Σάββατο, 18 Απρ, 2026

Εγκληματική οργάνωση από την Κίνα εξαπατούσε Καναδούς με δήθεν θέσεις εργασίαςστην Amazon

Περισσότεροι από 600 Καναδοί έπεσαν θύμα απάτης με πρόσχημα εργασία στην Amazon, χάνοντας συνολικά 1,2 εκατομμύρια δολάρια από εγκληματική οργάνωση Κινέζων που δρούσε από τη Βρετανική Κολομβία, σύμφωνα με την Αστυνομική Υπηρεσία του Έντμοντον (Edmonton Police Service-EPS).

Η αστυνομία ανακοίνωσε ότι συνέλαβε τρία άτομα σχετικά με την υπόθεση, ενώ περίπου 30 κάτοικοι του Έντμοντον συνολικά έχασαν 84.000 δολάρια. Οι αρχές ανέφεραν πως οι συλληφθέντες είναι οι Τσεν Τσεν, 36 ετών, Τζιάμενγκ Γουάνγκ, 29 ετών, και Νταλράτζ Γκιλ, 35 ετών, κάτοικοι της περιοχής, αντιμετωπίζοντας κατηγορίες για απάτη άνω των 5.000 δολαρίων.

Η έρευνα ξεκίνησε το 2022 μετά από πολλές καταγγελίες πολιτών στο Έντμοντον για απατηλές προσφορές εξ’ αποστάσεως εργασίας, δήθεν εκ μέρους της Amazon. «Οι δράστες παρουσίαζαν τα θύματα ως υπεύθυνα για την ολοκλήρωση παραγγελιών της Amazon, μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας με το όνομα Sharegain, που λειτουργούσε από τον Αύγουστο του 2021 έως τον Μάιο του 2022», αναφέρεται σε ανακοίνωση της EPS.

Σύμφωνα με τις αρχές, η πλατφόρμα ζητούσε από τα θύματα να καταθέσουν χρήματα ανάλογα με το μέγεθος της παραγγελίας ώστε να λάβουν πίσω απόδοση κεφαλαίου. Αναμένονταν να ολοκληρώνουν 20 με 40 «παραγγελίες» την ημέρα λαμβάνοντας δήθεν εγγυημένες αποδόσεις.

Η απάτη είχε ονομαστεί «θέση περισυλλογής παραγγελιών», κατά την οποία οι χρήστες δήθεν διαχειρίζονταν εικονικές παραγγελίες για λογαριασμό της Amazon, προκειμένου να περάσουν από διαδικασία αξιολόγησης και αποστολής, όπως δήλωσε η αστυνομία.

Οι παραγγελίες απέφεραν προμήθειες ανάλογες με τα ποσά που επένδυαν οι χρήστες. Ωστόσο, στην πραγματικότητα επρόκειτο για ένα πυραμιδικό σύστημα, όπου τα ίδια τα θύματα προέτρεπαν τρίτους να εγγραφούν στην πλατφόρμα, δήθεν για μεγαλύτερα κέρδη.

Σύμφωνα με τις αρχές, τα θύματα αρχικά έκαναν κάποιες μικρές επενδύσεις και έπαιρναν τα χρήματά τους πίσω, γεγονός που δημιουργούσε ψευδή αίσθηση αξιοπιστίας. Στην πραγματικότητα, αυτές οι αρχικές αποδόσεις προέρχονταν από χρήματα άλλων θυμάτων.

Επιπλέον, οι απατεώνες παρότρυναν κάποια από τα θύματα να δώσουν πρόσβαση στους προσωπικούς τους λογαριασμούς, τάχα για ακόμη μεγαλύτερα κέρδη. «Πρόκειται για μια εξελιγμένη απάτη. Εκμεταλλεύονταν το δημοφιλές εμπορικό όνομα της Amazon ως κάλυψη για να κερδίζουν την εμπιστοσύνη των θυμάτων, καταλήγοντας τελικά σε πολύ μεγαλύτερη οικονομική ζημιά», δήλωσε ο αξιωματικός Μπράιαν Μέισον από την ομάδα ηλεκτρονικής αντιμετώπισης της EPS.

Ο Μέισον προειδοποιεί τους πολίτες να είναι ιδιαίτερα δύσπιστοι απέναντι σε προσφορές εργασίας «από το πουθενά», που υπόσχονται μεγάλα και εύκολα κέρδη από επενδύσεις, καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για απάτες.

Οι αρχές του Έντμοντον διευκρίνισαν επίσης πως η συγκεκριμένη απάτη συνδέεται με οργανωμένη εγκληματική ομάδα από την Κίνα, που δρούσε με βάση τη Βρετανική Κολομβία. Τα δεδομένα έδειξαν επίσης συσχετισμούς με χρήματα που ενδεχομένως να συνδέονται με κυκλώματα εμπορίας ανθρώπων και εταιρείες-βιτρίνες στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Κίνα.

Από την πλευρά της Amazon, εκπρόσωπος της εταιρείας επισήμανε ότι τέτοιες απάτες θέτουν σε κίνδυνο τους καταναλωτές.

«Θα συνεχίσουμε να επενδύουμε στην προστασία των καταναλωτών μας και εκτιμούμε την άμεση αντίδραση των αστυνομικών αρχών του Έντμοντον», δήλωσε ο Τζέιμι Γουέντελ, υψηλόβαθμος νομικός σύμβουλος της εταιρείας.

Ο Γουέντελ συμβούλευσε όσους έχουν πέσει θύματα ή έχουν λάβει ύποπτες επικοινωνίες, που ισχυρίζονται πως προέρχονται από την Amazon, να τις αναφέρουν στον σύνδεσμο www.amazon.ca/reportascam.

«Η Amazon θα διερευνήσει αυτές τις αναφορές και θα συμβάλει ώστε να αποδοθούν ευθύνες στους απατεώνες», πρόσθεσε.

Της Chandra Philip

Πολύ κοντά σε συμφωνία για το TikTok ο Τραμπ — Κρίσιμη η στάση του Πεκίνου

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε στις 3 Απριλίου ότι εξετάζει σοβαρά την πιθανότητα συμφωνίας με την Κίνα, σύμφωνα με την οποία οι κινεζικές αρχές θα ενέκριναν την πώληση της δημοφιλούς εφαρμογής κοινωνικών μέσων TikTok, με αντάλλαγμα την ελάφρυνση των πρόσφατα επιβληθέντων δασμών στα κινεζικά προϊόντα.

Ο Αμερικανός πρόεδρος μίλησε στους δημοσιογράφους έξω από το προεδρικό αεροσκάφος Air Force One, παρουσιάζοντας την πώληση του TikTok ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μπορούν οι δασμοί να αξιοποιηθούν ως διαπραγματευτικό εργαλείο στις σχέσεις με άλλες χώρες.

«Έχουμε αυτήν την κατάσταση με το TikTok όπου η Κίνα πιθανότατα θα πει: ‘Θα εγκρίνουμε τη συμφωνία, μπορείτε όμως να κάνετε κάτι για τους δασμούς;’», δήλωσε ο Τραμπ. «Μπορούμε να αξιοποιήσουμε τους δασμούς ως διαπραγματευτικό όπλο.»

Πλησιάζει η κρίσιμη προθεσμία της 5ης Απριλίου, μέχρι την οποία το TikTok θα πρέπει να έχει ολοκληρώσει τη συμφωνία πώλησής του σε μη κινεζική εταιρεία, διαφορετικά κινδυνεύει με απαγόρευση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το αμερικανικό Κογκρέσο ψήφισε σχετική νομοθεσία πέρυσι, που επιβάλλει τη μεταβίβαση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της εφαρμογής στις ΗΠΑ από τη μητρική εταιρεία ByteDance, η οποία έχει έδρα το Πεκίνο.

Σύμφωνα με τον Τραμπ, αρκετοί επενδυτές βρίσκονται ήδη σε προχωρημένες διαπραγματεύσεις για την απόκτηση της δημοφιλούς εφαρμογής σύντομων βίντεο, με την κυβέρνησή του να είναι «πολύ κοντά» στην επίτευξη τελικής συμφωνίας.

Οι δηλώσεις έγιναν μόλις μία ημέρα μετά την ανακοίνωση του προέδρου των ΗΠΑ για νέους σαρωτικούς δασμούς της τάξης του 10% προς όλους τους εμπορικούς εταίρους της χώρας του, καθώς και υψηλότερους δασμούς, που φτάνουν έως και το 50%, για ορισμένες χώρες ως αντίμετρα.

