Παρασκευή, 20 Μαρ, 2026

Πιέσεις Τραμπ για διατήρηση του Ντιέγκο Γκαρσία από το Ηνωμένο Βασίλειο

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, στις 18 Φεβρουαρίου, προέτρεψε τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ να διατηρήσει τον έλεγχο του Ντιέγκο Γκαρσία, υποστηρίζοντας ότι το νησιωτικό έδαφος θα μπορούσε να συμβάλει στην αποτροπή μελλοντικής επιθετικότητας από το Ιράν.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social έγραψε ότι, εάν το Ιράν αποφάσιζε να μη συνάψει συμφωνία, ενδέχεται να ήταν αναγκαίο οι Ηνωμένες Πολιτείες να χρησιμοποιήσουν το Ντιέγκο Γκαρσία και το αεροδρόμιο που βρίσκεται στο Φέρφορντ, προκειμένου να εξαλείψουν μια πιθανή επίθεση από ένα «εξαιρετικά ασταθές και επικίνδυνο καθεστώς» —μια επίθεση που, κατά τον ίδιο, θα μπορούσε να στρέφεται κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και άλλων φιλικών χωρών.

Το Ντιέγκο Γκαρσία αποτελεί μέρος του αρχιπελάγους Τσάγκος στον Ινδικό Ωκεανό. Τη δεκαετία του 1960, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο κατέληξαν σε συμφωνία για τη μετατροπή του Ντιέγκο Γκαρσία, του μεγαλύτερου νησιού του αρχιπελάγους, σε κοινό στρατιωτικό κόμβο.

Πέρυσι, το Ηνωμένο Βασίλειο συνήψε συμφωνία για τη μεταβίβαση του ελέγχου του αρχιπελάγους Τσάγκος στον Μαυρίκιο. Η συμφωνία θα επέτρεπε στο Ηνωμένο Βασίλειο να συνεχίσει να λειτουργεί την κοινή στρατιωτική βάση Ηνωμένου Βασιλείου–ΗΠΑ στο Ντιέγκο Γκαρσία για τουλάχιστον 99 χρόνια, με δυνατότητα παράτασης της μίσθωσης για άλλα 40 χρόνια.

Ο Τραμπ έγραψε στο Truth Social ότι ο πρωθυπουργός Στάρμερ δεν θα έπρεπε να χάσει τον έλεγχο, για οποιονδήποτε λόγο, του Ντιέγκο Γκαρσία, συνάπτοντας μια —στην καλύτερη περίπτωση— επισφαλή μίσθωση 100 ετών. Τα σχόλιά του για τη συμφωνία σχετικά με το αρχιπέλαγος Τσάγκος έγιναν μία ημέρα αφότου το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «υποστηρίζουν την απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να προχωρήσει με τη συμφωνία του με τον Μαυρίκιο σχετικά με το αρχιπέλαγος Τσάγκος».

Όταν, κατά τη διάρκεια ενημέρωσης Τύπου στις 18 Φεβρουαρίου, ζητήθηκε να σχολιαστούν οι αντικρουόμενες δηλώσεις, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ ανέφερε ότι ο Τραμπ θα έχει τον τελικό λόγο στο ζήτημα, προσθέτοντας ότι η ανάρτηση θα πρέπει να εκληφθεί ως η πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ και ότι προέρχεται «απευθείας από την πηγή».

Παρότι ο Τραμπ έχει επικρίνει στο παρελθόν τη συμφωνία για το αρχιπέλαγος Τσάγκος με αναρτήσεις στο Truth Social, το πιο πρόσφατο σχόλιό του στις 18 Φεβρουαρίου ήταν το πρώτο που συνέδεσε το νησί με τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν.

Διαπραγματευτές των ΗΠΑ και του Ιράν πραγματοποίησαν συνομιλίες αυτή την εβδομάδα στη Γενεύη της Ελβετίας, καθώς ο Τραμπ συνεχίζει να πιέζει την Τεχεράνη για νέες παραχωρήσεις σε θέματα ασφάλειας. Οι συνομιλίες φαίνεται να επικεντρώνονται κυρίως στα πυρηνικά προγράμματα του Ιράν, αλλά θα μπορούσαν επίσης να αγγίξουν τα πυραυλικά του προγράμματα και τη χρηματοδότηση ή υποστήριξή του σε οργανώσεις που έχουν χαρακτηριστεί τρομοκρατικές.

Σε συνέντευξη στο Fox News στις 17 Φεβρουαρίου, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζ. Ντ. Βανς δήλωσε ότι «όλα είναι στο τραπέζι» στις συζητήσεις, όμως τόνισε ότι ο κύριος στόχος είναι να αποτραπεί το ενδεχόμενο το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο, επισημαίνοντας ότι αυτή είναι η «κόκκινη γραμμή» που ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών έχει θέσει με συνέπεια.

Καθώς μιλούσε με δημοσιογράφους στις 18 Φεβρουαρίου, η Λέβιτ είπε ότι στην πιο πρόσφατη φάση των διαπραγματεύσεων στη Γενεύη σημειώθηκε κάποια πρόοδος, «αλλά εξακολουθούμε να απέχουμε πολύ σε ορισμένα ζητήματα», προσθέτοντας ότι, όπως εκτιμά, οι Ιρανοί αναμένεται να επιστρέψουν προς την αμερικανική πλευρά με περισσότερες λεπτομέρειες μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες και ότι ο πρόεδρος θα συνεχίσει να παρακολουθεί πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση.

Αμερικανικές δυνάμεις εξοντώνουν 11 διακινητές ναρκωτικών σε επιδρομές σε Καραϊβική και Ειρηνικό

Έντεκα άτομα σκοτώθηκαν από αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις σε τρεις συντονισμένες επιχειρήσεις που πραγματοποιήθηκαν στις 16 Φεβρουαρίου στη Θάλασσα της Καραϊβικής και στον ανατολικό Ειρηνικό Ωκεανό, όπως ανακοίνωσε η Διοίκηση του Νότιου Τομέα των ΗΠΑ (Southcom).

Τις εντολές για τις επιθέσεις έδωσε ο στρατηγός των Πεζοναυτών Φράνσις Λ. Ντόνοβαν, ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα επικεφαλής της Southcom στις αρχές του μήνα, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση που εκδόθηκε στις 17 Φεβρουαρίου.

Σύμφωνα με τη Southcom, οι επιθέσεις στόχευσαν δύο σκάφη στον ανατολικό Ειρηνικό και ένα τρίτο στη Θάλασσα της Καραϊβικής. Σε κάθε ένα από τα σκάφη του Ειρηνικού σκοτώθηκαν τέσσερις άνδρες, ενώ στο σκάφος που κινούνταν στα ύδατα της Καραϊβικής έχασαν τη ζωή τους ακόμη τρία άτομα. Οι αρμόδιες υπηρεσίες πληροφοριών επιβεβαίωσαν πως τα σκάφη ακολουθούσαν γνωστές διαδρομές διακίνησης ναρκωτικών και εμπλέκονταν σε σχετικές επιχειρήσεις.

