Πέμπτη, 07 Μαΐ, 2026

Η πώληση των λιμανιών του Παναμά σε αμερικανικά συμφέροντα οξύνει την κινεζική αντίδραση

Η πρόσφατη απόφαση της CK Hutchison Holdings να πουλήσει τα λιμάνια της στον Παναμά σε κοινοπραξία υπό την ηγεσία της αμερικανικής Black Rock έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση της κινεζικής κυβέρνησης και των κρατικών μέσων ενημέρωσης, στέλνοντας τις μετοχές της εταιρείας που έχει έδρα στο Χονγκ Κονγκ σε απότομη πτώση. Η συμφωνία, αξίας 22,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων, περιλαμβάνει την πώληση 43 λιμανιών σε 23 χώρες, συμπεριλαμβανομένων των δύο στρατηγικών λιμανιών στη Διώρυγα του Παναμά.

Η κινεζική κρατική εφημερίδα Ta Kung Pao και ο κρατικός ραδιοτηλεοπτικός σταθμός CCTV επέκριναν τη συμφωνία, χαρακτηρίζοντάς την ως «παράδοση μαχαιριού σε αντίπαλο» και κατηγορώντας τη CK Hutchison για «κερδοσκοπία» και «προδοσία» των εθνικών συμφερόντων της Κίνας και του κινεζικού λαού. Το άρθρο αυτό αναδημοσιεύθηκε από επίσημες κινεζικές κυβερνητικές ιστοσελίδες, υπογραμμίζοντας τη σοβαρότητα με την οποία το Πεκίνο αντιμετωπίζει την υπόθεση. Ως εταιρεία του Χονγκ Κονγκ, η CK Hutchison θα έπρεπε να είναι προσεκτική σχετικά με το πώς χειρίζεται συμφωνίες που θα μπορούσαν να βλάψουν το εθνικό συμφέρον της Κίνας, ανέφερε η ανάρτηση από τον λογαριασμό Yuyuantantian στην πλατφόρμα κοινωνικών μέσων Weibo.

Ωστόσο, λίγα λεπτά μετά τη ζωντανή μετάδοση, η ανάρτηση είχε εξαφανιστεί. Όποιος κι αν είναι ο λόγος για τη διαγραφή της ανάρτησης, υπογραμμίζει την κάθετη αντίθεση της Κίνας στη συμφωνία, και τελικά κατάφερε να γίνει επανεξέταση της συναλλαγής.

Επίσης, το Reuters ανέφερε την Παρασκευή ότι η CK Hutchinson έχει καθυστερήσει μέρος της διαδικασίας πώλησης, αν και πηγές ανέφεραν ότι η συμφωνία δεν έχει ακυρωθεί. Στην πρόσφατη δήλωση κερδών της, η CK Hutchison δεν έκανε καμία αναφορά στη συμφωνία για τα λιμάνια, αν και είπε ότι «οι γεωπολιτικές και εμπορικές εντάσεις έχουν αυξηθεί […] σημαντικά».

Η οριστική τεκμηρίωση της συμφωνίας αναμένεται να ανακοινωθεί στις 2 Απριλίου, ωστόσο, η παρεμβολή του Πεκίνου για να αποτρέψει την πώληση έχει δημιουργήσει μία νέα συνθήκη.

Στις 28 Μαρτίου, η Κρατική Διοίκηση για τη Ρύθμιση της Αγοράς της Κίνας ανακοίνωσε την έναρξη έρευνας για πιθανές παραβιάσεις των κινεζικών αντιμονοπωλιακών νόμων.

Η κρατική Cosco Shipping Ports ενδέχεται να αναλάβει την εξαγορά κάποιων από τα λιμάνια που προορίζονταν για την BlackRock. H Hutchison σχεδιάζει να πουλήσει λιμάνια σε περιοχές όπου η Cosco εξετάζει επενδύσεις όπως η Νοτιοανατολική Ασία, η Λατινική Αμερική και η Αφρική.

Η κινεζική κυβέρνηση είναι σαφής στην απαίτησή της να ευθυγραμμιστούν οι επιχειρήσεις του Χονγκ Κόνγκ με το Πεκίνο « το οποίο δεν φαίνεται πια να διατηρεί τον ημιαυτόνομο χαρακτήρα του» όπως επεσήμανε και ο Steve Vickers, CEO της εταιρίας διαχείρισης ρίσκου Steve Vickers Associates. Μια τέτοια στοχοποίηση ενδέχεται να δημιουργήσει ανησυχίες για το μέλλον και άλλων μεγάλων εταιρειών του Χονγκ Κονγκ δεδομένης της στρατηγικής τους σημασίας, που λειτουργούν ως ενδιάμεσοι μεταξύ Κίνας και Δύσης όπως οι HSBC,Swire, China Light & Power (CLP) και Jardine Matheson.

Η αντίδραση της Κίνας δεν περιορίζεται μόνο στη συγκεκριμένη συμφωνία. Αναλυτές εκτιμούν ότι η κινεζική δυσαρέσκεια για την πώληση των λιμανιών του Παναμά μπορεί να επηρεάσει και άλλες επιχειρηματικές συμφωνίες μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών, όπως η πιθανή πώληση των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων της Tik Tok, που ανήκει στην κινεζική εταιρεία ByteDance. Η κινεζική κυβέρνηση φαίνεται να υιοθετεί μια πιο επιθετική στάση απέναντι σε πιέσεις για εκποιήσεις περιουσιακών στοιχείων σε αμερικανικά συμφέροντα, γεγονός που μπορεί να περιπλέξει περαιτέρω τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο χωρών.

Το Πεκίνο θεωρεί ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να εξαναγκάσει κινεζικές επιχειρήσεις να αποχωρήσουν από στρατηγικές θέσεις, είτε πρόκειται για λιμάνια είτε για τεχνολογικές πλατφόρμες.

Η σκληρή στάση της Κίνας δείχνει ότι πιθανότατα θα επιχειρήσει να δυσκολέψει αντίστοιχες συμφωνίες στο μέλλον, ασκώντας οικονομικές και πολιτικές πιέσεις για να διατηρήσει τον έλεγχό της σε κρίσιμες υποδομές και αγορές.

Η ακύρωση της ανάπλασης της Πειραϊκής: Δικαιοσύνη ή χαμένη ανάπτυξη;

Ο Πειραιάς, μια πόλη με πλούσια ιστορία και στρατηγική σημασία, έχει μετατραπεί σε αντικείμενο αντικρουόμενων συμφερόντων και πολιτικών σκοπιμοτήτων. Οι αποφάσεις για την ανάπτυξή του μοιάζουν να κινούνται περισσότερο από επιδιώξεις φορέων και επενδυτών παρά από τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών.

Η αστική του ανάπτυξη, οι επενδύσεις στις υποδομές και οι πολεοδομικές παρεμβάσεις μοιάζουν να μην καθορίζονται από μια ενιαία στρατηγική, αλλά αντίθετα να επηρεάζονται από συγκρούσεις και διαπραγματεύσεις ισχυρών παιχτών.

Η πρόσφατη ακύρωση

Η ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου ακύρωσε τον διαγωνισμό για την ανάπλαση της Πειραϊκής, δικαιώνοντας τις νομικές και κοινωνικές αντιδράσεις που είχαν προκληθεί από τη διακήρυξη του έργου. Με συνολικό προϋπολογισμό 25 εκατομμύρια ευρώ, το έργο είχε προκαλέσει έντονες συζητήσεις σχετικά με τη διαφάνεια, τη χρησιμότητά του για την τοπική κοινωνία και τον σεβασμό του φυσικού και αρχαιολογικού τοπίου.

Οι λόγοι της ακύρωσης

Η απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου βασίστηκε σε σοβαρές ενστάσεις για τη διαδικασία ανάθεσης, καθώς κρίθηκε ότι υπήρξε έλλειψη διαφάνειας και ίσης μεταχείρισης των διαγωνιζομένων. Στην πράξη, η σύμβαση κατέληξε σε μία μόνο εταιρεία, γεγονός που δημιούργησε υπόνοιες για ευνοϊκή μεταχείριση.

Επιπλέον, η ολομέλεια δεν πείστηκε για την αναγκαιότητα του κόστους των 25 εκατομμυρίων ευρώ για την ανάπλαση μιας περιοχής μόλις 2,5 χιλιομέτρων. Οι παρεμβάσεις που περιλαμβάνονταν – διαπλάτυνση πεζοδρομίων, επισκευή αγωγών όμβριων υδάτων και αισθητικές αλλαγές – θεωρήθηκαν υπερκοστολογημένες, χωρίς τεκμηριωμένη απόδειξη ότι ανταποκρίνονται στις ανάγκες των πολιτών.

Η ακύρωση της ανάθεσης ήταν αποτέλεσμα και των έντονων αντιδράσεων που είχαν προηγηθεί από το Παρατηρητήριο Πειραϊκής και δημοτικές παρατάξεις της αντιπολίτευσης. Οι δημόσιες συγκεντρώσεις στον Σταυρό της Πειραϊκής ανέδειξαν τη δυσαρέσκεια των κατοίκων, οι οποίοι ζητούσαν ουσιαστική διαβούλευση και όχι αποφάσεις ερήμην της τοπικής κοινωνίας.

Οι βασικότερες ενστάσεις που είχαν διατυπωθεί περιελάμβαναν: τη σκοπιμότητα του έργου, καθώς φάνηκε να εξυπηρετεί πρωτίστως τα συμφέροντα της κρουαζιέρας, την αισθητική και αρχαιολογική αλλοίωση της περιοχής, την περιβαλλοντική επιβάρυνση με την κοπή 28 δέντρων και την αντικατάστασή τους από χαμηλή βλάστηση, την ανεπαρκή αιτιολόγηση των 241 νέων θέσεων στάθμευσης στην ακτή Θεμιστοκλέους κ.ά.

Ο Πειραιάς στο σταυροδρόμι των συμφερόντων

Ο Πειραιάς, ως το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας και μία από τις σημαντικότερες πύλες της Ευρώπης, έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ διαφορετικών οικονομικών, πολιτικών και επιχειρηματικών συμφερόντων.

