας δεδομένων ή αν επιλέγει να τα παρακάμπτει όταν η «αποτελεσματικότητα» και η σταθερότητα θεωρούνται πιο σημαντικές.

Σε κάθε περίπτωση, η συνεργασία Ελλάδας-Palantir στη διάρκεια της πανδημίας ξεπερνά το πλαίσιο μιας «παλιάς ιστορίας». Είναι ένα παράδειγμα του πώς, σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης, μπορούν να μετακινηθούν γρήγορα οι γραμμές άμυνας γύρω από τα προσωπικά δεδομένα και τα θεσμικά αντίβαρα. Ο αλγόριθμος EVA μπορεί να υπήρξε αποτελεσματικός εργαλείο δημόσιας υγείας· η παράλληλη, όμως, αδιαφανής συνεργασία με μια εταιρεία όπως η Palantir άφησε πίσω της ένα υπόστρωμα δυσπιστίας.

Η ανάδειξη του Πιερρακάκη στο Eurogroup δεν κλείνει αυτό το κεφάλαιο. Αντίθετα, το καθιστά πιο επίκαιρο: σε μια Ευρώπη που επιταχύνει την ψηφιακή της ενοποίηση, το ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα αξιοποιηθεί η τεχνολογία, αλλά ποιος θα θέτει τα όρια.

Διεθνής συναγερμός για τη δίωξη του Φάλουν Γκονγκ: Η έκθεση της CECC και οι καταγγελίες για τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων

Η κλιμακούμενη καταστολή του Φάλουν Γκονγκ από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) και η μεταφορά της δίωξης πέρα από τα σύνορα της Κίνας βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής ατζέντας. Τις τελευταίες ημέρες, δύο σημαντικές πρωτοβουλίες — η ετήσια έκθεση της Αμερικανικής Κοινοβουλευτικής-Εκτελεστικής Επιτροπής για την Κίνα (CECC) και ένα διεθνές σεμινάριο της οργάνωσης «Γιατροί Κατά των Εξαναγκαστικών Αφαιρέσεων Οργάνων» (DAFOH) — ανέδειξαν με σαφήνεια τόσο τη συστηματική δίωξη των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ στην Κίνα όσο και τη διάσταση της πρακτικής της εξαναγκαστικής αφαίρεσης οργάνων, την οποία πολλοί πολιτικοί και ειδικοί χαρακτηρίζουν πλέον ως έγκλημα με χαρακτηριστικά γενοκτονίας.

Η ετήσια έκθεση της CECC: Συνεχιζόμενη δίωξη και διακρατική καταστολή

Στις 10 Δεκεμβρίου 2025, Παγκόσμια Ημέρα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η CECC δημοσίευσε την ετήσια έκθεσή της για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα. Η έκθεση ασκεί σφοδρή κριτική στο ΚΚΚ για τη συνεχιζόμενη, 26ετή δίωξη του Φάλουν Γκονγκ και για την εκστρατεία διακρατικής καταστολής εναντίον ασκουμένων εκτός κινεζικής επικράτειας, συμπεριλαμβανομένης ποικίλων παρέμβασεων κατά της λειτουργίας του Shen Yun Performing Arts.

Ο πρόεδρος της CECC, γερουσιαστής Νταν Σάλλιβαν [Dan Sullivan], δήλωσε ότι η φετινή έκθεση «ξεγυμνώνει» τον τρόπο με τον οποίο το ΚΚΚ «συνεχώς αθετεί τον λόγο του — τόσο απέναντι στον ίδιο του τον λαό όσο και απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο». Ο κος Σάλλιβαν αναφέρθηκε στις δεσμεύσεις του Πεκίνου σε διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και στην υπόσχεση αυτονομίας του Χονγκ Κονγκ και του Θιβέτ, για να υπογραμμίσει ότι στην πράξη η Κίνα «φυλακίζει αντιφρονούντες, λειτουργεί στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και παράνομους αλιευτικούς στόλους, και στέλνει πράκτορες στο αμερικανικό έδαφος για να παρακολουθούν και να απειλούν ανθρώπους».

Ο έτερος πρόεδρος της Επιτροπής, βουλευτής Κρις Σμιθ [Chris Smith], τόνισε ότι η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, όπως διοικείται από το ΚΚΚ, δεν είναι απλώς στρατηγικός αντίπαλος των ΗΠΑ και του ελεύθερου κόσμου, αλλά «συστημικός αντίπαλος» που επιδιώκει να ανατρέψει τη μεταπολεμική διεθνή τάξη. Έθεσε δε ευθέως το ερώτημα κατά πόσο ένα «αρπακτικό, κρατικοκαπιταλιστικό» σύστημα που στηρίζεται σε καταναγκαστική εργασία, κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και μαζικές επιδοτήσεις κρατικών επιχειρήσεων μπορεί να θεωρείται αξιόπιστο μέλος ενός διεθνούς πλαισίου με κανόνες όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου.

Καταγγελίες για κρατικά οργανωμένες αφαιρέσεις οργάνων

Ένα από τα πλέον ανησυχητικά σημεία της έκθεσης αφορά τις καταγγελίες για τις κρατικά οργανωμένες αφαιρέσεις οργάνων από κρατουμένους. Η CECC αναφέρει ότι πρόκειται για «ιδιαίτερα σκανδαλώδη παραβίαση» των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ιατρικής δεοντολογίας, σημειώνοντας πως υπάρχουν εκτενείς αναφορές για θύματα ανάμεσα σε ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ και, πιο πρόσφατα, Ουιγούρους.

Μαρτυρίες και στοιχεία που κατατέθηκαν στο Κογκρέσο κάνουν λόγο για «συστηματική και παράνομη» αφαίρεση οργάνων από κρατουμένους, με στόχευση «συγκεκριμένων εθνοτικών, γλωσσικών ή θρησκευτικών μειονοτήτων». Η έκθεση προτείνει ρητά την ψήφιση του νομοσχεδίου για τον τερματισμό των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων (Stop Forced Organ Harvesting Act /H.R. 1503), το οποίο θα διευρύνει την ετήσια υποχρέωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ να αναφέρει περιπτώσεις εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων παγκοσμίως και θα δώσει στις αμερικανικές αρχές πρόσθετα εργαλεία για την αντιμετώπιση του μεταμοσχευτικού τουρισμού και της εμπορίας οργάνων.

Στο ειδικό τμήμα για το Φάλουν Γκονγκ, η έκθεση αναφέρει ότι το ΚΚΚ και η κρατική μηχανή συνεχίζουν να διαθέτουν «σημαντικούς πόρους» για την καταστολή του κινήματος, το οποίο έχει χαρακτηριστεί «αιρετική οργάνωση». Οι αρχές συνήθως βασίζονται στο άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα, που ποινικοποιεί την «οργάνωση ως αιρετική και για υπονόμευση της εφαρμογής του νόμου». Η ιστοσελίδα Minghui, που σχετίζεται με το Φάλουν Γκονγκ, έχει καταγράψει δεκάδες θανάτους ασκουμένων λόγω κακομεταχείρισης κατά τη διάρκεια της κράτησής τους, καθώς και εκατοντάδες καταδίκες μόνο το 2024. Η έκθεση αναφέρεται ενδεικτικά στην υπόθεση του Ζούο Χονγκτάο [Zuo Hongtao], ο οποίος πέθανε στη φυλακή υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, και στην περίπτωση της 80χρονης Τζάο Γινγκ [Zhao Ying], που καταδικάστηκε σε πολυετή φυλάκιση παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας που είχε.

Διακρατική καταστολή και απειλές κατά του Shen Yun

Η CECC αφιερώνει ιδιαίτερο τμήμα στη διακρατική καταστολή που, όπως επισημαίνει, ασκεί η Κίνα εναντίον μελών της διασποράς και επικριτών του ΚΚΚ. Οι μέθοδοι κυμαίνονται από διαδικτυακή παρενόχληση, νομικό πόλεμο και εκφοβισμό μέσω «αστυνομικών σταθμών εξυπηρέτησης» στο εξωτερικό, έως νομικές διώξεις και επικήρυξη ακτιβιστών.

