Σάββατο, 30 Αυγ, 2025

Η Ινδία υπό πίεση για τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου

Η Ινδία ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με μια δύσκολη επιλογή ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία, καθώς η κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αυξάνει την πίεση για τον περιορισμό των ενεργειακών της σχέσεων με τη Μόσχα.

Με εκτελεστικό διάταγμα της 6ης Αυγούστου, ο Αμερικανός πρόεδρος αύξησε τους τελωνειακούς δασμούς σε ινδικά προϊόντα που εισάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες στο 50%. Ο Λευκός Οίκος αιτιολόγησε την απόφαση επικαλούμενος τη συνέχιση των εισαγωγών ρωσικού αργού πετρελαίου από την Ινδία, υποστηρίζοντας ότι συμβάλλουν στη χρηματοδότηση της ρωσικής στρατιωτικής δραστηριότητας στην Ανατολική Ευρώπη.

Παρότι το Νέο Δελχί έχει εκφράσει την αντίθεσή του στις νέες δασμολογικές επιβαρύνσεις, η Ουάσιγκτον επιμένει ότι η ενεργειακή συνεργασία Ινδίας-Ρωσίας ενισχύει τη ρωσική οικονομία και δυσχεραίνει τις προσπάθειες επίλυσης της σύρραξης στην Ουκρανία.

Σε τηλεοπτική του συνέντευξη στο CNBC, στις 5 Αυγούστου, ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ινδικές αγορές ρωσικού πετρελαίου «τροφοδοτούν την πολεμική μηχανή» της Μόσχας. Οικονομολόγοι της ING σχολίασαν την ίδια ημέρα ότι δεν είναι σαφές εάν ο απώτερος στόχος των ΗΠΑ είναι η επιβολή δευτερογενών κυρώσεων στην Ινδία ή εάν πρόκειται για μοχλό πίεσης ώστε η χώρα να ανοίξει την αγορά της σε αμερικανικά γεωργικά προϊόντα ή να δεσμευτεί για εισαγωγές ενέργειας από τις ΗΠΑ.

Ενίσχυση εμπορικών σχέσεων Ινδίας–Ρωσίας

Η Ινδία έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Ρωσίας, με το διμερές εμπόριο να προσεγγίζει τα 69 δισ. δολάρια ετησίως. Η ραγδαία αύξηση αποδίδεται κυρίως στις ενεργειακές συναλλαγές: από περίπου 1 δισ. δολάρια ετησίως πριν την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι ινδικές εισαγωγές ρωσικού αργού ανήλθαν σε 25,5 δισ. δολάρια το 2022, 48,6 δισ. το 2023 και 52,7 δισ. το 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία της βάσης δεδομένων Comtrade των Ηνωμένων Εθνών.

Επιπλέον, η Ινδία απορροφά το 19% των ρωσικών εξαγωγών άνθρακα από τον Δεκέμβριο του 2022, ενώ εκτιμήσεις του ινδικού ινστιτούτου Observer Research Foundation αναφέρουν ότι το Νέο Δελχί καλύπτει πάνω από το ένα τρίτο των εξαγωγών ρωσικού πετρελαίου, δεύτερο μετά από την Κίνα, η οποία εισάγει περίπου το 50%.

Μόνο στο πρώτο εξάμηνο του 2025, οι ινδικές εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο στα 1,75 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.

Διυλιστήριο της Gazprom Neft στο Ομσκ. Ρωσία, 10 Φεβρουαρίου 2020. (Alexey Malgavko/Reuters)

 

Η επιβολή πλαφόν τιμής στα 60 δολάρια ανά βαρέλι από την Ομάδα των Επτά (G7) και την Ευρωπαϊκή Ένωση επέτρεψε σε χώρες όπως η Ινδία και η Κίνα να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο με έκπτωση. Ωστόσο, καθώς οι διεθνείς αγορές πετρελαίου έχουν σταθεροποιηθεί, το όφελος για την Ινδία έχει περιοριστεί. Η τιμή του Brent – διεθνές σημείο αναφοράς για το πετρέλαιο – διαμορφώνεται σήμερα στα περίπου 68 δολάρια ανά βαρέλι στο ICE Futures του Λονδίνου, καταγράφοντας πτώση 9% από τις αρχές του έτους.

Αναλυτές εκτιμούν ότι η G7 και η ΕΕ εξετάζουν την πιθανότητα περαιτέρω μείωσης του πλαφόν, ώστε να ενταθεί η πίεση στη Μόσχα.

Η ανάγκη ενεργειακής ασφάλειας

Η Ινδία καλύπτει σχεδόν το σύνολο των ενεργειακών της αναγκών μέσω εισαγωγών. Η διαχρονική στρατηγική της εξωτερικής της πολιτικής έχει στηριχθεί στην ισορροπία σχέσεων με τις μεγάλες δυνάμεις – ΗΠΑ και Κίνα – χωρίς δέσμευση σε συμμαχίες.

Καθώς το πλαφόν της G7 δεν συνιστά καθολική απαγόρευση, χώρες που δεν συμμετέχουν – όπως η Ινδία – δεν υποχρεούνται να σταματήσουν τις αγορές ρωσικού πετρελαίου.

Ινδοί αξιωματούχοι τόνισαν πως οι αυξημένες αγορές από τη Ρωσία κατέστησαν αναγκαίες όταν οι προμήθειες από παραδοσιακούς προμηθευτές διοχετεύθηκαν στην Ευρώπη. Εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Ινδίας ανέφερε στις 5 Αυγούστου ότι η χώρα αναγκάστηκε να στραφεί στη ρωσική αγορά για να εξασφαλίσει επαρκή και οικονομικά προσιτή ενέργεια για τον πληθυσμό της, ο οποίος ανέρχεται σε 1,46 δισεκατομμύρια.

Παρά τη σταθεροποίηση των τιμών του πετρελαίου κάτω από τα προπολεμικά επίπεδα, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η Ινδία δεν έχει μειώσει τη ζήτηση για ρωσική ενέργεια. Σύμφωνα με ανάλυση του Observer Research Foundation, ινδικά διυλιστήρια έχουν αυξήσει τις εισαγωγές ρωσικού αργού, χωρίς ενδείξεις ανησυχίας από την πολιτική ηγεσία.

Οι ΗΠΑ έχουν κατηγορήσει την Ινδία για μεταπώληση ρωσικού πετρελαίου στη διεθνή αγορά, αποκομίζοντας κέρδη και ενισχύοντας έμμεσα τη ρωσική οικονομία. Στο εκτελεστικό διάταγμα της 6ης Αυγούστου αναφέρεται ότι η Ινδία, μέσω της μεταπώλησης, «επιτρέπει επιπλέον χρηματοδότηση της επιθετικότητας της Ρωσικής Ομοσπονδίας».

Εμπόριο με ΗΠΑ και Ρωσία

Οι εμπορικοί δεσμοί Ινδίας–Ρωσίας είχαν αρχίσει να ενισχύονται ήδη πριν τον πόλεμο. Τον Δεκέμβριο του 2021, οι πρόεδροι Πούτιν και Μόντι υπέγραψαν σειρά συμφωνιών σε τομείς όπως το εμπόριο και η άμυνα. Τον Ιούλιο του 2024 ακολούθησαν εννέα ακόμη συμφωνίες, που κάλυπταν από την έρευνα έως την κλιματική πολιτική.

Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν κομβικής σημασίας για την ινδική οικονομία. Ο διμερής όγκος εμπορίου ΗΠΑ–Ινδίας ανήλθε σε περίπου 212 δισ. δολάρια, με την Ινδία να διατηρεί πλεόνασμα. Ο Τραμπ έχει κατ’ επανάληψη επικρίνει τους ινδικούς δασμούς, χαρακτηρίζοντάς τους «υπερβολικούς» και «ενοχλητικούς».

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social την περασμένη εβδομάδα, ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι «δεν έχουμε κάνει ουσιαστικό εμπόριο με την Ινδία – οι δασμοί τους είναι εξαιρετικά υψηλοί, από τους υψηλότερους παγκοσμίως».

Σύμφωνα με το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ, το εμπορικό έλλειμμα αγαθών με την Ινδία ανήλθε σε σχεδόν 46 δισ. δολάρια το 2024, αυξημένο κατά 5,9% σε σχέση με το 2023.

Η Ντιπάλι Μπαρκάβα, επικεφαλής ανάλυσης για την Ασία και τον Ειρηνικό στην ING, εκτίμησε ότι οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ αντιστοιχούν περίπου στο 18% του συνόλου των ινδικών εξαγωγών, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τη Ρωσία δεν ξεπερνά το 1%. Όπως σημείωσε σε ανάλυσή της, στις 6 Αυγούστου, το αυξημένο δασμολογικό καθεστώς «θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά την ανάπτυξη του ΑΕΠ».

Στο δεύτερο τρίμηνο του 2025, η ανάπτυξη του ινδικού ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 7,4%, από 6,4% στο πρώτο τρίμηνο. Οι πρώιμες εκτιμήσεις δείχνουν ότι η τάση θα συνεχιστεί και το τρίτο τρίμηνο.

Η Μπαρκάβα εκτίμησε ότι οι δύο χώρες θα συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο η Ινδία να μειώσει τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου με αντάλλαγμα χαμηλότερους δασμούς. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η επενδυτική εμπιστοσύνη προς την Ινδία, εσωτερικά και διεθνώς, ενδέχεται να αποδυναμωθεί, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει την Κεντρική Τράπεζα της Ινδίας σε μείωση των επιτοκίων πριν το τέλος του έτους.

Η εφημερίδα The Epoch Times έχει ζητήσει επίσημο σχόλιο από την ινδική κυβέρνηση.

Σε ισχύ οι νέοι δασμοί των ΗΠΑ

Σε ισχύ τέθηκαν από τα μεσάνυχτα της 7ης Αυγούστου οι νέοι δασμοί που αποφάσισε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εις βάρος δεκάδων χωρών, στο πλαίσιο του αναθεωρημένου εμπορικού του δόγματος. Η εφαρμογή του μέτρου είχε αρχικά οριστεί για την 1η Αυγούστου, ωστόσο αναβλήθηκε κατά μία εβδομάδα, προκειμένου να οριστικοποιηθεί το σχετικό ρυθμιστικό πλαίσιο.

Βάσει της σχετικής προεδρικής εντολής, σχεδόν 70 εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ θα αντιμετωπίζουν δασμούς που θα κυμαίνονται από 10% έως 41%. Εξαίρεση αποτελούν προϊόντα που είχαν ήδη αποσταλεί προς αμερικανικά λιμάνια πριν από την ημερομηνία εφαρμογής και θα εισέλθουν στη χώρα για κατανάλωση έως τις 5 Οκτωβρίου.

Ιδιαίτερη πρόβλεψη υπάρχει για τα προϊόντα διαμετακόμισης, δηλαδή αγαθά που παράγονται σε μία χώρα και επαναδρομολογούνται μέσω τρίτης χώρας για να αποφύγουν δασμούς. Για αυτά προβλέπεται επιβάρυνση εισαγωγής 40% καθώς και επιπλέον πρόστιμα, σύμφωνα με το διάταγμα.

