Οι εξελίξεις γύρω από τα ελληνικά ναυπηγεία και το αμερικανικό ενδιαφέρον στην περιοχή κινούνται σε ένα παράλληλο, αλλά διακριτό, πεδίο από τις εξαγγελίες της Ουάσιγκτον για νέα προγράμματα πολεμικών πλοίων.
ΣΤΑΘΗΣ ΒΕΡΓΗΣ
ΗΠΑ–Ιράν: Πρόοδος στις συνομιλίες της Γενεύης εν μέσω στρατιωτικής κινητοποίησης
Ολοκληρώθηκε την Τρίτη στη Γενεύη ο δεύτερος γύρος των έμμεσων συνομιλιών μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, με αντικείμενο τη μακροχρόνια διαμάχη γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν με τη διαμεσολάβηση του Ομάν, σε κλίμα έντασης, καθώς οι διπλωματικές προσπάθειες συνοδεύονται από αυξημένη στρατιωτική κινητικότητα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στις συζητήσεις συμμετείχαν από την αμερικανική πλευρά οι απεσταλμένοι Στηβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, οι οποίοι εκπροσώπησαν τον πρόεδρο Τραμπ, ενώ την ιρανική πλευρά εκπροσώπησε ο υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί. Ο Ιρανός αξιωματούχος, σε δηλώσεις του μετά το πέρας της συνάντησης, χαρακτήρισε τις συνομιλίες σοβαρές και εποικοδομητικές, επισημαίνοντας ότι σημειώθηκε πρόοδος σε σύγκριση με τον προηγούμενο γύρο. Όπως ανέφερε, οι δύο πλευρές κατέληξαν σε μια κατ’ αρχήν συμφωνία επί των «κατευθυντήριων αρχών», η οποία δημιουργεί μια πιο ξεκάθαρη πορεία για τη συνέχεια, αν και η επίτευξη τελικής συμφωνίας δεν αναμένεται άμεσα.
Η διαδικασία προβλέπει πλέον την επεξεργασία πιθανών εγγράφων συμφωνίας και την ανταλλαγή κειμένων μεταξύ των δύο μερών, πριν οριστεί η ημερομηνία για τον τρίτο γύρο των διαπραγματεύσεων. Αμερικανός αξιωματούχος, σχολιάζοντας τις εξελίξεις, περιορίστηκε να δηλώσει ότι οι συνομιλίες κύλησαν «όπως αναμενόταν». Παράλληλα, ο Αραγτσί είχε παραγωγικές συζητήσεις με τον Ραφαέλ Γκρόσσι, γενικό διευθυντή του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, ενώ ζήτησε τον τερματισμό των ρητών αναφορών από τις ΗΠΑ περί πιθανής χρήσης βίας.
Το διπλωματικό πεδίο σκιάζεται από τις στρατιωτικές κινήσεις των ΗΠΑ στην περιοχή. Αναφορές υποδεικνύουν ότι η Ουάσινγκτον ενισχύει την παρουσία της στη Μέση Ανατολή, έχοντας αποστείλει δεύτερη ομάδα αεροπλανοφόρων και μετακινώντας περισσότερα από 50 μαχητικά αεροσκάφη τύπου F-35, F-22 και F-16 το τελευταίο εικοσιτετράωρο. Η κίνηση αυτή ερμηνεύεται ως προετοιμασία για πιθανή στρατιωτική δράση ή ως μοχλός πίεσης κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.
Την ίδια ώρα, ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, τοποθετήθηκε δημόσια μέσω κοινωνικών δικτύων, υπερασπιζόμενος το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας. Υποστήριξε ότι η πυρηνική βιομηχανία αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του έθνους για ειρηνικούς σκοπούς, όπως η γεωργία και η υγεία, και χαρακτήρισε παράλογες τις προσπάθειες περιορισμού του οπλικού δυναμικού της Τεχεράνης, σημειώνοντας πως «χωρίς αποτρεπτικά όπλα, μια χώρα κινδυνεύει να συνθλιβεί από τον εχθρό».
Η ολοκλήρωση των συνομιλιών συνοδεύτηκε από επεισόδια έξω από την πρεσβεία του Ομάν, όπου σύμφωνα με αναφορές διαδηλωτές φώναξαν συνθήματα κατά της ιρανικής αντιπροσωπείας και εκσφενδόνισαν αντικείμενα στα οχήματά τους κατά την αποχώρησή τους. Η ιρανική αποστολή αναμένεται να επιστρέψει στην Τεχεράνη άμεσα.
Η πτώση της «Χρυσής Βίζας» και οι νέες προοπτικές της αγοράς ακινήτων
Η «Χρυσή Βίζα» υπήρξε για πάνω από μια δεκαετία ένα από τα βασικότερα εργαλεία προσέλκυσης ξένων επενδυτών στην Ελλάδα. Από το 2014 έως τα τέλη του 2025 έχουν εκδοθεί συνολικά σχεδόν 39.000 άδειες (μαζί με αρχικές εκδόσεις και ανανεώσεις), οδηγώντας σε εισροές που υπολογίζονται πάνω από 13,5 δισ. ευρώ — ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 5% του ελληνικού ΑΕΠ.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον παρουσιάζει σαφή κάμψη, με την πτώση να γίνεται ιδιαίτερα έντονη το 2025. Συγκεκριμένα, οι αιτήσεις μειώθηκαν κατά περίπου 25% σε σχέση με το 2024, ενώ στο τέλος του έτους η εικόνα ήταν ακόμη πιο δραματική: τον Δεκέμβριο του 2025 καταγράφηκαν μόλις 362 αιτήσεις, έναντι 1.167 τον Δεκέμβριο του 2024, δηλαδή πτώση 68%. Αντίστοιχη είναι η τάση και στις εγκρίσεις: από 7.851 νέες άδειες το 2023, ο αριθμός περιορίστηκε στις 2.266 το 2025.
