Τετάρτη, 28 Ιαν, 2026

Ξεπερνούν τους εκατό οι θάνατοι ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ που αναφέρθηκαν το 2025

Συνολικά 124 θάνατοι ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ καταγράφηκαν μέσα στο 2025, σύμφωνα με δημοσίευση του Minghui.org, του ιστοτόπου που τεκμηριώνει υποθέσεις διώξεων κατά της πνευματικής αυτής πρακτικής στην Κίνα. Οι περιπτώσεις, όπως αναφέρεται, συνδέονται με συλλήψεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια, ψυχιατρική κράτηση, εξαναγκαστική φαρμακευτική αγωγή, οικονομική αποστέρηση και συνεχή αστυνομική παρενόχληση.

Τον Ιούλιο του 2025 συμπληρώθηκαν 26 χρόνια από την έναρξη της εκστρατείας καταστολής του Φάλουν Γκονγκ από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας το 1999. Σύμφωνα με την πηγή, η αυστηρή λογοκρισία και οι περιορισμοί στην πληροφόρηση καθιστούν δύσκολη την έγκαιρη καταγραφή των περιστατικών, με αποτέλεσμα οι πραγματικοί αριθμοί να εκτιμώνται αρκετά υψηλότεροι.

Από τους 124 θανάτους, τέσσερις αφορούσαν το 2022, έξι το 2023, τριάντα τρεις το 2024, εξήντα δύο το 2025, ενώ δεν κατέστη δυνατό να χρονολογηθούν με ακρίβεια δεκαεννέα. Οι θανόντες προέρχονταν από 24 επαρχίες και διοικητικές περιφέρειες, με τη Χεϊλονγκτσιάνγκ να καταγράφει τον μεγαλύτερο αριθμό (18), ακολουθούμενη από τις Τζιλίν, Χεμπέι, Λιαονίνγκ και Σάντονγκ. Ογδόντα πέντε από τα θύματα ήταν γυναίκες, ενώ η πλειονότητα ήταν άνω των 60 ετών.

Θάνατοι υπό κράτηση και λίγο μετά την αποφυλάκιση

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι περιπτώσεις θανάτων που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της κράτησης. Σύμφωνα με το Minghui, είκοσι δύο ασκούμενοι πέθαναν ενώ βρίσκονταν σε δομές εγκλεισμού, μεταξύ αυτών φυλακές, κέντρα κράτησης και ψυχιατρικά ιδρύματα. Άλλοι επτά πέθαναν λίγες ημέρες ή μήνες μετά την αποφυλάκισή τους, χωρίς να έχουν ανακτήσει την υγεία τους.

Ανάμεσα στις υποθέσεις που αναφέρονται είναι και εκείνη του Λι Τσανγκ’αν, οδηγού φορτηγού από τη Χεϊλονγκτσιάνγκ, ο οποίος πέθανε το 2023 ενώ εξέτιε ποινή 12 ετών. Το δημοσίευμα κάνει λόγο για παρατεταμένη απομόνωση, ξυλοδαρμούς και σοβαρή επιδείνωση της υγείας του. Ο Ζάο Τζιγιουάν, 71 ετών, πέθανε τον Ιούλιο του 2025 στη φυλακή της Τζινζού, ενώ εξέτιε ποινή 7,5 ετών, με την οικογένειά του να αναφέρει εμφανή σημάδια κακομεταχείρισης.

Σημαντική είναι και η περίπτωση της Λι Τσιαολιάν, 70 ετών, η οποία πέθανε ενώ εξέτιε ποινή 3,5 ετών, παρότι είχε διαγνωστεί με καρκίνο τελικού σταδίου. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η αίτηση για ιατρική αποφυλάκιση απορρίφθηκε επειδή αρνήθηκε να αποκηρύξει την πίστη της.

Θάνατοι λίγο μετά τη σύλληψη

Ορισμένα περιστατικά χαρακτηρίζονται από εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ σύλληψης και θανάτου. Η Τσεν Γιαν, 45 ετών, πέθανε τρεις ημέρες μετά την εισαγωγή της σε γυναικεία φυλακή για να εκτίσει ποινή πέντε ετών. Σύμφωνα με την οικογένειά της, η υγεία της είχε επιδεινωθεί δραματικά ήδη κατά την κράτηση σε κέντρο κράτησης.

Παρόμοια είναι η υπόθεση της Ζανγκ Φενγκσιά, 52 ετών, η οποία πέθανε επτά ημέρες μετά τη σύλληψή της στη Χεϊλονγκτσιάνγκ. Οι συγγενείς της αμφισβήτησαν τον ισχυρισμό των αρχών ότι ο θάνατός της οφειλόταν σε αιφνίδιο ιατρικό επεισόδιο.

Θάνατοι εκτός κράτησης και μακροχρόνιες συνέπειες

Σημαντικός αριθμός ασκούμενων πέθανε εκτός φυλακών, έπειτα από πρόσφατη παρενόχληση ή ως αποτέλεσμα μακροχρόνιων συνεπειών της κράτησης. Η Ντου Χονγκφάνγκ, η οποία μετά από οκταετή φυλάκιση είχε καταστεί ανίκανη να αυτοεξυπηρετείται, πέθανε τον Ιούλιο του 2025, έναν μήνα μετά από νέα αστυνομική πίεση.

Άλλες περιπτώσεις περιλαμβάνουν ανθρώπους που πέθαναν μήνες μετά την αποφυλάκισή τους, χωρίς να έχουν ανακάμψει, καθώς και θανάτους που, σύμφωνα με τις αναφορές, συνδέονται με εξαναγκαστική χορήγηση άγνωστων ουσιών κατά την κράτηση.

Οικονομική και οικογενειακή διάσταση

Το ρεπορτάζ αναδεικνύει επίσης τη διάσταση της οικονομικής πίεσης, με αναστολές μισθών και συντάξεων που διήρκεσαν δεκαετίες. Ο Τζι Τζονγκσιάν, πρώην καθηγητής Λυκείου που στερήθηκε μεγάλο μέρος του εισοδήματός του για πάνω από 20 χρόνια, πέθανε το 2025.

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι επιπτώσεις των διώξεων επεκτάθηκαν σε ολόκληρες οικογένειες, με πολλαπλούς θανάτους συγγενών σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, υπό το βάρος της συνεχούς πίεσης και του φόβου.

«Βιολάντα»: Νέα ανακοίνωση μετά την τραγωδία στα Τρίκαλα

Πέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στα Τρίκαλα, στη μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στο εργοστάσιο της εταιρείας «Βιολάντα» τα χαράματα της Δευτέρας 26 Ιανουαρίου, ενώ έξι τραυματίστηκαν, μεταξύ των οποίων και ένας πυροσβέστης.

Σε νεότερη ανακοίνωσή της, η μπισκοτοβιομηχανία «Βιολάντα» εκφράζει τη βαθιά της θλίψη για το τραγικό περιστατικό στις εγκαταστάσεις της, τονίζοντας πως απόλυτη προτεραιότητά της αποτελεί η στήριξη των οικογενειών των θυμάτων.

«Σε αυτή την ώρα βαθιάς οδύνης, τα λόγια δεν επαρκούν για να αποδώσουν τον ανθρώπινο πόνο που προκαλεί μια τέτοια απώλεια. Εκφράζουμε τον συγκλονισμό και τη θλίψη μας για το τραγικό συμβάν στο εργοστάσιό μας στα Τρίκαλα. Μοναδικό μας μέλημα είναι να σταθούμε με σεβασμό και ουσιαστική στήριξη δίπλα στις οικογένειες των ανθρώπων που χάθηκαν», αναφέρει η ανακοίνωση της εταιρείας.

Στην αρχική της τοποθέτηση, η εταιρεία ανέφερε ότι τα αίτια της φωτιάς παραμένουν άγνωστα, υπογραμμίζοντας πως το βασικό της ενδιαφέρον αφορά την ασφάλεια και τη φροντίδα των εργαζομένων της.

Η πρώτη ανακοίνωση ανέφερε:

«Κατά τη διάρκεια της νυχτερινής βάρδιας σημειώθηκε σοβαρό περιστατικό στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου μας, από άγνωστη μέχρι στιγμής αιτία. Η Πυροσβεστική Υπηρεσία και οι αρμόδιες αρχές βρίσκονται στο σημείο και επιχειρούν. Υπάρχουν πέντε αγνοούμενοι εργαζόμενοι και καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για τον εντοπισμό τους. Αυτή τη στιγμή, η απόλυτη προτεραιότητά μας είναι οι άνθρωποί μας. Στεκόμαστε δίπλα στους ίδιους και στις οικογένειές τους, παρέχοντας κάθε δυνατή στήριξη, ενώ συνεργαζόμαστε πλήρως με τις αρμόδιες αρχές».

Ραγδαίες εξελίξεις στη Συρία: Αποχωρούν ρωσικές δυνάμεις — Εκκένωση της βάσης στο Καμισλί

Βίντεο που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο καταγράφουν την αποχώρηση ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων από το αεροδρόμιο του Καμισλί, στη βορειοανατολική Συρία, ενισχύοντας τις αναφορές περί μερικής αποδέσμευσης της Μόσχας από τη χώρα, έπειτα από παρουσία σχεδόν δέκα ετών.

Σύμφωνα με τα έως τώρα δεδομένα, οι ρωσικές δυνάμεις έχουν ξεκινήσει διαδικασίες εκκένωσης της στρατιωτικής τους βάσης στο Καμισλί, με στρατιωτικό εξοπλισμό να φορτώνεται σε μεταγωγικά αεροσκάφη προκειμένου να μεταφερθεί εκτός περιοχής. Πλάνα που μετέδωσε το τηλεοπτικό δίκτυο K24 TV δείχνουν τη φόρτωση βαρέος οπλισμού σε μεταγωγικό αεροσκάφος Il-76, καθώς και τις προετοιμασίες για τη μεταφορά ελικοπτέρου Mi-8, από το οποίο έχουν αφαιρεθεί τα πτερύγια του στροφείου.

