Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε χθες, 12 Νοεμβρίου, νομοσχέδιο που είχε εγκριθεί από τα δύο σώματα του Κογκρέσου, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έως τον Ιανουάριο, τερματίζοντας επίσημα το μακροβιότερο προσωρινό κλείσιμο της κυβέρνησης στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Τραμπ δήλωσε λίγο πριν από την υπογραφή ότι η κυβέρνηση στέλνει «ξεκάθαρο μήνυμα πως δεν θα υποκύψει ποτέ σε εκβιασμούς», αναφερόμενος στις απαιτήσεις των Δημοκρατικών που είχαν οδηγήσει στην προηγούμενη αντιπαράθεση. Παράλληλα, επανέλαβε το αίτημά του να καταργηθεί ο κανονισμός της Γερουσίας που απαιτεί πλειοψηφία 60 ψήφων και ο οποίος, όπως είπε, επέτρεψε το παρατεταμένο κλείσιμο.
Ο πρόεδρος υπέγραψε το νομοσχέδιο γύρω στις 22:25 (τοπική ώρα), περίπου δύο ώρες μετά την ψήφισή του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων με διακομματική στήριξη. Με την υπογραφή αυτή, το προσωρινό κλείσιμο της κυβέρνησης έληξε επίσημα την 43η ημέρα του, λιγότερο από μία ώρα πριν συμπληρωθούν 43 ημέρες, αριθμός-ρεκόρ για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η υπογραφή του Τραμπ σημαίνει ότι οι ομοσπονδιακοί υπάλληλοι που δεν είχαν λάβει μισθό για περισσότερο από έναν μήνα θα αποζημιωθούν άμεσα, ενώ όσοι είχαν τεθεί σε αναγκαστική άδεια θα επιστρέψουν στις θέσεις τους. Το νομοσχέδιο προβλέπει επίσης χρηματοδότηση για το Πρόγραμμα Συμπληρωματικής Διατροφικής Βοήθειας (SNAP) και άλλα προγράμματα επισιτιστικής υποστήριξης για ολόκληρο τον επόμενο χρόνο.
Η επαναλειτουργία της κυβέρνησης αναμένεται επίσης να οδηγήσει σε σταδιακή αποκατάσταση της ομαλότητας στις αερομεταφορές, που είχαν πληγεί σοβαρά εξαιτίας των απουσιών ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας και των περιορισμών απογείωσης από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Αεροπορίας (FAA) για λόγους ασφαλείας.
Η ψηφοφορία στη Βουλή
Με 222 ψήφους υπέρ και 209 κατά, η Βουλή ενέκρινε το μέτρο γύρω στις 20:20 μ.μ. (ώρα Ανατολικής Ακτής). Έξι Δημοκρατικοί βουλευτές — οι Τζάρεντ Γκόλντεν (D-Maine), Άνταμ Γκρέυ (D-Calif.), Ντον Ντέιβις (D-N.C.), Χένρυ Κουέγιαρ (D-Texas), Τομ Σουόζι (D-N.Y.) και Μαρί Γκλούζενκαμπ-Πέρεζ (D-Wash.) — ψήφισαν υπέρ του πακέτου, ενώ δύο Ρεπουμπλικανοί, οι Τόμας Μάσι (R-Ky.) και Γκρεγκ Στούμπε (R-Fla.), το καταψήφισαν.
Ο πρόεδρος της Βουλής, Μάικ Τζόνσον (R-La.), ανέφερε σε συνέντευξη Τύπου μετά την ψηφοφορία ότι οι Δημοκρατικοί «δεν πέτυχαν απολύτως τίποτα» μέσα από την αντιπαράθεση αυτή.
Πέραν της χρηματοδότησης της κυβέρνησης έως τις 30 Ιανουαρίου 2026, το νομοσχέδιο εξασφαλίζει πλήρη χρηματοδότηση σε τρεις βασικούς τομείς — το υπουργείο Γεωργίας, το υπουργείο Υποθέσεων Βετεράνων και τη Νομοθετική Εξουσία — έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2026. Περιλαμβάνει επίσης χρηματοδότηση για ένα έτος του προγράμματος SNAP και του συναφούς Προγράμματος Γυναικών, Βρεφών και Παιδιών (WIC), τα οποία είχαν καθυστερήσει λόγω του προσωρινού κλεισίματος.
