Η Stellantis φέρεται να αναπροσανατολίζει τη στρατηγική της, δίνοντας προτεραιότητα σε τέσσερις βασικές μάρκες: Jeep, Ram, Peugeot και Fiat. Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, η εταιρεία σχεδιάζει να κατευθύνει μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεών της σε αυτές, εγκαταλείποντας το προηγούμενο μοντέλο πιο ισομερούς κατανομής πόρων.
Η αλλαγή αυτή προκύπτει μετά την αποχώρηση του πρώην διευθύνοντος συμβούλου Κάρλος Ταβάρες και εν όψει της ανάληψης καθηκόντων από τον Αντόνιο Φιλόζα, ο οποίος αναμένεται να παρουσιάσει τη νέα στρατηγική της εταιρείας το επόμενο διάστημα. Παρά τη μετατόπιση της έμφασης, δεν υπάρχει ένδειξη ότι κάποια από τις 14 μάρκες του ομίλου θα καταργηθεί.
Οι υπόλοιπες μάρκες, όπως Alfa Romeo, Opel και Citroën, αναμένεται να επικεντρωθούν σε συγκεκριμένες αγορές ή κατηγορίες οχημάτων. Τα μελλοντικά τους μοντέλα ενδέχεται να βασίζονται σε κοινές πλατφόρμες που θα αναπτύσσονται από τις βασικές μάρκες, διατηρώντας ωστόσο διαφοροποιημένο σχεδιασμό.
Σε ορισμένες περιπτώσεις εξετάζεται και η χρήση διαφορετικών εμπορικών σημάτων για παρόμοια μοντέλα, ανάλογα με την αγορά. Παράλληλα, ορισμένες μικρότερες μάρκες ενδέχεται να περιορίσουν τη γεωγραφική τους παρουσία ή να αναλάβουν πιο εξειδικευμένους ρόλους.
Η Maserati δεν περιλαμβάνεται στις συγκεκριμένες αναφορές, ωστόσο η Stellantis έχει επανειλημμένα διαψεύσει σενάρια πώλησής της. Παράλληλα, έχει ανακοινωθεί ενίσχυση της συνεργασίας της με την Alfa Romeo, κυρίως σε επίπεδο ανάπτυξης νέων μοντέλων.
Στη Βόρεια Αμερική, η Chrysler δεν περιλαμβάνεται στις βασικές μάρκες προτεραιότητας, αν και βρίσκονται σε εξέλιξη κινήσεις ανανέωσης, όπως η δημιουργία νέου σχεδιαστικού κέντρου και η τοποθέτηση νέας διοίκησης. Όσον αφορά την Dodge, δεν υπάρχει σαφής αναφορά στη νέα στρατηγική, ωστόσο έχει ήδη ανακοινωθεί επένδυση 130 εκατ. δολαρίων για την παραγωγή της επόμενης γενιάς του μοντέλου Durango από το 2029.
Η Stellantis αναμένεται να παρουσιάσει επίσημα το νέο της στρατηγικό πλάνο τον Μάιο, όπου θα αποσαφηνιστεί ο βαθμός ενίσχυσης των επενδύσεων στις βασικές μάρκες και ο ρόλος των υπολοίπων στο πλαίσιο του ομίλου.
Σε διπλωματικές επαφές με το Ιράν σχεδιάζει να προχωρήσει ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμμανουέλ Μακρόν, με στόχο την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και τη σταθεροποίηση των διεθνών αγορών ενέργειας.
Από την Ανδόρα, ο Γάλλος πρόεδρος τόνισε ότι η άνοδος των τιμών στα καύσιμα συνδέεται άμεσα με τους περιορισμούς στη διέλευση πλοίων από το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να αντιμετωπιστεί η αιτία του προβλήματος.
Όπως δήλωσε, σκοπεύει να ανοίξει δίαυλο επικοινωνίας με την Τεχεράνη αμέσως μετά την ολοκλήρωση της επίσκεψής του, εκφράζοντας συγκρατημένη αισιοδοξία για πρόοδο στο άμεσο μέλλον. Βασικός στόχος είναι η ομαλοποίηση της ροής κρίσιμων αγαθών, όπως το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τα λιπάσματα, μέσω των Στενών, καθώς η διαταραχή της κυκλοφορίας έχει ευρύτερες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία.
Τα Στενά του Ορμούζ, κομβικό σημείο για τη μεταφορά υδρογονανθράκων, παραμένουν στο επίκεντρο της έντασης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν. Παρά την εύθραυστη ισορροπία στην περιοχή, η ναυσιπλοΐα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικούς περιορισμούς.
Η Ιορδανία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα προχωρούν σε μια στρατηγικής σημασίας επένδυση ύψους 2,3 δισ. δολαρίων, με την υπογραφή συμφωνίας για την κατασκευή του σιδηροδρόμου του λιμανιού της Άκαμπα. Το έργο αποτελεί το πρώτο βήμα για τη δημιουργία ενός ευρύτερου διαμετακομιστικού διαδρόμου που στοχεύει στον εκσυγχρονισμό των logistics της Ιορδανίας και στην ενίσχυση της σύνδεσής της με τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.