Η πρόσφατη ακύρωση του διαγωνισμού για την ανάπλαση της Πειραϊκής δεν είναι παρά ένα ακόμα επεισόδιο σε αυτή τη διαμάχη.

Αυτό το μοτίβο δεν είναι καινούργιο. Η ιστορία του Πειραιά βρίθει από παραδείγματα όπου αποφάσεις για έργα και παρεμβάσεις λαμβάνονταν ερήμην των κατοίκων, είτε για να εξυπηρετηθούν επιχειρηματικά συμφέροντα είτε για να προωθηθούν πολιτικές επιδιώξεις.

Η ιδιωτικοποίηση του λιμανιού, η συνεχιζόμενη επέκταση των δραστηριοτήτων της Cosco, οι αλλαγές στο κυκλοφοριακό μοντέλο της πόλης και οι πολεοδομικές παρεμβάσεις γίνονται συχνά αντικείμενο αντιπαράθεσης ανάμεσα σε κρατικούς φορείς, τοπική αυτοδιοίκηση, επιχειρηματίες και κοινωνικά κινήματα.

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το αν μια επένδυση είναι «καλή» ή «κακή», αλλά το ποιος αποφασίζει και με ποια κριτήρια. Ο Πειραιάς φαίνεται να μην ανήκει στους κατοίκους του, αλλά να αποτελεί μια σκακιέρα όπου οι μεγάλοι παίκτες – από δημοτικές αρχές μέχρι πολυεθνικές εταιρείες – διαμορφώνουν την τύχη του ανάλογα με τις δικές τους προτεραιότητες.

Η ακύρωση της ανάπλασης της Πειραϊκής δεν είναι το τέλος αυτής της ιστορίας, αλλά ίσως μια ευκαιρία να ανοίξει ένας ουσιαστικός διάλογος. Ο Πειραιάς αξίζει έναν σχεδιασμό που να σέβεται την ιστορία, το περιβάλλον και τις πραγματικές ανάγκες του, κι όχι άλλη μια απόφαση που θα εξυπηρετήσει λίγους εις βάρος πολλών.

Η κινεζική επένδυση στον ΑΔΜΗΕ: Πώς η State Grid απέκτησε το 24% των μετοχών

Το 2016, η ΔΕΗ αποφάσισε να πουλήσει το 24% των μετοχών του ΑΔΜΗΕ (Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας), με στόχο την είσοδο στρατηγικού επενδυτή και την ενίσχυση της ρευστότητά της. Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, Μάνος Μανουσάκης, ο οποίος ανέλαβε τα ηνία του ΑΔΜΗΕ το 2017, έχει στραφεί σε μία πολύ δυναμική επενδυτική στρατηγική.

Η κινεζική εταιρεία State Grid International Development (SGID) αναδείχθηκε πλειοδότης, προσφέροντας 320 εκατομμύρια ευρώ για το μερίδιο αυτό. Η συμμετοχή της κινεζικής SGID στον ΑΔΜΗΕ ενισχύει τη συνεργασία των δύο χωρών στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, με επενδύσεις σε διασυνδέσεις και δίκτυα μεταφοράς.

Η SGID είναι θυγατρική της State Grid Corporation of China, μίας από τις μεγαλύτερες εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας παγκοσμίως, με παρουσία σε πολλές χώρες.

Ο τέως πρόεδρος της State Corporation of China, Σου Γινμπάο, έχει χαρακτηρίσει το ελληνικό δίκτυο ως κομβικό δίκτυο διασύνδεσης Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής.

Η είσοδος της SGID ως στρατηγικού επενδυτή στον ΑΔΜΗΕ είχε ως στόχο την ενίσχυση της τεχνογνωσίας και της χρηματοοικονομικής θέσης του διαχειριστή, με σκοπό να συμβάλει στην αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Η συμφωνία αυτή αποτέλεσε μέρος της ευρύτερης στρατηγικής της Ελλάδας για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων και την ενίσχυση των υποδομών της χώρας στον τομέα της ενέργειας.

Τον Νοέμβριο του 2024, υπεγράφη και άλλη συμφωνία για την πώληση του 20% των μετοχών της θυγατρικής εταιρείας του ΑΔΜΗΕ, Ariadne Interconnection, στη SGID.

Με αυτή την κίνηση ενισχύθηκε περαιτέρω η συνεργασία μεταξύ των δύο εταιρειών, με στόχο την υλοποίηση μεγάλων έργων, όπως η ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης-Αττικής.

Τη συμφωνία υπέγραψαν ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του διαχειριστή κος Μανούσος Μανουσάκης και ο νυν πρόεδρος της SGID κος Γιου Τζουν.

Η παρουσία κινεζικών συμφερόντων σε έναν τόσο κρίσιμο τομέα γεννά ερωτήματα για τη μακροπρόθεσμη επιρροή του Πεκίνου στην ελληνική ενεργειακή στρατηγική.

Η διείσδυση της Κίνας στην Ελλάδα: Από την ενέργεια στις υποδομές και το εμπόριο

Τα τελευταία χρόνια, η Κίνα έχει καταφέρει να εδραιώσει μία ισχυρή παρουσία στην Ελλάδα, επενδύοντας σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας, όπως η ενέργεια, οι υποδομές, η ναυτιλία και το εμπόριο. Η εξαγορά του 24% του ΑΔΜΗΕ από τη State Grid International Development Ltd αποτελεί μόνο ένα μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου επέκτασης της κινεζικής επιρροής στη χώρα.

Η κυριαρχία της Κίνας στο λιμάνι του Πειραιά

Ο εξέχων τομέας διείσδυσης της Κίνας στην Ελλάδα είναι η ναυτιλία. Το 2016, η κινεζική εταιρεία Cosco Shipping απέκτησε το 67% του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς (ΟΛΠ), μετατρέποντας το λιμάνι σε έναν από τους βασικούς κόμβους του κινεζικού εμπορίου στην Ευρώπη. Η Cosco έχει επενδύσει για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών, ενώ η διακίνηση των εμπορευματοκιβωτίων έχει αυξηθεί κατά πολύ.

Ωστόσο, η εξαγορά του Πειραιά έχει προκαλέσει ανησυχίες στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, καθώς ενισχύει την εξάρτηση της Ελλάδας από την Κίνα και εγείρει ζητήματα εθνικής κυριαρχίας. Επιπλέον, έχουν υπάρξει αντιδράσεις από συνδικάτα και τοπικούς φορείς, που καταγγέλλουν επιδείνωση των συνθηκών εργασίας και περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

Κινεζικές επενδύσεις σε υποδομές και τηλεπικοινωνίες

Η Κίνα έχει επενδύσει και σε άλλους τομείς υποδομών.

Η China State Construction Engineering Corporation (CSCEC), μία από τις μεγαλύτερες κατασκευαστικές εταιρίες παγκοσμίως, με παρουσία σε περισσότερες από 100 χώρες, έχει δείξει ενδιαφέρον για μεγάλα κατασκευαστικά έργα.

Επίσης, οι κινεζικές Huawei και ZTE έχουν διευρύνει την παρουσία τους στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, παρέχοντας εξοπλισμό 5G. Να αναφέρουμε ότι η Γερμανία έχει απαγορεύσει τη χρήση ορισμένων εξαρτημάτων που κατασκευάζονται από τους κινέζους προμηθευτές Huawei και ZTE στα δίκτυα 5G της Γερμανίας. Οι ΗΠΑ απαγόρευσαν επίσης τη Ηuawei και έθεσαν έκτακτους περιορισμούς στην πώληση ημιαγωγών στον κολοσσό των τηλεπικοινωνιών. Αναλυτές και ειδικοί λένε ότι αυτή είναι μία τάση που αναμένεται να επιταχυνθεί τα επόμενα χρόνια, καθώς οι σχέσεις της Κίνας με τις ΗΠΑ ειδικά αλλά και με τη Δύση γενικότερα επιδεινώνονται σε όλα τα επίπεδα, από το εμπόριο και τα ανθρώπινα δικαιώματα μέχρι τη σύγκρουση της Ρωσίας με την Ουκρανία και το ζήτημα της ανεξαρτησίας της Ταϊβάν.

Οι επενδύσεις αυτές ακολουθούν τη στρατηγική επέκτασης της κινεζικής επιρροής στην Ευρώπη μέσω της πρωτοβουλίας «Μία ζώνη, ένας δρόμος» (Belt and Road Initiative – BRI), στοχεύοντας σε βασικούς τομείς υποδομών που εξασφαλίζουν πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά.

Διατλαντική έρευνα από το German Marshal Fund έδειξε ότι πολλοί από τους Ευρωπαίους ερωτηθέντες υποστηρίζουν μία «σκληρότερη» προσέγγιση έναντι της Κίνας, με σχεδόν τους μισούς να τοποθετούν την Κίνα είτε στην κατηγορία του «ανταγωνιστή» ή του «αντιπάλου».

Αυτή η θεώρηση ήταν επικρατέστερη στη Σουηδία, τη Λιθουανία, την Πολωνία, την Ολλανδία και τη Γερμανία. «Νομίζω ότι το ρεύμα στην Ευρώπη έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια», υποστηρίζει ο Μάρτιν Χάλα, διευθυντής του Sinopsis, δεξαμενής σκέψης με έδρα την Πράγα που ακολουθεί την Κίνα.

Το μεγάλο ερώτημα: οφέλη ή εξάρτηση;

Η κινεζική παρουσία στην Ελλάδα έχει ενισχύσει τη στρατηγική θέση της χώρας στο παγκόσμιο εμπόριο. Παρόλα αυτά, η αυξανόμενη επιρροή του Πεκίνου εγείρει ανησυχίες για τη διαφάνεια, την πολιτική εξάρτηση και την εθνική ασφάλεια.

Η Ελλάδα, ως πύλη προς την Ευρώπη, έχει εξελιχθεί σε σημαντικό κρίκο του κινεζικού οικονομικού σχεδιασμού, με το Πεκίνο να διαμορφώνει πλέον ενεργά τους όρους του εμπορίου, των επενδύσεων και των στρατηγικών συνεργασιών στη χώρα.