Αντιπαράθεση στη Γερουσία για τις αποζημιώσεις
Πριν από την ψηφοφορία, πολλοί Ρεπουμπλικανοί ενώθηκαν με Δημοκρατικούς επικρίνοντας διάταξη του νομοσχεδίου που επιτρέπει στους γερουσιαστές να μηνύουν την κυβέρνηση εάν οι τηλεφωνικές τους συνομιλίες τεθούν υπό παρακολούθηση χωρίς να έχουν ενημερωθεί πρώτα.
Η διάταξη, που ενσωματώθηκε στο τμήμα χρηματοδότησης της νομοθετικής εξουσίας, δίνει το δικαίωμα στους γερουσιαστές να ζητούν τουλάχιστον 500.000 δολάρια αποζημίωση όταν οι αρχές αποκτούν πρόσβαση στα τηλεφωνικά τους δεδομένα χωρίς ειδοποίηση, ακόμη κι αν η έρευνα έχει λάβει δικαστική έγκριση.
Ο Τζόνσον, αναγνωρίζοντας τη δυσαρέσκεια της κοινοβουλευτικής του ομάδας, δεσμεύθηκε ότι η Βουλή θα προωθήσει γρήγορα ξεχωριστή νομοθετική πρωτοβουλία για την ακύρωση της συγκεκριμένης διάταξης. Η επίμαχη ρύθμιση σχετίζεται με κλήσεις σε βάρος γερουσιαστών που εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τζο Μπάιντεν, στο πλαίσιο των ερευνών για τις προσπάθειες αμφισβήτησης της επικύρωσης των εκλογών του 2020.
Η ρύθμιση επικρίθηκε από Ρεπουμπλικανούς όπως ο Μόργκαν Γκρίφφιθ (R-Va.), ο οποίος σε συνεδρίαση της Επιτροπής Κανονισμών της Βουλής δήλωσε ότι συμμερίζεται τον σκεπτικισμό των Δημοκρατικών για το επίμαχο άρθρο. Αντίστοιχα, ο Τζον Ρόουζ (R-Tenn.) εξέφρασε την αντίθεσή του από το βήμα της Βουλής, υποστηρίζοντας ότι, αν και θεωρεί υπερβολικές τις έρευνες του υπουργείου Δικαιοσύνης (DOJ) για τις εκλογές του 2020 και τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου 2021, η διάταξη παραμένει ακατάλληλη. Κατά τον Ρόουζ, «κανένας εκλεγμένος αξιωματούχος δεν θα πρέπει να επωφελείται από πολιτικούς υπολογισμούς αριστερών γραφειοκρατών και δικαστών» και είναι «ντροπή» να επιβαρύνονται οι Αμερικανοί φορολογούμενοι με το κόστος της.
Ο Τζόνσον, σχολιάζοντας την επόμενη ημέρα, δήλωσε ότι εξεπλάγη από τη διάταξη της Γερουσίας, επισημαίνοντας πως πολλοί στη Βουλή έχουν «ισχυρή άποψη» για το θέμα.
Ο Ρεπουμπλικανός Γκρεγκ Στούμπε (R-Fla.) είχε προαναγγείλει ότι θα καταψηφίσει το μέτρο, αμφιβάλλοντας ότι η Γερουσία θα εξετάσει την ξεχωριστή πρόταση του Τζόνσον. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, σημείωσε ότι «η Γερουσία δεν θα ασχοληθεί ποτέ με το ‘αυτόνομο’ νομοσχέδιο» και προειδοποίησε πως «δεν πρέπει να επιτραπεί στη Γερουσία να πιέζει τη Βουλή».
Η ψηφοφορία της Τετάρτης αποτέλεσε την πρώτη συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής μετά από οκτώ εβδομάδες, ενώ ήταν και η πρώτη φορά που συμμετείχε η νέα βουλευτής Αντελίτα Γκριχάλβα (D-Ariz.), η οποία είχε εκλεγεί σε ειδικές εκλογές για να αντικαταστήσει τον πατέρα της, τον εκλιπόντα Ραούλ Γκριχάλβα (D-Ariz.). Η καθυστερημένη ορκωμοσία της είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον, καθώς η νέα βουλευτής είχε δεσμευθεί να υπογράψει αίτημα για να υποχρεωθεί το υπουργείο Δικαιοσύνης να δημοσιοποιήσει τα αρχεία σχετικά με την υπόθεση του καταδικασμένου δισεκατομμυριούχου Τζέφρυ Έπσταϊν.