Η συμφωνία υπεγράφη στο Άμπου Ντάμπι, παρουσίᾳ του πρωθυπουργού της Ιορδανίας Τζαφάρ Χασάν και του αντιπροέδρου των ΗΑΕ, σεΐχη Μανσούρ μπιν Ζαγέντ αλ Ναχιάν. Το έργο υλοποιείται ως ισότιμη συνεργασία μεταξύ ιορδανικών κρατικών και βιομηχανικών φορέων και της επενδυτικής πλατφόρμας Lunate Holding με έδρα το Άμπου Ντάμπι.
Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει την κατασκευή σιδηροδρομικού δικτύου 360 χιλιομέτρων, το οποίο θα συνδέει τα ορυχεία στο Σιντίγια και τις εγκαταστάσεις ποτάσας στο Γκορ αλ Σάφι με το λιμάνι της Άκαμπα. Το έργο περιλαμβάνει την κατασκευή σηράγγων και γεφυρών λόγω της δύσκολης γεωμορφολογίας της περιοχής.
(Thinkstock)
Πέρα από τη βιομηχανική του σημασία, ο σιδηρόδρομος αποτελεί τον πυρήνα του μελλοντικού εθνικού σιδηροδρομικού δικτύου της Ιορδανίας. Σε επόμενη φάση προβλέπεται η επέκτασή του προς το Αμμάν και από εκεί προς τη Συρία, τη Μεσόγειο και την Τουρκία, ενώ παράλληλα θα συνδεθεί με τη Σαουδική Αραβία και τις αγορές του Κόλπου. Στόχος είναι η ενίσχυση της περιφερειακής διασύνδεσης και η ανάδειξη της Ιορδανίας σε βασικό διαμετακομιστικό κόμβο μεταξύ Μέσης Ανατολής και Ευρώπης.
Το έργο αναμένεται να έχει σημαντικό αντίκτυπο στην οικονομία της χώρας, ιδιαίτερα στον εξορυκτικό τομέα, που αποτελεί βασικό πυλώνα των εξαγωγών. Η νέα γραμμή θα μπορεί να μεταφέρει περίπου 16 εκατομμύρια τόνους φορτίου ετησίως, εκ των οποίων 13 εκατ. τόνοι φωσφορικών αλάτων και 2,6 εκατ. τόνοι ποτάσας (υδροξείδιο του καλίου). Η μετάβαση από τις οδικές μεταφορές στον σιδηρόδρομο αναμένεται να μειώσει σημαντικά το κόστος μεταφοράς και να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα των ιορδανικών προϊόντων.
Η συμφωνία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο επενδυτικό πλαίσιο ύψους 5,5 δισ. δολαρίων που συμφωνήθηκε το 2023 μεταξύ των δύο χωρών. Η χρηματοδότηση του έργου αναμένεται να ολοκληρωθεί έως τις αρχές του 2027, ενώ η κατασκευή προβλέπεται να διαρκέσει περίπου πέντε χρόνια.
Η πρωτοβουλία αυτή θεωρείται ως ένα ακόμη βήμα ενίσχυσης της στρατηγικής συνεργασίας Ιορδανίας–ΗΑΕ, με τις δύο πλευρές να επιδιώκουν την προώθηση βιώσιμων επενδύσεων και τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή μέσω μεγάλων υποδομών.
Ο πρόεδρος της Jordan Phosphate Mines Company (JPMC), Μοχάμαντ Θνεϊμπάτ, δήλωσε ότι το έργο του σιδηροδρόμου της Άκαμπα αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες υποδομές που έχουν υλοποιηθεί στην Ιορδανία τα τελευταία χρόνια και αναμένεται να μειώσει το ετήσιο κόστος μεταφοράς ποτάσας και φωσφορικών κατά περίπου 40 εκατ. δολάρια. Όπως ανέφερε, η εξοικονόμηση αυτή θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των εταιρειών σε διεθνές επίπεδο, ενώ παράλληλα το έργο αναμένεται να δημιουργήσει περίπου 5.000 θέσεις εργασίας στη νότια περιοχή της χώρας. Πρόσθεσε επίσης ότι ο σιδηρόδρομος θα συνδεθεί με το «ξηρό λιμάνι» της Μάαν.
Κατά την επίσκεψη του Εμμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε μια πρόταση με σημαντικό γεωπολιτικό και βιομηχανικό βάρος: τη συμμετοχή της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα μαχητικού 6ης γενιάς FCAS. Η ελληνική πλευρά δεν περιορίζεται στην προοπτική αγοράς του αεροσκάφους στο μέλλον, αλλά επιδιώκει ενεργό ρόλο στην ανάπτυξη του συστήματος, φιλοδοξώντας να αποτελέσει τον τέταρτο εταίρο δίπλα σε Γαλλία, Γερμανία και Ισπανία.
Η πρόταση συνδέεται με ένα ευρύτερο πλαίσιο εκσυγχρονισμού της Πολεμικής Αεροπορίας. Οι προοπτικές που συζητώνται περιλαμβάνουν την αξιοποίηση παλαιότερων ελληνικών Mirage 2000-5, αλλά και την εξασφάλιση ευνοϊκότερων όρων για την απόκτηση επιπλέον μαχητικών Rafale. Περαιτέρω, η Αθήνα επιδιώκει να αποκτήσει ουσιαστική συμμετοχή στο βιομηχανικό κομμάτι του FCAS, αναλαμβάνοντας ρόλο σε τομείς όπως το λογισμικό ή η ανάπτυξη των μη επανδρωμένων συνοδών αεροσκαφών (remote carriers).