Αν και οι κινεζικές επενδύσεις έχουν τονώσει κάποιους τομείς, τίθενται ερωτήματα για τη μακροπρόθεσμη επιρροή τους, και το κατά πόσο μπορεί να είναι η Ελλάδα ανεξάρτητη όταν ζωτικοί τομείς της οικονομίας της εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από κινεζικά κεφάλαια και συμφέροντα. Με την Κίνα να εδραιώνει συνεχώς τη θέση της σε βασικές ελληνικές υποδομές, η επιρροή της στην οικονομική και πολιτική σκηνή της χώρας γίνεται ολοένα και πιο αισθητή, θέτοντας το δίλημμα: πρόκειται για μία ευκαιρία ανάπτυξης ή για μία νέα μορφή εξάρτησης;

Η Κίνα και η νέα αντίληψη για τα ανθρώπινα δικαιώματα: Πραγματική πρόοδος ή πολιτική προπαγάνδα;

Τα τελευταία χρόνια, η Κίνα προσπαθεί να παρουσιάσει τον εαυτό της ως υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Προωθεί ένα μοντέλο που βασίζεται στη συλλογική ευημερία, δίνοντας έμφαση στην οικονομική ανάπτυξη και την καταπολέμηση της φτώχειας. Ωστόσο, διεθνείς οργανισμοί και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων επισημαίνουν πως η Κίνα χρησιμοποιεί αυτήν τη ρητορική για να συγκαλύψει σοβαρές παραβιάσεις, όπως η καταστολή εθνοτικών και θρησκευτικών μειονοτήτων.

Η διεθνής προώθηση του κινεζικού αφηγήματος

Σε διεθνές επίπεδο, το Πεκίνο προσπαθεί να επηρεάσει τον διάλογο για τα ανθρώπινα δικαιώματα μέσω του ΟΗΕ και άλλων διεθνών θεσμών. Με τη στήριξη χωρών που εξαρτώνται οικονομικά από την Κίνα, επιχειρεί να διαμορφώσει ένα παγκόσμιο αφήγημα, όπου τα κρατικά συμφέροντα και η ανάπτυξη υπερισχύουν των ατομικών ελευθεριών.

Τώρα που οι ΗΠΑ αποχώρησαν από το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, οι προσπάθειες της Κίνας να αυξήσει τη δύναμή της εντός του σώματος αντιπροσωπεύουν μια σοβαρή παγκόσμια απειλή.

Η 58η σύνοδος του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ που πραγματοποιείται από τις 24 Φεβρουαρίου έως τις 4 Απριλίου σηματοδοτείται από την αποχώρηση των ΗΠΑ και το πάγωμα της αμερικανικής χρηματοδότησης, γεγονός που επηρεάζει πολλές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Η Κίνα και άλλα αυταρχικά κράτη, που αναζητούν νέες ευκαιρίες για να εκμεταλλευτούν τις αδυναμίες των διεθνών θεσμών, είναι έτοιμα να εκτιναχθούν.

Το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ (UNHRC) ιδρύθηκε το 2006 για να παρέχει έναν πιο αποτελεσματικό μηχανισμό με στόχο την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την πρόληψη των παραβιάσεων, αντικαθιστώντας την προηγούμενη δομή γνωστή ως Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ (UNCHR), η οποία αναδιαρθρώθηκε με την πεποίθηση ότι δεν θα μπορούσε να είναι επαρκώς αποτελεσματική καθώς συνεδρίαζε μόνο μια φορά τον χρόνο. Το Συμβούλιο συνέρχεται τρεις φορές τον χρόνο, τον Μάρτιο, τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο. Ωστόσο είναι σαφές ότι αντιμετωπίζει σοβαρά εμπόδια στην εκπλήρωση των ιδρυτικών του στόχων. Αρχικά θεωρήθηκε ως μια πολλά υποσχόμενη δομή για την αντιμετώπιση ζητημάτων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όμως η πραγματικότητα είναι ότι έχει απομακρυνθεί από τους στόχους του. Με την πάροδο των ετών, ο χώρος των πολιτών και οι ευκαιρίες για όσους πραγματικά είναι αφοσιωμένοι στα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν αντίστοιχα συρρικνωθεί, ιδιαίτερα με την κατάργηση των γενικών συζητήσεων κατά τη σύνοδο του Ιουνίου.

Η πρωτοβουλία που ανέλαβαν αυταρχικά καθεστώτα όπως η Κίνα είχε βαθύτατα αρνητικό αντίκτυπο στην UNHRC, παρέχοντάς τους μία πλατφόρμα για να παρουσιάσουν μια εντελώς ψεύτικη εικόνα για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις χώρες τους. Αυτό εγείρει σοβαρές ανησυχίες για το παγκόσμιο κίνημα για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο σύνολό του.

Η κινεζική κυβέρνηση εφαρμόζει διάφορες στρατηγικές στη διεθνή σκηνή για να υπερασπιστεί το φρικτό ιστορικό της στα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σχετικά με τους ασκούμενους της πνευματικής πρακτικής Φάλουν Γκονγκ, τους Ουιγούρους, τους Θιβετιανούς, τους χριστιανούς και τον αγώνα του Χονγκ Κόνγκ να βρει μία θέση στην ατζέντα του UNHRC. Ένας από τους παράγοντες που αυξάνουν την επιρροή της Κίνας στο Συμβούλιο είναι η παροχή οικονομικής βοήθειας και η διπλωματική πίεση παγκοσμίως.

Οι προκλήσεις και οι αντιδράσεις της Δύσης

Η προσπάθεια της Κίνας να παρουσιαστεί ως ηγέτης στα ανθρώπινα δικαιώματα έρχεται σε αντίθεση με τις αναφορές για λογοκρισία, μαζική παρακολούθηση και καταστολή αντιφρονούντων. Οι δυτικές κυβερνήσεις και οργανώσεις, αν και καταδικάζουν αυτές τις πρακτικές, δυσκολεύονται να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη επιρροή του Πεκίνου σε διεθνείς θεσμούς.

Πολλές χώρες απλώς δίνουν προτεραιότητα στα εθνικά τους συμφέροντα, αποκλίνοντας έτσι από τον πραγματικό σκοπό του θεσμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του οποίου είναι μέλη.

Η αποχώρηση των ΗΠΑ από το Συμβούλιο επιδεινώνει τη σοβαρότητα αυτού του ζητήματος.

Ένας από τους κύριους λόγους για την αποχώρηση των ΗΠΑ από το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ είναι η σημαντική μείωση της σημασίας του Συμβουλίου ως γνήσιας δύναμης για το καλό. Ο αριθμός των χωρών με αυταρχικές τάσεις υπερβαίνει πλέον εκείνους που σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ως εκ τούτου, η αποχώρηση των ΗΠΑ είναι μία σημαντική εξέλιξη που υπονομεύει περαιτέρω την αξιοπιστία του Συμβουλίου όσον αφορά την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η Κίνα ως παγκόσμιος υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων: Μια καλοσχεδιασμένη προπαγάνδα

Η Κίνα έχει τελειοποιήσει την τέχνη της πολιτικής προπαγάνδας. Ενώ φυλακίζει αντιφρονούντες, ελέγχει τα μέσα ενημέρωσης και επιβλέπει κάθε ψηφιακή επικοινωνία, ταυτόχρονα προβάλλει προς τα έξω την εικόνα μίας χώρας που «σέβεται» τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μέσω του ΟΗΕ και άλλων διεθνών οργανισμών, το Πεκίνο επιχειρεί να αναδιαμορφώσει τον διάλογο για τα δικαιώματα, προωθώντας ένα μοντέλο που η υποταγή στο κράτος αντικαθιστά τις ατομικές ελευθερίες.

Στην Κίνα, το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι υπεράνω όλων. Οι πολίτες δεν έχουν πραγματική ελευθερία λόγου, καθώς κάθε μορφή κριτικής προς την κυβέρνηση καταστέλλεται αμέσως. Η μαζική παρακολούθηση μέσω συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης και κοινωνικής βαθμολόγησης εξασφαλίζει ότι κανείς δεν ξεφεύγει από τον έλεγχο του Κόμματος. Τα στρατόπεδα «αναμόρφωσης», η βίαιη καταστολή του Χονγκ Κόνγκ και οι φυλακίσεις ακτιβιστών είναι μερικά μόνο παραδείγματα τού πώς το κινεζικό καθεστώς αντιμετωπίζει όσους τολμούν να αμφισβητήσουν την απόλυτη κυριαρχία του.

Η υποκρισία της κινεζικής ηγεσίας

Το κινεζικό καθεστώς ισχυρίζεται ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα συνδέονται με την οικονομική ανάπτυξη, όμως αυτή η αφήγηση χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει την καταπίεση. Οι εργάτες δεν έχουν δικαίωμα σε ελεύθερα συνδικάτα, οι μειονότητες υφίστανται διακρίσεις, ενώ το δικαστικό σύστημα είναι πλήρως ελεγχόμενο από το Κόμμα. Αντί για δικαιοσύνη και πρόοδο, η Κίνα επιβάλλει έναν ψηφιακό και φυσικό ολοκληρωτισμό, όπου η απόλυτη υπακοή είναι προαπαιτούμενο για την επιβίωση. Πίσω από τη ρητορική περί «κοινωνικής σταθερότητας» και «συλλογικής ευημερίας» κρύβεται μία απολυταρχική μηχανή που συνθλίβει κάθε μορφή ατομικής ελευθερίας. Η διεθνής κοινότητα πρέπει να αναγνωρίσει αυτήν την πραγματικότητα.

Εν ολίγοις, μία νέα τάξη «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» που διαμορφώθηκε υπό την ηγεσία της Κίνας θα απειλήσει χώρες με δημοκρατικές αξίες. Ένα ενιαίο μέτωπο από γνήσιους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι απαραίτητο για να αναμορφωθεί αυτός ο χώρος (των ανθρωπίνων δικαιωμάτων) και να απωθήσουμε αυτές τις αυταρχικές τάσεις.

 

Προκαταρκτική έρευνα του Ευρωκοινοβουλίου για τις καταγγελίες του Παρατηρητηρίου Πειραϊκής

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκανε το πρώτο βήμα προς τη διερεύνηση των σοβαρών καταγγελιών για τις κατασκευαστικές ατέλειες, την περιβαλλοντική υποβάθμιση και την αδιαφάνεια στη διαχείριση των πόρων που αφορούν το λιμάνι της Πειραϊκής.