Κεντρικός λόγος της υποχώρησης φαίνεται να είναι η αυστηροποίηση των οικονομικών προϋποθέσεων. Από τον Απρίλιο του 2024, τα όρια επένδυσης αυξήθηκαν σημαντικά: στις περιοχές υψηλής ζήτησης (όπως Αθήνα, Θεσσαλονίκη και δημοφιλείς τουριστικοί προορισμοί) απαιτούνται πλέον 800.000 ευρώ, ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα το κατώτατο όριο διαμορφώθηκε στις 400.000 ευρώ. Μέχρι τότε, εφαρμοζόταν ενιαίο όριο 250.000 ευρώ για όλη τη χώρα.
Παράλληλα, υπάρχει και μια εναλλακτική μορφή «Χρυσής Βίζας» από το 2020, που αφορά επενδύσεις 250.000 ευρώ σε νεοφυείς επιχειρήσεις. Ωστόσο, μέχρι σήμερα η συμμετοχή σε αυτή την κατηγορία παραμένει περιορισμένη.
Παρότι το πρόγραμμα δείχνει να χάνει τη δυναμική του, η αγορά κατοικίας δεν καταρρέει. Αντιθέτως, η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει συνέχιση της ανόδου των τιμών, αν και με πιο ήπιους ρυθμούς. Το ενδιαφέρον φαίνεται να συγκεντρώνεται κυρίως σε ακίνητα υψηλής ποιότητας και σε περιοχές με ισχυρό τουριστικό αποτύπωμα, όπου η ζήτηση παραμένει σταθερή λόγω της γενικότερης οικονομικής βελτίωσης και της ισχυρής επίδοσης του ελληνικού τουρισμού.
Συνολικά, η «έκρηξη» της Χρυσής Βίζας φαίνεται να ολοκληρώνεται. Όμως η σταδιακή αποδυνάμωση του προγράμματος ανοίγει τον δρόμο για νέες ισορροπίες: εναλλακτικές επενδυτικές επιλογές, μεγαλύτερη έμφαση σε παραγωγικούς τομείς (όπως η καινοτομία και οι ανακαινίσεις), αλλά και πιθανή αποφόρτιση της πίεσης που ασκήθηκε τα τελευταία χρόνια στη στεγαστική αγορά.
Κίμπερλυ Γκιλφόιλ: Η πιο ισχυρή γυναίκα στην Ελλάδα
Η Κίμπερλυ Γκιλφόιλ [Kimberly Guilfoyle] ανέλαβε πρόσφατα καθήκοντα ως πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, σηματοδοτώντας μια ιστορική πρωτιά: είναι η πρώτη γυναίκα που κατέχει αυτή τη θέση. Με την υποστήριξη του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, η άφιξή της στην Αθήνα προσέλκυσε μεγάλο ενδιαφέρον και η ίδια έγινε γρήγορα «talk of the town», δηλαδή κορυφαίο θέμα συζήτησης στην ελληνική πρωτεύουσα. Η Γκιλφόιλ έφερε μαζί της έναν αέρα λάμψης, εμπειρίας και απευθείας πρόσβασης στον Λευκό Οίκο, στοιχεία που την έχουν ήδη μετατρέψει σε μια από τις εξέχουσες προσωπικότητες στη χώρα.
Από το Σαν Φρανσίσκο στην κορυφή της πολιτικής σκηνής
Γεννημένη το 1969 στο Σαν Φρανσίσκο, με πατέρα ιρλανδικής καταγωγής και μητέρα από το Πουέρτο Ρίκο, η Κίμπερλυ Γκιλφόιλ σπούδασε νομικά και ξεκίνησε την καριέρα της ως εισαγγελέας, υπηρετώντας στο Σαν Φρανσίσκο και το Λος Άντζελες σε σοβαρές ποινικές υποθέσεις. Η νομική της πορεία και οι διακρίσεις της ως εισαγγελέα τής άνοιξαν τον δρόμο για μια δεκαετή παρουσία στα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης: από το 2006 έως το 2018 υπήρξε συμπαρουσιάστρια της εκπομπής The Five στο Fox News, αποκτώντας φήμη ως σχολιάστρια πολιτικών και νομικών θεμάτων.
Το 2018 εντάχθηκε στον στενό κύκλο του τότε προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, αναλαμβάνοντας ρόλο ανώτερης συμβούλου και ηγετικό πόστο στη συγκέντρωση χρηματοδότησης για την προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ. Αξίζει να σημειωθεί ότι υπήρξε σύντροφος του Ντόναλντ Τραμπ υιού, παραμένοντας ωστόσο μία από τις πιο ένθερμες υποστηρίκτριες του προέδρου Τραμπ και του οράματός του. Αυτή η πορεία — από τη νομική και τα media μέχρι την πολιτική στρατηγική — προίκισε την Γκιλφόιλ με μοναδικές εμπειρίες και διασυνδέσεις, προετοιμάζοντάς τη για τον σημερινό της ρόλο.