Η εντολή του Τραμπ καθιερώνει και επισήμως τους λεγόμενους «ανταποδοτικούς δασμούς», που είχε εξαγγείλει τέσσερις μήνες νωρίτερα, αλλά ήταν σε αναστολή 90 ημερών για την προώθηση διαπραγματεύσεων. Σε αυτό το διάστημα, ο Λευκός Οίκος απέστειλε επιστολές σε πολλούς ξένους ηγέτες – οι οποίες δημοσιεύθηκαν και στην πλατφόρμα Truth Social – ενώ έχει συνάψει νέες εμπορικές συμφωνίες με την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα.

Αναφερόμενος στις ανησυχίες για τις επιπτώσεις στην επιχειρηματική δραστηριότητα και τις παγκόσμιες εμπορικές ροές, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ, υποστήριξε σε συνέντευξή του στο CNBC στις 29 Ιουλίου ότι δεν πρόκειται για «το τέλος του κόσμου». Σύμφωνα με τον ίδιο, οι προσωρινοί αυτοί δασμοί θα μπορούσαν να διατηρηθούν για «λίγες ημέρες ή εβδομάδες», εφόσον οι εμπλεκόμενες χώρες διαπραγματεύονται καλή τη πίστει.

Από την πλευρά του, ο εκπρόσωπος Εμπορίου των ΗΠΑ, Τζέημσον Γκρηρ, δήλωσε στις 3 Αυγούστου στο δίκτυο CBS ότι οι τρέχοντες δασμοί «είναι σε μεγάλο βαθμό οριστικοί» και δεν αναμένεται να μειωθούν σύντομα. Ωστόσο, ανέφερε ότι οι ξένες κυβερνήσεις μπορούν ακόμη να επικοινωνήσουν με την Ουάσιγκτον και να επιδιώξουν καλύτερες συμφωνίες. Κατά την άποψή του, «ο κόσμος βλέπει πλέον καθαρά τα βασικά χαρακτηριστικά της δασμολογικής πολιτικής του προέδρου».

Σύμφωνα με στοιχεία του Yale Budget Lab, ο μέσος αποτελεσματικός δασμός στις ΗΠΑ ανέρχεται πλέον στο 18,3% – το υψηλότερο ποσοστό από το 1934.

Προαναγγελία επιπλέον μέτρων

Ο πρόεδρος Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο για περαιτέρω επιβολή δασμών. Όπως δήλωσε στις 6 Αυγούστου, οι δασμοί που αφορούν ημιαγωγούς και υπολογιστικά μικροκυκλώματα θα φτάσουν «περίπου το 100%». Διευκρίνισε, πάντως, ότι επιχειρήσεις που κατασκευάζουν εντός των ΗΠΑ δεν θα υπόκεινται σε επιβαρύνσεις, ακόμα κι αν η παραγωγή τους δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Δεν διευκρινίστηκε πότε θα τεθούν σε ισχύ οι συγκεκριμένοι δασμοί.

Παράλληλα, ο πρόεδρος επιβεβαίωσε ότι θα επιβληθούν δασμοί και σε φαρμακευτικά προϊόντα που εισάγονται στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον ίδιο, στην αρχική φάση θα εφαρμόζεται ένας «μικρός δασμός», ενώ μετά από ένα έτος και πλέον, προβλέπεται «ανώτατος» δασμός που μπορεί να φτάσει έως και το 250%. Όπως ανέφερε, στόχος είναι η επανεγκατάσταση της φαρμακευτικής παραγωγής εντός των ΗΠΑ.

Φάρμακα σε φαρμακείο στο Λος Άντζελες. Καλιφόρνια, ΗΠΑ, 12 Μαΐου 2025. (Eric Thayer/Getty Images)

 

Λίγες ώρες πριν από την έναρξη ισχύος των μέτρων, ο Τραμπ υπέγραψε προεδρικό διάταγμα με το οποίο επιβάλλεται επιπλέον δασμός 25% σε προϊόντα από την Ινδία, ανεβάζοντας τη συνολική επιβάρυνση στο 50% – το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών που πλήττονται από τα νέα μέτρα.

Στην αιτιολόγηση του διατάγματος, αναφέρεται ότι η ινδική κυβέρνηση «εισάγει άμεσα ή έμμεσα πετρέλαιο από τη Ρωσική Ομοσπονδία». Η Ουάσιγκτον έχει εντείνει τις πιέσεις προς τη Μόσχα για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, ενώ ο Τραμπ – παρότι χαρακτήρισε τον Ινδό πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι «φίλο» – ζήτησε από το Νέο Δελχί να περιορίσει τις εισαγωγές ρωσικής ενέργειας.

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, οι ινδικές εισαγωγές ρωσικού αργού πετρελαίου ανήλθαν σχεδόν στα 53 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024, έναντι μόλις 1 δισεκατομμυρίου πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η Ινδία είναι πλέον ο δεύτερος μεγαλύτερος πελάτης ρωσικού πετρελαίου, απορροφώντας πάνω από το ένα τρίτο των εξαγωγών αργού της Μόσχας.

Την ίδια στιγμή, οι διαπραγματεύσεις με τον Καναδά και το Μεξικό δεν έχουν ακόμη αποδώσει καρπούς. Ο Τραμπ συμφώνησε πρόσφατα σε παράταση 90 ημερών για να μην αυξηθούν οι δασμοί στο Μεξικό, διατηρώντας ωστόσο τους ισχύοντες: 50% σε χάλυβα, αλουμίνιο και χαλκό, και 25% σε αυτοκίνητα.

Την 1η Αυγούστου, οι ΗΠΑ αύξησαν τους δασμούς στα μη συμμορφούμενα προς τη συμφωνία USMCA καναδικά προϊόντα από 25% σε 35%, ενώ επιβλήθηκε και επιπλέον δασμός 40% για προϊόντα διαμετακόμισης από τον Καναδά.

Ανάμεικτες αντιδράσεις στις αγορές

Παρά την ένταση γύρω από τη δασμολογική πολιτική, οι αμερικανικές χρηματιστηριακές αγορές κατέγραψαν άνοδο στις 6 Αυγούστου, λίγο πριν την εφαρμογή των νέων μέτρων.

Ο δείκτης Nasdaq ενισχύθηκε κατά 1,2% (253 μονάδες) και έκλεισε στις 21.169 μονάδες, ενώ ο Dow Jones σημείωσε μικρή άνοδο 0,18% (81 μονάδες), φτάνοντας στις 44.193. Ο ευρύτερος δείκτης S&P 500 κινήθηκε επίσης ανοδικά κατά 0,73% (46 μονάδες), στις 6.345 μονάδες.

Αναλυτές επισημαίνουν ότι ενώ οι αρχικές εξαγγελίες των δασμών είχαν προκαλέσει πτώση στις αγορές, πλέον υπάρχει μεγαλύτερη αισιοδοξία για την κατεύθυνση των εμπορικών σχέσεων. Ο Ντέηβιντ Μίλλερ, επικεφαλής επενδύσεων στην Catalyst Funds, εκτίμησε – σε σχόλιό του προς την εφημερίδα The Epoch Times – ότι η τρέχουσα δασμολογική στρατηγική ενδέχεται να λειτουργήσει «καθαρά θετικά» για την οικονομία και τις αγορές. Κατά τον ίδιο, η στροφή αυτή συνοδεύεται από ισχυρές εμπορικές συμφωνίες, περισσότερη αμοιβαιότητα και δεσμεύσεις επενδύσεων ύψους τρισεκατομμυρίων δολαρίων εντός των ΗΠΑ.

Την ίδια ώρα, το δολάριο δεν κατάφερε να διατηρήσει την ορμή που είχε πριν από την έναρξη του Αυγούστου. Ο δείκτης δολαρίου (DXY), που το συγκρίνει με άλλα βασικά νομίσματα όπως το γεν και η στερλίνα, υποχώρησε κατά 0,6% – με συνολική πτώση 9,5% από την αρχή του έτους.

Η κινεζική κυριαρχία στις εφοδιαστικές αλυσίδες ανησυχεί την ΕΚΤ

Την αυξανόμενη ευαλωτότητα της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών λόγω της εξάρτησής τους από την Κίνα για βασικά αγαθά επισημαίνει σε πρόσφατη προειδοποίησή της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), αναφέροντας ότι αμφότερες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο διαταραχών στην αλυσίδα εφοδιασμού, ιδίως σε τομείς όπως η ενέργεια, η υγεία και οι ψηφιακές τεχνολογίες.

Σε περίληψη δελτίου που δημοσιεύθηκε στις 5 Αυγούστου, οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ υπογράμμισαν πως ακόμη και ήπιες διαταραχές σε αυτές τις κρίσιμες εξαρτήσεις μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις.

«Παρότι οι κρίσιμες εξαρτήσεις αποτελούν μικρό τμήμα του συνολικού εμπορίου και των εισροών στην παραγωγή, κάθε διαταραχή στον εφοδιασμό τους συνεπάγεται δυσανάλογα υψηλό οικονομικό κόστος λόγω της χαμηλής δυνατότητας υποκατάστασής τους», σημείωσαν χαρακτηριστικά.

Η ανάλυση της ΕΚΤ επισημαίνει πως η απελευθέρωση του παγκόσμιου εμπορίου από τη δεκαετία του 1990, παρότι τόνωσε την αποδοτικότητα, επέτρεψε και σε χώρες όπως η Κίνα να κυριαρχήσουν σε σημαντικά ορυκτά.

Ως συνέπεια αυτού, Ευρώπη και ΗΠΑ έχουν καταστεί σε υψηλό βαθμό εξαρτημένες από εισαγόμενες πρώτες ύλες, κάτι που οδηγεί σε στρατηγικές αδυναμίες.

«Αυτές οι εξαρτήσεις εγκυμονούν στρατηγικές ευπάθειες, καθώς ενδεχόμενη διατάραξή τους από γεωπολιτικούς αντιπάλους μπορεί να επιφέρει σημαντικά οικονομικά πλήγματα», αναφέρουν οι οικονομολόγοι.

Το δελτίο αναφέρει πως περίπου το 30% των κρίσιμων εισαγωγών της Ευρώπης από την Κίνα – συμπεριλαμβανομένων των σπανίων γαιών, των αντιβιοτικών και των ηλεκτρονικών ειδών ευρείας κατανάλωσης – ανήκει στην κατηγορία των «μοναδικών σημείων αποτυχίας», δηλαδή προϊόντων για τα οποία υπάρχουν ελάχιστοι ή καθόλου εναλλακτικοί προμηθευτές. Η εξάρτηση είναι ακόμη μεγαλύτερη στις ΗΠΑ, όπου περίπου το 40% των κρίσιμων εισροών προέρχεται από την Κίνα.

Σε αντιδιαστολή με τη Δύση, η Κίνα έχει μειώσει δραστικά τη δική της εξάρτηση από εισαγόμενα δυτικά προϊόντα, μέσω σειράς βιομηχανικών πολιτικών, μεταξύ των οποίων και η πρωτοβουλία «Made in China 2025». Παράλληλα, υλοποιεί στρατηγική «οικονομικού οχυρού» για να αντέξει τυχόν εξωτερικούς κραδασμούς.

Η κυριαρχία της Κίνας εντοπίζεται κυρίως στις στρατηγικές πρώτες ύλες, αφού ραφινάρει περίπου το 73% του παγκόσμιου κοβαλτίου και το 40% του λιθίου, ενώ ελέγχει πάνω από το 95% της παγκόσμιας παραγωγής σπανίων γαιών – υλικά ζωτικά για τα ηλεκτρικά οχήματα, τα συστήματα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τις τεχνολογίες άμυνας αιχμής.