Η Κίνα συγκεκριμένα αντιμετωπίζει πλέον συνολικό δασμό 54% στα προϊόντα της που εξάγονται στις ΗΠΑ, μετά την προσθήκη πρόσθετου ανταποδοτικού δασμού ύψους 34%, ο οποίος ήρθε να προστεθεί στον ήδη υπάρχοντα δασμό του 20%, ο οποίος επιβλήθηκε νωρίτερα φέτος.

Σε συνέντευξή του στο Fox News στις 3 Απριλίου, ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς ανέφερε ότι η απόφαση της κυβέρνησης για την πώληση του TikTok σε Αμερικανούς επενδυτές θα ληφθεί πριν την προθεσμία της 5ης Απριλίου.

«Η απόφασή μας θα ανακοινωθεί πριν λήξει η προθεσμία», δήλωσε ο Βανς. «Πιστεύω πως είμαστε σε καλό δρόμο και συνεχίζουμε να εργαζόμαστε πάνω στο θέμα αυτό.»

«Υπάρχουν ακόμη μερικές ημέρες μπροστά μας, ώστε να ολοκληρώσουμε κάποιες λεπτομέρειες και, φυσικά, ο πρόεδρος θα είναι αυτός που θα ανακοινώσει την τελική μας απόφαση.»

Καθώς πλησιάζει η κρίσιμη ημερομηνία, πολλοί ενδιαφερόμενοι έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για την απόκτηση της εφαρμογής, μεταξύ των οποίων η Amazon και μια επενδυτική ομάδα με επικεφαλής τον ιδρυτή του OnlyFans, Τιμ Στόκλεϊ. Παράλληλα, η εταιρεία ιδιωτικών επενδύσεων Blackstone συζητά να συμμετάσχει μαζί με μη Κινέζους μετόχους της ByteDance, παρέχοντας νέα κεφάλαια για να γίνει προσφορά για τις αμερικανικές δραστηριότητες του TikTok.

Ο Λευκός Οίκος δεν έχει απαντήσει μέχρι στιγμής σε αίτημα για σχόλιο σχετικά με τους πιθανούς αγοραστές της γνωστής εφαρμογής βίντεο.

Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένα εκφράσει έντονες ανησυχίες για την ασφάλεια των δεδομένων των χρηστών του TikTok, λόγω των πιθανών δεσμών της εφαρμογής και της μητρικής της εταιρείας με το κινεζικό καθεστώς, ισχυρισμούς τους οποίους η εταιρεία διαψεύδει κατηγορηματικά. Τις ανησυχίες αυτές επανέλαβε και ο αντιπρόεδρος Βανς στην πρόσφατη συνέντευξή του στο Fox News:

«Πρώτα από όλα, θέλουμε να εξασφαλίσουμε ότι το TikTok στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν κατασκοπεύει τους χρήστες του. Είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας», σχολίασε ο Βανς. «Επίσης, θέλουμε να διασφαλίσουμε ότι οι πολίτες έχουν πρόσβαση σε αυτήν τη δημοφιλή πλατφόρμα, που έχει εξελιχθεί σε κεντρική πηγή ενημέρωσης για πολλούς νέους. Πρέπει να επιτύχουμε και τους δύο αυτούς στόχους.»

Σε δηλώσεις σε δημοσιογράφους στις 3 Απριλίου, ο γερουσιαστής Τζος Χόλεϋ (R-Mo.) ρωτήθηκε αν πιστεύει ότι ο Τραμπ θα πρέπει να δώσει παράταση στην προθεσμία αποκλεισμού του TikTok, εάν δεν έχει βρεθεί αγοραστής μέχρι τότε.

«Είτε θα δημιουργηθεί ένα ‘προστατευτικό τείχος’ [για να προφυλαχτούμε] από το Πεκίνο είτε το TikTok πρέπει άμεσα να σταματήσει τη λειτουργία του. Είναι απλώς μια εφαρμογή κατασκοπείας για την κινεζική κομμουνιστική κυβέρνηση», υπογράμμισε ο Χόλεϋ. «Ελπίζω λοιπόν να βρεθεί αγοραστής σύντομα.»

Του Jacob Burg

Με τη συμβολή των Nathan Worcester, Emel Akan και Reuters

Κτίριο κινεζικής κατασκευής καταρρέει στην Ταϊλάνδη εν μέσω σκανδάλου διαφθοράς

Ένα εντυπωσιακό οικοδομικό έργο της Κίνας που προοριζόταν να στεγάσει το Ελεγκτικό Συνέδριο της Ταϊλάνδης μετατράπηκε εν μία νυκτί από σύμβολο τεχνολογικής υπεροχής σε τραγωδία. Στις 28 Μαρτίου, ένας ισχυρός σεισμός 7,7 βαθμών στην κλίμακα Ρίχτερ έπληξε τη Μιανμάρ, προκαλώντας χιλιάδες θύματα. Ακόμη και 1.200 χιλιόμετρα από το επίκεντρο, η Μπανγκόκ συγκλονίστηκε, με τους ουρανοξύστες της πόλης να αμφιταλαντεύονται επικίνδυνα.

Ωστόσο, το 33όροφο κτίριο υπό κατασκευή, έργο της κινεζικής κρατικής China Railway Engineering Corporation μέσω της θυγατρικής της, China Railway No. 10 Engineering Group, δεν άντεξε. Ο πύργος των 137 μέτρων κατέρρευσε στιγμιαία, οδηγώντας σε απώλειες ανθρώπινων ζωών και εγκλωβισμό δεκάδων εργατών.

Το κτίριο είχε παρουσιαστεί αρχικά ως υπόδειγμα αντισεισμικής τεχνολογίας και μηχανικών προδιαγραφών υψηλής ποιότητας από κινεζικές επιχειρήσεις. Δεκάδες άρθρα στο διαδίκτυο προέβαλαν τις δήθεν καινοτόμες τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν για την ενίσχυση της αντοχής, διαφήμιση η οποία γρήγορα διαγράφηκε μετά το δυστύχημα.

Η κατάρρευση έφερε στο φως μία ακόμη πιο σκοτεινή πτυχή. Λίγες ώρες μετά το γεγονός, δημοσιογράφοι τοπικών μέσων ενημέρωσης εντόπισαν υπόπτους, μεταξύ των οποίων Κινέζοι υπήκοοι, να αφαιρούν και να διαφεύγουν κρυφά με δεκάδες έγγραφα από το εργοτάξιο. Οι αστυνομικές αρχές, που ειδοποιήθηκαν από τους δημοσιογράφους, προχώρησαν σε συλλήψεις, κατάσχεσαν 37 αρχεία και ξεκίνησαν εκτεταμένες έρευνες, καθώς υπάρχουν πλέον σαφή ερωτήματα για το ενδεχόμενο διαφθοράς, χρήση ακατάλληλων υλικών και επικίνδυνες ελλείψεις ασφαλείας κατά την κατασκευή.

Επιθεωρητές της ταϊλανδικής κυβέρνησης είχαν ήδη διαπιστώσει προβλήματα κατά τη διάρκεια της ανέγερσης του συγκεκριμένου κτιρίου, όπως καθυστερήσεις, έλλειψη εξειδικευμένων εργαζομένων και ενδείξεις για προσπάθεια μείωσης του κόστους με κάθε δυνατό τρόπο. Πλέον, οι αρχικές εξετάσεις στα υλικά καταδεικνύουν τη χρήση υποβαθμισμένου χάλυβα, εξαιρετικά ακατάλληλου για τόσο ψηλά κτίρια. Σύμφωνα με τις αρχές, αρκετές εταιρείες στην Ταϊλάνδη εμπλέκονται σε εισαγωγή παλαιού και ακατάλληλου κατασκευαστικού εξοπλισμού από την Κίνα.

Μια αεροφωτογραφία δείχνει το σημείο ενός υπό κατασκευή κτιρίου που κατέρρευσε στην Μπανγκόκ, στις 29 Μαρτίου 2025. (AFP μέσω Getty Images)

Όσο τρομακτική και αν είναι η κατάρρευση στη Μπανγκόκ, δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Είναι μία ακόμα προσθήκη σε έναν ήδη μακρύ κατάλογο καταστροφών που σχετίζονται με έργα κινεζικών εταιρειών. Ανάμεσά τους είναι η κατάρρευση νοσοκομείου στην Αγκόλα, ενός νεόκτιστου γεφυριού στην Κένυα και δεκάδες παρόμοιες περιπτώσεις εντός της Κίνας τα τελευταία χρόνια. Κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις καταδεικνύει σημαντικές παραλείψεις ασφάλειας, έλλειψη διαφάνειας και ανησυχητικά διαδεδομένη διαφθορά.