Στο ίδιο οπτικό υλικό διακρίνονται μαχητικά αεροσκάφη, ελικόπτερα και λοιπός στρατιωτικός εξοπλισμός να φορτώνονται σε αεροσκάφη μεταφοράς, στο πλαίσιο μιας σταδιακής αποχώρησης από τη βάση. Το Καμισλί αποτέλεσε επί σειρά ετών κομβικό σημείο της ρωσικής στρατιωτικής παρουσίας στη βορειοανατολική Συρία και βασικό κέντρο επιχειρησιακής δραστηριότητας της Μόσχας στην περιοχή.

Οι εξελίξεις αυτές ακολουθούν προηγούμενες πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες οι συριακές αρχές ασκούσαν πιέσεις για την απομάκρυνση ρωσικών στρατευμάτων από θέσεις στον βορρά της χώρας. Η βάση του Καμισλί ήταν μέχρι πρόσφατα μία από τις τρεις ρωσικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη Συρία. Σε περίπτωση που επιβεβαιωθεί πλήρως η εκκένωσή της, θα απομείνουν πλέον μόνο δύο ρωσικές βάσεις στο συριακό έδαφος.

Η σημαντικότερη εξ αυτών είναι η αεροπορική βάση Χμεϊμίμ, στην επαρχία της Λαττάκειας, στις ακτές της Μεσογείου, η οποία συνεχίζει να λειτουργεί ως το βασικό επιχειρησιακό κέντρο της Ρωσίας στη Συρία.

Ο Τζέιμι Ντάιμον έμαθε τι σημαίνει να έρχεσαι σε σύγκρουση με τον Ντόναλντ Τραμπ

Στην εποχή του Trump 2.0, ακόμη και οι πιο ισχυροί τραπεζίτες της Wall Street επιλέγουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν πρόκειται για πολιτικά ζητήματα. Η άτυπη στρατηγική μοιάζει να είναι μία: χαμογέλα, πες «ναι» και μην τραβάς την προσοχή επάνω σου.

Όμως, όταν μια πρόταση του Ντόναλντ Τραμπ για την αντιμετώπιση της ακρίβειας άγγιξε την ίδια την καρδιά των τραπεζικών κερδών, το κλίμα φάνηκε να αλλάζει και αρκετοί ισχυροί παράγοντες της Wall Street είπαν «όχι» στον Trump, δημοσίως και με έντονο τρόπο.

Το αποτέλεσμα ήταν την Πέμπτη ο Αμερικανός πρόεδρος να καταθέσει αγωγή κατά της JP Morgan Chase και του διευθύνοντος συμβούλου της, Τζέιμι Ντάιμον (Jamie Dimon), με αφορμή το λεγόμενο «debanking» — δηλαδή το κλείσιμο των λογαριασμών του Τραμπ μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021. Τώρα ο Τραμπ ζητά αποζημίωση 5 δισ. δολαρίων.

Η αγωγή πιθανότατα ετοιμαζόταν εδώ και καιρό, αφού ο Τραμπ είχε αφήσει υπαινιγμούς στο παρελθόν. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία είναι ενδεικτική: κατατέθηκε μία ημέρα αφότου ο Ντίμον δήλωσε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός ότι η πρόταση Τραμπ να μειωθούν σχεδόν στο μισό τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών θα οδηγούσε σε «οικονομική καταστροφή».

Η δημόσια αυτή κριτική μοιάζει να έσπασε έναν άγραφο κανόνα που είχε διαμορφωθεί μεταξύ των ηγετών της αμερικανικής επιχειρηματικής ελίτ: μην πας κόντρα στον Τραμπ, ακόμη κι αν οι πολιτικές του πλήττουν άμεσα τα συμφέροντα της εταιρείας σου.

Όταν, για παράδειγμα, επέβαλε την περασμένη άνοιξη υψηλούς δασμούς που απειλούσαν την κερδοφορία των επιχειρήσεων, οι CEO τήρησαν σιγή. Το ίδιο έγινε όταν επιτέθηκε στη Federal Reserve, της οποίας η ανεξαρτησία θεωρείται κρίσιμη για τη σταθερότητα της οικονομίας. Ακόμη κι όταν άρχισε να εμπλέκεται πιο ενεργά σε ιδιωτικές εταιρείες — ζητώντας μερίδιο από τα έσοδα κολοσσών όπως η Nvidia και η Intel — σχεδόν κανείς δεν αντέδρασε δημοσίως.

Η πραγματικότητα είναι πως ο Τραμπ έχει εξελιχθεί σε φόβητρο για πολλές μεγάλες επιχειρήσεις. Από την έναρξη της δεύτερης θητείας του, αυτός και η κυβέρνησή του έχουν ερευνήσει, μηνύσει ή κατηγορήσει εταιρείες που θεωρούν εχθρικές, όπως το CBS, τους New York Times και τη Wall Street Journal. Παράλληλα, έχει απειλήσει εταιρείες όπως η Apple με βαρείς δασμούς, ενώ φέρεται να προσπάθησε να μπλοκάρει κινήσεις της Exxon στη Βενεζουέλα, επειδή δεν του άρεσε η στάση του διευθύνοντος συμβούλου της.

Στο παρασκήνιο, ορισμένες επιχειρηματικές ομάδες επεξεργάζονταν σχέδια αντίδρασης για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους. Όμως αυτά τα σχέδια δεν προχώρησαν, καθώς πολλοί CEO φοβούνται τις συνέπειες μιας πιθανής σύγκρουσης με τον Λευκό Οίκο.

Για τη Wall Street, η «κόκκινη γραμμή» ξεπεράστηκε όταν ο Τραμπ πρότεινε πλαφόν 10% στα επιτόκια των πιστωτικών καρτών. Σε ανάρτησή του στο Truth Social, στις 9 Ιανουαρίου, ο πρόεδρος υποστήριξε ότι οι εταιρείες καρτών «δεν θα κλέβουν πια τον κόσμο», αναφερόμενος στο μέσο επιτόκιο γύρω στο 20%. Αν και ένα τέτοιο μέτρο πιθανότατα απαιτεί έγκριση από το Κογκρέσο, η δήλωση ήταν αρκετή για να αναστατώσει τη Wall Street, οδηγώντας σε ασυνήθιστα επικριτικές τοποθετήσεις.

Η διευθύνων σύμβουλος της Citigroup, Τζέιν Φρέιζερ (Jane Fraser), δήλωσε ξεκάθαρα ότι το πλαφόν επιτοκίων «δεν είναι κάτι που μπορούν να στηρίξουν».

Ο διευθύνων σύμβουλος της Bank of America, Μπράιαν Μόυνιχαν (Brian Moynihan), τόνισε ότι ένα τέτοιο όριο θα οδηγούσε σε περιορισμό της πίστωσης: λιγότεροι άνθρωποι θα έπαιρναν κάρτες και θα μειωνόταν και το διαθέσιμο υπόλοιπο για χρήση.

Όμως η δήλωση του Ντάιμον στο Νταβός ήταν πιο «μετωπική». Και αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς προέρχεται από την πιο ισχυρή φιγούρα της Wall Street — και από κάποιον που έχει ήδη τεταμένο ιστορικό με τον Τραμπ:

Το 2018, σε σχόλιο που ανακάλεσε σχεδόν αμέσως, ο Ντάιμον είχε πει ότι θα μπορούσε να νικήσει τον Τραμπ σε εκλογική αναμέτρηση «γιατί είμαι εξίσου σκληρός, αλλά πιο έξυπνος».

Στη δεύτερη θητεία του Τραμπ, ο Ντάιμον προσπάθησε να κρατήσει πιο ισορροπημένη στάση. Στο Νταβός ανέφερε ότι διαφωνεί με κάποιες πολιτικές του προέδρου, ότι συμφωνεί με άλλες, όμως απέφυγε να εξηγήσει γιατί οι CEO δεν αντιδρούν περισσότερο.

Ίσως να είχε ήδη διδαχθεί. Ωστόσο, μετά από μια μάλλον ήπια δήλωσή του για τα επιτόκια καρτών — ότι θα ήταν «δραματικό για τις subprime κάρτες» — καθώς και τη στάση του σχετικά με την ποινική έρευνα κατά του προέδρου της Fed («δεν είναι καλή ιδέα»), ο Τραμπ έβαλε προσωπικά στο στόχαστρο τον Ντάιμον . Στις 15 Ιανουαρίου, είπε ότι ο Ντάιμον «πιθανόν θέλει υψηλότερα επιτόκια», υπαινισσόμενος πως έτσι κερδίζει περισσότερα χρήματα. Δύο ημέρες αργότερα, αφότου η Wall Street Journal ανέφερε ότι ο Τραμπ είχε προσφέρει στον Ντίμον τη θέση του επικεφαλής της Fed, ο πρόεδρος ανακοίνωσε πως θα προχωρήσει σε αγωγή, διαψεύδοντας την είδηση της προσφοράς θέσης.

«Δεν έγινε ποτέ τέτοια προσφορά και, στην πραγματικότητα, θα μηνύσω την JP Morgan Chase μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες για το λανθασμένο και ακατάλληλο DEBANKING μου μετά τη διαμαρτυρία της 6ης Ιανουαρίου», έγραψε ο Τραμπ στο Truth Social.