Η Επιτροπή Αναφορών ξεκίνησε προκαταρκτική έρευνα ύστερα από την αναφορά 1260/2024 που κατατέθηκε από τον καθηγητή Βασίλη Τσελέντη, εκπρόσωπο του Παρατηρητηρίου.

Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει τις ανησυχίες που είχαν εκφραστεί από την τοπική κοινωνία και εντείνει την πίεση προς την ελληνική κυβέρνηση (η οποία μέχρι στιγμής έχει αποφύγει να δώσει ουσιαστικές εξηγήσεις) και εμπλεκόμενους φορείς.

Η Επιτροπή Αναφορών, σε συνεργασία με αρμόδιες υπηρεσίες και εμπειρογνώμονες, θα εξετάσει τα στοιχεία και τις καταγγελίες που υποβλήθηκαν.

Τι αποκαλύπτει το Παρατηρητήριο Πειραϊκής

Το Παρατηρητήριο Πειραϊκής κατέθεσε στην Επιτροπή Αναφορών φωτογραφικό και βιντεοληπτικό υλικό που τεκμηριώνει τις κατασκευαστικές αδυναμίες της προβλήτας. Σύμφωνα με τους δύτες-μέλη του Παρατηρητηρίου Πειραϊκής, τα στοιχεία που προσκομίστηκαν αποδεικνύουν:

  • Τη χρήση ακατάλληλων υλικών, τα οποία θέτουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα της λιμενικής υποδομής.
  • Την παντελή έλλειψη ελέγχου από τις ελληνικές αρχές για τη συμμόρφωση του έργου με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές ασφαλείας.
  • Τις σοβαρές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, όπως την επιβάρυνση του θαλάσσιου οικοσυστήματος λόγω ρύπανσης και διάβρωσης της ακτογραμμής.

Εάν από την έρευνα προκύψουν σοβαρά ζητήματα, ενδέχεται να υπάρξουν περαιτέρω έρευνες και κυρώσεις.

Τα επόμενα βήματα και οι αντιδράσεις

Η Επιτροπή Αναφορών του Ευρωκοινοβουλίου έχει ήδη διαβιβάσει την υπόθεση στις Επιτροπές Περιβάλλοντος (ENVI) και Ελέγχου Προϋπολογισμού (CONT), γεγονός που δείχνει ότι η υπόθεση λαμβάνει ευρύτερες διαστάσεις. Η συνέχεια της έρευνας θα εξαρτηθεί από τις απαντήσεις που θα δώσουν οι ελληνικές αρχές και από το αν θα αποδειχθούν παραβιάσεις κοινοτικών κανόνων.

Το Παρατηρητήριο Πειραϊκής συνεχίζει να καταγράφει νέες καταγγελίες, ενώ η υπόθεση αυτή φαίνεται να λειτουργεί ως έναυσμα για μια ευρύτερη συζήτηση σχετικά με το ποιος αποφασίζει για την ανάπτυξη του Πειραιά και ποιος ωφελείται από αυτή.

Ο Πειραιάς σε κρίσιμο σταυροδρόμι

Ο Πειραιάς δεν είναι απλώς ένας εμπορικός κόμβος, είναι μια πόλη με ιστορία, με ανθρώπους που αξίζουν μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Αν το μοντέλο ανάπτυξης που προωθείται δεν λαμβάνει υπ’ όψιν τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειες, τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για ανάπτυξη.

Το αν θα επικρατήσει η διαφάνεια και η λογοδοσία ή αν το λιμάνι θα συνεχίσει να λειτουργεί ως ένα κλειστό σύστημα συμφερόντων, εξαρτάται πλέον από την πίεση που θα ασκηθεί τόσο από τους κατοίκους όσο και από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η σκιώδης «ανάπτυξη» της κρουαζιέρας στον Πειραιά

Οι καταγγελίες, που προήλθαν από το Παρατηρητήριο Πειραϊκής, ανέδειξαν την έλλειψη κρατικού ελέγχου στις κατασκευές, τη θαλάσσια ρύπανση από τις κατεστραμμένες προβλήτες και τη γενικότερη υποβάθμιση της ποιότητας ζωής των περιοίκων.

Ο καθηγητής θαλάσσιου περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Πειραιά και εκπρόσωπος του Παρατηρητηρίου Πειραϊκής Βασίλης Τσελέντης παρουσίασε στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η επέκταση της κρουαζιέρας στον Πειραιά δεν φέρνει την ανάπτυξη που επικαλείται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά αντιθέτως (φέρνει)  κοινωνική και περιβαλλοντική υποβάθμιση. Όπως επεσήμανε ο καθηγητής , η χώρα καταδικάστηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση πριν από δύο χρόνια για υπέρβαση των ορίων ατμοσφαιρικής ρύπανσης, χωρίς να έχει ληφθεί κανένα διορθωτικό μέτρο από τότε.

Η αντίδραση της Κομισιόν και η πολιτική στήριξη

Η εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που εγκρίνει τις χρηματοδοτήσεις απάντησε ότι η ευθύνη για τον έλεγχο και τη διαχείριση του έργου ανήκει στην ελληνική κυβέρνηση. Υποστήριξε μάλιστα ότι η επέκταση της κρουαζιέρας συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη, επιχείρημα που καταρρίφθηκε πλήρως από την ανάλυση του Βασίλη Τσελέντη.

Η πρόεδρος της Επιτροπής  Αναφορών, μετά την απογοητευτική στάση της Κομισιόν, έκλεισε τη συνεδρίαση με την ξεκάθαρη απαίτηση: «Δεν πήραμε καμία ουσιαστική απάντηση από την Κομισιόν. Ζητούμε γραπτές εξηγήσεις.»

Cosco: «Ανάπτυξη» χωρίς διαφάνεια

Ένα από τα πιο σκοτεινά σημεία στη διαχείριση του λιμανιού του Πειραιά είναι ο ρόλος της Cosco σε θέματα ψηφιοποίησης του λιμανιού, κάτι που αποτελεί κεντρικό άξονα των προσπαθειών της για εκσυγχρονισμό. Η ανάπτυξη της ψηφιακής πλαρφόρμας HPCS (Ηλεκτρονικό Σύστημα Εξυπηρέτησης Πελατών) τέθηκε σε λειτουργία το 2020 από το Σταθμό Εμπορευματοκιβωτίων Πειραιά Α.Ε., θυγατρική της Cosco. Παρότι η εταιρεία παρουσιάζει την ψηφιοποίηση του λιμανιού ως βήμα προς μια «έξυπνη διαχείριση», στην πραγματικότητα η ψηφιοποίηση αυτή ενισχύει την κυριαρχία της Cosco, μετατρέποντας το λιμάνι σε ένα κλειστό οικονομικό σύστημα, όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται με γνώμονα την κερδοφορία της εταιρείας χωρίς κανέναν σεβασμό προς τις κοινωνικές ανάγκες και το περιβάλλον.

Τα ερωτήματα που εγείρονται σχετικά με τον τρόπο που διαχειρίζεται και συλλέγει δεδομένα, ποιος έχει πρόσβαση σε αυτά και με ποιο σκοπό χρησιμοποιούνται είναι σοβαρά. Παράλληλα, η τεχνολογική της «επένδυση» δεν έχει λύσει κανένα από τα βασικά προβλήματα που ταλανίζουν την περιοχή.

Χαρακτηριστικά της λειτουργίας της είναι:

Η έλλειψη διαφάνειας ως προς το πώς η εταιρεία αξιοποιεί τις πληροφορίες και τις τεχνολογικές της υποδομές στο λιμάνι.

Η έλλειψη δέσμευσης για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων, με τις ενέργειες της εταιρείας να αφορούν αποκλειστικά στην αύξηση της αποδοτικότητας  και των εσόδων του λιμανιού.

Η αδιαφορία για την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς η χρήση των τεχνολογικών της λύσεων δεν συνοδεύεται από μέτρα μετριασμού της ρύπανσης ή περιορισμού των επιπτώσεων από τις κρουαζιέρες.

Τουριστικοποίηση και τσιμεντοποίηση

Η επέκταση του λιμανιού κρουαζιέρας στον Πειραιά προωθείται ως εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, οι  κάτοικοι της περιοχής βιώνουν την πραγματικότητα διαφορετικά. Η έλλειψη σχεδιασμού και ελέγχου των έργων οδηγεί σε έντονη κυκλοφοριακή συμφόρηση, ρύπανση, τσιμεντοποίηση και σταδιακή εξαφάνιση των ελεύθερων χώρων. Η διοίκηση του λιμανιού αποφασίζει για τις αναπλάσεις των γειτονιών όχι με γνώμονα τις ανάγκες των κατοίκων, αλλά με αποκλειστικό στόχο την εξυπηρέτηση των τουριστικών επιχειρήσεων και την ενίσχυση των συνεργαζόμενων εταιρειών, όπως η Cosco.

H στεγαστική κρίση που μαστίζει τον Πειραιά επιδεινώνεται από την τουριστικοποίηση και τις fast-track πολεοδομικές ρυθμίσεις που επιτρέπουν την ανέγερση πανύψηλων ξενοδοχείων. Το αποτέλεσμα είναι η εκτόξευση των ενοικίων, που  αναγκάζει πολλούς κατοίκους να εγκαταλείψουν την περιοχή ή ακόμα και να βρεθούν στον δρόμο.

«Σύμφωνα με τη Διακήρυξη της Συνδιάσκεψης της Στοκχόλμης του 1972, η οποία σηματοδότησε την αρχή της νομικής αναγνώρισης της αλληλεπίδρασης μεταξύ ανθρωπίνων δικαιωμάτων και περιβάλλοντος, τονίστηκε ότι η πλήρης απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων απαιτεί την προστασία και τη βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος», τόνισε ο κύριος Τσελέντης στη δευτερολογία του ενώπιον της επιτροπής αναφορών της Ευρωβουλής. Η δευτερολογία του καθηγητή ήταν αποκαλυπτική για το είδος της ανάπτυξης που έχει συμβεί στον Πειραιά, όπου η δημόσια υγεία και η ποιότητα ζωής των κατοίκων θυσιάζονται στον βωμό της τουριστικής ανάπτυξης.

