Τετάρτη, 27 Μαΐ, 2026

Άλλο ένα πλεονέκτημα της μεσογειακής δίαιτας: Μειωμένος κίνδυνος COVID-19

Μια δίαιτα μεσογειακού τύπου, βασισμένη στις παραδοσιακές διατροφικές συνήθειες των ανθρώπων που μένουν στην Μεσόγειο, είναι πλούσια σε φρούτα και λαχανικά, σιτηρά ολικής άλεσης και υγιή λιπαρά. Θεωρείται ένας από τους πιο υγιείς τρόπους διατροφής στον κόσμο – ένα κλειδί για την βελτίωση της γενικής υγείας και την αποτροπή των χρόνιων παθήσεων.

Παλαιότερες έρευνες έχουν δείξει πως ακολουθώντας μια Μεσογειακή δίαιτα μπορείτε να μειώσετε τον πόνο και την φλεγμονή, να βελτιώσετε την διάθεση, να καταπολεμήσετε την οστεοπόρωση, να βελτιώσετε την καρδιαγγειακή υγεία και να μειώσετε τον κίνδυνο της άνοιας.

Κατά την πανδημία του COVID-19, ένα άρθρο στο περιοδικό Metabolism το 2020 έκανε έκκληση για «περισσότερες in vivo μελέτες και καλοσχεδιασμένες κλινικές δοκιμές για να εξερευνηθούν τα πιθανά ωφέλημα αποτελέσματα της Μεσογειακής δίαιτας […] στην πρόληψη της μόλυνσης από COVID-19 και/ή την βελτίωση των αποτελεσμάτων σχετικών με την ασθένεια».

Η καλύτερη υγεία και οι καλύτερες διατροφικές συνήθειες οδήγησαν σε καλύτερα αποτελέσματα από μολύνσεις COVID-19 – αλλά θα μπορούσε το να ακολουθήσουμε μια Μεσογειακή δίαιτα να βοηθήσει την μείωση του κινδύνου μόλυνσης αυτού; Θα μπορούσε αυτή η δίαιτα να βοηθήσει στην ανακούφιση των συμπτωμάτων και της σοβαρότητας της COVID-19 μόλις κάποιος κολλήσει;

Μια ερευνητική ομάδα στην Ινδονησία ξεκίνησε να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα σε μια συστηματική αναθεώρηση που δημοσιεύθηκε στις 21 Αυγούστου στο PLOS ONE. Τα ευρήματα προσθέτουν στο πλήθος αποδείξεων πως η Μεσογειακή δίαιτα, έδειξε να ενισχύει την υγεία με πολλούς ωφέλιμους τρόπους, μπορεί να βοηθήσει στην αποτροπή μεταδοτικών ασθενειών όπως η COVID-19 όπως επίσης και μη μεταδοτικών χρόνιων καταστάσεων. Ωστόσο, η έρευαν έδειξε επίσης πως οι άνθρωποι που ακολουθούν μια Μεσογειακή δίαιτα μπορεί να μην βιώσουν λιγότερο σοβαρά συμπτώματα της COVID-19 μόλις κολλήσουν.

 

Τα ευρήματα της έρευνας

Οι ερευνητές στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Σουμάτρα στο Μεντάν (Universitas Sumatera Utara) της Βόρειας Σουμάτρα στην Ινδονησία, ανέλυσαν έξι μελέτες βασιζόμενες στην παρατήρηση που περιελάμβαναν 55.489 συμμετέχοντες σε πέντε χώρες οι οποίοι απάντησαν σε ερωτηματολόγια καθορίζοντας το πόσο πιστά ακολουθούσαν μια Μεσογειακή δίαιτα.

Από τις έξι μελέτες, οι τέσσερις έδειξαν σημαντική σχέση μεταξύ αυξημένης τήρησης της Μεσογειακής δίαιτας και μειωμένου κινδύνου COVID-19. Δύο μελέτες δεν έδειξαν σημαντικούς συσχετισμούς.

Οι συμμετέχοντες της μελέτης ανέφεραν πόσο συχνά κατανάλωναν συγκεκριμένες τροφές. Υψηλή πρόσληψη ελαιόλαδου και φρούτων και ξηρών καρπών, σε συνδυασμό με λιγότερο κόκκινο κρέας και χαμηλή η μέτρια πρόσληψη αλκοόλ, βρέθηκαν να «μειώνουν τον κίνδυνο ενάντια στην COVID-19», αναφέρουν οι ερευνητές.

Από τις τέσσερις μελέτες που έδειξαν συσχετισμό μεταξύ της τήρησης της Μεσογειακής δίαιτας και των πιθανοτήτων ανάπτυξης συμπτωμάτων COVID-19, μόνο μία βρήκε πως η αυστηρή τήρηση συσχετιζόταν με λιγότερα συμπτώματα. Οι υπόλοιπες τρεις μελέτες δεν ανέφεραν κανέναν σημαντικό συσχετισμό.

Τρεις από τις έξι μελέτες εξέτασαν την σοβαρότητα των συμπτωμάτων του COVID-19 ανάμεσα σε 52.670 συμμετέχοντες. Μια μελέτη βρήκε πως τα άτομα με υψηλότερη τήρηση Μεσογειακής δίαιτας είχαν μειωμένη πιθανότητα ανάπτυξης σοβαρής νόσου COVID-19. Ωστόσο, δύο μελέτες ήταν ασαφείς σχετικά με αυτά τα δεδομένα.

Οι ερευνητές υποδεικνύουν μια Αμερικανική μελέτη που δείχνει ότι σε έξι χώρες, οι άνθρωποι που ακολουθούσαν μια δίαιτα με βάση τα λαχανικά ή τα ψάρια και τα θαλασσινά είχαν χαμηλότερες πιθανότητες ανάπτυξης μέτριων έως σοβαρών νόσων COVID-19 στις πρώτες μέρες της πανδημίας. (2020).

Οι συμμετέχοντες σε αυτή την μελέτη που ανέφεραν την τήρηση μιας δίαιτας βασισμένης στα λαχανικά είχαν 73% λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν μέτρια έως σοβαρή νόσο COVID-19, ενώ αυτοί που είχαν δίαιτες λαχανικών/ψαριών και θαλασσινών είχαν 59% λιγότερες πιθανότητες σε σχέση με τα άτομα που δεν ακολούθησαν καμία από αυτές τις δίαιτες.

 

Η μείωση της φλεγμονής είναι το κλειδί

Παρόλο που τα αποτελέσματα αυτής της νέας μελέτης είναι κάπως ανάμεικτα, η συναίνεση είναι σαφής ότι η φλεγμονή είναι ο οδηγός κλειδί στην ανάπτυξη και την σοβαρότητα της COVID-19, σύμφωνα με τους ερευνητές.

Η τήρηση της Μεσογειακής δίαιτας έχει αναφερθεί ότι μειώνει «την γενική συστημική κατάσταση φλεγμονής», έγραψαν και έχει επίσης αντιικές επιδράσεις. Επομένως η Μεσογειακή δίαιτα «έχει αναφερθεί πως ωφελεί αυτούς με διάφορες διαταραχές που σχετίζονται με την επίμονη χαμηλού επιπέδου φλεγμονή», σημείωσαν, αναφέροντας μια μελέτη πάνω στις προστατευτικές ιδιότητες της Μεσογειακής δίαιτας ενάντια στις χρόνιες, χαμηλού επιπέδου φλεγμονώδεις ασθένειες περιλαμβανομένου «του καρκίνου, του διαβήτη, της παχυσαρκίας, της αθηροσκλήρωσης, του μεταβολικού συνδρόμου και των γνωστικών διαταραχών.»