Η ΕΚΤ εκφράζει έντονη ανησυχία για το πλήγμα που θα μπορούσε να προκαλέσει οποιοσδήποτε «σοκ» στον εφοδιασμό, παρά το ότι τα αντίστοιχα αγαθά αντιπροσωπεύουν μικρό μόνο μέρος του συνολικού εμπορίου.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, οι απώλειες τελικής ζήτησης στη ζώνη του ευρώ έχουν δεκαπλασιαστεί από το 1995, φθάνοντας σήμερα το 0,41%, ενώ αντίστοιχα στις ΗΠΑ ανέρχονται σε 0,32%.

Όπως διευκρινίζουν οι συντάκτες, «απώλειες τελικής ζήτησης σημαίνουν αρνητικές επιπτώσεις στη συνολική δαπάνη νοικοκυριών, επιχειρήσεων και Δημοσίου, με την πτώση να αποτυπώνει συνολικό πλήγμα στην παραγωγή και την κατανάλωση».

Σύμφωνα με την ΕΚΤ, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής βρίσκονται αντιμέτωποι με το δίλημμα μεταξύ ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων και διατήρησης των πλεονεκτημάτων του οικονομικού ανοίγματος.

Η έκθεση εισηγείται στοχευμένες και συντονισμένες στρατηγικές «μείωσης κινδύνου» (de-risking) αντί για οριζόντιο προστατευτισμό, ώστε να αντιμετωπίζονται συγκεκριμένες ευπάθειες χωρίς να θυσιάζονται τα οφέλη της διεθνούς ολοκλήρωσης.

Απαντώντας στις προκλήσεις αυτές, οι ΗΠΑ έχουν ήδη ξεκινήσει να λαμβάνουν μέτρα για τη μείωση της εξάρτησής τους από κινεζικές εφοδιαστικές αλυσίδες, σε μια διαδικασία που ξεκίνησε επί της πρώτης προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ.

Ένας φορτωτής μεταφέρει χώμα που περιέχει ορυκτά σπάνιων γαιών σε λιμάνι στο Λιανγιουνγκάνγκ, στην επαρχία Τζιανγκσού. Κίνα, 5 Σεπτεμβρίου 2010. (AFP μέσω Getty Images)

 

Τον Σεπτέμβριο του 2020, ο Τραμπ υπέγραψε προεδρική εντολή με την οποία κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης για την εθνική εξάρτηση από κρίσιμα ορυκτά, περιλαμβανομένων των σπανίων γαιών, του γαλλίου και του γραφίτη, εγκαινιάζοντας ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης, ενδεχόμενη επιβολή δασμών ή ποσοστώσεων, αλλά και ενίσχυση των εγχώριων δυνατοτήτων εξόρυξης και επεξεργασίας.

Οι προσπάθειες αυτές συνεχίστηκαν και επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν, ο οποίος το 2022 υπέγραψε τον νόμο Chips and Science Act, σηματοδοτώντας σημαντικό βήμα για την ενίσχυση της αμερικανικής βιομηχανίας ημιαγωγών, μέσω χορήγησης 52 δισ. δολαρίων σε επιδοτήσεις και φορολογικά κίνητρα για τη στήριξη της εγχώριας παραγωγής και έρευνας, με απώτερο στόχο τη μείωση της εξάρτησης από ξένους κατασκευαστές, κυρίως στην Κίνα και την Ταϊβάν.

Περαιτέρω πρωτοβουλίες ελήφθησαν και με νέα προεδρική εντολή, τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς, που ενεργοποίησε τον Νόμο για την Αμυντική Παραγωγή (Defense Production Act), προσφέροντας ώθηση στην εγχώρια παραγωγή λιθίου, κοβαλτίου και άλλων κρίσιμων μεταλλευμάτων που χρησιμοποιούνται σε μπαταρίες και προηγμένα οπλικά συστήματα.

Το Πεντάγωνο. Βιρτζίνια, ΗΠΑ, 2 Απριλίου 2025. (Madalina Vasiliu/The Epoch Times)

 

Το Πεντάγωνο έχει επίσης δρομολογήσει νέες χρηματοδοτήσεις και σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα για την ανάπτυξη εγκαταστάσεων παραγωγής μαγνητών σπανίων γαιών και τη διεύρυνση εναλλακτικών προμηθευτών για εξαρτήματα πυραύλων και αεροναυπηγικής.

Παρ’ όλες τις ενισχυμένες προσπάθειες για την επανατοποθέτηση των αμυντικών αλυσίδων εφοδιασμού εκτός Κίνας, αναλυτές προειδοποιούν ότι ο ευρύς έλεγχος που ασκεί το Πεκίνο στη διύλιση και επεξεργασία κρίσιμων υλικών εξακολουθεί να συνιστά σοβαρή πρόκληση.

Έκτακτες διαπραγματεύσεις Ελβετίας–ΗΠΑ για μείωση δασμών

Η πρόεδρος της Ελβετίας, Καρίν Κέλερ-Σούτερ, και ο υπουργός Οικονομίας, Γκυ Παρμελέν, θα μεταβούν την Τρίτη στην Ουάσιγκτον για συνομιλίες με στόχο την αποτροπή της επιβολής δασμών 39% που ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.

Ο εν λόγω δασμός, που ανακοινώθηκε στις 31 Ιουλίου, αναμένεται να τεθεί σε ισχύ την Πέμπτη και θα επιβάλει στις ελβετικές εταιρείες έναν από τους υψηλότερους φόρους σε εξαγωγές παγκοσμίως.

Μόνο το Λάος, η Μιανμάρ και η Συρία αντιμετωπίζουν υψηλότερα ποσοστά, στο 40% και το 41% αντίστοιχα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση υπόκειται σε δασμούς 15%, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο διαπραγματεύθηκε ποσοστό 10%.

Όπως ανέφερε σε ανακοίνωσή της στις 5 Αυγούστου η ελβετική κυβέρνηση, η Κέλερ-Σούτερ και ο Παρμελέν θα επιδιώξουν άμεσα συναντήσεις με τις αμερικανικές αρχές για να βελτιώσουν τα δεδομένα σχετικά με τους δασμούς που αφορούν την Ελβετία.

Στόχος τους είναι να παρουσιάσουν μια πιο δελεαστική πρόταση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες ώστε να μειωθεί το ύψος των αμοιβαίων δασμών για τα ελβετικά προϊόντα εξαγωγής, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις αμερικανικές ανησυχίες. Το ομοσπονδιακό συμβούλιο δεν διευκρίνισε ποιοι ακριβώς παράγοντες ή μέλη της αμερικανικής κυβέρνησης θα συμμετάσχουν στις συνομιλίες ούτε αν προβλέπεται κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον ίδιο τον Τραμπ.

Ο οικονομολόγος Χανς Γκέρσμπαχ από το KOF Swiss Economic Institute στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης σχολίασε: «Η ελβετική αντιπροσωπεία θα πρέπει να προσφέρει κάτι ουσιαστικό για να αποσπάσει μείωση του δασμού. Μια μικρή παραχώρηση δεν θα φτάσει· απαιτείται κάτι σημαντικό, το οποίο ο Τραμπ θα μπορέσει να παρουσιάσει στους ψηφοφόρους του ως νίκη των διαπραγματεύσεών του». Πρόσθεσε επίσης: «Είναι ζωτικής σημασίας η Κέλερ-Σούτερ και ο Παρμελέν να συναντηθούν προσωπικά με τον Τραμπ, διότι εκείνος είναι ο άνθρωπος που λαμβάνει τις τελικές αποφάσεις».

Η ελβετική κυβέρνηση εξέφρασε τη Δευτέρα την ετοιμότητά της να αναθεωρήσει την πρότασή της προς την Ουάσιγκτον ώστε να αποφευχθεί ο βαρύς αυτός δασμός.

Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο, το συλλογικό όργανο που λειτουργεί ως αρχηγός κράτους της Ελβετίας στα πρότυπα υπουργικού συμβουλίου, συνεδρίασε εκτάκτως τη συγκεκριμένη ημέρα και ανέφερε πως είναι διατεθειμένο να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις και μετά τη διορία της 7ης Αυγούστου.

Δεν αποσαφήνισε, ωστόσο, ποια επιπλέον κίνητρα θα μπορούσαν να δοθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες για την επίτευξη καλύτερης συμφωνίας, διευκρινίζοντας πάντως ότι δεν εξετάζεται το ενδεχόμενο αντιμέτρων εις βάρος των ΗΠΑ.

Ο Παρμελέν, τη Δευτέρα, άφησε να εννοηθεί ότι μία από τις πιθανές παραχωρήσεις θα μπορούσε να είναι η αγορά αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου, ενώ άλλη επιλογή θα ήταν η ενίσχυση των ελβετικών επενδύσεων στις ΗΠΑ.

Όπως τόνισε, «ο δασμός 39% θα έχει καταστροφικές συνέπειες για την ελβετική οικονομία, δεδομένου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τη μεγαλύτερη αγορά εξαγωγών για τα ελβετικά φαρμακευτικά προϊόντα, τα μηχανήματα και τα παγκοσμίως φημισμένα ρολόγια».

Ενδεικτικά, η αμερικανική αγορά απορρόφησε το 16,8% των συνολικών εξαγωγών πολυτελών ελβετικών ρολογιών το 2024, με πωλήσεις περίπου 5,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο Τραμπ δήλωσε την Παρασκευή πως το κύριο πρόβλημα με την Ελβετία είναι το εμπορικό έλλειμμα, υπογραμμίζοντας: «Το ζήτημα είναι ότι έχουμε έλλειμμα 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων με την Ελβετία – είναι μεγάλο έλλειμμα».

Απόψη της Γενεύης. Στο βάθος διακρίνονται κτήρια που φέρουν τα λογότυπα των Vacheron Constantin, Zenith, Baume & Mercier και Breitling. Ελβετίας, 2 Αυγούστου 2025. (Robert Hradil/Getty Images)

 

Ο σύνδεσμος Econοmy Suisse, που εκπροσωπεί το ελβετικό επιχειρείν, καταδίκασε την επιβολή των δασμών σε ανακοίνωση που εξέδωσε την Παρασκευή, επισημαίνοντας πως «δεν υφίσταται ούτε αιτιολογία ούτε κατανοητός λόγος ώστε η Ελβετία να υπόκειται σε ένα από τα υψηλότερα ποσοστά δασμών παγκοσμίως». Ο οργανισμός υπενθύμισε: «Η Ελβετία δεν περιορίζει την εισαγωγή αμερικανικών προϊόντων ούτε μέσω δασμών ούτε με άλλους εμπορικούς φραγμούς».

Αξίζει να σημειωθεί πως η Ελβετία είναι ο έκτος μεγαλύτερος ξένος επενδυτής στις ΗΠΑ, με τις ελβετικές εταιρείες να δημιουργούν περίπου 400.000 θέσεις εργασίας στην αμερικανική οικονομία. Τη Δευτέρα, το χρηματιστήριο της Ζυρίχης άνοιξε με πτώση 1,9%, σύμφωνα με το πρακτορείο Bloomberg.

Με πληροφορίες από το Reuters

Οικονομολόγος της Moody’s δηλώνει ότι η οικονομία των ΗΠΑ βρίσκεται «στο χείλος της ύφεσης»

Ο κορυφαίος οικονομολόγος του οίκου αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας Moody’s Analytics προειδοποίησε ότι η αμερικανική οικονομία θα μπορούσε να εισέλθει σύντομα σε ύφεση.