Ενδεχόμενο νέου κλεισίματος τον Ιανουάριο
Το ζήτημα της υγειονομικής περίθαλψης, το οποίο υπήρξε η κύρια αιτία που προκάλεσε και διατήρησε το κλείσιμο της κυβέρνησης, ενδέχεται να οδηγήσει σε νέα κρίση στις αρχές του επόμενου έτους.
Η πρόεδρος της Επιτροπής Προϋπολογισμού της Βουλής, Ρόζα Ντελάουρο (D-Conn.), δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι ανησυχεί για το ενδεχόμενο αυτό, τονίζοντας πως «στις 30 Ιανουαρίου ενδέχεται να βρεθούμε ξανά στην ίδια θέση» και υπενθυμίζοντας ότι «απομένουν ακόμη εννέα προϋπολογισμοί προς ψήφιση».
Οι Δημοκρατικοί πιέζουν για παράταση ενός έτους στις φορολογικές επιδοτήσεις των ασφαλιστικών προγραμμάτων του Νόμου για την Προσιτή Φροντίδα (Affordable Care Act – ACA), που λήγουν στο τέλος του τρέχοντος έτους. Ορισμένοι ειδικοί προειδοποιούν ότι η λήξη αυτών των επιδοτήσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε δραματικές αυξήσεις των ασφαλίστρων.
Αρκετοί Δημοκρατικοί δήλωσαν ότι έχουν ήδη δεχθεί παράπονα από πολίτες στις περιφέρειές τους, οι οποίοι αντιμετωπίζουν αυξήσεις χιλιάδων δολαρίων στα ασφάλιστρα του επόμενου έτους.
Ο επικεφαλής της μειοψηφίας στη Βουλή, Χακίμ Τζέφρις (D-N.Y.), ζήτησε την Τρίτη τροπολογία για τριετή επέκταση των επιδοτήσεων του ACA, η οποία όμως απορρίφθηκε, όπως και άλλες σχετικές προσπάθειες των Δημοκρατικών.
Οι Ρεπουμπλικανοί έχουν προτείνει εναλλακτικά μέτρα αντί των επιδοτήσεων του ACA. Μεταξύ αυτών, ο Τραμπ έχει προτείνει την παροχή άμεσων πληρωμών ή επιταγών επιστροφής στη θέση των επιδοτήσεων, ενώ ο Μπιλ Κάσσιντυ (R-La.) έχει εισηγηθεί τη διοχέτευση των κονδυλίων σε λογαριασμούς υγειονομικών αποταμιεύσεων (Health Savings Accounts) και ευέλικτους λογαριασμούς δαπανών. Ο Λίντσεϋ Γκράχαμ (R-S.C.), από την πλευρά του, έχει θέσει ως πιθανότητα τη δημιουργία κρατικών επιχορηγήσεων για θέματα υγείας.
Παραμένει αβέβαιο αν οι προτάσεις αυτές θα τύχουν ευρείας στήριξης εντός του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Η Γερουσία είχε εγκρίνει το νομοσχέδιο στις 10 Νοεμβρίου, με επτά Δημοκρατικούς και έναν ανεξάρτητο να ενώνονται με όλους σχεδόν τους Ρεπουμπλικανούς υπέρ της πρότασης. Μεταξύ αυτών ήταν οι Τζάκυ Ρόζεν (D-Nev.), Κάθριν Κορτέζ Μάστο (D-Nev.), Τιμ Κέιν (D-Va.), Τζον Φέττερμαν (D-Pa.), Μάγκι Χασάν (D-N.H.), Τζιν Σαχίν (D-N.H.), Ντικ Ντέρμπιν (D-Ill.) και ο ανεξάρτητος Άνγκους Κινγκ (I-Maine), που συντάσσεται με τους Δημοκρατικούς.
Η Σαχίν, σε συνέντευξη Τύπου μετά την ψήφο της, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο οι Δημοκρατικοί να εξετάσουν νέο προσωρινό κλείσιμο της κυβέρνησης τον Ιανουάριο, εάν δεν εγκριθεί η επέκταση των φορολογικών πιστώσεων του ACA.
Ο Τζόνσον, σε δηλώσεις του μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου στη Βουλή, αρνήθηκε να δεσμευθεί ότι θα φέρει σε ψηφοφορία πρόταση για την παράταση των επιδοτήσεων.
Των Joseph Lord και Nathan Worcester
Με τη συμβολή του Jackson Richman