Η Σόφι Σόεν, πιστοποιημένη διαιτολόγος με άδεια ασκήσεων επαγγέλματος στο Cleveland Nutrition του Κλίβελαντ, Οχάιο, είπε στους Epoch Times πως η Μεσογειακή δίαιτα βοηθάει στην μείωση του κινδύνου μόλυνσης COVID-19 λόγω αυτών που δεν περιλαμβάνει. «Ζάχαρη, αλάτι, κορεσμένα λιπαρά και επεξεργασμένοι υδατάνθρακες, μαζί με μεγάλες ποσότητες αλκοόλ, όλα συνεισφέρουν στην φλεγμονή στο σώμα, τις μεταβολικές ασθένειες και την αργή ανοσολογική απόκριση», είπε. Η μεσογειακή δίαιτα περιορίζει ή εξαλείφει αυτού του είδους τις τροφές.

«Οποιαδήποτε δίαιτα που μειώνει σημαντικά ή εξαλείφει αυτές τις τροφές θα έχει παρόμοια αποτελέσματα στην βελτίωση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού, υποστηρίζοντας υγιή επίπεδα σακχάρου στο αίμα και αρτηριακής πίεσης, διατηρώντας ένα υγιές σωματικό βάρος και ένα υγιές εντερικό μικροβίωμα καθώς επίσης και μειώνοντας τον κίνδυνο μεταβολικού συνδρόμου», είπε η Σόεν.

Η Σόεν είπε στους Epoch Times πως ενώ λαμβάνει μια προσωποποιημένη προσέγγιση με τους ασθενείς της, τα σχέδια διατροφής της ταυτίζονται με την Μεσογειακή δίαιτα όσον αφορά το τί προτείνει στους ασθενείς της να τρώνε:

  • Ελάχιστες υψηλά επεξεργασμένες τροφές (λευκό αλεύρι, ζάχαρη, τεχνητές γλυκαντικές ύλες και επεξεργασμένα λιπαρά)
  • Δημητριακά ολικής άλεσης όπως το καστανό ρύζι, η κινόα, το πλιγούρι και την βρώμη.
  • Φασόλια και όσπρια (μια μερίδα την ημέρα)
  • Υγιή λιπαρά τα οποία περιέχουν ωμέγα 3 και 6 όπως τα καρύδια, ο λιναρόσπορος και συγκεκριμένα είδη ψαριών.
  • Ελάχιστο έως καθόλου κόκκινο κρέας
  • Άπαχα κρέατα όπως το κοτόπουλο
  • Υγιεινά ψάρια όπως φρέσκος σολομός
  • Πράσινα (τουλάχιστον μια φορά την ημέρα) και άλλα λαχανικά
  • Φρούτα (δυο ή τρεις μερίδες την ημέρα)
  • Ελάχιστο αλκοόλ

«Έχουμε παρατηρήσει αμέτρητους ασθενείς να βελτιώνουν την υγεία τους, να χάνουν βάρος, να αντιστρέφουν τις καρδιαγγειακές τους παθήσεις και ακόμη και τον διαβήτη τύπου 2 ακολουθώντας μια δίαιτα βασισμένη στα λαχανικά με περισσότερες οργανικές τροφές», είπε.

Της Susan C. Olmstead

Περισσότεροι από τους μισούς ανθρώπους παγκοσμίως εκτιμούν ότι θα έχουν προβλήματα υγείας από το νερό μέσα στα επόμενα 2 χρόνια

Μια έρευνα σε 141 χώρες διαπίστωσε ότι πάνω από το 52% των ερωτηθέντων «αναμένουν σοβαρό κίνδυνο από το πόσιμο νερό μέσα στα επόμενα δύο χρόνια», σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη.

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο Nature Communications, ανέλυσε δεδομένα από περισσότερους από 148.000 ενήλικες από την παγκόσμια δημοσκόπηση κινδύνου του 2019 του Ιδρύματος Lloyd’s Register Foundation.

Οι ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Northwestern και το UNC διαπίστωσαν ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρά το γεγονός ότι πάνω από το 97% του πληθυσμού έχει πρόσβαση σε καθαρό νερό, περίπου το 40% των ανθρώπων αναμένει να υποστεί πρόβλημα υγείας.

Το χαμηλότερο ποσοστό αναφέρθηκε στη Σιγκαπούρη (0,9 τοις εκατό) και το υψηλότερο στη Ζάμπια (54,3 τοις εκατό).

Τα ευρήματα έδειξαν ότι η πρόσβαση σε καθαρό νερό δεν έχει να κάνει με την κατασκευή περισσότερων υποδομών, «αλλά πολύ περισσότερο με τις αντιλήψεις του κοινού για την ασφάλεια και την εμπιστοσύνη», δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Τζόσουα Ν. Μίλερ, μεταδιδακτορικός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας.

Αλλά η αντίληψη των ανθρώπων μπορεί να μην είναι λανθασμένη, είπε.

 

Αντίληψη εναντίον Πραγματικότητας

Το μεγάλο ερώτημα με το εύρημα είναι αν οι αντιλήψεις των ανθρώπων είναι αληθινές, δήλωσε ο Μίλερ.

Επισημαίνει μια πρόσφατη έκθεση που δημοσιεύθηκε στο Science από Ελβετούς ερευνητές, η οποία εκτιμά ότι 4,4 δισεκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως δεν έχουν πρόσβαση σε καθαρό νερό.

«Αρχικά πιστεύαμε ότι ήταν περίπου 2,2 δισεκατομμύρια, αλλά καθώς οι άνθρωποι άρχισαν να συγκεντρώνουν περισσότερα δεδομένα και να προσπαθούν να κάνουν νέες εκτιμήσεις για την ποιότητα του νερού […] τώρα έχει διπλασιαστεί […] Έτσι, αυτό μου υποδηλώνει ότι οι αντιλήψεις των ανθρώπων είναι ήδη μπροστά από το πού βρισκόμαστε στον κόσμο της ποιότητας του νερού», δήλωσε ο Μίλερ.

«Οι άνθρωποι έχουν μια καλή αίσθηση μέσω της γεύσης και της όσφρησης και των ιστορικών εμπειριών από την εμπειρία προβλήματος από το νερό, γνωρίζοντας αν είναι ασφαλές ή όχι να πίνουν νερό.»

Από την άλλη πλευρά, ο Μίλερ τόνισε ότι οι αντιλήψεις των ανθρώπων οδηγούν σε συμπεριφορές που διαμορφώνουν τις αποφάσεις και τα αποτελέσματα για την υγεία τους.

«Όταν δεν εμπιστευόμαστε το νερό της βρύσης, αγοράζουμε συσκευασμένο νερό, το οποίο είναι εξαιρετικά ακριβό και επιβαρύνει το περιβάλλον- πίνουμε σόδα ή άλλα ζαχαρούχα ποτά, τα οποία είναι σκληρά για τα δόντια και τη γραμμή της μέσης- και καταναλώνουμε πολύ επεξεργασμένα έτοιμα τρόφιμα ή πηγαίνουμε σε εστιατόρια για να αποφύγουμε το μαγείρεμα στο σπίτι, το οποίο είναι λιγότερο υγιεινό και πιο ακριβό», δήλωσε η Σέρα Λ. Γιανγκ, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, σε δελτίο Τύπου.