«Η οικονομία βρίσκεται στο χείλος της ύφεσης. Αυτό είναι το σαφές συμπέρασμα από τα οικονομικά στοιχεία της περασμένης εβδομάδας. Οι καταναλωτικές δαπάνες έχουν στασιμοποιηθεί, οι κατασκευές και η μεταποίηση συρρικνώνονται, ενώ η απασχόληση πρόκειται να μειωθεί. Και με τον πληθωρισμό να αυξάνεται, είναι δύσκολο για την Ομοσπονδιακή Τράπεζα σώσει την κατάσταση», δήλωσε ο επικεφαλής οικονομολόγος της Moody’s, Μαρκ Ζάντι, σε σειρά αναρτήσεων στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X αυτή την εβδομάδα, αναφερόμενος στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ.

Σε μία από τις αναρτήσεις του, ο Ζάντι τόνισε ότι παρότι η ανεργία παραμένει χαμηλή, «αυτό συμβαίνει μόνο επειδή η αύξηση του εργατικού δυναμικού έχει μείνει στάσιμη», καθώς «το εργατικό δυναμικό αλλοδαπής προέλευσης συρρικνώνεται και η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό μειώνεται».

Σύμφωνα με τον αναλυτή, υπάρχει επίσης «παγοποίηση των προσλήψεων σε όλη την οικονομία, ιδιαίτερα για τους πρόσφατους αποφοίτους, καθώς και μείωση των ωρών εργασίας».

Στη συνέχεια, ο Ζάντι αναφέρθηκε στους δασμούς που εισήγαγε η κυβέρνηση Τραμπ και στην «εξαιρετικά περιοριστική μεταναστευτική πολιτική». Οι δασμοί μειώνουν δραστικά τα κέρδη των εταιρειών και την αγοραστική δύναμη των Αμερικανών, όπως τόνισε, ενώ «λιγότεροι μετανάστες εργαζόμενοι σημαίνει μικρότερη οικονομία».

Η ύφεση συνήθως ερμηνεύεται ως σημαντική και μείζονα πτώση της οικονομικής δραστηριότητας. Ορισμένοι οικονομολόγοι ορίζουν την ύφεση ως δύο διαδοχικά τρίμηνα αρνητικής ανάπτυξης του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ).

Οι δηλώσεις του Ζάντι έγιναν καθώς έκθεση της 1ης Αυγούστου από το Υπουργείο Εργασίας έδειξε ότι οι αμερικανοί εργοδότες προσέθεσαν 73.000 θέσεις εργασίας τον Ιούλιο, λιγότερες από τις 115.000 που είχαν προβλέψει οι αναλυτές. Παράλληλα, οι αναθεωρήσεις προς τα κάτω αφαίρεσαν 258.000 θέσεις εργασίας από τις μισθοδοσίες Μαΐου και Ιουνίου, σύμφωνα με την έκθεση που δημοσίευσε το Γραφείο Εργασιακών Στατιστικών (BLS).

Μετά τη δημοσίευση της έκθεσης την 1η Αυγούστου, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι απέλυε την Έρικα ΜακΕντάρφερ, η οποία διηύθυνε τον οργανισμό. Αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου δήλωσαν την Κυριακή ότι ο Τραμπ είχε «πραγματικές ανησυχίες» σχετικά με την ακρίβεια των στοιχείων.

Σε δήλωση στο Truth Social, ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι η ΜακΕντάρφερ είχε «παραποιήσει τα στοιχεία απασχόλησης» πριν από τις εκλογές του 2024 για να ενισχύσει την τότε αντίπαλό του, τη Δημοκρατική Αντιπρόεδρο Κάμαλα Χάρις. «Κανείς δεν μπορεί να κάνει τόσο μεγάλο λάθος», δήλωσε ο πρόεδρος.

Σε άλλη ανάρτηση στο Truth Social, ο Τραμπ δήλωσε ότι πιστεύει πως η έκθεση της 1ης Αυγούστου για την απασχόληση ήταν «ΣΤΗΜΕΝΗ προκειμένου να σπιλωθεί η εικόνα των Ρεπουμπλικάνων και η ΔΙΚΗ μου».

Δύο ημέρες πριν από τη δημοσίευση της έκθεσης του BLS, ξεχωριστή ανάλυση που δημοσίευσε το Γραφείο Οικονομικών Αναλύσεων έδειξε ότι το ΑΕΠ των ΗΠΑ αυξήθηκε με ετήσιο ρυθμό 3,0% στο δεύτερο τρίμηνο.

Εν τω μεταξύ, ο Τραμπ έχει καλέσει την Ομοσπονδιακή Τράπεζα να μειώσει τα επιτόκια φέτος, με ορισμένους αξιωματούχους της Fed να υποστηρίζουν πρόσφατα αυτές τις εκκλήσεις. Ο πρόεδρος και άλλοι έχουν δηλώσει ότι η Fed μπορεί να είναι πολύ αργά στην παράδοση μειώσεων επιτοκίων για να υποστηρίξει μια εξασθενημένη αγορά εργασίας.

Την περασμένη εβδομάδα, ο Πρόεδρος της Fed Τζερόμ Πάουελ ανακοίνωσε ότι η αμερικανική κεντρική τράπεζα θα διατηρήσει το βασικό επιτόκιο δανεισμού μεταξύ 4,25% και 4,5%, όπου παραμένει από τον Δεκέμβριο του 2024. Δύο μέλη της Fed ψήφισαν κατά του σχεδίου, δηλώνοντας ότι θα προτιμούσαν τη μείωση των επιτοκίων.

«Παρά την αυξημένη αβεβαιότητα, η οικονομία βρίσκεται σε στέρεη θέση», δήλωσε ο Πάουελ σε συνέντευξη Τύπου, εξηγώντας ότι η κεντρική τράπεζα προσπαθεί να μεγιστοποιήσει την απασχόληση διατηρώντας παράλληλα χαμηλό τον πληθωρισμό.

Ο Τραμπ και αξιωματούχοι της κυβέρνησης έχουν δηλώσει ότι οι παγκόσμιοι δασμοί είναι απαραίτητοι για την επαναπατρίδα της μεταποίησης και τη διόρθωση των άδικων εμπορικών πρακτικών άλλων χωρών που εκμεταλλεύονται τις ΗΠΑ εδώ και χρόνια. Έχουν επίσης σηματοδοτήσει ότι ο Λευκός Οίκος χρησιμοποιεί αυτούς τους φόρους εισαγωγής ως μοχλό πίεσης σε άλλες συμφωνίες.

Η Epoch Times επικοινώνησε με τον Λευκό Οίκο για σχόλιο σχετικά με τις δηλώσεις του Ζάντι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Βαθαίνει η κρίση στην κινεζική αγορά ακινήτων: Πτώση σε πωλήσεις, κέρδη και τιμές

Η κρίση που πλήττει την αγορά ακινήτων στην Κίνα επιδεινώνεται, καθώς καταγράφονται σημαντικές μειώσεις σε πωλήσεις, επενδύσεις και κερδοφορία. Τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν στις 31 Ιουλίου από την China Index Academy δείχνουν ότι οι συνολικές πωλήσεις των 100 κορυφαίων κατασκευαστών της χώρας ανήλθαν σε 2,07 τρισ. γουάν (περίπου 285 δισ. δολάρια) στο επτάμηνο του 2025, σημειώνοντας πτώση 13,3% σε ετήσια βάση. Ο ρυθμός πτώσης μάλιστα έχει επιταχυνθεί σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο, διευρυνόμενος κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα. Μόνο τον Ιούλιο, οι πωλήσεις υποχώρησαν κατά 18,2% σε σχέση με τον ίδιο μήνα του 2024.

Σύμφωνα με το ερευνητικό ινστιτούτο E-house China, 41 από τις 65 εισηγμένες κατασκευαστικές εταιρείες στην εγχώρια χρηματιστηριακή αγορά (A-shares) αναμένουν ζημίες για το πρώτο εξάμηνο του έτους.

Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Vanke, που θεωρούνταν στο παρελθόν βαρόμετρο για τον κλάδο. Η εταιρεία προβλέπει ζημιές μεταξύ 10 και 12 δισ. γουάν (1,39–1,67 δισ. δολάρια), μεγαλύτερες ακόμη και από τις απώλειες των 9,85 δισ. γουάν (1,37 δισ. δολάρια) που κατέγραψε την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι. Κατά κρατικά μέσα ενημέρωσης, πρόκειται για τη μεγαλύτερη ζημία στον κλάδο.

Πίεση δέχονται και άλλες μεγάλες εταιρείες, όπως η China Fortune Land Development και η Gemdale Group, οι οποίες εκτιμούν ζημίες 5,5–7,5 δισ. γουάν (765 εκατ. – 1 δισ. δολάρια) και 3,4–4,2 δισ. γουάν (474–585 εκατ. δολάρια) αντίστοιχα.

Η κατάσταση της Vanke θεωρείται ιδιαιτέρως κρίσιμη, παρά τις ανακατατάξεις στη διοίκησή της μετά το κινεζικό νέο έτος και τη μετατόπιση του μοντέλου διοίκησης από επαγγελματικά στελέχη σε άμεσο έλεγχο από κρατικές επιχειρήσεις. Παρότι η εταιρεία έλαβε χρηματοδοτική στήριξη άνω των 21 δισ. γουάν (2,93 δισ. δολάρια) από τη Shenzhen Metro και άλλους κρατικούς επενδυτές, οι συμβασιοποιημένες πωλήσεις της κατέρρευσαν σχεδόν κατά 50% στο πρώτο εξάμηνο του 2025 – από 127,3 δισ. γουάν (17,75 δισ. δολάρια) σε 69,1 δισ. γουάν (9,63 δισ. δολάρια). Η ρευστότητά της παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.

Την ίδια στιγμή, αυξάνονται οι αμφιβολίες στην κινεζική κοινωνία για την αξιοπιστία των επίσημων στοιχείων. Πολλοί χρήστες του διαδικτύου και άτομα από τον χώρο των κτηματομεσιτικών εκφράζουν ανοιχτά δυσπιστία, υποστηρίζοντας ότι τα κρατικά στατιστικά εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες και δεν αντανακλούν την πραγματική κατάσταση στην αγορά.

Ενδεικτικά, σύμφωνα με την China Index Academy, η μέση τιμή πώλησης νεόδμητων κατοικιών από τους κορυφαίους 100 κατασκευαστές αυξήθηκε κατά 2,6% τον Ιούλιο σε ετήσια βάση. Ωστόσο, οι τιμές στις μεταχειρισμένες κατοικίες μειώθηκαν κατά 7,3%. Σε κινεζικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σχολιαστές επεσήμαναν ότι η αυξανόμενη απόκλιση μεταξύ των δύο κατηγοριών υποδηλώνει στρεβλώσεις στα στοιχεία. Υποστηρίζουν ότι οι πραγματικές τιμές συναλλαγών στη δευτερογενή αγορά είναι σημαντικά χαμηλότερες από τις επίσημες και παρέχουν πιο ακριβή εικόνα για τη ζήτηση και τη δυνατότητα αγοράς κατοικίας από τα νοικοκυριά.

