Παρασκευή, 14 Ιούν, 2024

Αλληλογραφώντας με την πατρίδα

Υπήρξαν ένα καθοριστικής σημασίας μέσο εμψύχωσης, για τους στρατιώτες του Αλβανικού Έπους. Τα δέματα και τα γράμματα προς τους στρατιώτες, που λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1940 βρίσκονταν ήδη στα χιονισμένα βουνά, ήταν μια οδηγία που είχε δοθεί από το υπουργείο Εσωτερικών και το υπουργείο Στρατιωτικών, με στόχο να τους κρατήσει συναισθηματικά ακμαίους, αν και οι συνθήκες που βίωναν μακριά από τα σπίτια τους και τις οικογένειες τους ήταν δύσκολες.

Γυναίκες και άνδρες από όλη τη χώρα έστελναν στα βουνά δέματα που περιείχαν τσιγάρα, χαρτζιλίκι, μια φανέλα, ένα κασκόλ ή ένα ζευγάρι γάντια και ένα γράμμα, χωρίς συγκεκριμένο παραλήπτη, αφού αυτά έφταναν με φορτηγά και μουλάρια στα βουνά και αφήνονταν για να τα παραλάβουν τυχαία οι φαντάροι μας, όπως είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ιστορικός- ερευνητής Κωστής Μαμαλάκης.

«Πλησιάζοντας τα Χριστούγεννα του 1940, με το κρύο και τις κακουχίες να έχουν δυσκολέψει πάρα πολύ τις συνθήκες, η αποστολή τέτοιων δεμάτων ήταν πολύ σημαντική. Ακόμη και αν δεν υπήρχε συγκεκριμένη σύνδεση είτε οικογενειακή είτε φιλική, ένα γράμμα μπορούσε να δώσει ελπίδα σε έναν στρατιώτη στο μέτωπο. Ότι κάποιος τον σκέφτεται, ότι ένας συμπατριώτης του ή μια συμπατριώτισσα προσεύχεται για να είναι καλά», ανέφερε ο κος Μαμαλάκης.

Από τις αξιομνημόνευτες και περίεργες μικρές ανθρώπινες ιστορίες, τμήματα της μεγάλης ιστορίας του Αλβανικού Έπους, είναι και αυτή του στρατιώτη Εμμανουήλ Ασημιανάκη στα χιονισμένα βουνά, που παρέλαβε ένα τέτοιο δέμα, στις 14-12-1940.

Η αποστολέας έγραφε μεταξύ άλλων: «Αγαπητέ στρατιώτη. Φθάνουν Χρηστούγεννα. Όλλοι οι άνθρωποι μένουν στα σπίτια τους για να εορτάσουν….Εσείς οι ήρωές μας θα τα επεράσετε εις τα βουνά της Ηπείρου…Έχετε τη βοήθειαν του Θεού και νικάται τον αιμοβόρο εχθρό… Πρέπει να έχετε θάρρος και επιμονή… Θα νικήσετε όμως και έτσι θα γυρίσετε εις τα σπίτια σας νικηταί…».

Η νεαρή γυναίκα ζητούσε από τον στρατιώτη να της απαντήσει στο γράμμα της, όπως και έπραξε.

Ο στρατιώτης, διαβάζοντας το γράμμα, αναγνώρισε στην αποστολέα την ίδια του την αδελφή, τη Σοφία Ασημιανάκη, που ζώντας μέσα στο ίδιο της το σπίτι την αγωνία του αδελφού στο μέτωπο του πολέμου, είχε την ευαισθησία να στείλει σε έναν οποιοδήποτε στρατιώτη ένα δέμα που περιελάμβανε μεταξύ άλλων το γράμμα, τσιγάρα και 50 δραχμές και που ποτέ δεν θα μπορούσε να πιστέψει ότι θα ήταν ο ίδιος της ο αδελφός.

Την επιστολή της νεαρής γυναίκας και την απαντητική επιστολή του αδελφού της έχει στο αρχείο του ο ιστορικός – ερευνητής Κωστής Μαμαλάκης, ο οποίος αναφέρθηκε στην απίστευτη αυτή σύμπτωση, την οποία, όπως τόνισε, είχε συμπεριλάβει στο ημερολόγιό του ως ιστορία και ο αξιωματικός Γεώργιος Καβός, που είχε τον Εμμανουήλ Ασημιανάκη, στην μονάδα του.

Όπως είπε ο κος Μαμαλάκης, στην απάντησή του ο Εμμανουήλ Ασημιανάκης αρχικά δεν αποκαλύφθηκε.

«Αγαπημένη πατριώτισσα… Η σημερινή ημέρα είναι χωρίς υπερβολήν μια από τις ποιο ευτηχησμένες της ζωής μου… Εις εμέ λοιπόν κατά την διανομήν επεφύλαξε η τύχη να κληρωθή το δικό σας δέμα… Εκπληρών λοιπόν την επιθυμίαν σας, σας γράφω και σας απαντώ… Να είσθαι βεβαία ηρωική πατριώτισσα ότι ο Έλλην στρατιώτης θα εκτελέση το καθήκον του παντού και πάντοτε. Πολύ δε περισσότερον όταν σκέπτετε ότι πίσω από αυτόν ευρίσκεται η σεμνή Ελληνοπούλα που περιμένη από αυτόν την ελευθερίαν και την σωτηρίαν της τιμής της…».

Πιο κάτω στην απάντησή του, ο Εμμανουήλ Ασημιανάκης αναφέρεται σε «μυθιστορηματικές» συμπτώσεις, γράφοντας χαρακτηριστικά: «Ούτε εγώ λοιπόν δεν πίστεβα εις αυταίς μέχρι της στιγμής όπου έλαβα το δέμα σας. Γιαυτό και θα φυλάξω τα δύο τσιγάρα όπου μου έστειλες και όταν γυρίσω νικητής, θα τα φουμάρουμε μαζί. Γιατί γλυκιά μου αδελφή Σοφία, ο στρατιώτης όπου έλλαβε το δέμα και την επιστολήν σας είμαι εγώ ο Αδελφός σου Ασημιανάκης Εμμ. Τα σέβη μου εις την Μητέρα και τα φιλιά μου εις την συσηγό μου Καλιόπη και αδελφή μας Μαρίκα, θείο Μηχάλη και εις όλους τους συνγγενείς. Σε φιλώ και ευχαριστό διά το ευγεναίς έσθιμα σου υπέρ της Αγαπημένης μας πατρίδος Ελλάδος. Σε φιλό και μένω υπόχρεος ο Αδελφός σου Ε. Ασημιανάκης».

Οι στρατιώτες στο μέτωπο είχαν την ανάγκη να γράφουν συχνά, είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κος Μαμαλάκης, ο οποίος συμπλήρωσε ότι αυτή η συνήθεια, συνδεόταν και με το φόβο του θανάτου.

«Έγραφαν και συνδέονταν με την πατρίδα, σκηνοθετούσαν στο μυαλό τους μια μητέρα, μια αδελφή που τους περίμενε. Έχει υπάρξει καταγραφή, ότι στρατιώτης έγραφε σχεδόν κάθε δύο ημέρες. Μια τέτοια επαναλαμβανόμενη ανάγκη να επικοινωνήσει, ίσως να σχετιζόταν και με το φόβο που είχαν αυτοί οι άνθρωποι ότι το κάθε γράμμα τους μπορεί και να ήταν το τελευταίο», εξήγησε ο κος Μαμαλάκης.

Πάτρα: Το καταφύγιο των Υψηλών Αλωνίων, καταφύγιο ιστορικής μνήμης

Σε «καταφύγιο» ιστορικής μνήμης και γνώσης έχει μετατραπεί το μεγαλύτερο και σημαντικότερο καταφύγιο που ξεκίνησε να λειτουργεί στην Πάτρα με την έναρξη του πολέμου του 1940, αφού η αχαϊκή πρωτεύουσα ήταν πρώτη μεγάλη πόλη που βομβαρδίστηκε στις 28 Οκτωβρίου από τα ιταλικά αεροπλάνα.

Με πρωτοβουλία του πολιτιστικού τομέα του Δήμου Πατρέων, ‘αποτυπώνονται’, μέσα από την έκθεση που λειτουργεί στο καταφύγιο, μοναδικής αξίας αρχειακού και ιστορικού υλικού στιγμές, από την κήρυξη του πολέμου, τους πρώτους βομβαρδισμούς της Πάτρας, την κατοχή της από τα ναζιστικά στρατεύματα, την αντίσταση και την απελευθέρωση της πόλης.

Ο ιστορικός χώρος του καταφυγίου, κάτω από την πλατεία Υψηλών Αλωνίων, ήταν γνωστός σε πολλούς κατοίκους της ευρύτερης περιοχής και όχι μόνο, αλλά παρέμενε αναξιοποίητος.

Τον Οκτώβριο του 2014, το περιφερειακό τμήμα του ΤΕΕ Δυτικής Ελλάδας οργάνωσε την παρουσίαση της ομάδας εργασίας, με θέμα τους τρόπους αξιοποίησης του καταφυγίου, στο πλαίσιο των παράλληλων δράσεων της έκθεσης «Φαντάσου την πόλη: Πάτρα 2014».

Στη συνέχεια, με πρωτοβουλίες του Δήμου Πατρέων, το καταφύγιο αξιοποιήθηκε και αποδόθηκε ως χώρος ιστορικής μνήμης το 2020, στο πλαίσιο των εορτασμών για την απελευθέρωση της Πάτρας από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής, στις 4 Οκτωβρίου του 1944.

Σύμφωνα με τον δήμο, ο χώρος του καταφυγίου είναι επισκέψιμος σε ετήσια βάση και πλέον έχει μετατραπεί σε πόλο έλξης για σχολεία, φορείς και συλλογικότητες από πολλές περιοχές της Ελλάδας.

Το ιστορικό του καταφυγίου περιγράφεται σε μία από τις εισόδους, όπου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Το καταφύγιο των Υψηλών Αλωνίων έχει κατασκευαστεί κάτω από την πλατεία και τα δύο σημεία πρόσβασης βρίσκονται στο πρανές που αρχίζει από το πάνω μέρος του πεζόδρομου της Τριών Ναυάρχων, συνεχίζει βορειοανατολικά, παράλληλα με την οδό Αθανασίου Διάκου και αποτελεί μέρος του Ρωμαϊκού αναλημματικού τοίχου. Ο συγκεκριμένος τοίχος έχει μήκος περίπου 70 μέτρων και πιθανότατα κτίστηκε στα χρόνια του Ρωμαίου αυτοκράτορα Νέρωνα και έκτοτε – ιδιαίτερα κατά τον 19ο αιώνα – υπέστη αρκετές προσθήκες με αποτέλεσμα να έχει την σημερινή μορφή.»

»Αν και δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία ή έγγραφες μαρτυρίες για την κατασκευή του καταφυγίου, εικάζεται ότι κατασκευάστηκε στη δεκαετία του 1930 για να επιτελέσει τον σκοπό της προφύλαξης των αμάχων σε περίπτωση αεροπορικής επιδρομής μαζί με τους υπόγειους χώρους ορισμένων δημοσίων και ιδιωτικών κτιρίων της Πάτρας.

»Πρόκειται για το παλαιότερο και μεγαλύτερο καταφύγιο το οποίο υπήρχε στην Πάτρα και έσωσε αρκετό κόσμο τόσο κατά τη διάρκεια των αεροπορικών βομβαρδισμών των Ιταλών το 1940 όσο και στη συνέχεια, έπειτα από αρκετούς μήνες, από τα αεροσκάφη της γερμανικής αεροπορίας.

»Να σημειωθεί ότι η Πάτρα ήταν η πρώτη μεγάλη πόλη της Ελλάδας που βομβαρδίστηκε από τα αεροπλάνα των Ιταλών το 1940. Μάλιστα, τα καταφύγια λειτουργούσαν βάσει κανονισμού, τον οποίο έπρεπε να τηρούν οι πολίτες.

»Μέσα στο καταφύγιο μπορεί εύκολα να διακρίνει κανείς τους πέντε μικρούς θαλάμους που αποτελούν και τους χώρους εκείνους που φιλοξενούσαν για ώρες τους Πατρινούς, οι οποίοι έτρεχαν να σωθούν, όταν άκουγαν τις σειρήνες.

»Το καταφύγιο αποτελείται από τρεις διαδρόμους-στοές που συνδέονται μεταξύ τους σε σχήμα «Π» μήκους 39,13 μέτρων, 30,10 μέτρων και 39,50 μέτρων αντίστοιχα και πλάτους δύο μέτρων. Τα άκρα των δύο μεγαλύτερων και παράλληλων στοών αποτελούν τις εισόδους από τον δρόμο.

»Εσωτερικά σε διάφορα σημεία παραπλεύρως των στοών υπάρχουν πέντε μικροί θάλαμοι από 5 τ.μ. έως 8 τ.μ. ο καθένας. Το συνολικό εμβαδόν του καταφυγίου είναι 210 τ.μ., ενώ το μέγιστο ύψος είναι 2,10 μέτρα.

»Οι τοίχοι είναι κατασκευασμένοι από πέτρα, οι τοξωτές οροφές από κεραμικά στοιχεία (συμπαγή τούβλα) και οι δύο είσοδοί του έχουν σιδερένιες πόρτες με καμάρα σε ημικυκλικό τόξο.

»Πρόκειται χωρίς αμφιβολία για ένα από τα πιο ιστορικά και σημαντικά – ίσως το σημαντικότερο – καταφύγιο που έχει κατασκευαστεί και συνέβαλε στην προστασία των Πατρινών από τις αεροπορικές επιδρομές κατά τη διάρκεια της τριπλής φασιστικής κατοχής. Ωστόσο δεν είναι το μόνο, καθώς με βάση μαρτυρίες και πηγές συνολικά μέχρι τον Δεκέμβριο του 1940 είχαν διαμορφωθεί περισσότερα από 30 καταφύγια στην πόλη της Πάτρας, τα περισσότερα από τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα.»

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με μαρτυρίες και καταγραφές, ως καταφύγια χρησιμοποιήθηκαν υπόγεια μεγάλων κτιρίων, που εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να υπάρχουν μέσα στο κέντρο της πόλης.

Στη διασταύρωση της οδού Παναχαϊκού με την περιμετρική οδό της πλατείας των Υψηλών Αλωνίων, λίγα μόλις μέτρα  μακρύτερα από το προαναφερόμενο καταφύγιο, υπάρχει ακόμα – αλλά ανακατασκευασμένο – το κτίριο του οποίου το μεγάλο υπόγειο χρησιμοποιείτο για να προστατευθούν οι κάτοικοι από τις βόμβες.

Στη γειτονική λεωφόρο Δ. Γούναρη και στη διασταύρωσή της με την οδό Κορίνθου υπάρχει το δικαστικό μέγαρο, το υπόγειο του οποίου χρησιμοποιήθηκε και αυτό ως καταφύγιο.

Ακριβώς απέναντι, βρίσκεται το παλιό τριώροφο κτίριο, όπου σήμερα στεγάζεται η «Πολυφωνική» χορωδία της Πάτρας. Το υπόγειο του τριώροφου κτιρίου χρησιμοποιήθηκε ως καταφύγιο, με τις εισόδους να είναι και σήμερα ορατές.

Εκεί κοντά, στη διασταύρωση των οδών Κανακάρη και Βότση, το υπόγειο της κλινικής χρησιμοποιήθηκε ως καταφύγιο, όπως και το υπόγειο του κτιρίου, στη διασταύρωση των οδών Μαιζώνος και Ερμού, κοντά στην κεντρική πλατεία Γεωργίου.

Στον ίδιο δρόμο, την οδό Μαιζώνος, υπάρχει το μεγάλο κτίριο, όπου μέχρι πριν από λίγα χρόνια στεγάζονταν τα Αρσάκεια σχολεία και τώρα πρόκειται να στεγάσει το δημαρχείο της πόλης. Στο υπόγειό του έβρισκαν προσωρινή ασφάλεια πολλοί Πατρινοί, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούσε και ως νοσοκομείο. Μάλιστα, οι μεγάλοι κόκκινοι σταυροί που υπήρχαν στους εξωτερικούς τοίχους συντηρήθηκαν στο πλαίσιο εργασιών ανακαίνισης του κτιρίου.

Ως καταφύγια χρησιμοποιήθηκαν επίσης το υπόγειο του ιστορικού ιερού ναού της Παντάνασσας, το υπόγειο του γειτονικού κτιρίου της πρώην κλινικής «Λάζαρη», αλλά και το υπόγειο του επιβλητικού κτιρίου, γνωστότερου ως οικία Γαλανόπουλου, όπου βρίσκεται σχεδόν απέναντι από το Ρωμαϊκό Ωδείο.

Πείνα και πλούτος στον πόλεμο του ’40: η άνομη δράση των μαυραγοριτών

Της Τόνιας Α. Μανιατέα

«Το μυστικό της κερδοσκοπίας είναι να αγοράζεις όταν το αίμα ρέει στους δρόμους». Ο Βρετανός Νέιθαν Ρόθστσαϊλντ, της γνωστής οικογενείας τραπεζιτών η γερμανοεβραϊκή (Ρότ-σιλτ) ρίζα της οποίας τοποθετείται κάπου στον 16ο αι., σε μία κυνική ομολογία, δίνει κάποτε τη «χρυσή συνταγή» του ρέοντος χρήματος ταυτόχρονα με το αίμα… Στα μέσα του 19ου αι., μ΄ έναν εύσχημο τρόπο, ο Αριστοτέλης Ωνάσης έρχεται να επιβεβαιώσει: «οι κρίσεις γεννούν Κροίσους». Ουδέποτε διαψεύστηκαν από την ιστορία…

Στην Ελλάδα του μεσοπολέμου, το 1938, μετά το οδυνηρό παγκόσμιο κραχ, 80 στους 100 Έλληνες συγκεντρώνουν λιγότερο από το μισό του εθνικού εισοδήματος (περίπου 640 εκατομ. δολάρια). Το υπόλοιπο μισό και πλέον κατέχουν οι ανήκοντες στο 20%. Αυτήν την εποχή ο μέσος Έλληνας καταναλώνει ετησίως 18 κιλά κρέας και 3 κιλά φρέσκο ψάρι έναντι 63 και 15 του Άγγλου, αντίστοιχα. Έρευνα της Κοινωνίας των Εθνών, μεταξύ είκοσι χωρών, τοποθετεί την Ελλάδα στην τελευταία θέση σε κατανάλωση γάλακτος και αβγών. Ο μέσος όρος ζωής του Έλληνα δεν ξεπερνά τα 50 χρόνια!