«Τα άτομα που αυτοαναφέρουν ότι εκτίθενται σε μη ασφαλές νερό βιώνουν μεγαλύτερο ψυχολογικό στρες […] και διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο κατάθλιψης από ό,τι εκείνα που δεν το κάνουν», έγραψαν οι συγγραφείς στη μελέτη τους.

 

Διαφθορά, ο μεγαλύτερος παράγοντας

Η μελέτη του Nature Communications έδειξε ότι η αντίληψη του κοινού για τη διαφθορά είναι ο ισχυρότερος παράγοντας πρόβλεψης για τους κινδύνους από το πόσιμο νερό.

Αρκετοί παράγοντες μπορούν να εξηγήσουν γιατί οι διάφορες χώρες έχουν διαφορετικά ποσοστά πρόβλεψης του κινδύνου.

Μεταξύ αυτών, η αντίληψη του κοινού για τη διαφθορά είναι ο μεγαλύτερος παράγοντας, σύμφωνα με τη μελέτη, που αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 50% των διαφορών μεταξύ των χωρών.

Επιπλέον, οι χώρες που είναι διεφθαρμένες τείνουν επίσης να διαθέτουν λιγότερο καθαρό νερό και να επενδύουν λιγότερο στις κοινότητες και τις υποδομές τους, δήλωσε ο Μίλερ.

Ωστόσο, η γνώμη των ανθρώπων για την κυβέρνηση δεν μπορεί να εξηγήσει όλες τις διαφορές.

Οι συγγραφείς διαπίστωσαν επίσης ότι τα δύο τρίτα των ατόμων που αναμένουν να υποστούν πρόβλημα υγείας από το νερό τα επόμενα δύο χρόνια δήλωσαν ότι η κυβέρνησή τους έκανε «καλή δουλειά» όσον αφορά την εγγύηση ασφαλούς πόσιμου νερού.

Άλλοι σημαντικοί παράγοντες που μπορεί να αυξήσουν το ποσοστό πρόβλεψης προβλήματος μιας χώρας περιλαμβάνουν ένα υψηλό ποσοστό ατόμων που έχουν υποστεί πρόβλημα υγείας από το πόσιμο νερό και ή ένα υψηλό ποσοστό θανάτων που συνδέονται με το πόσιμο νερό.

 

Αυξανόμενες ανησυχίες για το νερό

Σε ατομικό επίπεδο, οι γυναίκες, οι μορφωμένοι και οι άνθρωποι που ανέφεραν οικονομικές δυσκολίες είχαν την τάση να αναμένουν πρόβλημα υγείας από το πόσιμο νερό.

«Νομίζω ότι οι άνθρωποι ευαισθητοποιούνται όλο και περισσότερο για τα ζητήματα του νερού και άλλες περιβαλλοντικές απειλές», δήλωσε ο Μίλερ.

«Είναι απλά η μία έκθεση μετά την άλλη για τη δεινή κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε», δήλωσε ο Μίλερ, απαριθμώντας τις αυξημένες πλημμύρες, τις ξηρασίες, την απορροή, τη μόλυνση και τα ακραία καιρικά φαινόμενα που μολύνουν και καταστρέφουν τις υποδομές ύδρευσης.

Παρά την εκτεταμένη επεξεργασία και τον καθαρισμό του νερού για την απομάκρυνση των ρύπων, κάποια υπολείμματα παραμένουν.

Ταυτόχρονα, οι ερευνητές βρίσκουν νέες χημικές ουσίες και ουσίες στην παροχή νερού που μπορεί να εγκυμονούν κινδύνους για την υγεία, οι οποίες απαιτούν περισσότερες μελέτες και τη θέσπιση νέων κανονισμών.

«Δεν θέλω να κακολογήσω τους παρόχους υπηρεσιών κοινής ωφέλειας στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι πραγματικά δύσκολο», δήλωσε ο Μίλερ. «Κάθε φορά που επιβάλλουμε έναν νέο περιορισμό ή ένα νέο όριο στο οποίο πρέπει να επιτύχουν την ποιότητα του νερού, αυτό σημαίνει μεγαλύτερο κόστος και είτε πρέπει να ζητήσουν από τους καταναλωτές να πληρώσουν περισσότερα είτε δεν πρόκειται να ανταποκριθούν στις κατευθυντήριες γραμμές. Και νομίζω ότι αυτή είναι η συνεχής ένταση που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση με τη θέσπιση νέων κανονισμών και γι’ αυτό μερικές φορές είναι πραγματικά αργή».

Αν και η έρευνα μπορεί να βρει μολυσματικές ουσίες που είναι δυνητικά επιβλαβείς, είναι δύσκολο για την κυβέρνηση να προβεί σε νέους κανονισμούς λόγω των επιπτώσεων στο κόστος.

«Πρέπει πραγματικά να υπολογίσουμε την αξία του νερού και το πόσο είμαστε διατεθειμένοι να πληρώσουμε γι’ αυτό», δήλωσε ο Μίλερ. «Υπάρχει ένας αυξανόμενος κατάλογος μολυσματικών παραγόντων για τους οποίους ανησυχούμε δυνητικά, και υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα αποδείξεων σχετικά με το πόσο επιβλαβείς είναι και σε ποιο όριο. Νομίζω, λοιπόν, ότι απαιτείται πολύ ξεκάθαρο μήνυμα για τη δημόσια υγεία σχετικά με το τι υπάρχει στο νερό μας και αν είναι επιβλαβές ή όχι».

Το εργασιακό στρες μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο καρδιακής αρρυθμίας

Νέα μελέτη έχει βρει μία ισχυρή σύνδεση μεταξύ του εργασιακού στρες και της ανάπτυξης κολπικής μαρμαρυγής, γνωστής και ως Afib (atrial fibrillation), μιας σοβαρής καρδιακής κατάστασης η οποία μπορεί να οδηγήσει σε καρδιακή πάθηση και εγκεφαλικό.

Οι ερευνητές λένε πως η αντιμετώπιση του εργασιακού στρες είναι κρίσιμη για τη δημιουργία ενός πιο υγιούς εργασιακού περιβάλλοντος.

Τα πορίσματα της 18ετούς μελέτης

Η 18ετής μελέτη, η οποία εξέτασε ιατρικά αρχεία από σχεδόν 6.000 ενήλικες στον Καναδά, οι οποίοι εργάζονταν σε δουλειές γραφείου, είναι η πρώτη που εξετάζει την επίδραση δύο συγκεκριμένων στρεσογόνων παραγόντων – της εργασιακής πίεσης και της ανισορροπίας μεταξύ προσπάθειας και επιβράβευσης – σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης.