Το πρόγραμμα FCAS έχει ως στόχο να συμπληρώσει και να αντικαταστήσει το Eurofighter. (φωτογραφία αρχείου μέσω του πρακτορείου ειδήσεων dts)
Η ελληνική πρόταση εντάσσεται στη νέα φάση της ελληνογαλλικής συνεργασίας και συνδέεται με τη στρατηγική «Ατζέντα 2030», που στοχεύει στην ενίσχυση του ρόλου της Ελλάδας ως τεχνολογικού και γεωπολιτικού κόμβου στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η συμμετοχή της χώρας μπορεί να ενισχύσει τη συνοχή του προγράμματος και να προσδώσει επιπλέον επιχειρησιακή αξία, ιδιαίτερα σε απαιτητικά περιβάλλοντα όπως το Αιγαίο.
Ο Εμμανουέλ Μακρόν αντέδρασε θετικά στην ελληνική πρωτοβουλία, επισημαίνοντας ότι η εμβάθυνση της διμερούς αμυντικής συνεργασίας δημιουργεί το κατάλληλο υπόβαθρο για τέτοιες συνέργειες. Ωστόσο, τόνισε ότι η ένταξη νέου εταίρου απαιτεί τη συναίνεση και των άλλων συμμετεχόντων, δηλαδή της Γερμανίας και της Ισπανίας. Ως πρώτο βήμα, πρότεινε τη διασύνδεση του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας με τη γαλλική αντίστοιχη υπηρεσία, ώστε να ξεκινήσει άμεσα συνεργασία σε επίπεδο έρευνας και τεχνολογίας.
Το FCAS (Future Combat Air System/Μελλοντικό Σύστημα Αεροπορικών Μαχών) δεν αφορά ένα απλό μαχητικό, αλλά ένα ολοκληρωμένο σύστημα αεροπορικών επιχειρήσεων. Στον πυρήνα του βρίσκεται το Next Generation Fighter, το οποίο θα συνεργάζεται με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και θα λειτουργεί μέσα σε ένα ψηφιακό περιβάλλον δεδομένων, το λεγόμενο Combat Cloud, που αξιοποιεί τεχνητή νοημοσύνη για τον συντονισμό των επιχειρήσεων σε πραγματικό χρόνο. Σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό, το σύστημα προβλέπεται να αποτελέσει τη ραχοκοκαλιά της γερμανο-γαλλικής αεροπορικής άμυνας από τη δεκαετία του 2040 και μετά. Στόχος είναι το μαχητικό αεροσκάφος, εξοπλισμένο με τεχνολογία που ξεφεύγει από τον εντοπισμό των ραντάρ, να αντικαταστήσει μακροπρόθεσμα τα Eurofighter Tycoon (στη γερμανική πολεμική αεροπορία) και Rafale (στις γαλλικές αεροπορικές δυνάμεις).
Το πρόγραμμα βρίσκεται σε κρίσιμη φάση ανάπτυξης, με καθυστερήσεις λόγω διαφωνιών μεταξύ των βιομηχανικών εταίρων. Η πρώτη πτήση του πρωτοτύπου μετατίθεται πλέον για το 2028 ή το 2029, ενώ συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις για την επόμενη φάση παραγωγής. Παρά τις δυσκολίες, Γαλλία και Γερμανία επιμένουν στη σημασία του έργου, το οποίο θεωρείται κομβικό για τη μελλοντική αμυντική αυτονομία της Ευρώπης. Η πιθανή συμμετοχή της Ελλάδας στο FCAS θα σηματοδοτούσε αναβάθμιση του ρόλου της, όχι μόνο σε επιχειρησιακό αλλά και σε βιομηχανικό επίπεδο, τοποθετώντας τη χώρα στον πυρήνα των εξελίξεων της ευρωπαϊκής άμυνας.
Οι διαφωνίες μεταξύ των δύο βασικών εταίρων γύρω από το πρόγραμμα FCAS έχουν κυρίως δομικό χαρακτήρα. Στο επίκεντρο βρίσκεται η σύγκρουση μεταξύ της Dassault και της Airbus για τον έλεγχο του έργου, με τη γαλλική πλευρά να διεκδικεί ηγετικό ρόλο επικαλούμενη την εμπειρία της στην κατασκευή μαχητικών αεροσκαφών, κάτι που η γερμανική πλευρά θεωρεί ότι ανατρέπει την ισορροπία συνεργασίας. Παράλληλα, οι δύο χώρες εμφανίζουν διαφορετικές επιχειρησιακές απαιτήσεις: η Γαλλία χρειάζεται ένα μαχητικό ικανό να επιχειρεί από αεροπλανοφόρα και να φέρει πυρηνικό φορτίο, ενώ η Γερμανία προσανατολίζεται σε διαφορετικά χαρακτηριστικά απόδοσης, υποστηρίζοντας την ανάπτυξη δύο διαφορετικών εκδόσεων. Οι πολιτικοί που ασχολούνται με θέματα άμυνας θεωρούν ότι αυτό είναι λογικό από στρατιωτική άποψη, ενώ ορισμένοι προτείνουν τον περιορισμό της συνεργασίας σε μη επανδρωμένα συστήματα και σε άλλα εξαρτήματα.