Οι έρευνες συνεχίζονται στην Ταϊλάνδη, καθώς το κτιριακό αυτό δυστύχημα θέτει καίριες ανησυχίες για την πρακτική ανάθεσης μεγάλων έργων υποδομής σε εταιρείες αμφίβολης αξιοπιστίας και ποιότητας. Παράλληλα, η τραγωδία αναδεικνύει ότι η στρατηγική της Κίνας να προωθεί κατασκευαστικά πρότζεκτ διεθνώς απαιτεί εμφανώς μεγαλύτερη προσοχή σε ζητήματα ασφάλειας και υπευθυνότητας από τις χώρες που τα επιλέγουν.

Ν. Κορέα: Ομόφωνη η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου για την καθαίρεση του προέδρου Γιουν

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Νότιας Κορέας επικύρωσε ομόφωνα την καθαίρεση του προέδρου Γιουν Σουκ Γιολ  από το αξίωμά του και την ποινική δίωξη του για απόπειρα επιβολής στρατιωτικού νόμου.

Ο αναπληρωτής αρχηγός του δικαστηρίου Μουν Χιουνγκ Μπάε διάβασε την ετυμηγορία, λέγοντας ότι η κήρυξη στρατιωτικού νόμου από τον Γιουν δεν πληρούσε τη νομική απαίτηση για εθνική κρίση και ότι ο Γιουν παραβίασε τον νόμο στέλνοντας στρατεύματα στο κοινοβούλιο της Νότιας Κορέας, στις 3 Δεκεμβρίου. Η κίνηση αυτή έγινε αντιληπτή ως προσπάθεια να σταματήσει την ψηφοφορία για την άρση του διατάγματός του.

Αυτήν τη στιγμή υπάρχουν οκτώ εν ενεργεία δικαστές με μία κενή έδρα, και για να μπορέσει να ισχύσει η απόφαση της Εθνοσυνέλευσης χρειάζονταν έξι ψήφοι. Στην περίπτωση του Γιουν, υπερψήφισαν και οι οκτώ δικαστές. Για να υπάρχει απαρτία για την πραγματοποίηση της δίκης απαιτούνται τουλάχιστον επτά δικαστές.

Η απαρτία του δικαστηρίου μετά από αυτόν τον μήνα θα είναι αμφίβολη, καθώς οι θητείες του Μουν και του δικαστή Λι Μισόν λήγουν τον Απρίλιο. Το κυβερνών κόμμα του Γιουν αρνιόταν να διορίσει δικαστές στο δικαστήριο, επικαλούμενο πολιτική μεροληψία στους υποψηφίους που ορίστηκαν από την Εθνοσυνέλευση υπό την ηγεσία της αντιπολίτευσης, χωρίς την υποστήριξη της κυβέρνησης.

Η απόφαση της 4ης Απριλίου επιβεβαίωσε τις κατηγορίες κατά του Γιουν, στις 14 Δεκεμβρίου 2024, από την Εθνοσυνέλευση υπό την ηγεσία της αντιπολίτευσης για κατάχρηση εξουσίας και παραβίαση του Συντάγματος. Η απόφαση αναγνώρισε ότι η κατηγορία της εξέγερσης είχε αφαιρεθεί από το κόμμα της αντιπολίτευσης από την αρχική πρόταση μομφής.

Η επικύρωση της δίωξης του Γιουν σημαίνει και πρόωρη λήξη της θητείας του, που κανονικά θα έληγε τον Μάιο του 2027.

Επόμενο βήμα οι πρόωρες εκλογές, που θα προκηρυχθούν εντός 60 ημερών.

Ο Γιουν δεν ήταν παρών στο δικαστήριο για την ετυμηγορία, η οποία μεταδόθηκε τηλεοπτικά σε ολόκληρο το έθνος, με τη νομική ομάδα του να επικαλείται τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας.

Παρά τις εκκλήσεις για ταχύτητα, οι διαβουλεύσεις του δικαστηρίου ήταν οι πιο μακρόχρονες που έχουν καταγραφεί, με διάρκεια που ξεπέρασε τις πέντε εβδομάδες. Στις περιπτώσεις των πρώην προέδρων Ρο Μου-χιουν και Παρκ Γκουν-χε, το δικαστήριο χρειάστηκε μόνο 14 ημέρες και 11 ημέρες, αντίστοιχα, για να αποφασίσει για την ποινική δίωξή τους.

Από τότε που κηρύχθηκε ο στρατιωτικός νόμος, έχουν παρατηρηθεί μαζικές διαδηλώσεις στη Σεούλ τόσο προς υποστήριξη του μηνύματος του προέδρου όσο και εναντίον του με το αίτημα για την οριστική απομάκρυνσή του, σε μια περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας για την 12η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

Ποινικές κατηγορίες 

Ο Γιουν παραπέμφθηκε από την Εθνοσυνέλευση για παραβίαση του Συντάγματος και παράνομες πράξεις εξέγερσης, ανέφερε το ψήφισμα υπό την ηγεσία της αντιπολίτευσης.

Η Εθνοσυνέλευση, με 300 έδρες, απομάκρυνε τον Γιουν στις 14 Δεκεμβρίου με ψηφοφορία 204-85-11, καθώς 12 μέλη του Κόμματος Εξουσίας των Ανθρώπων (PPP) του Γιουν ψήφισαν υπέρ μιας δεύτερης πρότασης μομφής εν μέσω κομματικών συρράξεων και της άρνησης του Γιουν να παραιτηθεί.

Χρειαζόταν ψήφος δύο τρίτων για την παραπομπή. Έντεκα απείχαν ή υπέβαλαν άκυρες ψήφους.

Σύμφωνα με την αντιπολίτευση, ο Γιουν προσπάθησε να συλλάβει μέλη της Εθνοσυνέλευσης αναπτύσσοντας ένοπλες δυνάμεις για να υπονομεύσει την εξουσία του νομοθετικού σώματος και να διαταράξει τη δημοκρατική διαδικασία όπως περιγράφεται στο Σύνταγμα.

Το ψήφισμα χαρακτήρισε τις ενέργειες του Γιουν ως κατάχρηση εξουσίας και απειλή για το δημοκρατικό σύστημα της Νότιας Κορέας, σε βαθμό που να δικαιολογείται η καθαίρεσή του από το προεδρικό αξίωμα.

Στις 3 Δεκεμβρίου, μετά από προτροπή του αρχηγού της αντιπολίτευσης, πολίτες αψήφησαν τον στρατιωτικό νόμο για να διαμαρτυρηθούν έξω από τη Συνέλευση,. Μέλη του κόμματος του Γιουν προσπάθησαν να εμποδίσουν τη συνεδρίαση εμποδίζοντας φυσικά την είσοδο, ενώ οι βουλευτές της αντιπολίτευσης πήδηξαν την περίφραξη του χώρου για να εισέλθουν, αφού τα στρατεύματα ασφάλισαν την περίμετρο.

Παρά το χάος στο Νομοθετικό Σώμα, και οι 190 βουλευτές που ήταν παρόντες στην Εθνοσυνέλευση ψήφισαν για την ακύρωση του διατάγματος μόλις 2,5 ώρες μετά την ανακοίνωση του Γιουν.

Οι 108 βουλευτές από το κόμμα του Γιουν απήχαν από την ψηφοφορία.

Τέσσερις ώρες μετά την ψηφοφορία, στις 5:18 π.μ., το υπουργικό συμβούλιο του Γιουν συγκεντρώθηκε για να άρει επίσημα την εντολή.

Ο Γιουν υποστήριξε στο Συνταγματικό Δικαστήριο ότι ενήργησε σύμφωνα με το Σύνταγμα στις 3 Δεκεμβρίου, καθώς η κήρυξη στρατιωτικού νόμου εμπίπτει στην εκτελεστική εξουσία του προέδρου και δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.

Είπε ότι πρόθεσή του ήταν να χρησιμοποιήσει την επείγουσα δράση όχι για να αρπάξει την εξουσία αλλά για να «κάνει έκκληση έκτακτης ανάγκης» στους Νοτιοκορεάτες σχετικά με το πολιτικό αδιέξοδο μεταξύ της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας που έχει δημιουργήσει κρίση διακυβέρνησης για τη χώρα.

Δήλωσε επίσης ότι η τοποθέτηση 280 στρατιωτών στην Εθνοσυνέλευση δεν ήταν για να εμποδίσει τους βουλευτές να ψηφίσουν, όπως ισχυρίζεται το κόμμα της αντιπολίτευσης, αλλά για να διατηρήσει την τάξη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Εθνοσυνέλευση μπόρεσε να συγκεντρωθεί για να ψηφίσει για την άρση του διατάγματος στρατιωτικού νόμου, είπε, σημειώνοντας τη διαφορά με τα προηγούμενα διατάγματα στρατιωτικού νόμου στη χώρα.