Οι τρεις αυτές επιθέσεις, που σημειώθηκαν τη Δευτέρα, αποτελούν τμήμα της Επιχείρησης «Southern Spear», η οποία ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2025. Εκπρόσωπος της Southcom επιβεβαίωσε στην Epoch Times ότι έως σήμερα, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης επιχείρησης, οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν πλήξει συνολικά 42 σκάφη διακινητών ναρκωτικών, με αποτέλεσμα τον θάνατο 144 ατόμων. Όπως διευκρινίστηκε, σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται και 11 επιζώντες από τις αρχικές επιθέσεις, οι οποίοι τελικά πνίγηκαν στη θάλασσα.

Η τελευταία αυτή σειρά επιθέσεων ακολούθησε ανάλογη επιχείρηση στις 13 Φεβρουαρίου, κατά την οποία αμερικανοί στρατιώτες εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον σκάφους διακινητών, σκοτώνοντας τρία άτομα. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει πως οι ενέργειες αυτές εντάσσονται στην προσπάθεια της κυβέρνησής του να αντιμετωπίσει την εισροή παράνομων ναρκωτικών στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και τη συνεχιζόμενη κρίση με τα οπιοειδή.

Μέσα στον τελευταίο χρόνο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει χαρακτηρίσει ως ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις δεκαπέντε καρτέλ και συμμορίες από τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική. Ο Τραμπ, μάλιστα, στις 2 Σεπτεμβρίου είχε ταυτοποιήσει τα μέλη της βενεζουελανικής συμμορίας «Tren de Aragua» ως τους στόχους της πρώτης αμερικανικής επίθεσης στο πλαίσιο της Επιχείρησης «Southern Spear».

Τον περασμένο μήνα, οι οικογένειες δύο υπηκόων Τρινιντάντ προσέφυγαν στη δικαιοσύνη με μήνυση κατά της αμερικανικής κυβέρνησης για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, ύστερα από θανατηφόρο πλήγμα στο οποίο ενεπλάκη ο αμερικανικός στρατός στη διάρκεια της ίδιας επιχείρησης.

Οι οικογένειες των Τσαντ Τζόζεφ και Ρίσι Σαμάρου ισχυρίζονται πως οι δύο άνδρες ήταν μετανάστες εργάτες που είχαν βρει προσωρινή απασχόληση στη γειτονική Βενεζουέλα. Όπως καταθέτουν, η τελευταία επικοινωνία μαζί τους έγινε στις 12 Οκτωβρίου, οπότε οι δύο φέρονται να ενημέρωσαν πως σκόπευαν να επιστρέψουν σύντομα στην πατρίδα. Οι ίδιες οικογένειες υποστηρίζουν ότι ο Τζόζεφ και ο Σαμάρου πιθανότατα ήταν ανάμεσα στα έξι θύματα αμερικανικής επιδρομής ανοιχτά της Βενεζουέλας στις 14 Οκτωβρίου.

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στις 10 Φεβρουαρίου στην εκπομπή του Λάρι Κάντλοου στο Fox Business, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι «οι μελλοντικές αμερικανικές στρατιωτικές επιθέσεις εναντίον υπόπτων διακίνησης ναρκωτικών θα στοχεύσουν επίσης και χερσαίους στόχους». Τόνισε μάλιστα: «Τώρα θα τους χτυπήσουμε και στη στεριά. Θα τους πλήξουμε πολύ σκληρά στη στεριά».

Ξεκινά η δίκη-ορόσημο κατά της Meta και της Google για εθισμό ανηλίκων στις πλατφόρμες τους

Οι αγορεύσεις άρχισαν στις 9 Φεβρουαρίου σε μια δίκη-ορόσημο που κατηγορεί δύο από τις μεγαλύτερες εταιρείες κοινωνικής δικτύωσης παγκοσμίως ότι σχεδίασαν σκόπιμα τις πλατφόρμες τους ώστε να προκαλούν εθισμό και επιδιώκει να τις καταστήσει υπεύθυνες για φερόμενες βλάβες σε παιδιά που χρησιμοποιούν την τεχνολογία τους.

Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η Meta, μητρική εταιρεία του Instagram, και το YouTube της Google έχουν σχεδιάσει σκόπιμα τις πλατφόρμες τους ώστε να προκαλούν εθισμό και να βλάπτουν ανηλίκους. Το TikTok και η Snap Inc., ιδιοκτήτρια του Snapchat, κατέληξαν σε συμβιβασμό για ποσά που δεν αποκαλύφθηκαν, αφού είχαν αρχικά κατονομαστεί στην ίδια αγωγή.

Οι δικηγόροι που εκπροσωπούν τους ενάγοντες και τις δύο εναπομείνασες εταιρείες κοινωνικής δικτύωσης που κατονομάζονται ως εναγόμενες παρουσίασαν δύο αντικρουόμενα επιχειρήματα με την έναρξη της υπόθεσης στο Δικαστήριο της Spring Street στο κέντρο του Λος Άντζελες στις 9 Φεβρουαρίου.

Ο δικηγόρος Μαρκ Λάνιερ (Mark Lanier) έλαβε πρώτος τον λόγο, υποστηρίζοντας εκ μέρους των εναγόντων ότι η Meta και η Google είναι «δύο από τις πλουσιότερες εταιρείες στην ιστορία», οι οποίες έχουν «μηχανευτεί τον εθισμό στον εγκέφαλο των παιδιών». Όπως ανέφερε, η υπόθεση είναι «τόσο απλή όσο το ABC», το οποίο περιέγραψε ως συντομογραφία του «Addicting the Brains of Children» («εθίζουν τα παιδικά μυαλά»).

Η υπόθεση επικεντρώνεται σε μια 19χρονη, που αναφέρεται μόνο με τα αρχικά «KGM», και θα μπορούσε να έχει ευρείες επιπτώσεις για παρόμοιες αγωγές που κατηγορούν εταιρείες κοινωνικής δικτύωσης για πρόκληση βλάβης.

Η «KGM» και δύο ακόμη ενάγοντες επιλέχθηκαν για αυτές τις δοκιμαστικές δίκες, οι οποίες λειτουργούν ως υποθέσεις-πιλότοι για να διαπιστωθεί πώς θα αναπτυχθούν τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών ενώπιον ενόρκων και ποιες αποζημιώσεις, εφόσον υπάρξουν, ενδέχεται να επιδικαστούν, σύμφωνα με τον Κλέι Κάλβερτ (Clay Calvert), μη μόνιμο ανώτερο συνεργάτη μελετών πολιτικής τεχνολογίας στο American Enterprise Institute.

Η τρέχουσα δίκη είναι η πρώτη φορά που η Meta και η Google επιχειρηματολογούν ενώπιον ενόρκων, με ενδεχόμενες μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τόσο για τις επιχειρήσεις τους όσο και για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να διαχειρίζονται στο μέλλον την πρόσβαση παιδιών στις πλατφόρμες τους.

Η «KGM» ήταν ανήλικη όταν φέρεται να ανέπτυξε εθισμό στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Υποστηρίζει ότι αυτές είχαν επιζήμια επίδραση στην ψυχική της υγεία, οδηγώντας σε αυξημένη κατάθλιψη και αυτοκτονικό ιδεασμό. Η αγωγή της κατηγορεί τις εταιρείες ότι έλαβαν σκόπιμες σχεδιαστικές αποφάσεις ώστε να προσαρμόσουν τις πλατφόρμες τους και να τις καταστήσουν πιο εθιστικές για ανηλίκους, με σκοπό την αύξηση των εσόδων.