Η πολιτική διάσταση επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση, με τον καγκελάριο Μερτς να έχει ήδη αμφισβητήσει δημόσια το πρόγραμμα, ενώ η αποτυχία των προσπαθειών διαμεσολάβησης εντείνει τα σενάρια διάσπασης ή ακόμη και εγκατάλειψης του FCAS στη σημερινή του μορφή. Ενώ είναι υπό συζήτηση εναλλακτικές συνεργασίες και παράλληλα προγράμματα, η πιθανή συμμετοχή της Ελλάδας έρχεται να ενδυναμώσει το ευρωπαϊκό εγχείρημα.
Τα μέχρι τώρα στάδια του έργου
Το σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή το 2017, από τον πρόεδρο της Γαλλίας Εμμανουέλ Μακρόν και την τότε καγκελάριο της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ (CDU), κατά τη διάρκεια ενός γερμανο-γαλλικού υπουργικού συμβουλίου. Δύο χρόνια αργότερα, η Ισπανία ανακοίνωσε τη συμμετοχή της, ενώ το Βέλγιο βρίσκεται σε καθεστώτος παρατηρητή από το 2023.
Στην πραγματικότητα, η δεύτερη φάση του σχεδίου θα έπρεπε να ξεκινήσει φέτος, με στόχο την ανάπτυξη ενός πτητικού μοντέλου έως το 2029. Ωστόσο, οι συμμετέχουσες εταιρείες διαφωνούν εδώ και καιρό σχετικά με τις αρμοδιότητες και τις ηγετικές διεκδικήσεις. Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα συμφωνίες, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ισπανία θα συμμετέχουν κατά ένα τρίτο η καθεμία στην ανάπτυξη του FCAS. Επικεφαλής στη Γαλλία είναι η Dassault Aviation, στη Γερμανία η Airbus και στην Ισπανία η Indra.
Ο επικεφαλής της Dassault, Ερίκ Τραππιέ, επιμένει ότι η γαλλική εταιρεία θα πρέπει να έχει ηγετικό ρόλο και σημαντικά υψηλότερο μερίδιο στην ανάπτυξη. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην εμπειρία του ομίλου του στην κατασκευή μαχητικών αεροσκαφών, την οποία η Airbus, ως κατασκευαστής πολιτικών αεροσκαφών, δεν διαθέτει. Αυτό, ωστόσο, θα αναστάτωνε την κατανομή αρμοδιοτήτων όπως την έχουν καθορίσει οι μέχρι τώρα διαπραγματεύσεις.
Δεν έχει επιτευχθεί ακόμη συμφωνία μεταξύ των Μερτς και Μακρόν σχετικά με το σύστημα αεροπορικών μαχών FCAS. (Ebrahim Noroozi/Pool AP/dpa)
Ο καγκελάριος Φρήντριχ Μερτς είχε επιμείνει για πολύ καιρό στις αρχικές συμφωνίες με τη Γαλλία και την Ισπανία όσον αφορά το FCAS, ωστόσο τον περασμένο Φεβρουάριο ο καγκελάριος αμφισβήτησε για πρώτη φορά ανοιχτά το έργο, αναφερόμενος στις διαφορετικές απαιτήσεις της Γαλλίας και τις Γερμανίας από ένα σύγχρονο μαχητικό αεροσκάφος. «Αν δεν μπορέσουμε να το λύσουμε αυτό, τότε δεν μπορούμε να διατηρήσουμε το πρόγραμμα», είχε δηλώσει ο Μερτς σε συνέντευξη.
Μετά από αυτή την τοποθέτηση, ο Γάλλος πρόεδρος δήλωσε ότι ο ίδιος παραμένει «αφοσιωμένος στην επιτυχία του FCAS», χωρίς ωστόσο να αποκλείει την αποτυχία του έργου. «Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις στρατηγικές προκλήσεις για την Ευρώπη μας, θα ήταν ακατανόητο αν δεν μπορούσαν να ξεπεραστούν οι βιομηχανικές διαφορές», σχολίασε.
Η πιο πρόσφατη συζήτηση για τον ηγετικό ρόλο στο FCAS έλαβε χώρα στα τέλη Μαρτίου, με δύο στελέχη του τομέα της άμυνας να αναλαμβάνουν την προσπάθεια για την εξεύρεση λύσης. Δεν υπάρχουν ακόμη επίσημες πληροφορίες για το αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με τη γερμανική εφημερίδα Handelsblatt, η γαλλική πλευρά φέρεται να προειδοποίησε για μια εκλογική νίκη του Rassemblement National στις προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους, το οποίο θέλει να τερματίσει τα προγράμματα συνεργασίας στον τομέα της άμυνας, σε περίπτωση που αναλάβει την εξουσία. Επίσης, η Γαλλία φέρεται να απείλησε εκ νέου με τον τερματισμό του κοινού προγράμματος αρμάτων μάχης MGCS, σε περίπτωση που το FCAS δεν συνεχιστεί.