Στο πλαίσιο αυτό, η έκθεση σημειώνει ότι το Shen Yun Performing Arts — εταιρεία κλασικού κινεζικού χορού που ιδρύθηκε από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ και παρουσιάζει παραστάσεις με θέμα την «Κίνα πριν τον κομμουνισμό» — δέχτηκε δεκάδες απειλές για βόμβα σε ΗΠΑ και άλλες χώρες. Υποστηρικτές του Φάλουν Γκονγκ αποδίδουν αυτές τις ενέργειες στο ΚΚΚ. Υπενθυμίζεται επίσης η καταδίκη, τον Νοέμβριο 2024, του Τσεν Γιουν [Chen Jun] από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης για τη δράση του ως μη καταγεγραμμένος πράκτορας της Κίνας και για απόπειρα δωροδοκίας στελέχους της αμερικανικής εφορίας στο πλαίσιο συνωμοσίας κατά ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ στις ΗΠΑ.

Η έκθεση καταγράφει, τέλος, μια σειρά υποθέσεων δίωξης διαφωνούντων και παρεμβολής σε δημοκρατικές διαδικασίες σε Ηνωμένο Βασίλειο, ΗΠΑ και αλλού, παρουσιάζοντας τη διακρατική καταστολή ως κομμάτι ενός ευρύτερου σχεδίου «κακόβουλης επιρροής» του Πεκίνου στο εξωτερικό.

Διεθνές σεμινάριο DAFOH: Πολιτικοί και ειδικοί μιλούν για γενοκτονία και ηθική κατάρρευση

Στις 9 Δεκεμβρίου 2025, ανήμερα της 77ης επετείου της Σύμβασης για την Πρόληψη και Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας, η οργάνωση Γιατροί Κατά των Εξαναγκαστικών Αφαιρέσεων Οργάνων (Doctors Against Forced Organ Harvesting – DAFOH) διοργάνωσε διεθνές σεμινάριο με επίκεντρο τη συζήτηση για την Κίνα. Πολιτικοί από διάφορες χώρες, νομικοί και ειδικοί παρενέβησαν με βίντεο και σε στρογγυλή τράπεζα, καταδικάζοντας την πρακτική των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων από κρατουμένους — με ιδιαίτερη έμφαση στους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ.

Η Γερμανίδα βουλευτής Νικόλ Χοχστ [Nicole Höchst] τόνισε ότι το ζήτημα αγγίζει «τα ίδια τα θεμέλια του πολιτισμού μας», καθώς αφορά την απαραβίαστη αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου, ανεξάρτητα από θρησκεία, κοινωνική θέση ή καθεστώς διαβίωσης. Υπογράμμισε ότι πολλές από τις καταγεγραμμένες περιπτώσεις θυμάτων είναι χριστιανοί και ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ και ότι μια κοινωνία που καταπιέζει αξίες όπως η αλήθεια, η καλοσύνη και η ανεκτικότητα, φτάνοντας στο σημείο να αφαιρεί όργανα από αθώους κρατουμένους, έχει «χάσει πλήρως τον ηθικό της προσανατολισμό». Η προστασία των ομάδων αυτών, είπε, δεν είναι μόνο πολιτική επιλογή αλλά και ηθική υποχρέωση.

Ο Βρετανός βουλευτής Τζιμ Σάννον [Jim Shannon] μίλησε για «συστηματική στοχοποίηση» του Φάλουν Γκονγκ στην Κίνα μέσω μαζικής παρακολούθησης, βασανιστηρίων και αυθαίρετων κρατήσεων. Αναφέρθηκε σε αξιόπιστες αναφορές για αφαίρεση οργάνων από ζωντανούς κρατουμένους, χωρίς τη συγκατάθεσή τους, με πλήρη γνώση και συμμετοχή των αρχών. Κατά την εκτίμησή του, η ανεξήγητα σύντομη αναμονή για μόσχευμα στην Κίνα συνδέεται άμεσα με τη μετατροπή κέντρων κράτησης σε «μητρώα οργάνων», ώστε να λειτουργούν τόσο ως εργαλείο καταστολής όσο και ως δεξαμενή μοσχευμάτων.

Ο πρώην Ολλανδός βουλευτής Χάρρυ βαν Μπόμμελ [Harry van Bommel] εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι, ενώ η διεθνής κοινότητα έχει στρέψει την προσοχή της στους Ουιγούρους και τους Θιβετιανούς, η τραγική κατάσταση των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ δεν έχει λάβει τη δέουσα δημοσιότητα. Βασισμένος σε σεμινάριο που είχε προηγηθεί στην Ολλανδία — με καταθέσεις μαρτύρων, γιατρών και θυμάτων — δήλωσε ότι τα στοιχεία που υποδηλώνουν ότι πραγματοποιούνται εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ «είναι πειστικά και συντριπτικά». Ανέφερε επίσης την ψήφιση του Νόμου για την Προστασία του Φάλουν Γκονγκ (Falun Gong Protection Act) από τη Βουλή των Αντιπροσώπων στις ΗΠΑ, ως ένδειξη της αυξανόμενης διεθνούς ευαισθητοποίησης.

Ο διεθνώς αναγνωρισμένος δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων Ντέιβιντ Μάτας [David Matas] προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, χαρακτηρίζοντας τις μαζικές, εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ ως πράξη που εμπίπτει στον ορισμό της γενοκτονίας. Υπενθύμισε ότι ήδη από το 1999 ανώτερο στέλεχος του ΚΚΚ είχε διακηρύξει πολιτική «συκοφαντίας, οικονομικής εξόντωσης και φυσικής καταστροφής» του Φάλουν Γκονγκ. Κατά τον Μάτας, οι ασκούμενοι δεν έχουν στοχοποιηθεί τόσο για οικονομικό κέρδος, όσο λόγω της ταυτότητάς τους: «Αυτό που τους καθιστά θύματα είναι ότι είναι ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ».

Τέλος, ο Σουηδός βουλευτής Νίμα Γκόλαμ Αλί Πουρ [Nima Gholam Ali Pour] υπογράμμισε ότι οι εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων από κρατουμένους και το εμπόριο οργάνων στην Κίνα αποτελούν «δοκιμασία για ολόκληρη την ανθρωπότητα». Επεσήμανε ότι αν οι δημοκρατικές χώρες αποδεχθούν σιωπηλά αυτή την πραγματικότητα, χάνουν κάθε ηθική αξιοπιστία όταν μιλούν για ανθρώπινα δικαιώματα. Κάλεσε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να απαγορεύσουν ρητά τον «τουρισμό οργάνων» προς την Κίνα και τους γιατρούς να απόσχουν από τέτοιου είδους πρακτικές. «Δεν αγοράζεις ένα όργανο», είπε χαρακτηριστικά, «αγοράζεις έναν άνθρωπο».

Ένα υπό διαμόρφωση διεθνές πλαίσιο αντίδρασης

Η ετήσια έκθεση της CECC και το σεμινάριο των DAFOH αποτυπώνουν μια σαφή τάση: η δίωξη του Φάλουν Γκονγκ και η πρακτική της εξαναγκαστικής αφαίρεσης οργάνων αντιμετωπίζονται όλο και περισσότερο όχι ως απομονωμένα περιστατικά, αλλά ως συστημικό πρόβλημα που αφορά το διεθνές δίκαιο, τη δημόσια υγεία, την ηθική της ιατρικής και την αξιοπιστία του ίδιου του διεθνούς συστήματος προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Οι εκκλήσεις για νομοθεσία, κυρώσεις, μηχανισμούς διαφάνειας και απαγόρευση του μεταμοσχευτικού τουρισμού δείχνουν ότι διαμορφώνεται σταδιακά ένα νέο διεθνές πλαίσιο αντίδρασης. Το αν αυτό θα αποδειχθεί αρκετό για να αναχαιτίσει πρακτικές που πολλοί χαρακτηρίζουν ως «σκοτεινή σελίδα» της σύγχρονης ιστορίας, θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο τα λόγια των πολιτικών και οι καταγγελίες των ειδικών θα μετατραπούν σε συνεκτική και δεσμευτική πολιτική δράση.