Εάν η υπόθεσή της ευδοκιμήσει, θα μπορούσε να παρακάμψει τις συνταγματικές προστασίες της Πρώτης Τροπολογίας και το Άρθρο 230, που προστατεύει τις τεχνολογικές εταιρείες από ευθύνη που απορρέει από υλικό στις πλατφόρμες τους.

Στην αγωγή αναφέρεται ότι, αντλώντας σε μεγάλο βαθμό από συμπεριφορικές και νευροβιολογικές τεχνικές που χρησιμοποιούνται στα μηχανήματα τυχερών παιχνιδιών και αξιοποιήθηκαν από τη βιομηχανία τσιγάρων, οι εναγόμενοι ενσωμάτωσαν σκόπιμα στα προϊόντα τους μια σειρά σχεδιαστικών χαρακτηριστικών με στόχο τη μεγιστοποίηση της εμπλοκής των νέων, ώστε να ενισχυθούν τα διαφημιστικά έσοδα.

Ο Λάνιερ υποστήριξε στις 9 Φεβρουαρίου ότι η Meta και η Google θα προσπαθήσουν να «ρίξουν την ευθύνη στο μικρό κορίτσι και στους γονείς της για την παγίδα που οι ίδιες κατασκεύασαν», αναφερόμενος στην «KGM».

Αμφισβήτησε επίσης τη δημόσια θέση των εταιρειών ότι επιδιώκουν να προστατεύουν τους ανηλίκους και να εισάγουν δικλίδες ασφαλείας στις πλατφόρμες τους, παραπέμποντας σε εσωτερικά έγγραφα που, όπως είπε, σκιαγραφούν διαφορετική εικόνα και περιλαμβάνουν αναφορές σε πολύ μικρά παιδιά ως μέρος των ομάδων-στόχων τους.

Ο Λάνιερ προχώρησε ακόμη περισσότερο, κατηγορώντας τους τεχνολογικούς κολοσσούς ότι σχεδίασαν ένα «χαρακτηριστικό που απευθύνεται στη λαχτάρα ενός ανηλίκου για κοινωνική επιβεβαίωση», αναφερόμενος στα κουμπιά «μου αρέσει» και σε συναφή χαρακτηριστικά των πλατφορμών. Όπως υποστήριξε, για έναν έφηβο η κοινωνική επιβεβαίωση ισοδυναμεί με επιβίωση.

Η Meta διαφωνεί έντονα με τους ισχυρισμούς της αγωγής και, σύμφωνα με πρόσφατη δήλωση εκπροσώπου της, είναι βέβαιη ότι τα αποδεικτικά στοιχεία θα καταδείξουν τη μακροχρόνια δέσμευσή της στη στήριξη των νέων ανθρώπων. Ο εκπρόσωπος της Google, Χοσέ Καστανιέδα (José Castañeda), υπερασπίστηκε το YouTube σε δήλωσή του, αναφέροντας ότι οι κατηγορίες είναι απλώς αναληθείς. Όπως ανέφερε, η παροχή μιας ασφαλέστερης και υγιέστερης εμπειρίας για τους νέους αποτελούσε πάντοτε βασικό πυλώνα της δουλειάς της εταιρείας.

Η δίκη, η οποία αναμένεται να διαρκέσει έξι έως οκτώ εβδομάδες, ενδέχεται να περιλάβει κατάθεση του διευθύνοντος συμβούλου της Meta, Μαρκ Ζάκερμπεργκ. Ειδικοί έχουν συγκρίνει την υπόθεση με εκείνη κατά της καπνοβιομηχανίας που οδήγησε σε συμβιβασμό το 1998, υποχρεώνοντας πολλές εταιρείες να καταβάλουν δισεκατομμύρια για δαπάνες ιατρικής περίθαλψης και να τερματίσουν τη στοχευμένη προώθηση προϊόντων σε ανηλίκους.

Με πληροφορίες από το Associated Press

Το Πεντάγωνο θα διακόψει τις ακαδημαϊκές σχέσεις με το Χάρβαρντ, σύμφωνα με τον Χέγκσεθ

Ο Υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ δήλωσε στις 6 Φεβρουαρίου ότι το Πεντάγωνο θα διακόψει όλους τους ακαδημαϊκούς δεσμούς με το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, καθώς το ίδρυμα «δεν ανταποκρίνεται πλέον στις ανάγκες του Υπουργείου Πολέμου ή των στρατιωτικών υπηρεσιών».

Ο Πιτ Χέγκσεθ ανέφερε ότι το Πεντάγωνο θα σταματήσει τη μεταπτυχιακή επαγγελματική στρατιωτική εκπαίδευση, τις υποτροφίες και τα προγράμματα πιστοποίησης με το σχολείο της Άιβι Λιγκ, ξεκινώντας από το ακαδημαϊκό έτος 2026-27 για τα εν ενεργεία μέλη των υπηρεσιών. Αυτή η πολιτική θα ισχύει για τα μέλη που θα εγγράφονται σε μελλοντικά μαθήματα, ενώ το στρατιωτικό προσωπικό που είναι ήδη εγγεγραμμένο στο Χάρβαρντ θα έχει τη δυνατότητα να ολοκληρώσει τις σπουδές του.

«Για πολύ καιρό, αυτό το υπουργείο έστελνε τους καλύτερους και λαμπρότερους αξιωματικούς μας στο Χάρβαρντ, ελπίζοντας ότι το πανεπιστήμιο θα κατανοούσε και θα εκτιμούσε καλύτερα την τάξη των πολεμιστών μας», δήλωσε σε ανακοίνωσή του. «Αντίθετα, πάρα πολλοί από τους αξιωματικούς μας επέστρεφαν μοιάζοντας υπερβολικά στο Χάρβαρντ — με κεφάλια γεμάτα παγκοσμιοποιητικές και ριζοσπαστικές ιδεολογίες που δεν βελτιώνουν τις μαχητικές μας τάξεις».

Ο Πιτ Χέγκσεθ είπε ότι το Χάρβαρντ δεν είναι πλέον ένα φιλόξενο ίδρυμα για το στρατιωτικό προσωπικό, επικαλούμενος τη συνεργασία του με το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚΚ) σε ερευνητικά προγράμματα στην πανεπιστημιούπολη και μια κουλτούρα που, όπως είπε, επέτρεψε επιθέσεις σε Εβραίους φοιτητές και «προωθεί τις διακρίσεις βάσει φυλετικής καταγωγής κατά παράβαση των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου».

Το Πεντάγωνο θα αξιολογήσει παρόμοιες σχέσεις και με άλλα σχολεία της Άιβι Λιγκ και πολιτικά πανεπιστήμια τις επόμενες εβδομάδες. Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η κυβέρνησή του θα απαιτήσει από το Χάρβαρντ να καταβάλει αποζημίωση ύψους 1 δισ. δολαρίων, κατηγορώντας το πανεπιστήμιο ότι είναι «έντονα αντισημιτικό».