Ορισμένοι στρατιωτικοί και αξιωματούχοι κατέθεσαν ότι ο Γιουν τους διέταξε να απομακρύνουν βουλευτές για να βοηθηθεί η ψηφοφορία επί του διατάγματός του και να θέσουν υπό κράτηση πολιτικούς του αντιπάλους.

Από το 1948, έχει κηρυχθεί τουλάχιστον 16 φορές στρατιωτικός νόμος στη Νότια Κορέα, με τις 12 για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης μη στρατιωτικής φύσεως. Η πιο πρόσφατη ήταν το 1980 όταν δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες στάλθηκαν για να καταπνίξουν μία εξέγερση υπέρ της δημοκρατίας ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία του Τσουν Ντου-χουάν, στη πόλη Γκουανγκτζού.

Παράλυση κυβέρνησης, ισχυρισμοί εκλογικής νοθείας

Στην ανακοίνωσή του για τον στρατιωτικό νόμο της 3ης Δεκεμβρίου, ο Γιουν κατηγόρησε το αντιπολιτευόμενο Δημοκρατικό Κόμμα της Κορέας (DPK) ότι προσπαθούσε με έναν «άνευ προηγουμένου αριθμό» πολιτικών διώξεων (22 συγκεκριμένα)  υπουργών και αξιωματούχων να παραλύσει την κυβέρνηση.

Ο Γιουν κατηγόρησε τους βουλευτές για «αντικρατικές ενέργειες που στοχεύουν στην υποκίνηση εξέγερσης», επικαλούμενος περικοπές στον προϋπολογισμό που επηρέασαν έργα φυσικού αερίου, αξιωματικούς του στρατού και κρατικές πληρωμές, όπως η υποστήριξη των παιδιών. Τόνισε επίσης τις απειλές για την εθνική ασφάλεια που δεν αντιμετωπίζονταν, δίνοντας το παράδειγμα Κινέζων υπηκόων που πιάστηκαν πρόσφατα με φωτογραφίες πολλών ετών από κορεατικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στις συσκευές τους.

Σε επόμενα σχόλια που εξηγούσαν τη διαταγή του στρατιωτικού νόμου, ο Γιουν αναφέρθηκε δημόσια για πρώτη φορά σε «σοβαρά θέματα που δεν έχουν αποκαλυφθεί στο κοινό», δείχνοντας τα εμπόδια που συναντά η κυβέρνησή του στην προσπάθειά της να διερευνήσει πιθανούς κινδύνους για την ασφάλεια στην Εθνική Εκλογική Επιτροπή της Νότιας Κορέας (NEC).

Σε μία «Επιστολή προς τον λαό» με ημερομηνία 15 Ιανουαρίου, ο Γιουν παραδέχτηκε ότι είχε επίσης διατάξει 290 στρατιώτες να τοποθετηθούν στους χώρους της NEC, όπου «μερικές δεκάδες αστυνομικοί ειδικοί στην ψηφιακή τεχνολογία» πήγαν μέσα στο κτίριο για να ελέγξουν τα εκλογικά συστήματα και να αξιολογήσουν την αναγκαιότητα έρευνας για υποτιθέμενη εκλογική νοθεία.

Ο Γιουν δήλωσε ότι η NEC αρνήθηκε να συνεργαστεί όταν ζητήθηκε να παραχωρήσει πρόσβαση αφότου ένα δικαστήριο διαπίστωσε ευπάθειες στους διακομιστές της. Η NEC απέρριψε τους ισχυρισμούς ως αβάσιμους και είπε ότι η τοποθέτηση στρατευμάτων ήταν «παράνομη και αντισυνταγματική».

Σύμφωνα με τον Γιουν, τα στρατεύματα αποσύρθηκαν αμέσως μετά την έγκριση της απόφασης από την Εθνοσυνέλευση για την άρση του στρατιωτικού νόμου, χωρίς να προκληθούν τραυματισμοί ή ζημιές.

«Εάν ανακαλυφθεί ένας τεράστιος αριθμός πλαστών ψηφοδελτίων κατά την καταμέτρηση των ψηφοδελτίων και οι υπολογιστές της NEC είναι ευάλωτοι στην πειρατεία και υπολείπονται σημαντικά των προτύπων του συστήματος υπολογιστών μιας κανονικής κυβερνητικής υπηρεσίας — και εάν όχι μόνο δεν κάνουν καμία προσπάθεια να το διορθώσουν, αλλά αρνούνται να επαληθεύσουν και να επιβεβαιώσουν εάν ο αριθμός ψήφων που ανακοινώθηκε αντιτοιχεί στον αριθμό των ψηφοφόρων — τότε υπάρχει ένα μεγάλο σύστημα εκλογικής νοθείας», έγραψε ο Γιουν.

Από τη μεριά της, η αντιπολίτευση υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί του PPP για εκλογική νοθεία τροφοδοτούνται από τη δυσαρέσκειά του για τις απώλειες του κόμματος στις βουλευτικές εκλογές του Απριλίου 2024.

Κατηγορίες για εξέγερση σε ξεχωριστή δίκη

Ο Γιουν αρχικά αντιμετώπισε επίσης κατηγορίες εγκληματικής εξέγερσης στο συνταγματικό δικαστήριο, οι οποίες επισύρουν είτε θανατική ποινή ή ισόβια κάθειρξη. Οι κατηγορίες αφαιρέθηκαν στις 3 Ιανουαρίου για να επικεντρωθούν στην παραβίαση του Συντάγματος κατά την εφαρμογή του διατάγματος για τον στρατιωτικό νόμο και όχι σε ποινικές κατηγορίες.

Οι βουλευτές της αντιπολίτευσης είπαν ότι η κίνηση θα επισπεύσει την υπόθεση, ενώ το PPP είπε ότι «εξέθεσε νομικά ελαττώματα στην πρόταση μομφής».

Οι ποινικές κατηγορίες για την ηγεσία μιας υποτιθέμενης εξέγερσης ασκούνται τώρα από τους εισαγγελείς σε ξεχωριστή δίκη, μετά από σύσταση προς τη Συνέλευση από το Γραφείο Διερεύνησης Διαφθοράς για Υψηλούς Αξιωματούχους (CIO), υπηρεσία που ιδρύθηκε κατά την πρώην κυβέρνηση του Μουν Τζε-ιν.

Μετά από εβδομάδες άρνησης να εμφανιστεί στο δικαστήριο σε αυτό που ο Γιουν αποκαλούσε «παράνομη έρευνα», το Δυτικό Περιφερειακό Δικαστήριο της Σεούλ εξέδωσε ένταλμα κράτησης και ο πρόεδρος άφησε να τον συλλάβουν στις 15 Ιανουαρίου, επικαλούμενος την ασφάλεια των διαδηλωτών.

Ο Γιουν κατηγορήθηκε επίσημα στις 26 Ιανουαρίου και τέθηκε υπό κράτηση για 52 ημέρες προτού αποφυλακιστεί στις 8 Μαρτίου, όταν το Κεντρικό Επαρχιακό Δικαστήριο της Σεούλ ακύρωσε το ένταλμα σύλληψής του για διαδικαστικά ζητήματα και ανησυχίες σχετικά με τη νομιμότητα της έρευνας.

Το δικαστήριο έχει εκφράσει τον προβληματισμό του σχετικά με τη δικαιοδοσία του CIO σε υποθέσεις εξέγερσης. Η πρώτη επίσημη δίκη για την υπόθεση αναμένεται στις 24 Απριλίου.

Tης Melanie Sun

Οι ΗΠΑ μπορούν να αξιοποιήσουν τους δασμούς για να αντιμετωπίσουν τις κινεζικές κυβερνοεπιθέσεις

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να αξιοποιήσουν τους δασμούς ως εργαλείο αποτροπής απέναντι στις κυβερνοεπιθέσεις που υποστηρίζονται από το κινεζικό κράτος, δήλωσε Αμερικανός βουλευτής στην εφημερίδα The Epoch Times.

Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Ουίλιαμ Τίμονς, πρόεδρος της υποεπιτροπής Στρατιωτικών και Εξωτερικών Υποθέσεων του Κοινοβουλίου, έκανε αυτές τις δηλώσεις στις 2 Απριλίου, την ημέρα που ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αποκάλεσε «Ημέρα Απελευθέρωσης», ανακοινώνοντας αμοιβαίους δασμούς προς τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, με σκοπό τη μείωση των εμπορικών ελλειμμάτων.

Ο κ. Τίμονς πρότεινε πως η κυβέρνηση Τραμπ πρέπει να εντάξει τους δασμούς στην κυβερνοασφάλειά της, προκειμένου να καταστήσει ξένους αντιπάλους υπόλογους και να δημιουργήσει αποτελεσματικό μηχανισμό αποτροπής μελλοντικών κακόβουλων δραστηριοτήτων στον κυβερνοχώρο.