Καναδάς: Εξήντα πέντε μέλη του Κοινοβουλίου καταδικάζουν τη διακρατική καταστολή του Φάλουν Γκονγκ από το ΚΚ Κίνας

Εξήντα πέντε (65) βουλευτές του Καναδικού Κοινοβουλίου υπέγραψαν κοινή δήλωση καταδικάζοντας τη 26ετή δίωξη του Φάλουν Γκονγκ από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ), καθώς και την κλιμακούμενη διακρατική καταστολή εναντίον των ασκουμένων. Ο υπουργός Δημόσιας Ασφάλειας του Καναδά απάντησε με επιστολή προς τον Σύλλογο Φάλουν Ντάφα, εκφράζοντας την ανησυχία του για τη σοβαρότητα της διακρατικής καταστολής και τον αντίκτυπο που αυτή έχει στους ασκουμένους, ενθαρρύνοντας τη συνεχή επικοινωνία του Συλλόγου με τις αρμόδιες κρατικές αρχές.

Η δήλωση αναφέρει: «Εμείς, οι υπογράφοντες κοινοβουλευτικοί, στεκόμαστε αλληλέγγυοι με την κοινότητα του Φάλουν Γκονγκ και καταδικάζουμε έντονα την κλιμακούμενη διακρατική καταστολή (TNR) και τη συνεχιζόμενη 26ετή δίωξη που υφίστανται οι ασκούμενοι από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας».

Η συλλογή υπογραφών ξεκίνησε τον Ιούλιο και μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου ο αριθμός είχε φτάσει τους εξήντα πέντε. Στη δήλωση, οι βουλευτές «καλούν την κινεζική κυβέρνηση να τερματίσει άμεσα τη δίωξη του Φάλουν Γκονγκ και να σταματήσει κάθε πράξη καταστολής σε καναδικό έδαφος».

Η δήλωση υπενθυμίζει ότι η διακρατική καταστολή του ΚΚΚ αποτελεί επέκταση της δίωξης που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1999. «Τα τελευταία είκοσι έξι χρόνια, ασκούμενοι στον Καναδά δέχονται παρακολούθηση, παρενόχληση, εκφοβισμό, επιθέσεις, παραπληροφόρηση, κυβερνοεπιθέσεις και άλλες μορφές καταπίεσης. Αυτές οι ενέργειες όχι μόνο βλάπτουν την κοινότητα του Φάλουν Γκονγκ και παρεμποδίζουν το έργο του Shen Yun, αλλά απειλούν επίσης την ακεραιότητα των καναδικών θεσμών, την εθνική κυριαρχία και τις θεμελιώδεις δημοκρατικές αξίες της χώρας».

Σύμφωνα με τη δήλωση, «το 2025 στάλθηκαν απειλές για βόμβες και μαζικούς πυροβολισμούς σε χώρους όπου θα παρουσιαζόταν το Shen Yun — ένας θίασος κλασικού κινεζικού χορού, που ιδρύθηκε από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ — σε τέσσερις καναδικές πόλεις, μεταξύ 140 περίπου παρόμοιων περιστατικών παγκοσμίως. Ορισμένες από αυτές τις απειλές εντοπίστηκαν ότι προέρχονται από την Κίνα. Αυτές οι ενέργειες αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης, καθοδηγούμενης από το ΚΚΚ εκστρατείας ενάντια στο Φάλουν Γκονγκ και το Shen Yun».

Η εκπρόσωπος του Συλλόγου Φάλουν Ντάφα Καναδά, Γκρέις Γουόλλενσακ, δήλωσε ότι ο υπουργός Δημόσιας Ασφάλειας Γκάρυ Αναντασανγκάρι έστειλε επιστολή απαντώντας στις ανησυχίες περί διακρατικής καταστολής. Ο υπουργός εξέφρασε «βαθιά ανησυχία» για τη σοβαρότητα και τον αντίκτυπο αυτών των ενεργειών στην καναδική κοινότητα των ασκουμένων, αναφέροντας ότι έχει μεταφέρει το ζήτημα στον αρμόδιο κρατικό αξιωματούχο για θέματα διακρατικής καταστολής και ενθάρρυνε τον Σύλλογο να συνεχίσει να ενημερώνει και να συνεργάζεται με την κυβέρνηση.

Η έμπειρη βουλευτής Τζούντυ Σγκρο, πρόεδρος της Διακομματικής Ομάδας Φίλων του Φάλουν Γκονγκ, είπε: «Αυτές οι δηλώσεις είναι εξαιρετικά σημαντικές, για να δουν οι πολίτες ότι στεκόμαστε απέναντι σε αυτήν την αδικία που πολλοί ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ αναγκάζονται να υπομένουν… Είναι άδικο, και πολλοί από εμάς οφείλουμε να δώσουμε φωνή σε όσους καταπνίγονται από τέτοιες πρακτικές». Χαρακτήρισε τη διακρατική καταστολή «τρομακτική» και τόνισε ότι «δεν πρέπει να επιτρέπεται να συνεχιστεί». Επεσήμανε δε ότι η παραπληροφόρηση του ΚΚΚ διαχέεται εδώ και δεκαετίες και ότι οι πολίτες πρέπει να είναι σε εγρήγορση ώστε να μην πέφτουν θύματα προπαγάνδας. Η κυβέρνηση του Καναδά εργάζεται για την αποκάλυψη αυτής της εκστρατείας παραπληροφόρησης και λαμβάνει μέτρα για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της διακρατικής καταστολής, ανέφερε.

Ο βουλευτής Γκαρνέτ Ζενουί, γνωστός για την προάσπιση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τόνισε ότι οι προσπάθειες του ΚΚΚ να παρεμποδίσει το Shen Yun «αποκαλύπτουν την ανασφάλεια του καθεστώτος»: «Αν φοβούνται τόσο μια χορευτική παράσταση», είπε, «τότε αντιλαμβανόμαστε πόσο εύθραυστο είναι το σύστημα που προσπαθούν να προστατεύσουν».

Η βουλευτής Μελίσσα Λάντσμαν χαρακτήρισε τις ενέργειες του ΚΚΚ «βόμβες, νομικό εκφοβισμό, φίμωση· όλα τα μέσα ενός βίαιου κομμουνιστικού καθεστώτος, που απλώνει την επιρροή του παγκοσμίως για να καταπνίξει φωνές που υπερασπίζονται την ελευθερία και το κράτος δικαίου».

Ο Τζέιμς Μπέζαν, σκιώδης υπουργός Άμυνας, σχολίασε ότι η στοχοποίηση του Shen Yun δείχνει «παρανοϊκό φόβο» από την πλευρά της ηγεσίας του Πεκίνου. Το δικό του νομοσχέδιο, C-219, εισάγει για πρώτη φορά τον όρο «διακρατική καταστολή» στον καναδικό νομικό κώδικα και ενισχύει τους μηχανισμούς κυρώσεων κατά όσων συμμετέχουν σε αυτές τις πρακτικές.

Η κοινή δήλωση σημειώνει ότι «η εκστρατεία του ΚΚΚ εναντίον του Φάλουν Γκονγκ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των κινδύνων που η G7 καλεί τον κόσμο να αντιμετωπίσει συλλογικά». Πράγματι, το 2025 περισσότεροι από 400 πολιτικοί από όλο τον κόσμο — ΗΠΑ, Καναδά, Ευρώπη, Αυστραλία και Ταϊβάν μεταξύ άλλων — καταδίκασαν την κλιμάκωση της διακρατικής καταστολής του Φάλουν Γκονγκ από το ΚΚΚ.

Ο Καναδάς είχε ήδη ψηφίσει το νόμο Countering Foreign Interference Act (C-70) το 2024, θεσπίζοντας Μητρώο Διαφάνειας Ξένης Επιρροής και ενισχύοντας τους μηχανισμούς δίωξης όσων λειτουργούν ως πράκτορες ξένης κυβέρνησης.

Ο βουλευτής Μάικλ Κούπερ τόνισε ότι η διεθνής κοινότητα «δεν πρέπει να υποκύψει στον εκφοβισμό του Πεκίνου» και κάλεσε την κυβέρνηση να επιταχύνει την εφαρμογή του μητρώου ξένης επιρροής ώστε να εμποδίζεται η κινεζική παρέμβαση.

Ο βουλευτής Σουβαλόυ Μαζουμντάρ υπογράμμισε ότι ο Καναδάς πρέπει να λάβει ουσιαστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της διακρατικής καταστολής εντός της επικράτειάς του: «Πρέπει να προστατεύουμε την ανεξιθρησκεία και την ελευθερία έκφρασης σε κάθε περίπτωση — συμπεριλαμβανομένων των ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ. Κανένα ξένο καθεστώς δεν πρέπει να μπορεί να φιμώσει Καναδούς πολίτες».