Η κυβέρνηση Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να παγώσει δισεκατομμύρια δολάρια σε ομοσπονδιακή χρηματοδότηση από το Χάρβαρντ μετά από έρευνα για τις πρωτοβουλίες διαφορετικότητας, ισότητας και ένταξης (DEI). Ο πρόεδρος του Χάρβαρντ, Άλαν Γκάρμπερ, κατέθεσε αγωγή κατά της κυβέρνησης τον Απρίλιο του 2025, επιδιώκοντας την αποκατάσταση επιχορηγήσεων ύψους 2,2 δισ. δολαρίων.

Πάνω από 1.000 αναφορές στην κόρη πρώην πρωθυπουργού της Αυστραλίας στους φακέλους Έπσταϊν

Το όνομα της μεγαλύτερης κόρης του πρώην πρωθυπουργού της Αυστραλίας Πολ Κίτινγκ, Κάθριν Κίτινγκ, εμφανίζεται σε περισσότερα από 1.000 έγγραφα που έδωσε στη δημοσιότητα το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ (DOJ) βάσει του Νόμου περί Διαφάνειας των Φακέλων Έπσταϊν.

Πολλά από τα έγγραφα είναι μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ορισμένα με εκτεταμένες περικοπές, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να εξακριβωθεί το όνομα του αποστολέα και κάποιων ή όλων των παραληπτών. Ενδεικτικό είναι υπόμνημα της 22ας Απριλίου 2011 από άγνωστο αποστολέα προς άγνωστο παραλήπτη και τη Λιν Φοντανίλλα, οικονόμο του Τζέφρυ Έπσταϊν.

Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται απλώς ότι η Κάθριν Κίτινγκ επρόκειτο να έρθει στο σπίτι για να συναντήσει τον «JE» στις 12 το μεσημέρι εκείνης της ημέρας, ενώ δεν είναι σαφές για ποιον λόγο αποκρύπτονται οι ταυτότητες των εμπλεκομένων.

Ο Έπσταϊν και η Κάθριν Κίτινγκ γνωρίστηκαν όταν εκείνη ήταν 29 ετών και προσπαθούσε να ξεκινήσει καριέρα στην αμερικανική τηλεόραση, μετά την άφιξή της στη Νέα Υόρκη.

Οι περισσότερες ηλεκτρονικές ανταλλαγές, που ξεκίνησαν το 2010, αφορούν τον προγραμματισμό πολλαπλών συναντήσεων μεταξύ των δύο. Στις 20 Απριλίου 2011, ο Έπσταϊν έδωσε σε παραλήπτη του οποίου τα στοιχεία έχουν αποκρυφθεί άδεια να παράσχει στην Κίτινγκ τον προσωπικό του αριθμό κινητού τηλεφώνου.

Ο Έπσταϊν φέρεται επίσης να όριζε υπενθυμίσεις στο ημερολόγιό του για να ενημερώνεται για γεγονότα, όπως καταχώριση στις 30 Οκτωβρίου 2011 που ανέφερε ότι η Κάθριν Κίτινγκ βρισκόταν εκείνη την ημέρα στο Παρίσι.

Σε μία περίπτωση, τον Απρίλιο του 2011, η Κάθριν Κίτινγκ φέρεται να πρότεινε να πάρει μαζί της στη διάρκεια δείπνου και τη μικρότερη αδελφή της, Αλεξάνδρα Κίτινγκ, σε δείπνο που ο χρηματοδότης οργάνωνε με τον σκηνοθέτη Γούντυ Άλεν, αφού ο Έπσταϊν της είχε αναφέρει ότι ο Γούντυ προτιμούσε όμορφες γυναίκες. Η Κίτινγκ φέρεται να απάντησε ότι θα μπορούσε να καλέσει την αδελφή της, 25 ετών, «πολύ κουλ» και «κοφτερή σαν ξυράφι», με τον Έπσταϊν να απαντά ότι αυτό ήταν «υπέροχο».

Οι κόρες του πρώην πρωθυπουργού της Αυστραλίας Πολ Κίτινγκ, Κάθριν (αριστερά) και Αλεξάνδρα Κίτινγκ, σε κοκτέιλ πάρτυ στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας, στις 23 Ιανουαρίου 2007. (Patrick Riviere/Getty Images)

Οι συναντήσεις φαίνεται να συνεχίστηκαν έως το 2013, ενώ πολλές ξεκινούσαν με πρωτοβουλία του Έπσταϊν, αν και τα μηνύματα δείχνουν επίσης ότι η Κίτινγκ ζητούσε συμβουλές καθώς προσπαθούσε να χτίσει την τηλεοπτική της πορεία. Σε κάποια στιγμή, ο Έπσταϊν της έγραψε ότι αυτό είχε παρατραβήξει και ότι, παρότι είχε δει πολλούς πιθανούς αγοραστές για το «προϊόν» της, κανείς δεν αγόραζε, εκτιμώντας ότι έπρεπε να τροποποιηθεί είτε ο τρόπος παρουσίασης είτε το ίδιο το «προϊόν», δηλαδή η ίδια.

Οι ανταλλαγές αυτές έγιναν αφού ο καταδικασμένος χρηματοδότης είχε δηλώσει ένοχος το 2008 στη Φλόριντα σε πολιτειακές κατηγορίες για την εξεύρεση ατόμου κάτω των 18 ετών για πορνεία, αλλά πριν από τη σύλληψή του το 2019 στη Νέα Υόρκη, όταν αντιμετώπιζε ομοσπονδιακές κατηγορίες για σεξουαλική διακίνηση ανηλίκων και συνωμοσία για τη διάπραξη σεξουαλικής διακίνησης ανηλίκων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, παρότι το όνομά της εμφανίζεται στους φακέλους του Έπσταϊν, δεν υπήρξε ποτέ οποιαδήποτε ένδειξη ή ισχυρισμός ότι η Κίτινγκ είχε γνώση ή εμπλοκή στις εγκληματικές δραστηριότητες του Έπσταϊν, ούτε σε οποιαδήποτε από τη συμπεριφορά που αποδίδεται στον πρώην Πρίγκιπα Άντριου.

Η Κάθριν Κίτινγκ χαρακτηρίζει τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου «ασήμαντα»

Πρόσφατα, η Κάθριν Κίτινγκ ανέφερε στην εφημερίδα The Sydney Morning Herald ότι τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τα οποία η ίδια χαρακτήρισε «ασήμαντα», ήταν αποτέλεσμα του «μανιακού ενδιαφέροντος» του Έπσταϊν να επιδιώκει επαφές με οποιονδήποτε συναντούσε ή με τον οποίο διασταυρωνόταν. Σημείωσε επίσης ότι η συχνότητα των επικοινωνιών από τον Έπσταϊν και το προσωπικό του ισοδυναμούσε με «επιμονή που άγγιζε τα όρια της παρενόχλησης» και ότι, τελικά, την οδήγησε να διακόψει κάθε επαφή μαζί του.

Πέρυσι, έπειτα από προηγούμενη δημοσιοποίηση εγγράφων από το DOJ, επιβεβαίωσε ότι είχε παραστεί σε εκδήλωση στην έπαυλη του Έπσταϊν στη Νέα Υόρκη τον Φεβρουάριο του 2011, αφού είχε προσκληθεί από τον Άντριου Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ, τότε γνωστό ως Πρίγκιπας Άντριου.