Απίθανη «χρυσή» πρόταση Τραμπ στους Γροιλανδούς: Δίνει ένα εκατ. δολάρια σε κάθε κάτοικο αν ενταχθούν στις ΗΠΑ

Ο Ντόναλντ Τραμπ επαναφέρει δυναμικά στο προσκήνιο το σχέδιό του για τη Γροιλανδία, αυτή τη φορά όχι με απειλές στρατιωτικής δράσης, αλλά με ένα οικονομικό δέλεαρ που μοιάζει πρωτοφανές. Ο Αμερικανός πρόεδρος εξετάζει την ιδέα να προσφέρει 1 εκατομμύριο δολάρια σε κάθε έναν από τους 57.000 κατοίκους του νησιού, εφ’ όσον σε ενδεχόμενο δημοψήφισμα στηρίξουν την ένταξη στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Από την ένταση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων

Μέχρι πριν λίγες ημέρες, η στάση του Τραμπ είχε προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στη διεθνή διπλωματία, καθώς είχε αφήσει να εννοηθεί ακόμη και το ενδεχόμενο στρατιωτικής παρέμβασης. Οι αντιδράσεις από τη Βρετανία και άλλα κράτη του ΝΑΤΟ ήταν έντονες, όμως έπειτα από κρίσιμη συνάντηση με τον γενικό γραμματέα της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, Μαρκ Ρούττε, ο Αμερικανός πρόεδρος έκανε ένα βήμα πίσω, αποσύροντας τις απειλές.

Όπως υποστήριξε, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να κινηθούν προς μια «μελλοντική συμφωνία» για τον έλεγχο του νησιού, τονίζοντας ότι η Γροιλανδία αποτελεί περιοχή-κλειδί για την αμερικανική ασφάλεια. Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε την αναστολή των δασμών με τους οποίους είχε απειλήσει τις χώρες — μεταξύ αυτών και τη Βρετανία — που είχαν αντιταχθεί στις πιέσεις για το αρκτικό νησί. Η εξέλιξη αυτή καθησύχασε τις αγορές, οι οποίες αντέδρασαν θετικά μετά τη διαβεβαίωση πως η στρατιωτική λύση παραμερίζεται.

Το μοντέλο της Κύπρου και οι κυρίαρχες στρατιωτικές ζώνες

Σύμφωνα με πληροφορίες, στο παρασκήνιο εξετάζεται μια συμβιβαστική πρόταση μεταξύ ΝΑΤΟ και Δανίας, που θα επιτρέψει στις ΗΠΑ να αποκτήσουν ουσιαστικό στρατηγικό έλεγχο χωρίς να χάσει η Δανία τυπικά την κυριαρχία της. Το σχέδιο θυμίζει το μοντέλο των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο: η Δανία θα παραχωρήσει συγκεκριμένες στρατηγικές εκτάσεις στη Γροιλανδία, οι οποίες θα θεωρηθούν αμερικανικό έδαφος, ώστε να δημιουργηθούν μόνιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις και αμυντικά συστήματα.

Ερωτηθείς για τη διάρκεια μιας τέτοιας συμφωνίας, ο Τραμπ ήταν ξεκάθαρος: «Θα είναι απεριόριστη. Μια συμφωνία για πάντα».

Παρά το τεράστιο οικονομικό κίνητρο — που ισοδυναμεί με περίπου 57 δισεκατομμύρια δολάρια συνολικά — οι επίσημες Αρχές σε Κοπεγχάγη και Νούουκ συνεχίζουν να δηλώνουν κατηγορηματικά ότι η Γροιλανδία δεν αποτελεί αντικείμενο αγοράς. Ωστόσο, η μετάβαση του Τραμπ από τη στρατιωτική πίεση στο χρηματοοικονομικό δέλεαρ δημιουργεί ένα νέο, ιδιαίτερα δύσκολο γεωπολιτικό σκηνικό.

Οι κάτοικοι του νησιού βρίσκονται πλέον στην καρδιά μιας πιθανής ιστορικής αλλαγής. Το ενδεχόμενο να λάβει κάθε πολίτης ένα εκατομμύριο δολάρια δεν αφορά απλώς μια διακρατική συναλλαγή, αλλά μια υπόσχεση πλούτου που θα μπορούσε να μεταμορφώσει το μέλλον των οικογενειών στη Γροιλανδία για πολλές γενιές. Το βασικό ερώτημα είναι αν η κοινωνία θα μπορέσει να αντισταθεί σε αυτή την οικονομική «σειρήνα» ή αν η πίεση θα οδηγήσει σε δημοψήφισμα που θα ανατρέψει ισορροπίες δεκαετιών.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Γροιλανδία δεν είναι μόνο ένα τεράστιο παγωμένο νησί, αλλά ένα στρατηγικό οχυρό σε ένα νέο πεδίο παγκόσμιου ανταγωνισμού, ιδιαίτερα απέναντι σε Ρωσία και Κίνα. Η κατοχή ή ο έλεγχός της προσφέρει τον έλεγχο κρίσιμων αρκτικών θαλάσσιων διαδρομών που ανοίγουν λόγω της κλιματικής αλλαγής, πρόσβαση σε σπάνιες γαίες και ενεργειακούς πόρους κάτω από τους παγετώνες, καθώς και ισχυρή αμυντική παρουσία στον Βόρειο Πόλο, με το νησί να αποτελεί ένα είδος «αβύθιστου αεροπλανοφόρου» για την αμερικανική ασφάλεια.

Φονική πυρκαγιά στο εργοστάσιο Βιολάντα στα Τρίκαλα

Μια ανείπωτη τραγωδία εκτυλίχθηκε στα Τρίκαλα τις πρώτες ώρες της Δευτέρας 26/1/2026, όταν μεγάλη φωτιά που ξέσπασε συνοδείᾳ ισχυρής έκρηξης στο εργοστάσιο μπισκότων «Βιολάντα» προκάλεσε τον θάνατο εργαζομένων και εκτεταμένες ζημιές. Η φωτιά εκδηλώθηκε λίγο πριν τις 4:00 τα ξημερώματα της Δευτέρας, καίγοντας μια πτέρυγα του εργοστασίου μετά από μια εκκωφαντική έκρηξη που προηγήθηκε.

Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, τρεις εργαζόμενες γυναίκες εντοπίστηκαν απανθρακωμένες στο υπόγειο του κτιρίου, ενώ υπάρχουν αναφορές ότι βρέθηκε και τέταρτη σορός, ανεβάζοντας τους νεκρούς σε τέσσερις, με μία ακόμη γυναίκα να παραμένει αγνοούμενη. Άλλοι έξι εργαζόμενοι, καθώς και ένας πυροσβέστης, μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Τρικάλων με αναπνευστικά προβλήματα ή ελαφρά τραύματα και βρίσκονται εκτός κινδύνου σύμφωνα με τις αρχές.

Η έκρηξη που προηγήθηκε της φωτιάς ήταν τρομακτικής ισχύος: το ωστικό κύμα λέγεται ότι κυριολεκτικά «έκοψε στα δύο» το εργοστάσιο, προκαλώντας κατάρρευση τμημάτων του κτηρίου και τεράστιες ζημιές. Μαρτυρίες εργαζομένων αναφέρουν ότι το σημείο όπου σημειώθηκε η έκρηξη βρισκόταν κοντά στους φούρνους που λειτουργούσαν όλο το 24ωρο και όχι δίπλα στις δεξαμενές υγραερίου του εργοστασίου. Ως πιθανές αιτίες της έκρηξης συζητούνται βιομηχανικά υλικά όπως η αμμωνία και το προπάνιο, καθώς δεν φαίνεται οι φιάλες υγραερίου να δικαιολογούν την ένταση του συμβάντος. Η έκρηξη ακούστηκε μέχρι και μέσα στην πόλη των Τρικάλων, προκαλώντας πανικό σε μεγάλη απόσταση.

Στο σημείο έσπευσαν από τα πρώτα λεπτά ισχυρές δυνάμεις της Πυροσβεστικής. Αρχικά κινητοποιήθηκαν 22 πυροσβέστες με 9 οχήματα, όμως στη συνέχεια οι δυνάμεις διπλασιάστηκαν σχεδόν, ενώ επιστρατεύτηκαν και ειδικά κλιμάκια της ΕΜΑΚ. Τα συνεργεία πυρόσβεσης και διάσωσης έδωσαν ολονύχτια μάχη, καταβάλλοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες να θέσουν υπό έλεγχο τις φλόγες και να εντοπίσουν τους εγκλωβισμένους εργαζομένους.

Για λόγους ασφαλείας, η Αστυνομία απέκλεισε την περιοχή γύρω από τη βιομηχανία. Η επαρχιακή οδός Τρικάλων–Καρδίτσας, δίπλα στην οποία βρίσκεται το εργοστάσιο, έκλεισε από τις Αρχές και η κυκλοφορία εκτράπηκε μέσω παρακαμπτήριων οδών ώστε να διευκολυνθεί το έργο των σωστικών συνεργείων. Στο μεταξύ, στο σημείο κλήθηκαν κλιμάκια της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού (ΔΑΕΕ) και εμπειρογνώμονες, προκειμένου να διερευνήσουν τα ακριβή αίτια της φωτιάς και της έκρηξης.

Στην περιοχή της τραγωδίας βρέθηκαν από νωρίς εκπρόσωποι των Αρχών, αλλά και στελέχη της εταιρείας. Η αντιπεριφερειάρχης Τρικάλων Χρύσα Ντιντή καθώς και ο νεοδιορισμένος αστυνομικός διευθυντής Τρικάλων Αθανάσιος Καππάς μετέβησαν στο σημείο για τον συντονισμό των ενεργειών και την ενημέρωση. Ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Τρικάλων δήλωσε ότι «μέχρι στιγμής έχουν επιβεβαιωθεί τρεις νεκροί… αγνοούνται άλλοι δύο. Η κατάσταση είναι τραγική και δύσκολη». Συγγενείς της αγνοούμενης εργαζομένης περίμεναν με αγωνία έξω από το εργοστάσιο, αναφέροντας πως η έκρηξη ήταν τόσο δυνατή που ακούστηκε σε όλη την πόλη.