Υπενθύμισε πως το 2001 οι ΗΠΑ εισέβαλαν στο Αφγανιστάν για να εξαρθρώσουν την Αλ Κάιντα λόγω της επίθεσης της 11ης Σεπτεμβρίου. «Δεν είναι παράλογο εάν κάποιος ξένος παράγοντας ή τρομοκρατικό κράτος πρόκειται να προκαλέσει τεράστια ζημιά και να απειλήσει την ασφάλεια μας, να χρησιμοποιούμε δασμούς προκειμένου να τους αποδώσουμε ευθύνες και να προκαλέσουμε οικονομικό κόστος», δήλωσε χαρακτηριστικά, προεδρεύοντας σε επιτροπή για τη Salt Typhoon.

Η Salt Typhoon είναι μια ομάδα χάκερ που στηρίζεται από την κινεζική κυβέρνηση, η οποία έχει εισβάλει σε τουλάχιστον εννέα μεγάλες εταιρείες τηλεπικοινωνιών στις ΗΠΑ, μεταξύ αυτών οι Verizon, AT&T και CenturyLink.

Μιλώντας στην Epoch Times, ο Τίμονς είπε πως η λύση του δεν είναι δύσκολη στην εφαρμογή της, υπό την προϋπόθεση ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα μπορεί να εντοπίσει σαφώς τον υπεύθυνο για μια κυβερνοεπίθεση.

Πρόσφατα το Στέιτ Ντιπάρτμεντ παρέχει αμοιβή 10 εκατομμυρίων δολαρίων για πληροφορίες σχετικά με μια άλλη ομάδα χάκερ ονόματι i-Soon, που έχει επιτεθεί ακόμη και σε κυβερνητικές υπηρεσίες και μέσα ενημέρωσης, όπως οι Epoch Times.

«Αν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παρέμβει, αποζημιώσει μια επιχείρηση θύμα κυβερνοεπίθεσης, και έπειτα επιβάλει οικονομικές κυρώσεις στη χώρα προέλευσης της επίθεσης, αυτό μου φαίνεται απλό και λογικό», σημείωσε ο Τίμονς, προσθέτοντας πως είναι ένα «εξαιρετικό εργαλείο» που ο Πρόεδρος είναι πρόθυμος να χρησιμοποιήσει.

Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αύξησε πρόσφατα τους δασμούς έναντι της Κίνας κατά 34%, επιπλέον της ήδη υπάρχουσας αύξησης του 20% που επέβαλε νωρίτερα φέτος.

Η Salt Typhoon έχει στο παρελθόν εξαπολύσει κυβερνοεπιθέσεις στις επικοινωνίες ανώτατων πολιτικών προσώπων, μεταξύ αυτών ο Πρόεδρος Τραμπ και ο Αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς, όπως επίσης και η προεκλογική εκστρατεία της πρώην Αντιπροέδρου Καμάλα Χάρις το 2024, ενώ κατηγορείται και για υποκλοπή εγγράφων από το Αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών.

Ο Τζος Στάινμαν, CEO της εταιρείας κυβερνοασφάλειας Galvanick και πρώην στέλεχος στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, τόνισε στην επιτροπή πως οι ΗΠΑ πρέπει να υιοθετήσουν πιο επιθετική στρατηγική. «Με αυτόν τον τρόπο αναγκάζουμε τους αντιπάλους να αναλώσουν πόρους στην άμυνα τους απέναντί μας», σημείωσε.

Ακόμη ο κ. Στάινμαν ανέφερε πως το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα βρίσκεται ήδη σε συνθήκες «πολεμικής ετοιμότητας» όσον αφορά τις κυβερνοεπιχειρήσεις, ενώ παράλληλα επιχειρεί να πείσει τη Δύση ότι οι σχέσεις των δυο πλευρών εξελίσσονται ομαλά.

Ο κίνδυνος τεχνητής νοημοσύνης

Εμπειρογνώμονες κατά τη διάρκεια της επιτροπής τόνισαν τον επιπλέον κίνδυνο της χρήσης τεχνητής νοημοσύνης (AI) από Κινέζους χάκερ.

Ο καθηγητής κυβερνοασφάλειας Έντουαρντ Αμορόσο δήλωσε πως οι αντίπαλοι των ΗΠΑ εξελίσσονται γρήγορα και ενσωματώνουν την ΑΙ, αυτοματοποιώντας στρατηγικές κυβερνοεπιθέσεων εναντίον κρίσιμων υποδομών.

Έκθεση της εταιρείας CrowdStrike αναφέρει πως το 2024 η κινεζική κυβερνοκατασκοπεία αυξήθηκε κατά 150%, αξιοποιώντας AI τεχνολογίες. Ο κ. Στάινμαν τόνισε στην Epoch Times πως αυτή η εξέλιξη κάνει επιτακτική ανάγκη τον αποκλεισμό κινεζικών τεχνολογικών εταιρειών ΑΙ από την αγορά των ΗΠΑ.

Παράλληλα, ο κ. Αμορόσο υπογράμμισε τον επικείμενο κίνδυνο από την ανάδυση των κβαντικών υπολογιστών, που θα μπορούσαν μελλοντικά να διασπάσουν εύκολα τη δημόσια κρυπτογράφηση που χρησιμοποιούν σήμερα οι ΗΠΑ.

Μιλώντας για το ζήτημα, ο βουλευτής Μάικλ Κλάουντ (Ρεπουμπλικανός, Τέξας), μέλος της ίδιας επιτροπής, συμφώνησε πως οι ΗΠΑ οφείλουν να ενισχύσουν τόσο την άμυνα όσο και τις επιθετικές τους δυνατότητες στον κυβερνοχώρο, ώστε «να στείλουμε ξεκάθαρο μήνυμα στην Κίνα και άλλους κακόβουλους παράγοντες», όπως είπε χαρακτηριστικά.

Ο κ. Τίμονς καταλήγοντας, εξέφρασε την πρόθεση του να ενταθεί ο διάλογος για το συγκεκριμένο ζήτημα, διασφαλίζοντας πως «οι ΗΠΑ θα χρησιμοποιήσουν κάθε διαθέσιμο μέσο ώστε να λογοδοτήσουν όλοι οι υπεύθυνοι, κρατικοί και μη».

Η Ουγγαρία αποχωρεί από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο κατά την επίσκεψη Νετανιάχου στη Βουδαπέστη

Κατά την άφιξη του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου στη Βουδαπέστη για την επίσημη επίσκεψή του, η Ουγγαρία ανακοίνωσε την αποχώρησή της από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ). Το Δικαστήριο είχε πρόσφατα εκδώσει ένταλμα σύλληψης κατά του Νετανιάχου για καταγγελίες περί εγκλημάτων πολέμου.

Αυτή είναι μόλις η δεύτερη φορά που ο Νετανιάχου ταξίδεψε στο εξωτερικό από τότε που το ΔΠΔ εξέδωσε το ένταλμα τον περασμένο Νοέμβριο.

«Η Ουγγαρία αποχωρεί από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο», δήλωσε ο Γκέργκελι Γκούλιας, προσωπάρχης του πρωθυπουργού Ορμπάν. «Η κυβέρνηση θα ξεκινήσει τη διαδικασία αποχώρησης την Πέμπτη, σύμφωνα πάντα με τις συνταγματικές διαδικασίες και το διεθνές δίκαιο».

Με την ανακοίνωση αυτή, η Ουγγαρία γίνεται η πρώτη χώρα που αποχωρεί από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, στο οποίο συμμετείχε από το 2001.

Ο Νετανιάχου έγινε δεκτός με πλήρεις στρατιωτικές τιμές στην ιστορική συνοικία του Κάστρου της Βουδαπέστης, παρουσία στρατωτών έφιππων και πεζών με στρατιωτικές στολές. Αργότερα μέσα στην ημέρα, είχε προγραμματιστεί συνάντηση κορυφής με τον Ούγγρο ομόλογό του, Βίκτορ Ορμπάν.

Παράλληλα, είχε συνάντηση με τον πρόεδρο της χώρας, Τάμας Σούλιοκ, στο Προεδρικό Μέγαρο, σύμφωνα με επίσημη ενημέρωση της ισραηλινής κυβέρνησης.

Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εξέδωσε τον Νοέμβριο εντάλματα σύλληψης κατά του Νετανιάχου και του πρώην υπουργού Άμυνας του Ισραήλ, Γιόαβ Γκάλαντ. Οι κατηγορίες αφορούν «εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας» στη διάρκεια των επιχειρήσεων στη Λωρίδα της Γάζας εναντίον της τρομοκρατικής οργάνωσης Χαμάς.