Αλλά τα χειρότερα δεν έχουν έρθει ακόμα…

Πολύ σύντομα, η Ελλάδα θα εμπλακεί στον πόλεμο. Όσο οι Έλληνες πολεμούν στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, η Βέρμαχτ προσπαθεί να σπάσει την αντίστασή τους. Σε μία μνημειώδη επίθεση φιλίας, αποτυπωμένη σε προπαγανδιστικά φυλλάδια, που κυκλοφορούν στο μέτωπο, προσπαθεί να εξηγήσει: «… Ημείς οι Γερμανοί στρατιώται ερχόμεθα όχι ως εχθροί σας… Κανένας άλλος λαός δεν αγαπά και δεν θαυμάζει τόσον την μεγάλην ιστορίαν σας και τον πολιτισμόν σας, όσο ο γερμανικός… Ημείς τιμώμεν και σεβόμεθα τον ηρωισμόν σας… Έλληνες, όχι ως εχθροί ερχόμεθα ημείς, αλλά διά να κατανικώμεν την Αγγλίαν, η οποία σας παρεκίνησεν εις αυτόν τον παράλογον πόλεμον κατά ημών, αναγκάζοντάς σας να παραχωρήσετε εις αυτήν στρατιωτικά στηρίγματα…».

Αλλά και από την ελληνική πλευρά καταγράφεται αμηχανία. «Πρώτη αντίδραση του πληθυσμού, η περιέργεια κι αμέσως ύστερα η απογοήτευση», σημειώνει στο ημερολόγιό του ο λογοτέχνης Γιώργος Θεοτοκάς. «Αγάπη για τους Γερμανούς δεν υπήρχε ποτέ στην Ελλάδα, υπήρχε όμως ανέκαθεν ένας θολός θαυμασμός από μακριά (για τη δύναμή τους, το σύστημά τους, τη σοβαρότητά τους). Η επαφή μαζί τους κλόνισε αυτόν τον θαυμασμό»…

Πριν τον πόλεμο, το γερμανικό κεφάλαιο έχει μπει ειρηνικά και με όλες τις τιμές στην ελληνική αγορά, με ποσοστό μεγαλύτερο του 40% των ελληνικών εξαγωγών να καταλήγουν σε Γερμανία και Αυστρία. Με τον πόλεμο, οι εξαντλημένοι και ταλαιπωρημένοι Έλληνες καλούνται να διαχειριστούν τη σημαντικότερη απειλή της ύπαρξής τους από τον βασικό πελάτη των προϊόντων τους. Αυτός είναι ένας αγώνας επιβίωσης, από τον οποίο η Ελλάδα πρέπει να βγει νικήτρια με τις λιγότερες δυνατές απώλειες.

Η είσοδος των Γερμανών στην Ελλάδα, την άνοιξη του 1941, σηματοδοτεί την έναρξη της πείνας και της εξαθλίωσης. Ο κατοχικός στρατός δεσμεύει για τις ανάγκες του κάθε αναλώσιμο. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, η χώρα στερεύει από τρόφιμα. Τον χειμώνα του ίδιου έτους, οι άνθρωποι πέφτουν νεκροί στους δρόμους των πόλεων. Οι άσπονδοι φίλοι και θαυμαστές της Ελλάδας, Γερμανοί τοποτηρητές, διαμαρτύρονται στους ανωτέρους τους ότι οι Έλληνες κατακτημένοι πεθαίνουν από ασιτία και δυσκολεύουν το… έργο της επιτήρησης.

Ο Χέρμαν Γκέρινγκ, εξέχουσα προσωπικότητα του χιτλερικού περιβάλλοντος, στέλνει στους στρατιωτικούς διοικητές των κατεχόμενων εδαφών μία λάβρα επιστολή, στην οποία αποκαλύπτεται το πραγματικό σχέδιο των κατακτητών: «… δεν σας στείλαμε εκεί για να δουλέψετε για την ευημερία των λαών, που σας εμπιστευτήκαμε, αλλά για να πάρετε όσα περισσότερα μπορείτε, ώστε να μπορέσει να ζήσει ο γερμανικός λαός […] Αυτή η συνεχής έγνοια για τους ξένους πρέπει να τελειώνει μια για πάντα! Καρφί δεν μου καίγεται όταν μου λέτε ότι οι άνθρωποι της ζώνης ευθύνης σας πεθαίνουν από την πείνα! Αφήστε τους να πεθάνουν, εφόσον έτσι δεν λιμοκτονεί κανένας Γερμανός!».

Αυτή είναι εκπεφρασμένη η πεμπτουσία του δόγματος του Γ΄ Ράιχ: η εκμετάλλευση όλων των πλουτοπαραγωγικών πηγών των κατακτημένων από τους εισβολείς και η παραχώρηση όλων των τοπικών προϊόντων στον γερμανικό στρατό, που… υφίσταται θυσίες στον βωμό του οράματος της Νέας Ευρώπης.

ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ: ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ! ΣΩΣΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ!

Οι Γερμανοί επιτάσσουν τις παραγωγικές μονάδες της χώρας και κατάσχουν πρώτες ύλες και προϊόντα. Για τη συντήρηση των στρατευμάτων κατοχής η Ελλάδα καλείται να καταβάλλει μηνιαίως ποσό της τάξης των 25 εκατομ. μάρκων! Οι δυνάμεις κατοχής βάζουν χέρι και στα αποθεματικά της Τραπέζης της Ελλάδος. «Δανείζονται». Οι αυξανόμενες απαιτήσεις τους προκαλούν ραγδαία υποτίμηση της αγοραστικής δύναμης της δραχμής. Το πληθωριστικό νόμισμα γεμίζει την αγορά. Το κομπόδεμα μερικών χιλιάδων δραχμών -κόπων μιας ζωής του συνετού νοικοκυριού- ισοδυναμεί πλέον με μία χούφτα χώμα. Εκατομμύρια δραχμές δεν αρκούν για μια οκά λάδι.

[«Μετά τον πόλεμο, βρεθήκαμε στο σπίτι με μια στοίβα άχρηστα χαρτονομίσματα από ΄κείνα τα κοτζαμάνικα (εκ του τουρκικού kocaman – πελώριος). Τα φύλαξα και τα ΄δωσα στα εγγόνια μου να τα παίξουν αεροπλανάκια» θα αφηγηθεί στην υπογράφουσα υπέργηρος που πολέμησε στο μέτωπο της Αλβανίας.]

Οι νέοι στο μέτωπο πολεμούν με λύσσα για την πατρίδα, ενώ τα γυναικόπαιδα στις πόλεις δίνουν καθημερινές μάχες επιβίωσης. Ο λαός εξοντώνεται με κάθε τρόπο. Στην περιφέρεια, όπου παράγονται τα προϊόντα που συντηρούν τους κατακτητές, κάτι μετρημένο περισσεύει και για τις ανάγκες των κατοίκων. Στις πόλεις, όμως… Τρόφιμα με το σταγονόμετρο διανέμονται σε συσσίτια, όπου εξαθλιωμένοι άνθρωποι περιμένουν σε ατελείωτες ουρές, τα παιδιά ρισκάρουν τη ζωή τους σαλτάροντας σε γερμανικά καμιόνια με φαγώσιμα και πρώτα ύλες, που μπορούν να πουληθούν στην αγορά για ένα κομμάτι ψωμί, μία μπομπότα φτιαγμένη από κακής ποιότητας αλεύρι και ροκανίδια. Γάτες, σκύλοι, πουλιά, γαϊδουράκια μετατρέπονται στην απαραίτητη για τον ανθρώπινο οργανισμό πρωτεΐνη…

Από τον Νοέμβριο του 1941 έως τον Μάρτιο του 1942 η διατροφή της μέσης οικογένειας αλλάζει δραματικά. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, εκμηδενίζεται το ποσοστό των διατρεφομένων κανονικά (πρόσληψη 2.500 θερμίδων και άνω), ενώ σε μόλις 4% περιορίζεται το ποσοστό εκείνων που λαμβάνουν 1.800-2.500 θερμίδες (οριακά επαρκής διατροφή). Η ανεπαρκής διατροφή (1.200-1.800 θερμίδες) αφορά ποσοστό 18%, ο υποσιτισμός (600-1.200 θερμίδες) ποσοστό 63% και ο εντονότατος υποσιτισμός (0-600 θερμίδες) ποσοστό 15%!

Τα κάρα του δήμου μαζεύουν πτώματα από τους δρόμους. Το μέλλον της χώρας, τα παιδιά της, κείτονται αποστεωμένα, ξέπνοα. Μακρινές φωνές από τα εναπομείναντα ραδιόφωνα καλούν σε σωτηρία του εθνικού κεφαλαίου… «Ο Ερυθρός Σταυρός κάμνει θερμή έκκληση στα πατριωτικά αισθήματα κάθε Έλληνος και καλεί όλους, όσοι έχουν τα μέσα να αναλάβουν τη διατροφή ενός ή δύο παιδιών παρέχοντας σε αυτά την ημερήσια τροφή, με την πλήρη βεβαιότητα ότι με τη φιλάνθρωπη αυτή ενέργεια προσφέρει ύψιστες εθνικές υπηρεσίες».

Αυτόν τον εφιαλτικό χρόνο, στις πόλεις της Ελλάδας η πείνα σκοτώνει περισσότερους από 7.000 ανθρώπους κάθε μήνα. Στο τέλος του πολέμου, οι νεκροί από την ασιτία θα έχουν αγγίξει τους 500.000. Μοναδική ευκολία στο έργο των κατακτητών προσφέρουν οι μαυραγορίτες, οι δωσίλογοι, οι προδότες του τόπου και των ιδανικών του. Η ύπαρξή τους, από γεννήσεως του κόσμου, είναι δεδομένη. Τους βρίσκεις σε κάθε εποχή, σε κάθε «πολιτισμένη» γωνιά του πλανήτη, σε κάθε αγώνα επιβίωσης, σε κάθε κρίση που θα γεννήσει μερικούς Κροίσους….

Ο Χίτλερ το ξέρει καλά. Το διατρανώνει μέσα από το «πόνημά» του, με τίτλο «Ο Αγών μου»: «… ο νικητής, αν είναι έξυπνος, θα εμπιστευθεί σε πρόσωπα της εθνικότητας του νικημένου λαού, που δεν έχουν ούτε χαρακτήρα ούτε τιμή, τον ρόλο του δεσμοφύλακα διότι γνωρίζει ότι τα πρόσωπα αυτά θα τον βοηθήσουν στο έργο της ολοκληρωτικής υποδούλωσης των συμπατριωτών τους, κατά τρόπο πολύ σκληρότερο και πολύ πιο ανελέητο από εκείνον που θα μεταχειριζόταν ένα οποιοδήποτε ξένο κτήνος»!

«ΣΕ ΚΑΘΕ ΤΟΠΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΠΛΟΥΤΙΣΟΥΝ»

Όσοι αντιστέκονται ακόμα στον μεγάλο λιμό έχουν ξεπουλήσει το λιγοστό βιος τους στη μαύρη αγορά. Τα σπίτια σχεδόν έχουν αδειάσει απ’ ό,τι πολύτιμο διαθέτουν. Ένα κόσμημα, ένα ραδιόφωνο, μια ραπτομηχανή, ένα τραπέζι. Για δύο οκάδες λάδι, τρεις κονσέρβες κρέας, μια χούφτα σταφίδες, πέντε οκάδες ψειριασμένο αλεύρι. Πρόθυμοι αγοραστές βρίσκονται παντού. Στην πρώτη σελίδα των εφημερίδων φιλοξενούνται τα δελτία διανομής τροφίμων, στην τελευταία μικρές αγγελίες ενδιαφερόμενων αγοραστών «εις συμφέρουσας τιμάς»… Στο μεταξύ, τα νοσοκομεία δημοσιεύουν προειδοποιήσεις: «Φέρεται εις γνώσιν του κοινού ότι ουδείς ασθενής θα εισάγηται εις το Θεραπευτήριον εάν δεν προσκομίση το δελτίον άρτου αυτού».

Είναι, βέβαια, κι αυτοί οι περιστασιακοί. Οι εξ ανάγκης… Αυτοί που δεν είναι όλοι μαυραγορίτες. Φέρνουν από την περιφέρεια λιγοστά αγροτικά προϊόντα για να τα μοσχοπουλήσουν στην πόλη. Μπορεί να είναι και σαλταδόροι. Τρυπώνουν στα τρένα τροφοδοσίας του γερμανικού στρατού με αγροτικά προϊόντα, σε σταθμούς λίγο έξω από την Αθήνα και ώσπου να φτάσουν στο αμαξοστάσιο του Ρέντη, έχουν παραχώσει στα σακιά τους ό,τι έχουν προλάβει να βουτήξουν από τα βαγόνια, που προορίζονται συνήθως για τις ανάγκες των κατακτητών.

Ψηφίδες του ιδιότυπου κύκλου συναλλαγής, που ανοίγει συνήθως ο πόλεμος. Οι σαλταδόροι πωλούν τρόφιμα αντί αδρών ποσών, με τα οποία κι αυτοί συντηρούν οικογένειες. Άλλοι πάλι αποθησαυρίζουν χρήμα και κάποιοι άλλοι, που δέχονται και κοσμήματα ή μικροαντικείμενα, τα μεταπωλούν σε μεγαλεμπόρους…

Η έλλειψη γεννά την ανάγκη και η ανάγκη τη ζήτηση. Όσο η ζήτηση αυξάνεται, τόσο φουντώνει η «μαύρη αγορά». Κι αφού τα νοικοκυριά έχουν αποψιλωθεί, ήρθε η στιγμή να δοθούν και οι… τοίχοι. Ένα σπίτι στην πόλη ή στην περιφέρεια, ένα κομμάτι γης… Οι αετονύχηδες κάνουν χρυσές δουλειές επιδιδόμενοι σε έναν φρικώδη καννιβαλισμό, που κοσμίως θα καταγραφεί στην ιστορία ως «οικονομικός δοσιλογισμός». Πατούν στην αγωνία της επιβίωσης, αρπάζουν ό,τι μπορούν, αποδεκατίζουν περιουσίες, στύβουν ζωές…

[«Σε κάθε τόπο θα βρεθούν κάμποσα φιλόδοξα καθάρματα, που θα εξυπηρετήσουν πρόθυμα τους σκοπούς μου, γιατί αυτός θα είναι ο μόνος τρόπος να αναδειχθούν και να πλουτίσουν στη χώρα τους…» – Χίτλερ, «Ο Αγών μου»]

Σε υπόμνημά της η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πωλησάντων Ακινήτων επί Κατοχής, θα δώσει σε καιρό ειρήνης πλέον, ένα παράδειγμα κατάπτυστης συναλλαγής:

Ας πούμε ότι ένα ακίνητο έχει προπολεμική αξία 500.000 δραχμές ή 500 λίρες (1 λίρα=1.000 δρχ.). Λόγω πληθωρισμού στην Κατοχή το ακίνητο αυτό θα είχε αξία 1.000.000 δραχμών ή 50 λιρών (1 λίρα=20.000 δρχ.). Αυτή ήταν, λοιπόν, η τιμή του προσυμφώνου. Αρχικά κλεινόταν μία συμφωνία που προέβλεπε την αγορά του ακινήτου συνήθως στο 1/10 έως και 1/20 της προπολεμικής αξίας του. Αλλά ο αγοραστής με διάφορα προσχήματα (φόρτο εργασίας, προβλήματα στους τίτλους κ.ά.) καθυστερούσε την υπογραφή του συμβολαίου. Ύστερα από κανέναν μήνα εσκεμμένης κωλυσιεργίας, οπότε η δραχμή έχανε ισχύ και η λίρα κέρδιζε, τα χρήματα που έπαιρνε στο χέρι του ο πωλητής είχαν χάσει ακόμη περισσότερο την αξία τους. Σε κάθε περίπτωση και βάσει του νομοθετικού διατάγματος, σύμφωνα με το οποίο κάθε ποσό συναλλαγής άνω των 30.000 δρχ. έπρεπε αναγκαστικά να κατατίθεται σε τράπεζα ή στο ταχυδρομικό ταμιευτήριο, ο πωλητής ήταν υποχρεωμένος να καταθέσει το αντίτιμο της πώλησης σε τραπεζικό κατάστημα και να «τραβάει» από τον λογαριασμό του κατά διαστήματα 30.000 δρχ. Ώσπου να πάρει όλο το ποσό της πώλησης, η αξία του χρήματος είχε πέσει στα τάρταρα… Έτσι, από τις 50 λίρες, που θεωρητικά θα έπρεπε να εισπράξει από την πώληση του ακινήτου του, έφτανε να εισπράττει 5!

Σύμφωνα δε με αυτό το ίδιο όργανο που συστήνουν οι πωλητές για να διεκδικήσουν κάποτε την επιστροφή των περιουσιών τους, η προπολεμική αξία των αστικών ακινήτων, που στον πόλεμο άλλαξαν χέρια αντί συνολικού ποσού 4.500.000 χρυσών λιρών, άγγιζε τα 63.000.000 λίρες, δηλαδή μεσούσης της ανάγκης για επιβίωση κοστολογήθηκαν στο 1/14 της πραγματικής τους αξίας! Τα δε αγροτικά ακίνητα πουλήθηκαν στο 1/20 της αξίας τους (1.050.000 έναντι 21.000.000 χρυσών λιρών)! Ειδικότερα, σύμφωνα με το «Ειδικό Βιβλίο Απογραφής», 150.000 ακίνητα πουλήθηκαν έναντι 0,10 – 3 χρυσών λιρών, 100.000 έναντι 3-50 λιρών, 80.000 έναντι 50-200 λιρών και 20.000 έναντι 200-4.000 λιρών.

Σε συνθήκες πολέμου και πείνας κάποιοι έκαναν χρυσές δουλειές… Από ένα σύνολο 60.000 αγοραστών, κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου, 40.000 αγόρασαν ένα ακίνητο, 10.000 δύο ακίνητα, 5.000 τρία, 3.000 από τέσσερα έως δέκα ακίνητα, 1.500 από ένδεκα έως είκοσι, 400 από 21 έως 50 ακίνητα και 100 από 51 και πάνω! Από αυτή την ιδιότυπη πυραμίδα αποθησαύρισης κέρδους πάνω στις ανάγκες επιβίωσης απελπισμένων ανθρώπων, προκύπτει ότι 5.000 Έλληνες βγήκαν από τον πόλεμο αισθητά πλουσιότεροι, έχοντας στην κατοχή τους από τέσσερα έως και 50 και πλέον ακίνητα!