Η εταιρεία Βιολάντα, με ανακοίνωση που εξέδωσε το πρωί, ανέφερε ότι το περιστατικό σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της νυχτερινής βάρδιας «από άγνωστη μέχρι στιγμής αιτία». Τόνισε δε πως προτεραιότητα αποτελεί η φροντίδα των εργαζομένων, δηλώνοντας: «Αυτή τη στιγμή, το μόνο που μας απασχολεί είναι οι άνθρωποί μας. Στεκόμαστε δίπλα σε αυτούς και στις οικογένειές τους και κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για να τους στηρίξουμε». Παράλληλα, υπογράμμισε ότι συνεργάζεται πλήρως με τις αρμόδιες Αρχές για τη διερεύνηση του συμβάντος.

Η μπισκοτοβιομηχανία Βιολάντα απασχολεί περίπου 250 εργαζόμενους στις εγκαταστάσεις της στα Τρίκαλα, γεγονός που την καθιστά σημαντικό εργοδότη για την περιοχή. Η καταστροφή στο εργοστάσιο και η διακοπή της παραγωγής έχουν προκαλέσει ανησυχία στην τοπική κοινωνία για τις οικονομικές επιπτώσεις. Το πλήγμα είναι βαρύ, καθώς η πόλη θρηνεί για τα θύματα, ενώ οι οικογένειες και οι συνάδελφοί τους βρίσκονται σε κατάσταση σοκ. Όλοι αναμένουν το πόρισμα των Αρχών για τα ακριβή αίτια της τραγωδίας και την απόδοση ευθυνών.

Ακίνητος στη θύελλα: Το μυστικό των σαμουράι στρατηγών

Γιατί άραγε οι στρατηγοί των σαμουράι έμεναν εντελώς ακίνητοι, στη μέση ενός πεδίου μάχης που έβραζε από θόρυβο, αίμα και χάος; Ενώ χιλιάδες πολεμιστές συγκρούονταν, ο διοικητής καθόταν εκεί σαν άγαλμα, ατάραχος, δίχως να δείχνει το παραμικρό σημάδι ανησυχίας.

Ο λόγος ήταν απλός, αλλά τρομακτικά ισχυρός: ήξερε πως κάθε μάτι ήταν καρφωμένο πάνω του. Κάθε στρατιώτης — από τη δική του πλευρά αλλά και από την πλευρά του εχθρού — παρακολουθούσε τις κινήσεις του και έβγαζε συμπεράσματα. Αν έκανε μια απότομη κίνηση, οι δικοί του θα πίστευαν πως κάτι πάει στραβά. Αν γύριζε να κοιτάξει πίσω του, οι άντρες του θα νόμιζαν ότι υποχωρούν ή ότι χάνουν. Ακόμα και μια μικρή χειρονομία, όπως το να ξύσει το πρόσωπό του, μπορούσε να ερμηνευτεί σαν νευρικότητα, φόβος ή αμφιβολία.

Κι έτσι, έμενε ακίνητος. Τα χέρια του ακουμπούσαν ήρεμα στους μηρούς του, το βλέμμα του σταθερό. Βέλη περνούσαν δίπλα από το κεφάλι του, άνθρωποι έπεφταν νεκροί στα πόδια του, αλλά εκείνος δεν «έσπαγε» ούτε για μια στιγμή.

Η στάση του λειτουργούσε σαν μήνυμα. Οι δικοί του στρατιώτες, βλέποντάς τον τόσο ψύχραιμο, ένιωθαν πως η νίκη είναι κοντά: «Αν ο άρχοντάς μας δεν φοβάται, τότε είμαστε δυνατοί. Είμαστε μπροστά». Ο αντίπαλος στρατός έπαιρνε το ίδιο μήνυμα: «Τίποτα απ’ όσα κάνουμε δεν τον κλονίζει. Δεν μπορούμε να τον λυγίσουμε».

Ένας μόνο άνθρωπος, ακίνητος, καθόριζε την ψυχολογία δέκα χιλιάδων πολεμιστών, χωρίς καν να σηκώσει το σπαθί του.

Γι’ αυτό, στο πεδίο μάχης των σαμουράι, το πιο φονικό όπλο δεν ήταν η κατάνα. Ήταν η απόλυτη ακινησία.

Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur παραπέμπεται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε να παραπέμψει τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Mercosur στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), εξέλιξη που δημιουργεί σοβαρή αβεβαιότητα για την πορεία και την τελική τύχη της συμφωνίας. Η απόφαση ελήφθη με οριακή πλειοψηφία, καθώς 334 ευρωβουλευτές ψήφισαν υπέρ της παραπομπής, 324 κατά και 11 απείχαν, γεγονός που αναδεικνύει το βαθύ ρήγμα στο εσωτερικό του Κοινοβουλίου.

Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει αν η νομική δομή της συμφωνίας είναι συμβατή με τις Συνθήκες της ΕΕ. Κεντρικό ζήτημα αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή διαχώρισε τη συμφωνία σε εμπορικό και πολιτικό σκέλος, επιλογή που — σύμφωνα με τους επικριτές της — αποσκοπεί στην παράκαμψη της κύρωσης από τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών-μελών. Παράλληλα, θα εξεταστεί ο λεγόμενος «μηχανισμός ανταπόδοσης», ο οποίος επιτρέπει στις χώρες του Mercosur να λαμβάνουν αντίμετρα σε περίπτωση που νέες ευρωπαϊκές νομοθεσίες επηρεάσουν τις εξαγωγές τους. Οι πολέμιοι της συμφωνίας υποστηρίζουν ότι ο μηχανισμός αυτός μπορεί να περιορίσει την ικανότητα της ΕΕ να θεσπίζει αυστηρότερες περιβαλλοντικές ή κοινωνικές ρυθμίσεις στο μέλλον.

Η διαδικασία στο Δικαστήριο αναμένεται να διαρκέσει περίπου δύο χρόνια, με αποτέλεσμα η κύρωση της συμφωνίας να «παγώνει» τουλάχιστον έως το 2028. Αν το ΔΕΕ εκδώσει αρνητική γνωμοδότηση, η συμφωνία δεν θα μπορέσει να τεθεί σε ισχύ χωρίς ουσιαστικές και πιθανώς πολιτικά δύσκολες τροποποιήσεις.

Η απόφαση του Κοινοβουλίου ήταν αποτέλεσμα έντονων πιέσεων από διαφορετικές πλευρές. Αγροτικές οργανώσεις, ιδιαίτερα από χώρες όπως η Γαλλία και η Πολωνία, εξέφρασαν έντονη αντίθεση, φοβούμενες αθέμιτο ανταγωνισμό από φθηνές εισαγωγές βοδινού κρέατος, ζάχαρης και πουλερικών από τη Νότια Αμερική. Παράλληλα, περιβαλλοντικές και κοινωνικές οργανώσεις προειδοποίησαν ότι η συμφωνία θα μπορούσε να υπονομεύσει τα ευρωπαϊκά πρότυπα προστασίας του περιβάλλοντος και των εργασιακών δικαιωμάτων. Σε πολιτικό επίπεδο, αρκετά κράτη-μέλη, με προεξάρχουσα τη Γαλλία, έχουν εκφράσει έντονες επιφυλάξεις.

Θεωρητικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα μπορούσε να επιδιώξει την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας όσο εκκρεμεί η απόφαση του Δικαστηρίου, ωστόσο μια τέτοια κίνηση θεωρείται πολιτικά ριψοκίνδυνη και θα μπορούσε να οξύνει τις εντάσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμών. Η αντίδραση των Ευρωπαίων ηγετών υπήρξε χαρακτηριστική της διχογνωμίας: ο Γερμανός καγκελάριος Φρήντριχ Μερτς χαρακτήρισε την απόφαση «ατυχή», ενώ από τη γαλλική πλευρά χαιρετίστηκε ως νίκη για την προστασία της ευρωπαϊκής γεωργίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από την πλευρά της, εξέφρασε έντονη δυσαρέσκεια.

Σε πολιτικό επίπεδο, η παραπομπή της συμφωνίας στο ΔΕΕ θεωρείται πλήγμα για την πρόεδρο της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία είχε παρουσιάσει τη συμφωνία ως στρατηγικό εργαλείο για την ενίσχυση της γεωπολιτικής και οικονομικής θέσης της ΕΕ απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Ταυτόχρονα, αποτελεί σημαντική επιτυχία για τους αγρότες και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις που αντιτίθενται στη συμφωνία και ζητούν αυστηρότερες εγγυήσεις.

Η Ελλάδα στο Νταβός 2026: Περιορισμένη πολιτική παρουσία, ισχυρό αποτύπωμα σε τεχνητή νοημοσύνη και ενέργεια

Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ 2026 στο Νταβός (19–23 Ιανουαρίου), με κεντρικό θέμα «Ένα πνεύμα διαλόγου», συγκέντρωσε περίπου 3.000 ηγέτες από τα πεδία της πολιτικής, της οικονομίας, της τεχνολογίας και της κοινωνίας των πολιτών, σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών και τεχνολογικών μεταβολών. Παρά τη μεγάλη διεθνή συμμετοχή, η Ελλάδα δεν εκπροσωπήθηκε στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο, καθώς ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δεν ταξίδεψε λόγω σοβαρής κακοκαιρίας. Η απουσία αυτή περιόρισε την πολιτική ορατότητα της χώρας, αν και υπήρξαν επαφές και συντονισμός μέσω του υπουργείου Εξωτερικών.