Σε συνέντευξή της στη Daily Mail, η Κάθριν Κίτινγκ ανέφερε ότι στην εκδήλωση παρευρισκόταν «σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας της Νέας Υόρκης», μεταξύ των οποίων οι [αμερικανοί δημοσιογράφοι της τηλεόρασης] Μπάρμπαρα Γουόλτερς, Τσάρλι Ρόουζ και Κέιτι Κούρικ. Πρόσθεσε ότι τότε ζούσε στη Νέα Υόρκη μόλις περίπου 10 εβδομάδες και δεχόταν με ευχαρίστηση περιστασιακές κοινωνικές προσκλήσεις.

Η Κίτινγκ πλέον χαρακτηρίζει «ατυχή» την αρχική της συνάντηση με τον πρώην βρετανό πρίγκιπα. Όπως είπε, αν αυτό δεν είχε συμβεί, δεν θα είχε καμία επαφή με τον Έπσταϊν.

Τόνισε επίσης, κατηγορηματικά, ότι δεν επισκέφθηκε ποτέ το νησί του Έπσταϊν, δεν πέταξε ποτέ με το αεροσκάφος του, δεν είχε ποτέ οποιαδήποτε ακατάλληλη αλληλεπίδραση μαζί του ή με οποιονδήποτε της σύστησε, δεν έγινε μάρτυρας ακατάλληλης συμπεριφοράς και ότι δεν είχε απολύτως καμία γνώση της εγκληματικής δράσης που ήρθε στο φως στη συνέχεια.

Ο Τραμπ ζητά νέα συνθήκη ελέγχου των πυρηνικών όπλων μετά τη λήξη της New START

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, κάλεσε στις 5 Φεβρουαρίου σε σύναψη νέας συνθήκης ελέγχου των πυρηνικών όπλων, καθώς η τελευταία τέτοια συμφωνία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας έληξε επίσημα.

Η Συνθήκη για τη Μείωση των Στρατηγικών Πυρηνικών Όπλων (New START) βρισκόταν σε ισχύ μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας από τις 5 Φεβρουαρίου 2011. Έληξε στις 5 Φεβρουαρίου, μετά από 15 χρόνια εφαρμογής.

Καθώς το υφιστάμενο πλαίσιο ελέγχου των εξοπλισμών έπαυσε να ισχύει, ο Τραμπ προσέφυγε στην πλατφόρμα Truth Social για να ζητήσει την έναρξη διαπραγματεύσεων για μια νέα συμφωνία. Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε ότι, αντί να παραταθεί η New START, την οποία χαρακτήρισε ως μια κακώς διαπραγματευμένη συμφωνία από τις Ηνωμένες Πολιτείες που, πέρα από κάθε άλλο ζήτημα, παραβιάζεται κατάφωρα, θα έπρεπε οι πυρηνικοί εμπειρογνώμονες της χώρας να εργαστούν για μια νέα, βελτιωμένη και εκσυγχρονισμένη συνθήκη, ικανή να έχει μακροχρόνια ισχύ στο μέλλον.

Η New START ήταν η τελευταία νομικά δεσμευτική συνθήκη ελέγχου των πυρηνικών όπλων που ίσχυε μεταξύ της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Προέβλεπε ότι και οι δύο χώρες θα περιόριζαν τον αριθμό των αναπτυγμένων πυρηνικών κεφαλών τους στις 1.550. Στο πλαίσιο της New START, η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν επίσης συμφωνήσει να περιορίσουν στους 700 τους αναπτυγμένους πυραύλους και βομβαρδιστικά αεροσκάφη που φέρουν πυρηνικά όπλα. Παράλληλα, είχαν δεσμευθεί να μην διαθέτουν περισσότερους από 800 εκτοξευτές πυραύλων ή βομβαρδιστικά αεροσκάφη ικανά να μεταφέρουν πυρηνικά όπλα.

Τον Σεπτέμβριο, ο πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντίμιρ Πούτιν, είχε προτείνει την παράταση της New START κατά έναν χρόνο. Έως τον Οκτώβριο, ο Τραμπ είχε απαντήσει ότι η πρόταση αυτή ακουγόταν ως μια καλή ιδέα. Ωστόσο, έως τον Ιανουάριο, τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Μόσχα είχαν αφήσει να εννοηθεί ότι σημειωνόταν ελάχιστη πρόοδος προς την κατεύθυνση της μονοετούς παράτασης της New START. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα The New York Times, η οποία δημοσιεύθηκε στις 8 Ιανουαρίου, ο Τραμπ δήλωσε ότι, αν η συνθήκη έληγε, τότε απλώς θα έληγε, προσθέτοντας ότι θα επιδιωκόταν μια καλύτερη συμφωνία.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στις 5 Φεβρουαρίου, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι η New START δεν κατέστη δυνατό να παραταθεί. Ο Πεσκόφ ανέφερε, σε δηλώσεις που μεταδόθηκαν από το ρωσικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων TASS, ότι, σε κάθε περίπτωση, η Ρωσία διατηρεί μια υπεύθυνη και προσεκτική προσέγγιση στο ζήτημα της στρατηγικής σταθερότητας στον τομέα των πυρηνικών όπλων και ότι, όπως πάντα, θα καθοδηγείται πρωτίστως από τα δικά της εθνικά συμφέροντα.

Καθώς επανέλαβε τις εκκλήσεις του για μια νέα πυρηνική συμφωνία στις 5 Φεβρουαρίου, ο Τραμπ εξήρε τις προσπάθειές του για την ενίσχυση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν την ισχυρότερη χώρα στον κόσμο και ότι, κατά την πρώτη του θητεία, ανασυγκρότησε πλήρως τις ένοπλες δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης νέων και της ανακατασκευής πολλών πυρηνικών όπλων. Πρόσθεσε επίσης ότι ίδρυσε τη Διαστημική Δύναμη και ότι συνεχίζει να ενισχύει τον στρατό σε επίπεδα που, όπως υποστήριξε, δεν έχουν προηγούμενο.

Ο Τραμπ έκανε επίσης αναφορά στις προσπάθειές του για τη διευθέτηση συγκρούσεων μεταξύ πυρηνικών δυνάμεων. Σύμφωνα με όσα ανέφερε, έχει αποτρέψει την έναρξη πυρηνικών πολέμων σε διάφορα σημεία του κόσμου, μεταξύ Πακιστάν και Ινδίας, Ιράν και Ισραήλ, καθώς και Ρωσίας και Ουκρανίας. Τον Μάιο, ο Τραμπ συνέβαλε στη διαμεσολάβηση για την επίτευξη κατάπαυσης του πυρός μεταξύ Πακιστάν και Ινδίας, ύστερα από δύο εβδομάδες συγκρούσεων ανάμεσα στις δύο πυρηνικά εξοπλισμένες χώρες.

Αφού οι ισραηλινές δυνάμεις εξαπέλυσαν επιθέσεις κατά του Ιράν τον Ιούνιο, ο Τραμπ διέταξε σειρά αμερικανικών πληγμάτων, τα οποία στόχευσαν τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις. Το Ιράν, αφού είχε προηγουμένως προειδοποιήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ώστε να απομακρύνουν τα στρατεύματά τους, προχώρησε στη συνέχεια σε μια αναποτελεσματική εκτόξευση πυραύλων κατά βάσης στο Κατάρ που φιλοξενούσε αμερικανικές δυνάμεις, γεγονός μετά το οποίο οι εντάσεις αποκλιμακώθηκαν.