Εν τω μεταξύ, χιλιάδες Καναδοί πολίτες έχουν υπογράψει αναφορές ζητώντας τον τερματισμό της δίωξης, οι οποίες διαβάζονται στην ολομέλεια της Βουλής από βουλευτές που στηρίζουν το αίτημα.

13 Δεκεμβρίου 2025 /Ανταπόκριση Minghui
(Minghui.org)

Δωρεά της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών για σύστημα γεωεντοπισμού των τρένων

Η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών (ΕΕΕ) προχώρησε σε σημαντική πρωτοβουλία, χρηματοδοτώντας πλήρως την εγκατάσταση συστήματος γεωεντοπισμού σε όλο το ελληνικό σιδηροδρομικό δίκτυο. Συγκεκριμένα, στις 12 Δεκεμβρίου 2025 υπογράφηκε σύμβαση δωρεάς μεταξύ της ΕΕΕ και του Ελληνικού Δημοσίου, ύψους 2.489.409 ευρώ, για την προμήθεια και εγκατάσταση του νέου συστήματος γεωεντοπισμού σε όλες τις σιδηροδρομικές αμαξοστοιχίες. Η δωρεά αυτή καλύπτει πλήρως το κόστος του απαραίτητου εξοπλισμού και υλοποίησης, επιτρέποντας την άμεση εφαρμογή του προγράμματος χωρίς τις καθυστερήσεις ενός δημόσιου διαγωνισμού.

Το σχετικό συμφωνητικό δημοσιεύθηκε στη Διαύγεια του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, φέροντας τις υπογραφές δώδεκα εμπλεκόμενων πλευρών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται τρία μέλη της κυβέρνησης — ο υπουργός Υποδομών και Μεταφορών Κυριάκος Πιερρακάκης, ο αρμόδιος αναπληρωτής υπουργός Κωνσταντίνος Κυρανάκης και ο υφυπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Κώτσηρας — καθώς και η πλευρά του δωρητή. Τη δωρεά εκπροσώπησε η πρόεδρος της ΕΕΕ Μελίνα Τραυλού, υπό την ιδιότητά της ως προέδρου της ΑΜΚΕ «ΣΥΝ-ΕΝΩΣΙΣ» (Εταιρεία Κοινωνικής Προσφοράς Ελληνικού Εφοπλισμού). Στην ίδια σύμβαση κατονομάζονται επίσης ο διευθύνων σύμβουλος του ΟΣΕ Χρήστος Παληός και οι εταιρείες που θα προμηθεύσουν τον εξοπλισμό (ενδεικτικά: Diakar, JGC, Active, ETD, Starlink, Intertek, Alpha Ωμέγα Zed). Με αυτόν τον τρόπο δρομολογείται άμεσα η εγκατάσταση του συστήματος σε εθνικό επίπεδο, αφού η ιδιωτική χρηματοδότηση παρακάμπτει τη χρονοβόρο διαδικασία κρατικών προμηθειών και επιταχύνει την καθολική εφαρμογή της τεχνολογίας σε όλα τα τρένα.

Το σύστημα γεωεντοπισμού και η τεχνολογία του

Το νέο σύστημα γεωεντοπισμού των τρένων είναι ένα είδος δορυφορικής παρακολούθησης που επιτρέπει τον εντοπισμό κάθε αμαξοστοιχίας σε πραγματικό χρόνο. Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις, το σύστημα αυτό έχει ήδη δοκιμαστεί επιτυχώς στην πιλοτική του έκδοση: από τον Ιούλιο του 2025 βρισκόταν σε λειτουργία σε επιλεγμένα τρένα, στο πλαίσιο δοκιμαστικής εφαρμογής. Τεχνολογικά, αξιοποιεί δέκτες υψηλής ακρίβειας στίγματος (GPS/GNSS) πάνω στις μηχανές των τρένων, οι οποίοι προσφέρουν ακριβή γεωγραφική θέση. Ο αναπλ. υπουργός Μεταφορών Κων/νος Κυρανάκης έχει αναφέρει ότι το σύστημα βασίζεται σε τεχνογνωσία που προϋπήρχε: αξιοποιεί στοιχεία από την εφαρμογή HEPOS του Ελληνικού Κτηματολογίου — ένα δίκτυο σταθμών που δίνει συντεταγμένες υψηλής ακριβείας, αρχικά σχεδιασμένο για τον εντοπισμό ακινήτων σε χάρτη. Με άλλα λόγια, η ελληνική πλατφόρμα HEPOS παρέχει τις απαραίτητες διορθώσεις και δεδομένα ώστε ο γεωεντοπισμός των τρένων να γίνεται με ακρίβεια εκατοστών.

Τα δεδομένα θέσης των συρμών μεταδίδονται σε πραγματικό χρόνο προς το κεντρικό σύστημα παρακολούθησης. Για την αδιάλειπτη επικοινωνία χρησιμοποιούνται σύγχρονα δίκτυα — σύμφωνα με τη σύμβαση, προβλέπεται και χρήση δορυφορικών υπηρεσιών όπως το δίκτυο Starlink για τη μετάδοση δεδομένων. Σε κάθε μηχανή έλξης τοποθετείται ειδική κεραία και συσκευή GPS. Μάλιστα, για την αποφυγή τεχνικών προβλημάτων, το συμβόλαιο εγκατάστασης ορίζει ότι η κεραία θα τοποθετείται στην οροφή του τρένου, σε σημείο με απόσταση τουλάχιστον 30 εκατοστών από άλλες κεραίες ή ηλεκτρονικά συστήματα του οχήματος, ώστε να μην προκαλούνται παρεμβολές στη λήψη ή εκπομπή του σήματος. Όλες οι συσκευές θα συνδέονται με το Κέντρο Ελέγχου Κυκλοφορίας του ΟΣΕ, όπου ένα λογισμικό θα συγκεντρώνει τα στίγματα. Έτσι, οι σταθμάρχες και οι ελεγκτές κυκλοφορίας θα μπορούν να βλέπουν διαρκώς τη θέση κάθε τρένου πάνω στο δίκτυο. Το σύστημα υπόσχεται να ενισχύσει σημαντικά την ασφάλεια, τη διαχείριση της κυκλοφορίας και τη συνολική αξιοπιστία των δρομολογίων, παρέχοντας ανά πάσα στιγμή εικόνα για την κίνηση των αμαξοστοιχιών.

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι ότι τα δεδομένα γεωεντοπισμού δεν θα περιορίζονται μόνο σε εσωτερική χρήση από τον ΟΣΕ. Όπως ανακοινώθηκε, το σύστημα θα είναι προσβάσιμο και από τους πολίτες μέσω της νέας ψηφιακής πλατφόρμας railway.gov.gr. Κάθε ενδιαφερόμενος θα μπορεί να βλέπει online την κίνηση των τρένων σε πραγματικό χρόνο, κάτι που αναμένεται να προσδώσει διαφάνεια και άμεση ενημέρωση του επιβατικού κοινού. Με άλλα λόγια, πέρα από εργαλείο ασφαλείας, το νέο σύστημα θα λειτουργεί και ως υπηρεσία ενημέρωσης, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη τους στο σιδηρόδρομο: οι επιβάτες θα γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή πού βρίσκεται το τρένο τους και αν υπάρχουν καθυστερήσεις.