Η εργασιακή πίεση καθορίζεται ως η ταλαιπωρία από τις εργασιακές απαιτήσεις και περιλαμβάνει το βαρύ εργασιακό φορτίο, τις σύντομες προθεσμίες και τον ελάχιστο έλεγχο πάνω στις εργασιακές αρμοδιότητες. Η ανισορροπία προσπάθειας και επιβράβευσης αναφέρεται στην αντίληψη των εργαζομένων πως η δουλειά που κάνουν δεν ανταμείβεται επαρκώς όπως αυτό ανακλάται στον μισθό τους, την εργασιακή ασφάλεια ή την αναγνώριση.

Στην έρευνα, οι άνθρωποι που ανέφεραν πως υποφέρουν από εργασιακή πίεση ήταν 83% πιο πιθανό να αναπτύξουν κολπική μαρμαρυγή από εκείνους που είπαν ότι δεν υφίστανται πίεση, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης. Επίσης, οι εργαζόμενοι που είπαν πως βίωσαν ανισορροπία προσπάθειας–επιβράβευσης ήταν 44% πιο πιθανό να πάθουν κολπική μαρμαρυγή.

Οι εργαζόμενοι που παραπονέθηκαν και για τα δύο είδη στρες είχαν 97% υψηλότερη πιθανότητα κολπικής μαρμαρυγής από αυτούς που δεν ανέφεραν κανένα εργασιακό στρες.

Η μελέτη διεξήχθη από ερευνητές του Νοσοκομειακού Κέντρου Έρευνας του Québec‐Université Laval Research, στην πόλη του Κεμπέκ του Καναδά.

«Οι εργαζόμενοι βρίσκονται σε μια κατάσταση επιβλαβούς ανισορροπίας όταν η έντονη προσπάθεια επιβραβεύεται με χαμηλή ανταμοιβή και επομένως είναι πιο ευαίσθητοι σε προβλήματα υγείας», έγραψαν οι ερευνητές.

Η κολπική μαρμαρυγή είναι το πιο κοινό είδος αρρυθμίας, ένας ανώμαλος χτύπος της καρδιάς όσον αφορά τον χρόνο ή την ισχύ. Επηρεάζει περίπου 3 με 6 εκατομμύρια Αμερικανούς κάθε χρόνο, με περίπου 450.000 νοσηλείες.

«Η μελέτη μας υποδεικνύει πως οι εργασιακοί στρεσογόνοι παράγοντες μπορεί να είναι σχετικοί παράγοντες οι οποίοι πρέπει να συμπεριληφθούν στις προληπτικές στρατηγικές», είπε σε δήλωση Τύπου ο Ξαβιέ Τρυντέλ, καρδιαγγειακός επιδημιολόγος και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης. «Η αναγνώριση και η αντιμετώπιση των ψυχοκοινωνικών στρεσογόνων παραγόντων στην εργασία είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη ενός υγιούς εργασιακού περιβάλλοντος που θα ωφελεί τόσο τα άτομα όσο και τους οργανισμούς για τους οποίους εργάζονται».

Το εργασιακό στρες μπορεί να μειωθεί

Έχει ήδη καθιερωθεί πως η εργασιακή δυσαρέσκεια και από τα δύο είδη στρες παράγει κίνδυνο στεφανιαίας καρδιακής νόσου. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει πως οι στρεσογόνοι παράγοντες στη δουλειά μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο καρδιακής νόσου.

Μια τέτοια μελέτη βρήκε ότι η διόρθωση της ανισορροπίας μεταξύ του κόπου του εργαζόμενου και της ανταμοιβής, όπως ένας υψηλότερος μισθός ή περισσότερος σεβασμός και έλεγχος πάνω στην επαγγελματική τους κατάσταση, συμβάλλει στη μείωση του κινδύνου.

Σε αυτή την προηγούμενη μελέτη, η οποία περιελάμβανε 2.156 συμμετέχοντες, η ερευνητική ομάδα του Τρυντέλ μείωσε επιτυχώς τους εργασιακούς στρεσογόνους παράγοντες με τη χρήση στρατηγικών όπως η μείωση του ρυθμού του χρονοδιαγράμματος των έργων (projects), η προσφορά ευέλικτου ωραρίου εργασίας και η ενθάρρυνση της ανοιχτής συζήτησης μεταξύ προϊσταμένων και εργαζομένων.

Αυτές οι παρεμβάσεις είχαν ως αποτέλεσμα μια σημαντική μείωση στα επίπεδα πίεσης του αίματος των συμμετεχόντων, σύμφωνα με τα αποτελέσματα που δημοσιεύθηκαν στο Βρετανικό Ιατρικό Περιοδικό (British Medical Journal) το 2021. Η μελέτη χρηματοδοτήθηκε από τα Καναδικά Ινστιτούτα Έρευνας Υγείας.

Το άγχος επιβαρύνει με πολλούς τρόπους

Σημείωσαν πως η έκθεση στους προαναφερθέντες στρεσογόνους παράγοντες «είναι γνωστό ότι ενεργοποιεί το αυτόνομο νευρικό σύστημα», το οποίο ελέγχει τις ακούσιες σωματικές λειτουργίες. Άλλα συστήματα που επηρεάζονται από το άγχος περιλαμβάνουν τον άξονα υποθαλάμου–υπόφυσης–επινεφριδίων, το κύριο σύστημα αντίδρασης στο άγχος του σώματος, όπως επίσης και συστήματα που περιλαμβάνουν τους νεφρούς, οι οποίοι ρυθμίζουν την πίεση του αίματος.

Το εργασιακό στρες συχνά ξεκινά με πεπτικά προβλήματα όπως έλκη και καούρα, όπως επίσης και με ψυχιατρικά θέματα περιλαμβάνοντας την κατάθλιψη και το άγχος, είπε στους Epoch Times ο Δρ Καρλ Μπένζιο, ψυχίατρος και συνιδρυτής ενός οικιακού θεραπευτικού κέντρου στην Φλόριντα.

«Το στρες διεγείρει την αντίδραση πάλης ή φυγής και μας βοηθά άμεσα να χειριστούμε έναν στρεσογόνο παράγοντα», είπε ο Μπένζιο. «Εκκρίνουμε όμως κορτιζόλη και αδρεναλίνη, που προκαλούν φλεγμονή η οποία είναι τοξική για τα κύτταρά μας. Επίσης, η επιπλέον δουλειά που προκαλεί στην καρδιά και το αγγειακό σύστημα έχει επιπτώσεις όταν συμβαίνει τόσο συχνά και έντονα.»

Η διαρκής αύξηση αυτών των ορμονών του στρες μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο καρδιακό ρυθμό, πίεση και φλεγμονή, όλα εκ των οποίων επιβαρύνουν περαιτέρω την καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία με την πάροδο του χρόνου.

Όταν οι άνθρωποι βρίσκονται σε καταστάσεις υψηλού στρες, η πίεση και ο ρυθμός της καρδιάς αυξάνονται.

«Οδηγεί σε αρρυθμία και ηλεκτρικά προβλήματα στην καρδιά σας. Μας προκαλεί κολπική μαρμαρυγή, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε έμφραγμα, υψηλή αρτηριακή πίεση και εγκεφαλικό», είπε ο Δρ Μπένζιο.

Μεγάλες προσδοκίες, μεγάλη πίεση

Το στρες στις εργασιακές καταστάσεις συχνά προκαλείται επειδή οι εργαζόμενοι έχουν μη ρεαλιστικές προσδοκίες των ανταμοιβών που θα λάβουν όταν καταβάλλουν συγκεκριμένες προσπάθειες, εξήγησε ο Δρ Μπένζιο. Σκέπτονται: Αν δεν λάβω αυτή την ανταμοιβή δεν θα βρω ησυχία.