Ο εισηγητής της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ένωσης, Φόλκερ Μάγιερ-Λέυ (CDU), ο οποίος είναι αρμόδιος για τη γερμανική Πολεμική Αεροπορία, δήλωσε ότι «με αυτή τη διαμεσολάβηση εξαντλούνται όλες οι επιλογές. [Εάν δεν οδηγήσει σε βιώσιμο αποτέλεσμα], το FCAS, με τη μορφή που έχει μέχρι τώρα, θα σταματήσει».
Ποιες είναι οι εναλλακτικές
Σύμφωνα με πληροφορίες από βιομηχανικούς κύκλους, η Airbus είναι έτοιμη να αναπτύξει δικό της μαχητικό αεροσκάφος. Είναι επίσης πιθανό η Γερμανία να συνεργαστεί με τη Σουηδία για την ανάπτυξη ενός μαχητικού αεροσκάφους.
Η Μεγάλη Βρετανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία, από την πλευρά τους, επιθυμούν να αναπτύξουν ένα νέο βομβαρδιστικό αεροσκάφος με τεχνολογία στελθ, υπό την ονομασία GCAP (Global Combat Air Programme) ή Tempest, ικανό να αντικαταστήσει τα ιαπωνικά μαχητικά αεροσκάφη F-2, καθώς και τα βρετανικά και ιταλικά Eurofighter. Η Γερμανία θα μπορούσε να συμμετάσχει σε αυτό το έργο. Ωστόσο, δεδομένου ότι το έργο έχει ήδη προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό, είναι αμφίβολο ποια επιρροή θα μπορούσε να ασκήσει η Γερμανία.
Με πληροφορίες από τη γερμανική έκδοση της Epoch Times
Τους λόγους για τους οποίους η μείωση του ΦΠΑ στην Ελλάδα παραμένει δύσκολη, εξήγησε ο Γεράσιμος Θωμάς, Γενικός Διευθυντής Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, δίνοντας έμφαση σε μια παράμετρο που, όπως είπε, συχνά παραβλέπεται.
Όπως τόνισε, σημαντικό μέρος των εσόδων από τον ΦΠΑ στη χώρα συνδέεται άμεσα με τον τουρισμό, καθώς πάνω από το 20% προέρχεται από δαπάνες επισκεπτών. Αυτό σημαίνει ότι μια ενδεχόμενη μείωση του ΦΠΑ θα οδηγούσε σε απώλεια εσόδων που σήμερα προέρχονται από μη Έλληνες φορολογούμενους, μεταφέροντας τελικά το βάρος στους πολίτες της χώρας.
Υποστήριξε ότι το υφιστάμενο μείγμα άμεσων και έμμεσων φόρων στην Ελλάδα θεωρείται ισορροπημένο, ενώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο η εργασία παραμένει υπερφορολογημένη, καθώς περίπου το 50% των φορολογικών εσόδων σχετίζεται με αυτήν. Κατά τον ίδιο, η μείωση αυτής της επιβάρυνσης είναι κρίσιμη για την ενίσχυση της απασχόλησης.
Συνδέοντας τη φορολογία με το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, εξήγησε ότι τα υψηλά επίπεδα φορολογίας αντανακλούν και τις απαιτήσεις για δημόσιες υπηρεσίες, όπως υγεία και εκπαίδευση. Παράλληλα, σημείωσε ότι η συζήτηση για γενικευμένη μείωση φόρων έχει περιοριστεί, λόγω της ανάγκης αύξησης των αμυντικών δαπανών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Αναφορικά με τον ΦΠΑ στα καύσιμα, ξεκαθάρισε ότι δεν εξετάζεται μείωση, επισημαίνοντας πως παρεμβάσεις όπως αυτές που έγιναν σε Ισπανία και Πολωνία δεν συμβαδίζουν πλήρως με το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Αντίθετα, πρότεινε ως πιο αποτελεσματικό μέτρο τη στοχευμένη στήριξη μέσω επιδοτήσεων ή κουπονιών.
Για τη φορολόγηση καπνικών προϊόντων, ανέφερε ότι εξετάζεται η θέσπιση ελάχιστου συντελεστή σε επίπεδο ΕΕ και σταδιακή αύξηση των φόρων, με περιορισμένες επιπτώσεις στα παραδοσιακά προϊόντα και μεγαλύτερες στα νεότερα.
Τέλος, αναφέρθηκε και στις αλλαγές που σχεδιάζονται στην ευρωπαϊκή τελωνειακή πολιτική, με στόχο τη δημιουργία ενός ενιαίου συστήματος υποβολής στοιχείων για τις εισαγωγές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ οι εθνικές αρχές θα διατηρούν τον έλεγχο. Όπως σημείωσε, η μεταρρύθμιση αυτή στοχεύει σε καλύτερη εποπτεία και ενίσχυση της προστασίας των ευρωπαϊκών συνόρων.
Την υπογραφή νέας αμυντικής συμφωνίας με τη Γαλλία μέσα στον Ιούνιο προανήγγειλε ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, διευκρινίζοντας ότι θα προβλέπει την παρουσία γαλλικών δυνάμεων στην Κύπρο με καθαρά ανθρωπιστικό χαρακτήρα.