Εμπλεκόμενοι φορείς και σύνδεση με την ασφάλεια

Η εγκατάσταση του συστήματος γεωεντοπισμού αφορά στενά τόσο τον ΟΣΕ (Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδας) όσο και την εταιρεία λειτουργίας των τρένων, δηλαδή την πρώην ΤΡΑΙΝΟΣΕ — σήμερα Hellenic Train. Ως διαχειριστής της σιδηροδρομικής υποδομής, ο ΟΣΕ θα αξιοποιεί το σύστημα στο Κέντρο Ελέγχου Κυκλοφορίας του για να παρακολουθεί την κίνηση σε όλο το δίκτυο. Οι ηλεκτρονικοί χάρτες με τα στίγματα των τρένων δίνουν στους υπεύθυνους κυκλοφορίας άμεση εποπτεία της θέσης κάθε συρμού, γεγονός κρίσιμο για τον καλύτερο συντονισμό δρομολογίων αλλά και την πρόληψη επικίνδυνων καταστάσεων. Η συνεχής παρακολούθηση ενισχύει την ασφάλεια των μεταφορών, καθώς θεωρητικά επιτρέπει έγκαιρη προειδοποίηση ή παρέμβαση αν δύο τρένα βρεθούν στην ίδια γραμμή χωρίς να πρέπει, μειώνοντας τον κίνδυνο σύγκρουσης. Επιπλέον, συμβάλλει στη βελτίωση της διαχείρισης — π.χ. ρύθμιση της κυκλοφορίας, ενημέρωση για καθυστερήσεις — και γενικότερα στην αξιοπιστία του σιδηροδρομικού δικτύου.

Η Hellenic Train, ως κύριος πάροχος σιδηροδρομικών μεταφορών, είναι ο φορέας που θα δει τον εξοπλισμό να τοποθετείται στα οχήματά του. Σύμφωνα με πληροφορίες, το πρόγραμμα προβλέπει την εγκατάσταση συσκευών σε 148 μηχανές έλξης (δηλαδή σε όλες τις ενεργές ηλεκτράμαξες και ντιζελάμαξες του στόλου). Οι εργασίες εγκατάστασης εκτιμάται ότι θα διαρκέσουν έως 40 εβδομάδες για να καλύψουν όλα τα οχήματα, ανάλογα και με τον ρυθμό που τα τρένα θα διατίθενται διαδοχικά για εξοπλισμό. Η υλοποίηση θα γίνει σε συνεργασία με τους τεχνικούς των σιδηροδρομικών εταιρειών, ώστε να ενσωματωθεί ο νέος εξοπλισμός χωρίς να διαταραχθούν τα δρομολόγια περισσότερο από το αναγκαίο.

Η πρωτοβουλία αυτή εντάσσεται σαφώς στο πλαίσιο της ενίσχυσης της ασφάλειας των μεταφορών. Μετά από την τραγωδία στα Τέμπη  η Πολιτεία επιδιώκει να αναβαθμίσει άμεσα τα επίπεδα ασφαλείας στον σιδηρόδρομο. Ο γεωεντοπισμός δεν είναι πανάκεια, ωστόσο λειτουργεί συμπληρωματικά προς τα λοιπά συστήματα ασφαλείας. Όπως σημειώνουν αρμόδιοι, δεν υποκαθιστά τα βασικά πιστοποιημένα συστήματα σηματοδότησης, τηλεδιοίκησης και αυτόματου φρεναρίσματος (ETCS) που χρησιμοποιούνται διεθνώς και τα οποία αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της αποτροπής δυστυχημάτων. Στην περίπτωση του ελληνικού δικτύου, αυτά τα συστήματα ήταν σε μεγάλο βαθμό ανενεργά ή ημιτελή — γεγονός που συνέβαλε στη σύγκρουση των τρένων στα Τέμπη. Ειδικοί μάλιστα προειδοποιούν ότι πρέπει να διασφαλιστεί πως οι νέοι δέκτες και οι κεραίες τους δεν θα προκαλέσουν παρεμβολές στα λοιπά κρίσιμα συστήματα των τρένων — κάτι που έχει ληφθεί υπ’ όψιν, όπως δείχνει η πρόβλεψη για απόσταση κεραίας 30 εκ. στο συμβόλαιο.

Σημαντικό είναι ότι η υποχρέωση χρήσης τέτοιου συστήματος γεωεντοπισμού έχει ήδη θεσμοθετηθεί. Με τον νόμο «Κυρανάκη» για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων, που ψηφίστηκε τον Ιούλιο 2025, ορίστηκε ότι κάθε διαχειριστής τροχαίου υλικού (δηλαδή κάθε εταιρεία που εκμεταλλεύεται τρένα) οφείλει να εγκαταστήσει ανάλογη εφαρμογή γεωεντοπισμού το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προβλέπεται πρόστιμο 50.000 ευρώ για κάθε παράβαση σχετική με την εγκατάσταση, λειτουργία ή συντήρηση του συστήματος. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως όχι μόνο η Hellenic Train, αλλά και οποιοσδήποτε άλλος τυχόν φορέας λειτουργεί στο δίκτυο (όπως εταιρείες εμπορευματικών μεταφορών) υπόκειται σε αυτή την απαίτηση. Η δωρεά της ΕΕΕ, συνεπώς, διευκολύνει την πολιτεία να εκπληρώσει αυτόν τον στόχο εντός προθεσμίας, καλύπτοντας το σύνολο του κόστους και δίνοντας ένα έτοιμο σύστημα προς χρήση από το Δημόσιο.

Ρωσικά πλήγματα σε τουρκικά συμφέροντα στην Ουκρανία

Η ρωσοουκρανική σύγκρουση έχει αναδείξει, πέρα από τις στρατιωτικές και ανθρωπιστικές της διαστάσεις, ένα πλέγμα δευτερευουσών αλλά ιδιαίτερα κρίσιμων γεωπολιτικών διεργασιών. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η θέση της Τουρκίας ως κράτους-διαμεσολαβητή ανάμεσα σε εμπόλεμους και μη εμπόλεμους δρώντες, μια θέση που έχει προβληθεί ως στοιχείο της «πολυδιάστατης» εξωτερικής της πολιτικής, αλλά ταυτόχρονα εκθέτει τα δομικά όρια αυτής της στρατηγικής. Τα πρόσφατα ρωσικά πλήγματα σε πλοία τουρκικών συμφερόντων στα ουκρανικά λιμάνια αποτελούν χαρακτηριστική έκφραση αυτών των ορίων και δείχνουν ότι ο ρόλος του ενδιάμεσου κράτους δεν είναι απεριόριστα διαχειρίσιμος στο σημερινό διεθνές περιβάλλον.

Η αναφορά σε «τουρκικά πλοία» χρειάζεται εννοιολογική διασαφήνιση. Δεν πρόκειται απαραίτητα για πλοία με τουρκική σημαία ή κρατικά πλεούμενα, αλλά για εμπορικά σκάφη που ανήκουν σε ή βρίσκονται υπό διαχείριση τουρκικών εταιρειών και έχουν ενταχθεί στις κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού της Ουκρανίας. Στο διεθνές σύστημα, η ιδιοκτησία, η διαχείριση και η ασφαλιστική κάλυψη ενός πλοίου συχνά είναι σημαντικότερες από τη σημαία που φέρει. Επομένως, τα ρωσικά πλήγματα δεν πρέπει να ιδωθούν ως στοχεύσεις απομονωμένων ναυτιλιακών μονάδων, αλλά ως επιθέσεις σε υποδομές εμπορικής διαμεσολάβησης που λειτουργούν υπέρ του ουκρανικού πολέμου και ενισχύουν τη γεωοικονομική κινητικότητα της Τουρκίας.

Η Άγκυρα, από την έναρξη της σύγκρουσης, προσπάθησε να χτίσει έναν διαμεσολαβητικό ρόλο που θα της απέφερε πολλαπλά οφέλη. Διατήρησε ενεργειακές, χρηματοπιστωτικές και εμπορικές σχέσεις με τη Ρωσία, ενώ ταυτόχρονα επέτρεψε τη μεταφορά προϊόντων, πρώτων υλών και υλικών διττής χρήσης προς την Ουκρανία. Η στρατηγική αυτή, αν και προσέφερε βραχυπρόθεσμα γεωπολιτική υπεραξία, ενείχε έναν συστημικό κίνδυνο: το ότι η Τουρκία δεν διαθέτει πραγματική στρατηγική αυτονομία, κυρίως λόγω της ενεργειακής της εξάρτησης. Μεγάλο μέρος της τουρκικής οικονομίας — και της πολιτικής σταθερότητας που τη συνοδεύει — στηρίζεται στη φθηνή ρωσική ενέργεια. Αυτή η εξάρτηση περιορίζει δραστικά τα περιθώρια ελιγμών και μετατρέπει τη Ρωσία σε δυνάμει ρυθμιστή του εύρους και της ποιότητας της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

Υπό αυτό το πρίσμα, ακόμη και μια φαινομενικά ήπια διαφοροποίηση της τουρκικής ρητορικής, όπως η αναφορά σε ενδεχόμενη κατάπαυση του πυρός ή η ανάληψη πρωτοβουλιών που ευνοούν την Ουκρανία χωρίς ρωσική έγκριση, μπορεί να ενεργοποιήσει μηχανισμούς πίεσης από τη Μόσχα. Τα πλήγματα σε τουρκικά συμφέροντα λειτουργούν ως επιλεκτική τιμωρία: δεν αποσκοπούν σε πλήρη ρήξη, αλλά λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι η Τουρκία δεν μπορεί να απομακρύνεται από τα ρωσικά κελεύσματα χωρίς συνέπειες. Η χρήση μη επανδρωμένων σκαφών χαμηλού κόστους αλλά υψηλού συμβολικού αποτελέσματος, η επιλογή ώρας και η στοχοποίηση κρίσιμων λιμενικών υποδομών αποτελούν όλα στοιχεία μιας επίδειξης ισχύος, που έχει λιγότερο στόχο τη στρατιωτική καταστροφή και περισσότερο την αποδόμηση της τουρκικής αξιοπιστίας ως ασφαλούς διαμετακομιστικού κόμβου.