Η πρώτη γυναίκα πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα
Από τον Νοέμβριο του 2025, για πρώτη φορά μια γυναίκα υπηρετεί ως πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα. H ορκωμοσία της Κίμπερλυ Γκιλφόιλ πραγματοποιήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 2025 στην Ουάσιγκτον, και λίγες εβδομάδες αργότερα έφτασε στην Αθήνα για να επιδώσει τα διαπιστευτήριά της. Η τοποθέτησή της αρχικά αντιμετωπίστηκε με κάποια επιφύλαξη από σχολιαστές, καθώς διέφερε από το πρότυπο του «καριερίστα διπλωμάτη» που πολλοί ανέμεναν. Ωστόσο, η Γκιλφόιλ γρήγορα διέλυσε τις αμφιβολίες. Αυτό που ίσως έμοιαζε με πολιτικό «δώρο παρηγοριάς» (μετά τον πολύχρονο αγώνα της στο πλευρό του Τραμπ) εξελίχθηκε σε μία από τις πιο αποτελεσματικές διπλωματικές τοποθετήσεις της κυβέρνησης Τραμπ. Με το που βρέθηκε στην Αθήνα, φρόντισε να κάνει αισθητή την παρουσία της: μέσα σε λίγες μόλις ημέρες από την άφιξή της, συμμετείχε σε κορυφαίες επαφές και συμφωνίες, δείχνοντας ότι ήρθε αποφασισμένη να αφήσει έργο.
Πέντε ημέρες μετά από την προσγείωσή της στην Ελλάδα, η Γκιλφόιλ στεκόταν δίπλα στον Αμερικανό υπουργό Ενέργειας και τον Έλληνα υπουργό Περιβάλλοντος & Ενέργειας, κατά την υπογραφή συμφωνίας με την ExxonMobil για την έναρξη έρευνας και εξόρυξης φυσικού αερίου βορειοδυτικά της Κέρκυρας. Πρόκειται για την πρώτη υπεράκτια έρευνα υδρογονανθράκων στην Ελλάδα μετά από περισσότερα από 40 χρόνια — ένα ιστορικό βήμα που υπογραμμίζει τη διάθεση της νέας αμερικανικής διοίκησης να ενισχύσει το ενεργειακό της αποτύπωμα στην Ανατολική Μεσόγειο, με την Γκιλφόιλ σε κεντρικό ρόλο. Σχεδόν ταυτόχρονα, η Ελλάδα παραχώρησε νέα θαλάσσια περιοχή στη Chevron για έρευνες νοτίως της Κρήτης, ενώ Ουάσιγκτον και Αθήνα υπέγραψαν συμφωνίες συνεργασίας σε θέματα αμυντικού εξοπλισμού και τεχνητής νοημοσύνης.
Οι ανακοινώσεις αυτές δεν ήταν αιφνίδιες: αρκετές είχαν δρομολογηθεί πριν από την άφιξή της, όμως η Γκιλφόιλ πίεσε να οριστικοποιηθούν και να παρουσιαστούν δημοσίως μέσα στις πρώτες εβδομάδες της θητείας της, στέλνοντας το μήνυμα ότι «η Αμερική επέστρεψε δυναμικά στην Ελλάδα».
Δυναμική, αποτελεσματική και αποφασισμένη
Δεν είναι μόνο οι συμφωνίες που ξεχωρίζουν — είναι και ο τρόπος της. «Συνήθως γνωρίζεις κάποιον, συστήνεσαι, λες δυο καλές κουβέντες. Όμως η κα Γκιλφόιλ δεν χάνει χρόνο σε φιλοφρονήσεις. Περνά κατευθείαν στη δράση», σχολίασε χαρακτηριστικά ο Έλληνας υπουργός Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, σημειώνοντας πως η Αμερικανίδα πρέσβης τηλεφωνεί ακόμα και αργά τη νύχτα προκειμένου να ολοκληρωθούν επείγουσες υποθέσεις — «δεν κρατά ωράριο όταν κάτι πρέπει να τελειώσει». Με άλλα λόγια, η Γκιλφόιλ έφερε μια ασυμβίβαστη εργατικότητα και προσήλωση στο αποτέλεσμα, στοιχεία που αντανακλούν το στυλ του ίδιου του προέδρου Τραμπ. Πράγματι, σε κάθε επαφή της με πολιτικούς και επιχειρηματικούς παράγοντες, υιοθετεί μια ευθύγραμμη, «συναλλακτική» προσέγγιση: ξεκαθαρίζει ότι η πρόσβαση και η καλή συνεργασία με την αμερικανική πρεσβεία εξαρτώνται από την ευθυγράμμιση με τις προτεραιότητες των ΗΠΑ — ιδίως στον τομέα της ενέργειας.