«Η μελέτη μίλησε για ψυχοκοινωνική παρέμβαση, αλλά υποστηρίζω και διδάσκω ψυχο-πνευματικές παρεμβάσεις ως τρόπο βοήθειας», πρόσθεσε ο ψυχίατρος, ο οποίος είναι επίσης ιατρικός διευθυντής της Αμερικανικής Ένωσης Συμβούλων Χριστιανών. «Δηλαδή αυτό που πιστεύεις για τον Θεό, τον εαυτό σου, την κατάστασή σου, τις περιστάσεις σου. Οι άνθρωποι κυνηγούν την ευτυχία, αλλά αυτό που πραγματικά βοηθά είναι η επιδίωξη της πνευματικής ευεξίας.»

Πρόταση για μελέτη άγχους για τους χειρώνακτες

Οι συγγραφείς της έρευνας για το εργασιακό στρες αναγνωρίζουν πως η μελέτη τους είναι περιορισμένη. Εξέτασαν μονάχα μια φορά τους εργαζόμενους όσον αφορά τους στρεσογόνους παράγοντές τους, κάτι το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε «πιθανώς εσφαλμένη ταξινόμηση». Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την υποτίμηση της «πραγματικής συσχέτισης» μεταξύ των στρεσογόνων παραγόντων και της κολπικής μαρμαρυγής, σημείωσαν.

Η μελέτη αφορούσε μονάχα εργαζόμενους σε δουλειές γραφείου, περιλαμβάνοντας αυτούς που δουλεύουν σε θέσεις υπηρεσιών, επαγγελματικές και διευθυντικές θέσεις. Αυτό σημαίνει πως τα συμπεράσματα «μπορεί να περιορίζονται μόνο σε εργαζόμενους με παρόμοια επαγγέλματα». Η σχέση μεταξύ των εργασιακών στρεσογόνων παραγόντων και της κολπικής μαρμαρυγής στους χειρώνακτες θα πρέπει να μελετηθεί στο μέλλον, σημείωσαν οι ερευνητές. «Παλαιότερα στοιχεία υποδηλώνουν πως οι χειρώνακτες έχουν υψηλότερη πιθανότητα έκθεσης σε εργασιακή πίεση και πως η αρνητική επίδραση της εργασιακής πίεσης στα καρδιαγγειακά αποτελέσματα είναι μεγαλύτερης βαρύτητας σε αυτόν τον συγκεκριμένο πληθυσμό.»

 

Πόσο επηρεάζουν οι πρωτεΐνες και τα λιπαρά την παραγωγή ινσουλίνης;

Η διαχείριση των επιπέδων του σακχάρου μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από το μέτρημα των υδατανθράκων.

Φαίνεται πως οι πρωτεΐνες και τα λιπαρά έχουν έναν πιο σημαντικό ρόλο στην παραγωγή της ινσουλίνης από αυτό που πιστευόταν έως τώρα, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη. Αυτή η ανακάλυψη όχι μόνο παρέχει μια νέα προοπτική στη διαχείριση του διαβήτη, αλλά ενέχει επίσης την πιθανότητα να εμπνεύσει μελλοντικές έρευνες και να ανοίξει τον δρόμο για τη βελτίωση του ελέγχου της γλυκόζης για άτομα με διαβήτη τύπου 2, αντίσταση στην ινσουλίνη και προδιαβήτη.

«Η καλύτερη κατανόηση των ατομικών οδηγών της παραγωγής ινσουλίνης ενός ανθρώπου μπορεί να ευνοήσει την εξατομικευμένη διατροφική καθοδήγηση, η οποία θα βοηθούσε τους ανθρώπους να διαχειριστούν καλύτερα τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα τους, καθώς και τα επίπεδα ινσουλίνης τους», είπε σε δήλωση Τύπου η Γιελένα Κόλιτς, ερευνητική συνεργάτης στο εργαστήριο Τζόνσον στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας (University of British Columbia – UBC) και συν-συγγραφέας της μελέτης.

Η ανταπόκριση στην ινσουλίνη διαφέρει ανάλογα με το είδος των θρεπτικών συστατικών

Ερευνητές από το UBC μελέτησαν το πώς διαφορετικά άτομα παράγουν ινσουλίνη αντιδρώντας σε τρία μακροθρεπτικά συστατικά – τους υδατάνθρακες (γλυκόζη), τις πρωτεΐνες (αμινοξέα) και τα λιπαρά (λιπαρά οξέα) – εξετάζοντας τα εξειδικευμένα κύτταρα μέσα στο πάγκρεας, τα οποία ονομάζονται βήτα παγκρεατικά κύτταρα, των αποθανόντων δωρητών ανθρωπίνων οργάνων, αρρένων και θήλεων. Τα βήτα κύτταρα παράγουν και απελευθερώνουν την ινσουλίνη, μια ορμόνη η οποία είναι ικανή να μειώνει τη γλυκόζη στο αίμα.

Τα περισσότερα κύτταρα των δωρητών παρήγαγαν μια ισχυρή αντίδραση ινσουλίνης στους υδατάνθρακες. Ταυτόχρονα, περίπου το 9% των κυττάρων των δωρητών είχαν μια αντίδραση ινσουλίνης στις πρωτεΐνες, και άλλο ένα 8% των κυττάρων είχαν εντονότερη αντίδραση ινσουλίνης στα λιπαρά από ό,τι στα άλλα θρεπτικά συστατικά, περιλαμβανομένης και της γλυκόζης, σύμφωνα με τα αποτελέσματα που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Cell Metabolism.

Οι ερευνητές εξέτασαν, επίσης, μια υποκατηγορία παγκρεατικών κυττάρων από δωρητές με διαβήτη τύπου 2. Αυτά τα κύτταρα είχαν κακή αντίδραση στη γλυκόζη, αλλά η αντίδραση ινσουλίνης των κυττάρων στις πρωτεΐνες απροσδόκητα παρέμεινε ακέραιη.

«Η γλυκόζη φημίζεται για τον κυρίαρχο ρόλο της στην παραγωγή ινσουλίνης, αλλά μας εξέπληξε το γεγονός ότι είδαμε τόσο μεγάλη μεταβλητότητα, με κάποια άτομα να επιδεικνύουν μια ισχυρή αντίδραση στις πρωτεΐνες, ενώ κάποιοι άλλοι στα λιπαρά, κάτι το οποίο δεν είχε επισημανθεί προηγουμένως», είπε σε δήλωση Τύπου ο Τζέιμς Τζόνσον, ο οποίος έχει διδακτορικό στις βιολογικές επιστήμες και ήταν επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης.

Οι ερευνητές διεξήγαγαν, επίσης, μια περιεκτική ανάλυση της έκφρασης των γονιδίων των κυττάρων των παγκρεατικών νησιδίων, για να συγκεντρώσουν πληροφορίες σχετικά με τα μοριακά και κυτταρικά χαρακτηριστικά που σχηματίζουν την παραγωγή της ινσουλίνης. Προτείνουν πως τα ευρήματά τους θα μπορούσαν πιθανώς να ενημερώσουν τις μελλοντικές γενετικές δοκιμές, ώστε να προβλεφθούν ατομικές αντιδράσεις σε διαφορετικά μακροθρεπτικά συστατικά. Τα ευρήματα μπορεί να φέρουν επανάσταση στη διαχείριση του διαβήτη, καθοδηγώντας τον εξατομικευμένο διατροφικό σχεδιασμό και δίνοντας τη δυνατότητα στα άτομα να ελέγχουν καλύτερα την υγεία τους.