Οι οικονομικές και πολιτικές συνέπειες αυτής της πίεσης δεν είναι αμελητέες. Η αύξηση του ρίσκου στις τουρκικές αλυσίδες εφοδιασμού οδηγεί σε υψηλότερα ασφάλιστρα, απώλεια συμβολαίων και μετατόπιση φορτίων σε εναλλακτικές διαδρομές. Η επιδείνωση των εμπορικών όρων κοστίζει ιδιαίτερα σε επιχειρηματικά συμφέροντα που στηρίζουν το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας. Σε ημι-ολιγαρχικά περιβάλλοντα, τέτοιες επιπτώσεις δεν παραμένουν στο οικονομικό επίπεδο αλλά επηρεάζουν την εσωτερική πολιτική ισορροπία.

Τα γεγονότα αυτά αποκαλύπτουν μια βαθύτερη πραγματικότητα του διεθνούς συστήματος: ο διαμεσολαβητικός ρόλος ενός κράτους είναι βιώσιμος μόνο όταν στηρίζεται σε ουσιαστική αυτονομία. Η Τουρκία προσπάθησε να κινηθεί ταυτόχρονα προς τη Ρωσία και προς την Ουκρανία, να αντλήσει οφέλη από δύο αντιτιθέμενα στρατόπεδα και να εμφανιστεί ως ανεξάρτητος περιφερειακός δρων. Όμως μια τέτοια στρατηγική είναι βιώσιμη μόνο για κράτη με υψηλή αποτρεπτική ισχύ, ενεργειακή αυτάρκεια ή σταθερή συμμαχική κάλυψη — προϋποθέσεις που η Τουρκία δεν διαθέτει στον βαθμό που απαιτεί η θέση που επιδιώκει.

Τα ρωσικά πλήγματα, επομένως, δεν αποτελούν ανωμαλία αλλά αναμενόμενη εξέλιξη μιας στρατηγικής υπερέκτασης. Η Τουρκία επιχείρησε να εκμεταλλευτεί το συγκρουσιακό περιβάλλον για να ενισχύσει την περιφερειακή της επιρροή, αλλά το έκανε χωρίς τα αναγκαία εργαλεία στρατηγικής ανεξαρτησίας. Η υπόθεση αναδεικνύει ένα θεμελιώδες δίδαγμα των διεθνών σχέσεων: η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική μπορεί να λειτουργήσει μόνο όταν στηρίζεται σε στέρεα δομικά θεμέλια ισχύος· όταν, αντίθετα, στηρίζεται σε εξάρτηση, καθίσταται ευάλωτη σε επιλεκτικό καταναγκασμό και σε στρατηγικές τιμωρίες που υπενθυμίζουν τα όρια των ελιγμών της.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Γαλλία: Η εξέγερση του αγροτικού μετώπου — Κοπριά, μπλόκα και ο αγώνας ενάντια στη Mercosur

Δεκέμβριος 2025 — H Γαλλία βιώνει μία από τις πιο έντονες και εκτεταμένες αγροτικές κινητοποιήσεις των τελευταίων ετών. Χιλιάδες αγρότες κατέβηκαν στους δρόμους μεγάλων πόλεων, απέκλεισαν οδικούς άξονες με τρακτέρ, πέταξαν κοπριά έξω από κυβερνητικά κτίρια και προκάλεσαν σοβαρές διαταράξεις στην κυκλοφορία. Η έκρηξη αυτή της αγροτικής οργής δεν ήταν περιστασιακή· αποτέλεσε την κορύφωση μιας συσσωρευμένης δυσαρέσκειας που τροφοδοτήθηκε από την υποχρεωτική σφαγή ζώων λόγω της οζώδους δερματίτιδας, τις ανησυχίες για το προσχέδιο της συμφωνίας Mercosur και τη γενικότερη κρίση βιωσιμότητας του αγροτικού τομέα. Η αντίδραση των Γάλλων αγροτών εξελίχθηκε σε σημείο αναφοράς σε μια Ευρώπη που, κατά την άποψη των παραγωγών, απομακρύνεται από τις ανάγκες και τα δικαιώματα του πρωτογενούς τομέα.

Η άμεση αφορμή των κινητοποιήσεων ήταν η διαχείριση της οζώδους δερματίτιδας, μιας ιογενούς ασθένειας των βοοειδών που, παρότι αβλαβής για τον άνθρωπο, προκαλεί σοβαρές βλάβες στα ζώα και απειλεί την κτηνοτροφική παραγωγή. Η γαλλική κυβέρνηση, ακολουθώντας τις ευρωπαϊκές υγειονομικές κατευθύνσεις, επέλεξε την υποχρεωτική σφαγή ολόκληρου του κοπαδιού όταν εντοπίζεται ένα και μόνο κρούσμα. Η προσέγγιση αυτή θεωρήθηκε η πλέον αποτελεσματική για τον περιορισμό της νόσου, όμως προκάλεσε έντονες αντιδράσεις μεταξύ των κτηνοτρόφων που έβλεπαν ολόκληρες εκμεταλλεύσεις να εξαφανίζονται μέσα σε λίγες ώρες.

Στις 11 Δεκεμβρίου, οι αρχές προχώρησαν στη θανάτωση πάνω από 200 βοοειδών σε αγρόκτημα στο Αριέζ, κοντά στα ισπανικά σύνορα. Οι κτηνοτρόφοι προσπάθησαν να εμποδίσουν την πρόσβαση των κτηνιατρικών συνεργείων, κατασκευάζοντας οδοφράγματα με τρακτέρ και χώματα, ενώ η αστυνομία επενέβη με δακρυγόνα για να διαλύσει το πλήθος. Στις συγκρούσεις που ακολούθησαν σημειώθηκαν συλλήψεις, αλλά η σφαγή ολοκληρώθηκε. Το περιστατικό αυτό δεν ήταν μεμονωμένο: παρόμοιες εντάσεις καταγράφηκαν σε πολλές ακόμη περιοχές της Γαλλίας, δημιουργώντας ένα διάχυτο κλίμα ηθικής κρίσης και συναισθηματικής φόρτισης μέσα στην αγροτική κοινότητα.

Η οργή των αγροτών εκφράστηκε με τρόπο έντονο και συμβολικό. Στην πόλη Αγκέν, περίπου 60 τρακτέρ εμφανίστηκαν στο κέντρο τη νύχτα της 11ης προς τη 12η Δεκεμβρίου, με τους αγρότες να αδειάζουν υγρά λύματα και κοπριά έξω από δημόσια κτίρια, καταγγέλλοντας ότι η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τις ανησυχίες τους με αδιαφορία. Αντίστοιχες κινητοποιήσεις σημειώθηκαν στον αυτοκινητόδρομο A64 και σε πολλούς ακόμη οδικούς άξονες της νοτιοδυτικής Γαλλίας, με τους αγρότες να δηλώνουν ότι θα διατηρήσουν τα μπλόκα για όλο το σαββατοκύριακο, προειδοποιώντας για περαιτέρω κλιμάκωση.