Τις τελευταίες εβδομάδες, ο Τραμπ έχει ασκήσει πιέσεις στο Ιράν προκειμένου να καταλήξει σε συμφωνία που θα περιορίζει τις πυρηνικές του φιλοδοξίες. Αντιπροσωπείες των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν έχουν προγραμματιστεί να πραγματοποιήσουν συνομιλίες στο Ομάν στις 6 Φεβρουαρίου.

Παράλληλα, αντιπροσωπείες των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ρωσίας και της Ουκρανίας έχουν επίσης πραγματοποιήσει συνομιλίες στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, καθώς πλησιάζει η τέταρτη επέτειος από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Με τη συμβολή της Evgenia Filimianova

Στρατηγικές συμμαχίες για την ενίσχυση της αγοράς κρίσιμων ορυκτών

Οι Ηνωμένες Πολιτείες φιλοξένησαν περισσότερες από 55 χώρες στην πρώτη Υπουργική Διάσκεψη για τα Κρίσιμα Ορυκτά στις 4 Φεβρουαρίου, ανακοινώνοντας τη δημιουργία μιας ζώνης προτιμησιακού εμπορίου που προσφέρει στα μέλη σταθερές και προβλέψιμες συνθήκες για τη δυναμική επαναφορά τους στον κλάδο.

Στις εναρκτήριες ομιλίες, έγινε συχνή αναφορά στην ισχύ που άσκησε πέρυσι το Πεκίνο, όταν απείλησε να υποβάλει τη διεθνή προσφορά των ορυκτών στην έγκριση του καθεστώτος της Κίνας κατά περίπτωση. Ωστόσο, οι αξιωματούχοι απέφυγαν να κατονομάσουν ευθέως την Κίνα. Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο Τζ. Ντ. Βανς, οι συμμετέχοντες εκπροσωπούσαν περίπου τα δύο τρίτα του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Δεν είχαν ενταχθεί όλοι οι συμμετέχοντες ως μέλη. Ο υπουργός Εσωτερικών, Νταγκ Μπέργκαμ, είχε δηλώσει στις 3 Φεβρουαρίου ότι «11 χώρες έχουν ήδη υπογράψει και άλλες 20 εκδήλωσαν ενδιαφέρον να συμμετάσχουν». Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ δεν δημοσιοποίησε τον κατάλογο των συμμετεχόντων ή μελών.

«Όλοι εδώ έχουν ρόλο να διαδραματίσουν», τόνισε ο Ρούμπιο. «Οι χώρες που βρισκόμαστε σήμερα εδώ αντιπροσωπεύουμε τους μεγαλύτερους καταναλωτές προϊόντων κρίσιμων ορυκτών, που από κοινού διαθέτουν την αγοραστική δύναμη να χτίσουν μια πιο ανθεκτική και διαφοροποιημένη αγορά».

Πώς η αρπακτική τιμολόγηση αποδυνάμωσε τη βιομηχανία

Ο Ρούμπιο περιέγραψε πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και πολλές άλλες χώρες, τα τελευταία χρόνια μετέφεραν στο εξωτερικό την εξόρυξη και τη μεταποίηση, ώσπου «μια μέρα ξυπνήσαμε και συνειδητοποιήσαμε ότι είχαμε υπονομεύσει την οικονομική μας ασφάλεια και το μέλλον μας». Ο Βανς σημείωσε ότι πολλές χώρες περιέγραψαν παρόμοιες εμπειρίες: κάθε προσπάθεια να επανεκκινήσουν μεταλλευτικές δραστηριότητες να ναυαγεί λίγο πριν την ολοκλήρωση λόγω επιθετικού ανταγωνισμού στις τιμές.

«Μετά από χρόνια σχεδιασμού και αδειοδοτήσεων, ακριβώς πριν ξεκινήσει η λειτουργία ενός ορυχείου ή μιας επιχείρησης, ένας ανταγωνιστής πλημμυρίζει την αγορά με το συγκεκριμένο ορυκτό. Οι τιμές καταρρέουν, οι επενδυτές αποχωρούν», εξήγησε ο Βανς. «Το έργο κλείνει και, αφού ο ανταγωνισμός εξαλειφθεί, συχνά η τιμή του ορυκτού εκτινάσσεται. Αυτό το έχουμε όλοι δει να συμβαίνει στις χώρες μας». Η επανάληψη αυτού του μοτίβου απομάκρυνε τους επενδυτές από την αγορά κρίσιμων ορυκτών, σύμφωνα με τον Βανς.

«Η διεθνής αγορά κρίσιμων ορυκτών αποτυγχάνει», υπογράμμισε. «Αδυνατεί να δημιουργήσει εσωτερικές αγορές ή αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας για το εργατικό μας δυναμικό και αδυνατεί να διασφαλίσει τις χώρες μας».

«Οι εφοδιαστικές αλυσίδες παραμένουν εύθραυστες, ενώ οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων και των πρώτων υλών παραμένουν απίστευτα συμπιεσμένες, υπό την επίδραση δυνάμεων που ξεπερνούν τη θέληση κάθε επιμέρους χώρας. Διακρίνουμε τα χαρακτηριστικά μιας αγοράς τόσο παραμορφωμένης, που τιμωρεί τις στρατηγικές επενδύσεις, τη διαφοροποίηση, ακόμη και το μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Πρόκειται για παράνοια».

Ενδεικτικά, η κυβέρνηση έχει περικόψει τον χρόνο αδειοδότησης ορυχείων, με τη S&P Global Market Intelligence να διαπιστώνει ότι απαιτούνταν κατά μέσο όρο 29 χρόνια για το άνοιγμα ενός ορυχείου στις ΗΠΑ. Ωστόσο, ακόμη και αυτές οι διευκολύνσεις δεν επαρκούν, σύμφωνα με τον Βανς, εάν οι επενδυτές πιστεύουν ότι το εγχείρημά τους μπορεί να υποσκαφτεί ανά πάσα στιγμή.

Επιβολή μέσω δασμών

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, κατά τη δεύτερη θητεία του, στήριξε δυναμικά τα σχήματα δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, τις ιδιωτικές επενδύσεις και την πρώτη στο είδος της στρατηγική αποθήκη κρίσιμων ορυκτών για πολιτική χρήση. Η ζώνη προτιμησιακού εμπορίου που επιδιώκει να διαμορφώσει η Ουάσιγκτον, σε συνεργασία με τις χώρες της υπουργικής διάσκεψης, θα κατοχυρώσει ελάχιστες τιμές μέσω ρυθμιζόμενων δασμών, όπως αναφέρουν κυβερνητικοί παράγοντες.

«Τα οφέλη θα είναι άμεσα και διαρκή, ανεξαρτήτως του πόσο υλικό διακινείται στην αγορά», τόνισε ο Βανς. «Στόχος είναι η αύξηση της παραγωγής σε όλα τα στάδια εντός της νέας ζώνης, με σταθερές και προβλέψιμες συνθήκες για τις επενδύσεις και δυνατότητα περαιτέρω αυτάρκειας».