«Αυτό ενισχύει πραγματικά την περίπτωση όπου οι δίαιτες πλούσιες σε πρωτεΐνες θα μπορούσαν να έχουν θεραπευτικά οφέλη για ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και τονίζει την ανάγκη για περαιτέρω έρευνα της έκκρισης ινσουλίνης λόγω διέγερσης από πρωτεΐνες», είπε σε δήλωση Τύπου η κα Κόλιτς.

Σύμφωνα με τους ερευνητές της μελέτης, το επόμενο βήμα τους είναι να επεκτείνουν την έρευνά τους με κλινικές δοκιμές και να μελετήσουν την αντίδραση της ινσουλίνης στα τρία μακροθρεπτικά συστατικά σε πραγματικό περιβάλλον, ελπίζοντας να αναπτύξουν προσωποποιημένες διατροφικές προσεγγίσεις βασισμένες στα ευρήματά τους.

Η σημασία της ινσουλίνης

Η ινσουλίνη είναι μια απαραίτητη ορμόνη που παράγεται στο πάγκρεας, η οποία βοηθάει στη μετατροπή της τροφής σε ενέργεια και ρυθμίζει τη γλυκόζη στο αίμα. Περίπου 1 στους 10 ανθρώπους στις ΗΠΑ έχει διαβήτη τύπου 2, που σημαίνει ότι το σώμα δεν παράγει αρκετή ινσουλίνη για να διαχειριστεί αποτελεσματικά το σάκχαρο στο αίμα. Η αντίσταση στην ινσουλίνη – η οποία συμβαίνει όταν τα κύτταρα αντιδρούν λιγότερο στην ινσουλίνη, αυξάνοντας τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα – συχνά προηγείται της διάγνωσης για διαβήτη τύπου 2. Η αντίσταση στην ινσουλίνη συχνά είναι αποτέλεσμα μιας δίαιτας με πολλούς υδατάνθρακες, της παχυσαρκίας και της έλλειψης φυσικής άσκησης.

Τα υψηλά επίπεδα ινσουλίνης στο αίμα δημιουργούν μία κατάσταση που ονομάζεται υπερινσουλιναιμία και που μπορεί να προκαλέσει παχυσαρκία, φλεγμονή, καρδιαγγειακές παθήσεις, ακόμη και καρκίνο.

Οι ειδικοί προειδοποιούν: Τα αποτελέσματα ίσως να μην είναι καθολικά

Η μελέτη συνέλεξε δείγματα από 140 ανθρώπινα πτώματα. Παρότι οι ερευνητές διεξήγαγαν μια περιεκτική ανάλυση της έκκρισης της ινσουλίνης από τα κύτταρα των παγκρεατικών νησιδίων με και χωρίς διαβήτη, όταν εκτίθενται στα τρία κύρια μακροθρεπτικά συστατικά, το ερώτημα εάν αυτό πραγματικά αντιπροσωπεύει τον γενικό πληθυσμό παραμένει.

«Υπάρχουν περιορισμοί που πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν σε αυτήν τη μελέτη, όταν συγκρίνουμε συγκεκριμένα κύτταρα με το άτομο ως ολότητα, κάτι το οποίο είναι πολύ πιο περίπλοκο», είπε στους Epoch Times μέσω email η Κίμπερλυ Γκόμερ, πιστοποιημένη διαιτολόγος με 25 χρόνια εμπειρίας στην καθοδήγηση ατόμων για τη διαχείριση του βάρους τους, του διαβήτη και της αντίστασης στην ινσουλίνη.

Ωστόσο, η κα Γκόμερ πρόσθεσε πως αξίζει τον κόπο να εξετάσουμε την διαφορά μεταξύ των φυσιολογικών κυττάρων των παγκρεατικών νησιδίων και αυτών με διαβήτη τύπου 2 και πως η μετάφραση των αποτελεσμάτων στην καθημερινή κλινική πρακτική πολλαπλασιάζει τις επιλογές αντιμετώπισης του προβλήματος.

Για παράδειγμα, ανέφερε πως η ανακάλυψη ότι το 8% των κυττάρων των παγκρεατικών νησιδίων αντέδρασαν στα λιπαρά μπορεί να εξηγήσει γιατί κάποιος δεν έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα από τον έλεγχο της γλυκόζης στο αίμα. Η μελέτη διευκρίνισε πως η επιπλέον πρωτεΐνη βοηθά στη μείωση της αντίστασης στην ινσουλίνη και, συνεπακόλουθα, στον έλεγχο του σακχάρου στο αίμα.

«Πιστεύω πως πρέπει να παραμένουμε ανοιχτόμυαλοι και να διευρύνουμε τις γνώσεις μας, εξετάζοντας τα αποτελέσματα διαφόρων ερευνών, είτε έχουν γίνει σε ζωντανούς ανθρώπους είτε σε αποθανόντες», είπε.

Εξατομικεύοντας τον σχεδιασμό διατροφικής φροντίδας

«Οι περισσότεροι επικεντρώνονται στην αντίσταση στην ινσουλίνη, αλλά το τι αποδίδει καλύτερα στο κάθε άτομο διαφέρει, έτσι ο σχεδιασμός πρέπει να γίνεται με ανοιχτό μυαλό και να δοκιμάζονται διάφορες στρατηγικές ώστε να επιτευχθεί το βέλτιστο αποτέλεσμα», τόνισε η κα Γκόμερ.

Παρατήρησε πως η εμπειρία της της έχει δείξει ότι, αν καταναλώνονται πρώτα οι πρωτεΐνες, τα λιπαρά και οι ίνες, αφήνοντας τους υδατάνθρακες για το τέλος του γεύματος, η αύξηση της ινσουλίνης μπορεί να είναι πιο ήπια.

«Έχω παρατηρήσει διάφορες αντιδράσεις στους πελάτες μου, με κάποιους να παρουσιάζουν πολύ καλύτερο έλεγχο του σακχάρου στο αίμα από άλλους.»

Η κα Γκόμερ είπε, επίσης, πως ξαφνιάστηκε από τα ευρήματα της μελέτης πως τα λιπαρά προκάλεσαν ινσουλινική αντίδραση και πρόσθεσε πως μια δίαιτα υψηλή σε πρωτεΐνες είναι η καταλληλότερη για την πλειοψηφία.

Ορισμένες τροφές, όπως τα φασόλια, οι ξηροί καρποί και τα άπαχα κρέατα, που έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες, περιέχουν και ακόρεστα λιπαρά. Τα ψάρια και τα οστρακοειδή αποτελούν και αυτά καλές πηγές πρωτεΐνης και ωμέγα-3 λιπαρών οξέων, ωφέλιμων και για την καρδιαγγειακή υγεία.

Η κα Γκόμερ είπε πως η διαχείριση των υδατανθράκων είναι το αρχικό σημείο με το μεγαλύτερο όφελος για τα άτομα με διαβήτη τύπου 2 ή υπερινσουλιναιμία.