Η Ομοσπονδία Αγοραστών, από την πλευρά της, σε ένα αντίστοιχο υπόμνημα, θα ισχυριστεί ότι «… τα ελατήρια των πωλήσεων δεν ήτο η πείνα και η πενία και η αναπότρεπτος ανάγκη, αλλά ήτο η εμπορία και η κερδοσκοπική επιχείρησις. Αι εξαιρέσεις πωλήσεων λόγω ανάγκης είναι σχετικώς ελάχισται…» και πως «το 85% των πωληθέντων κατά την κατοχήν ακινήτων ήσαν βεβαρυμένα δι ενυπόθηκων δανείων δι υγειών προπολεμικών δραχμών, εξοφληθέντων διά πληθωρικών της κατοχής και συνεπώς υπερωφελήθησαν αδικήσαντες τους ενυπόθηκους δανειστάς τους»…

Το θέμα είναι πως, σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, μόνο τη διετία 1941-42, δηλαδή την περίοδο της πείνας και της εξαθλίωσης του πληθυσμού, άλλαξαν χέρια 259.000 ακίνητα από τα συνολικά 350.000 που πουλήθηκαν καθ΄ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Άλλωστε, μετά το ’42, το επισιτιστικό πρόβλημα του ελληνικού πληθυσμού κάπως θα εξωραϊστεί με την αποστολή διεθνούς βοήθειας μέσω Ερυθρού Σταυρού και την πύκνωση των συσσιτίων. Με κάποιον τρόπο, οι άνθρωποι θα ελέγχουν την πείνα τους και θα περιφρουρούν ό,τι βιος τούς έχει απομείνει.

Το υπουργείο Δικαιοσύνης, πάντως, θα διενεργήσει τη δική του έρευνα. Με εγκύκλιό του της 7ης Ιουλίου του 1948 προς όλα τα υποθηκοφυλακεία της χώρας, θα ζητήσει στοιχεία για τις αγοραπωλησίες της Κατοχής. Ο εμφύλιος εμποδίζει την αποστολή στοιχείων από το σύνολο των υπηρεσιών. Με ό,τι στοιχείο έχει αποσταλεί, προκύπτουν 237.959 αγοραπωλησίες κατά την επίμαχη περίοδο. Δεν συμπεριλαμβάνεται η περιφέρεια.

Οι πωλητές καταγγέλλουν ότι μεταξύ των αγοραστών βρίσκονται βιομήχανοι, επιχειρηματίες, κτηματίες, έμποροι, εφοπλιστές, εργολάβοι, τραπεζίτες και νομικά πρόσωπα, όπως για παράδειγμα η Εθνική Τράπεζα. Οι αγοραστές απαντούν ότι σε ποσοστό 90% είναι μικροί επαγγελματίες, δημόσιοι υπάλληλοι, μικροκτηματίες, εργάτες, μικρέμποροι, βιοτέχνες, γεωργοί, συνταξιούχοι…

Καθώς ο πόλεμος μαίνεται, οι Σύμμαχοι, που βλέπουν τις αρπαγές, τις λεηλασίες, τις απάνθρωπες αγοραπωλησίες σε όλες, λίγο πολύ, τις ευρωπαϊκές χώρες, που έχει καταλάβει ο Άξονας, σημειώνουν ότι είναι «αποφασισμένοι να μη δεχθούν ή ανεχθούν τοιαύτας κακάς πράξεις…» και εκδηλώνουν την πρόθεσή τους να αποκαταστήσουν τις αδικίες… «Αι Σύμμαχοι Κυβερνήσεις ειδοποιούν πρωτίστως τους ενδιαφερομένους, ότι επιφυλάσσουν τα δικαιώματά τους να θεωρήσουν ακύρους τας μεταβιβάσεις ή ποσά των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας των και συμφερόντων οιασδήποτε φύσεως εις χώραν κατελημμένην ή ελεγχομένην ή εμμέσως υπό του Άξονος…» διακηρύσσουν με ανακοίνωση τους οι συμμαχικές δυνάμεις στις 5 Ιανουαρίου του 1943.

Η λήξη του πολέμου αφήνει μια Ελλάδα καθημαγμένη. Με απώλεια 13% του πληθυσμού της, κατεστραμμένες υποδομές, 3.700 πόλεις, χωριά και οικισμούς ερείπια, 1.200.000 πολίτες άστεγους. Εκείνοι που πούλησαν για ένα κομμάτι ψωμί τα σπίτια και τα χωράφια τους αισιοδοξούν -και με τη στήριξη των συμμάχων- να τα πάρουν πίσω. Να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα. Να επουλώσουν τις πληγές τους. Πολύ σύντομα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες-θύματα του Άξονα ενεργοποιούνται μηχανισμοί δημοκρατικής ανασυγκρότησης, που προσανατολίζονται πρωτίστως στην κάθαρση του εσωτερικού τους από τα φασιστικά υπολείμματα και τους συνεργάτες τους. Επιπλέον, κινούν διαδικασίες επιστροφής των περιουσιών «που απωλέσθησαν αδίκως εν καιρώ πολέμου». Σε Ιταλία, Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία, Πολωνία, Ουγγαρία, Γαλλία και αλλού δωσίλογοι και «κοράκια» οδηγούνται σε δίκες και τιμωρούνται παραδειγματικά.

Η Ελλάδα δεν έχει χρόνο. Προετοιμάζει άλλο μέτωπο πολέμου. Αυτό του Εμφυλίου. Μετά τη λήξη και αυτού του πολέμου, θα επιβληθούν πρόστιμα στους «μαύρους αγοραστές της κατοχικής ευκαιρίας». Οι περιουσίες δεν θα επιστραφούν. Όσο για τα πρόστιμα, δεν θα εισπραχθούν ποτέ στο ύψος που καταβλήθηκαν…

 

ΠΗΓΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

– «Η ελληνική αντίσταση 1941-1944» στο «Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950: Ένα έθνος σε κρίση», Ι. Χόνδρου (Εκδ. ΘΕΜΕΛΙΟ – Αθήνα 2006)

– Ιστορία των Ελλήνων – Σύγχρονος Ελληνισμός 1940-1949, συλλογικό (Εκδ. ΔΟΜΗ – Αθήνα 2000)

– «Η οικονομία της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής» – Ιστορία του ελληνικού έθνους (Εκδ. ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ – Αθήνα 2000)

– «Αγοραπωλησίες Ακινήτων 1941-1944 – Οι “χρυσές” ευκαιρίες της Κατοχής», Π. Σάμιου (Εκδ. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ – Αθήνα 2019)

– Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, Μαύρη Βίβλος της Κατοχής, Αθήνα 2006

– «Τετράδια Ημερολογίου (1939-1945)», Γ. Θεοτοκά (Εκδ. ΕΣΤΙΑ, Αθήνα 1980)

– «Η ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΝΥΡΕΜΒΕΡΓΗΣ / Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΧΗ», D. Irving (Εκδ. ΓΚΟΒΟΣΤΗ – Αθήνα, 2001)

– ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ – Πρόσωπα, στιγμές και γεγονότα που άλλαξαν τον κόσμο 1940-1949, συλλογικό (Εκδ. Η. Μανιατέα – Αθήνα 2006)

– Μουσείο Μπενάκη

– Αρχείο εφημερίδων Τ. Α. Μανιατέα

«Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας»

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος

Που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός

Kαθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας

Kι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες

 

Eκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου

Kαι μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό

Που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε

Mα όλος ο κόπος τ’ ουρανού

Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα

Πρωί, στα πόδια του βουνού

Tώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

 

Tώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα

Πιάνει και σβήνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της·

Mες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν

Aπό λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια·

Bράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά

Kόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

 

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό

Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

 

Tα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού.

 

Τώρα μες στα θολά νερά μια ταραχή ανεβαίνει·

 

O άνεμος αρπαγμένος απ’ τις φυλλωσιές

Φυσάει μακριά τη σκόνη του

Tα φρούτα φτύνουν το κουκούτσι τους

H γη κρύβει τις πέτρες της

O φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας

Tην ώρα που μέσ’ από τα ουράνια θάμνα

Tο ούρλιασμα της συννεφολύκαινας

Σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας

Κι ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο

Kι ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες

Kι ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν’ αντιχαιρετίσουνε:

Φωτιά ή μαχαίρι!

 

Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν

Kακό θ’ ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός

Mόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!

 

Γ´

Γι’ αυτούς η νύχτα ήταν μια μέρα πιο πικρή

Λιώναν το σίδερο, μασούσανε τη γης

O Θεός τους μύριζε μπαρούτι και μουλαροτόμαρο

 

Kάθε βροντή ένας θάνατος καβάλα στον αέρα

Kάθε βροντή ένας άντρας χαμογελώντας άντικρυ

Στο θάνατο ―κι η μοίρα ό,τι θέλει ας πει.

 

Ξάφνου η στιγμή ξαστόχησε κι ήβρε το θάρρος

Kαταμέτωπο πέταξε θρύψαλα μες στον ήλιο

Kιάλια, τηλέμετρα, όλμοι, κέρωσαν!

 

Εύκολα σαν χασές που σκίστηκεν ο αγέρας!

Εύκολα σαν πλεμόνια που άνοιξαν οι πέτρες!

Το κράνος κύλησε από την αριστερή μεριά…

 

Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζες

Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά

Nα ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια

 

Mα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά

Mόλις σταμάτησε για λίγο μες στα δόντια ο θάνατος―

Kι ύστερα χύθηκε μεμιάς ώς τα χλωμά του νύχια!

 

Δ´

Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη

M’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά

M’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί

Mοιάζει μπαξές που τού ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά

Mοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά

Mοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε

Mόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα

Kι η απορία μαρμάρωσε…

 

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.

Αιώνες μαύροι γύρω του

Aλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή

Kι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες

Aκούν με προσοχή·

Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε

Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή

Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.

 

Κάτω απ’ τα πέντε κέδρα

Xωρίς άλλα κεριά

Kείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη·

Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα

Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο

Kι ανάμεσ’ απ’ τα φρύδια―

Mικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά της μοίρας

Mικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο

Πηγάδι όπου κρυώνει η θύμηση!

Ω! μην κοιτάτε, ω μην κοιτάτε από πού του-

Aπό πού του ’φυγε η ζωή. Μην πείτε πώς

Mην πείτε πώς ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου

Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια

Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη

Kι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο!

 

Ήλιε δεν ήσουν ο παντοτινός;

Πουλί δεν ήσουν η στιγμή χαράς που δεν καθίζει;

Λάμψη δεν ήσουν η αφοβιά του σύγνεφου;

Κι εσύ περβόλι ωδείο των λουλουδιών

Kι εσύ ρίζα σγουρή φλογέρα της μαγνόλιας!

 

Έτσι καθώς τινάζεται μες στη βροχή το δέντρο

Kαι το κορμί αδειανό μαυρίζει από τη μοίρα

Kι ένας τρελός δέρνεται με το χιόνι

Kαι τα δυο μάτια πάνε να δακρύσουν―

Γιατί, ρωτάει ο αϊτός, πού ’ναι το παλικάρι;

Κι όλα τ’ αϊτόπουλ’ απορούν πού ’ναι το παλικάρι!

Γιατί, ρωτάει στενάζοντας η μάνα, πού ’ναι ο γιος μου;

Κι όλες οι μάνες απορούν πού να ’ναι το παιδί!

Γιατί, ρωτάει ο σύντροφος, πού να ’ναι ο αδερφός μου;

Κι όλοι του οι σύντροφοι απορούν πού να ’ναι ο πιο μικρός!

Πιάνουν το χιόνι, καίει ο πυρετός

Πιάνουν το χέρι και παγώνει

Παν να δαγκάσουνε ψωμί κι εκείνο στάζει από αίμα

Kοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος μελανιάζει

Γιατί γιατί γιατί γιατί να μη ζεσταίνει ο θάνατος

Γιατί ένα τέτοιο ανόσιο ψωμί

Γιατί ένας τέτοιος ουρανός εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος!

 

ΣT´

Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε

Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί

Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·

Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε

Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·

Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά

Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα…

Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι

Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν

Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί

Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες

Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα

Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια

Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά

Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

 

Ήταν γερό παιδί·

Tις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα

Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων

Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του

Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,

Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες

Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του

H αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε

Στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο

Nα βάφει τα λουλούδια

Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει

Tις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν…

Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του

Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος

Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα…

 

Ήταν γενναίο παιδί.

Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του

Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά

Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι

(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό

Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)

Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά

Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του

―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―

Με το αίμα πάνω από τα φρύδια

Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε

Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν

Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής

Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο

Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας

Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας

Δεν έκλαψαν

Γιατί να κλάψουν

Ήταν γενναίο παιδί!

 

Τα δέντρα είναι από κάρβουνο που η νύχτα δεν κορώνει.

Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος

Tίποτε. Μες στην παγωνιά κουρνιάζουν τα βουνά

Γονατισμένα. Κι από τις χαράδρες βουίζοντας

Aπ’ τα κεφάλια των νεκρών η άβυσσο ανεβαίνει…

Δεν κλαίει πια ούτ’ η Λύπη. Σαν την τρελή που ορφάνεψε

Γυρνάει, στο στήθος της φορεί μικρό κλαδί σταυρού

Δεν κλαίει. Μονάχ’ από τα μελανά ζωσμένη Ακροκεραύνια

Πάει ψηλά και στήνει μια πλάκα φεγγαριού

Mήπως και δουν τον ίσκιο τους γυρνώντας οι πλανήτες

Kαι κρύψουν τις αχτίδες τους

Kαι σταματήσουν

Eκεί στο χάος ασθμαίνοντας εκστατικοί…

 

Χιμάει, χτυπιέται ο άνεμος, ξαναχτυπιέται ο άνεμος

Σφίγγεται η ερημιά στον μαύρο της μποξά

Σκυφτή πίσω από μήνες-σύννεφα αφουκράζεται

Tι να ’ναι που αφουκράζεται, σύννεφα-μήνες μακριά;

Με τα κουρέλια των μαλλιών στους ώμους ―αχ αφήστε την―

Mισή κερί μισή φωτιά μια μάνα κλαίει ―αφήστε την―

Στις παγωμένες άδειες κάμαρες όπου γυρνάει αφήστε την!

Γιατί δεν είναι η μοίρα χήρα κανενός

Kι οι μάνες είναι για να κλαιν, οι άντρες για να παλεύουν

Tα περιβόλια για ν’ ανθούν των κοριτσιών οι κόρφοι

Tο αίμα για να ξοδεύεται, ο αφρός για να χτυπά

Kι η λευτεριά για ν’ αστραφτογεννιέται αδιάκοπα!

 

Πέστε λοιπόν στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο

Tώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη

Aν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·

Ή τότε πάλι με χώμα και νερό

Aς γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!

Πέστε στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο

Mην καταπροσωπήσει πια μήτε μια μαργαρίτα

Στη μαργαρίτα πέστε νά ’βγει μ’ άλλη παρθενιά

Mη λερωθεί από δάχτυλα που δεν της πάνε!

 

Χωρίστε από τα δάχτυλα τ’ αγριοπερίστερα

Kαι μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού

Kαθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ’ αδειανό κοχύλι

Mη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς

Mόν’ φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς

Tις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευε

Tις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε

Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα

Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι

Στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον’ οι χρυσόμυγες

Kαι παν με βιάση τα πουλιά ν’ ακούσουνε απ’ τα δέντρα

Ποιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!

 

Θ´

Φέρτε κανούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάει

Ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!

Φέρτε καινούρια πόδια τι τώρα ποιος θα μπει

Στον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!

Kαινούρια μάτια ―Θε μου― τι τώρα πού θα παν

Nα σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!

Αίμα καινούριο τι με ποιο χαράς χαίρε θ’ ανάψουν

Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντο

Tι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει «γεια σας παιδιά!»

 

Mέρα, ποιος θ’ αψηφήσει τα ροδακινόφυλλα

Nύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά

Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντήλια μες στους κάμπους

Ή θ’ αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ’ τον ήλιο

Για να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ’ άτρωτο άλογο

Kαι να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων!

Ποιος θ’ ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι

Για ν’ ασπαστεί τα βότσαλα

Kαι ποιος θα κοιμηθεί

Για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου

Nά ’βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια

Aίμα και λαλιά

Nα ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια

Kαι να ριχτεί ―αχ τούτη τη φορά―

Kαι να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!

 

 

Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμι

Πάνω στα στήθη του όμοναν: «Ζωή να σε χαρώ!»

Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε

Mόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο

Kι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρός

Άστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη

Κι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε

Nα πει μεσ’ απ’ τα μάτια του και τις σημαίες τους «Ζω!»

 

Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού ’βλεπες χαράματα

Παρόμοιο τέκνο θεού μ’ ένα κλωνί ρογδιάς

Στα δόντια, να ευωδιάζεται από τα νερά σου·

Γεια σου κι εσύ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες

Kάθε που ’θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του·

Κι εσύ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ώς τα πόδια του

Κι εσύ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του

Που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του

Γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει

Aγάπη ανθρώπου ανάβοντας

Άστρον απ’ άστρο τα κρυφά στερεώματα,

Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ

Για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση

Mε λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών

 

Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει―

Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας!

 

IA´

Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει

Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας

Γιατί τους είχε πάρει

Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο

Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο

Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια

Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια

Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι

Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα

Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά

Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

 

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο

Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά

M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο

Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο

Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα

Mε πικραμένα μάτια·

Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί

Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή

Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της

Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό

Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

 

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο

Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού

Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

 

IB´

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει

Aνεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος…

 

Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε

Kαι του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα

Γέρνουν και κατ’ αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα

Mε τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους

Mε τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιου

Θαύμα ― τι θαύμα χαμηλά στη γη!

Άσπρες φυλές μ’ ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους

Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές

Kαι πιο βαθιά τ’ απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!