«Οι αναπλάσεις της γειτονιάς αποφασίζονται από τη διοίκηση του λιμανιού σύμφωνα με το συμφέρον των τουριστικών επιχειρήσεων. Η έλλειψη ελεύθερων χώρων και πρασίνου, η αρπαγή της γης από το λιμάνι και η στεγαστική κρίση που έχει ξεσπάσει κάνουν τους ανθρώπους να μην μπορούν να αντιμετωπίσουν το υψηλό ενοίκιο και να ζουν στο δρόμο», είπε χαρακτηριστικά ο καθηγητής.

Η πραγματική ανάπτυξη δεν μπορεί να βασίζεται στην καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος.

Η υπόθεση του λιμανιού της Πειραϊκής δεν είναι απλώς ένα περιβαλλοντικό ή πολεοδομικό ζήτημα. Είναι μια μάχη για το δικαίωμα των κατοίκων να ζουν σε μια πόλη που μεριμνά και για την ποιότητα ζωής τους.

Ζητούμενο από την Cosco, η οποία διαχειρίζεται τον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς (ΟΛΠ), και τις υπόλοιπες πολυεθνικές που δραστηριοποιούνται στον Πειραιά (εταιρείες κρουαζιέρας, ναυτιλιακές κ.ά.) είναι η στροφή προς ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης που να σέβεται τόσο το περιβάλλον όσο και τους κατοίκους, μέσα από τις αρχές της φερεγγυότητας και της διαφάνειας.

Νέα γεωπολιτική σκακιέρα στη διώρυγα του Παναμά – Ποιοι κερδίζουν και ποιοι χάνουν

Η πρόσφατη συμφωνία εξαγοράς των λιμανιών Μπαλμπόα και Κριστόμπαλ στον Παναμά από την BlackRock, ύψους 22,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων, αποτελεί σημαντική εξέλιξη στον γεωπολιτικό και οικονομικό χάρτη της περιοχής. Η CK Hutchinson Holding συμφώνησε να πουλήσει την πλειοψηφία των μετοχών της. Η συμφωνία αυτή, που περιλαμβάνει την απόκτηση από την BlackRock του 90% των μετοχών της εταιρείας που διαχειρίζεται τα δύο λιμάνια, πραγματοποιήθηκε υπό την πίεση της κυβέρνησης Τράμπ, η οποία εξέφρασε ανησυχίες για την αυξανόμενη κινεζική επιρροή στη Διώρυγα του Παναμά. Η συμφωνία περιλαμβάνει επίσης την πώληση των θυγατρικών της CK Hutchison, που διαχειρίζονται 43 λιμάνια σε συνολικά 23 χώρες.

Η BlackRock, με έδρα τη Νέα Υόρκη, είναι μια από τις μεγαλύτερες και πιο ισχυρές εταιρείες διαχείρισης επενδύσεων παγκοσμίως. Ιδρύθηκε το 1998 και έχει εξελιχθεί σε παγκόσμιο κολοσσό στον τομέα των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, διαχειριζόμενη περιουσιακά στοιχεία άνω των 10 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Έχει παρουσία σε περισσότερες από 30 χώρες, με επενδύσεις σε περισσότερες από 100 αγορές παγκοσμίως.

Η CK Hutchinson Holdings, με έδρα το Χονγκ Κόνγκ, διαχειριζόταν τα λιμάνια από το 1997, ενώ το 2021 είχε επεκτείνει τη σύμβασή της μέχρι το 2027. Ωστόσο, η πίεση από την αμερικανική κυβέρνηση, που θεωρούσε ότι η κινεζική επιρροή παραβίαζε τις συνθήκες ουδετερότητας της Διώρυγας, οδήγησαν στην απόφαση της πώλησης.

Η Διώρυγα του Παναμά, μήκους 82 χιλιομέτρων, αποτελεί κρίσιμο σημείο για την παγκόσμια ναυτιλία, καθώς συνδέει τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό ωκεανό διευκολύνοντας τη μεταφορά εμπορευμάτων. Η στρατηγική της σημασία την καθιστά αντικείμενο γεωπολιτικών ανταγωνισμών, με τις ΗΠΑ να επιδιώκουν τον περιορισμό της κινεζικής επιρροής στην περιοχή.

Η εξαγορά αυτή αναμένεται να επηρεάσει τις εμπορικές ροές και τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην περιοχή, ενισχύοντας την αμερικανική παρουσία και ελέγχοντας κρίσιμες υποδομές. Παράλληλα, η CK Hutchison αναμένεται να λάβει πάνω από 19 δισεκατομμύρια δολάρια από τη συμφωνία, ενισχύοντας την κεφαλαιοποίησή της.

Η συμφωνία αυτή αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής των ΗΠΑ για την αντιμετώπιση της κινεζικής επιρροής σε παγκόσμιο επίπεδο, ιδιαίτερα σε περιοχές με κρίσιμες υποδομές όπως η Διώρυγα του Παναμά. Η εξέλιξη αυτή υπογραμμίζει τη σημασία της περιοχής και τον ρόλο της στις διεθνείς εμπορικές και γεωπολιτικές εξελίξεις.

Γιατί οι ΗΠΑ θεωρούν τον κινεζικό παράγοντα ως απειλή

Η Κίνα μπορεί να χρησιμοποιεί τη στρατηγική θέση του λιμανιού του Παναμά για να επηρεάσει ή ακόμα και να ελέγξει τη ροή των πλοίων που διέρχονται από τη διώρυγα. Εμπειρογνώμονες αναφέρουν ότι οι κινεζικές εταιρείες θα μπορούσαν να ασκήσουν έμμεση επιρροή στη λειτουργία της διώρυγας, παρεμβαίνοντας στη διαχείριση της εφοδιαστικής αλυσίδας και της διέλευσης στρατηγικών φορτίων. Αυτό θεωρήθηκε ιδιαίτερα ανησυχητικό από τις ΗΠΑ, δεδομένου ότι μεγάλο ποσοστό του παγκόσμιου εμπορίου και των αμερικανικών εξαγωγών διέρχεται από τη διώρυγα.

Η Κίνα έχει επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια σε λιμάνια και υποδομές παγκοσμίως μέσω του προγράμματος Belt and Road Initiative (BRI), επεκτείνοντας τη στρατηγική «Μία ζώνη, ένας δρόμος». Η αυξανόμενη επιρροή της Κίνας στη διώρυγα του Παναμά θεωρήθηκε από τις ΗΠΑ ως μέρος μίας ευρύτερης προσπάθειας να αποκτήσει στρατηγικά πλεονεκτήματα στη Λατινική Αμερική.

Σημαντική επίσης είναι η στρατιωτική διάσταση του θέματος: υπήρξαν ανησυχίες ότι η Κίνα θα μπορούσε μελλοντικά να χρησιμοποιήσει την παρουσία της στη Διώρυγα του Παναμά για στρατιωτικούς ή κατασκοπευτικούς σκοπούς.

Οι διπλωματικές πιέσεις που έχουν ασκηθεί στον Παναμά έχουν να κάνουν με την πίεση που ασκήθηκε στον Παναμά το 2017 να διακόψει τις διπλωματικές του σχέσεις με την Ταϊβάν και να αναγνωρίσει την Κίνα, γεγονός που οι ΗΠΑ θεώρησαν ως σημάδι αυξανόμενης κινεζικής επιρροής.

Οικονομικός και εμπορικός έλεγχος

Η Κίνα είναι ένας από τους μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους του Παναμά και έχει επενδύσει σε διάφορα έργα υποδομών, κάτι που της δίνει σημαντική οικονομική επιρροή στη χώρα. Κινεζικές εταιρείες έχουν αναπτύξει ή επιδιώκουν να αναπτύξουν ελεύθερες ζώνες εμπορίου κοντά στη διώρυγα του Παναμά, ελέγχοντας ένα σημαντικό μέρος της διακίνησης φορτίων. Ο έλεγχος λιμανιών και κέντρων logistics από κινεζικές εταιρείες μπορεί να επηρεάζει τις εμπορικές ροές και να δώσει στην Κίνα πλεονέκτημα στον παγκόσμιο εφοδιαστικό χάρτη.

Τεχνολογική διείσδυση και κυβερνοασφάλεια

Οι ΗΠΑ ανησυχούν για πιθανή εμπλοκή κινεζικών εταιρειών στις τηλεπικοινωνιακές και ψηφιακές υποδομές του Παναμά. Εταιρείες όπως η Huawei έχουν ήδη αναπτύξει δίκτυα επικοινωνιών στη Λατινική Αμερική και η χρήση κινεζικής τεχνολογίας στην περιοχή θα μπορούσε να δημιουργήσει κίνδυνο κυβερνοκατασκοπείας. Αν η Κίνα αποκτήσει πρόσβαση σε δεδομένα σχετικά με τις εμπορικές και στρατιωτικές μετακινήσεις μέσω της διώρυγας, αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει απειλή για την ασφάλεια των ΗΠΑ.

Στρατιωτική παρουσία και γεωπολιτική απειλή

Αν και η Κίνα δεν έχει στρατιωτικές βάσεις στον Παναμά, οι ΗΠΑ φοβούνται ότι η αυξανόμενη οικονομική επιρροή θα μπορούσε να οδηγήσει σε μελλοντική στρατιωτική παρουσία. Η Κίνα έχει ήδη επεκτείνει τη ναυτική της παρουσία σε άλλες στρατηγικές περιοχές (όπως στο Τζιμπουτί στην Αφρική) και θα μπορούσε να επιδιώξει κάτι αντίστοιχο στη Λατινική Αμερική. Σε περίπτωση γεωπολιτικής σύγκρουσης, η Κίνα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την επιρροή της στη Διώρυγα του Παναμά για να περιορίσει τη διέλευση εχθρικών πλοίων ή να διαταράξει τις εμπορικές ροές προς τις ΗΠΑ.