Ωστόσο, η κρίση δεν περιορίζεται στην υγειονομική διαχείριση της οζώδους δερματίτιδας. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται και η προτεινόμενη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Mercosur, που περιλαμβάνει τις χώρες της Λατινικής Αμερικής Αργεντινή, Βραζιλία, Ουρουγουάη και Παραγουάη. Οι Γάλλοι αγρότες θεωρούν ότι η συμφωνία αυτή θα ανοίξει την ευρωπαϊκή αγορά σε προϊόντα με πολύ χαμηλότερα υγειονομικά και περιβαλλοντικά πρότυπα, διαμορφώνοντας έναν εξαιρετικά άνισο ανταγωνισμό. Προϊόντα όπως κρέας, ζάχαρη, ρύζι, μέλι και σόγια, που παράγονται σε αυτά τα κράτη, συχνά συνοδεύονται από πρακτικές — όπως η χρήση φυτοφαρμάκων και αντιβιοτικών που απαγορεύονται στην ΕΕ — οι οποίες μειώνουν το κόστος παραγωγής αλλά δημιουργούν σοβαρές ανησυχίες για τη δίκαιη μεταχείριση των Ευρωπαίων παραγωγών.

Οι διαμαρτυρίες πήραν ιδιαίτερα συμβολικό χαρακτήρα στις 26 Σεπτεμβρίου 2025, όταν περίπου 100 αγρότες από το Ιλ-ντε-Φρανς και τις γύρω περιοχές έφτασαν με 20 τρακτέρ μπροστά στο Παλάτι των Βερσαλλιών. Με γαλλικές σημαίες και πανό που έγραφαν «Η αγροτική εξέγερση ξαναρχίζει στα Βερσαλλίες», οι διαδηλωτές παρέπεμψαν ευθέως στα γεγονότα του 1789, συνδέοντας τη σημερινή τους αντίσταση με μια ιστορική στιγμή διεκδίκησης δικαιοσύνης και ισότητας.

Σε πάνω από 65 νομούς της Γαλλίας ακολούθησαν αντίστοιχες κινητοποιήσεις, με καταλήψεις, αποκλεισμούς και μαζικές συγκεντρώσεις. Παρά τις πιέσεις, η κυβέρνηση επέμεινε στη στάση της. Η υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης τόνισε ότι η υποχρεωτική θανάτωση των κοπαδιών είναι η μόνη αποτελεσματική μέθοδος, προειδοποιώντας ότι χωρίς δραστικά μέτρα η ΕΕ θα μπορούσε να θέσει τη Γαλλία σε καραντίνα, στερώντας τη δυνατότητα εξαγωγών. Υπογράμμισε μάλιστα ότι ακόμη και με την κατάσταση «υπό έλεγχο», η Γαλλία δεν μπορεί να εξάγει ούτε ένα τυρί από νωπό γάλα σε Καναδά και Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ εκτίμησε ότι αν η νόσος επεκταθεί θα μπορούσαν να χαθούν έως και 1,5 εκατομμύριο βοοειδή.

Τα αγροτικά συνδικάτα απορρίπτουν κατηγορηματικά αυτή τη θέση, χαρακτηρίζοντας τη στρατηγική της κυβέρνησης «πιο τρομακτική από την ίδια την ασθένεια». Η Confédération Paysanne και άλλες οργανώσεις ζητούν στοχευμένη θανάτωση μόνο των μολυσμένων ζώων και παράλληλο μαζικό εμβολιασμό, πρακτικές που έχουν εφαρμοστεί επιτυχώς σε άλλες χώρες.

Η κρίση του 2025 δεν εμφανίστηκε από το μηδέν. Ήδη από το 2023 και το 2024, οι Γάλλοι αγρότες διαμαρτύρονταν για την αύξηση του κόστους παραγωγής, τη δυσανάλογη γραφειοκρατία, τις περιβαλλοντικές υποχρεώσεις που θεωρούνται υπερβολικά φορτωμένες, και τον αθέμιτο ανταγωνισμό από εισαγόμενα προϊόντα. Το νέο κύμα κινητοποιήσεων αντικατοπτρίζει όλα αυτά τα ζητήματα, μαζί με την άμεση απειλή της οζώδους δερματίτιδας και το επερχόμενο εμπόδιο της Mercosur.

Οι ανησυχίες των αγροτών επιβεβαιώνονται και από έρευνες. Σύμφωνα με μελέτη του Cevipof και του Agro Toulouse το διάστημα Απριλίου–Ιουνίου 2025, σχεδόν 80% των Γάλλων αγροτών θεωρούν ότι η συμφωνία Mercosur αποτελεί άμεση απειλή για τη γαλλική γεωργία. Ο πρόεδρος της Fédération Nationale des Syndicats d’Exploitants Agricoles (FNSEA), Αρνώ Ρουσσώ [Arnaud Rousseau], έχει δηλώσει ότι «το αγροτικό κίνημα δεν θα σταματήσει» και ότι εάν η κυβέρνηση δεν λάβει ουσιαστικά μέτρα, η Γαλλία θα δει ακόμη πιο έντονες κινητοποιήσεις.

Οι διαμαρτυρίες του φετινού Δεκεμβρίου είναι αποτέλεσμα πολλαπλών πιέσεων που ασκούνται επί χρόνια στους παραγωγούς. Η υποχρεωτική σφαγή λόγω της οζώδους δερματίτιδας λειτούργησε ως καταλύτης, αλλά η οργή έχει βαθύτερα αίτια: το αυξανόμενο κόστος, η αίσθηση εγκατάλειψης από το κράτος, τις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες που θεωρούνται απειλητικές, τη δυσκολία επιβίωσης σε ένα διαρκώς απαιτητικότερο σύστημα παραγωγής. Το γαλλικό αγροτικό κίνημα δείχνει αποφασισμένο να συνεχίσει· οι επόμενοι μήνες αναμένεται να καθορίσουν εάν η κυβέρνηση θα προχωρήσει σε ουσιαστικές αλλαγές ή αν οι εντάσεις θα ενταθούν ακόμη περισσότερο.

Απειλές κατά δημοσιογράφου: Η σκοτεινή πλευρά της κάλυψης του σκανδάλου OΠEKEΠE

Στις 11 Δεκεμβρίου 2025, ο δημοσιογράφος της «Καθημερινής» Πάσχος Μανδραβέλης δέχθηκε απειλητικό τηλεφώνημα που άφησε εκείνον και τον ευρύτερο δημοσιογραφικό κόσμο σοκαρισμένο. Το περιστατικό αυτό αποτελεί ένα ακόμη κεφάλαιο στον αγώνα για την ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα, συνδυάζοντας τις απειλές κατά δημοσιογράφων με το κρίσιμο σκάνδαλο αγροτικών επιδοτήσεων που συγκλόνισε τη χώρα.

Το απειλητικό τηλεφώνημα και η σύνδεσή του με το σκάνδαλο OΠEKEΠE

Ο Πάσχος Μανδραβέλης περιέγραψε το περιστατικό με ζοφερούς όρους που αποκάλυψαν την ένταση των συγκρούσεων γύρω από το σκάνδαλο του OΠEKEΠE. Όπως δήλωσε, κατά τη διάρκεια του δελτίου ειδήσεων του ΣΚΑΪ, σχολίασε αρνητικά τη συμπεριφορά και τις δηλώσεις του Γιώργου Ξυλούρη κατά τη διάρκεια της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής για το OΠEKEΠE. Αμέσως μετά, κατά το βράδυ της Πέμπτης 11 Δεκεμβρίου, έλαβε ένα τηλεφώνημα από άγνωστο αριθμό με σκληρές απειλές.

Ο απαλός τόνος που χρησιμοποίησε αρχικά ο Μανδραβέλης κατά την αναφορά του περιστατικού σε συνεντεύξεις κρύβει την ουσία του μηνύματος. «Ένας τύπος μού είπε ότι έχω τρεις μέρες περιθώριο να φύγω από τη χώρα. Ότι θα έχω την τύχη του Καραϊβάζ. Ότι ‘θα σε καθαρίσουμε που τολμάς και βάζεις εσύ στο στόμα σου την Κρήτη’», αναφέρει χαρακτηριστικά. Η αναφορά στον δολοφονημένο δημοσιογράφο Γιώργο Καραϊβάζ είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ο Καραϊβάζ δολοφονήθηκε με δέκα σφαίρες έξω από το σπίτι του, στις 9 Απριλίου 2021.