«Χωρίς τη διαχείριση των υδατανθράκων, μειώνονται οι πιθανότητες επιτυχίας κάθε άλλης στρατηγικής», είπε.

By Allison DeMajistre

 

Πώς το εντερικό μικροβίωμα εμποδίζει τη μυϊκή απώλεια

Καθώς μεγαλώνουμε, η διατήρηση της μυϊκής δύναμης και μάζας είναι κρίσιμη για τη γενική υγεία και την ποιότητα της ζωής μας. Πρόσφατη έρευνα υπογραμμίζει μια πολλά υποσχόμενη διατροφική προσέγγιση για την καταπολέμηση της απώλειας μυών λόγω ηλικίας.

Μελέτη του 2024 που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Clinical Nutrition, στην οποία συμμετείχαν περισσότερα από 5.000 άτομα, αποκάλυψε μία στενή σχέση μεταξύ της υψηλής διατροφικής πρόσληψης ζυμωμένων τροφίμων που περιέχουν ζωντανά μικρόβια (όπως το γιαούρτι και το κίμτσι) και του χαμηλού κινδύνου εμφάνισης σαρκοπενίας. Η σαρκοπενία αναφέρεται στην απώλεια μυϊκής μάζας και δύναμης λόγω ηλικίας. Αυτός ο συσχετισμός παρέμεινε ισχυρός ακόμη και εν μέσω ποικίλων διαφοροποιητικών παραγόντων, όπως τα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας και η ηλικία.

Ο Μπόμπαν Σουμπχάντρα, διευθύνων σύμβουλος της βιοφαρμακευτικής εταιρείας Biom Therapeutics, με διδακτορικό στη μικροβιολογία και την ανοσολογία, εξήγησε στους Epoch Times ότι «η σαρκοπενία είναι μια ανησυχητική κατάσταση επειδή οδηγεί στην προοδευτική απώλεια μυϊκής μάζας και δύναμης, κάτι το οποίο μπορεί να έχει σοβαρό αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής ενός ατόμου. Αυξάνει τον κίνδυνο πτώσεων, καταγμάτων και αναπηριών, τα οποίο μπορούν να
οδηγήσουν στην απώλεια της ανεξαρτησίας».

Επιπροσθέτως, η σαρκοπενία συνδέεται με άλλα ζητήματα υγείας, όπως το μεταβολικό σύνδρομο, η αδυναμία και ο αυξημένος κίνδυνος θνησιμότητας.

«Καθώς ο πληθυσμός γερνάει, αυξάνονται οι περιπτώσεις σαρκοπενίας, καθιστώντας τη μία πρόκληση για τη δημόσια υγεία, την οποία οφείλουμε να διαχειριστούμε προσεκτικά, με έμφαση στην πρόληψη», επεσήμανε ο κος Σουμπχάντρα.

Ο ρόλος των μικροβίων στη σαρκοπενία

Τα μικρόβια προάγουν την παραγωγή μεταβολιτών, όπως τα λιπαρά οξέα βραχείας αλυσίδας, οι οποίοι μπορούν να ενισχύσουν την ευαισθησία στην ινσουλίνη και την ομοιόσταση της γλυκόζης και με αυτό τον τρόπο να επηρεάσουν τη μυϊκή λειτουργία.

Η ισορροπία μεταξύ της αποικοδόμησης και της σύνθεσης των πρωτεϊνών συμβάλλει στη διατήρηση της μυϊκής μάζας. Οι μικροοργανισμοί επηρεάζουν τη σύνθεση και τη διάσπαση ορισμένων αμινοξέων, αλληλοεπιδρώντας άμεσα με την επιφάνεια του βλεννογόνου του πεπτικού σωλήνα. Τα αμινοξέα είναι τα δομικά υλικά των πρωτεϊνών.

«Πρέπει να θυμόμαστε ότι η πρωτεΐνη είναι η τροφή που προτιμούν οι μύες μας και ότι τα ζωντανά μικρόβια ενισχύουν το ανοσοποιητικό μας σύστημα, το οποίο συντελεί στη σύνθεση των πρωτεϊνών», είπε στους Epoch Times η Σάντρα Αρέβαλο, πιστοποιημένη διατροφολόγος και εκπρόσωπος της Ακαδημίας Διατροφής και Διαιτολογίας, με διδακτορικό στη δημόσια υγεία.

Σε κριτική αναθεώρηση του 2022, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Cells, ερευνητές εξέτασαν την αλληλεπίδραση μεταξύ της δίαιτας και των μυών του σκελετού, της ρύθμισης της γλυκόζης και του μικροβιώματος του εντέρου, για τη διατήρηση της υγείας κατά τη γήρανση και τη μείωση του κίνδυνο εμφάνισης σαρκοπενίας. Οι συγγραφείς ανέφεραν ότι «η απώλεια της μάζας και της λειτουργίας των μυών δεν είναι μια αναπόφευκτη συνέπεια της διαδικασίας γήρανσης» αλλά κάτι που μπορεί να προληφθεί ή να αναβληθεί με παρεμβάσεις στη διατροφή και τον τρόπο ζωής.

Ο Κρις Ρόμπερτ, πιστοποιημένος βοηθός υγείας (health coach) και ιδιοκτήτης του The Gut Coach, μια εταιρία βοηθών υγείας με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, είπε στους Epoch Times ότι τα προβιοτικά και τα φαγητά που έχουν υποστεί ζύμωση προάγουν την απορρόφηση θρεπτικών συστατικών όπως είναι τα αμινοξέα, οι βιταμίνες και τα μέταλλα, τα οποία είναι κρίσιμα για τη μυϊκή υγεία. Τα προβιοτικά επηρεάζουν, επίσης, την παραγωγή ορμονών όπως η ινσουλίνη και των αυξητικών παραγόντων, τα οποία είναι ζωτικής σημασίας για τη μυϊκή διατήρηση και αύξηση.

«Τα προβιοτικά συμβάλλουν στην καλύτερη απορρόφηση θρεπτικών συστατικών, στην αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας των απαραίτητων αμινοξέων και στην ενίσχυση του μεταβολισμού των πρωτεϊνών, τα οποία είναι απαραίτητα για τη διατήρηση και την επιδιόρθωση των μυών», δήλωσε ο κος Σουμπχάντρα.

Ένα ισορροπημένο εντερικό μικροβίωμα μπορεί να μειώσει περαιτέρω τη συστημική φλεγμονή, παράγοντα που συνδέεται με τη μυϊκή απώλεια και τη σαρκοπενία, ανέφερε ο κος Ρόμπερτ.

Αξιολόγηση της υγείας του μικροβιώματος

Ο κος Ρόμπερτ εξήγησε πως συμπτώματα όπως το φούσκωμα, τα αέρια, η δυσκοιλιότητα, η διάρροια και το κάψιμο μπορεί να υποδεικνύουν μια ανισορροπία στα βακτήρια του εντέρου, προσθέτοντας ότι «ένα εξασθενημένο εντερικό μικροβίωμα μπορεί επίσης να αποδυναμώσει το ανοσοποιητικό σύστημα, οδηγώντας σε πιο συχνά κρυολογήματα, λοιμώξεις ή ασθένειες».