 

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος

Tόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του

Φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός

Kαι στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων…

Tώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα

Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα

Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε

Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος

Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

 

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο

Αύριο, αύριο λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!

 

IΓ´

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο―

 

Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή

Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·

Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια

Eνώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·

Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη

Tότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας

Kαι πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

 

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει

Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής

Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας

Kαι κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μύλου τα δοκάρια

Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική

Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους

Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά

Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου

 

Ύστερα δυνατά πέταλα έξω απ’ το κατώφλι

Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του

Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή

Tόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

 

IΔ´

Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα

Tου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:

Ελευθερία

Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο:

EΛEYΘEPIA

Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος

 

Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νερά

Kαράβια μ’ ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες

Tα πιο αθώα κορίτσια

Tρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών

Kι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη

Παιδιά! δεν είναι άλλη γη ωραιότερη…

 

Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!

 

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει

Oλοένα εκείνος ανεβαίνει·

Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά

Xαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά·

Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται·

Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του

Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του

«Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»

«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»

Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του

 

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο

Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού!*

* * * * *

Στις 3 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ο Ιταλός πρεσβευτής Εμανουέλε Γκράτσι θα επισκεφθεί τον Έλληνα πρωθυπουργό και ξυπνώντας τον θα του επιδώσει τελεσίγραφο σύμφωνα με το οποίο η Ιταλία, προκειμένου να αισθανθεί ασφαλής, απαιτούσε να καταλάβει βάσεις και άλλα σημεία του ελληνικού εδάφους – όσα θα έκρινε ότι θα χρειαζόταν ως το τέλος της παγκόσμιας σύρραξης. Ο Ιωάννης Μεταξάς θα απορρίψει αμέσως το τελεσίγραφο, λέγοντας: «Alors, c’est la guerre. Λοιπόν, έχουμε πόλεμο».

Η Ελλάδα είναι πλέον σε πόλεμο με την Ιταλία, έναν πόλεμο στον οποίο θα πάρει μέρος με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού ο Οδυσσέας Ελύτης, κινδυνεύοντας να πεθάνει από βαρύ τύφο. «Στο μέτωπο αρρώστησα από βαρύτατο τύφο. Τα νερά που πίναμε όπου βρίσκαμε, ανάμεσα στα πτώματα των μουλαριών, ήταν μολυσμένα. Χωρίς να γνωρίζω τι έχω, χρειάστηκε να κάνω τρία μερόνυχτα με τα πόδια και με το ζώο για να βρεθώ σε βατό δρόμο και να διακομισθώ στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Έμεινα εκεί σαράντα μέρες με σαράντα πυρετό, ακίνητος, με πάγο στην κοιλιά. Με είχαν αποφασίσει, αλλά εγώ δεν είχα αποφασίσει τον εαυτό μου». Έτσι θα περιγράψει ο Ελύτης, μια εικοσαετία και πλέον αργότερα, σε συνέντευξή του στο φοιτητικό περιοδικό «Πανσπουδαστική», το 1962, την οδυνηρή περιπέτεια του πολέμου, αλλά και τη νικηφόρα προσπάθειά του να κρατηθεί στη ζωή.

Ο Ελύτης πήρε εξιτήριο τον Απρίλιο του 1941, έκλεινε τότε τα τριάντα του χρόνια, αλλά η φωτιά του αλβανικού μετώπου δεν έσβησε ποτέ από τη μνήμη του. Το 1945 θα δημοσιεύσει στο περιοδικό «Τετράδιο» την ποιητική σύνθεση «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», που αποτελεί, όπως μας προετοιμάζει ο τίτλος, ωδή για τον θρίαμβο της Ελλάδας στη σύγκρουσή της με τον ιταλικό στρατό, αλλά και μία ελεγεία για το άλγος των πεσόντων και τη χαμένη νιότη.

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος,…

Και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη και νερό,

Που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε

Μα όλος ο κόπος τ’ ουρανού,

Όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα

Πρωί στα πόδια του βουνού,

Τώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει,…

Χειμώνας μπαίνει ως το μυαλό. Κάτι κακό

Θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου,

Τα όρνια μοιράζονται ψηλά τις ψίχες τ’ ουρανού.

 

Η ευδία, η ευεργεσία της φύσης και η χαρά της γης και του ουρανού θα δώσουν τη θέση τους στο απειλητικό τοπίο του χειμώνα, στην επερχόμενη φωτιά των όπλων και στον θάνατο, ο οποίος είναι καθ’ οδόν και θα προκαλέσει σύντομα την απόλυτη συντριβή. Προηγείται, καθώς προχωρούμε στο ποίημα, η ανδρεία του ελληνικού στρατού. Άκαμπτοι, παγωμένοι και μπαρουτοκαπνισμένοι πολεμιστές με επικεφαλής τον νεαρό ανθυπολοχαγό, που θα πέσει εντέλει νεκρός, χωρίς ψυχή, με το βλέμμα του να κοιτάζει το πουθενά και την τελευταία να έχει αναχωρήσει για τα πέρατα του κόσμου. Κι αν η δύναμη και το θάρρος της ζωής πρόλαβαν να κρατήσουν μια ύστατη ικμάδα και να δώσουν λίγο ακόμα φως, ο θάνατος θα βάλει τέρμα στην κυριαρχία του ήλιου και στο νεανικό σφρίγος, διώχνοντας την ομορφιά και καλωσορίζοντας το σκοτάδι. Κι όλοι, φύση της Γης, ουράνια σώματα, σκιές του δάσους και άνθρωποι, θα κλάψουν όχι μόνο για τον ανθυπολοχαγό μα και για όσους χάθηκαν μαζί του, ταξιδεύοντας στο άπειρο, κόντρα στο θάμβος, την ένταση, την ψυχική παληκαριά και τα κάποτε αστείρευτα αποθέματα των χαμένων.

Όμως, όσο κι αν πονάει, όσο κι αν ρημάζει ο θάνατος, τίποτε και κανένας δεν έχει τελειώσει, τίποτε και κανένας δεν νοείται να περάσει στη λήθη και στον αφανισμό. Ο νεκρός ανθυπολοχαγός και οι σαρωμένοι συστρατιώτες του δεν προορίζονται για να κηδευτούν, αλλά για θρέψουν με τη μνήμη του αγώνα τους όλους τους καινούργιους κορμούς που θα βλαστήσουν, τώρα κιόλας, τριγύρω τους, κατεβάζοντας στο σκληρό έδαφος την ουράνια σφαίρα, φέρνοντας το όνειρο στον καθημερινό βίο και τραγουδώντας το πώς σε λίγο τα πάντα θα ξεκινήσουν από την αρχή. Γιατί τα πάντα έγιναν για την ελευθερία και τα πάντα αυτή δοξάζουν:

 

Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα

Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:

Ελευθερία.

Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν τον δρόμο:

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος

[…]

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο

Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού!

 

Με το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», ο Ελύτης θα απομακρυνθεί από τον υπερρεαλισμό και από τη φυσική μαγεία των νεανικών του χρόνων για να αναμείξει εφεξής στην ποίησή του τον σκληρό ρεαλισμό της Ιστορίας με την εκ παραλλήλου προσήλωση στο ονειρικό, το μυστηριακό και το υπερβατικό του ελληνικού κοσμοειδώλου. Η ποιητική του γλώσσα θα αποκαλύψει περαιτέρω το μυστήριο της γέννησης των πραγμάτων, το ξαφνικό αγκάλιασμα της έλλογης συνείδησης με το βάθος υποβολής των φθόγγων – από εδώ, άλλωστε, αντλεί η γλώσσα το ήθος και την ηθική της, από εδώ ανασύρει και τη μεγάλη χρονική της διάρκεια. Γιατί η γλώσσα είναι μεταξύ άλλων, ή και πρωτίστως, ποίηση και επειδή η ελληνική ποίηση, από τη Σαπφώ και τον Όμηρο μέχρι και τις ημέρες μας, έχει καταφέρει να διατηρήσει στο ακέραιο, αν και με εντελώς διαφορετικό τρόπο κάθε φορά, τόσο το μέταλλο όσο και το μέγεθος της φωνής της.

Β. Χατζηβασιλείου

* Το ποίημα (από το Ποίηση, Ίκαρος 2002) και η φωτογραφία προέρχονται από την ιστοσελίδα «Περί ου»

Επέτειος της 28ης Οκτωβρίου: «Πηγή έμπνευσης ο αγώνας των προγόνων μας»

«Διανύουμε εποχή μεγάλων κρίσεων, ανακατατάξεων και πολέμων σκληρών και αβέβαιων. Ο αγώνας που έδωσαν με αυταπάρνηση οι πρόγονοί μας ήταν, είναι και θα παραμείνει στον αιώνα τον άπαντα πηγή έμπνευσης, αυτοπεποίθησης και ακλόνητου σθένους για όλους εμάς που υπηρετούμε στις Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά και για ολόκληρο το έθνος, για όλους τους Έλληνες και όλες τις Ελληνίδες.»

Αυτό τόνισε ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ) στρατηγός Κωνσταντίνος Φλώρος στην ημερήσια διαταγή του για την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940, απευθυνόμενος στους αξιωματικούς, υπαξιωματικούς, στρατιώτες, ναύτες, σμηνίτες, εθνοφύλακες, εφέδρους και το πολιτικό προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων.

«Πριν από 83 χρόνια ακριβώς, η πατρίδα μας κλήθηκε για ακόμα μία φορά να σκεφτεί για το μέλλον της και να λάβει ιστορικές αποφάσεις για την πλευρά της Ιστορίας στην οποία θέλει να βρεθεί.

»Και δεν χρειάστηκε παρά μόνο μία λέξη για να γίνει κατανοητό πέρα για πέρα στους λάτρεις του αναθεωρητισμού και της αστάθειας, ότι η Ελλάδα ούτε εύκολος αντίπαλος ήταν, ούτε πειθήνιο όργανο τυράννων και αναθεωρητών της διεθνούς τάξης. Το Ελληνικό ΟΧΙ απέναντι στην απαίτηση για την ατιμωτική παράδοση της Ελλάδος υπήρξε βροντερό και αμείλικτο, με αυτά που ακολούθησαν στα πεδία των μαχών να το αποδεικνύουν με τρόπο σκληρό, επικό και μεγαλειώδη», ανέφερε.

«Η Ελληνική ψυχή, οι Έλληνες μαχητές του ’40 κατάφεραν όχι μόνο να αποκρούσουν την σφοδρή ιταλική επίθεση στο Καλπάκι και στην Πίνδο, ξαφνιάζοντας την παγκόσμια κοινή γνώμη, αλλά να περάσουν στη συνέχεια σε μία σαρωτική και ξέφρενη αντεπίθεση, κατατροπώνοντας και παρασύροντας διαδοχικά στο πέρασμά τους τις επίλεκτες Ιταλικές Μεραρχίες στον Μοράβα και στην Κορυτσά, στο Πόγραδετς και στους Άγιους Σαράντα, στη Χειμάρρα και στην Κλεισούρα, στην Τρεμπεσίνα και στο Ύψωμα 731, απελευθερώνοντας ακόμη μια φορά τη Βόρεια Ήπειρο», είπε ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ.

«Η μικρή σε έκταση Ελλάδα ύψωσε το πελώριο μπόι της Ψυχής της και το τεράστιο ιστορικό της ανάστημα και κατάφερε να διαλύσει τον μύθο της παντοδυναμίας του Άξονος, αποδεικνύοντας με περίτρανο τρόπο ακόμα μια φορά στην Ιστορία της ότι: “Η Μεγαλοσύνη των λαών δεν μετριέται με το στρέμμα, με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και το αίμα”!», συμπλήρωσε.

«Σήμερα κλίνουμε ευλαβικά το γόνυ και  τον οφειλόμενο φόρο τιμής σ’ όλους εκείνους που με την γενναιότητα, την αφοσίωση, την περιφρόνηση προς το θάνατο και τη μεγαλοσύνη της ψυχής τους, μας έδειξαν όχι μόνο τον θησαυρό της ανδρείας και του πείσματος, που φυλάει μέσα της η ελληνική ψυχή, αλλά και την ακατάβλητη βούλησή της για τη νίκη», κατέληξε ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ.

Έκθεση και αφιέρωμα της ΕΣΗΕΑ για τους δημοσιογράφους στην αντίσταση 1940-1944

Μια έκθεση ζωγραφικής κι ένας πολύτιμος συλλογικός τόμος που εκκινούν από ντοκουμέντα του ελληνοϊταλικού πολέμου, της Κατοχής και του Ολοκαυτώματος εγκαινιάστηκαν την Τετάρτη 25 Οκτωβρίου στην ΕΣΗΕΑ, στο χώρο της Βιβλιοθήκης της «Δημήτρης Ι. Πουρνάρας», όπου και θα παραμείνουν μέχρι τις 14 Νοεμβρίου.

Πρόκειται για διπλή παραγωγή του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ, που φέρνει στο φως άγνωστες πηγές της περιόδου, από την πολύτιμη Βιβλιοθήκη Πουρνάρα της ΕΣΗΕΑ και το ιστορικό αρχείο της Ενώσεως, το οποίο ερευνά ο ιστορικός Δημήτρης Σκλαβενίτης. Και, πάνω απ’ όλα, αποτίει φόρο τιμής στους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους που ύψωσαν το ανάστημα τους στον φασισμό την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τιμά τους δημοσιογράφους που αντιστάθηκαν και αγωνίστηκαν για την ελευθερία.

Η έκδοση «Η Αντίσταση και ο Αγώνας των δημοσιογράφων για την Ελευθερία» αφιερώνεται στον Κωστή Παπαδάκη, τον πρώτο νεκρό δημοσιογράφο του μετώπου.

Η αφήγηση της έκθεσης ξεκινά με το πηλίκιο του 23χρονου Κωστή Παπαδάκη, δημοσιογράφου στο «Ελεύθερον Βήμα» (μετέπειτα «Το Βήμα»). «ΔΕΝ ΘΑ ΤΟΥΣ ΑΦΗΣΩΜΕ ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΝ», έγραφε στην τελευταία του ανταπόκριση, στις 3 Νοεμβρίου 1940, παραμονή του θανάτου του. Σκοτώθηκε σε μάχη στον λόφο Νεστορίου Καστοριάς.

Στην ίδια προθήκη, η δημοσιογραφική του ταυτότητα και τα τρία τελευταία του γράμματα στην οικογένεια του, συγκινούν, δημιουργούν αναστοχασμό και περισυλλογή για την περίοδο της ναζιστικής κατοχής που ακολούθησε, οδηγώντας τη χώρα στην εξαθλίωση.

«Υποκλινόμαστε ενώπιον αυτών που θυσιάστηκαν, ιδίως στους δημοσιογράφους που με την γραφίδα τους αφύπνισαν τους Έλληνες» χαιρέτησε στην παρουσίαση του διπλού αφιερώματος η πρόεδρος του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ , Μαρία Αντωνιάδου. Στους δημοσιογράφους που επιχείρησαν μέσω των παράνομων εφημερίδων και την επισιτική δράση του συλλογικού τους οργάνου, της ΕΣΗΕΑ, να αντισταθούν στον κατακτητή και να αντιμετωπίσουν τις δυσχερείς οικονομικές συνθήκες που έπλητταν τον κλάδο τους

Το «Δελτίο Απόντων» της Χριστίνας Κάλμπαρη

Συνεχίζοντας την περιήγηση, διάσπαρτα στον όροφο της Βιβλιοθήκης είναι τα έργα ζωγραφικής και τα σχέδια της Χριστίνας Κάλμπαρη με γενικό τίτλο «Δελτίο Απόντων». Δημιουργήθηκαν ειδικά για τον χώρο της Βιβλιοθήκης, με αφετηρία φωτογραφίες και κινηματογραφικά ντοκουμέντα από την Κατοχή και το Ολοκαύτωμα. Συνομιλούν με τα έργα της ενότητας «H εκδρομή» και σκιαγραφούν τη γαλήνη μιας μονοήμερης εκδρομής στη φύση, καθώς αυτή επισκιάζεται από την αδιόρατη απειλή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η ενότητα των έργων – εμπνευσμένη από τη νουβέλα της ‘Αννα Ζέγκερς «Η εκδρομή των κοριτσιών που χάθηκαν» – είχε πρωτοπαρουσιαστεί στην ομώνυμη ατομική της έκθεση στο Κέντρο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων, την άνοιξη του 2023.

Χριστίνα Κάλμπαρη
Χριστίνα Κάλμπαρη – «Δελτίο Απόντων» / Ερημιά, 2023, ακρυλικό σε καμβά, 40×50εκ.

 

«Η Κάλμπαρη δεν μας ανασυνδέει μόνο με μία από τις ένδοξες σελίδες ηρωισμού και τον βαρύ φόρο αίματος που κατέβαλε ο λαός μας. Μας παραπέμπει και στο σήμερα όπου μαίνονται κι άλλοι πόλεμοι, ο ένας στην καρδιά της Ευρώπης και μάλιστα σε τόπους όπου οκτώ δεκαετίες νωρίτερα σημειώθηκαν μερικές από τις πιο επιφανείς νίκες κατά του ναζισμού . Όπως και τότε έτσι και σήμερα , ο αναθεωρητισμός και η απόπειρα επιβολής των όπλων σπέρνουν θάνατο και δεν μπορούν παρά να αποκρουστούν από τη Δύση», είπε η υπουργός Πολιτισμού χαιρετίζοντας τα εγκαίνια της έκθεσης.

Έκδοση: «Η αντίσταση και ο Αγώνας των δημοσιογράφων για την Ελευθερία»

Στο άλλο σκέλος του αφιερώματος, η πολύτιμη έκδοση «Η αντίσταση και ο Αγώνας των δημοσιογράφων για την Ελευθερία» (εκδ. Μέλισσα) του Μορφωτικού ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ σε συνεργασία με τα Εκπαιδευτήρια Ελληνογερμανική Αγωγή, αντλεί υλικό από το Αρχείο Εφημερίδων της Βιβλιοθήκης της ΕΣΗΕΑ «Δημήτρης Ι. Πουρνάρας» και το Ιστορικό Αρχείο της Ένωσης.

Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει κείμενα δημοσιογράφων-μελών της Ένωσης σχετικά με την περίοδο 1940-1944, όπως προκύπτουν μέσα από την επεξεργασία του αρχειακού υλικού. Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζονται εφημερίδες της περιόδου του ελληνοϊταλικού πολέμου και της Κατοχής.