Το Δικαστήριο κατηγόρησε τους δύο Ισραηλινούς αξιωματούχους ότι χρησιμοποίησαν τον υποσιτισμό ως πολεμική πρακτική μέσω αυστηρών περιορισμών στην ανθρωπιστική βοήθεια αλλά και για εσκεμμένες επιθέσεις κατά αμάχων, πράξεις που το Ισραήλ αρνείται κατηγορηματικά.

Η ισραηλινή πλευρά θεωρεί ότι το Δικαστήριο έχει χάσει κάθε νομιμοποίηση, χαρακτηρίζοντας τις αποφάσεις ως πολιτικά υποκινούμενες και αντισημιτικές, και υπογραμμίζει ότι το Ισραήλ ενεργεί μέσα στο πλαίσιο του διεθνούς δικαιώματος για αυτοάμυνα.

Τα κράτη-μέλη του ΔΠΔ υποχρεούνται να συλλαμβάνουν πρόσωπα για τα οποία έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης μόλις αυτά εισέλθουν στο έδαφός τους. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν διαθέτει κάποιον μηχανισμό για να επιβάλει στην πράξη αυτήν την απαίτηση.

Το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι συμβαλλόμενα κράτη στη συμφωνία του Δικαστηρίου. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος υποδέχθηκε πρόσφατα τον Νετανιάχου στον Λευκό Οίκο, είχε ήδη επιβάλει κυρώσεις προς το Δικαστήριο, κατηγορώντας το ότι «καταχράται της ισχύος του εκδίδοντας αβάσιμα εντάλματα σύλληψης» κατά Αμερικανών και Ισραηλινών επισήμων.

Ο Νετανιάχου, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του Σάρα, ευχαρίστησε τον ούγγρο πρωθυπουργό για την απόφαση.

«Πήρατε μια γενναία απόφαση, σημαντική για όλο τον κόσμο, να αντισταθείτε απέναντι σε έναν διεφθαρμένο οργανισμό, όπως είναι το ΔΠΔ», ανέφερε ο Νετανιάχου προς τον Ορμπάν.

«Η ηγεσία σας έχει δείξει για πολλά χρόνια μια σταθερή και υπερήφανη στήριξη προς το Ισραήλ και τον εβραϊκό λαό», συμπλήρωσε.

Ο Νετανιάχου μίλησε και για τη σημασία της καταπολέμησης του αντισημιτισμού, ο οποίος, όπως τόνισε, σήμερα κρύβεται πίσω από το προσωπείο του αντισιωνισμού. Παράλληλα, επισήμανε την ανάγκη να αντιμετωπιστεί ο «άξονας τρομοκρατίας του Ιράν», κάτι που τελικά προστατεύει και την ίδια την Ευρώπη.

Οι δύο ηγέτες διατηρούν στενή προσωπική και πολιτική σχέση εδώ και περίπου δεκαπέντε χρόνια. Τόσο ο Νετανιάχου όσο και ο Ορμπάν θεωρούνται συντηρητικοί και λαϊκιστές πολιτικοί. Ο Ορμπάν είναι γνωστός για τη σκληρή κριτική που ασκεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και για την αντίθεσή του σε οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με ορισμένους να συγκρίνουν τη στάση του με εκείνη του Νετανιάχου στο εσωτερικό του Ισραήλ.

Ο ανώτερος σύμβουλος του Ορμπάν, Ζόλταν Κόβατς, επιβεβαίωσε ότι οι διαδικασίες αποχώρησης έχουν ήδη ξεκινήσει.

Από την πλευρά της, η Διεθνής Αμνηστία κατήγγειλε το γεγονός, χαρακτηρίζοντάς το ως «περιφρόνηση της διεθνούς νομιμότητας και καταστροφική για το κύρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης», τονίζοντας πως ένας διωκόμενος για πιθανά εγκλήματα πολέμου είναι πλέον ευπρόσδεκτος σε χώρα-μέλος της ΕΕ. Μέχρι σήμερα, χώρες της ΕΕ δεν είχαν αρνηθεί να εκτελέσουν σχετικό ένταλμα του ΔΠΔ.k

Νέος Βρετανικός νόμος φέρνει αυστηρή λογοκρισία σε Αμερικανικά διαδικτυακά φόρουμ

Αμερικανικές διαδικτυακές πλατφόρμες που βασίζονται στις προστασίες της πρώτης τροπολογίας του Αμερικανικού Συντάγματος περί ελευθερίας του λόγου, βρίσκονται αντιμέτωπες με τις αυστηρές διατάξεις του νέου βρετανικού Νόμου περί Διαδικτυακής Ασφάλειας (Online Safety Act – OSA), που μπορεί ακόμη και να οδηγήσει στον αποκλεισμό τους από το βρετανικό διαδίκτυο.

Ο νόμος αυτός, που χαρακτηρίστηκε από τη Βρετανική κυβέρνηση ως ο πρώτος του είδους του παγκοσμίως για την ασφάλεια στο διαδίκτυο, τέθηκε σε ισχύ τον Οκτώβριο του 2023, ενώ η εφαρμογή των μέτρων κατά του παράνομου περιεχομένου ξεκίνησε στις 17 Μαρτίου 2025. Ο OSA υποχρεώνει τις πλατφόρμες να λαμβάνουν μέτρα προστασίας των Βρετανών χρηστών απέναντι σε εγκληματικό περιεχόμενο, με εκτεταμένες συνέπειες για τη λειτουργία τους.

Η αμερικανική πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης Gab αυτοπροβάλλεται ως υπέρμαχος της ελευθερίας έκφρασης. Σύμφωνα με ανάρτηση του CEO της Gab, Άντριου Τόρμπα, στις 26 Μαρτίου, το Λονδίνο κάλεσε επισήμως την πλατφόρμα να συμμορφωθεί με το καθεστώς λογοκρισίας που θεσπίζεται μέσω του OSA. Αν και η εταιρεία δεν έχει καμία νομική παρουσία στο Ηνωμένο Βασίλειο, η αρμόδια ρυθμιστική αρχή Ofcom την ενημέρωσε ότι οφείλει να συμμορφωθεί.

Ο νόμος απαιτεί από υπηρεσίες που επιτρέπουν διάδραση μεταξύ χρηστών να υποβάλλουν εκτίμηση κινδύνου για παράνομο περιεχόμενο στην Ofcom μέχρι τις 31 Μαρτίου, αλλιώς κινδυνεύουν με πρόστιμα που αγγίζουν τα 18 εκατομμύρια λίρες, ή το 10% του ετήσιου τζίρου τους, όπως και με δικαστικές αποφάσεις αποκλεισμού των ιστοσελίδων τους στη χώρα.

Η Gab αρνήθηκε κατηγορηματικά να συμμορφωθεί. «Δεν θα υποκύψουμε ούτε θα πληρώσουμε έστω και ένα σεντ», δήλωσε ξεκάθαρα ο Τόρμπα. Νομικοί εκπρόσωποι της Gab χαρακτήρισαν τον νέο νόμο ως «εκτός δικαιοδοσίας», υπογραμμίζοντας ότι η πλατφόρμα λειτουργεί αποκλειστικά στις ΗΠΑ και προστατεύεται από την πρώτη τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος.

Η Gab και παλιότερα είχε αντιμετωπίσει προβλήματα, όταν το 2018 αποκόπηκε από υπηρεσίες πληρωμών καθώς ο δράστης μιας ένοπλης επίθεσης σε συναγωγή στο Πίτσμπεργκ είχε ανεβάσει αντισημιτικά σχόλια στο σάιτ. Παρομοίως, το 2022 αρνήθηκε να συνεργαστεί με τις γερμανικές αρχές, οι οποίες απαιτούσαν προσωπικά δεδομένα χρήστη που είχε κάνει προσβλητικό σχόλιο για πολιτικό.

Η Gab δεν είναι η μόνη πλατφόρμα που αντιδρά στον OSA. Το φόρουμ Kiwifarms επίσης έλαβε επιστολή από την Ofcom, ανακοινώνοντας πλέον αποκλεισμό των Βρετανών χρηστών. Μήνυμα στην ιστοσελίδα προειδοποιεί ότι η κατάσταση στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι πλέον τόσο σοβαρή που υπάρχει κίνδυνος για την ασφάλεια όσων συνδέονται στο διαδίκτυο από τη χώρα.

Ο νέος νόμος έχει οδηγήσει επίσης σε «λουκέτο» δεκάδες μικρότερες βρετανικές ιστοσελίδες, από φόρουμ για χομπίστες και ποδηλάτες μέχρι ομάδες υποστήριξης πατέρων σε διάζευξη.