Η ελληνική παρουσία ήταν αισθητή κυρίως στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης. Στο Davos AI Summit, ξεχώρισε η ομιλία του Χρήστου Πετρόχειλου, διευθύνοντος συμβούλου της KIEFER και ιδρυτή του Sophea AI, ο οποίος ανέδειξε τη σημασία της «sovereign AI», δηλαδή της εθνικής αυτονομίας στα δεδομένα, στα μοντέλα, στις υποδομές και στη διακυβέρνηση της ΤΝ. Το βασικό μήνυμα ήταν ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη εξελίσσεται σε μορφή εθνικής ισχύος και ότι χώρες που δεν ελέγχουν το πλήρες τεχνολογικό τους οικοσύστημα κινδυνεύουν να παραμείνουν απλοί καταναλωτές.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανάγκη ανάπτυξης ΤΝ στην ελληνική γλώσσα, με στόχο τη διασφάλιση πολιτισμικής, νομικής και θεσμικής ακρίβειας. Παρουσιάστηκε το ελληνικό AI stack της KIEFER, με εφαρμογές σε αναγνώριση και σύνθεση ομιλίας, καθώς και σε εξειδικευμένους AI agents για νομικές, λογιστικές και ενεργειακές χρήσεις. Στο ίδιο πλαίσιο, διατυπώθηκε το όραμα η Ελλάδα να εξελιχθεί σε περιφερειακό κόμβο ΤΝ για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, αξιοποιώντας τη γεωγραφική της θέση, τις ενεργειακές υποδομές και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Στον τομέα της ενέργειας, ελληνικά στελέχη ανέδειξαν τον ρόλο της χώρας ως κόμβου μεταφοράς LNG προς την Ευρώπη και τη σταδιακή μετάβαση της ΔΕΗ σε powertech όμιλο, με έμφαση στη σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Παράλληλα, εκφράστηκαν προβληματισμοί για τη θεσμική αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να λαμβάνει γρήγορες και ενιαίες αποφάσεις.

Σε πολιτικό επίπεδο, η Ελλάδα έλαβε πρόσκληση για συμμετοχή στην πρωτοβουλία που αποκαλείται «Συμβούλιο Ειρήνης».

Μάνος Χατζιδάκις — Ένας σύγχρονος μύθος της ελληνικής ιστορίας και κουλτούρας

Ο Μάνος Χατζιδάκις (1925–1994) υπήρξε συνθέτης, διανοούμενος και δημόσιος στοχαστής, και θεωρείται δικαίως μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της σύγχρονης Ελλάδας. Με το πολύπλευρο έργο και την ελεύθερη σκέψη του, καθοδήγησε την πολιτιστική ταυτότητα της χώρας προς νέες κατευθύνσεις. Στην παρούσα αναφορά εξετάζονται η μουσική του πορεία και συνεισφορά, η πνευματική και φιλοσοφική του στάση, οι κοινωνικές και πολιτικές του παρεμβάσεις, καθώς και η δημόσια εικόνα και ο μύθος που τον συνοδεύει μέχρι σήμερα. Μέσα από παραδείγματα, χαρακτηριστικές φράσεις του ίδιου και μαρτυρίες, αναδεικνύεται το ύφος και το ήθος του Μάνου Χατζιδάκι, που τον κατέστησαν μια εμβληματική μορφή του ελληνικού πολιτισμού.

Μουσική πορεία: Σημαντικά έργα, διεθνής αναγνώριση και συμβολή

Η ενασχόληση του Χατζιδάκι με τη μουσική ξεκίνησε από νεαρή ηλικία. Γεννημένος στην Ξάνθη το 1925, έλαβε μαθήματα πιάνου, βιολιού και ακορντεόν και έδειξε νωρίς το ταλέντο του. Ήδη κατά τη διάρκεια της Κατοχής, συνεργάστηκε με το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν, συνθέτοντας μουσική για παραστάσεις αρχαίου δράματος. Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 έκανε μια τολμηρή κίνηση, που έμελλε να επηρεάσει την ελληνική μουσική ιστορία: το 1949 έδωσε μια ιστορική διάλεξη για το ρεμπέτικο τραγούδι, υπερασπιζόμενος τη βαθιά ελληνική του αξία σε μια εποχή που το ρεμπέτικο θεωρείτο περιθωριακό και υποδεέστερο είδος. Με τη διάλεξη αυτή — που συνοδεύτηκε από συναυλία με τον Μάρκο Βαμβακάρη και τη Σωτηρία Μπέλλου — ο 23χρονος τότε Χατζιδάκις έθεσε τις βάσεις για την αναγνώριση του ρεμπέτικου ως πολύτιμου πολιτισμικού κεφαλαίου της χώρας. Αν και αργότερα αποστασιοποιήθηκε από την καθαρά λαϊκή μουσική, θεωρώντας ότι το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι είχε αρχίσει να αλλοιώνεται, συνέχισε να πιστεύει πως τα γνήσια λαϊκά στοιχεία πρέπει να ενσωματώνονται σε πιο λόγιες φόρμες, αναδεικνύοντας την πλούσια ελληνική παράδοση.

Τη δεκαετία του 1950, ο Χατζιδάκις συνέθετε ασταμάτητα μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο, δημιουργώντας τραγούδια που έγιναν μεγάλες επιτυχίες. Έγραψε μουσική για σημαντικές ταινίες, όπως η «Στέλλα» (1955) του Μιχάλη Κακογιάννη και « Ο Δράκος» (1956) του Νίκου Κούνδουρου. Το 1959 κέρδισε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού με το «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου», εγκαινιάζοντας μια νέα εποχή για το ελληνικό τραγούδι με ερμηνεύτρια τη Νανά Μούσχουρη. Την ίδια περίοδο έγραψε το διάσημο τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά» για την ταινία «Ποτέ την Κυριακή» (1960) του Ζυλ Ντασσέν, το οποίο γνώρισε τεράστια επιτυχία εντός και εκτός Ελλάδας. Η διεθνής αναγνώριση του Χατζιδάκι κορυφώθηκε το 1960, όταν τιμήθηκε με το βραβείο Όσκαρ καλύτερου τραγουδιού για «Τα παιδιά του Πειραιά» — ήταν ο πρώτος Έλληνας συνθέτης που απέσπασε Όσκαρ, γεγονός που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό, ενώ το συγκεκριμένο τραγούδι έγινε σύμβολο της μεταπολεμικής Ελλάδας και ακουγόταν σε όλο τον κόσμο. Ο ίδιος ο Χατζιδάκις αντιμετώπισε με μετριοπάθεια αυτή τη διάκριση: «Για μένα το Όσκαρ δεν αποτελεί στεφάνωμα μιας σταδιοδρομίας αλλά το αληθινό μου ξεκίνημα. Μπορεί ένα απλό τραγούδι να μου έφερε το Όσκαρ, οι φιλοδοξίες μου όμως και οι υποχρεώσεις μου δεν σταματούν σε αυτό…», είπε αργότερα, υποδηλώνοντας ότι θεωρούσε την επιτυχία αυτή αφετηρία για μεγαλύτερα καλλιτεχνικά επιτεύγματα. Είναι αξιοσημείωτο ότι δεν παρευρέθηκε καν στην τελετή απονομής — το αγαλματίδιο του Όσκαρ στάλθηκε ταχυδρομικά στην Ελλάδα.

Μετά την επιτυχία του Όσκαρ, ο Χατζιδάκις επέλεξε να παραμείνει για ένα διάστημα στο εξωτερικό. Την περίοδο 1966–1972 έζησε στη Νέα Υόρκη, όπου διεύρυνε τους ορίζοντές του και ήρθε σε επαφή με τα διεθνή μουσικά ρεύματα, όπως την τζαζ, την ποπ και τη ροκ. Συνέθεσε μουσική για μπαλέτο και κινηματογράφο, και το 1967 ανέβασε στο Broadway τη θεατρική διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή» με τίτλο Illya Darling. Καρπός της αμερικανικής του περιόδου ήταν και ο περίφημος ορχηστρικός δίσκος «Το Χαμόγελο της Τζοκόντας» (Gioconda’s Smile, 1965), ένα έργο υψηλής αισθητικής που σηματοδότησε τη συνάντηση της ελληνικής μουσικής με διεθνείς επιρροές. Παρά την ώσμωση με τα αμερικανικά μουσικά ρεύματα, ο Χατζιδάκις διατήρησε τον ελληνικό πυρήνα στο έργο του, παραμένοντας πιστός στην καλλιτεχνική του συνείδηση και αποφεύγοντας να καλλιεργήσει μια εικόνα κοσμοπολίτη «σταρ». Ο ίδιος παρέμεινε αυστηρά προσηλωμένος στις αρχές του, αντιμετωπίζοντας με σκεπτικισμό τη χολιγουντιανή λάμψη και την επιφανειακή προβολή της Ελλάδας στο εξωτερικό.