Όπως ανέφερε, η συμφωνία θα υπογραφεί σε υπουργικό επίπεδο και εντάσσεται στο πλαίσιο της στενής συνεργασίας Λευκωσίας–Παρισιού. Η παρουσία των γαλλικών δυνάμεων συνδέεται με αποστολές όπως επιχειρήσεις εκκένωσης, παροχή βοήθειας και διαχείριση κρίσεων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Ο Κύπριος πρόεδρος τόνισε ότι η σχέση με τη Γαλλία αποτελεί την πιο ισχυρή συνεργασία της Κυπριακής Δημοκρατίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καλύπτοντας όχι μόνο την άμυνα και την ασφάλεια, αλλά και ένα ευρύτερο φάσμα τομέων. Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι ήδη από τον περασμένο Δεκέμβριο οι δύο χώρες έχουν υπογράψει αναβαθμισμένη στρατηγική συνεργασία, η οποία ενισχύει τον ρόλο της Κύπρου στην περιοχή.
Παράλληλα, η νέα συμφωνία συνδέεται και με την ανάπτυξη της κυπριακής αμυντικής βιομηχανίας, καθώς στόχος είναι να δημιουργηθούν συνέργειες μεταξύ γαλλικών εταιρειών και εγχώριων φορέων. Στο πλαίσιο αυτό, αξιοποιούνται και ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το πρόγραμμα SAFE, με σημαντικούς πόρους να κατευθύνονται προς την Κύπρο.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης υπογράμμισε ότι οι συμφωνίες με τη Γαλλία δεν είναι συμβολικές, αλλά έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο, φέρνοντας ως παράδειγμα την άμεση ανταπόκριση του Παρισιού σε αιτήματα στήριξης. Όπως είπε, πρόκειται για συνεργασίες που αποδίδουν στην πράξη και ενισχύουν τη θέση της Κύπρου ως παράγοντα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Δύο από τους μεγαλύτερους παγκόσμιους ομίλους, η Microsoft και η Nike, κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση: περιορισμό του ανθρώπινου δυναμικού και ταυτόχρονη ενίσχυση των επενδύσεων σε τεχνολογία και αυτοματοποίηση.
Η Microsoft επέλεξε μια πιο ήπια προσέγγιση, προχωρώντας σε πρόγραμμα εθελούσιων αποχωρήσεων στις ΗΠΑ, το οποίο αφορά εργαζομένους με πολυετή παρουσία στην εταιρεία. Το μέτρο μπορεί να επηρεάσει έως και 8.750 άτομα, δηλαδή περίπου το 7% του προσωπικού της στη χώρα. Αν και παρουσιάζεται ως επιλογή για συνταξιοδότηση, λειτουργεί στην πράξη ως ένας τρόπος μείωσης του κόστους χωρίς τον αρνητικό αντίκτυπο των μαζικών απολύσεων.
Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Ο τεχνολογικός κλάδος βρίσκεται σε φάση έντονης αναδιάρθρωσης, καθώς οι μεγάλες εταιρείες επενδύουν επιθετικά στην τεχνητή νοημοσύνη. Η Microsoft φέρεται να κατευθύνει τεράστιους πόρους προς αυτή την κατεύθυνση, με τις επενδύσεις να ενδέχεται να φτάσουν ακόμη και τα 100 δισ. δολάρια μέσα στη χρονιά. Παράλληλα, αναθεωρεί το σύστημα αμοιβών, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην απόδοση και επιβραβεύοντας πιο στοχευμένα τους εργαζομένους με υψηλές επιδόσεις.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Nike, η οποία ανακοίνωσε νέο γύρο απολύσεων που επηρεάζει περίπου 1.400 εργαζόμενους παγκοσμίως, κυρίως από το τεχνολογικό της τμήμα. Οι περικοπές εντάσσονται στη στρατηγική «Win Now», που στοχεύει στον εκσυγχρονισμό της παραγωγής, την ενσωμάτωση της εφοδιαστικής αλυσίδας και τη μεγαλύτερη αξιοποίηση αυτοματοποιημένων συστημάτων.
Οι αλλαγές αυτές έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η εταιρεία προσπαθεί να ανακάμψει από την πτώση των πωλήσεων, ιδιαίτερα στην αγορά της Κίνας, όπου καταγράφονται σημαντικές απώλειες. Ήδη από τις αρχές του έτους, η Nike είχε προχωρήσει σε επιπλέον απολύσεις, στο πλαίσιο της ίδιας στρατηγικής. Η μετοχή της Nike, φέτος, σημείωσε πτώση 29%, φτάνοντας στο χαμηλότερο επίπεδο της δεκαετίας.
Το κοινό στοιχείο και στις δύο περιπτώσεις είναι σαφές: οι επιχειρήσεις μειώνουν το ανθρώπινο δυναμικό τους, όχι απαραίτητα λόγω κρίσης, αλλά ως μέρος ενός βαθύτερου μετασχηματισμού. Η έμφαση μετατοπίζεται από τον όγκο των εργαζομένων στην αποδοτικότητα και από τη χειροκίνητη εργασία στην τεχνολογία.