Η συλλεκτική έκδοση περιλαμβάνει κείμενα επτά δημοσιογράφων, μελών της Ένωσης:

  • Αλέξης Παπαχελάς – «Κοινό μέτωπο κατά του εχθρού»
  • Μαρία Καρχιλάκη – «Οι γενναίοι της κατοχικής Αθήνας»
  • Γιώτα Αντωνοπούλου – «Σχολεία στη δίνη του πολέμου και ο ρόλος του Τύπου»
  • Αντώνης Σρόιτερ – «Η Απελευθέρωση μέσα από τις σελίδες του Τύπου»
  • Χρήστος Νικολαΐδης – «Η Κλεισούρα του μετώπου»
  • Στρατής Αγγελής – «Η επισιτιστική δράση της ΕΣΗΕΑ στην Κατοχή»
  • Νίκος Κιάος – «Ο πρώτος νεκρός δημοσιογράφος του μετώπου και η διαιώνιση των ιδανικών της Αντίστασης από τους δημοσιογράφους»

Τον γενικό συντονισμό της έκδοσης είχε η Κατερίνα Λυμπεροπούλου, μέλος του ΔΣ του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο «ΜΕΛΙΣΣΑ» και πραγματοποιήθηκε με τις χορηγίες του υπουργείου Πολιτισμού, της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης και του Αθηναϊκού – Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων.

Εκτός από τους συγγραφείς του τόμου, την παρουσίαση χαιρέτησαν επίσης ο Σταύρος Σάββας, γενικός διευθυντής της Ελληνογερμανικής Αγωγής και ο Μάνος Αλχανάτης, Α΄Αντιπρόεδρος του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου Ελλάδος.

* * * * *

Πληροφορίες 

Έκθεση «Δελτίο Απόντων» της Χριστίνας Κάλμπαρη

Εγκαίνια έκθεσης: Τετάρτη 25 Οκτωβρίου, 12:00 και 19:00-21:00

Διάρκεια έκθεσης: 25 Οκτωβρίου – 14 Νοεμβρίου 2023

Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα- Τρίτη- Πέμπτη: 9:00-16:00

Τετάρτη- Παρασκευή: 9:00-19:00

Σάββατο-Κυριακή κλειστά

Η είσοδος για το κοινό είναι ελεύθερη.

Βιβλιοθήκη της ΕΣΗΕΑ «Δημήτρης Ι. Πουρνάρας»

2ος όροφος, Ακαδημίας 20, 10671 Αθήνα

τηλ: 210 3675560

Για περισσότερες πληροφορίες:

Γραμματεία Μορφωτικού Ιδρύματος ΕΣΗΕΑ |morfotiko@esiea.gr | 2103675400 

 

Αρχιτεκτονική: Η μεσαιωνική γοητεία του καθεδρικού ναού του Έξετερ

Ο καθεδρικός ναός του Έξετερ στέκεται περήφανα στο κέντρο του Έξετερ, στη νοτιοδυτική κομητεία του Ντέβον της Αγγλίας. Με ιστορία που εκτείνεται από τη ρωμαϊκή εποχή έως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο μεγάλος καθεδρικός ναός προσφέρει μια συναρπαστική εικόνα της μεσαιωνικής Βρετανίας με τα έξοχα γοτθικά χαρακτηριστικά του. Μέχρι σήμερα, ο καθεδρικός ναός του Έξετερ θεωρείται το καλύτερο παράδειγμα του διακοσμημένου γοτθικού αρχιτεκτονικού στυλ (1280-1380), ενός αγγλικού γοτθικού στυλ.

Το 1050, ο βασιλιάς Εδουάρδος ο Ομολογητής (1003-1066) έχτισε τον Καθεδρικό Ναό του Έξετερ σε μια τοποθεσία όπου προηγουμένως υπήρχαν πολλά θρησκευτικά κτίρια, μεταξύ των οποίων μια χριστιανική τοποθεσία του 5ου αιώνα, μια αγγλοσαξονική κατασκευή του 10ου αιώνα και ένας νορμανδικός καθεδρικός ναός που χρονολογείται από το 1180. Το κύριο σώμα του σημερινού καθεδρικού ναού, που ολοκληρώθηκε γύρω στο 1400, είναι σε γοτθικό ρυθμό που εισήχθη από τη Γαλλία τη δεκαετία του 1240, με πλούσιo στολισμό και διακόσμηση.

Το κτίριο υπέστη ζημιές με το πέρασμα των αιώνων, κυρίως κατά τη διάλυση των μοναστηριών, τον αγγλικό εμφύλιο πόλεμο και τον βομβαρδισμό του Έξετερ κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου,. Ωστόσο, βελτιώθηκε και ανακαινίστηκε κατά τη διάρκεια του 19ου και του 20ού αιώνα.

Ο καθεδρικός ναός του Έξετερ είναι γνωστός για την πέτρινη κατασκευή του, η οποία είναι ιδιαίτερα εμφανής στην θολωτή οροφή του καθεδρικού ναού, η οποία είναι ο μακρύτερος συνεχής μεσαιωνικός πέτρινος θόλος στον κόσμο. Η λαξευτή οροφή διαθέτει όμορφες κεφαλές στήριξης και διακοσμητικά καλύμματα, τα οποία ήταν ευδιάκριτα στη γοτθική αρχιτεκτονική. Αυτά τα στηρίγματα είναι συχνά έντονα χρωματισμένα, δείχνοντας ότι οι μεσαιωνικές εκκλησίες ήταν κάποτε γεμάτες με ζωηρά χρώματα.

Ο καθεδρικός ναός περιλαμβάνει γλυπτά στη στοά του ιεροψάλτη, παράθυρα με σπουδαία βιτρώ και ένα αστρονομικό ρολόι, τα οποία χρονολογούνται από τον 13ο και 14ο αιώνα.

The west façade is dominated by three rows of statues, which represent heaven. The bottom row shows carved angels supporting the figures above. Most of the figures in the middle row represent the kings of Judah. Statues of the apostles, the four evangelists, and prophets of the Old Testament fill the upper row. A representation of God is in the top row. Restorers discovered red paint with flecks of blue, green, and gold at the rear of the statues, confirming that they were highly colored and a most beautiful sight in the Middle Ages. (travellight/Shutterstock)
Στη δυτική πρόσοψη δεσπόζουν τρεις σειρές αγαλμάτων, τα οποία αναπαριστούν τον ουρανό. Στην κάτω σειρά υπάρχουν ξυλόγλυπτοι άγγελοι που υποστηρίζουν τις πάνω μορφές. Οι περισσότερες από τις μορφές στη μεσαία σειρά αναπαριστούν τους βασιλιάδες του Ιούδα. Τα αγάλματα των αποστόλων, των τεσσάρων Ευαγγελιστών και των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης γεμίζουν την επάνω σειρά. Μια αναπαράσταση του Θεού βρίσκεται επίσης στην επάνω σειρά. Οι αναστηλωτές ανακάλυψαν κόκκινο χρώμα με κηλίδες μπλε, πράσινου και χρυσού στο πίσω μέρος των αγαλμάτων, επιβεβαιώνοντας ότι ήταν έντονα χρωματισμένα ώστε να συνιστούν ένα πολύ όμορφο θέαμα κατά τον Μεσαίωνα. (travellight/Shutterstock)

 

The bright and airy nave of Exeter Cathedral is under a 14th century stone vault. The vault runs from the west wall of the nave to the Great East Window at the end of the quire (choir), and the large organ. Unlike churches in the Romanesque style where ribs were mainly added to support the roof, the ribs here also serve a decorative purpose, creating a beautiful pattern. (travellight/Shutterstock)
Το φωτεινό και ευάερο κεντρικό κλίτος του Καθεδρικού Ναού του Έξετερ βρίσκεται κάτω από έναν πέτρινο θόλο του 14ου αιώνα. Ο θόλος εκτείνεται από τον δυτικό τοίχο του κεντρικού κλίτους μέχρι το Μεγάλο Ανατολικό Παράθυρο στο τέλος της εξέδρας της χορωδίας και το μεγάλο εκκλησιαστικό όργανο. Σε αντίθεση με τις εκκλησίες του ρωμανικού ρυθμού όπου οι νευρώσεις προστέθηκαν κυρίως για να στηρίξουν την οροφή, οι νευρώσεις εδώ εξυπηρετούν επίσης διακοσμητικό σκοπό, δημιουργώντας ένα όμορφο μοτίβο. (travellight/Shutterstock)

 

A closer look at the magnificent vaulted ceiling of Exeter Cathedral shows how the stone vault is supported by elegant decorative ribs, which are met by round carved bosses at each end. This style of vaulting is known as a tierceron, and Exeter Cathedral is one of the most impressive examples of this style, with over 400 colored bosses, making it one of the most important collections of medieval stone carvings in England.  (DeFacto/CC BY-SA 4.0)
Μια προσεκτική ματιά στη θαυμάσια θολωτή οροφή του Καθεδρικού Ναού του Έξετερ δείχνει ότι ο πέτρινος θόλος στηρίζεται σε κομψές διακοσμητικές νευρώσεις, οι οποίες συναντώνται με στρογγυλά σκαλισμένα εξογκώματα σε κάθε άκρο. Αυτό το στυλ θόλου είναι γνωστό ως tierceron, και ο Καθεδρικός Ναός του Έξετερ είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα αυτού του στυλ, με περισσότερες από 400 χρωματιστές προεξοχές, κάτι που τον καθιστά μια από τις σημαντικότερες συλλογές μεσαιωνικών πέτρινων γλυπτών στην Αγγλία. (DeFacto/CC BY-SA 4.0)

 

At the east end of the cathedral, visitors can admire the beautiful Lady Chapel, displaying an impressive stained-glass window in the Gothic decorated style. The chapel was formerly the cathedral library, which at one time held almost 5,000 volumes. (travellight/Shutterstock)
Στο ανατολικό άκρο του καθεδρικού ναού, οι επισκέπτες μπορούν να θαυμάσουν το όμορφο παρεκκλήσι της Θεοτόκου, με ένα εντυπωσιακό βιτρώ γοτθικού στυλ. Το παρεκκλήσι ήταν παλαιότερα η βιβλιοθήκη του καθεδρικού ναού, η οποία κάποτε περιείχε σχεδόν 5.000 τόμους. (travellight/Shutterstock)

 

The Great East Window is a beautiful display of Medieval stained glass. Situated above the two arches framing the main altar of the Lady Chapel, the window depicts religious figures and prominent noble families. The elaborate window features circles, flower designs, and medieval glass depicting 19 figures and several coats of arms. (DeFacto/CC BY-SA 4.0)
Το Μεγάλο Ανατολικό Παράθυρο είναι ένα υπέροχο δείγμα μεσαιωνικού βιτρώ. Τοποθετημένο πάνω από τις δύο καμάρες που πλαισιώνουν τον κύριο βωμό του παρεκκλησίου της Θεοτόκου, το παράθυρο απεικονίζει θρησκευτικές μορφές και εξέχουσες ευγενείς οικογένειες. Το περίτεχνο παράθυρο διαθέτει κύκλους, σχέδια λουλουδιών και μεσαιωνικό γυαλί που αναπαριστά 19 μορφές και αρκετά οικόσημα. (DeFacto/CC BY-SA 4.0)

 

A balcony that projects from the north side of the nave is known as the Minstrel’s Gallery. This balcony is decorated with 12 carved angels playing musical instruments. While the purpose of this gallery is not known, it is likely to have been used by musicians. (DeFacto/CC BY-SA 4.0)
Ένας εξώστης που προεξέχει από τη βόρεια πλευρά του κυρίως ναού είναι γνωστός ως ο Εξώστης των Μενεστρέλων (μενεστρέλοι=πλανόδιοι μουσικοί). Αυτό το μπαλκονάκι είναι διακοσμημένο με 12 σκαλιστούς αγγέλους που παίζουν μουσικά όργανα. Αν και ο σκοπός αυτού του εξώστη δεν είναι γνωστός, είναι πιθανό να χρησιμοποιήθηκε από μουσικούς. (DeFacto/CC BY-SA 4.0)

 

The Grand Organ, located on the central pulpitum (a massive screen that separates the choir and the main altar) is one of the most distinctive features of Exeter Cathedral. Created by John Loosemore in 1665, the organ contains over 4,000 pipes and has adapted to the continuous musical demands of the cathedral over the last few centuries. (Karl Gruber/CC BY 3.0)
Το Μεγάλο Όργανο, που βρίσκεται στο κεντρικό άμβωνα (ένα τεράστιο παραβάν που χωρίζει τη χορωδία από την κύρια Αγία Τράπεζα), είναι ένα από τα πιο ξεχωριστά χαρακτηριστικά του Καθεδρικού Ναού του Έξετερ. Κατασκευασμένο από τον Τζον Λούζμορ το 1665, αυτό το εκκλησιαστικό όργανο περιέχει περισσότερους από 4.000 σωλήνες και έχει προσαρμοστεί στις συνεχείς μουσικές απαιτήσεις του καθεδρικού ναού κατά τη διάρκεια των τελευταίων αιώνων. (Karl Gruber/CC BY 3.0)

 

Dating from 1484, Exeter’s astronomical clock is a working model based on the solar system as it was understood at the time. The earth is in the center, represented by a fixed golden ball, with the moon and sun rotating around it. In the outer circle, a clock hand indicates the day in the lunar month and the hour of the day, as represented by the ball inside the lunar circle and the black fleur-de-lys disk representing the sun. The text below the main dial translates as “The hours pass and are reckoned to our account.” It is said that this clock is the source of the reputed English nursery rhyme “Hickory Dickory Dock.” (DeFacto/CC BY-SA 4.0)
Το αστρονομικό ρολόι του Έξετερ χρονολογείται από το 1484 και είναι ένα λειτουργικό μοντέλο βασισμένο στο ηλιακό σύστημα, όπως το αντιλαμβάνονταν εκείνη την εποχή. Η γη, που αντιπροσωπεύεται από μια χρυσή σφαίρα, βρίσκεται στο κέντρο, με τη σελήνη και τον ήλιο να περιστρέφονται γύρω της. Στον εξωτερικό κύκλο, ένας δείκτης του ρολογιού δείχνει την ημέρα του σεληνιακού μήνα και την ώρα της ημέρας, όπως αντιπροσωπεύεται από τη σφαίρα μέσα στον σεληνιακό κύκλο και τον μαύρο δίσκο με τον χρυσό κρίνο που αντιπροσωπεύει τον ήλιο. Το κείμενο κάτω από το κύριο καντράν μεταφράζεται ως εξής: «Οι ώρες περνούν και υπολογίζονται στον λογαριασμό μας». Λέγεται ότι αυτό το ρολόι είναι η πηγή του πασίγνωστου αγγλικού παιδικού τραγουδιού «Hickory Dickory Dock». (DeFacto/CC BY-SA 4.0)

 

Της Ariane Triebswetter

Επιμέλεια: Αλία Ζάε

Εκπρόσωποι Ποντιακών, Ασσυριακών και Αρμενικών Ενώσεων επισκέπτονται το υπουργείο Παιδείας

Το υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού επισκέφθηκε αντιπροσωπεία των Ποντιακών, Ασσυριακών και Αρμενικών Ενώσεων καθώς και δημοσιογράφοι από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Στόχος ήταν να μεταφέρουν αιτήματα που αφορούν τις ανάλογες κοινότητες, αλλά και να αποτυπώσουν θέματα για καίρια ζητήματα που ζητούν απαντήσεις.

Στη συνάντηση παρευρέθηκαν ο διευθυντής του υπουργού Νίκος Δημάκης, ο γενικός γραμματέας Θρησκευμάτων Γιώργος Καλαντζής και στελέχη του υπουργείου. Από την αντιπροσωπεία παρευρέθηκαν ο επ. πρόεδρος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ποντιακού Ελληνισμού (ΠΑΣΠΕ) και πρόεδρος της Ευξείνου Λέσχης Ευρωπαίων Πολιτών (ΕΛΕΠ) Στέφανος Τανιμανίδης, ο πρόεδρος της Ασσυριακής κοινότητας στην Ελλάδα Κυριάκος Μπατσάρας, εκπρόσωποι των Αρμενίων και δημοσιογράφοι.

Ο κύριος Τανιμανίδης αναφέρθηκε σε τρία ζητήματα που αφορούν τους Χριστιανικούς πληθυσμούς που ζούσαν στην ευρύτερη περιοχή της Τουρκίας και υπέστησαν διωγμούς και εν τέλει γενοκτονία από τους Τούρκους.

Το πρώτο ζήτημα που τέθηκε αφορά τη μεταφορά της ιστορίας του Ποντιακού και Παρευξείνιου Ελληνισμού στην Ελληνική εκπαίδευση, καθώς τα γεγονότα που συνέβησαν δεν είναι αποτυπωμένα στα Ελληνικά βιβλία και συνεπώς δεν αναλύονται επαρκώς.

Το δεύτερο αφορά το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο και το Τμήμα Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξείνιων Χωρών, το οποίο έχει ουσιαστικά υποβαθμιστεί, καθώς οι εισακτέοι έφτασαν από 90 στους 15. Παράλληλα επισημάνθηκε το ζήτημα της ποντιακής διαλέκτου, καθώς αποτελεί ιστορικό δεδομένο και υπάρχει κίνδυνος να χαθεί με την πάροδο του χρόνου.

Στο τρίτο θέμα προτάθηκε η διαδικτυακή παρακολούθηση της ποντιακής διαλέκτου από πανεπιστήμια, σχολεία και φορείς σε όλο τον κόσμο και ζητήθηκε μέσω ειδικού ευρωπαϊκού προγράμματος να υποστηριχθεί η συγκεκριμένη δράση από το υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.

Επισημάνθηκε η ύπαρξη μουσειακών κειμηλίων από τη Μονή Παναγίας Σουμελά, η οποία είναι χτισμένη μέσα σε σπηλιά σε απόκρημνη πλαγιά του όρους Μελά, στην ενδοχώρα της Τραπεζούντας στην Τουρκία. Πολλά από αυτά βρίσκονται διάσπαρτα σε διάφορα σημεία και μουσεία της Τουρκίας και θα πρέπει να επιστραφούν. Παρουσιάστηκαν στην ηγεσία του υπουργείου Παιδείας σχετικές επιστολές από την τουρκική κυβέρνηση που συμφωνούν με το σχετικό αίτημα, το οποίο θα μπορούσε να προωθηθεί άμεσα.