Η επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1972, εγκαινίασε την ωριμότερη φάση της δημιουργίας του. Την ίδια χρονιά ολοκλήρωσε έναν από τους σημαντικότερους κύκλους τραγουδιών του, τον «Μεγάλο Ερωτικό», πάνω σε αρχαία και νέα ελληνική ποίηση, επιβεβαιώνοντας τη φήμη του ως συνθέτη που μπορούσε να μελοποιήσει βαθιά αισθησιακά και φιλοσοφημένα έργα. Στη μεταπολιτευτική περίοδο, ο Χατζιδάκις ανέλαβε ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση των πολιτιστικών θεσμών: από το 1975 έως το 1982 διετέλεσε διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Η θητεία του στο Τρίτο Πρόγραμμα (1975–1982) έγραψε ιστορία, καθώς ανέβασε κατακόρυφα τον πήχυ της ποιότητας στην ελληνική ραδιοφωνία με εκπομπές λόγου και τέχνης υψηλού επιπέδου και πρωτότυπες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Μέσα από αυτές τις θέσεις, υπηρέτησε με αφοσίωση τον ελληνικό πολιτισμό, συνδυάζοντας την ευαισθησία του καλλιτέχνη με την οργανωτική ικανότητα ενός οραματιστή. Τη δεκαετία του 1980, ακολουθώντας το ανήσυχο πνεύμα του, ίδρυσε το περιοδικό «Τέταρτο» και το 1989 δημιούργησε την Ορχήστρα των Χρωμάτων, ένα μουσικό σύνολο αφιερωμένο στην ανάδειξη σπάνιων έργων της κλασικής και σύγχρονης μουσικής. Όλες αυτές οι πρωτοβουλίες καταδεικνύουν ότι ο Χατζιδάκις δεν ήταν απλώς ένας παραγωγικός συνθέτης, αλλά ένας αναμορφωτής της ελληνικής μουσικής σκηνής. Μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη, θεωρείται θεμελιωτής του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού, συνδυάζοντας δημιουργικά τη λόγια μουσική με τη λαϊκή παράδοση και δημιουργώντας ένα νέο είδος τραγουδιού που απευθυνόταν τόσο στο συναίσθημα όσο και στη σκέψη. Τα τραγούδια του Χατζιδάκι δεν ήταν απλώς μελωδίες για διασκέδαση — ήταν ποιητικά και φιλοσοφικά σχόλια πάνω στην ελληνική ψυχή, γεμάτα λυρισμό και βαθιά νοήματα. Με το έργο του επηρέασε βαθιά μια ολόκληρη γενιά δημιουργών — συνθέτες, ποιητές, σκηνοθέτες, διανοούμενους — που μαθήτευσαν στο προσωπικό του ύφος, τη λιτότητα και την ευαισθησία της κάθε του νότας.

Πνευματική και φιλοσοφική στάση: Απόψεις για κοινωνία, πολιτισμό και τέχνη

Ο Μάνος Χατζιδάκις δεν ήταν απλώς ένας χαρισματικός μουσουργός, αλλά και ένας βαθύτατα στοχαστικός άνθρωπος. Για εκείνον, η μουσική υπερέβαινε τα όρια της ψυχαγωγίας — ήταν τρόπος σκέψης, στάση ζωής και εργαλείο κατανόησης του κόσμου. Επηρεασμένος από τη λογοτεχνία και την ποίηση (θαυμαστής του Καβάφη, του Ελύτη, του Γκάτσου και άλλων ποιητών), ανέπτυξε μία φιλοσοφία της τέχνης που έδινε έμφαση στην αυθεντικότητα του αισθήματος και στην πνευματική διάσταση της δημιουργίας. Ο ίδιος πίστευε ότι το τραγούδι και γενικά η τέχνη οφείλουν να αποκαλύπτουν την αλήθεια της ανθρώπινης ψυχής και να καλλιεργούν την ευαισθησία, αντί να λειτουργούν ως φτηνός εντυπωσιασμός ή μέσο μαζικής εκτόνωσης. Σε ένα χαρακτηριστικό του κείμενο, δηλώνει:

«Το τραγούδι δεν είναι σύνθημα ή πράξη εκτονώσεως… Ούτε μαστίχα για το στόμα αθλητικών εφήβων ή συντροφιά νυχτερινή για οδηγούς ταξί και φορτηγών. Είναι μια σχέση υπεύθυνη, μια πράξη ερωτική ανάμεσά μας που μας αποκαλύπτει. Τελετουργία που απαιτεί, τόσο από σας όσο και από μένα, μια προετοιμασία θρησκευτική…»

Με αυτά τα λόγια, ο Χατζιδάκις υπογράμμιζε ότι το τραγούδι για εκείνον ήταν μια ιεροτελεστία επικοινωνίας των ψυχών, μια ερωτική πράξη με την ευρύτερη έννοια — δηλαδή μια πράξη αγάπης, αλήθειας και αποκάλυψης μεταξύ δημιουργού και ακροατή. Απέρριπτε, λοιπόν, την αντίληψη της τέχνης ως εύκολου θεάματος ή εργαλείου προπαγάνδας. «Δεν είναι το τραγούδι μου απλοϊκό κι ευχάριστο σαν το τενεκεδένιο σήμα μιας πολιτικής παράταξης ή ενός αθλητικού συλλόγου… Είναι μια μυστική πηγή, μια στάση πρέπουσα και ηθική απέναντι στα ψεύδη του καιρού μας», είχε γράψει χαρακτηριστικά, τονίζοντας πως η τέχνη του δεν κολακεύει τις συνήθειες ή την αδράνεια του κοινού, αλλά επιδιώκει να ταρακουνήσει και να αφυπνίσει.

Η πνευματική στάση του διεπόταν από ανθρωπισμό, ελευθεροφροσύνη και μια έμφυτη αντιδογματική διάθεση. Ο ίδιος αυτοχαρακτηριζόταν ως «δημοκράτης αστός, ουμανιστής και αναθεωρητής της δεξιάς», υπονοώντας ότι πίστευε στις φιλελεύθερες αξίες του Διαφωτισμού και της αστικής δημοκρατίας, αλλά παράλληλα επαναπροσδιόριζε την παραδοσιακή ‘δεξιά’ σκέψη με έναν πιο προοδευτικό, ανοιχτόμυαλο τρόπο. Δήλωνε μάλιστα: «Ποτέ δεν υπήρξα αντικομμουνιστής. Εγώ περιέχω και τον αριστερό. Ο αριστερός, όμως, δεν με περιέχει», μια φράση που αντανακλά την πεποίθησή του ότι το άτομο οφείλει να σκέφτεται ελεύθερα, πέρα από στεγανά παράταξης — ένιωθε ότι η δική του ιδιοσυγκρασία χωρούσε μέσα της και τις κοινωνικές ανησυχίες της αριστεράς, ενώ εκείνοι που ήταν δογματικά ταγμένοι σε μία πλευρά δεν μπορούσαν να κατανοήσουν πλήρως τη δική του πολύπλευρη στάση.

Η κριτική του ματιά στην κοινωνία και τον πολιτισμό ήταν οξυδερκής και συχνά αιρετική. Σε μια εποχή που ο λαϊκισμός κέρδιζε έδαφος, ο Χατζιδάκις ύψωσε το ανάστημά του απέναντι στο πνευματικό τέλμα και τη χυδαιότητα. Με το ελεύθερο πνεύμα, τις ειλικρινείς παραινέσεις και τις ανιδιοτελείς παρεμβάσεις του, αντέταξε στον χυδαίο λαϊκισμό τη βαθιά παιδεία, την πίστη του στην ελευθερία και τα ανθρώπινα ιδεώδη. Για παράδειγμα, ως διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος, δεν δίστασε να συγκρουστεί με αντιλήψεις χαμηλής αισθητικής, προωθώντας την ποιοτική μουσική, την ποίηση, το θέατρο και τον προβληματισμό από το ραδιόφωνο. Σε άρθρα και ομιλίες του, καυτηρίασε τη μεταπολιτευτική κίτρινη κουλτούρα και τις στρεβλώσεις της μαζικής ψυχαγωγίας, αποκαλώντας τη μουσική βιομηχανία «βιοτεχνία» που παράγει προϊόντα μαζικής κατανάλωσης χωρίς ψυχή. Αντιθέτως, υπερασπίστηκε με πάθος την αισθητική της απλότητας, του μέτρου και της αρμονίας, στοιχεία που θεωρούσε θεμελιώδη για μια αυθεντική καλλιτεχνική δημιουργία. Η ελευθερία της έκφρασης και η πνευματική ανεξαρτησία ήταν αδιαπραγμάτευτες αξίες γι’ αυτόν, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι συχνά βρισκόταν σε διάσταση με τις «μόδες» ή τις κυρίαρχες τάσεις της εποχής του. Όπως ανέφερε η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, ο Χατζιδάκις συνειδητά απέκλινε από τις κυρίαρχες τάσεις, ακολουθώντας δικούς του κανόνες δημιουργίας και διάδοσης των ιδεών του. Με ρηξικέλευθες απόψεις παρενέβαινε στη δημόσια σφαίρα, ξεπερνώντας ιδεολογικές αγκυλώσεις του καιρού του και επηρεάζοντας δραστικά τους ίδιους τους «κανόνες» του παιχνιδιού. Η ικανότητά του να πρωτοπορεί πνευματικά, υπερβαίνοντας συμβάσεις, τον ανέδειξε σε έναν καθολικό διανοούμενο του 20ού αιώνα.

Μάνος Χατζιδάκις (ΑΠΕ-ΜΠΕ)

 

Συνοπτικά, η φιλοσοφική στάση του Μάνου Χατζιδάκι χαρακτηριζόταν από βάθος, ειλικρίνεια και ακεραιότητα. Έβλεπε την τέχνη ως λυτρωτική δύναμη που μπορεί να εξευγενίσει τον άνθρωπο, και τον καλλιτέχνη ως μάγο-ιερέα που φωτίζει τις κρυφές γωνιές της ανθρώπινης ύπαρξης. Με την ίδια ευαισθησία προσέγγιζε και τα κοινωνικά φαινόμενα, απορρίπτοντας την ασχήμια, το ψεύδος και τον φανατισμό. Η κληρονομιά των ιδεών του — τα γραπτά δοκίμιά του, οι συνεντεύξεις και οι στίχοι του — παραμένουν μέχρι σήμερα πηγή έμπνευσης και προβληματισμού για τον ρόλο της τέχνης και του πολιτισμού στην κοινωνία.