Αν ευσταθούν οι αναφορές για μεγαλύτερες από τις επίσημες μειώσεις τιμών, η πτώση των πωλήσεων κατά 13,3% δείχνει ότι ακόμη και η μείωση του κόστους δεν αρκεί για να τονώσει το αγοραστικό ενδιαφέρον.

Καθίζηση καταγράφεται και στις επενδύσεις. Η Στατιστική Υπηρεσία της Κίνας ανακοίνωσε ότι το πρώτο εξάμηνο του 2025 οι επενδύσεις στην αγορά ακινήτων ανήλθαν σε 4,66 τρισ. γουάν (περίπου 649 δισ. δολάρια), μειωμένες κατά 11,2% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024. Οι επενδύσεις σε οικιστικά ακίνητα – το μεγαλύτερο ποσοστό του συνόλου – έπεσαν κατά 10,4%, φτάνοντας τα 3,57 τρισ. γουάν (497 δισ. δολάρια). Για σύγκριση, το 2023 οι συνολικές επενδύσεις στον κλάδο είχαν ανέλθει στα 11 τρισ. γουάν (1,53 τρισ. δολάρια).

Σε όλους τους βασικούς δείκτες – κερδοφορία εταιρειών, τιμές κατοικιών (νέων και παλαιών), πωλήσεις και επενδύσεις – ο κλάδος φαίνεται να βιώνει γενικευμένη ύφεση, σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα σταθεροποίησης που προβάλλουν τα κρατικά μέσα.

Πτώση τιμών και απώλεια εμπιστοσύνης

Σε ηχητικό απόσπασμα πρόσφατης συνέντευξής του που κυκλοφόρησε ευρέως, ο οικονομολόγος Σιανγκ Σονγκζούο (Xiang Songzuo) ανέφερε ότι η προηγούμενη «άνθηση» της αγοράς ακινήτων τροφοδοτήθηκε κυρίως από τη ζήτηση τελικών χρηστών και τις επενδυτικές προσδοκίες. Ωστόσο, καθώς οι επενδυτές έχουν πλέον υποστεί μεγάλες ζημίες – με πολλά ακίνητα να αξίζουν λιγότερο από την τιμή αγοράς τους – η επενδυτική δραστηριότητα έχει σχεδόν εκλείψει. Η ζήτηση των τελικών χρηστών, όπως είπε, δεν επαρκεί για να στηρίξει τις τιμές.

Εκτίμησε επίσης ότι η υποχώρηση των τιμών κατοικιών είναι αναπόφευκτη και ότι «όλοι θα κληθούν να πληρώσουν το τίμημα». Σημείωσε ότι όταν ένα σπίτι χάνει την αξία του, όταν οι αποδόσεις των μετοχών είναι αναιμικές και οι μισθοί δεν αυξάνονται, η καταναλωτική διάθεση επηρεάζεται αρνητικά.

Αντίστοιχη άποψη διατύπωσε και ο Τζανγκ Σιαοτζίνγκ (Zhang Xiaojing), διευθυντής του Institute of Finance at the Chinese Academy of Social Sciences (Ινστιτούτου Χρηματοοικονομικών του Κινεζικού Κέντρου Κοινωνικών Επιστημών), σε πρόσφατη συνέντευξή του σε κινεζικά μέσα ενημέρωσης. Επισήμανε ότι τα νοικοκυριά της εργατικής τάξης, για τα οποία η κατοικία συχνά αντιπροσωπεύει το 60% έως 70% της συνολικής περιουσίας τους, πλήττονται ιδιαίτερα από την πτώση της αξίας των ακινήτων, σε αντίθεση με τα πιο εύπορα στρώματα που παραμένουν λιγότερο εκτεθειμένα. Για τα χαμηλότερα εισοδήματα, υπογράμμισε, η πτώση των τιμών συνιστά άμεση και απτή μείωση του οικογενειακού πλούτου.

Της Olivia Li

Με τη συμβολή του Fang Xiao

Πρόστιμο 1 εκατ. ευρώ στη Shein από τις ιταλικές αρχές για παραπλανητικούς περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς

Πρόστιμο ύψους 1 εκατομμυρίου ευρώ επέβαλε η Ιταλική Επιτροπή Ανταγωνισμού και Αγοράς (Autorità Garante della Concorrenza e del Mercato – AGCM) στην κινεζική πλατφόρμα ταχείας μόδας Shein, κατηγορώντας τη για «παραπλανητικούς» και «ψευδείς» περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς, σύμφωνα με ανακοίνωση της 4ης Αυγούστου.

Το πρόστιμο επιβλήθηκε στην εταιρεία Infinite Styles Services Co. Ltd, με έδρα το Δουβλίνο, η οποία διαχειρίζεται τις ευρωπαϊκές ιστοσελίδες της Shein.

Σύμφωνα με ανακοίνωση της AGCM, η εταιρεία προέβαλε περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς σε τμήματα της ιστοσελίδας της όπως #SHEINTHEKNOW, evoluSHEIN και Social Responsibility (Κοινωνική Ευθύνη), οι οποίοι ήταν κατά περίπτωση «ασαφείς, γενικόλογοι και/ή υπερβολικά εμφατικοί», ενώ σε άλλες περιπτώσεις κρίθηκαν «παραπλανητικοί ή ελλιπείς».

Οι δηλώσεις σχετικά με ένα «κυκλικό σύστημα» παραγωγής ή με την ανακυκλωσιμότητα των προϊόντων της Shein θεωρήθηκαν από την Αρχή ως ψευδείς ή τουλάχιστον παραπλανητικές.

Η εταιρεία φέρεται επίσης να τόνιζε τη χρήση «πράσινων» ινών στη συλλογή evoluSHEIN, χωρίς να προσδιορίζει τα συγκεκριμένα περιβαλλοντικά οφέλη, ούτε να διευκρινίζει ότι η εν λόγω σειρά αποτελεί μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό της συνολικής παραγωγής της.

Οι εν λόγω ισχυρισμοί, κατά την Αρχή, ενδέχεται να δημιουργούν την εντύπωση στους καταναλωτές ότι η συλλογή evoluSHEIN είναι πλήρως κατασκευασμένη από «βιώσιμα» υλικά και ότι τα προϊόντα είναι πλήρως ανακυκλώσιμα – κάτι που, λόγω των χρησιμοποιούμενων ινών και των υφιστάμενων συστημάτων ανακύκλωσης, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Η AGCM αμφισβήτησε επίσης τις δεσμεύσεις της εταιρείας περί μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 25% έως το 2030 και μηδενικών εκπομπών έως το 2050, τις οποίες χαρακτήρισε «γενικόλογες και αόριστες», επικαλούμενη την αύξηση των εκπομπών της εταιρείας το 2023 και το 2024.

Σύμφωνα με την εφημερίδα The Epoch Times, η Shein δεν απάντησε σε σχετικό αίτημα σχολιασμού μέχρι τη δημοσίευση του ρεπορτάζ. Ωστόσο, σε δήλωσή της στο Reuters, η εταιρεία ανέφερε ότι συνεργάστηκε πλήρως με την AGCM και έλαβε άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση των θεμάτων που επισημάνθηκαν.

«Έχουμε ενισχύσει τις εσωτερικές μας διαδικασίες ελέγχου και βελτιώσαμε την ιστοσελίδα μας, ώστε όλοι οι περιβαλλοντικοί ισχυρισμοί να είναι σαφείς, επαληθεύσιμοι και συμβατοί με τους κανονισμούς», δήλωσε η εταιρεία.

Η Shein, ένας διαδικτυακός λιανοπωλητής με έδρα τη Σιγκαπούρη, που ιδρύθηκε το 2008 από τον Κινέζο δισεκατομμυριούχο Κρις Σου (Chris Xu), εξάγει φθηνά προϊόντα μόδας κυρίως από την Κίνα προς καταναλωτές παγκοσμίως.

Τον Μάιο, η Shein και άλλοι Κινέζοι ηλεκτρονικοί λιανοπωλητές επηρεάστηκαν από την απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να τερματίσει το καθεστώς απαλλαγής από δασμούς για μικρής αξίας δέματα από την Κίνα. Στις 30 Ιουλίου, η Ουάσιγκτον επέκτεινε την απόφαση αυτή παγκοσμίως, επηρεάζοντας και τους προμηθευτές των εταιρειών εκτός Κίνας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δήλωσε τον Μάιο ότι η δική της έρευνα διαπίστωσε παραβιάσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την προστασία του καταναλωτή από πλευράς Shein, περιλαμβανομένων παραπλανητικών ισχυρισμών περί βιωσιμότητας, πλασματικών εκπτώσεων, εσφαλμένων ή ανακριβών πληροφοριών, παραπλανητικής επισήμανσης προϊόντων και πιεστικών τακτικών πωλήσεων.

Παράλληλα, η εταιρεία αντιμετωπίζει αντιδράσεις από Βρετανούς βουλευτές αναφορικά με την προσπάθειά της να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής Επιχειρήσεων και Εμπορίου του βρετανικού κοινοβουλίου Λίαμ Μπερν, ένας από τους κύριους επικριτές της εισαγωγής της Shein, έχει ζητήσει διευκρινίσεις για το κατά πόσον η εταιρεία χρησιμοποιεί καταναγκαστική εργασία στην κινεζική επαρχία Σιντζιάνγκ, όπου, σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς, το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας καταπιέζει συστηματικά την τοπική μουσουλμανική μειονότητα των Ουιγούρων.

Η Γινάν Τζου (Yinan Zhu), επικεφαλής νομική σύμβουλος της Shein στην Ευρώπη, φέρεται να δήλωσε στην επιτροπή ότι η εταιρεία δεν απαγορεύει τη χρήση κινεζικού βαμβακιού στα προϊόντα της.

Η εταιρεία είχε δηλώσει παλαιότερα στην Epoch Times ότι εφαρμόζει πολιτική μηδενικής ανοχής στην καταναγκαστική εργασία και απαιτεί από τους προμηθευτές της να χρησιμοποιούν πρώτες ύλες μόνο από εγκεκριμένες περιοχές.

Ωστόσο, σύμφωνα με ανάλυση της Epoch Times βάσει στοιχείων της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Κίνας, άνω του 90% του κινεζικού βαμβακιού τα τελευταία τρία χρόνια παράγεται στη Σιντζιάνγκ.

Ο Τραμπ ορίζει νέους δασμούς και παρατείνει την προθεσμία – Τι πρέπει να γνωρίζετε

Το βράδυ της 31ης Ιουλίου, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο επιβάλλει δασμούς στις εισαγωγές από δεκάδες χώρες.

Αυτοί οι δασμοί, οι οποίοι κυμαίνονται από 10% έως 41%, έχουν προγραμματιστεί να τεθούν σε ισχύ στις 7 Αυγούστου. Το διάταγμα καλύπτει 66 χώρες· μεταξύ αυτών την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ταϊβάν και τα αυτοδιοικούμενα Νησιά Φώκλαντ του Ηνωμένου Βασιλείου.

Ταυτόχρονα, υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο αυξάνει τους δασμούς στα καναδικά προϊόντα που εισάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, από 25% σε 35%.

Το εν λόγω διάταγμα, το οποίο συνδέεται με την αναχαίτιση της ροής παράνομων ναρκωτικών από τον Καναδά, προσθέτει δασμό 40% σε οποιαδήποτε αγαθά διαπιστωθεί ότι μεταφορτώνονται μέσω του Καναδά για την αποφυγή δασμών.