Προτάθηκε η έκδοση ενός βιβλίου που αφορά την ιστορία της Μονής Παναγία Σουμελά με τα ανάλογα ντοκουμέντα και φωτογραφίες από την ιστορία της σε 6 γλώσσες, ώστε να δίδεται στους χιλιάδες επισκέπτες και προσκυνητές της Μονής.

Τέλος, αναφέρθηκε η ανάγκη δημιουργίας ενός εκπαιδευτικού μουσείου για τον Ποντιακό Ελληνισμό, που θα μπορούσε να συλλέξει όλο εκείνο τον πλούτο των εκδόσεων και συγγραμμάτων που υπάρχει, ώστε να βρίσκεται συγκεντρωμένο σε ένα σημείο.

Από την πλευρά του ο πρόεδρος της Ασσυριακής κοινότητας στην Ελλάδα Κυριάκος Μπατσάρας, επεσήμανε τη σημασία των Χριστιανικών πληθυσμών που επλήγησαν από τις συνέπειες της τουρκικής βαρβαρότητας εκείνη την περίοδο.

Παράλληλα, αναφέρθηκε στην προσπάθεια μεταλαμπάδευσης στη νεότερη γενιά της Ασσυριακής διαλέκτου, ώστε να διατηρηθεί και να μη χαθεί, με εξιδεικευμένες σπουδές σε πανεπιστημιακό επίπεδο, για το οποίο υπήρξε ενδιαφέρον από το υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού.

Από την πλευρά του υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, ο γενικός γραμματέας Θρησκευμάτων Γιώργος Καλαντζής αναφέρθηκε σε ένα Διεθνές Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στην Καλαμάτα πριν από ένα χρόνο με θέμα «Η εποχή της καταστροφής και το τέλος της συνύπαρξης: απελάσεις, εκτοπίσεις και γενοκτονίες, 1912-1924». Στο Συνέδριο αυτό διαπιστώθηκαν τα θέματα που αφορούσαν τη συνολική πολιτική εξόντωσης όλων των χριστιανικών πληθυσμών που υιοθετήθηκε από τους Τούρκους, ενώ αναλύθηκαν τα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα. Όπως τόνισε ο γενικός γραμματέας είναι σημαντικό να αναδειχθεί η γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της περιόδου 1914-1922 ως ένα σημαντικό γεγονός σε διεθνές επίπεδο.

Στα θέματα που έθεσε ο κύριος Τανιμανίδης απάντησε ότι θα ερευνηθούν και θα δοθούν οι κατάλληλες απαντήσεις, πάντα με θετικό και υποστηρικτικό πνεύμα.

Όσον αφορά τα εκπαιδευτικά ζητήματα του Ποντιακού Ελληνισμού παρουσίασε τη δημιουργία μιας σειράς σεμιναρίων αφιερωμένων αποκλειστικά στο συγκεκριμένο θέμα, με σκοπό τη δημιουργία του «φακέλου του εκπαιδευτικού» που θα περιλαμβάνει όλα εκείνα τα στοιχεία που αφορούν το σχετικό ζήτημα, με στόχο να δημιουργηθούν εξιδεικευμένοι επιστήμονες για να διατηρηθεί και να διευρυνθεί το ποντιακό στοιχείο.

Ήδη στο Α΄ Διαδικτυακό Σεμινάριο που πραγματοποιήθηκε συμμετείχαν 601 εκπαιδευτικοί από όλη την Ελλάδα και το ενδιαφέρον για τη συνέχισή του ήταν πολύ μεγάλο. Χαρακτηριστικά ο ΓΓ ανέφερε ότι «σε κανένα άλλο σεμινάριο που πραγματοποίησε το Υπουργείο δεν συμμετείχαν τόσο πολλοί εκπαιδευτικοί».

Για το σκοπό αυτό υπογράφηκε Μνημόνιο Συνεργασίας μεταξύ της γενικής γραμματείας Θρησκευμάτων του υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού με την Έδρα Ποντιακών Σπουδών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου, που είναι ένα από τα εγκυρότερα Think Tank παγκοσμίως όπως ανέφερε ο γενικός γραμματέας.

Γνωρίζοντας ο ίδιος πολλές λεπτομέρειες για τα ζητήματα που αφορούν τους πληθυσμούς και τις αντίστοιχες κοινότητες και μέσα από τις προηγούμενες ενέργειες του, απέδειξε τη βαθιά γνώση και εμπειρία που έχει για τα σχετικά θέματα.

Τέλος ο γενικός γραμματέας επέδωσε ως δώρο το βιβλίο με τίτλο “The Black Book of the persecutions and martyrdom suffered by Hellenism in Turkey 1914-1918”, το οποίο είναι η μετάφραση σε Αγγλικά και Γαλλικά, με κείμενα και φωτογραφίες, της «Μαύρης Βίβλου» της Γενοκτονίας 1914-1918 του Ελληνισμού από τους Τούρκους.

Ο Νίκος Δημάκης, διευθυντής του υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού κου Πιερρακάκη, εκπροσωπώντας τον, παρουσίασε τις θέσεις και το ενδιαφέρον του υπουργείου και προσωπικά του υπουργού για το θέμα και τη στήριξη που θα παρέχει στις δράσεις που θα αναπτυχθούν.

‘Οσον αφορά την πρόταση που τέθηκε για το θέμα του Εκπαιδευτικού Μουσείου για τον Ποντιακό Ελληνισμό, δήλωσε τη στήριξή του για την ανεύρεση ειδικού χώρου για να στεγασθούν υπό κατάλληλες συνθήκες.

Πρότεινε την ψηφιοποίηση των βιβλίων και συγγραμμάτων που ήδη υπάρχουν και τη δημιουργία ειδικού ψηφιακού περιβάλλοντος μεικτής πραγματικότητας (Mixed Reality AR-VR) που θα αποτυπώνει τις εικόνες και το περιεχόμενο με τέτοιο τρόπο, ώστε η προβολή τους να γίνεται είτε στο χώρο του μουσείου είτε διαδικτυακά μέσω ειδικών εφαρμογών.

Η εν λόγω συνάντηση αποτελεί μέρος των ευρύτερων συναντήσεων με στόχο την εξακτίνωση του θέματος της Γενοκτονίας των Χριστιανικών πληθυσμών στην Τουρκία την περίοδο 1914-1922, με σκοπό να υπάρξει ανάλογο ψήφισμα από την Ευρωβουλή.

Στο πλαίσιο αυτών των δράσεων, τον Μάρτιο του 2023, πραγματοποιήθηκε επίσκεψη της αντίστοιχης αντιπροσωπείας πλαισιωμένης από 10 δημοσιογράφους ΜΜΕ της Αθήνας και Περιφέρειας στις Βρυξέλλες.

Στις συναντήσεις που είχαν με Έλληνες και ξένους Ευρωβουλευτές, δέχτηκαν την πλήρη στήριξή τους, ενώ χαρακτηριστικά ο πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος Μάνφρεντ Βέμπερ, δήλωσε τη στήριξή του και έκλεισε αναφέροντας χαρακτηριστικά τη φράση «ποτέ ξανά».

Σύμφωνα με τον κύριο Τανιμανίδη, ετοιμάζονται νέες δράσεις για το διάστημα του επόμενου έτους τόσο σε Ευρώπη όσο και σε ΗΠΑ, έχοντας πάντα ως στόχο τόσο τη μεγιστοποίηση του θέματος της Γενοκτονίας των Χριστιανικών πληθυσμών από την Τουρκία όσο και την επικύρωση ανάλογου ψηφίσματος τόσο από την Ευρωβουλή όσο και από την Αμερικάνικη Γερουσία.

Του Πάνου Οπλοποιού

Το Γκάζι κάποτε – όταν οι άνθρωποι εύχονταν να προλάβουν να συνταξιοδοτηθούν…

«… Πίσω από τις δύο κεντρικές αγορές στα στενά δρομάκια του Γκαζιού, όπου άλλοτε γινόταν εμπόριο χασίς και σάρκας, βασιλεύει τώρα βαθιά ησυχία. Η παλιά συνοικία μοιάζει σχεδόν με νεκρούπολη. Μια λυπημένη γρηούλα, τσαπατσούλα, με τα λιγδωμένα μαλλιά της άνω – κάτω, σέρνεται πηγαίνοντας να ψωνίσει, σαν να πήγαινε στην ίδια της την κηδεία […] Εδώ αναστενάζουνε οι πέτρες και οι ιδέες κι από τη σκόνη σταματάει σχεδόν η αναπνοή των ανθρώπων, εδώ στα προπύλαια του Γκαζιού, στη σκονισμένη νεκρούπολη…» – Εφ. «Ελευθερία», 15/10/1961.

Ο -αείμνηστος πλέον- λογοτέχνης και δημοσιογράφος Μίνως Αργυράκης περιγράφει τα πέριξ τού άλλοτε ζωηρού Γκαζιού. Η γειτονιά του εργοστασίου, που κάποτε, στο δεύτερο μισό του 19ου αι. και για κάμποσο καιρό από τον 20ό συντηρούσε νοικοκυραίους, γυρολόγους, πόρνες και εμπόρους «πάσης φύσεως», βιώνει την απόλυτη αποκαθήλωση και προκαλεί θλίψη. Γιατί, βλέπεις, τότε που οι ανάγκες της ζωής δεν απαιτούσαν κάτι περισσότερο από μία υποφερτή καθημερινότητα με γεμάτο τσουκάλι, ο καθείς πορευόταν με τον δικό του τρόπο και δεν πολυενοχλούσε τον πλαϊνό.

Σε μία έξαρση του αστείρευτου ποιητικού οίστρου του, ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης θα διηγηθεί: «Αγνοώ τελείως τι είναι το Γκάζι. Αλλά θυμάμαι την ευχάριστη ταραχή μου όταν περνούσα κοντά στη μαντρωμένη περιοχή του […] Θυμάμαι τις αποθήκες και τα κελάρια που μύριζαν αράχνες και γκάζι. Αυτή η μυρωδιά μού θυμίζει πάντα τη λαθραία είσοδο των ναυτών ή των στρατιωτών, για να συναντήσουν τη Ζαμπέτα, την Κατίνα και την Αφροδίτη, όταν απουσίαζαν τ΄ αφεντικά και τα μικρά παιδιά δεν καταλάβαιναν τίποτε, όταν οι δούλες μετατρέπονται για λίγες ώρες σε… ιερόδουλες».

Περιδιάβαζες τότε τον τόπο και «σκόνταφτες» σε χαμόσπιτα με μπουγάδες απλωμένες στα στενά δρομάκια, νοικοκυρές καθισμένες στ’ ασβεστωμένα κεφαλόσκαλα με τον απογευματινό τούρκικο στο χέρι, ξεσαλωμένα πιτσιρίκια που πηδούσαν με μανία μισοχαλασμένες μάντρες και λακκούβες γεμάτες βρόμικο νερό, κορίτσια ολόδροσα που σήκωναν τη φούστα επιδεικνύοντας την… πραμάτεια τους στον περαστικό ξένο και τις Κυριακές, καχεκτικές και μπαμπάτσικες φοραδίτσες προς πώληση που περίμεναν τον πελάτη στο περίφημο γαϊδουροπάζαρο της οδού Ιάκχου. Ύστερα, το φωταέριο καταργήθηκε, το εργοστάσιο έκλεισε, η γειτονιά μαράζωσε, έχοντας στο μεταξύ μεγαλώσει γενιές παιδιών.

Μια νέα συνοικία γεννιέται…

Αθήνα, δεύτερο μισό του 19ου αι. Σαν μάννα εξ ουρανού υποδέχεται η νέα πρωτεύουσα τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των ξένων κεφαλαιούχων. Η Αθήνα, η Ελλάδα ολόκληρη, δεν είναι παρά ένα μεγάλο χωριό που τρεκλίζει στα πρώτα του βήματα προς τον δυτικό πολιτισμό, φορώντας ακόμα τα «τερλίκια» (τουρκ. terlik-παντόφλα) των πάλαι ποτέ κραταιών Οθωμανών. Ένα εντυπωσιακό επενδυτικό βήμα στη νεότευκτη ελληνική πρωτεύουσα έχει κάνει το 1852 η εταιρεία A. Wrampe & Co ιδρύοντας, στην περιοχή της Πειραιώς, μεγάλο εργοστάσιο μεταξιού και ανοίγοντας την πόρτα του παρθένου τόπου σε όλες τις τεχνολογικές καινοτομίες της Δύσης. Αυτή την εποχή η Αθήνα -και όχι μόνον- φωτίζεται με λαδοφάναρα. Τοποθετημένα στην κορυφή ενός σιδερένιου στύλου, όπως περιγράφει ο ιστορικός Ελευθέριος Σκιαδάς, «χρησιμεύουν ως φάρος για τους ηρωικούς διαβάτες, που ριψοκινδυνεύουν τις νύχτες στα σοκάκια και τα καλντερίμια της πόλης». Η ύπαρξή τους είναι άμεσα συνδεδεμένη με τους φανοκόρους, που πληρώνονται από το κράτος για να τα ανάβουν με τη δύση του ηλίου και να τα σβήνουν με την ανατολή. Καθώς μάλιστα εξηγεί στα κατάστιχά του, ο δήμαρχος Αθηναίων, Δ. Γ. Σκουζές, ο φανοκόρος δεν είναι κανένας αμόρφωτος άνθρωπος… Κάθε άλλο. Επειδή η δουλειά αυτή γίνεται το σούρουπο όταν ανάβει τους φανούς και τα ξημερώματα όταν τους σβήνει και μένει έτσι ελεύθερη όλη η μέρα, έχουν φροντίσει κι έχουν τοποθετήσει παιδιά πτωχών οικογενειών ή επαρχιωτόπουλα, που σπουδάζουν στο γυμνάσιο ή το πανεπιστήμιο…

Γεννημένος στα χρόνια του Όθωνα, ο Γεώργιος Δροσίνης περιγράφει τα μικράτα του: «Από το παράθυρο προσμέναμε κάθε βράδυ μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει να ιδούμε και το άναμμα του μεγάλου κρεμαστού φαναριού του δρόμου». Κι έπειτα «…ψηλά στο πλάι της καμαρωτής εξώπορτας κρέμονταν ένα μεγάλο φανάρι από μακρύ σιδερένιο κοντάρι καρφωμένο στον τοίχο και κάθε βράδυ ερχόταν και ένας άνθρωπος ψηλός, αμίλητος, κουκουλωμένος σα μάγος του παραμυθιού, μ’ ένα μακρύ σίδερο στα χέρια κι ένα τενεκεδένιο ροΐ γεμάτο λάδι. Με το σίδερο ξεγάντζωνε και κατέβαζε το φανάρι και αφού το γέμιζε λάδι και το καθάριζε με ένα πανί, το άναβε και το ανέβαζε πάλι ψηλά για να φέγγει τον δρόμο… ».

Όχι ότι διαφέρουν πολύ οι άλλες χώρες της Ευρώπης. Κάπως έτσι φωτίζουν κι εκείνες τις νύχτες τους. Άλλωστε, η βιομηχανική παραγωγή φωταερίου στην Αγγλία και τη Γαλλία, όπου άλλωστε έχει ανιχνευτεί και η δυνατότητα καύσιμου αερίου από οργανικές ουσίες, όπως το κάρβουνο ή το ξύλο, έχει ξεκινήσει στο γύρισμα του αιώνα με μικρές μονάδες που εγκαθίστανται πρώτα σε μεγάλα εργοστάσια, παρέχοντάς τους φως και θερμότητα για τη διαδικασία παραγωγής. Ώσπου να δημιουργηθούν οι εγκαταστάσεις φωταερίου για τις ανάγκες των οικιστικών ιστών θα περάσουν δεκαετίες. Το 1821 φωτίζονται οι βρετανικές πόλεις-κόμβοι και σε πέντε χρόνια το φωταέριο απλώνεται σε όλη τη γηραιά Αλβιώνα. Μία περίπου αντίστοιχη διαδρομή ακολουθεί και στη Γαλλία. Στις δεκαετίες που θα περάσουν, το φωταέριο σαν μεταδοτική νόσος θα διατρέξει την ευρωπαϊκή ήπειρο, αλλά και την αμερικανική, και κάποτε θα έρθει και η σειρά της Ελλάδας.

Το 1862, απέναντι από το αρχαίο κοιμητήριο του Κεραμεικού, στον δρόμο που συνδέει την Αθήνα με το λιμάνι της, τον Πειραιά, καπνίζει το πρώτο φουγάρο του εργοστασίου φωταερίου της χώρας. Η μονάδα σύντομα θα μετατραπεί σε πυρήνα μίας πολύβουης κυψέλης προσφύγων ντόπιων και ξένων, που έρχονται στην πρωτεύουσα για να στήσουν εδώ τη ζωή τους και να προκόψουν. Πιάνουν δουλειά στο εργοστάσιο και χτίζουν σε κοντινή απόσταση τα φτωχικά τους. Το φωταέριο, αυτό που αργότερα θα ονομαστεί «γκάζι» και έχει ήδη ανοίξει την πόρτα για τη δημιουργία ταπεινών εργατικών σπιτιών γύρω του (Γκαζοχώρι), έρχεται ν΄ αποκρυσταλλώσει τη βιομηχανική ταυτότητα της περιοχής, το πρώτο στίγμα της οποίας έδωσε νωρίτερα το μεταξουργείο. Ο τόπος θ΄ ακολουθήσει τη μοίρα του… Μόλις πέντε χρόνια από τη δημιουργία του εργοστασίου φωταερίου, στα 200 μέτρα ολόγυρά του αναπτύσσεται μία ζώνη μικρών κατασκευαστικών μονάδων, κυρίως κεραμοποιείων. Προσελκύονται από την ευκολία που τους παρέχει το γειτονικό φωταέριο: φωτισμό και θέρμανση.

«…Στη γωνία της οδού Περσεφόνης μια μεγάλη καφασοποιία. Στο πεζοδρόμιο οι εργάτες κάθονται κατάχαμα, φοράνε καπέλα χάρτινα από εφημερίδες , σκύβουνε, καρφώνουνε, φτιάχνουνε καινούργια κασόνια…».