«Τα μέλη οφείλουν να δεσμευτούν σε ελάχιστες τιμές που αντανακλούν την πραγματική και δίκαιη αξία της αγοράς», σημείωσε ο Βανς. «Έχουμε περάσει χρόνια περιγράφοντας το πρόβλημα», συμπλήρωσε. «Το πλαίσιο που έχουμε μπροστά μας συνιστά αλλαγή: είναι μια ρεαλιστική και εφαρμόσιμη προσέγγιση για την επίλυση του προβλήματος, όχι απλώς μια παραδοχή του».

Σύμπραξη ΕΕ, Ιαπωνία, Μεξικό

Ο Αμερικανός εκπρόσωπος διεθνούς εμπορίου, Τζέιμσον Γκριρ, ανακοίνωσε στις 4 Φεβρουαρίου την εφαρμογή του πρώτου Σχεδίου Δράσης για τα Κρίσιμα Ορυκτά ΗΠΑ-Μεξικού. Οι δύο χώρες θα συντονίσουν την πολιτική τους σε τομείς όπως οι δασμοί, τα στρατηγικά αποθέματα και η χαρτογράφηση κοιτασμάτων, ως μέτρα προστασίας της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Επίσης, ο πρεσβευτής γνωστοποίησε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ιαπωνία δημιούργησαν στον ίδιο υπουργικό κύκλο μια στρατηγική συνεργασία με νέο κοινό σχέδιο δράσης. «Τα κράτη θα υπογράψουν στη διάρκεια των επόμενων 30 ημερών Μνημόνιο Συνεργασίας για να καθορίσουν πεδία κοινών πρωτοβουλιών με στόχο την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της εφοδιαστικής αλυσίδας», σύμφωνα με το Γραφείο του Αμερικανού Εκπροσώπου Εμπορίου. Οι συμμετέχουσες χώρες θα συντονίσουν και θα διαβουλευθούν για τον καθορισμό των ελάχιστων τιμών και θα συνάψουν δεσμευτικές συμφωνίες για το εμπόριο κρίσιμων ορυκτών.

Τραμπ προειδοποιεί για δασμούς αν ξένες χώρες δεν συνεργαστούν για τη Γροιλανδία

Στις 16 Ιανουαρίου, κατά τη διάρκεια στρογγυλής τράπεζας για την αγροτική υγεία στην Ανατολική Αίθουσα του Λευκού Οίκου, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απηύθυνε προειδοποίηση προς ξένους ηγέτες σχετικά με το ενδεχόμενο επιβολής δασμών. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά: «Ίσως επιβάλω δασμούς σε χώρες που δεν συμμορφωθούν με το ζήτημα της Γροιλανδίας, διότι η Γροιλανδία είναι απαραίτητη για την εθνική μας ασφάλεια».

Η δήλωση αυτή ακολούθησε συζητήσεις μεταξύ αξιωματούχων της Δανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, με κορυφαία συνάντηση στις 14 Ιανουαρίου. Στην συνάντηση συμμετείχαν ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο Δανός υπουργός Εξωτερικών Λαρς-Λέκε Ράσμουσεν και η υπουργός Εξωτερικών της Γροιλανδίας Βιβιάν Μότσβελτ. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι συνομιλίες οδήγησαν στη σύσταση ομάδας εργασίας που θα εξετάσει το μέλλον της διοίκησης της αρκτικής αυτής περιοχής.

Ο Τραμπ υποστηρίζει εδώ και χρόνια την απόκτηση της Γροιλανδίας, την οποία χαρακτηρίζει στρατηγική κίνηση για την προστασία της Δυτικής Ημισφαιρίου. Σε ανάρτησή του στις 14 Ιανουαρίου στο Truth Social, σημείωσε: «Είναι ζωτικής σημασίας για τον Χρυσό Θόλο που κατασκευάζουμε· προτείνω το ΝΑΤΟ να διευκολύνει την απόκτηση για να αποτρέψει κινεζική και ρωσική επιθετικότητα. Το ΝΑΤΟ θα γίνει πολύ ισχυρότερο και πιο αποτελεσματικό με τη Γροιλανδία στα χέρια των Ηνωμένων Πολιτειών. Οποιαδήποτε άλλη εξέλιξη είναι απαράδεκτη».

Πρόκειται για είδηση σε εξέλιξη. Θα ακολουθήσουν ενημερώσεις

Ο Τραμπ δηλώνει αποφασισμένος για τη Γροιλανδία και προειδοποιεί για Ρωσία-Κίνα στην Αρκτική

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επανέλαβε την Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026 το ενδιαφέρον του να τεθεί η Γροιλανδία υπό αμερικανικό έλεγχο, επικαλούμενος την αυξανόμενη απειλή από τη Ρωσία και την Κίνα στην Αρκτική. Οι δηλώσεις του έγιναν στον απόηχο της κριτικής που δέχθηκε από ευρωπαϊκές χώρες και νατοϊκούς συμμάχους.

Όπως δήλωσε σε δημοσιογράφους στις 9 Ιανουαρίου 2026, κατά τη διάρκεια συνάντησης με στελέχη πετρελαϊκών εταιρειών στον Λευκό Οίκο, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα ανεχθούν να έχουν τη Ρωσία ή την Κίνα ως «γείτονα». Όταν ρωτήθηκε ποιο θα μπορούσε να είναι το τίμημα μιας πιθανής αγοράς της Γροιλανδίας, απάντησε ότι προς το παρόν δεν μιλά σε οικονομικό επίπεδο. Αν και ενδέχεται να το κάνει αργότερα, αυτή τη στιγμή οι Ηνωμένες Πολιτείες πρόκειται να προχωρήσουν σε ενέργειες για τη Γροιλανδία, είτε αυτό αρέσει είτε όχι στους ενδιαφερόμενους, επεσήμανε, υποστηρίζοντας ότι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κινηθούν τώρα, τότε είτε η Ρωσία είτε η Κίνα θα πάρουν τη Γροιλανδία. Συμπλήρωσε δε ότι η Ουάσιγκτον θα κάνει κάτι για τη Γροιλανδία, «είτε με τον καλό είτε με τον πιο δύσκολο τρόπο».

Από τη στιγμή που η κυβέρνηση Τραμπ συνέλαβε τον πρώην ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, σε στρατιωτική επιχείρηση στις 3 Ιανουαρίου 2026, η ρητορική της διοίκησης περί απόκτησης της Γροιλανδίας — η οποία αποτελεί έδαφος της Δανίας και την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος έχει χαρακτηρίσει ζωτικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ — έχει επανέλθει με ένταση. Η πιο πρόσφατη συζήτηση για την προτεινόμενη απόκτηση ξεκίνησε αφού ο κορυφαίος σύμβουλος του Λευκού Οίκου, Στήβεν Μίλλερ, δήλωσε στον Τζέικ Τάπερ του CNN στις 5 Ιανουαρίου 2026 ότι  «κανείς δεν πρόκειται να πολεμήσει με στρατιωτικά μέσα τις Ηνωμένες Πολιτείες για το μέλλον της Γροιλανδίας».

Παρότι ο Τραμπ και αξιωματούχοι του έχουν εκφράσει ενδιαφέρον για την αγορά της Γροιλανδίας, δεν έχουν αποκλείσει το ενδεχόμενο χρήσης στρατιωτικής δύναμης, κάτι που έχει προκαλέσει τις επικρίσεις συμμάχων στο ΝΑΤΟ, πολλών Δημοκρατικών και ορισμένων Ρεπουμπλικανών.