Κοινωνική και πολιτική στάση: Δημόσιες παρεμβάσεις και η θέση του απέναντι στην εξουσία

Παρά το ότι δεν ανήκε ποτέ σε κάποιο κόμμα ή οργανωμένο πολιτικό χώρο, ο Χατζιδάκις ήταν ένας βαθιά πολιτικοποιημένος άνθρωπος υπό την ευρεία έννοια — ένας ευαίσθητος δέκτης των κοινωνικών διεργασιών και ένας θαρραλέος σχολιαστής των πολιτικών τεκταινόμενων. Οι δημόσιες παρεμβάσεις του υπήρξαν πολυάριθμες και συχνά αιφνιδίαζαν με την ευθύτητα και τη διορατικότητά τους. Δεν δίσταζε να τοποθετηθεί δημόσια πάνω σε κρίσιμα ζητήματα, με λόγο αιχμηρό αλλά και ποιητικό. Όπως έχει ειπωθεί, με τις παρεμβάσεις του λειτούργησε σαν «προβολέας» που φώτισε για 50 χρόνια (1943–1993) πτυχές της προσωπικής και εθνικής ζωής, αφυπνίζοντας συνειδήσεις.

Κατά τη δικτατορία των συνταγματαρχών (1967–1974), η στάση του Χατζιδάκι υπήρξε αξιοσημείωτα συνεπής με το ελεύθερο πνεύμα του. Ο ίδιος έφυγε από την Ελλάδα λίγο πριν την επιβολή του πραξικοπήματος και παρέμεινε στο εξωτερικό για το μεγαλύτερο διάστημα της επταετίας, αποφεύγοντας οποιαδήποτε νομιμοποίηση του καθεστώτος. Σε μεταγενέστερη συνέντευξή του, όταν ρωτήθηκε ποια ήταν η στάση του στη δικτατορία, έδωσε μια αποστομωτική απάντηση που συνοψίζει το ήθος του: «Υπήρξα συνεπής με τις πεποιθήσεις μου και με τον εαυτό μου. Δεν αντιστάθηκα. Δεν συνεργάστηκα. Τις δυσκολίες τις πέρασα μέσα μου. Δεν καταδέχομαι να απολογηθώ». Με αυτά τα λόγια ο Χατζιδάκις παραδέχεται με ειλικρίνεια ότι δεν συμμετείχε ενεργά στην αντίσταση (δεν εμφανιζόταν ως «ήρωας»), όμως ταυτόχρονα δεν συνεργάστηκε με το καθεστώς, επέλεξε να ζήσει διακριτικά στο περιθώριο της δικτατορικής πραγματικότητας χωρίς να προδώσει τις αξίες του. Τις εσωτερικές του δυσκολίες — τον πόνο για όσα συνέβαιναν στην πατρίδα — τις βίωσε μόνος, σιωπηλά, αρνούμενος να δώσει λογαριασμό σε όσους ίσως τον ήθελαν είτε συνεργάτη είτε ‘επαναστάτη βιτρίνας’. Χαρακτηριστικά ανέφερε: «Δεν ταλαιπωρήθηκα φανερά. Άλλωστε, όσους ταλαιπωρήθηκαν στη διάρκεια της δικτατορίας, ήρθε το ΠΑΣΟΚ και… τους υπουργοποίησε», εκφράζοντας έτσι με αιχμηρό τρόπο την κριτική του στη μετέπειτα εκμετάλλευση της αντιστασιακής ιδιότητας από το πολιτικό σύστημα. Και συνέχισε, λέγοντας πως η σκέψη του είναι με εκείνους που βασανίστηκαν αληθινά και έμειναν ανώνυμοι, οι οποίοι μπορεί να συνεχίζουν να υποφέρουν ακόμα και στη μεταπολίτευση — «μ’ αυτούς είμαι μαζί. Μ’ αυτούς συνυπάρχω, κι όχι με τους φανερά ‘ταλαιπωρηθέντες’ άρα και αμειφθέντες». Τα λόγια αυτά αποκαλύπτουν τον βαθύ ανθρωπισμό και την αντικομφορμιστική του σκέψη: ο Χατζιδάκις δεν χάιδευε αυτιά ούτε της αριστεράς ούτε της δεξιάς, αλλά στεκόταν αλληλέγγυος στους πραγματικά αδικημένους, ενώ παράλληλα στηλίτευε την υποκρισία και τον οπορτουνισμό όπου κι αν τους έβλεπε.

Μετά την πτώση της χούντας, ο Χατζιδάκις έπαιξε ενεργό ρόλο στα δημόσια πράγματα μέσω του πολιτισμού, αλλά πάντα τηρούσε κριτικές αποστάσεις από την κρατική εξουσία. Ανέλαβε μεν κρατικές θέσεις (όπως αναφέρθηκε, διηύθυνε το Τρίτο Πρόγραμμα και την Κρατική Ορχήστρα), όμως ποτέ δεν έγινε μέρος κανενός κομματικού μηχανισμού. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης, δεν δίστασε να συγκρουστεί λεκτικά τόσο με συντηρητικούς κύκλους όσο και με την ανερχόμενη λαϊκίστικη κουλτούρα. Ένα παράδειγμα της παρεμβατικότητάς του ήταν η διοργάνωση των Αγώνων Ελληνικού Τραγουδιού στην Κέρκυρα (1981-82), όπου προσπάθησε να δώσει βήμα σε ποιοτική ελληνική μουσική, αντιτάσσοντάς τη στα φτηνά πρότυπα των εμπορικών φεστιβάλ. Μέσω του περιοδικού Τέταρτο, άσκησε δριμεία κριτική σε ζητήματα όπως η παραχάραξη της Ιστορίας ή ο κομματισμός στην τέχνη — γνωστή είναι η αρθρογραφία του για τα Δεκεμβριανά του 1944, όπου έγραψε με γενναιότητα αλήθειες για τον Εμφύλιο, προκαλώντας αντιδράσεις από όλες τις πλευρές. Ο δημόσιος λόγος του Χατζιδάκι, είτε σε συνεντεύξεις είτε στα γραπτά του, διακρινόταν από μια σπάνια ειλικρίνεια και παρρησία. Δεν φοβόταν να τα βάλει ούτε με ιερά τέρατα ούτε με τα ταμπού της εποχής. Για παράδειγμα, είχε παρομοιάσει τον φανατισμό κάθε είδους με «φασισμό που ζει μέσα μας», επισημαίνοντας πως ο φασισμός ελλοχεύει εντός κάθε ανθρώπου και μπορεί να μας διαβρώσει είτε πιστεύουμε στον σοσιαλισμό είτε στη δημοκρατία, αν δεν έχουμε παιδεία και ψυχική υγεία. Σε μια τολμηρή του διατύπωση, μάλιστα, σημείωσε ότι και τα απολυταρχικά καθεστώτα της αριστεράς (ο «κομμουνισμός» όπως εφαρμόστηκε σε ορισμένες χώρες) δεν ήταν παρά μια νεότερη ενδυμασία του ίδιου φασιστικού φαινομένου. Τέτοιες δηλώσεις δείχνουν τον αντισυμβατικό τρόπο σκέψης του: ο Χατζιδάκις απεχθανόταν κάθε μορφή ολοκληρωτισμού, είτε δεξιού είτε αριστερού, και υπεράσπιζε με πάθος τη δημοκρατία, αλλά και μια δημοκρατία ουσιαστική, χωρίς φανατισμούς και μισαλλοδοξία.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Χατζιδάκις συχνά παρεξηγήθηκε πολιτικά. Κάποιοι τον χαρακτήριζαν «δεξιό», επειδή δεν εντάχθηκε ποτέ στην αριστερά και συνεργάστηκε με κυβερνήσεις της συντηρητικής παράταξης στον πολιτιστικό τομέα. Ωστόσο, όπως εξηγούν και όσοι τον γνώριζαν, αυτή η ταμπέλα είναι ανεπαρκής. Ο θετός του γιος, Γιώργος, είχε πει: «Ο Χατζιδάκις δεν ήταν δεξιός — έτσι δήλωναν οι άλλοι. […] Διεκδικούσε ελεύθερη σκέψη και δράση και σ’ έναν μεγάλο βαθμό το πέτυχε. Ήθελε να είναι ένας ελεύθερος πολίτης… Οι απόψεις και οι ιδέες του ήταν ανατρεπτικές, όχι όμως με την έννοια της αναρχίας… Πίστευε στην ανατροπή οποιουδήποτε συντηρητικού, δογματικού και υποκριτικού στοιχείου». Πράγματι, ο Χατζιδάκις έμοιαζε να στέκει υπεράνω των παραδοσιακών πολιτικών διαχωρισμών, όντας στην ουσία ένας ριζοσπάστης φιλελεύθερος διανοούμενος. Η πολιτική του στάση συνοψίζεται στην αταλάντευτη προσήλωση στην ελευθερία (της σκέψης, της έκφρασης, της δημιουργίας) και στην απέχθεια προς την κατάχρηση εξουσίας. Όταν βρέθηκε σε θέσεις ευθύνης, τις χρησιμοποίησε για να προωθήσει το κοινό καλό και όχι ιδιοτελείς σκοπούς. Όταν πάλι διαφωνούσε με την εξουσία (όπως συνέβη το 1982, που παραιτήθηκε από το Τρίτο Πρόγραμμα λόγω παρεμβάσεων), δεν δίστασε να συγκρουστεί και να αποσυρθεί παρά να υποχωρήσει από τις αρχές του.