Αυτή η ευθύτητα έχει φέρει αποτελέσματα, αλλά φυσικά έχει προκαλέσει και επικρίσεις. Ορισμένοι στην αντιπολίτευση την κατηγορούν ότι προωθεί επιθετικά τα αμερικανικά συμφέροντα, ενώ κάποιοι αναλυτές επισημαίνουν ότι η ελληνική ηγεσία μοιάζει υπερβολικά πρόθυμη να την ικανοποιήσει. «Έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κυβερνούν τη χώρα μας», σχολίασε ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Κατρούγκαλος, από διαφορετικό πολιτικό χώρο. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση βλέπει τα οφέλη: θεωρεί την Γκιλφόιλ αποτελεσματική και φροντίζει να μην τη φέρνει σε δύσκολη θέση, δεδομένου ότι οι παρεμβάσεις της ευνοούν τις στρατηγικές επιδιώξεις της χώρας. Όπως συνόψισε ο Άδωνις Γεωργιάδης, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, «οι ενεργειακές συμφωνίες απέδειξαν ότι [η Γκιλφόιλ] έχει ουσία». Με άλλα λόγια, ακόμη και όσοι ίσως αρχικά εστίασαν στην εντυπωσιακή της εμφάνιση, σήμερα αναγνωρίζουν ότι πίσω από τη λάμψη υπάρχει ουσία και αποτελεσματικότητα.
Μια λαμπερή παρουσία στο προσκήνιο
Η επιρροή της Γκιλφόιλ εκτείνεται πέρα από τις κλειστές πόρτες των συσκέψεων. Δεν είναι τυχαίο που η νέα πρέσβης απασχολεί έντονα και τα μέσα ενημέρωσης και την κοινωνική σκηνή της Αθήνας. Παπαράτσι την ακολουθούν σε δημόσιες εμφανίσεις, το όνομά της φιγουράρει σε κοσμικές στήλες, και μάλιστα έγινε εξώφυλλο στη Vogue Greece — κάτι πρωτόγνωρο για εν ενεργεία διπλωμάτη. Στην αρχή, ορισμένοι στάθηκαν στο γεγονός ότι δεν είχε παραδοσιακή διπλωματική εμπειρία και ότι ερχόταν με μια «γκλαμουράτη» εικόνα, σε μια χώρα συνηθισμένη σε πιο χαμηλών τόνων πρέσβεις καριέρας. Γρήγορα όμως αυτά τα σχόλια έδωσαν τη θέση τους στον θαυμασμό, καθώς η επιρροή της έγινε εμφανής και τα αποτελέσματα της δουλειάς της άρχισαν να μιλούν από μόνα τους.
Δεν πρέπει να παραβλέπει κανείς το γεγονός ότι η Γκιλφόιλ έχει άμεση πρόσβαση στο ανώτατο επίπεδο εξουσίας στις ΗΠΑ. Ως στενή συνεργάτιδα του προέδρου Τραμπ, διατηρεί ανοικτό δίαυλο επικοινωνίας με τον Λευκό Οίκο — μια δυνατότητα που ελάχιστοι διπλωμάτες έχουν. Αυτό το γνωρίζουν καλά τόσο οι ελληνικές Αρχές όσο και ο επιχειρηματικός κόσμος, γεγονός που εξηγεί γιατί πολλοί σπεύδουν να συναντηθούν μαζί της και να καλλιεργήσουν σχέσεις μαζί της. Εκείνη λειτουργεί σαν καταλύτης: φέρνει σε επαφή ανθρώπους και ευκαιρίες, ενώ αξιοποιεί τις επαφές της για να προωθεί θέματα κοινού ενδιαφέροντος.
«Γέφυρα» ανάμεσα στην Ελλάδα και τον Λευκό Οίκο
Η περίοδος κατά την οποία η Κίμπερλυ Γκιλφόιλ αναλαμβάνει την αμερικανική πρεσβεία συμπίπτει με μια εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία για την Ελλάδα. Η χώρα αντιμετωπίζει ποικίλες προκλήσεις — από την ενεργειακή ασφάλεια και την ανάκαμψη της οικονομίας, μέχρι τις γεωπολιτικές εντάσεις στην περιοχή. Η διοίκηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει έμπρακτα ότι θεωρεί την Ελλάδα σημαντικό στρατηγικό εταίρο, ίσως μοναδικό στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή, πρόθυμο να συνεργαστεί στενά με την Ουάσιγκτον. Αυτό δεν είναι τυχαίο: υπάρχει ιδεολογική και πολιτική σύμπλευση ανάμεσα στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και στην κυβέρνηση Τραμπ, κάτι που δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για γρήγορες και ουσιαστικές συνεννοήσεις στο ανώτατο επίπεδο. Σε αυτό το πλαίσιο, η Γκιλφόιλ λειτουργεί ως πολύτιμη γέφυρα. Ως «αντισυμβατική» πρέσβης με απευθείας πρόσβαση στο Οβάλ Γραφείο, είναι σε θέση να μεταφέρει τα ελληνικά ζητήματα κατευθείαν στον ίδιο τον Πρόεδρο των ΗΠΑ και να εξασφαλίζει άμεσες απαντήσεις ή δράσεις όταν χρειάζεται.