Απειλή αποκλεισμού από το Βρετανικό διαδίκτυο

Ο Τζον Καρ, από τους κορυφαίους ειδικούς σε θέματα προστασίας ανηλίκων στο διαδίκτυο, δήλωσε ότι η Ofcom έχει εξουσίες εφαρμογής που περιλαμβάνουν εφαρμογή μέτρων αποκλεισμού ιστοσελίδων μέσω δικαστικών αποφάσεων. Νομικός σχολιαστής σημείωσε ότι ο OSA δίνει στην Ofcom τη δυνατότητα να ελέγχει διαδικτυακές πλατφόρμες ακόμα και εκτός της χώρας.

Η πολιτική και νομική σύγκρουση με τις ΗΠΑ εκτιμάται ότι θα ενταθεί, καθώς Αμερικανοί νομικοί και αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι τέτοιες πρακτικές αμφισβητούν απροκάλυπτα το Σύνταγμά τους.

Φόβοι για διεθνή αντίποινα και επιβολή δασμών

Ο διεθνής δικηγόρος Τζέιμς Τίντμαρς προειδοποίησε ότι η περίπτωση αυτή μπορεί να προκαλέσει πολιτικές και οικονομικές αντιδράσεις από τις ΗΠΑ. Ο Πρόεδρος Τραμπ ήδη έχει εκδώσει σχετικό διάταγμα κατά εκβιασμών από ξένες χώρες, ιδίως στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί Ψηφιακών Υπηρεσιών (DSA).

Η ένταση αυτή μπορεί να επηρεάσει και τη λεγόμενη «ειδική σχέση» Ηνωμένου Βασιλείου και ΗΠΑ, ακόμη και με απειλές αμερικανικών δασμών. Την ίδια ώρα, Αμερικανοί αξιωματούχοι εκφράζουν ανοικτά ανησυχίες για την ελευθερία έκφρασης στη Βρετανία.

Από την πλευρά της, εκπρόσωπος της Ofcom σχολίασε ότι οι υπηρεσίες που θέλουν πρόσβαση στη βρετανική αγορά οφείλουν να συμμορφωθούν, διαφορετικά θα εφαρμοστούν τα προβλεπόμενα μέτρα επιβολής χωρίς καμία εξαίρεση.

Καναδάς: Αντίποινα με δασμούς 25% στις εισαγωγές αυτοκινήτων από τις ΗΠΑ

Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Καρνεϊ ανακοίνωσε στις 3 Απριλίου ότι η χώρα του θα επιβάλλει ίσους δασμούς ύψους 25% στα αυτοκίνητα που εισάγονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ως απάντηση στην ενεργοποίηση των νέων αμερικανικών δασμών που ισχύουν από σήμερα.

Ο κ. Καρνεϊ προέβη στη δήλωση αυτή μία ημέρα μετά την εφαρμογή από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ της νέας πολιτικής «αμοιβαίων δασμών» προς διάφορες χώρες του κόσμου. Ο Καναδάς αποκλείστηκε από αυτό το νέο πακέτο δασμών, επειδή ήδη αντιμετωπίζει τους προηγούμενους δασμούς των ΗΠΑ που σχετίζονται με ζητήματα ασφάλειας στα σύνορα και εμπορία ναρκωτικών — εξαιρώντας ορισμένα εμπορεύματα που καλύπτονται από τη Συμφωνία ΗΠΑ-Μεξικού-Καναδά (USMCA). Επιπλέον, ο Καναδάς υφίσταται ήδη τους δασμούς 25% που είχε επιβάλει προηγουμένως ο Τραμπ σε όλες τις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου.

«Παρόλο που είναι θετικό το γεγονός ότι δε μας επιβλήθηκαν νέοι δασμοί χθες, οι ενέργειες του προέδρου θα έχουν σοβαρές συνέπειες στον Καναδά αλλά και διεθνώς», τόνισε ο Καναδός πρωθυπουργός, χαρακτηρίζοντας όλους τους επιβεβλημένους δασμούς ως «αδικαιολόγητους, αβάσιμους και κατά τη γνώμη μας λανθασμένους».

Τα καναδικά αντίποινα θα στοχεύσουν σε αυτοκίνητα που εισάγονται από τις ΗΠΑ και δεν πληρούν τις προδιαγραφές της ελεύθερης ζώνης της USMCA, καθώς και στην αμερικανικής προέλευσης περιεχόμενη αξία οχημάτων που συμμορφώνονται με τη συμφωνία.

Η βασική διαφορά με τους αμερικανικούς δασμούς είναι πως τα καναδικά μέτρα δεν θα επηρεάσουν τα ανταλλακτικά αυτοκινήτων ούτε το μεξικανικής προέλευσης περιεχόμενο. Παράλληλα, η καναδική κυβέρνηση επεξεργάζεται ένα σύστημα, μέσω του οποίου οι κατασκευαστές αυτοκινήτων που διατηρούν την παραγωγή και τις επενδύσεις τους εντός Καναδά θα μπορούν να λάβουν αποζημιώσεις από τα κονδύλια που θα συγκεντρωθούν μέσω των αντίμετρων.

Η εκτιμώμενη είσπραξη από τους δασμούς αναμένεται περίπου στα 8 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που θα διατεθεί σε εργαζομένους και εταιρείες που πλήττονται.

«Λαμβάνουμε αυτά τα μέτρα απρόθυμα, αλλά ο σκοπός μας είναι ξεκάθαρος: μέγιστο αντίκτυπο στις ΗΠΑ και ελάχιστη ζημιά εντός της χώρας μας», τόνισε ο κ. Καρνεϊ.

Υπενθυμίζεται ότι ο Καναδάς ήδη έχει υιοθετήσει αντίμετρα ύψους περίπου 60 δισεκατομμυρίων δολαρίων κατά διαφόρων αμερικανικών προϊόντων, τα οποία παραμένουν σε ισχύ σύμφωνα με τον πρωθυπουργό.

Ο κ. Καρνεϊ ενημέρωσε επίσης ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον πρόεδρο Τραμπ στις 28 Μαρτίου, τόνισε πως ο Καναδάς αναγκαστικά θα απαντούσε στους δασμούς. Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστηρίζει πως αυτοί οι δασμοί έχουν στόχο την επαναφορά θέσεων εργασίας στον αμερικανικό τομέα αυτοκινητοβιομηχανίας και την ενίσχυση της βιομηχανικής βάσης της χώρας.

«Η καλύτερη δυνατή συμφωνία»

Ο Καναδός πρωθυπουργός υπογράμμισε πως το γεγονός ότι ο Καναδάς δεν αντιμετώπισε επιπλέον δασμούς στις 2 Απριλίου αποτελεί «την καλύτερη δυνατή έκβαση μιας σειράς δύσκολων καταστάσεων» και κάνει λόγο για πρόοδο. Αναφέρθηκε επίσης στην πρόσφατη συμφωνία με τον Τραμπ για την έναρξη συνομιλιών σχετικά με μια ευρύτερη «συνεργασία οικονομικής ασφάλειας», η οποία θα γίνει μετά τις εκλογές.

Παρόλα αυτά, ο ηγέτης των Συντηρητικών, Πιέρ Πουαλιέβρ, διαφωνεί κατηγορηματικά με την κυβερνητική εκτίμηση περί προόδου. Σε προεκλογική ομιλία του στο Κίνγκστον του Οντάριο υποστήριξε: «Δυστυχώς, η χώρα μας δεν γλίτωσε από τίποτα. Δεν πραγματοποιήθηκε καμία πρόοδος και τίποτα εποικοδομητικό δεν προέκυψε από την ανακοίνωση Τραμπ».

Ο Πουαλιέβρ δεσμεύτηκε επίσης για άμεση παρέμβαση με αφαίρεση του φόρου GST από αυτοκίνητα που κατασκευάζονται στον Καναδά, στοχεύοντας στη στήριξη της εθνικής βιομηχανίας. Συνολικά λιγότερα από δώδεκα μοντέλα αυτοκινήτων παράγονται σήμερα εντός Καναδά, όπως το Chevy Silverado, τα Honda Civic και CR-V, το Toyota RAV-4, και η Chrysler Pacifica.

Ο ηγέτης των Συντηρητικών υποσχέθηκε επιπλέον τη δημιουργία ενός ειδικού ταμείου ύψους 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων που θα παρέχει ρευστότητα και δάνεια χαμηλού επιτοκίου στις πληγείσες εταιρείες, προκειμένου να διατηρήσουν τους εργαζομένους τους.