Η τεχνητή νοημοσύνη και η αυτοματοποίηση δεν αποτελούν πλέον απλώς εργαλεία ενίσχυσης της παραγωγικότητας, αλλά βασικούς άξονες στρατηγικής. Και καθώς οι επενδύσεις σε αυτούς τους τομείς αυξάνονται, φαίνεται πως οι εταιρείες επαναπροσδιορίζουν τι σημαίνει «αναγκαίο» προσωπικό στη νέα εποχή.
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την ακύρωση της προγραμματισμένης επίσκεψης του ειδικού απεσταλμένου Στηβ Γουίτκοφ και του Τζάρεντ Κούσνερ στο Ισλαμαμπάντ, επικαλούμενος σύγχυση και εσωτερικές διαμάχες στην ιρανική ηγεσία. Η απόφαση ελήφθη λίγο μετά την αναχώρηση του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί από την πακιστανική πρωτεύουσα, γεγονός που επιβαρύνει το ήδη εύθραυστο κλίμα στις διπλωματικές επαφές.
Παρά την ακύρωση, ο Αμερικανός πρόεδρος διευκρίνισε ότι αυτή η εξέλιξη δεν σηματοδοτεί επιστροφή σε πολεμική σύγκρουση. Μέσω ανάρτησής του, υπογράμμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν το πλεονέκτημα και ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας παραμένεουν ανοικτοί, εφόσον η ιρανική πλευρά το επιθυμεί.
Από την πλευρά του, ο Αραγτσί τόνισε πως μένει να αποδειχθεί αν οι ΗΠΑ προσεγγίζουν με σοβαρότητα τη διπλωματική διαδικασία. Οι τελευταίες εξελίξεις αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο συνέχισης των επαφών, αλλά σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας. Ο Ιρανός υπουργός άφησε το Ισλαμαμπάντ για το Ομάν, όπου συζήτησε σήμερα, 26 Απριλίου, με τον ηγέτη της χώρας Χαΐθάμ μπιν Ταρίκ αλ Σαΐντ, επιστρέφοντας κατόπιν στο Πακιστάν, σύμφωνα με το Reuters, που επικαλείται ιρανικά μέσα ενημέρωσης. Αναμένεται επίσκεψή του στη Μόσχα.
Σύμφωνα με δήλωση της ιρανικής κυβέρνσησης, ο Ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν δήλωσε σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον Πακιστανό πρωθυπουργό Σεχμπάζ Σαρίφ ότι η Τεχεράνη αρνείται να διαπραγματευθεί υπό πίεση, απειλή ή αποκλεισμό και ότι προϋπόθεση για την έναρξη συνομιλιών είναι η άρση όλων των εμποδίων αυτού του είδους από την πλευρά των ΗΠΑ, αρνήθηκε δε τον ισχυρισμό του Τραμπ περί ‘σύγχυσης και εσωτερικής διαμάχης για την ηγεσία’ στο Ιράν, υπογραμμίζοντας ότι όλοι οι Ιρανοί συμπαρατάσσονται με τον ανώτατο ηγέτη της χώρας.
Με τη συμβολή της Δέσποινας Καραπάνου και πληροφορίες από το Reuters
Η αντίστροφη μέτρηση για την έναρξη των έργων στο Θριάσιο Εμπορευματικό Κέντρο έχει ήδη ξεκινήσει, με την επένδυση των 306 εκατ. ευρώ να περνά στη φάση υλοποίησης. Όμως δεν πρόκειται για ένα ακόμη συγκρότημα αποθηκών. Το νέο Θριάσιο σχεδιάζεται ως ένας πλήρως ψηφιακός και τεχνολογικά προηγμένος κόμβος logistics, που φιλοδοξεί να αλλάξει τα δεδομένα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Στην «καρδιά» του θα βρίσκονται η τεχνητή νοημοσύνη και τα ρομποτικά συστήματα. Αλγόριθμοι θα αναλαμβάνουν τη διαχείριση των ροών, βελτιστοποιώντας διαδρομές και αποθήκευση, ενώ τα ρομπότ θα εκτελούν τη διαλογή των εμπορευμάτων με ταχύτητα και ακρίβεια, μειώνοντας σημαντικά τα λάθη και τους χρόνους. Παράλληλα, μέσω τεχνολογιών Internet of Things, οι εταιρείες θα έχουν πλήρη εικόνα της πορείας των φορτίων τους σε πραγματικό χρόνο, από την είσοδο μέχρι την έξοδο από το κέντρο.
Το έργο δίνει επίσης ιδιαίτερη έμφαση στη βιωσιμότητα. Στις στέγες των εγκαταστάσεων θα τοποθετηθούν μεγάλης κλίμακας φωτοβολταϊκά, με στόχο την ενεργειακή αυτάρκεια και τη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος. Ο σχεδιασμός ακολουθεί αυστηρά διεθνή πρότυπα ESG, επιδιώκοντας πιστοποιήσεις όπως το LEED, ώστε να προσελκύσει μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στη σύνδεση με τον σιδηρόδρομο, ο οποίος εκπέμπει έως και 75% λιγότερο CO₂ σε σχέση με τις οδικές μεταφορές. Με αυτόν τον τρόπο, το Θριάσιο φιλοδοξεί να αποτελέσει τον κρίσιμο κρίκο που θα ενώσει τα λιμάνια του Πειραιά και της Ελευσίνας με τις αγορές της Κεντρικής Ευρώπης, ανεβάζοντας συνολικά το επίπεδο των ελληνικών logistics.