Ήδη, η σχέση αυτή απέδωσε καρπούς: υπό την αιγίδα της, ανακοινώθηκαν μεγάλα ενεργειακά πρότζεκτ που θωρακίζουν ενεργειακά την Ελλάδα και την καθιστούν κόμβο για την ευρύτερη περιοχή. Παράλληλα, η Γκιλφόιλ στήριξε με σθένος τις ελληνικές θέσεις σε καίρια ζητήματα. Για παράδειγμα, δεν δίστασε να επικρίνει ανοικτά την κινεζική επιρροή στο λιμάνι του Πειραιά, χαρακτηρίζοντας «δυσάρεστο» το γεγονός ότι το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας ελέγχεται από την COSCO (την κινεζική κρατική εταιρεία). Αν και η κινεζική πλευρά αντέδρασε και η Αθήνα διαβεβαίωσε ότι δεν αλλάζει το ιδιοκτησιακό καθεστώς, η κυβέρνηση συνεργάζεται στενά με την Αμερικανίδα πρέσβη για την ανάπτυξη ενός εναλλακτικού λιμένα στην Ελευσίνα, δυτικά της Αθήνας. Το έργο αυτό, που υποστηρίζεται από τις ΗΠΑ, προωθείται ταχύτατα, δείχνοντας την ικανότητα της Γκιλφόιλ να προκαλεί κινήσεις ακόμα και σε ευαίσθητους τομείς, όταν αυτές ευθυγραμμίζονται με τα αμοιβαία συμφέροντα.
Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι «μόνο με τις ΗΠΑ στο πλευρό της μπορεί η Ελλάδα να λύσει οριστικά κάποια από τα χρόνια προβλήματά της». Υπό αυτή την έννοια, η παρουσία της Κίμπερλυ Γκιλφόιλ στην πρεσβεία των ΗΠΑ δεν είναι απλώς συμβολική — προσφέρει μια απευθείας δίοδο προς την αμερικανική κυβέρνηση του Τραμπ, κάτι που η Αθήνα θεωρεί ανεκτίμητο. Οι στενοί δεσμοί εμπιστοσύνης που έχει οικοδομήσει με τον πρόεδρο Τραμπ σημαίνουν ότι όταν η ίδια προωθεί ένα ελληνικό αίτημα ή κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για ένα ζήτημα, η φωνή της ακούγεται δυνατά στην Ουάσιγκτον και λαμβάνεται σοβαρά υπ’ όψιν. Έτσι, Ελλάδα και ΗΠΑ βρίσκονται πιο κοντά από ποτέ σε επίπεδο συνεργασίας, με κοινή ατζέντα την ευημερία, την ασφάλεια και τη σταθερότητα.
Η ισχύς μιας γυναίκας με αποστολή
Στο πρόσωπο της Κίμπερλυ Γκιλφόιλ, η Ελλάδα βλέπει μια ικανή, δυναμική και αποφασιστική σύμμαχο. Μέσα σε μόλις λίγους μήνες θητείας, η νέα πρέσβης κατόρθωσε να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της αμερικανικής διπλωματίας στην Αθήνα: από «διακριτική παρουσία» εξελίχθηκε σε κεντρικό παίκτη που επηρεάζει τις εξελίξεις και φέρνει χειροπιαστά αποτελέσματα.
Με τον συνδυασμό της διπλωματικής της ιδιότητας, των προσωπικών διασυνδέσεών της και της ακούραστης δράσης της, η Κίμπερλυ Γκιλφόιλ έχει αναδειχθεί ίσως στην πιο ισχυρή γυναίκα στην Ελλάδα — μια προσωπικότητα-κλειδί που γεφυρώνει τα συμφέροντα Αθήνας και Ουάσιγκτον. Και καθώς η χώρα αντιμετωπίζει τα μεγάλα στοιχήματα του μέλλοντος, η παρουσία μιας τέτοιας προσωπικότητας στο τιμόνι της αμερικανικής πρεσβείας αποτελεί για πολλούς εγγύηση ότι οι λύσεις που χρειάζονται δεν θα παραμείνουν άπιαστες.
Αλλαγή πορείας στην αμερικανική κλιματική πολιτική με απόφαση Τραμπ
Ο Ντόναλντ Τραμπ προχωρά σε μια κίνηση με έντονο πολιτικό βάρος, ανακοινώνοντας την κατάργηση μιας ρύθμισης της περιόδου Ομπάμα που αποτέλεσε κεντρικό σημείο αναφοράς για την αμερικανική πολιτική γύρω από τα αέρια του θερμοκηπίου και τη ρύθμιση των εκπομπών. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, η απόφαση τίθεται σε ισχύ την Πέμπτη και παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως αλλαγή κατεύθυνσης, με στόχο την αναθεώρηση του πλαισίου που διαμορφώθηκε την τελευταία δεκαετία.
Η συγκεκριμένη ρύθμιση είχε χαρακτηριστεί από τους υποστηρικτές της ως κομβική, επειδή αναγνώριζε έξι βασικά αέρια του θερμοκηπίου ως παράγοντες που μπορούν να θεωρηθούν απειλή για τη δημόσια υγεία. Με αυτόν τον τρόπο, η Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος των ΗΠΑ (EPA) αποκτούσε τη δυνατότητα να προχωρά σε ευρύτερες παρεμβάσεις και να επιβάλλει περιορισμούς σε τομείς που σχετίζονται με τις εκπομπές, όπως οι μεταφορές και η παραγωγή ενέργειας.
Στην πράξη, το συγκεκριμένο νομικό υπόβαθρο χρησιμοποιήθηκε τα προηγούμενα χρόνια για τη θέσπιση ενός πλέγματος κανονισμών, που αφορούσε κυρίως τα όρια εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από αυτοκίνητα, φορτηγά και βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Παράλληλα, αποτέλεσε βάση και για πολιτικές που στόχευαν τις μονάδες παραγωγής ενέργειας, με την κεντρική λογική ότι η μείωση των εκπομπών θα πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης της κλιματικής μεταβολής.