Νέοι δασμοί

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ανακοινώσει τον Απρίλιο έναν ευρύ δασμολογικό πίνακα που αφορούσε σχεδόν κάθε χώρα στον κόσμο.

Ωστόσο, οι περισσότεροι από εκείνους τους δασμούς σύντομα επανήλθαν σε ένα λεγόμενο βασικό επίπεδο 10%, συνοδευόμενοι από τελεσίγραφο του Λευκού Οίκου προς τις ενδιαφερόμενες χώρες για σύναψη νέων διμερών εμπορικών συμφωνιών με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή αντιμετώπιση του υψηλού δασμολογικού συντελεστή.

Μετά τη λήξη της προθεσμίας την 1η Αυγούστου, οι δασμολογικοί συντελεστές έχουν πλέον καθοριστεί και θα τεθούν σε ισχύ εντός μιας εβδομάδας από την υπογραφή του διατάγματος, σύμφωνα με το εκτελεστικό διάταγμα.

Σε ανακοίνωσή του, ο Λευκός Οίκος ανέφερε ότι ορισμένες χώρες έχουν συνάψει επίσημη εμπορική συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ή βρίσκονται «στα πρόθυρα να συμφωνήσουν σε ουσιαστικές εμπορικές συμφωνίες και συμφωνίες ασφαλείας, ωστόσο οι περισσότερες χώρες που αρχικά στοχοποιήθηκαν για «αθέμιτες εμπορικές πρακτικές», σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, δεν το έχουν κάνει».

Το εκτελεστικό διάταγμα της 31ης Ιουλίου όρισε νέους συντελεστές που κυμαίνονταν από 10% έως 41%, ανάλογα με τη χώρα και τη φύση των εισαγωγών.

Σε αυτήν την οριστική ενέργεια κατέληξαν οι ΗΠΑ, σύμφωνα με τη δήλωση, επειδή ορισμένες χώρες είτε δεν υπέβαλαν ικανοποιητική προσφορά κατά τη διάρκεια των τεσσάρων μηνών από την αρχική ανακοίνωση των δασμών είτε «δεν διαπραγματεύτηκαν καθόλου».

Ο βασικός δασμός, σύμφωνα με το εκτελεστικό διάταγμα, για χώρες που δεν αναφέρονται συγκεκριμένα στο διάταγμα είναι 10%, ενώ συγκεκριμένες χώρες αντιμετωπίζουν υψηλότερους συντελεστές λόγω εμπορικών ανισορροπιών και άλλων οικονομικών παραγόντων.

Η Ινδία είναι ένας από τους αξιοσημείωτους εξαγωγείς προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, που αντιμετωπίζει νέους ή προσαρμοσμένους δασμούς. Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ινδία φάνηκαν να είναι κοντά σε συμφωνία τον Ιούλιο, αυτή τελικά δεν υλοποιήθηκε ποτέ, με αποτέλεσμα τα ινδικά προϊόντα να εισάγοντα στις ΗΠΑ με δασμό 25%.

Τα ευρωπαϊκά έθνη που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιμετωπίζουν δασμούς από 15% έως και 39%. Η Ελβετία αντιμετωπίζει δασμούς 39%, ενώ η Σερβία θα πληρώνει δασμούς 35%.

Ο Λευκός Οίκος επέβαλε δασμό 10% στα βραζιλιάνικα προϊόντα στις 31 Ιουλίου, με αποτέλεσμα ο συνολικός δασμολογικός συντελεστής στα βραζιλιάνικα προϊόντα να φτάσει το 50%.

Στις 30 Ιουλίου, ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα που επιβάλλει δασμολογικό συντελεστή 40% στη Βραζιλία για τη δίωξη του πρώην προέδρου της Βραζιλίας Ζαΐρ Μπολσονάρο και άλλα ζητήματα τα οποία ο Λευκός Οίκος θεωρεί «απειλή για την οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών».

Η Κίνα δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των εθνών που έλαβαν νέο δασμολογικό συντελεστή.

Το εκτελεστικό διάταγμα ανέφερε ότι η Ουάσιγκτον διατηρεί τους όρους της συμφωνίας που διαπραγματεύθηκαν τον Μάιο οι Ηνωμένες Πολιτείες και το κινεζικό καθεστώς, το οποίο επιτρέπει και στις δύο χώρες να επαναδιαπραγματευτούν εν καιρώ μια δεσμευτική διμερή εμπορική συμφωνία. Ανώτεροι Αμερικανοί αξιωματούχοι συναντήθηκαν με κορυφαίους Κινέζους αξιωματούχους στα τέλη Ιουλίου.

Στοχοποιούνται οι μεταφορτώσεις

Στο διάταγμα για τα καναδικά προϊόντα, ο Λευκός Οίκος εξουσιοδότησε την Τελωνειακή και Συνοριακή Υπηρεσία να εφαρμόσει δασμό 40% σε αγαθά που διαπιστώνει ότι μεταφορτώθηκαν μέσω του Καναδά από άγνωστες άλλες χώρες για την αποφυγή δασμών.

Σε δήλωσή του, ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ δήλωσε ότι η Οττάβα είναι απογοητευμένη από την ανακοίνωση των δασμών.

«Ο Καναδάς αντιπροσωπεύει μόνο το 1% των εισαγωγών φαιντανύλης [στις Ηνωμένες Πολιτείες] και εργάζεται εντατικά για την περαιτέρω μείωση αυτών των όγκων», δήλωσε ο Κάρνεϊ.

Η διακοπή των μεταφορτώσεων, οι οποίες συχνά χρησιμοποιούνται από τους εισαγωγείς για να αποφύγουν τους δασμούς σε προϊόντα που παράγονται στην Κίνα, αποτελεί βασικό στοιχείο της εμπορικής πολιτικής της κυβέρνησης Τραμπ.

Ορισμένοι ειδικοί είναι επιφυλακτικοί ως προς το αν ο κανόνας μεταφόρτωσης θα επιτύχει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα.

«Η επιβολή είναι πιθανό να είναι δύσκολη και, ακόμη και αν μειωθεί η πλήρης αναδρομολόγηση, η εκτροπή του εμπορίου θα συνεχίσει να μειώνει τον αντίκτυπο των δασμών [των Ηνωμένων Πολιτειών] στη συνολική εξαγωγική απόδοση της Κίνας», δήλωσε σε ερευνητικό σημείωμα της 1ης Αυγούστου η Λία Φέυ, οικονομολόγος για την Κίνα στην Capital Economics.

Εμπορικές συμφωνίες που επιτεύχθηκαν μέχρι τώρα

Πριν από την προθεσμία της 1ης Αυγούστου, η κυβέρνηση Τραμπ κατέληξε σε μια σειρά εμπορικών συμφωνιών με αρκετές χώρες, που εξασφάλισαν μείωση ή αναβολή επιβολής υψηλότερων δασμολογικών συντελεστών.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social, στις 31 Ιουλίου, ο Τραμπ δήλωσε ότι μίλησε με την πρόεδρο του Μεξικού Κλαούντια Σέινμπαουμ και οι δυο τους συμφώνησαν να ξεκινήσουν μια περίοδο διαπραγματεύσεων 90 ημερών, διατηρώντας παράλληλα τον τρέχοντα δασμολογικό συντελεστή 25% στα μεξικανικά προϊόντα.

Το Μεξικό, το οποίο είναι ένας από τους μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών, «θα συνεχίσει να πληρώνει δασμό 25% στη φαιντανύλη, 25% στα αυτοκίνητα και 50% στον χάλυβα, το αλουμίνιο και τον χαλκό», ανέφερε η ανάρτηση στο Truth Social. «Επιπλέον, το Μεξικό συμφώνησε να τερματίσει αμέσως τα μη δασμολογικά εμπορικά εμπόδια, τα οποία ήταν πολλά».

Την τελευταία εβδομάδα πριν από την προθεσμία της 1ης Αυγούστου, επιτεύχθηκαν επίσης ορισμένες συμφωνίες της τελευταίας στιγμής, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να καταλήγει σε συμφωνία για τον καθορισμό δασμών στα προϊόντα της στο 15%.

Δήλωση του Λευκού Οίκου ανέφερε ότι ως μέρος της συμφωνίας, η ΕΕ πρόκειται να αγοράσει αμερικανική ενέργεια αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων και να πραγματοποιήσει νέες επενδύσεις ύψους 600 δισεκατομμυρίων δολαρίων στις Ηνωμένες Πολιτείες έως το 2028.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες σύναψαν επίσης διμερείς εμπορικές συμφωνίες, οι οποίες έχουν οριστικοποιηθεί ή εκκρεμούν με την Ινδονησία, την Ιαπωνία, τις Φιλιππίνες και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Στις 31 Ιουλίου, στην εκπομπή του Truth Social, ο Τραμπ δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον κατέληξε σε συμφωνία και με τη Νότια Κορέα και το Πακιστάν.

Το ίδιο βράδυ, οι Αρχές του Μπαγκλαντές, της Καμπότζης και της Ταϊλάνδης δήλωσαν ότι είχαν επίσης καταλήξει σε συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες για να αποτρέψουν υψηλότερους δασμούς. Το Μπαγκλαντές, ειδικότερα, βασίζεται στις εξαγωγές ενδυμάτων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Νωρίς την 1η Αυγούστου, ο πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, δήλωσε ότι το νησιωτικό έθνος κατέληξε σε συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες για να αποφύγει δασμούς έως και 39%. Ο δασμός 20% χαρακτηρίστηκε από τον Λάι «προσωρινός», καθώς αναμένεται να μειωθεί στην πορεία των διαπραγματεύσεων.

Η Ταϊβάν είναι βασικός εξαγωγέας ημιαγωγών που χρησιμοποιούνται στην τεχνολογία διεθνώς.

Κλείσιμο ενός εμπορικού κενού

Σε μια σχετική κίνηση, η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε το τέλος της μακροχρόνιας απαλλαγής de minimis για τις εισαγωγές χαμηλής αξίας. Η απαλλαγή de minimis είχε σχεδιαστεί αρχικά για να διευκολύνει την τελωνειακή επεξεργασία για αποστολές αξίας κάτω των 800 δολαρίων.

Με ισχύ από τις 29 Αυγούστου, όλα τα αγαθά που εισάγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες αξίας 800 δολαρίων ή και λιγότερο θα υπόκεινται σε δασμούς και τελωνειακούς δασμούς, ανεξαρτήτως προέλευσης.

Αυτό επεκτείνει μια παρόμοια πολιτική που θεσπίστηκε τον Μάιο και είχε ήδη αναστείλει την εξαίρεση για αποστολές που προέρχονται από την Κίνα και το Χονγκ Κονγκ.

Στις 30 Ιουλίου, ο Λευκός Οίκος περιέγραψε το μέτρο ως κλείσιμο ενός «καταστροφικού παραθύρου» που χρησιμοποιείται για την αποφυγή δασμών και τη διοχέτευση επικίνδυνων συνθετικών οπιοειδών και μη ασφαλών αγαθών στη χώρα.

Η πολιτική στοχεύει στην αποτροπή της κατάχρησης από τους λιανοπωλητές που αποστέλλουν δέματα χαμηλής αξίας, συχνά απευθείας από την Κίνα, τα οποία προηγουμένως απέφευγαν τους δασμούς και τον κανονιστικό έλεγχο.

Η Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας των Συνόρων ανέφερε ότι περισσότερες από 1,3 δισεκατομμύρια αποστολές de minimis εισήλθαν στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2024. Ο όγκος του δε αυξήθηκε σημαντικά κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025.