Υπενθυμίζεται ότι στις 26 Μαρτίου, ο κ. Καρνεϊ είχε ανακοινώσει ανάλογη πρωτοβουλία — ένα ταμείο ύψους 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη στήριξη της αυτοκινητοβιομηχανίας.

Η αυτοκινητοβιομηχανία αποτελεί έναν από τους βασικότερους εξωστρεφείς κλάδους της καναδικής οικονομίας μετά το πετρέλαιο, με την παραγωγή να είναι στενά συνυφασμένη μεταξύ των δύο χωρών, αφού κάθε εξάρτημα διασχίζει τα σύνορα πολλές φορές μέχρι να ολοκληρωθεί ένα τελικό προϊόν.

Συνάντηση Γεραπετρίτη – Φιντάν στις Βρυξέλλες: Στο επίκεντρο ο ελληνοτουρκικός διάλογος

Σημαντική συνάντηση πραγματοποίησαν ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, και ο Τούρκος ομόλογός του, Χακάν Φιντάν, στο περιθώριο της Συνόδου των Υπουργών Εξωτερικών του ΝΑΤΟ, στις Βρυξέλλες. Οι δύο αξιωματούχοι συζήτησαν κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τις διατλαντικές σχέσεις, τις διεθνείς και περιφερειακές εξελίξεις, καθώς και το μέλλον των ελληνοτουρκικών επαφών.

Στο επίκεντρο η ενίσχυση του διαλόγου

Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, ένα από τα βασικά θέματα της συζήτησης αποτέλεσε ο καθορισμός των επόμενων βημάτων του ελληνοτουρκικού διαλόγου. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην προετοιμασία του επόμενου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας, το οποίο αναμένεται να πραγματοποιηθεί μετά το Πάσχα. Η ημερομηνία θα καθοριστεί σύμφωνα με τα προγράμματα των δύο ηγετών, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία που αποδίδουν οι δύο χώρες στη συνέχιση της διπλωματικής προσέγγισης.

Οικονομικές πρωτοβουλίες και νέες προοπτικές

Εκτός από τις πολιτικές διαβουλεύσεις, η συνάντηση περιελάμβανε και συζήτηση για οικονομικά ζητήματα. Οι δύο υπουργοί επιβεβαίωσαν τη διοργάνωση ελληνικής επιχειρηματικής αποστολής στην Κωνσταντινούπολη στις 8-9 Μαΐου 2025. Η αποστολή αυτή στοχεύει στην ενίσχυση των εμπορικών σχέσεων και στην αναζήτηση νέων επενδυτικών ευκαιριών μεταξύ των δύο χωρών, στέλνοντας ένα μήνυμα αμοιβαίας οικονομικής συνεργασίας.

Η επόμενη συνάντηση

Τέλος, καθορίστηκε ότι η επόμενη επίσημη συνάντηση μεταξύ των δύο υπουργών θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της άτυπης Συνόδου των Υπουργών Εξωτερικών των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, στις 14-15 Μαΐου 2025. Η επαφή αυτή αναμένεται να συμβάλει στην εδραίωση της διπλωματικής επικοινωνίας και στη διατήρηση της δυναμικής που έχει διαμορφωθεί το τελευταίο διάστημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Με τις δύο πλευρές να επιδιώκουν σταθερότητα και συνεργασία, η ατζέντα των επόμενων συναντήσεων διαμορφώνεται με στόχο τη βελτίωση των διμερών σχέσεων και την αντιμετώπιση των προκλήσεων στην ευρύτερη περιοχή.

Καταδίκη Κινέζου υπηκόου για παράνομη διακίνηση μεταναστών στο Γκουάμ

Ένας 36χρονος Κινέζος υπήκοος καταδικάστηκε σε φυλάκιση την Τρίτη στις ΗΠΑ, αφού επιχείρησε να μεταφέρει παράνομα συμπατριώτες του από τη Βόρεια Μαριάνα στο νησί Γκουάμ, σύμφωνα με τις αρμόδιες αμερικανικές αρχές.

Ο Ζονγκλί Πανγκ προσπάθησε να εκμεταλλευτεί το διαφορετικό καθεστώς εισόδου στα δύο αμερικανικά εδάφη. Οι Κινέζοι πολίτες μπορούν να επισκεφτούν τα νησιά της Βόρειας Μαριάνα χωρίς βίζα, ενώ για την είσοδο στο Γκουάμ απαιτείται άδεια εισόδου.

Τον Ιούνιο του 2024, σύμφωνα με ανακοίνωση της Εισαγγελίας των περιοχών του Γκουάμ και της Βόρειας Μαριάνα, ο Πανγκ και οι συνεργοί του αγόρασαν ένα πλοιάριο αξίας 33.000 δολαρίων.

Παρόλο που δεν είχε εμπειρία ναυσιπλοΐας πέρα από δύο σύντομες δοκιμές, ο Πανγκ ανέλαβε τη μεταφορά 12 παράτυπων μεταναστών από τη Σαϊπάν, που αποτελεί τη μεγαλύτερη πόλη και πρωτεύουσα του συμπλέγματος της Βόρειας Μαριάνα, προς το Γκουάμ.

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μήκους 160 χιλιομέτρων, το υπερφορτωμένο πλοιάριο ξέμεινε από καύσιμα λίγο έξω από τις ακτές του Γκουάμ, με αποτέλεσμα να επέμβει η αμερικανική Ακτοφυλακή και να διασώσει τους επιβαίνοντες.

Ο Πανγκ δήλωσε ένοχος για κατηγορίες συνωμοσίας για τη μεταφορά παράτυπων μεταναστών και συνωμοσίας εξαπάτησης των Ηνωμένων Πολιτειών. Κατά την ακροαματική διαδικασία, παραδέχτηκε ότι έθεσε ανθρώπινες ζωές σε κίνδυνο με τις πράξεις του και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών μηνών.

Ο Εισαγγελέας Σον Άντερσον δήλωσε πως και οι υπόλοιποι επιβάτες του πλοιαρίου κινδυνεύουν με ποινές φυλάκισης και κυρώσεις σχετικές με τη μετανάστευση.

«Παροτρύνουμε τους Κινέζους υπηκόους να συμμορφώνονται πλήρως με τους όρους της προσωρινής άδειας εισόδου που παρέχει το πρόγραμμα των Βορείων Μαριάνων και να επιστρέφουν στην Κίνα στο πλαίσιο των συμφωνηθέντων κατά την είσοδο στη Σαϊπάν. Οι ενισχυμένοι έλεγχοι της Υπηρεσίας Εσωτερικής Ασφάλειας (DHS) θα συνεχίσουν να οδηγούν στη σύλληψη όσων επιχειρούν να αποφύγουν τον εντοπισμό», τόνισε ο κ. Άντερσον.

Η διαδρομή από τη Σαϊπάν προς το Γκουάμ αποτελεί γνωστή διαδρομή διακίνησης ανθρώπων από την Κίνα, με τους διακινητές να χρεώνουν έως και 5.000 δολάρια ανά άτομο.

«Θα συνεχίσουμε να εντοπίζουμε τους μετανάστες που προσπαθούν να μετακινηθούν παράνομα μεταξύ των νησιών CNMI και Γκουάμ. Οι κίνδυνοι για την ανθρώπινη ζωή είναι εξαιρετικά μεγάλοι», πρόσθεσε ο Αμερικανός Εισαγγελέας.

Παρόμοια περιστατικά έχουν συμβεί αρκετές φορές στο πρόσφατο παρελθόν. Τον Ιούλιο του περασμένου έτους, δύο άλλοι Κινέζοι διακινητές έμειναν επίσης από καύσιμα μεταφέροντας 12 επιβάτες. Το πλοιάριο έμεινε ακυβέρνητο για πάνω από 14 ώρες, μέχρι που επενέβη η Αμερικανική Ακτοφυλακή κατόπιν κλήσης έκτακτης ανάγκης.

Τον Φεβρουάριο, ένας 22χρονος Κινέζος υπήκοος καταδικάστηκε σε φυλάκιση 30 ημερών. Είχε πληρώσει για να μεταφερθεί ο ίδιος και άλλοι επτά στο Γκουάμ, αλλά λίγο πριν φτάσουν στην ακτή, οι διακινητές ανάγκασαν τους επιβάτες να πέσουν στο νερό, παρόλο που ορισμένοι δεν ήξεραν κολύμπι.

Τον περασμένο μήνα, άλλος ένας Κινέζος διακινητής και εννέα συνεργοί του καταδικάστηκαν αφότου και το δικό τους σκάφος έμεινε από καύσιμα και άρχισε να παρασύρεται στη θάλασσα. Ο επικεφαλής της επιχείρησης αυτής τιμωρήθηκε επίσης με 30 ημέρες φυλάκισης.