Συμπερασματικά, ο Μάνος Χατζιδάκις λειτούργησε ως ενεργός και ανήσυχος πολίτης, χωρίς κομματική ταυτότητα αλλά με ξεκάθαρες αξίες. Επέκρινε κάθε μορφή αυταρχισμού αλλά υπερασπιζόταν το δικαίωμα στην αντίθεση. Ο δημόσιος λόγος του — από την περίοδο της ΕΠΟΝ στα νεανικά του χρόνια μέχρι τις παρεμβάσεις του στο Τέταρτο τη δεκαετία του ’80 — αποτελεί υπόδειγμα πνευματικής εντιμότητας και θάρρους. Δεν είναι τυχαίο που έχει χαρακτηριστεί «ενοχλητικός πολίτης» με την καλή έννοια, διότι αμφισβητούσε δημιουργικά τα κακώς κείμενα. Μένοντας πάντοτε πιστός στον εαυτό του, ο Χατζιδάκις άφησε ένα πολιτικό αποτύπωμα μοναδικό: απέδειξε πως ένας καλλιτέχνης μπορεί να επηρεάσει την κοινωνία βαθιά, όχι με συνθήματα, αλλά με το ήθος, την κριτική του σκέψη και το παράδειγμά του.

Δημόσια εικόνα και ‘μύθος’: Η πρόσληψη του Χατζιδάκι από την ελληνική κοινωνία και η επιρροή του σήμερα

Στα χρόνια που ακολούθησαν τον θάνατό του το 1994, η μορφή του Μάνου Χατζιδάκι όχι μόνο δεν ξεθώριασε στη συλλογική μνήμη, αλλά αντιθέτως αναδείχθηκε σε έναν διαχρονικό μύθο της ελληνικής κουλτούρας. Στην ελληνική κοινωνία το όνομά του είναι συνώνυμο της ποιότητας, της ευαισθησίας και της πνευματικότητας. Συχνά αποκαλείται με προσωνύμια που αντανακλούν τη διττή του φύση ως ρομαντικού και ασυμβίβαστου: τον έχουν χαρακτηρίσει «Μεγάλο Ερωτικό» (από τον τίτλο του διάσημου έργου του, αλλά και για τον βαθύ ερωτισμό που διαπνέει τη μουσική του) και «μεγάλο αναρχικό της αστικής τάξης», υπονοώντας τον αντισυμβατικό, αντιεξουσιαστικό του χαρακτήρα που συνυπάρχει με την αστική του καλλιέργεια. Η τραγουδίστρια Νατάσσα Μποφίλιου, γενιάς πολύ νεότερης, έγραψε πρόσφατα: «Ο ευαίσθητος. Ο αναρχικός. Ο μέγας», περιγράφοντας έτσι τον Χατζιδάκι με τρεις λέξεις, και σημείωσε ότι το έργο του είναι μια «μήτρα» που γέννησε τραγούδια τα οποία μας ξύπνησαν, μας έκαναν να δακρύσουμε και να ξεφύγουμε για λίγο από τη θνητή καθημερινότητα. Αυτή η φράση συμπυκνώνει το πώς βιώνουν οι νεότεροι δημιουργοί την επιρροή του: ως κάτι το συγκλονιστικά όμορφο και λυτρωτικό, που αντηχεί πέρα από τον χρόνο.

Η διαχρονικότητα του έργου του Χατζιδάκι είναι αδιαμφισβήτητη. Ήδη τρεις δεκαετίες μετά τον θάνατό του, τα τραγούδια και οι μουσικές του εξακολουθούν να γονιμοποιούν τη σύγχρονη μουσική παραγωγή, έχοντας μια μοναδική απήχηση στο κοινό. Συνθέσεις του όπως το «Χάρτινο το φεγγαράκι», το «Πώς να κρατήσω το φως που βασιλεύει», οι «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς» ή τα ορχηστρικά θέματα από το «Καταραμένο φίδι» ακούγονται ξανά και ξανά σε συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, βρίσκοντας συνεχώς νέο ακροατήριο. Σχολεία και ωδεία διδάσκουν τη μουσική του, φεστιβάλ αφιερώνουν ενότητες στο έργο του, ενώ τα βινύλια και τα CD με τις ηχογραφήσεις του παραμένουν σε κυκλοφορία εμπνέοντας ακροατές κάθε ηλικίας. Νέοι καλλιτέχνες συνεχίζουν να διασκευάζουν τραγούδια του ή να πατούν στα αισθητικά του χνάρια, αποδεικνύοντας ότι το ύφος του είναι ζωντανό μέχρι σήμερα. Όπως έχει γραφτεί, «το έργο του συνεχίζει να εμπνέει νέες γενιές δημιουργών, ενώ τα τραγούδια του εξακολουθούν να ακούγονται σε συναυλίες, σχολεία, φεστιβάλ και προσωπικές στιγμές των ανθρώπων». Πράγματι, από το «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου» μέχρι τον «Μεγάλο Ερωτικό» κι από τα λαϊκά μοτίβα μέχρι τις συμφωνικές αρμονίες, το μουσικό του σύμπαν συνδέει το ατομικό με το συλλογικό και το ελληνικό με το παγκόσμιο. Είναι μια παρακαταθήκη που θυμίζει πως η ελληνική τέχνη μπορεί να είναι ταυτόχρονα βαθιά τοπική και οικουμενική.

Η δημόσια εικόνα του Μάνου Χατζιδάκι στην Ελλάδα έχει λάβει διαστάσεις θρυλικές. Η πολιτεία και οι φορείς πολιτισμού τιμούν τακτικά τη μνήμη του. Το 2025, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννησή του, οργανώθηκαν αφιερωματικές εκδηλώσεις, συναυλίες και εκθέσεις. Μάλιστα, το υπουργείο Πολιτισμού κήρυξε το έτος 2026 «Αφιερωματικό Έτος Μάνου Χατζιδάκι», ως έναν ελάχιστο φόρο τιμής στον κορυφαίο συνθέτη που τόσο βαθιά σημάδεψε την ελληνική μουσική. Στην ανακοίνωση αυτή επισημαίνεται ότι το έργο του Χατζιδάκι εξακολουθεί να αποτελεί ζωντανό κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, και εξαίρεται η προσφορά του στη σύζευξη της λόγιας μουσικής με την παράδοση, καθώς και η διάδοση των φιλελεύθερων ιδεών του μέσω των γραπτών και των δημόσιων παρεμβάσεών του. Τέτοιες πρωτοβουλίες φανερώνουν την εθνική αναγνώριση που απολαμβάνει ο Χατζιδάκις: θεωρείται πλέον κλασικός, ένας σύγχρονος ‘κλασικός’ Έλληνας δημιουργός.

Παράλληλα, ο μύθος του Χατζιδάκι διατηρείται ζωντανός και μέσω της νοσταλγίας και της αγάπης του απλού κόσμου. Υπάρχει η αίσθηση ότι στην εποχή μας — με τις πολιτιστικές και κοινωνικές κρίσεις — η απουσία μιας φωνής όπως του Χατζιδάκι είναι αισθητή. «Καθώς η Ελλάδα νοσεί εκ νέου, η απουσία του Χατζιδάκι γίνεται σχεδόν επώδυνη», έγραψε εύστοχα ένας σχολιαστής, εκφράζοντας το κοινό αίσθημα ότι λείπει σήμερα ένας πνευματικός άνθρωπος του διαμετρήματός του, που θα μπορούσε να μιλήσει με αλήθεια και αγάπη για τα πράγματα. Πολλές φράσεις του Χατζιδάκι κυκλοφορούν στα κοινωνικά δίκτυα και στις συζητήσεις, σαν γνωμικά διαχρονικής σοφίας — είτε πρόκειται για την αντίθεσή του στον φανατισμό είτε για τον ορισμό του τραγουδιού ως πράξης ερωτικής είτε για την αξία του να είσαι «Ευρωπαίος και Έλληνας μαζί» όπως εκείνος έλεγε. Αυτό δείχνει ότι ο λόγος του παραμένει επίκαιρος και λειτουργεί ως σημείο αναφοράς.

Συνολικά, η ελληνική κοινωνία αντιλαμβάνεται τον Μάνο Χατζιδάκι ως σύμβολο πολιτισμού. Στο πρόσωπό του συμπυκνώνονται ιδανικά και μνήμες: η μεταπολεμική αναγέννηση της χώρας, τα ωραία χρόνια του ελληνικού κινηματογράφου, η ποιότητα στο ελληνικό τραγούδι, η αντίσταση στον φασισμό, η πνευματική αναζήτηση. Ο μύθος του δεν είναι κάτι ψεύτικο ή εξιδανικευμένο· στηρίζεται ακριβώς στο γεγονός ότι ο Χατζιδάκις έζησε όπως μίλησε και δημιούργησε, με συνέπεια και πάθος. Το ύφος και το ήθος του — η ευγένεια, το χιούμορ, η αισθητική λεπτότητα, η πνευματική του ακαταδεξία προς κάθε τι ευτελές — έχουν γίνει μέτρο σύγκρισης. Για πολλούς, ο Χατζιδάκις αντιπροσωπεύει τη «γαλήνια δύναμη» της τέχνης, που μπορεί να αλλάξει την κοινωνία προς το καλύτερο χωρίς τυμπανοκρουσίες.

Η κληρονομιά του Μάνου Χατζιδάκι είναι τεράστια: αφ’ ενός το μουσικό του έργο, που χαρίζει φως και μελωδία επί έναν αιώνα τώρα αφ’ ετέρου το πνευματικό του παράδειγμα, που εμπνέει σεβασμό και θαυμασμό. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η σύγχρονη ελληνική πολιτιστική ταυτότητα εν πολλοίς διαμορφώθηκε από τη δική του καθοδήγηση. Και καθώς ο χρόνος προχωρά, ο Μάνος Χατζιδάκις παραμένει παρών: στα τραγούδια που σιγοψιθυρίζονται, στις συζητήσεις για την τέχνη και την πολιτική, στα όνειρα όσων πιστεύουν ότι ο πολιτισμός μπορεί να μας κάνει καλύτερους. Με φως και μελωδία, ο Χατζιδάκις συνεχίζει να φωτίζει την Ελλάδα του σήμερα, δικαιώνοντας τον χαρακτηρισμό του ως μια από τις μεγαλύτερες μορφές της ιστορίας και της κουλτούρας μας.