Ενεργειακή ασφάλεια και έλεγχος φορτίων

Η Διώρυγα του Παναμά είναι κρίσιμη για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου μεταξύ Ατλαντικού και Ειρηνικού. Αν η Κίνα αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο στις ναυτιλιακές ροές, θα μπορούσε να επηρεάσει τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας ή να εξασφαλίσει προτεραιότητα στη διακίνηση κινεζικών φορτίων. Η Κίνα είναι ήδη ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ενέργειας παγκοσμίως και ο έλεγχος τέτοιων στρατηγικών υποδομών θα μπορούσε να της δώσει πλεονέκτημα στις παγκόσμιες αγορές.

Συνοψίζοντας θα λέγαμε πως οι ανησυχίες των ΗΠΑ για την κινεζική παρουσία στη Διώρυγα του Παναμά δεν είναι μόνο στρατιωτικές αλλά και οικονομικές, τεχνολογικές και γεωπολιτικές.

Η εξαγορά των λιμανιών από την BlackRock εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική της Ουάσιγκτον να περιορίσει την επιρροή της Κίνας σε παγκόσμιο επίπεδο, ειδικά σε περιοχές που είναι κρίσιμες για το διεθνές εμπόριο.

Ο IMEC και η Ελλάδα: Το γεωπολιτικό στοίχημα στο νέο εμπορικό σταυροδρόμι

Ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας-Μέσης Ανατολής-Ευρώπης (India-Middle East-Europe Corridor – IMEC) είναι ένα φιλόδοξο έργο που στοχεύει στη δημιουργία μιας εμπορικής και ενεργειακής γέφυρας μεταξύ Ασίας, Μέσης Ανατολής και Ευρώπης.

Στις 9 Σεπτεμβρίου 2023, στη σύνοδο κορυφής των G-20 στο Νέο Δελχί, υπογράφηκε Μνημόνιο Συνεργασίας (Memorandum of Understanding – MοU) μεταξύ των ΗΠΑ, Ινδίας, Ευρωπαϊκής Ένωσης, Γερμανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Σαουδικής Αραβίας και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων για την ίδρυση του IMEC.

Ο διάδρομος αυτός αναμένεται να ενισχύσει την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα, προσφέροντας εναλλακτικές διαδρομές εμπορίου και ενέργειας, προάγοντας τις μεταφορές μεταξύ Ευρώπης και Ασίας μέσω ναυτιλιακών και σιδηροδρομικών δικτύων.

«Η συμμετοχή της Ελλάδας στον IMEC είναι πρωτίστως γεωπολιτικό ζήτημα και δευτερευόντως οικονομικό, χωρίς αυτό να σημαίνει πως τα κέρδη δεν θα είναι σαφώς μεγαλύτερα από την υφιστάμενη κατάσταση», δηλώνει στην Ερoch Times ο γεωπολιτικός αναλυτής Αλέξανδρος Ιτιμούδης.

Γεωπολιτικές προκλήσεις και η σύγκρουση ΗΠΑ-Κίνας

Το σχέδιο IMEC θεωρείται η αμερικανική απάντηση στην κινεζική πρωτοβουλία Belt and Road (BRI), γνωστή και ως «Μία ζώνη, ένας δρόμος» ή «Νέος Δρόμος του Μεταξιού», που η Κίνα ξεκίνησε το 2013. Η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο αυτού του ανταγωνισμού, με το λιμάνι του Πειραιά να αποτελεί το «μήλον της έριδος».

«Η αντιπαλότητα ΗΠΑ-Κίνας θα μας απασχολήσει καθ’ όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησης Τραμπ, μιας και ο Αμερικανός πρόεδρος έχει θέσει τον ανταγωνισμό απέναντι στην Κίνα ως την προμετωπίδα της πολιτικής του», επισημαίνει ο κος Ιτιμούδης . «Ο ανταγωνισμός αυτός θα διεξαχθεί σε όλα τα μήκη και πλάτη της υφηλίου και έχει κυρίως εμπορικό χαρακτήρα.»

Το δίλημμα του Πειραιά και το κινεζικό εμπόδιο

Το λιμάνι του Πειραιά ως βασική πύλη προς την Ευρώπη, υπό τη διαχείριση της κινεζικής Cosco από το 2016, αποτελεί το ισχυρότερο χαρτί της Ελλάδας στο έργο του IMEC.

Η παρουσία της κινεζικής Cosco στο λιμάνι του Πειραιά, με ποσοστό 67% του ΟΛΠ, δημιουργεί ένα περίπλοκο γεωπολιτικό πάζλ για την Ελλάδα. Η Cosco αποτελεί κομμάτι της κινεζικής στρατηγικής BRI, ενώ ταυτόχρονα ο Πειραιάς ως βασική πύλη προς την Ευρώπη – αποτελεί το μεγαλύτερο λιμάνι της Ανατολικής Ευρώπης – θα μπορούσε να είναι βασικό σημείο εισόδου των εμπορευμάτων από την Ινδία στην Ευρώπη μέσω του IMEC.

«Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή, σε ότι αφορά τον IMEC, διαθέτει ένα εμπόδιο, αυτό της Cosco, στο πολύ σημαντικό λιμάνι του Πειραιά» αναφέρει ο αναλυτής. «Θεωρώ δεδομένο πως στο μέλλον θα τεθεί το ζήτημα της παρουσίας ή μη της συγκεκριμένης εταιρείας, εάν η Ελλάδα θελήσει να αποτελέσει εξέχον μέρος του συγκεκριμένου σχεδίου.»

Το δίλημμα για την ελληνική πλευρά είναι ξεκάθαρο: « Η Ελλάδα θα έρθει στο δίλημμα  να αφήσει απείραχτη την Cosco ή να ενεργήσει όπως η Ιταλία και το Ισραήλ, που επέλεξαν να έρθουν σε ρήξη με τους Κινέζους και να στηρίξουν εξ ολοκλήρου το εγχείρημα του IMEC», τονίζει ο κος Ιτιμούδης. «Θεωρώ πως η χώρα μας δεν θα έχει περιθώρια για ελιγμούς. Η Ελλάδα θα κληθεί να πάρει μία σταθερή απόφαση και να έρθει σε ρήξη με μια πλευρά αναγκαστικά.»

Ο ανταγωνισμός με Ιταλία και Τουρκία

Η Ελλάδα δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο το γεωπολιτικό δίλημμα, αλλά και τον άμεσο ανταγωνισμό με γειτονικές χώρες που επιδιώκουν παρόμοιο ρόλο.

«Η Ελλάδα βρίσκεται σε εμπορικό ανταγωνισμό με την Ιταλία, η οποία ανέκαθεν αποτελούσε αντίπαλο της χώρας», επισημαίνει ο αναλυτής. « Η Ιταλία δήλωσε πως κάνει στροφή από τον BRI προς τον ΙΜΕC και μάλιστα έχει ήδη υπογράψει συμφωνίες με την Ινδία στον τομέα της ναυπηγοεπισκευαστικής.»

Η γειτονική χώρα προωθεί το λιμάνι της Τεργέστης ως βασική είσοδο εμπορευμάτων στην Ευρώπη, ενώ παράλληλα και η Τουρκία ενισχύει τη θέση της με το λιμάνι της Σμύρνης και τη σιδηροδρομική σύνδεση με την κεντρική Ασία.

Οι αδυναμίες στις υποδομές

Μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για την Ελλάδα είναι η κατάσταση των υποδομών της. Το σιδηροδρομικό δίκτυο παραμένει ο αδύναμος κρίκος, καθώς μόνο το 40% του δικτύου των 2.500 χιλιομέτρων είναι ηλεκτροδοτημένο, με τις μέσες ταχύτητες εμπορευμάτων να υστερούν στα 50 χλμ/ώρα σε σύγκριση με 80-100 χλμ/ώρα στη Δυτική Ευρώπη.

«Σε επίπεδο υποδομών σαφώς και χρειάζεται άμεση βελτίωση και επέκταση το σιδηροδρομικό δίκτυο, το οποίο όντως αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα», παραδέχεται ο κος Ιτιμούδης.

Ο διττός ρόλος της Ελλάδας

Παρά τις προκλήσεις, ο ρόλος της Ελλάδας στο νέο σχήμα μπορεί να είναι καθοριστικός.

«Ο βασικός ρόλος της Ελλάδας σε ένα τέτοιο έργο θα είναι αυτός του κόμβου αφ’ ενός και αφ’ ετέρου του παρόχου ασφαλείας μέσω στρατιωτικής διασύνδεσης μέσω των F35, τα οποία διαθέτουν το Ισραήλ και η Ιταλία, και αναμένεται να αποκτήσει και η Ινδία. Επομένως ο ρόλος της Ελλάδας είναι διττός», εξηγεί ο αναλυτής.

«Αυτό που χρειάζεται η Ελλάδα τη δεδομένη στιγμή είναι να επιβεβαιώσει τη θέση της, διότι γεωγραφικά αποτελεί ήδη μέρος του IMEC. Το παιχνίδι πλέον έχει ανοίξει και η Ελλάδα πρέπει να αποκτήσει ικανότητες προβολής ισχύος σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο με τις όποιες προκλήσεις (βλ. Τουρκία) αυτό επιφυλάσσει.»

Οι κινήσεις που πρέπει να γίνουν

Για να ενισχύσει τη θέση της στο σχέδιο IMEC, η Ελλάδα πρέπει να προχωρήσει σε συγκεκριμένες κινήσεις, σύμφωνα με τον κύριο Ιτιμούδη:

«Να συνεχιστούν οι στρατιωτικές ασκήσεις με την Ινδία και γενικά να παγιωθεί η παρουσία της Ινδίας στην Ανατολική Μεσόγειο μέσω της αεροπορίας και του ναυτικού της. Αυτό θα αποτελέσει και ένα ακόμη εμπόδιο στην Τουρκία, μιας και η Ινδία εχθρεύεται το Πακιστάν, κατεξοχήν σύμμαχο των Τούρκων. Επίσης, να προβεί [η Ελλάδα] σε αγορά οπλικών συστημάτων από το Ισραήλ, να παρέχει εκπαίδευση και αμυντική τεχνογνωσία στη Σαουδική Αραβία, να συνεχίσει τις σχέσεις μας με την Αίγυπτο σε επίπεδο άμυνας και ασφάλειας.»