Σύμφωνα με τους όρους της εντολής, οι διεθνείς ταχυδρομικές αποστολές θα υπόκεινται είτε σε ποσοστιαίους δασμούς είτε σε ένα σταθερό τέλος που κυμαίνεται από 80 έως 200 δολάρια, ανάλογα με την προέλευση, με την επιλογή τέλους να είναι διαθέσιμη μόνο για έξι μήνες πριν όλα τα δέματα πρέπει να αξιολογηθούν με βάση το ποσοστό.

Οι προσωπικές εξαιρέσεις για ταξιδιώτες και μικρά δώρα παραμένουν αμετάβλητες βάσει της νέας εκτελεστικής εντολής.

Η «αθέατη» πλευρά της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ – Τα μη δασμολογικά εμπόδια και τα αγροτικά προϊόντα

Η ανάλυση και η κριτική που ασκήθηκε στην εμπορική συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ εστίασε κυρίως στον δασμολογικό συντελεστή 15% για τις περισσότερες εξαγωγές των 27 χωρών-μελών της (εκτιμάται ότι αφορά στο 70% της συνολικής αξίας τους).

Ο συντελεστής αυτός είναι πολύ υψηλότερος από τον μέσο δασμό 2,5% που επιβαρύνονταν τα ευρωπαϊκά προϊόντα πριν την απόφαση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να αναμορφώσει το παγκόσμιο εμπορικό σύστημα, επικαλούμενος τα υψηλά ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο και την αποβιομηχάνιση της χώρας του. Σε σύγκριση, πάντως, με το καθεστώς που ίσχυε από τις 9 Απριλίου, όταν ανεστάλη ο συντελεστής 20% που είχε ανακοινωθεί μία εβδομάδα πριν και επιβλήθηκε ένας πρόσθετος οριζόντιος δασμός 10%, η διαφορά είναι μικρή, καθώς στον συντελεστή 15% θα ενσωματωθούν και οι προϋπάρχοντες δασμοί (κατά μέσο όρο εκτιμώνται σε 2,5%). Επίσης, ο συντελεστής 15% είναι χαμηλότερος από το 20% και το 30% που είχε ανακοινώσει ο Αμερικανός πρόεδρος στις αρχές Ιουλίου, αν και αυτά ήταν μέσα στη διαπραγματευτική τακτική που ακολούθησε.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο συντελεστής 15% θα μειώσει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στην αμερικανική αγορά, με πιθανές συνέπειες τη μείωση των εξαγωγών τους ή/και τη μείωση της κερδοφορίας τους, στον βαθμό που έχουν τα περιθώρια να επωμισθούν μέρος του αυξημένου κόστους. Η σημαντική ανατίμηση του ευρώ το τελευταίο εξάμηνο – η οποία περιορίστηκε πάντως μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας – αποτελεί έναν πρόσθετο παράγοντα διάβρωσης της ανταγωνιστικότητας.

Ωστόσο, η εμπορική συμφωνία έχει και άλλες πτυχές, οι οποίες είναι σημαντικές για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και οικονομίες, αλλά δεν έχουν ξεκαθαριστεί ακόμη βασικές λεπτομέρειές τους ώστε να υπάρξει μία καλύτερη και συνολική αξιολόγηση της συμφωνίας. Οι πρώτες εκδοχές της συμφωνίας, όπως καταγράφηκαν σε ενημερωτικά σημειώματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αφενός και του Λευκού Οίκου αφετέρου, έχουν διαφορές μεταξύ τους, ενώ και οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι η διαπραγμάτευση θα συνεχισθεί για να υπάρξει μία πιο ξεκάθαρη εικόνα.

Μία βασική πτυχή της συμφωνίας αφορά στο άνοιγμα της ευρωπαϊκής αγοράς σε αμερικανικά προϊόντα, κάτι που επιθυμεί διακαώς η Ουάσιγκτον. Αυτό που φαίνεται να έχει ξεκαθαρίσει είναι ότι η ΕΕ θα καταργήσει και τους υπάρχοντες χαμηλούς δασμούς – κατά μέσο όρο 1% – σε βιομηχανικά προϊόντα των ΗΠΑ.

Η κατάσταση είναι πιο συγκεχυμένη αναφορικά με τις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων από τις ΗΠΑ. Στην ανακοίνωση της Κομισιόν αναφέρεται ότι θα υπάρξει καλύτερη πρόσβαση για περιορισμένες ποσότητες αμερικανικών αλιευτικών προϊόντων, αναφέροντας ότι θα μπορούν να εισάγονται χωρίς δασμούς μέχρι μίας ορισμένης ποσότητας (tariff rate quotas), μεταξύ άλλων, μπακαλιάρος από την Αλάσκα, σολωμός από τον Ειρηνικό και γαρίδες, «με όφελος για τη μεταποιητική βιομηχανία της ΕΕ».

Αναφέρει, επίσης, ότι θα υπάρχει καλύτερη πρόσβαση «για ορισμένες μη ευαίσθητες αγροτικές εξαγωγές των ΗΠΑ αξίας 7,5 δισ. ευρώ», που αφορούν σε προϊόντα όπως η σόγια, φυτικοί σπόροι, δημητριακά ή ξηροί καρποί καθώς και κατεργασμένα τρόφιμα – κέτσαπ, κακάο και μπισκότα – με βάση ποσοστώσεις, «μειώνοντας το κόστος για τους αγρότες και μεταποιητές μας και προστατεύοντας παράλληλα τις αγροτικές ευαισθησίες της ΕΕ». Σε άλλο σημείο, η Κομισιόν αναφέρει ότι «η συμφωνία προστατεύει ευαίσθητους τομείς της γεωργίας της ΕΕ, όπως το θέμα του βοδινού κρέατος ή των πουλερικών».

Μία άλλη σημαντική πτυχή της συμφωνίας αφορά στα λεγόμενα μη δασμολογικά εμπόδια, όπως είναι οι προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν προϊόντα τρίτων χωρών για να μπορούν να πωληθούν στην ευρωπαϊκή αγορά. Στο θέμα αυτό υπάρχει μάλλον η μεγαλύτερη ασάφεια σχετικά με το τι μέλλει γενέσθαι. Στο ενημερωτικό σημείωμα του Λευκού Οίκου αναφέρεται ότι «οι ΗΠΑ και η ΕΕ σκοπεύουν να συνεργαστούν για να αντιμετωπίσουν μη δασμολογικά εμπόδια που επηρεάζουν το εμπόριο σε τρόφιμα και αγροτικά προϊόντα, περιλαμβανομένου του εξορθολογισμού των απαιτήσεων για υγειονομικά πιστοποιητικά σχετικά με το αμερικανικό χοιρινό κρέας και γαλακτοκομικά προϊόντα».

Η Κομισιόν αναφέρει από την πλευρά της για το θέμα αυτό ότι θα μειωθούν τα μη δασμολογικά εμπόδια, «μεταξύ άλλων μέσω συνεργασίας για τα πρότυπα των αυτοκινήτων και με τη διευκόλυνση της αμοιβαίας αναγνώρισης αξιολογήσεων συμμόρφωσης (με τα πρότυπα) και σε άλλους βιομηχανικούς κλάδους». Τονίζει, όμως, ότι «η συμφωνία σέβεται πλήρως την κυριαρχία της ΕΕ στον καθορισμό του ρυθμιστικού πλαισίου». Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο Αμερικανός υπουργός Εμπορίου, Χάουαρντ Λούτνικ, σημείωσε ότι η Κομισιόν έδωσε κατά τη διαπραγμάτευση ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία του αγροτικού τομέα της ΕΕ, όπως και του τομέα των φαρμάκων και των ημιαγωγών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το κεφάλαιο της συμφωνίας για τα ευρωπαϊκά προϊόντα που θα εξαιρούνται από τον συντελεστή 15%, το οποίο, όμως, επίσης πρέπει να αποσαφηνισθεί. Στο ενημερωτικό σημείωμα της Κομισιόν αναφέρεται ότι «από την 1η Αυγούστου, οι αμερικανικοί δασμοί στα αεροπλάνα και τα ανταλλακτικά τους, σε ορισμένα χημικά, ορισμένα γενόσημα φάρμακα ή εθνικούς πόρους θα επανέλθουν στα προ του Ιανουαρίου επίπεδα. […] Αυτό θα προσφέρει άμεση ελάφρυνση για βασικές βιομηχανίες της ΕΕ, ενώ η ΕΕ και οι ΗΠΑ συμφώνησαν να συνεχίσουν να εργάζονται για να ενταχθούν και άλλα προϊόντα στη λίστα αυτή». Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την προφορική ενημέρωση που έγινε από ευρωπαϊκής πλευράς για τη συμφωνία είχαν περιληφθεί στη λίστα των προϊόντων στα οποία δεν θα επιβαλλόταν δασμός 15% και «ορισμένα αγροτικά προϊόντα». Είχε αναφερθεί μάλιστα ότι υπάρχουν συζητήσεις για εξαίρεση του κρασιού και γενικότερα των οινοπνευματωδών ποτών. Ωστόσο, όπως είπε ο εκπρόσωπος της Κομισιόν την Πέμπτη, δεν έχει υπάρξει ακόμη συμφωνία για αυτό και δεν αναμενόταν να συμπεριληφθούν τα προϊόντα αυτά στην πρώτη ομάδα εξαιρέσεων που θα ανακοίνωναν οι ΗΠΑ.

Του Άκη Χαραλαμπίδη

Φοιτητές, τουρίστες, επενδυτές: Οι νέοι πρωταγωνιστές στην αγορά κατοικίας

Η ελληνική αγορά κατοικίας κινείται το καλοκαίρι του 2025 σε τρεις παράλληλους άξονες: τη ραγδαία αύξηση των ενοικίων φοιτητικής κατοικίας, την ενίσχυση της αξίας των εξοχικών σε τουριστικά νησιά και τη σταθερή εισροή ξένων κεφαλαίων για την αγορά και εκμετάλλευση θερινών κατοικιών. Οι πιο πρόσφατες μετρήσεις και αναλύσεις αποτυπώνουν τις βασικές τάσεις μιας αγοράς που επηρεάζεται από τη ζήτηση φοιτητών, τον τουρισμό, την περιορισμένη προσφορά και τη μετατροπή των κατοικιών σε εργαλεία οικονομικής απόδοσης. Η έρευνα του Spitogatos δείχνει πως οι τιμές φοιτητικών κατοικιών αυξήθηκαν σε όλη την επικράτεια. Η Geoaxis καταγράφει για όγδοη συνεχή χρονιά αυξήσεις στη ζήτηση και στις τιμές των θερινών εξοχικών, με έμφαση στα νησιά των Κυκλάδων. Η Elxis παρουσιάζει το μακροπρόθεσμο οικονομικό αποτύπωμα της πώλησης εξοχικής κατοικίας σε ξένους αγοραστές, αναδεικνύοντας όχι μόνο την αγοραία αξία αλλά και την επενδυτική απόδοση για την τοπική και εθνική οικονομία. Η Premier Realty Greece αναδεικνύει την αλλαγή των χαρακτηριστικών του Έλληνα αγοραστή και την ενίσχυση του ρόλου της αγοράς ως επένδυση.