Σε μια εκτενή τοποθέτηση στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Λάουρα Κοβέσι, αναφέρθηκε σε σειρά ζητημάτων που αφορούν την Ελλάδα, από τη λειτουργία των Ελλήνων εισαγγελέων έως τις μεγάλες υποθέσεις διαφθοράς και τις πολιτικές ευθύνες.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ζήτημα της ανανέωσης της θητείας των Ελλήνων εντεταλμένων εισαγγελέων, ξεκαθαρίζοντας ότι η απόφαση έχει ήδη ληφθεί από το Κολέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Σημείωσε ότι η ίδια διαδικασία έχει εφαρμοστεί για περισσότερους από εκατό εισαγγελείς σε είκοσι δύο κράτη-μέλη, προτρέποντας τους διαφωνούντες να προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Παραδέχθηκε, πάντως, ότι στην Ελλάδα απαιτείται ένα επιπλέον διοικητικό στάδιο για την εφαρμογή της απόφασης, εκφράζοντας την εμπιστοσύνη της ότι οι αρμόδιες αρχές θα πράξουν αναλόγως.
Αναφερόμενη στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η Κοβέσι επανέλαβε με έμφαση τη σκληρή της κριτική, χαρακτηρίζοντας τον οργανισμό ως «ακρωνύμιο για διαφθορά, νεποτισμό και πελατειακές σχέσεις». Απέρριψε κατηγορηματικά τις αιτιάσεις ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χειρίστηκε την υπόθεση αποσπασματικά, τονίζοντας ότι τέτοιες κατηγορίες είναι αβάσιμες και αποπροσανατολιστικές. Σύμφωνα με την ίδια, η ουσία δεν βρίσκεται στη διαδικασία αλλά στο τι πραγματικά συνέβη.
Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στάθηκε και στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο θεσμός, κάνοντας λόγο για σημαντική έλλειψη πόρων. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, σε κρίσιμες έρευνες εργάζονται ελάχιστα άτομα, τα οποία καλούνται να επεξεργαστούν τεράστιο όγκο στοιχείων και παρακολουθήσεων. Ανέφερε, ωστόσο, ότι μετά από επαφές με την ελληνική κυβέρνηση υπάρχει πρόθεση ενίσχυσης των ερευνών με επιπλέον προσωπικό.
Σε ό,τι αφορά τις πολιτικές ευθύνες, η Κοβέσι απέρριψε την άποψη ότι οι πράξεις που ερευνώνται εντάσσονται στην «κανονική» πολιτική δραστηριότητα, τονίζοντας ότι πρόκειται για αδικήματα που αναγνωρίζονται ως τέτοια σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Παράλληλα, χαιρέτισε την απόφαση της Βουλής για άρση ασυλίας δεκατριών βουλευτών, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για αναγκαίο βήμα ώστε να προχωρήσουν οι έρευνες, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ενοχή.
Η ίδια εμφανίστηκε θετική και ως προς τις πρωτοβουλίες για επιτάχυνση των διαδικασιών σε υποθέσεις που αφορούν πολιτικά πρόσωπα, σημειώνοντας ότι υπάρχει περιθώριο βελτίωσης του θεσμικού πλαισίου. Υπογράμμισε πως η καθυστέρηση στην απονομή Δικαιοσύνης αποτελεί κρίσιμο ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν όταν αναφέρθηκε στη νοοτροπία που, όπως είπε, συχνά συναντά στην Ελλάδα. «Κουράστηκα να ακούω ότι έτσι γίνονται τα πράγματα», δήλωσε, υπογραμμίζοντας ότι η ανοχή σε πρακτικές διαφθοράς δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία. Μάλιστα, παρέθεσε παράδειγμα παλαιότερης νομοθεσίας που επέτρεπε σε δράστες οικονομικών εγκλημάτων να αποφεύγουν συνέπειες επιστρέφοντας μέρος των χρημάτων, σημειώνοντας ότι τέτοιες πρακτικές έχουν πλέον αλλάξει.
Η Κοβέσι αναφέρθηκε επίσης στην αύξηση των υποθέσεων που χειρίζεται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στην Ελλάδα, κάτι που, όπως είπε, αποδεικνύει ότι οι πολίτες εμπιστεύονται όλο και περισσότερο τον θεσμό. Τόνισε δε ότι η διαφθορά δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, επισημαίνοντας πως «καμία χώρα δεν είναι απόλυτα καθαρή».
Απέφυγε να σχολιάσει προσωπικές επιθέσεις ή δηλώσεις πολιτικών εις βάρος της, δηλώνοντας ότι προτιμά να επικεντρώνεται στο έργο της. Με μια δόση χιούμορ, όταν ρωτήθηκε για άλλες πιθανές υποθέσεις, παρέπεμψε… στο Μαντείο των Δελφών, επισημαίνοντας ωστόσο ότι οι έρευνες στην Ελλάδα καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα, από φοροδιαφυγή μέχρι απάτες σε δημόσιους διαγωνισμούς.