Όσο για το περιεχόμενο του μηνύματος, ο Μανδραβέλης τόνισε ότι στη συνέχεια του απειλητικού τηλεφωνήματος του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί υποτίθεται ότι είχε κάνει αρνητικά σχόλια για την Κρήτη. Κάτι το οποίο κατηγορηματικά αρνήθηκε ο δημοσιογράφος, εξηγώντας ότι απλώς σχολίασε τη συμπεριφορά του Ξυλούρη ως το «ακρότατο σημείο» μιας ευρύτερης προβληματικής κατάστασης που αφορά τη διανομή παράνομων επιδοτήσεων.

Ο Γιώργος Ξυλούρης, γνωστός ως «Φραπές», είναι ένας γνωστός αγροτοσυνδικαλιστής που βρίσκεται στο κέντρο του σκανδάλου του OΠEKEΠE. Ο άνθρωπος αυτός ελέγχεται από τις αρχές για παρατυπίες, πιθανή νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες επιδοτήσεις και αδικαιολόγητο πλουτισμό. Συγκεκριμένα, ελέγχεται για καταθέσεις 2,5 εκατομμυρίων ευρώ και άλλα περιουσιακά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και μία πολυτελής Jaguar.

Κατά τη διάρκεια της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής, ο Ξυλούρης ήρθε αντιμέτωπος με μια σειρά απαιτητικών ερωτήσεων. Η κατάθεσή του ήταν γεμάτη εντάσεις, με επαναλαμβανόμενη χρήση του «δικαιώματος της σιωπής». Αυτή η στάση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις μεταξύ των βουλευτών, οι οποίοι επεσήμαναν ότι ένας μάρτυρας δεν θα έπρεπε να επικαλείται το δικαίωμα της σιωπής εάν δεν ήταν ύποπτος.

Ο Μανδραβέλης αντιπροσώπευε τον κριτικό έλεγχο που πρέπει να ασκούν οι δημοσιογράφοι σε σχέση με τέτοιες αμφίβολες συμπεριφορές κατά τη διάρκεια κρίσιμων διαδικασιών. Η κάλυψή του για τις εξελίξεις στην Εξεταστική Επιτροπή ήταν δημοσιογραφικό καθήκον.

Το σκάνδαλο του OΠEKEΠE δεν είναι απλώς ένα ζήτημα διαχείρισης κονδυλίων. Αναφέρεται σε ένα εκτεταμένο δίκτυο παράνομων επιδοτήσεων που απομυζούσε ευρωπαϊκά κονδύλια για χρόνια μέσω εικονικών δηλώσεων και ψευδών στοιχείων παραγωγής. Η ευρωπαϊκή επιτροπή αποφάσισε να παρακρατήσει € 392,2 εκατομμύρια από τις αγροτικές επιδοτήσεις της Ελλάδας, κάνοντας τη χώρα τη χειρότερα τιμωρημένη ευρωπαϊκή χώρα για τέτοια παραπτώματα.

Στις αρχές Δεκεμβρίου 2025, οι ελληνικές αρχές ανέφεραν την ανακάλυψη ενός καινούργιου δικτύου παράνομων αγροτικών επιδοτήσεων, που εκτεινόταν από το 2019 έως το 2025, με εκτιμώμενο λάφυρο περίπου € 1,7 εκατομμύριων ευρώ. Δεκαπέντε ύποπτοι συνελήφθησαν, ενώ σαράντα δύο άτομα συνολικά βρίσκονται υπό διερεύνηση.

Μεταξύ των κεντρικών προσώπων του δικτύου συγκαταλέγονται ο γνωστός αγροτοσυνδικαλιστής Μ. Ηλιετζάκης και ο λογιστής Γιώργος Λαμπράκης, διευθυντής της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Ηρακλείου. Ο Λαμπράκης έχει σημαντικές πολιτικές συνδέσεις, καθώς ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης ήταν κουμπάρος στο γάμο του.

Η κρίση της ελευθερίας του Τύπου στην Ελλάδα

Το απειλητικό τηλεφώνημα κατά του Πάσχου Μανδραβέλη δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό  αλλά βρίσκεται εντός ενός ευρύτερου τοπίου υπονόμευσης της δημοσιογραφικής ελευθερίας στην Ελλάδα. Η χώρα κατέχει ανησυχητικές θέσεις στις διεθνείς κατατάξεις ελευθερίας του τύπου. Σύμφωνα με τον Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου του 2025 από το Reporters Without Borders (RSF), η Ελλάδα κατέχει την 89η θέση μεταξύ 180 χωρών, με βαθμό 55,37.

Η κατάρρευση της ελευθερίας του Τύπου έχει συγκεκριμένες αιτίες. Από το 2021, η Ελλάδα αντιμετωπίζει συστηματική κρίση που περιλαμβάνει την παρακολούθηση δημοσιογράφων από την εθνική υπηρεσία πληροφοριών (ΕΥΠ), τη δολοφονία του δημοσιογράφου Γιώργου Καραϊβάζ που παραμένει ανεπίλυτη, την απόπειρα δολοφονίας του Στέφανου Χίου και επανειλημμένες απειλές κατά της ζωής δημοσιογράφων.

Ο Γιώργος Καραϊβάζ ήταν ένας έμπειρος δημοσιογράφος που ειδικευόταν σε θέματα οργανωμένου εγκλήματος. Πυροβολήθηκε έξω από το σπίτι του, στις 9 Απριλίου 2021, από δύο άτομα που επέβαιναν σε μοτοποδήλατο. Παρά τη σοβαρότητα του εγκλήματος και τις εκατοντάδες αναφορές ότι συνδέεται με το οργανωμένο έγκλημα και το δημοσιογραφικό έργο του θύματος, η δικαστική διαδικασία κατέληξε σε αθώωση των δύο υπόπτων λόγω έλλειψης αποδείξεων, το 2024.

Η επισφαλής κατάσταση των δημοσιογράφων

Η Human Rights Watch, μέσω μιας εκτεταμένης έρευνας που πραγματοποίησε φέτος, κατέγραψε ένα ευρύ φάσμα τρόπων με τους οποίους οι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν παρενοχλήσεις, εκφοβισμό και παρακολούθηση στην Ελλάδα. Οι είκοσι δύο δημοσιογράφοι που ρωτήθηκαν περιέγραψαν ένα εχθρικό σε γενικές γραμμές περιβάλλον όσον αφορά την κάλυψη κρίσιμων θεμάτων.

Δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν συστηματική αντίσταση ή άρνηση συμμόρφωσης από δημόσιους αξιωματούχους σχετικά με αιτήματα ελευθερίας πληροφοριών, γεγονός που παρεμποδίζει τη διερευνητική δημοσιογραφία.

Ο Πάσχος Μανδραβέλης έθεσε ένα σημαντικό ζήτημα κατά τη διάρκεια των σχολιασμών του για την Εξεταστική Επιτροπή. Διαμαρτυρήθηκε ότι τα πράγματα που συμβαίνουν δεν παίζονται ούτε σε καφενείο.

Σημαντικό είναι ότι η κάλυψη του σκανδάλου του OΠEKEΠE συνδέεται με ένα μεγαλύτερο πολιτικό σύστημα που φαίνεται να έχει αγοράσει τη σιωπή κάποιων δημοσιογράφων και άλλων ενδιαφερόμενων μερών μέσω συμβιβασμών, προστασίας ή άμεσων απειλών.

Σε οποιονδήποτε πολιτισμό ισχυρίζεται ότι τιμά την ελευθερία του Τύπου, η ασφάλεια των δημοσιογράφων θα έπρεπε να είναι δεδομένη. Δεν υπάρχει ελευθερία του Τύπου όταν οι λειτουργοί του βάλλονται ατιμώρητα από απειλές, επιθέσεις, δολοφονίες.

Μετά τη δολοφονία του Καραϊβάζ, η εξέταση των ελληνικών αρχών ήταν προβληματική, συμπεριλαμβανομένης της  παρουσίας της και της  συνεργασίας με την Europol, που περιορίστηκε σε αλληλογραφία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και δεν περιελάμβανε φυσική παρουσία ούτε επιτόπου βοήθεια.