Η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ εκτιμάται ότι ανοίγει τον δρόμο για την άρση ή την αναθεώρηση σημαντικών περιορισμών, επιτρέποντας στην Ουάσιγκτον να κινηθεί προς μια διαφορετική ενεργειακή και βιομηχανική στρατηγική. Αμερικανικά μέσα ενημέρωσης σημειώνουν ότι στο στόχαστρο ενδέχεται να βρεθούν και ρυθμίσεις που αφορούν σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι είχαν αποτελέσει πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα σε κυβερνήσεις, πολιτείες, δικαστήρια και μεγάλους οικονομικούς παράγοντες.
Η κυβέρνηση Τραμπ, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι οι πολιτικές που βασίστηκαν στη συγκεκριμένη ρύθμιση επιβάρυναν δυσανάλογα την οικονομία, αύξησαν το κόστος για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές, και περιόρισαν την ενεργειακή αυτονομία της χώρας. Στο σκεπτικό της διοίκησης, οι αυστηροί κανόνες εκπομπών λειτουργούν ως εμπόδιο για την εγχώρια παραγωγή και την ανταγωνιστικότητα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου ο διεθνής ανταγωνισμός στον τομέα της ενέργειας παραμένει έντονος.
Υποστηρικτές της απόφασης θεωρούν ότι η κατάργηση της ρύθμισης μπορεί να διευκολύνει τη βιομηχανία, να μειώσει το κόστος παραγωγής, να περιορίσει την αύξηση των τιμών στην ενέργεια και να ενισχύσει την απασχόληση σε τομείς που σχετίζονται με τα ορυκτά καύσιμα. Επιπλέον, υπογραμμίζουν ότι η ενεργειακή πολιτική δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την εθνική ασφάλεια, καθώς η εξάρτηση από εισαγόμενες πηγές ενέργειας θεωρείται από πολλούς στρατηγικό μειονέκτημα.
Από την άλλη πλευρά, επικριτές της απόφασης εκφράζουν ανησυχία ότι η κατάργηση της ρύθμισης μπορεί να οδηγήσει σε υποχώρηση των περιβαλλοντικών στόχων και να αποδυναμώσει την ικανότητα της EPA να παρεμβαίνει σε ζητήματα που συνδέονται με τη δημόσια υγεία. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, η αναγνώριση των αερίων του θερμοκηπίου ως απειλής δεν ήταν απλώς πολιτική επιλογή, αλλά ένα εργαλείο για να αντιμετωπιστούν επιπτώσεις που συνδέονται με την ποιότητα του αέρα, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και την επιβάρυνση ευάλωτων πληθυσμών.
Ορισμένοι ειδικοί επισημαίνουν επίσης ότι η αμερικανική πολιτική στο ζήτημα των εκπομπών δεν αφορά μόνο το εσωτερικό της χώρας, αλλά επηρεάζει και τη διεθνή της θέση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες και σημαντικός παίκτης στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά, διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στις διεθνείς συζητήσεις για την κλιματική πολιτική. Γι’ αυτό και κάθε μεγάλη αλλαγή κατεύθυνσης ερμηνεύεται από πολλούς ως μήνυμα προς συμμάχους, ανταγωνιστές και διεθνείς οργανισμούς.
Η νέα στρατιωτική συμφωνία Ινδίας–Ελλάδας «απάντηση» στην Τουρκία
Η νέα στρατιωτική προσέγγιση Ελλάδας–Ινδίας δεν είναι απλώς ένα ακόμα διπλωματικό χαρτί. Είναι ένα σημάδι ότι η Ινδία επιχειρεί να επεκτείνει το γεωστρατηγικό της αποτύπωμα πέρα από τον Ινδικό Ωκεανό και να αποκτήσει παρουσία σε μια από τις πιο κρίσιμες ζώνες του πλανήτη: την Ανατολική Μεσόγειο και, έμμεσα, το Αιγαίο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία λειτουργεί ως ο βασικός καταλύτης που ωθεί την Ινδία να κινηθεί πιο επιθετικά σε επίπεδο συμμαχιών.
Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει αναβαθμίσει σημαντικά το αμυντικό της προφίλ, επιδιώκοντας πολυεπίπεδες συνεργασίες: με τη Γαλλία, τις ΗΠΑ, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τα ΗΑΕ και άλλους παίκτες της ευρύτερης περιοχής. Η Ινδία, από την πλευρά της, αναζητά αγκυρώσεις σε κρίσιμα σημεία του παγκόσμιου χάρτη, ειδικά σε περιοχές όπου τέμνονται ενεργειακοί διάδρομοι, ναυτιλιακές οδοί και στρατιωτικές ισορροπίες. Η σύμπτωση αυτών των δύο στρατηγικών είναι που δίνει στη συμφωνία μεγαλύτερη βαρύτητα από ό,τι φαίνεται με μια πρώτη ματιά.