Με τον καιρό, η ζωή προσαρμόζεται στη χρήση του γκαζιού. Και ο κοινόχρηστος φωτισμός, αντίστοιχα. Η πρωτεύουσα έχει πια αποκτήσει φανούς, που στη βάση τους συνδέονται με το δίκτυο. Στα νέα δεδομένα ασφαλώς καλούνται να ανταποκριθούν και οι φανοκόροι («γκαζιέρηδες» επί το λαϊκότερον). Τα πιο… ζόρικα γκαζοφάναρα βρίσκονται στις εκτεθειμένες διασταυρώσεις των οδών Ορφέως & Δεκελέων, Πειραιώς & Ρουφ και Κωνσταντινουπόλεως & Ιεράς Οδού. Είναι που τόσο όταν φυσάει δυνατός αέρας (φαινόμενο όχι σπάνιο στην Αθήνα), όσο και στους βαρείς χειμώνες, που το τζάμι παγώνει, η αφή του φωτός δεν είναι εύκολη υπόθεση. Μόλις ο φανοκόρος πλησιάζει το γυαλί με το αναμμένο στουπί, εκείνο σπάει με πάταγο… Ο γκαζιέρης «περί λύχνων αφάς», όπως περιγράφει χαρακτηριστικά στο «Η Αθήνα που έφυγε» ο δήμαρχος Σκουζές, κρατώντας στο χέρι ένα μακρύ ξύλινο κοντάρι, που στην άκρη του έχει έναν διάτρητο μικρό σωλήνα με αναμμένο στουπί κι από κάτω ένα είδος γάντζου, αρχίζει σιγά σιγά από το κέντρο της πόλης να ανάβει τους φανοστάτες και τα φανάρια στον τομέα που του έχουν αναθέσει. Μέχρι να πέσει βαθύ το σκοτάδι, όλα είναι αναμμένα. Σε μερικές δεκαετίες, το νέο προϊόν έχει μπει σε όλα τα σπίτια… «Ο φωτισμός γίνεται με το γκάζι και όλα τα σπίτια γαλαζοπρασινίζουν σα να τα φωτίζουν πυγολαμπίδες… » γράφει ο Τσαρούχης.

Ιδιοκτήτες και γραμμή παραγωγής

Ο ιδρυτής της μονάδας, ο Γαλλο-ιταλός Φραγκίσκος Θεόφιλος Φεράλντι (François Théophile Laurent Feraldi) «άνθρωπος δίχως πρόσωπο» όπως θα τον αποκαλέσουν οι χρονικογράφοι των επόμενων δεκαετιών, αφού δεν κατάφεραν να εντοπίσουν ούτε μία φωτογραφία του, δεν είναι άγνωστος στους ανώτερους κύκλους της χώρας. Έφτασε στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του 1820, επί Καποδίστρια, και εγκαταστάθηκε αρχικά στο Ναύπλιο, προσδοκώντας να κάνει και αυτός, όπως και άλλοι Ευρωπαίοι επιχειρηματίες της εποχής, χρυσές επενδύσεις στην παρθένα χώρα. Όταν η πρωτεύουσα μεταφέρεται στην Αθήνα, ο Φεράλντι, ιδιοκτήτης αρκετών ταχύπλοων σκαριών, μετακομίζει στον Πειραιά, αναλαμβάνοντας τη θαλάσσια σύνδεση με λιμάνια του εξωτερικού (Τεργέστη, Λιβόρνο, Μασσαλία, Μάλτα κ.ά.) και παρέχοντας ταχυδρομικές υπηρεσίες. Στη σύμβαση που υπογράφει με το ελληνικό κράτος το 1834 σημειώνεται, μεταξύ άλλων, «ο Φεράλδης υποχρεούται να έχη εις τα υπό ελληνικήν σημαίαν ταύτα ταχύπλοα, πλοιάρχους Έλληνας και πληρώματα αποτελούμενα κατά τα δύο τρίτα εξ Ελλήνων». Τον επόμενο κιόλας χρόνο, υποβάλλει στην κυβέρνηση πρόταση για κατασκευή σιδηροδρόμου σύνδεσης της Αθήνας με τον Πειραιά. Η πρόταση θα μείνει στα… «υπό μελέτη» έως το 1857, οπότε προκηρύσσεται μειοδοτικός διαγωνισμός τον οποίο ο επιχειρηματίας κερδίζει και πέντε χρόνια μετά, καταφέρνει πράγματι να συνδέσει σιδηροδρομικά την Αθήνα με το επίνειό της. Το επιχειρηματικό του ενδιαφέρον απλώνεται σε πολλούς τομείς. Την πλούσια δραστηριότητά του καλύπτουν ακόμα και ξένες, κυρίως γαλλικές βέβαια, εφημερίδες. Ναυτιλία, σιδηρόδρομος, αγοραπωλησίες γης, ξενοδοχειακές υποδομές. Με το φωταέριο ο Φεράλντι μπαίνει και στον κύκλο της βιομηχανίας.

Τον Απρίλιο του 1857, με μία δυναμική ομιλία του στη Βουλή, ο υπουργός Εσωτερικών Δημήτριος Βούλγαρης, χαρακτηρίζει το φωταέριο «μία από τις πιο καινοτόμες επινοήσεις της εποχής, η οποία επικυρώνει το δημιουργικό πνεύμα του 19ου αι.». Η ιδέα η Ελλάδα να διαθέτει δημόσιο φωτισμό με αέριο γοητεύει τους νεοσύστατους αστικούς πληθυσμούς και, ασφαλώς, αποτελεί δόλωμα για το ενδιαφέρον των ξένων επενδυτών. Το κλίμα είναι ευνοϊκό και τον Μάιο της ίδιας χρονιάς, ταυτόχρονα με την κατασκευή του σιδηροδρόμου, ο Φεράλντι υπογράφει συμβόλαιο με τον Δήμο Αθηναίων και για ανέγερση εργοστασίου φωταερίου. Η σύμβαση δίνει στον εργολάβο προθεσμία ολοκλήρωσης του έργου σε 15 μήνες, αλλά εκείνος δεν καταφέρνει να τηρήσει τη συμφωνία και κηρύσσεται έκπτωτος. Ύστερα από πολλαπλές αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της κατασκευαστικής, ο Φεράλντι εμφανίζεται εκ νέου, αυτήν τη φορά έχοντας στο πλευρό του τέσσερεις Γάλλους μετόχους. Έχουν συστήσει στο Παρίσι μία ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία «Εταιρεία του δι’ Αερίου Φωτισμού της Πόλεως Αθηνών», η οποία, ωστόσο, δεν αναγνωρίζεται ως νόμιμη ούτε από την ελληνική, αλλά ούτε και από τη γαλλική νομοθεσία. Τα κωλύματα διαδέχονται το ένα το άλλο.

Με τούτα και με κείνα, η μονάδα εντέλει βρίσκει ανοικτή πόρτα και χτίζεται. Έως την έλευση του ηλεκτρισμού, οπότε δέχεται τους πρώτους ισχυρούς ανταγωνιστικούς κλυδωνισμούς, «διάγει βίον ανθηρόν»… Η εταιρεία «δένει τον γάιδαρό της» στην Ελλάδα για μισό αιώνα. Στην τελευταία σύμβαση που συνάπτει με το ελληνικό Δημόσιο, το 1887, της παραχωρείται το προνόμιο της 50ετούς εκμετάλλευσης.

Όπως σε κάθε μεγάλη βιομηχανική μονάδα η γραμμή παραγωγής αντανακλά το τεχνολογικό επίπεδο της εποχής, έτσι και στο εργοστάσιο φωταερίου του 19ου αι. Πρώτα πρώτα, στους κλιβάνους γίνεται η απόσταξη της πρώτης ύλης, του λιθάνθρακα, απ’ όπου εκλύεται το φωταέριο στην αρχική μορφή του. Το προϊόν διοχετεύεται στα ψυχραντήρια για να κρυώσει κι από κει μέσα από μεγάλους υπόγειους αγωγούς περνάει στη φάση του καθαρισμού του από τα ανεπιθύμητα συστατικά του, όπως η πίσσα, η ναφθαλίνη και το υδρόθειο. Έτοιμο πια κατευθύνεται για αποθήκευση προς τα αεριοφυλάκια και στον έλεγχο πίεσης πριν διανεμηθεί, μέσω δικτύου, στην πόλη. Με την είσοδο στην τεχνολογία του 20ού αι., η μονάδα επεκτείνεται με δύο μονάδες παραγωγής υδαταερίου. Πρόκειται για μία άλλη μορφή καύσιμου αερίου.

Το εργοστάσιο παράγει και παρέχει το προϊόν του και ο δήμος, ως ο έτερος εκ των συμβαλλομένων στη συμφωνία, ελέγχει (το 1866 μάλιστα και καθώς το γκάζι μπαίνει με σταθερούς ρυθμούς στη ζωή της πόλης, διαπιστώνει κακής ποιότητας φωτισμό στους κοινόχρηστους φανούς και ζητεί από την εταιρεία να διενεργεί τακτικούς ποιοτικούς ελέγχους στο προϊόν της).

«Να προλάβω να βγω στη σύνταξη…»

Το φωταέριο απασχολεί και συντηρεί έναν δραστήριο μικρόκοσμο, που σιγά σιγά κι όσο η πόλη απλώνει ενσωματώνεται κι αυτός στην αθηναϊκή κοινωνία. Έως το πρώτο μισό του 20ού αι., οι εργάτες του φωταερίου φτάνουν τους 800 και χωρίζονται στους απασχολούμενους στην παραγωγή, στους τεχνίτες, στους χημικούς επιστήμονες και στους διοικητικούς υπαλλήλους.

Αυτοί της παραγωγής, που δουλεύουν στους φούρνους με τον λιθάνθρακα περνούν πιο δύσκολα απ’ όλους. Στην συντριπτική πλειονότητά τους στεγάζονται στα σπιτάκια, που χτίζουν με τα χέρια τους περιφερειακά της μονάδας. Στήνουν τα νοικοκυριά τους, φτιάχνουν τις οικογένειές τους. Ρυπογόνος ο αέρας, κατάμαυρα από τη σκόνη του κάρβουνου και τα σοκάκια της γειτονιάς, ζήση ανθυγιεινή, αλλά εδώ στο Γκαζοχώρι, μέσα στην κάπνα από τα φουγάρα του εργοστασίου, ξετυλίγονται ζωές, γίνονται γνωριμίες και πλέκονται ειδύλλια. Εδώ ανταλλάσσουν οι άνθρωποι και το στερνό τους χαίρε. Τα σπίτια της περιοχής είναι ισόγεια με δύο δωμάτια ή στην καλύτερη περίπτωση, διώροφα με περισσότερα δωμάτια και αυλή. Σ’ αυτά τα δεύτερα κατοικούν περισσότερες από μία οικογένειες. Από το ’22 και μετά, η περιοχή θα δεχθεί έναν μεγάλο όγκο προσφύγων. Θα στριμωχτούν σε υγρές τρώγλες με ετοιμόρροπους τοίχους και περιορισμένα παράθυρα. Από τη μία, ο διαρκώς αυξανόμενος αριθμός των ανθρώπων που αναγκάζονται να εγκατασταθούν στα καπνισμένα χαμόσπιτα και από την άλλη, τα έλη στο Ρουφ και τον Βοτανικό. Η ημερήσιος Τύπος βρίθει δημοσιευμάτων για τους «πυρετούς του Γκαζοχωρίου». Για καιρό πολύ, οι υγειονομικές εκθέσεις κρατούν την περιοχή πρώτη σε κρούσματα φυματίωσης, αλλά για τους κατοίκους της περιοχής δεν υπάρχουν εναλλακτικές. Κι αφού δεν υπάρχει άλλη επιλογή, προσπαθείς να διασκεδάσεις τον πόνο σου… «Είμαστε μικρά μικράκια και μας λένε και Κοκκάκια» αναφέρεται κυνικά στο κωκ, το προϊόν του γκαζιού, ένα τραγούδι της επιθεώρησης, σε νούμερο που εκτελούν τα παιδιά του θεατρικού συγγραφέα Δημήτρη Κόκκου, στα τέλη του 19ου αι. «Άκουσα μικρό παιδί πως πολλά παιδιά -κι ίσως κι εμένα- τα πήγαιναν οι γονείς του στο Γκάζι αν είχαν πάθει κοκκύτη, για να κάνουν εισπνοές κι έτσι να προστατευτούν από την αρρώστια ή από τις συνέπειές της…» (!), καταγράφει ο Τσαρούχης.

Την άνοιξη του 1928, η εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα» δημοσιεύει: «… Να μία νέα κόλαση εντός σχεδόν της πρωτευούσης, κόλαση φρικτή, η οποία έχει αρχίσει από το 1919 και δεν τερματίζεται. Σε μία μεγάλη μάνδρα του αεριόφωτος έχουν εγκατασταθή 325 οικογένειες εκ των Ελλήνων της Ρωσίας και του Πόντου. Τα μικρά σπιτάκια, όπως του σκοπευτηρίου και του Δουργούτη, τα έχουν κατασκευάση δι εξόδων των, αλλά δεν αντέχουν πλέον να ζουν και να κοιμούνται εκεί μέσα.

»Ανάμεσα στο συνοικισμό υπάρχουν δύο αποθήκες και εκεί στεγάζονται, εκεί κυρίως δολοφονούνται, τριάντα πέντε οικογένειες. Τ’ αποχωρητήρια ελάχιστα κι εδώ, εκχειλισμένα, από παντού έρχεται η βρώμα και ο θάνατος. Οι κάτοικοι του συνοικισμού αγωνιούν και οι τριγύρω έχουν χάση την υπομονήν και την υγεία των. Μοιάζουν ανάμεσα στην μάνδρα σαν κατάδικοι και εξόριστοι, προγεγραμμένοι από την ζωήν των άλλων ανθρώπων.»

Όχι ότι η δραματική κατάσταση της περιοχής ήταν άγνωστη. Απλώς με τους πρόσφυγες έχει πια εξαθλιωθεί. Από τον προηγούμενο αιώνα, τα υγειονομικά δείγματα δεν είναι και τα καλύτερα. Άννινος και Ροΐδης, στο πρωτοποριακό σατιρικό έντυπό τους υπό τον τίτλο «Ασμοδαίος», στις 25 Αυγούστου το 1885, «σκαρώνουν»: «Να τους πης ότι πεθαίνουν χίλιοι δυο στο Γκαζοχώρι, να τους πης πως πάλι μένουν οι φρικτοί εκείνοι φόροι, να τους πης πως φόβος είνε μήπως έφθασε η ημέρα να δεχθούν και αι Αθήναι την ισπανική χολέρα».

Η ζωή τους είναι μικρή και οι γκαζοχωρίτες εργάτες το ξέρουν. Εύχονται «να ζήσουν να χαρούν τη σύνταξη», αλλά πριν, να προλάβουν να βγουν στη σύνταξη… Σ’ αυτήν την περίπτωση μάλιστα, ακολουθούν ένα μάλλον στενάχωρο τελετουργικό θριάμβου. Στην τελευταία του βάρδια πριν βγει στην εφεδρεία, οι εργάτες περιφέρουν τον συνάδελφό τους ξαπλωμένο επάνω σε μία σανίδα σαν φορείο κι αυτός με το χέρι ψηλά κρατάει το βιβλιάριο της συνταξιοδότησής του!

Ο ηλεκτρισμός εκτοπίζει το γκάζι

Το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου εκτοξεύει τις τιμές του γκαζιού και εντάσεις ανάμεσα στον δήμο και την εταιρεία. Το 1916, ο δήμαρχος Σπύρος Μερκούρης, προσπαθώντας να ελέγξει τις τιμές, μελετά πρόταση αγοράς της μονάδας από τους ξένους ιδιοκτήτες της. Αλλά το αντίτιμο είναι υπέρογκο και η πρόταση μένει στο συρτάρι. Τον επόμενο χρόνο, το φωταέριο διανέμεται με ωράριο. Διεθνείς και εσωτερικές οικονομικές συνθήκες διαμορφώνουν μία σχέση περίπου μίσους και πάθους ανάμεσα στην εταιρεία και τον δήμο. Η ένταση κορυφώνεται στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Εν τω μεταξύ, έχει προηγηθεί η ενεργοποίηση ρήτρας του συμβολαίου, σύμφωνα με την οποία ο δήμος δικαιούται ποσοστό 5% επί των ακαθάριστων κερδών της μονάδας από την εκμετάλλευση του γκαζιού και του κωκ. Το 1938 η διοίκηση του εργοστασίου περνάει στον δήμο. Η εταιρεία στην οποία υπάγεται πια το Γκάζι μετονομάζεται αρχικά σε Δημοτική Εκμετάλλευση Αεριόφωτος Αθηνών (ΔΕΑΑ) και αργότερα (1952) σε Δημοτική Επιχείρηση Φωταερίου Αθηνών (ΔΕΦΑ).

Αλλά η ζωή και η τεχνολογία προχωρούν και ο πρώτος και μεγαλύτερος εχθρός, που θα προκύψει στη διαδρομή της μονάδας, θα φέρει το όνομα «ηλεκτρισμός». Ήδη από τη δεκαετία του 1950, οι καταναλωτές γκαζιού μειώνονται και η ΔΕΦΑ βαδίζει σε αδιέξοδο. Οι εργαζόμενοι, εξάλλου, καταγγέλλουν εξαθλίωση της επιχείρησης, που συντηρείται από τον κρατικό προϋπολογισμό διευρύνοντας συνεχώς το έλλειμμά της, και ζητούν εκσυγχρονισμό. Διάφορες προτάσεις για αξιοποίηση του εργοστασίου προς Ευρωπαίους και Αμερικανούς επενδυτές πέφτουν στο κενό. Εκθέσεις ξένων εμπειρογνωμόνων προτείνουν εναλλακτικές παραγωγής και κάποια από αυτές τη μετατροπή του εργοστασίου φωταερίου και μονάδας σχάσης ναφθαερίου, ως μεταβατικού σταδίου πριν την εισαγωγή φυσικού αερίου. Αλλά στην Ελλάδα τίποτε δεν γίνεται εύκολα και αδιαμαρτύρητα… Μετά κόπων και βασάνων, ανάμεσα σε διαμαρτυρίες πότε εργαζομένων και πότε τοπικών συλλόγων και αυτοδιοίκησης, το φωταέριο, αφού σύστησε στη χώρα την παραγωγή καυσίμων αερίων, καταφέρνει εντέλει να μείνει και να μετατραπεί σε ενεργειακό πρόδρομο του φυσικού αερίου.