Ευκαιρίες για τα ελληνικά λιμάνια

Ο γεωπολιτικός αναλυτής τονίζει ότι πέρα από τον Πειραιά η Ελλάδα πρέπει να αναπτύξει και άλλα στρατηγικά λιμάνια:

«Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή έχει μόλις ένα πρωτοκλασάτο λιμάνι – του Πειραιά – και η Αλεξανδρούπολη προέκυψε λόγω των γεωπολιτικών συγκυριών. Λιμάνια όπως της Θεσσαλονίκης και της Πάτρας είναι εξόχως στρατηγικής σημασίας και πρέπει να αξιοποιηθούν άμεσα στο μέγιστο της απόδοσής τους, ώστε η Ελλάδα να καλύψει όλους τους άξονες σε Βορρά και Δύση, και να καταστεί και με τη βούλα εμπορικός κόμβος.»

Η ώρα των αποφάσεων

Συνοψίζοντας, ο κος Ιτιμούδης επισημαίνει την ανάγκη για ξεκάθαρες αποφάσεις: «Η Ελλάδα πρέπει να πάρει άμεσες και σοβαρές αποφάσεις, εάν θέλει να διεκδικήσει με αξιώσεις το ρόλο της στο όλο σχέδιο. Νομίζω είναι δύσκολοι καιροί για επαμφοτερίζουσες στάσεις.»

«Γενικά, η Ελλάδα πρέπει πλέον να επενδύσει στις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου και να αναγκάσει με τον τρόπο της την Ευρώπη να τη στηρίξει. Όσο η Ευρώπη είναι αποσβολωμένη, η Ελλάδα πρέπει να αδράξει την ευκαιρία και να γίνει ο μπροστάρης στην Ανατολική Μεσόγειο, προτού το κάνουν οι Ιταλοί και οι Τούρκοι.»

Παρά τις προκλήσεις που θέτουν η συνεργασία ΗΠΑ-Ιταλίας και η κινεζική επιρροή, η γεωγραφική θέση της Ελλάδας και η ενεργή διπλωματία με την Ινδία παρέχουν ισχυρά θεμέλια. Η επόμενη κίνηση της Ελλάδας στη σκακιέρα του IMEC θα καθορίσει αν η χώρα θα αναδειχθεί σε κομβικό παίκτη στο νέο εμπορικό και γεωπολιτικό τοπίο της Ευρασίας ή αν θα παραμείνει στο περιθώριο των εξελίξεων.

Χιλιάδες στους δρόμους για τα Τέμπη, ζητούν Δικαιοσύνη και Ασφάλεια

Η εντυπωσιακή συμμετοχή του κόσμου στο συλλαλητήριο της 28ης  Φεβρουαρίου 2025 αποδεικνύει ότι η τραγωδία των Τεμπών παραμένει ένα ανοιχτό τραύμα για την ελληνική κοινωνία. Χιλιάδες πολίτες, από όλες τις ηλικίες και κοινωνικές ομάδες, έδωσαν ένα ηχηρό μήνυμα: η ατιμωρησία δεν θα γίνει ανεκτή, η μνήμη των θυμάτων δεν θα ξεχαστεί και η δικαιοσύνη αποτελεί ύψιστο αγαθό, η διεκδίκηση του οποίου δεν θα σταματήσει ποτέ.

Δύο χρόνια μετά, η αγανάκτηση και η οργή δεν έχουν καταλαγιάσει, γεγονός που υπογραμμίζει το βάθος του προβλήματος και την ανάγκη για λογοδοσία.

Η μαζική προσέλευση δείχνει πως οι πολίτες αρνούνται να συμβιβαστούν με ένα πολιτικό και θεσμικό σύστημα που αποτυγχάνει να διασφαλίσει την ασφάλεια των μεταφορών.

Η λαοθάλασσα απλωνόταν σε όλες τις κεντρικές λεωφόρους, όλες τις πλατείες, όλα τα στενά, τα δρομάκια, τα πεζοδρόμια. Ο κόσμος έκανε τα κόμματα στην άκρη και ενώθηκε.

Η παρουσία πολλών νέων ανθρώπων δείχνει ότι η νέα γενιά δεν είναι αδιάφορη απέναντι σε κρίσιμα ζητήματα και απαιτεί αλλαγές.

Σύνταγμα, 28 Φεβρουαρίου 2025. (The Epoch Times)

 

Αν και τα μεγάφωνα υπήρξαν ανεπαρκή, ο κόσμος με το μαζικό χειροκρότημα έδινε το σύνθημα. Σε σχέση με την προηγούμενη συγκέντρωση της  26ης  Ιανουαρίου 2025 στην πλατεία Συντάγματος , ο κόσμος ήταν πολλαπλάσιος σε υπερθετικό βαθμό, εκτιμάται στους 750.000-1.000.000 στην συγκέντρωση της Αθήνας.

Παρά τη συναισθηματική φόρτιση, οι περισσότερες συγκεντρώσεις πραγματοποιήθηκαν με ειρηνικό τρόπο, διατηρώντας το κύρος του μηνύματος. Κάποια επεισόδια σημειώθηκαν μετά το συλλαλητήριο στο Σύνταγμα όπου η ΕΛΑΣ προχώρησε σε 73 συλλήψεις και χρήση χημικών, όταν κάποιες μειοψηφίες προσπάθησαν να αμαυρώσουν την πορεία, κάτι που τελικά δεν κατάφεραν. Το ενιαίο μήνυμα για απόδοση ευθυνών και δικαιοσύνη ήταν το κεντρικό σημείο.

Η κυρία Οικονομίδου, συμμετέχουσα στην διαδήλωση, σε συνέντευξή της στην Epoch Times ανέφερε: «Σήμερα θα είμαστε όλοι εκεί, σε μια συγκέντρωση από τις εκατοντάδες που έχουν προγραμματιστεί, γιατί κανένα παιδί δεν αξίζει να φύγει από αυτόν τον κόσμο επειδή κάτι δεν λειτουργεί σωστά, και γιατί οι ένοχοι πρέπει να τιμωρούνται. Δεν θα είμαστε με κανένα κόμμα και με κανέναν συνδικαλιστικό φορέα. Θα είμαστε ως απλοί άνθρωποι, ως γονείς, ως νομοταγείς πολίτες που απαιτούμε να ζούμε σε μια ευνομούμενη κοινωνία, όπου κανείς και για κανέναν λόγο δεν θα απαξιώνει την ανθρώπινη ζωή».

Αρνητικά σημεία και προβληματισμοί

Παρά την πίεση, η ανταπόκριση των αρμόδιων αρχών παραμένει ασαφής, με πολλές εξαγγελίες να μην έχουν μεταφραστεί σε ουσιαστικές αλλαγές.

Η ανησυχία για την πορεία της δικαστικής έρευνας είναι εμφανής, με φόβους ότι η υπόθεση θα καθυστερήσει ή θα καταλήξει σε ατιμωρησία, κάτι που θα προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερη κοινωνική οργή.

Ηγουμενίτσα, 28 Φεβρουαρίου 2025. (Ευγενική παραχώρηση του Αχιλλέα Νάσιου)

 

Τα ερωτήματα που θέτονται για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων είναι πολλά. Παρά τις υποσχέσεις, οι πολίτες εξακολουθούν να μην έχουν εμπιστοσύνη στις μετακινήσεις τους με τρένο, καθώς τα προβλήματα στο δίκτυο παραμένουν. Δύο χρόνια μετά το τραγικό δυστύχημα, λίγα έχουν αλλάξει προς το καλύτερο για τον ελληνικό σιδηρόδρομο.  Εκτός από την υποχρηματοδότηση, ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του ελληνικού σιδηροδρόμου παραμένει η υποστελέχωσή του. Βάσει των στοιχείων του ΟΣΕ, σήμερα στον οργανισμό, μόνο οι 563 είναι μόνιμο προσωπικό. Από αυτούς, στις κρίσιμες ειδικότητες ασφαλείας του σταθμάρχη και του κλειδούχου απασχολούνται 108 και 57 άτομα αντίστοιχα, όταν το 2010 οι αριθμοί ανέρχονταν σε 564 και 503 αντίστοιχα. Τεράστιο δε ζήτημα για την ασφαλή λειτουργία του σιδηροδρόμου αποτελεί και η παλαιότητα του τροχαίου υλικού.

Πλήθος κόσμου σε δρόμους και πλατείες σε όλη τη χώρα

Συγκεντρώσεις έλαβαν χώρα σε 162 πόλεις της Ελλάδας και σε 48 πόλεις του εξωτερικού.

Θεσσαλονίκη: Περισσότεροι από 200.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο κέντρο της πόλης, δημιουργώντας ένα ατελείωτο ποτάμι διαδηλωτών.

Λάρισα: Η πόλη βυθίστηκε σε βουβό πόνο, με χιλιάδες πολίτες να συμμετέχουν στη συγκέντρωση.

Πάτρα: Ηχηρός παλμός με μαζική συμμετοχή πολιτών που απαίτησαν δικαιοσύνη.

Ναύπλιο: Μεγαλειώδης συγκέντρωση.

Πύργος: Μεγάλη συγκέντρωση πολιτών στην κεντρική πλατεία.

Χανιά και Ηράκλειο: Οι πόλεις βούλιαξαν από κόσμο, με τους δρόμους να πλημμυρίζουν από διαδηλωτές.

Λήμνος: Πρωτοφανείς εικόνες με μαζική συμμετοχή κατοίκων.

Σύρος: Η μεγαλύτερη συγκέντρωση που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ στο νησί.

Ρόδος: Με πρωτοβουλία της Μητρόπολης Ρόδου, οι καμπάνες της εκκλησίας του Ευαγγελισμού χτύπησαν πένθιμα 57 φορές και ακολούθησε μνημόσυνο.

Ζάκυνθος: Περισσότεροι από 4.000 πολίτες κατέκλυσαν την πλατεία του Αγίου Μάρκου.

Τρίκαλα: Πλήθος κόσμου κατέκλυσε τους δρόμους της πόλης.

Λαμία, 28 Φεβρουαρίου 2025. (Ευγενική παραχώρηση της Κωνσταντίνας Γρεβενίτη)

 

Λαμία: Η πόλη πλημμύρισε από διαδηλωτές. Πάνω από 10.000 κόσμου συμμετείχαν στην διαδήλωση όπου όταν η κεφαλή της πορείας είχε φτάσει στον ΟΣΕ στη Λαμία, η ουρά ήταν ακόμα μέσα στην πλατεία Πάρκου.