Το βασικό στοιχείο της νέας συνεργασίας δεν είναι μόνο η ανταλλαγή τεχνογνωσίας ή οι κοινές ασκήσεις. Είναι η πολιτική σηματοδότηση: η Ινδία δείχνει ότι μπορεί να κινηθεί έξω από το στενό της γεωγραφικό πλαίσιο και να χτίσει στρατηγικές σχέσεις σε μια περιοχή όπου παραδοσιακά κυριαρχούν ευρωπαϊκές και αμερικανικές ισορροπίες. Για την Ελλάδα, αυτή η σχέση έχει διπλή αξία: αφ’ ενός ενισχύει την εικόνα της ως κράτους-κόμβου ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο αφ’ ετέρου δημιουργεί ένα ακόμη διεθνές αντίβαρο απέναντι στην τουρκική αναθεωρητική πολιτική.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι: γιατί η Ινδία να ενδιαφερθεί τόσο για την Ελλάδα; Η απάντηση βρίσκεται στην Τουρκία. Η Άγκυρα τα τελευταία χρόνια αναπτύσσει στενότερες σχέσεις με το Πακιστάν, τον παραδοσιακό αντίπαλο της Ινδίας. Αυτή η σχέση δεν είναι απλώς διπλωματική. Περιλαμβάνει στρατιωτική συνεργασία, αμυντικές εξαγωγές, κοινές πρωτοβουλίες και πολιτική στήριξη σε διεθνή φόρουμ. Για την Ινδία, αυτό αποτελεί κόκκινο πανί: βλέπει την Τουρκία ως έναν παίκτη που ενισχύει έμμεσα την πακιστανική στρατηγική και προσπαθεί να κερδίσει επιρροή σε μουσουλμανικές και περιφερειακές συμμαχίες, συχνά με ρητορική που αγγίζει ευαίσθητα ζητήματα όπως το Κασμίρ.
Έτσι, η Ινδία έχει λόγους να απαντήσει. Όχι απαραίτητα με άμεση αντιπαράθεση, αλλά με γεωπολιτικό κλείδωμα συμμαχιών που περιορίζουν τα περιθώρια της Τουρκίας. Και εδώ η Ελλάδα προσφέρεται ως ιδανικός εταίρος: κράτος-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, με κρίσιμη γεωγραφία, με ισχυρή ναυτιλία, με πρόσβαση σε λιμάνια-κλειδιά και με ενεργή παρουσία σε περιφερειακά σχήματα συνεργασίας.
Η ουσία είναι ότι η Ινδία, μέσα από τέτοιες συμφωνίες, επιχειρεί να στείλει ένα μήνυμα: «Αν η Τουρκία πατάει στον δικό μου χώρο μέσω Πακιστάν, εγώ μπορώ να πατήσω στον δικό της χώρο μέσω Ελλάδας και Ανατολικής Μεσογείου». Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ινδία θα εμπλακεί άμεσα στις ελληνοτουρκικές εντάσεις. Όμως δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα: η Τουρκία δεν είναι πλέον ο μόνος εξω-ευρωπαϊκός παίκτης που προσπαθεί να αποκτήσει στρατηγική επιρροή στην περιοχή.
Παράλληλα, η Ινδία επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της ως παγκόσμια δύναμη με ικανότητα προβολής ισχύος. Η Ανατολική Μεσόγειος είναι μια σκηνή όπου διασταυρώνονται μεγάλα συμφέροντα: ενέργεια, θαλάσσια ασφάλεια, μεταναστευτικές ροές, αγωγοί, στρατιωτικές βάσεις, ναυτικές δυνάμεις. Μια σταθερή σχέση με την Ελλάδα δίνει στην Ινδία κάτι που δεν έχει εύκολα αλλού: ένα θεσμικά σταθερό ευρωπαϊκό σημείο στήριξης, με πρόσβαση σε διεθνείς δομές και με πολιτικό βάρος σε ΕΕ και ΝΑΤΟ.
Για την Ελλάδα, αυτή η εξέλιξη δεν είναι απλώς μία «διπλωματική νίκη». Είναι εργαλείο στρατηγικής αποτροπής. Κάθε φορά που μια μεγάλη δύναμη συνδέεται αμυντικά ή στρατιωτικά με την Ελλάδα, αυξάνει το κόστος για οποιονδήποτε επιδιώκει να πιέσει την Αθήνα ή να προκαλέσει κρίση. Η παρουσία της Ινδίας, έστω και σε επίπεδο συνεργασίας και όχι μόνιμης στρατιωτικής εγκατάστασης, προσθέτει μια νέα διάσταση στις ισορροπίες: η Τουρκία πρέπει πλέον να υπολογίζει ότι οι κινήσεις της διαβάζονται όχι μόνο από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, αλλά και από μια ανερχόμενη παγκόσμια δύναμη με ξεκάθαρα συμφέροντα.
Τελικά, η νέα στρατιωτική συμφωνία Ινδίας–Ελλάδας λειτουργεί ως κάτι πολύ περισσότερο από ένα σύνολο τεχνικών συνεργασιών. Είναι ένα πολιτικό σήμα αναδιάταξης συμμαχιών. Η Ινδία δείχνει ότι δεν θα αφήσει την Τουρκία να ενισχύει το Πακιστάν χωρίς κόστος. Και η Ελλάδα δείχνει ότι μπορεί να χτίζει σχέσεις με παίκτες εκτός της παραδοσιακής δυτικής ομπρέλας, ενισχύοντας το διπλωματικό και αποτρεπτικό της κεφάλαιο.
Σε μια εποχή όπου οι περιφερειακές συγκρούσεις συνδέονται στενότερα και οι ανταγωνισμοί μεταφέρονται από ήπειρο σε ήπειρο, η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι πια υπόθεση μόνο Ελλάδας–Τουρκίας ή Ευρώπης–Μέσης Ανατολής. Είναι μέρος ενός μεγαλύτερου παζλ, όπου η Ινδία αρχίζει να βάζει το δικό της κομμάτι. Και αυτό, για την Τουρκία, είναι μια εξέλιξη που δεν μπορεί να αγνοήσει.