Ως δημοτική επιχείρηση το Γκάζι κλείνει το 1984, όταν με την πρόταση περί ναφθαερίου, η παραγωγική διαδικασία μεταφέρεται στη ζώνη του Ασπροπύργου. Οι άλλοτε ρυπαρές κυψέλες στην Πειραιώς μετατρέπονται σε εστίες πολιτισμού και ψυχαγωγίας.

«… έτσι σαν παροχή αντιδώρου, σαν εξιλέωση…»

Της Τόνιας Α. Μανιατέα

 

ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ

– «ΑΘΗΝΑ / Ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την ιστορία και τη λογοτεχνία», Θ. Γιοχάλα – Τ. Καφετζάκη (Εκδ. βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 2021)

– «Ρουφ – Βοτανικός, Γκαζοχώρι», Ζ. Ρωπαΐτου – Τσαπαρέλη (Εκδ. ΦΙΛΙΠΠΟΤΗ, Αθήνα 2004)

– «ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΦΩΤΑΕΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ – Βιομηχανικό Μουσείο Φωταερίου», Ι. Στογιαννίδη, Σ. Χατζηγώγα (Επιστημ. Επιπτεία) – (Τεχνόπολις Δήμου Αθηναίων ΑΕ, 2013)

– «λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες», Γ. Τσαρούχη (Εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, Αθήνα 1989)

– «ΠΕΡΙΓΕΛΩΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ – Οι σατιρικές εφημερίδες και το εθνικό ζήτημα (1875-1886), Λ. Λουβή (Εκδ. βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα, 2002)

Ο μύθος του Νάρκισσου στην εποχή μας

Σε πρόσφατο άρθρο του στη βρετανική Daily Telegraph, ο Τζόρνταν Μπ. Πήτερσον περιέγραψε τον πρωθυπουργό του Καναδά Τζάστιν Τρυντώ ως «ναρκισσιστή». Δεδομένης της ιδιότητας του κου Πήτερσον ως κλινικού ψυχολόγου, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι δεν χρησιμοποίησε τυχαία τον όρο. Δεν χρειάζεται να διερευνήσουμε τώρα τους λόγους για τον χαρακτηρισμό που απέδωσε στον Καναδό πρωθυπουργό, αλλά έχω παρατηρήσει ότι πρόκειται για μια κατηγορία, η οποία χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο. Γιατί όμως;

Φυσικά, κάθε ψυχολογική κατάσταση έχει επίπεδα. Κάποιος μπορεί να έχει μια ήπια, χρόνια, οξεία ή ακόμη και σοβαρή κατάσταση. Ποια είναι τα συμπτώματα – όπως ορίζονται από τη σύγχρονη ψυχιατρική – του ναρκισσισμού; Μεταξύ άλλων, η μεγαλομανία (υπερβολή των επιτευγμάτων τους), η ανάγκη για θαυμασμό, η έλλειψη ενσυναίσθησης, η αίσθηση του δικαιώματος, η χειριστική συμπεριφορά, η εύθραυστη αυτοεκτίμηση και η δυσκολία στη διατήρηση σχέσεων.

Η προέλευση του όρου

"Echo and Narcissus," 1903, by John William Waterhouse. Oil on canvas. Walker Art Gallery, Liverpool, England. (Public Domain)
Τζον Ουίλλιαμ Γουώτερχαους, «Ηχώ και Νάρκισσος», 1903. Λάδι σε καμβά. Walker Art Gallery, Λίβερπουλ, Αγγλία. (Public Domain)

 

Η έννοια του ναρκισσισμού προέρχεται από έναν ελληνικό μύθο, και όπως συμβαίνει σχεδόν με όλους τους ελληνικούς μύθους, υπάρχουν πάντα παραλλαγές. Αλλά η βασική ιστορία λέει λίγο-πολύ τα εξής: Ο Νάρκισσος ήταν ο όμορφος γιος του θεού του ποταμού Κηφισού και της νύμφης Λυριόπης. Ήταν εκπληκτικά όμορφος, έτσι ώστε μέχρι τα 16 του χρόνια είχε γίνει το αντικείμενο του έρωτα πολλών θεοτήτων και νυμφών. Όμως εκείνος δεν είχε ανταποκριθεί ποτέ.

Όταν ο Νάρκισσος ήταν ακόμη μωρό, η μητέρα του είχε πάει να δει τον τυφλό μάντη Τειρεσία, για να τον ρωτήσει αν ο γιος της θα είχε καλά γεράματα. Εκείνη την εποχή, ο Τειρεσίας δεν ήταν γνωστός ως ο μέγας μάντης και προφήτης που έμελλε να γίνει, αλλά η απάντησή του σε αυτό το ερώτημα συνετέλεσε στην εξάπλωση της φήμης του. Της είπε: «Ναι, εφόσον δεν γνωρίσει ποτέ τον εαυτό του». Αυτή η απάντηση μπέρδεψε εντελώς τη μητέρα και τους παρευρισκόμενους. Τι θα μπορούσε να σημαίνει το «εφόσον…»; Πώς «γνωρίζει κανείς τον εαυτό του»;

Μια από τις θαυμάστριες που απέρριψε ο Νάρκισσος ήταν η νύμφη Ηχώ. Η ιστορία της Ηχούς λέει ότι κάποτε απασχολούσε με κουβέντες τη βασίλισσα των θεών Ήρα, για να μην καταλαβαίνει ότι ο σύζυγος της, ο Δίας, ο βασιλιάς των θεών, διατηρούσε ερωτικές σχέσεις με διάφορες νύμφες. Ως τιμωρία, η Ήρα έκανε ένα ξόρκι στην Ηχώ ώστε να μην μπορεί να ξαναμιλήσει η ίδια, παρά μόνο να επαναλαμβάνει αυτό που κάποιος έλεγε – σαν αντίλαλος. Όταν η Ηχώ ερωτεύτηκε τον Νάρκισσο και εκείνος την απέρριψε, αυτή μαράζωσε μέχρι που το σώμα της χάθηκε και έμεινε μόνο η φωνή της: η ηχώ.

Σε αυτό το σημείο, η Νέμεσις, η θεία δίκη (ή η Άρτεμις, η αγνή κυνηγός, ή η Αφροδίτη, η θεά του έρωτα, ανάλογα με την εκδοχή) εισέρχεται στην ιστορία. Επειδή είχε περιφρονήσει τόσες φορές την αγάπη που του είχε προσφερθεί και μάλιστα με σκληρότητα και αλαζονεία, ο Νάρκισσος έπρεπε να τιμωρηθεί και να νιώσει πώς είναι να σε απορρίπτει αυτός που αγαπάς.

Μια μέρα, όταν εξαντλημένος από το κυνήγι κάθισε δίπλα σε μια λιμνούλα για να πιει λίγο νερό, τον χτύπησε με το βέλος του ο Έρωτας και τον έκανε να μαγευτεί από την αντανάκλασή του μέσα στο νερό.

Για την ακρίβεια, ερωτεύτηκε τόσο απελπισμένα την εικόνα του, που δεν μπορούσε να σταματήσει να τη θαυμάζει και να την επιθυμεί. Κάθε φορά όμως που έσκυβε να την πιάσει και να τη φιλήσει, η εικόνα χανόταν. Τελικά, αδυνατώντας να αποκτήσει το αντικείμενο του πόθου του, αλλά και ανίκανος να το αφήσει, πέθανε δίπλα στη λιμνούλα από τον καημό του.

"The Death of Narcissus," 1814, by François-Xavier Fabre. Oil on canvas. National Gallery of Australia, Canberra. (Public Domain)
Φρανσουά-Ξαβιέ Φαμπρ, «Ο θάνατος του Νάρκισσου», 1814. Λάδι σε καμβά. Εθνική Πινακοθήκη της Αυστραλίας, Καμπέρα. (Public Domain)

 

Πεθαίνοντας, αναστέναζε και έλεγε «Αλίμονο» και «μάταια», λέξεις που η Ηχώ, που ήταν πάντα κοντά του, κρυμμένη, έκανε να αντηχούν σε όλα τα γύρω δάση. Λέγεται ότι ακόμη και πηγαίνοντας στον Άδη, τον Κάτω Κόσμο, η ψυχή του κοίταζε συνεχώς την αντανάκλασή της στη Στύγα, τον ιερό ποταμό που έπρεπε να διασχίσουν οι νεκροί όταν αναχωρούν από τη γη των ζωντανών. Η εμμονή με τον εαυτό του τον είχε ακολουθήσει και μετά θάνατον. Τελικά, επέστρεψε στον κόσμο των ζωντανών μεταμορφωμένος στο γνωστό ομώνυμο λουλούδι.

Ένα μήνυμα για εμάς

"Allegory of Prudence Triumphing Over Vanity (Allegory of Faith)," between 1651–1690, by David Teniers the Younger. Oil on panel. Hermitage Museum, Saint Petersburg. (Public Domain)
Νταβίντ Τενιέ ο Νεότερος, «Αλληγορία της σύνεσης που θριαμβεύει επί της ματαιοδοξίας (Αλληγορία της πίστης)», μεταξύ 1651-1690. Λάδι σε πάνελ. Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη. (Public Domain)

 

Ίσως η πιο σημαντική πτυχή της ιστορίας είναι το γεγονός ότι (με την απολλώνια έννοια), ο Νάρκισσος δεν γνωρίζει καθόλου τον εαυτό του: Αυτό που γνωρίζει είναι μόνο αυτό που μπορεί να δει με τα μάτια του: η εικόνα του.

Όλοι μας έχουμε μια εικόνα του εαυτού μας – μια προβολή αυτού που θέλουμε να νομίζει ο κόσμος ότι είμαστε. Αλλά δεν είναι αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αληθινό εαυτό μας ή, με παλαιότερους όρους, δεν είναι η ψυχή μας. Όσο ωριμάζουμε και  γινόμαστε ολοκληρωμένα και ψυχολογικά υγιή ανθρώπινα όντα, η απόσταση μεταξύ της εικόνας μας και αυτού που είμαστε βαθιά μέσα στην ψυχή μας μειώνεται. Το να ζούμε μέσα στην αλήθεια σημαίνει ότι το πώς μας αντιλαμβάνονται οι άλλοι είναι στην πραγματικότητα το πώς είμαστε. Ελάχιστοι άνθρωποι, όμως, καταφέρνουν να φτάσουν απόλυτα σε αυτό το επίπεδο.

Η εντολή στο Μαντείο του Απόλλωνα στους Δελφούς – «γνῶθι σεαυτόν», να γνωρίσεις τον εαυτό σου – δεν σήμαινε απλώς να κατανοήσεις τον εαυτό σου ψυχολογικά, αλλά είχε και μια συγκεκριμένη πνευματική έννοια: σήμαινε να γνωρίζεις τα όριά σου. Με άλλα λόγια, να γνωρίζεις την έκταση των ικανοτήτων σου, να γνωρίζεις τη θέση σου στο κοινωνικό σύστημα, να αναγνωρίζεις ότι είσαι θνητός. Και το να γνωρίζεις ότι είσαι θνητός σημαίνει, ως ζωτικό επακόλουθο, ότι αναγνωρίζεις ότι οι θεοί είναι ανώτερα όντα και ΔΕΝ είναι θνητοί. Κατ’ επέκταση, τους οφείλουμε λατρεία και υπακοή. Πράγματι, το πιο ειδεχθές έγκλημα στην αρχαία ελληνική σκέψη ήταν το έγκλημα της ύβρεως, δηλαδή ο χλευασμός των θεών και η περιφρόνηση των θεϊκών νόμων και της θεϊκής βούλησης.

Για τον Σωκράτη, η αυτογνωσία είναι λέξη κλειδί του ανθρωπισμού, καθώς αναθέτει στον άνθρωπο το καθήκον να γνωρίζει το δικό του μέτρο χωρίς να προσπαθεί να ανταγωνιστεί τους θεούς.

Η έλλειψη ισορροπίας

"Vanity," circa 1626, by Nicolas Régnier. Oil on canvas. Museum of Fine Arts of Lyon, France. (Public Domain)
Νικολά Ρενιέ, «Ματαιοδοξία», γύρω στο 1626. Λάδι σε καμβά. Μουσείο Καλών Τεχνών της Λυών, Γαλλία. (Public Domain)

 

Όπως και να έχει, όμως, υπάρχει ένα άλυτο πρόβλημα. Είτε θεωρούμε τον Νάρκισσο ως κάποιον που δεν γνώριζε τον εαυτό του με την έννοια ότι δεν καταλάβαινε τα όριά του και έτσι παρενέβαινε στη θεία τάξη και διέπραττε ύβρη αποδίδοντας στον εαυτό του τη λατρεία που πρέπει στους θεούς είτε τον θεωρούμε ως κάποιον που έβλεπε μόνο επιφανειακά τα πράγματα, ανίκανο να καταλάβει την ψυχή του, ώστε να κυριαρχείται ολοκληρωτικά από την επιφάνεια, το υλικό και το προφανές (δηλαδή από το μη πνευματικό), είτε έτσι είτε αλλιώς βλέπουμε κάποιον που είναι καταδικασμένος στη θλίψη και την απόλυτη απελπισία. Δεν μπορεί ποτέ να έχει αυτό που τόσο απεγνωσμένα ποθεί, αφού αυτό που ποθεί είναι πέρα από τα όρια της ανθρώπινης δυνατότητας.

Ένα δευτερεύον σημείο σχετίζεται με το δεύτερο αξίωμα του Μαντείου των Δελφών: «Μηδέν ἄγαν», δηλαδή, να αποφεύγουμε τα άκρα, τις ακρότητες. O Νάρκισσος ήταν ολωσδιόλου απορροφημένος με τον Εαυτό του, αποκλείοντας όλους τους Άλλους. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο του μύθου είναι ότι μας παρουσιάζει την άλλη όψη του ίδιου ακριβώς πάθους στην Ηχώ, η οποία είναι εντελώς απορροφημένη από τον Άλλον (τον Νάρκισσο) εις βάρος της δικής της ύπαρξης. Έτσι, μετατρέπεται σε αντίλαλο, στη σκιά μιας έτερης προσωπικότητας, εν τέλει της ίδιας της πραγματικότητας.

Έτσι, κατά κάποιον τρόπο, οι δύο αυτές μυθολογικές μορφές αναπαριστούν την ίδια έλλειψη ισορροπίας στην αντίθετη εκδήλωσή της, θυμίζοντας μέχρι ένα σημείο τις αντίρροπες και συμπληρωματικές δυνάμεις του γιν και του γιανγκ. Συνδυασμένοι, ίσως, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα υγιές, ακέραιο άτομο, αλλά αυτό δεν έγινε και δεν θα μπορούσε να γίνει ποτέ.

Μια ναρκισσιστική εποχή

The painting depicts all of mankind, from emperor to the peasants, being obsessed with straw—a metaphor for worthless pursuits. "Allegory of the Vanity of the World," 16th century, from the workshop of Gillis Mostaert. Oil on panel. The Louvre Museum, Paris. (Public Domain)
Ο πίνακας απεικονίζει όλη την ανθρωπότητα, από τον αυτοκράτορα μέχρι τους αγρότες, να έχουν εμμονή με το άχυρο – μια μεταφορά για τις άχρηστες ασχολίες. «Αλληγορία της ματαιότητας του κόσμου», 16ος αιώνας, από το εργαστήριο του Φλαμανδού Χίλλις Μόστερτ. Λάδι σε πάνελ. Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι. (Public Domain)

 

Στη δεύτερη παράγραφο του παρόντος, αναφέρθηκαν επτά συμπτώματα του κλινικού ναρκισσισμού. Το πρώτο ήταν η μεγαλομανία, που κάνει τον άνθρωπο να υπερβάλλει για τα επιτεύγματά του και να προβάλλει τα πράγματα που κάνει, αντί αυτού που είναι. Δηλαδή, η έμφαση μεταφέρεται από τις ιδιότητες και τις αρετές του ατόμου στις πράξεις του, κάτι που χαρακτηρίζει την εποχή μας, που φαίνεται να έχει απαρνηθεί τις αρχές ως στοιχείο μιας ανθρώπινης προσωπικότητας, η οποία καθορίζεται όλο και περισσότερο από την εικόνα της. Με άλλα λόγια, όπως και στην περίπτωση του Νάρκισσου, η εξωτερική μορφή έχει επιβληθεί στις κοινωνικές σχέσεις και ως κριτήριο αξίας, παραγκωνίζοντας την εσωτερική ποιότητα.

Αναφέρθηκε επίσης η αυξανόμενη χρήση του όρου ναρκισσιστής, που συνοδεύει και τις αυξανόμενες εκδηλώσεις του. Γιατί τι άλλο είναι τα σχέδια και οι δραστηριότητες υπερβάλλουσας αρετής και ζήλου που επιδεικνύουν ορισμένα νέα κινήματα, εκτός από βαθιές μορφές ναρκισσισμού;

Η επιθυμία να αλλάξουμε τον κόσμο, να τον κάνουμε καλύτερο, να επιβάλλουμε τις πεποιθήσεις μας (πόσο σίγουροι είμαστε για το δίκαιο!), δεν είναι και αυτά ορισμένες μορφές ναρκισσισμού και ύβρεως, που αρνούνται τα ανθρώπινα όρια και την ορισμένη τάξη πραγμάτων και προσπαθούν να τα υπερβούν; Η εξίσωση των πολλαπλών ανθρώπινων μοναδικοτήτων, η απόρριψη της διαφοροποίησης των φύλων, λες και η φύση δεν έχει λόγο στο θέμα, η πεποίθηση ότι εμείς οι άνθρωποι ρυθμίζουμε τη θερμοκρασία της Γης και ούτω καθ’ εξής, δεν αποτελούν ενδείξεις μιας ναρκισσιστικής κοινωνικής στάσης;

Ο ναρκισσισμός είναι μια βαθιά και εξουθενωτική κατάσταση. Παρά το ότι γεννιόμαστε όμορφοι μέσα στην αθωότητά μας, η υπερηφάνεια και η αλαζονεία που αναπτύσσουμε προκαλούν την πτώση μας αργά ή γρήγορα. Με τον καιρό, όπως και στην περίπτωση του Νάρκισσου, η Νέμεσις θα έρθει αναπόφευκτα.

Του James Sale

Επιμέλεια: Αλία Ζάε