Οι βουλευτικές εκλογές στη Συρία, οι πρώτες υπό τη νέα ισλαμιστική ηγεσία της χώρας και προγραμματισμένες για τον Σεπτέμβριο, δεν θα διεξαχθούν στην ταραγμένη επαρχία Σουέιντα, στη νότια Συρία, ούτε στις επαρχίες Ράκκα και Χασάκα στη βορειοανατολική χώρα, όπως δήλωσαν Σύροι αξιωματούχοι.
Σύμφωνα με το συριακό πρακτορείο ειδήσεων Ekhbariya, που επικαλέστηκε εκπρόσωπο της εκλογικής επιτροπής, η ψηφοφορία στις τρεις επαρχίες θα αναβληθεί μέχρι να διαμορφωθούν «κατάλληλες συνθήκες». Τον περασμένο μήνα, ο επικεφαλής της επιτροπής είχε δηλώσει στο κρατικό πρακτορείο SANA ότι οι εκλογές για την ανάδειξη των 210 μελών της Λαϊκής Συνέλευσης θα πραγματοποιηθούν μεταξύ 15 και 20 Σεπτεμβρίου.
Η Σουέιντα έχει γνωρίσει τις τελευταίες εβδομάδες επαναλαμβανόμενα επεισόδια σεχταριστικής βίας, με εκατοντάδες νεκρούς. Η περιοχή φιλοξενεί τη μεγαλύτερη συγκέντρωση Δρούζων στη Μέση Ανατολή, μιας μειονοτικής θρησκευτικής κοινότητας που συνδέεται με κλάδο του σιιτικού Ισλάμ.
Η βία ξέσπασε στα μέσα Ιουλίου, όταν σουνίτες ένοπλοι συγκρούστηκαν με Δρούζους μαχητές, γεγονός που οδήγησε την κυβέρνηση στην αποστολή δυνάμεων ασφαλείας για να περιορίσουν την ένταση. Ωστόσο, οι μάχες γρήγορα επεκτάθηκαν ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τους Δρούζους που αντιτάχθηκαν στην ανάπτυξη στρατού στην επαρχία.
Το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, εκτίμησε ότι οι νεκροί ξεπέρασαν τους 1.500, μεταξύ αυτών 720 κάτοικοι και τουλάχιστον 430 άνδρες των κυβερνητικών δυνάμεων.
Ύστερα από τρεις ημέρες συγκρούσεων, το υπουργείο Άμυνας της Συρίας ανακοίνωσε κατάπαυση του πυρός μετά από διαβουλεύσεις με Δρούζους ηγέτες. Παράλληλα, το Ισραήλ – όπου επίσης ζει κοινότητα Δρούζων – πραγματοποίησε επιθέσεις εναντίον συριακών κυβερνητικών θέσεων, συμπεριλαμβανομένων εγκαταστάσεων του υπουργείου Άμυνας, με το αιτιολογικό της «προστασίας» της μειονότητας.
Στις αρχές Αυγούστου, περιορισμένες συγκρούσεις ξανάρχισαν στη Σουέιντα, όταν η Δαμασκός κατηγόρησε πολιτοφυλακές Δρούζων για επιθέσεις κατά κυβερνητικών στόχων.
Την περασμένη εβδομάδα, ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ για τη Συρία Γκέιρ Πέντερσεν προειδοποίησε ότι η βία μπορεί να αναζωπυρωθεί ανά πάσα στιγμή, παρά την εύθραυστη εκεχειρία. Μιλώντας στο Συμβούλιο Ασφαλείας, τόνισε ότι «η απειλή αναζωπύρωσης των συγκρούσεων παραμένει παρούσα, όπως και οι πολιτικές φυγόκεντρες δυνάμεις που απειλούν την κυριαρχία, την ενότητα, την ανεξαρτησία και την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας».
Αναβολή στη Ράκκα και τη Χασάκα
Στη βορειοανατολική Συρία, οι επαρχίες Ράκκα και Χασάκα, όπου επίσης ανεστάλη η εκλογική διαδικασία, βρίσκονται κυρίως υπό τον έλεγχο των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (Syrian Democratic Forces – SDF), μιας κουρδικής συμμαχίας που υποστηρίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις από τη Δημοκρατική Αυτόνομη Διοίκηση της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας (Democratic Autonomous Administration of North and East Syria – DAANES), η οποία λειτουργεί παράλληλα με τις SDF και δηλώνει ότι ενεργεί ανεξάρτητα από την κεντρική κυβέρνηση.
Σε ανακοίνωσή της στις 24 Αυγούστου, υποστήριξε ότι οι εκλογές «δεν είναι δημοκρατικές και δεν εκφράζουν σε καμία περίπτωση τη βούληση των Σύρων», προσθέτοντας ότι «δεν αποτελούν παρά συνέχεια μιας πολιτικής περιθωριοποίησης και αποκλεισμού».
Η διοίκηση τόνισε επίσης ότι οι επαρχίες Ράκκα και Χασάκα είναι «σχετικά ασφαλείς» σε σύγκριση με άλλες περιοχές της χώρας.
Τον περασμένο Δεκέμβριο, το καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ ανατράπηκε από επίθεση αντικαθεστωτικών δυνάμεων με την υποστήριξη της Τουρκίας, υπό την ηγεσία της οργάνωσης Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ (HTS), μιας σουνιτικής ένοπλης ομάδας με παλαιότερες διασυνδέσεις με την Αλ Κάιντα.
Από τον Ιανουάριο, επικεφαλής της μεταβατικής συριακής κυβέρνησης είναι ο ηγέτης της HTS, Αχμέντ αλ Σαρά, γνωστός στο παρελθόν ως Μοχάμεντ αλ Γκολανί. Τον Φεβρουάριο ο Σαρά, ο οποίος έχει δεσμευθεί για την προστασία των θρησκευτικών μειονοτήτων της χώρας, είχε εκτιμήσει ότι η Συρία θα χρειαστεί έως και πέντε χρόνια πριν μπορέσει να πραγματοποιήσει την πρώτη προεδρική εκλογή μετά την εποχή Άσαντ.
Με πληροφορίες από Reuters και Associated Press