Βόλος: Περίπου 40.000 άνθρωποι συμμετείχαν στη διαδήλωση.

Ιωάννινα: Μεγάλη συγκέντρωση πολιτών με σύνθημα “ Δικαιοσύνη για τα Τέμπη”

Κοζάνη: ‘Ανευ προηγουμένου συμμετοχή πολιτών

Καβάλα: πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε

Πτολεμαΐδα: Η πόλη βούλιαξε από τη μαζική συμμετοχή

Αξίζει να σημειωθεί και η συμμετοχή των λιγοστών κατοίκων στο Λημέρι Ευρυτανίας. Μαζεύτηκαν γύρω στα 65 άτομα από τους 80-90 μόνιμους κατοίκους – μόνον οι υπερήλικες έλειπαν, που δεν ήταν εφικτό να μετακινηθούν.

Image preview
28 Φεβρουαρίου 2025. Όλοι οι κάτοικοι του Λημερίου Ευρυτανίας που μπορούσαν να μετακινηθούν συμμετείχαν στην κινητοποίηση που ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας. (Ευγενική παραχώρηση κατοίκων Λημερίου)

 

Ακολούθησαν και άλλες πόλεις όπως Φλώρινα, Ιεράπετρα κ.ά.

Μεγαλειώδεις ήταν επίσης και οι συγκεντρώσεις στις πόλεις του εξωτερικού.

Η 28η Φεβρουαρίου ήταν ένα ηχηρό μήνυμα απαίτησης για δικαιοσύνη και απόδοση ευθυνών για την τραγωδία των Τεμπών, ενώνοντας Έλληνες σε όλον τον κόσμο.

Η τεράστια συμμετοχή στο συλλαλητήριο αποδεικνύει ότι η ελληνική κοινωνία δεν ξεχνά και συνεχίζει να απαιτεί δικαιοσύνη και διαφάνεια. Αν οι υπεύθυνοι δεν αναλάβουν ουσιαστικές δράσεις για να διορθώσουν τα κακώς κείμενα, τότε η κοινωνική οργή θα ενταθεί. Η υπόθεση των Τεμπών δεν είναι απλώς ένα τραγικό δυστύχημα, είναι μια υπενθύμιση ότι η αμέλεια και η διαφθορά κοστίζουν ζωές, και αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Οφείλουμε να σεβόμαστε την ανθρώπινη ζωή και να την προστατεύουμε σε κάθε περίπτωση.

 

 

Στις Βρυξέλλες οι καταγγελίες για σοβαρές αστοχίες στο νέο λιμάνι κρουαζιέρας του Πειραιά

Σοβαρές καταγγελίες για την ποιότητα κατασκευής του νέου λιμανιού κρουαζιέρας στην Πειραϊκή θα παρουσιάσει στις 19 Φεβρουαρίου στις Βρυξέλλες ο ομότιμος καθηγητής θαλάσσιου περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Πειραιά και εκπρόσωπος του Παρατηρητηρίου Πειραϊκής Βασίλης Τσελέντης, ενώπιον της Επιτροπής Αναφορών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Την ώρα που το έργο χρηματοδοτείται κατά 95% από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με το συνολικό ποσό να φτάνει τα 135 εκατομμύρια ευρώ, αυτοψία που πραγματοποίησαν δύτες του Παρατηρητηρίου Πειραϊκής τον Οκτώβριο αποκάλυψε εκτεταμένες φθορές στην κατασκευή. Το βιντεοληπτικό υλικό που θα παρουσιαστεί στην Επιτροπή καταγράφει σοβαρές διαβρώσεις και ρηγματώσεις στα κυψελωτά τσιμεντοκιβώτια (κεσόν) της νέας προβλήτας, μόλις 2,5 χρόνια μετά την πόντισή τους.

Στιγμιότυπο από το βίντεο που κατέγραψαν οι δύτες του Παρατηρητηρίου Πειραϊκής τον Οκτώβριο. (Ευγενική παραχώρηση του καθηγητή Βασίλη Τσελέντη)

 

«Οι ζημιές θέτουν σε κίνδυνο την επάρκεια του δομικού στοιχείου, το οποίο πρέπει να ανταποκρίνεται σε ισχυρές καταπονήσεις από την κυματική ενέργεια της θάλασσας», τονίζει στην αναφορά του (υπ’ αριθμ. 1260/2024) ο καθηγητής Τσελέντης. Δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για την περαιτέρω διάβρωση και του υπόλοιπου οπλισμού. Πολλά από τα κεσόν έχουν αδειάσει εντελώς με αποτέλεσμα τα τοξικά υλικά που περιείχαν να διοχετευθούν στη θάλασσα.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θέσει συγκεκριμένες δεσμεύσεις για τη χρηματοδότηση του έργου, που περιλαμβάνουν την επέκταση του επιβατικού σταθμού κρουαζιέρας σε νέα προβλήτα και τη δημιουργία υποδομών για την ηλεκτροδότηση των ελλιμενισμένων πλοίων από την ξηρά. Ωστόσο, η αποκάλυψη των κατασκευαστικών αστοχιών εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την τήρηση των προδιαγραφών και τη διαχείριση των ευρωπαϊκών κονδυλίων.

Η υπόθεση προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς τα προβλήματα εμφανίστηκαν σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα μετά την κατασκευή, θέτοντας ζητήματα για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια και βιωσιμότητα του έργου. Η παρουσίαση του καθηγητή Τσελέντη στις Βρυξέλλες αναμένεται να προκαλέσει σημαντικές εξελίξεις στην πορεία του έργου και τον έλεγχο της διαχείρισης των ευρωπαϊκών κονδυλίων.

Σύμφωνα με την αναφορά που κατατέθηκε στην Επιτροπή, έχουν εντοπιστεί εκτεταμένες φθορές στα κρηπιδώματα του νέου επιβατικού σταθμού κρουαζιέρας, με το σκυρόδεμα να παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα αποκόλλησης, ιδιαίτερα στο υποθαλάσσιο τμήμα του προσήνεμου μόλου. «Η διάβρωση του μεταλλικού οπλισμού προκαλεί σημαντικές επιζήμιες επιδράσεις στο σκυρόδεμα των επηρεαζόμενων δομών», επισημαίνει χαρακτηριστικά ο καθηγητής.

Το έργο, με αρχικό προϋπολογισμό 139 εκατ. ευρώ από τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία της περιόδου 2014-2020, έχει ήδη παρουσιάσει σημαντικές καθυστερήσεις λόγω προσφυγών στο ΣτΕ. Μάλιστα, αναγκάστηκε να επανυποβληθεί στο νέο πρόγραμμα 2021-2027 με τροποποιημένο προϋπολογισμό 114,3 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 86,92 εκατ. θα καλυφθούν από ευρωπαϊκά κονδύλια και τα 27,3 εκατ. από τον ΟΛΠ.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του 2023, το σκυρόδεμα που επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί θα ήταν «υψηλής ποιότητας που δεν επιτρέπει τη διείσδυση υγρασίας». Ωστόσο, μόλις δύο χρόνια μετά την εγκατάσταση, τα κρηπιδώματα παρουσιάζουν σημαντικές αστοχίες και ζημιές.

Ο καθηγητής θέτει καίρια ερωτήματα σχετικά με το ποιος πιστοποίησε ότι η κατασκευαστική διαδικασία είναι σύμφωνη με τις αυστηρές προδιαγραφές, καθώς και τον ρόλο του ανεξάρτητου φορέα HILL INTERNATIONAL, ο οποίος, σύμφωνα με τη σύμβαση παραχώρησης του λιμανιού, έχει τη συνολική ευθύνη διασφάλισης των τεχνικών και νομικών απαιτήσεων.

Επιπλέον, εγείρονται σοβαρά ερωτήματα για την ανθεκτικότητα των κατασκευών στις επερχόμενες κλιματικές αλλαγές, με τον καθηγητή να υπενθυμίζει την καταστροφή του προσήνεμου μόλου στη Μαρίνα Ζέας το 2005.

Παράλληλα, ζητείται διευκρίνιση για τον τρόπο κατανομής των νέων κονδυλίων που θα καλύψουν το κόστος των επισκευών και την επιβολή προστίμων για τη μη τήρηση των κατασκευαστικών προδιαγραφών. Επίσης, ζητείται από το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ) να διασφαλίσει την αξιοπιστία των δειγματοληψιών και των εργαστηριακών αναλύσεων.

Τις αστοχίες της κατασκευαστικής εταιρείας καλούνται να πληρώσουν οι Έλληνες φορολογούμενοι, μιας και η χρηματοδότηση γίνεται πλέον κατά το ήμισυ από την Περιφέρεια Αττικής, η οποία έχει εντάξει το έργο στο Επιχειρησιακό της πρόγραμμα, ενώ μεταθέτει τον έλεγχο της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης στη λιμενική αρχή και στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Ήδη έχει καταβληθεί από την περιφέρεια Αττικής προς την ΟΛΠ-COSCO το ποσόν 19.578.373,27 ευρώ μέσω ΣΑΕΠ 0851 και η πρώτη περίοδος του ΕΣΠΑ έληξε τον Ιούνιο του 2023. .

H EE ενέκρινε τη συνέχιση του έργου το καλοκαίρι του 2024 αρκούμενη σε υποσχέσεις της Ελληνικής πλευράς περί προγραμματισμού ηλεκτροδότησης των δύο νέων θέσεων κρουαζιέρας χωρίς να υπάρχουν μελέτες μέσα στο master plan ( REGIO.G.3/KN), μη γνωρίζοντας για τις κατασκευαστικές αστοχίες και τους συνεπαγόμενους κινδύνους που αντιμετωπίζει το έργο, και που αναδεικνύονται μέσω αυτής της αναφοράς.

Εν κατακλείδι, αναφέρεται πως είναι προφανές ότι ΠΡΕΠΕΙ να διακοπεί κάθε χρηματοδότηση προς την COSCO και να μην προχωρήσει το αχρείαστο και περιβαλλοντικά επικίνδυνο λιμάνι της Πειραϊκής.