Σε κοινή ανακοίνωση που εκδόθηκε στις 6 Ιανουαρίου 2026, οι ηγέτες της Γροιλανδίας, της Δανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Πολωνίας, της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου τόνισαν ότι μόνο η Δανία και η Γροιλανδία έχουν λόγο για ζητήματα που τις αφορούν.

Την επόμενη μέρα, η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, είπε σε δημοσιογράφους ότι η αγορά της Γροιλανδίας «αυτή τη στιγμή συζητείται ενεργά από τον πρόεδρο και την ομάδα εθνικής ασφάλειας».

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Καπιτώλιο στις 7 Ιανουαρίου 2026, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ανέφερε ότι το ενδιαφέρον του Τραμπ για την απόκτηση της Γροιλανδίας δεν είναι νέο ούτε για τον ίδιο ούτε για την αμερικανική ιστορία, σημειώνοντας ότι ο πρόεδρος Χάρρυ Τρούμαν είχε επιδιώξει κάτι αντίστοιχο. Πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση θέλει να διατηρήσει στο τραπέζι την επιλογή της χρήσης βίας, εργαλείο που η κυβέρνηση Τραμπ χρησιμοποιεί συστηματικά στις διαπραγματεύσεις εξωτερικής πολιτικής εδώ και χρόνια.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Ρούμπιο δήλωσε ότι δεν αναφερόταν ειδικά στη Γροιλανδία αλλά γενικότερα, προσθέτοντας ότι, όταν ένας πρόεδρος εντοπίζει απειλή για την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών, κάθε πρόεδρος διατηρεί την επιλογή να την αντιμετωπίσει και με στρατιωτικά μέσα.

Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Γροιλανδία περιλαμβάνει τη διαστημική βάση Pituffik, γνωστή στο παρελθόν ως αεροπορική βάση Thule. Ο αρκτικός αυτός χώρος, όπου υπάρχουν Αμερικανοί από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε δεχθεί επίσκεψη από τον αντιπρόεδρο Τζ. Ντ. Βανς τον Μάρτιο του 2025.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Τραμπ είπε επίσης ότι δηλώνει «θαυμαστής της Δανίας», όμως πρόσθεσε ότι το γεγονός πως ένα πλοίο αποβιβάστηκε εκεί πριν από 500 χρόνια δεν σημαίνει, κατά την άποψή του, ότι η Δανία «κατέχει τη γη». Τέλος, υποστήριξε ότι, αν κανείς κοιτάξει «έξω από τη Γροιλανδία» αυτή τη στιγμή, θα δει ρωσικά και κινεζικά αντιτορπιλικά —και μεγαλύτερα— καθώς και ρωσικά υποβρύχια «παντού». Κατέληξε λέγοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρόκειται να επιτρέψουν στη Ρωσία ή την Κίνα να καταλάβουν τη Γροιλανδία.

Με τη συμβολή του Nathan Worcester

ΗΠΑ: 5,2 εκατ. σελίδες στο μικροσκόπιο για την υπόθεση Έπσταϊν

Το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης αποκάλυψε ότι έχει στην κατοχή του 5,2 εκατομμύρια σελίδες φακέλων του Τζέφρι Επσταϊν προς εξέταση και χρειάζεται 400 δικηγόρους από τέσσερις διαφορετικές υπηρεσίες του Υπουργείου για να βοηθήσουν στη διαδικασία μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου, σύμφωνα με κυβερνητικό έγγραφο που εξέτασε το πρακτορείο Reuters χθες Τρίτη.

Αυτό είναι πιθανό να παρατείνει την τελική δημοσιοποίηση των εγγράφων κατά πολύ, σε σχέση με το αναμενόμενο, μετά την προθεσμία της 19ης Δεκεμβρίου που έθεσε το Κογκρέσο, ανέφερε το έγγραφο.

Η κυβέρνηση Τραμπ κάλεσε το Υπουργείο Δικαιοσύνης να δημοσιεύσει τα αρχεία που σχετίζονται με ποινικές έρευνες για τον Επσταϊν, τον χρηματιστή και καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα, ο οποίος αυτοκτόνησε μέσα στη φυλακή και ήταν φίλος με τον Ντόναλντ Τραμπ τη δεκαετία του 1990, σύμφωνα με νόμο περί διαφάνειας που ψηφίστηκε από το Κογκρέσο τον περασμένο μήνα.

Ο Λευκός Οίκος και το Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν απάντησαν άμεσα σε αίτημα του Reuters να σχολιάσουν.

Συλλογικά, η ποινική υπηρεσία, το τμήμα Εθνικής Ασφάλειας, το FBI και το γραφείο του εισαγγελέα των ΗΠΑ στο Μανχάταν παρέχουν 400 δικηγόρους για να εξετάσουν τα αρχεία, ανέφερε το έγγραφο, ένας πιο ακριβής και ενδεχομένως πολύ μεγαλύτερος αριθμός από τις προηγούμενες εκτιμήσεις του Υπουργείου.

Η νέα εξέταση των αρχείων θα πραγματοποιηθεί μεταξύ 5 και 23 Ιανουαρίου, πρόσθεσε το έγγραφο.

Οι επικεφαλής των υπηρεσιών αυτών προσφέρουν επιλογές τηλεργασίας και άδεια ως κίνητρα για τους εθελοντές, ανέφερε το έγγραφο, προσθέτοντας ότι οι δικηγόροι που βοηθούν θα πρέπει να αφιερώνουν τρεις έως πέντε ώρες την ημέρα για να εξετάζουν περίπου 1.000 έγγραφα την ημέρα.

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι ανακάλυψε περισσότερα από 1 εκατομμύριο επιπλέον έγγραφα που ενδεχομένως συνδέονται με τον Επσταϊν.

Μέχρι στιγμής, οι αποκαλύψεις έχουν κυκλοφορήσει ευρύτατα, απογοητεύοντας ορισμένους Ρεπουμπλικάνους που ήθελαν να υποχωρήσει το σκάνδαλο-απειλή για το κόμμα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του 2026.

Ο νόμος, που εγκρίθηκε από το Κογκρέσο με ευρεία διακομματική υποστήριξη, απαιτεί τη δημοσιοποίηση όλων των αρχείων που σχετίζονται με τον Επσταϊν, παρά την πολύμηνη προσπάθεια του Τραμπ να τα κρατήσει σφραγισμένα. Σύμφωνα με το νόμο, όλα τα έγγραφα έπρεπε να δημοσιοποιηθούν έως τις 19 Δεκεμβρίου, επεξεργασμένα για την προστασία των θυμάτων.

Ο Τραμπ γνώριζε τον Επσταϊν κοινωνικά τη δεκαετία του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Εχει δηλώσει ότι η σχέση τους έληξε στα μέσα της δεκαετίας του 2000 και ότι δεν γνώριζε ποτέ για τη σεξουαλική παραβατικότητά του.

Ο Επσταϊν καταδικάστηκε στη Φλόριντα το 2008 για την εξώθηση ατόμου κάτω των 18 ετών σε πορνεία. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης τον κατηγόρησε για σωματεμπορία το 2019.

Ο Επσταϊν βρέθηκε νεκρός το 2019 σε φυλακή της Νέας Υόρκης και ο θάνατός του θεωρήθηκε αυτοκτονία.

ΜΑΡ.ΜΙ

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