Αυτές οι 4 έρευνες, όταν διαβαστούν μαζί, προσφέρουν ένα πολυεπίπεδο πορτρέτο της ελληνικής αγοράς ακινήτων: μια αγορά που δοκιμάζεται από τη ζήτηση και ταυτόχρονα μετασχηματίζεται.

Φοιτητικές κατοικίες – Έρευνα Spitogatos (Ιούλιος 2025)

Η περίοδος εύρεσης φοιτητικής κατοικίας έχει ξεκινήσει μετά την ανακοίνωση των βαθμολογιών των Πανελλήνιων εξετάσεων. Το Spitogatos Insights κατέγραψε την εξέλιξη των μέσων ζητούμενων τιμών (ΜΖΤ) ενοικίασης φοιτητικών κατοικιών. Η κτηματαγορά κατά το 2ο τρίμηνο του 2025 κατέγραψε αύξηση στα ζητούμενα ενοίκια της τάξης του 7,2%, ενώ η ΜΖΤ φοιτητικής κατοικίας σημείωσε αύξηση 7,4%. Στην αναζήτηση φοιτητικής κατοικίας, τα σημαντικότερα κριτήρια είναι ο όροφος, η επίπλωση και ο αριθμός υπνοδωματίων, ενώ αυξανόμενο ενδιαφέρον παρουσιάζουν η ενεργειακή κλάση και ο κλιματισμός.

Στην Αττική, η ΜΖΤ αυξήθηκε κατά 5,4% σε σχέση με το 2024. Η χαμηλότερη ΜΖΤ εντοπίζεται στη Νίκαια (9 ευρώ/τ.μ.), όπου ένα σπίτι κάτω των 65 τ.μ. έχει τιμή περίπου 500 ευρώ. Αντίθετα, σε περιοχές όπως Μετς, Κουκάκι και Κολωνάκι, η ΜΖΤ φτάνει τα 13 έως 16,5 ευρώ/τ.μ. Στην περιοχή Ζωγράφου, η ΜΖΤ για φοιτητικό σπίτι κάτω των 65 τ.μ. φτάνει τα 534 ευρώ.

Στη Θεσσαλονίκη σημειώθηκε αύξηση 10,9% της ΜΖΤ το 2ο τρίμηνο του 2025. Οι χαμηλότερες τιμές εντοπίζονται στη Σταυρούπολη και τον Εύοσμο, ενώ οι υψηλότερες στο κέντρο και τις 40 Εκκλησιές-Ευαγγελίστρια. Στην υπόλοιπη Ελλάδα, προσιτές ΜΖΤ εντοπίζονται σε Δράμα, Λαμία και Καστοριά, ενώ υψηλές τιμές εμφανίζονται σε τουριστικές πόλεις όπως Χανιά, Κέρκυρα και Ρέθυμνο. Μεγάλες αυξήσεις στη ΜΖΤ καταγράφηκαν σε Φλώρινα, Σπάρτη και Χανιά.

Θερινές εξοχικές κατοικίες – Έρευνα Geoaxis (2ο τρίμηνο 2025)

Σε πέντε δημοφιλή νησιά παρατηρείται για όγδοη συνεχόμενη χρονιά αύξηση των διάμεσων ζητούμενων τιμών πώλησης εξοχικών κατοικιών. Μεγάλη είναι η διαφορά τιμών μεταξύ πολυτελών και τυπικών κατοικιών. Στη Μύκονο και τη Σαντορίνη μια πολυτελής κατοικία κοστίζει έως και 5,6 φορές περισσότερο από μια τυπική. Στη Σέριφο ο αντίστοιχος δείκτης είναι 2,4 φορές. Σημαντικό ερώτημα για τις Κυκλάδες είναι αν και πότε η αλόγιστη ανάπτυξη, ο υπερτουρισμός και τα προβλήματα υποδομών θα επιφέρουν αλλαγές στο οικοσύστημα.

Οι μεγαλύτερες θερινές κατοικίες καταγράφονται σε Μύκονο, Πάρο και Κέα (περίπου 240 τ.μ.). Στη Σαντορίνη η διάμεση επιφάνεια είναι 170 τ.μ. και στη Σέριφο 120 τ.μ. Η διάμεση ηλικία των ακινήτων σε Μύκονο, Πάρο και Κέα είναι 7 έτη, ενώ στα υπόλοιπα νησιά πάνω από 15. Οι αυξήσεις των τιμών σε σχέση με πέρυσι: Μύκονος +5,71% (16.000 ευρώ/τ.μ.), Σαντορίνη +5,49% (13.292 ευρώ), Πάρος +4,53% (9.499 ευρώ), Κέα +6,31% (6.216 ευρώ), Σέριφος +5,78% (3.827 ευρώ). Στη Μύκονο η ανώτατη τιμή φτάνει τα 25.000 ευρώ/τ.μ. και στη Σαντορίνη τα 20.000 ευρώ/τ.μ. Στην Πάρο, αν και η ανώτατη τιμή είναι 20.000 ευρώ, η διάμεση είναι 9.466 ευρώ, υποδηλώνοντας μεγάλη διακύμανση. Πιο «προσγειωμένη» είναι η εικόνα στις λιγότερο κοσμοπολίτικες Κυκλάδες. Στη Σέριφο, η ανώτατη τιμή φτάνει τα 5.267 ευρώ και στην Κέα τα 16.000 ευρώ/τ.μ., με σημαντικές διαφορές μεταξύ διάμεσης και ανώτατης τιμής.

Η Μύκονος έχει τη μεγαλύτερη αύξηση τιμών σε δεκαετία με +32%, ενώ η Σέριφος τη μικρότερη (+19%). Παρότι η τουριστική περίοδος ξεκίνησε μουδιασμένα (σεισμοί, γεωπολιτικά), οι αξίες δεν επηρεάστηκαν ακόμα λόγω υψηλής αγοραστικής δύναμης. Αναμένεται συνέχιση της ανόδου, με ηπιότερο ρυθμό, εκτός αν προκύψει σοβαρό αρνητικό γεγονός.

Οικονομικό αποτύπωμα από αγορές εξοχικών – Ανάλυση Elxis (Ιούλιος 2025)

Σύμφωνα με την Elxis-At Home in Greece, η πώληση μίας νεόδμητης εξοχικής κατοικίας σε ξένο αγοραστή μπορεί να αποφέρει στην ελληνική οικονομία όφελος 1.090.000 ευρώ σε βάθος δεκαετίας. Υπολογίζονται τόσο το αρχικό τίμημα και τα έξοδα αγοράς (440.040 ευρώ), όσο και οι καταναλωτικές δαπάνες και το κόστος συντήρησης (651.500 ευρώ). Το μοντέλο βασίζεται σε εξοχική μονοκατοικία 120 τ.μ., με πισίνα και κήπο 500 τ.μ.

Το αρχικό κόστος αγοράς είναι 400.000 ευρώ. Ο φόρος μεταβίβασης φτάνει τα 12.360 ευρώ, ενώ το τέλος κτηματογράφησης και τα έξοδα συμβολαιογράφου προσθέτουν άλλα 8.800 ευρώ. Η αμοιβή δικηγόρου είναι 4.000 ευρώ και η μεσιτική αμοιβή (3%) φτάνει τα 14.880 ευρώ. Έτσι, το συνολικό ποσό από την αγορά ανέρχεται σε 440.040 ευρώ.

Σύμφωνα με τον CEO της Elxis, Γιώργο Γαβριηλίδη, πολλοί ξένοι επιλέγουν και την εκμετάλλευση του ακινήτου. Η χρήση υπολογίζεται σε περίπου επτά μήνες, με δώδεκα εβδομάδες εκμίσθωσης τον χρόνο. Οι δαπάνες διαμονής επισκεπτών φτάνουν τα 29.400 ευρώ, ενώ 21.250 ευρώ είναι τα ετήσια έξοδα του ιδιοκτήτη (κατανάλωση, διασκέδαση), 10.000 ευρώ για τεχνική συντήρηση και 4.500 ευρώ για διαχείριση ακινήτου. Έτσι, οι ετήσιες εισροές στην τοπική οικονομία ξεπερνούν τα 65.000 ευρώ ή 650.000 ευρώ σε μία δεκαετία.

Το αποτύπωμα είναι σημαντικό είτε πρόκειται για Κρήτη, Ρόδο, Πελοπόννησο είτε για λιγότερο τουριστικά μέρη. Εμπλέκονται πολλές ειδικότητες: οικοδόμοι, εργολάβοι, τεχνικοί, εστιάτορες, λιανικό εμπόριο, καύσιμα, καθαρίστριες, ξεναγοί, μεσίτες, συμβολαιογράφοι, μηχανικοί.

Η αγορά πολυτελών κατοικιών ωριμάζει

Τα τελευταία χρόνια, ο Έλληνας αγοραστής πολυτελών κατοικιών μεταβάλλεται. Από συναισθηματικός, γίνεται πιο στρατηγικός, επιλέγοντας ακίνητα με προστιθέμενη αξία και επενδυτική λογική. Όπως αναφέρει η Κορίνα Σαΐα (Premier Realty Greece), η πολυτελής κατοικία δεν αποτελεί πλέον μόνο σύμβολο status αλλά και επιλογή ζωής. Ο ενδιαφερόμενος αξιολογεί το ακίνητο από την τοποθεσία και την ενεργειακή του απόδοση έως τις πιθανές αποδόσεις. Στα βόρεια προάστια, η Κηφισιά, η Πολιτεία και η Εκάλη διατηρούν την υπεραξία τους. Στα νότια, Βούλα, Βουλιαγμένη και Ελληνικό βρίσκονται στο επίκεντρο λόγω αναπλάσεων. Στις Κυκλάδες, τα ακίνητα συνδυάζουν ιδιοκατοίκηση και υψηλές αποδόσεις.

Οι περισσότερες αγορές κυμαίνονται από 800.000 ευρώ έως 2.000.000 ευρώ, με πολλές κατοικίες να ξεπερνούν τα 2,5 εκατομμύρια. Οι αποδόσεις φτάνουν το 4%-6%, ανάλογα με την τοποθεσία και τη χρήση. Αυξανόμενη εγχώρια ζήτηση καταγράφεται τα τελευταία χρόνια. Οι Έλληνες επενδύουν με γνώση και διάρκεια, αναζητώντας ασφάλεια σε ένα αβέβαιο γεωπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον. Η πολυτελής κατοικία λειτουργεί ευέλικτα: κύρια ή εξοχική κατοικία, τουριστικό κατάλυμα ή μελλοντικό στήριγμα για τα παιδιά. Το 2025, η αγορά πολυτελών κατοικιών είναι ώριμη. Οι Έλληνες δεν αγοράζουν απλώς ακίνητο αλλά επενδύουν στο μέλλον τους.

Συμπερασματικά η εικόνα της αγοράς κατοικίας το καλοκαίρι του 2025 είναι πολυεπίπεδη και δυναμική. Η αύξηση στα φοιτητικά ενοίκια αποτυπώνει την πίεση στις πόλεις και τη δυσκολία εξεύρεσης προσιτής στέγης. Η άνοδος των τιμών εξοχικών στα νησιά ενισχύει τον επενδυτικό χαρακτήρα. Η παρουσία ξένων αγοραστών προσθέτει εισροές αλλά και προκλήσεις για τη βιωσιμότητα. Η κατοικία από κοινωνικό αγαθό γίνεται επενδυτικό προϊόν και η ισορροπία αυτών των τάσεων θα κρίνει τις εξελίξεις των επόμενων ετών.

Α. Λ.