Καταδίκη προξενικού υπαλλήλου για παράνομες βίζες στα Η.Α.Ε.
Υπάλληλος του προξενικού γραφείου της ελληνικής πρεσβείας στο Άμπου Ντάμπι μετέτρεψε την έκδοση βίζας Σένγκεν σε «εμπόρευμα», εκδίδοντας μέσα σε 15 μήνες 118 παράνομες θεωρήσεις εισόδου σε υπηκόους τρίτων χωρών, χωρίς να πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις. Για κάθε βίζα ζητούσε 6.000 ευρώ, αποκομίζοντας συνολικά 708.000 ευρώ.
Ο συγκεκριμένος εργαζόταν ως διοικητικός υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών στο προξενικό γραφείο από το 2006 έως τον Ιούλιο του 2010. Από την 1η Ιανουαρίου 2007 έως τον Απρίλιο του 2008 είχε αναλάβει την αρμοδιότητα έκδοσης θεωρήσεων Σένγκεν. Η δράση του άρχισε να αποκαλύπτεται όταν, κατά τη διάρκεια της θερινής του άδειας, η αντικαταστάτριά του διαπίστωσε μεγάλο αριθμό εκκρεμών αιτήσεων και δυσανάλογα πολλές εκδοθείσες θεωρήσεις, πολλές από τις οποίες είχαν δοθεί χωρίς τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.
Την ίδια περίοδο εμφανίστηκε στο προξενικό γραφείο ένας κάτοχος βρετανικού διαβατηρίου με πακέτο διαβατηρίων, ζητώντας να συναντήσει τον υπάλληλο για να του τα παραδώσει ώστε να εκδοθούν θεωρήσεις εισόδου. Η επίσκεψη κρίθηκε ύποπτη, ειδοποιήθηκαν οι αστυνομικές αρχές του Άμπου Ντάμπι και ο άνδρας συνελήφθη. Σύμφωνα με τις αρχές των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, ο συλληφθείς ομολόγησε και κατονόμασε τον υπάλληλο της ελληνικής πρεσβείας ως σύνδεσμό του, με τον οποίο βρισκόταν σε τακτική τηλεφωνική επικοινωνία. Οι έρευνες οδήγησαν και στη σύλληψη άλλων μελών κυκλώματος παράνομης διακίνησης μεταναστών, ενώ η υπόθεση πήρε μεγάλη δημοσιότητα στα Εμιράτα.
Ο ίδιος ο υπάλληλος δεν συνελήφθη από τις τοπικές αρχές λόγω διπλωματικής ασυλίας, ωστόσο αποδείχθηκε ότι είχε εκδώσει παράνομες βίζες σε υπηκόους χωρών όπως ο Λίβανος, η Τυνησία, το Ιράν, η Ιορδανία, η Αιθιοπία, η Ταϊλάνδη, η Συρία, η Αίγυπτος, η Υεμένη, η Σομαλία, η Μολδαβία, η Κένυα, η Παλαιστίνη και το Σουδάν.
Στις δικαστικές αποφάσεις περιγράφονται ενδεικτικά κραυγαλέες περιπτώσεις έκδοσης θεωρήσεων, ακόμη και αυθημερόν, χωρίς βασικά στοιχεία ή δικαιολογητικά. Σε αρκετές αιτήσεις εμφανίζονταν τα ίδια στοιχεία επικοινωνίας, ενώ τρεις αιτούσες είχαν δηλωθεί ως σύζυγοι του ατόμου που συνελήφθη στο προξενείο. Καταγράφηκαν επίσης περιπτώσεις έκδοσης θεώρησης σε ανήλικο παιδί χωρίς συναίνεση γονέων ή χωρίς αποδεικτικά πληρωμής, αλλά και σε ενήλικη μητέρα με ανήλικα παιδιά, με ανυπόγραφη αίτηση και χωρίς την απαιτούμενη συναίνεση του πατέρα.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών τον καταδίκασε σε κάθειρξη 11 ετών για έκδοση ψευδών βεβαιώσεων κατ’ εξακολούθηση με σκοπό παράνομο όφελος άνω των 120.000 ευρώ και για παθητική δωροδοκία κατ’ εξακολούθηση. Παράλληλα, υποχρεώθηκε να καταβάλει 5.000 ευρώ στο Δημόσιο ως χρηματική αποζημίωση για ηθική βλάβη.
Ο υπάλληλος προσέφυγε στον Άρειο Πάγο ζητώντας αναίρεση της απόφασης και αναγνώριση ελαφρυντικών, όμως το Ε΄ Ποινικό Τμήμα απέρριψε τα αιτήματά του ως αβάσιμα. Στο πειθαρχικό σκέλος, το Πειθαρχικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο του υπουργείου Εξωτερικών τού επέβαλε την ποινή της οριστικής παύσης. Εκείνος προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας ζητώντας ακύρωση της απόλυσης, αλλά και εκεί η αίτησή του απορρίφθηκε, με αποτέλεσμα να επικυρωθεί οριστικά τόσο η ποινική καταδίκη όσο και η οριστική απόλυσή του.