Προβλήματα όπως το έκζεμα, η ακμή ή άλλοι ερεθισμοί του δέρματος μπορεί, επίσης, να συνδέονται με προβλήματα της υγείας του εντέρου. Λόγω της σύνδεσης του άξονα εντέρου–εγκεφάλου, η εντερική υγεία μπορεί επίσης να επιφέρει κούραση, κόπωση, άγχος, κατάθλιψη και αλλαγές της διάθεσης.

Παρεμβάσεις στο μικροβίωμα του εντέρου

Σύμφωνα με τον κο Ρόμπερτ, το μικροβίωμα του εντέρου μπορεί να διαμορφωθεί με αλλαγές στον τρόπο ζωής και τη διατροφή, όπως οι ακόλουθες:

  • Μια ποικιλόμορφη διατροφή πλούσια σε ίνες, φρούτα, λαχανικά, δημητριακά ολικής άλεσης και φαγητά που έχουν υποστεί ζύμωση προάγει ένα υγιές εντερικό μικροβίωμα. Τα πρεβιοτικά, που βρίσκονται σε φαγητά όπως το σκόρδο, τα κρεμμύδια και οι μπανάνες, τρέφουν τα ωφέλιμα βακτήρια, ενώ τα προβιοτικά εισάγουν ζωντανά ωφέλιμα βακτήρια στο έντερο. Τα προβιοτικά βρίσκονται σε φαγητά όπως το κίμτσι, το ξυνολάχανο, η κομπούχα, το γιαούρτι και το κεφίρ.
  • Η λήψη προβιοτικών και πρεβιοτικών μπορεί να προάγει έμμεσα και άμεσα την ανάπτυξη ωφέλιμων εντερικών βακτηρίων.
  • Η συχνή σωματική άσκηση επηρεάζει θετικά τη σύνθεση και την ποικιλία του εντερικού μικροβιώματος,
  • Η επαρκής πρόσληψη νερού βοηθά στη διατήρηση ενός υγιούς βλεννογόνου του εντέρου και προάγει την ανάπτυξη ωφέλιμων βακτηρίων.
  • Η μείωση του στρες με άσκηση στην ενσυνειδητότητα, το διαλογισμό ή τη γιόγκα συμβάλλει στη διατήρηση ενός ισορροπημένου εντερικού μικροβιώματος.
  • Τα αντιβιοτικά διαταράσσουν συνήθως την ισορροπία του εντερικού μικροβιώματος. «Να τα χρησιμοποιείται μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο και υπό την καθοδήγηση ενός ειδικού σε θέματα υγείας», συστήνει ο κος Ρόμπερτ.
  • Ο ποιοτικός ύπνος υποστηρίζει τη γενική υγεία, περιλαμβανομένης και της εντερικής υγείας, επιτρέποντας στον οργανισμό να αποκαθιστά πιθανές παθογένειες και ανισσοροπίες.

Η κα Αρέβαλο είπε πως το εντερικό μικροβίωμα μπορεί να διαμορφωθεί και με μεθόδους όπως η εξάντληση των βακτηρίων (μέσω μιας δίαιτας εξάλειψης, για παράδειγμα) ή η μεταμόσχευσης κοπράνων (όπου συλλέγονται κόπρανα από έναν υγιή δότη και εισέρχονται στον πεπτικό σωλήνα του ασθενούς).

«Πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν ότι η σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος είναι έντονα εξατομικευμένη και επηρεάζεται από παράγοντες όπως τα γονίδια, η ηλικία, η διατροφή και το περιβάλλον. Αυτό που είναι καλό για ένα άτομο μπορεί να μην είναι καλό για κάποιο άλλο», επεσήμανε ο κος Ρόμπερτ.

Ο κος Σουμπχάντρα δήλωσε πως η αλληλεπίδραση μεταξύ του εντερικού μικροβιώματος και της μυϊκής υγείας είναι ένας ανερχόμενος τομέας έρευνας με πολλές επιπτώσεις στον γηράσκοντα πληθυσμό, προσθέτοντας πως οι συνεχιζόμενες μελέτες στοχεύουν στην αποσαφήνιση των μηχανισμών με τους οποίους τα εντερικά μικρόβια επηρεάζουν τη συστημική φλεγμονή, τον μεταβολισμό και τη μυϊκή λειτουργία.

«Η κατανόηση του άξονα εντέρου-εγκεφάλου μπορεί να οδηγήσει σε πρωτοποριακές θεραπευτικές επιλογές για τη διατήρηση της μυϊκής υγείας καθώς γερνάμε», συμπέρανε.

Της Zena le Roux

Μετάφραση: Βλαδίμηρος Αλεξάντρωφ

Επιμέλεια: Αλία Ζάε

Νέο υλικό επιδιόρθωσης των χόνδρων στις αρθρώσεις

Νέο υλικό μπορεί να βοηθήσει στην επιδιόρθωση των χόνδρων στις κατεστραμμένες αρθρώσεις, σύμφωνα με μια μελέτη σε ζώα που έγινε από ερευνητές του Northwestern University.

Οι ερευνητές είπαν πως το υλικό θα μπορεί μια μέρα να χρησιμοποιηθεί για την πρόληψη της πλήρους αντικατάστασης των αρθρώσεων, την αποκατάσταση των αθλητικών τραυματισμών (αθλητικές κακώσεις) και την αντιμετώπιση των εκφυλιστικών ασθενειών.

Σχεδόν όλες οι αρθρώσεις στο σώμα προστατεύονται από χόνδρους. Η φθορά των χόνδρων μπορεί να προκαλέσει μακροχρόνιους και επίπονους τραυματισμούς, των οποίων η αποκατάσταση είναι και δύσκολη και κοστοβόρος. Έχοντας αυτό υπ’ όψιν, οι ερευνητές επιχείρησαν να δημιουργήσουν ένα βιοενεργό υλικό.

Αυτό το βιοϋλικό αποτελείται ουσιαστικά από δύο μέρη: από ένα βιοενεργό πεπτίδιο και ένα τροποποιημένο υαλουρονικό οξύ. Το βιοενεργό πεπτίδιο δεσμεύεται με τις πρωτεΐνες που είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη και διατήρηση των χόνδρων. Το υαλουρονικό οξύ είναι ένα φυσικό σάκχαρο που υπάρχει στους χόνδρους και στο αρθρικό υγρό των αρθρώσεων. Η ερευνητική ομάδα διάλεξε το τροποποιημένο υαλουρονικό οξύ, επειδή η δομή του είναι παρόμοια με αυτήν του φυσικού υαλουρονικού οξέως που βρίσκεται μέσα στο σώμα.

«Πολλοί γνωρίζουν το υαλουρονικό οξύ, επειδή είναι ένα δημοφιλές συστατικό στα προϊόντα φροντίδας του δέρματος», είπε σε δελτίο Τύπου ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης Σάμιουελ Στουππ. «Απαντά φυσικά, επίσης, και σε πολλούς ιστούς στο ανθρώπινο σώμα, συμπεριλαμβανομένων των αρθρώσεων και του εγκεφάλου.»

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences.

Θετικά αποτελέσματα σε αρθρώσεις προβάτων

Όταν συνδυαστούν, τα δύο μέρη δημιουργούν μια ελαστική, κολλώδη ουσία. Στη μελέτη, οι ερευνητές εξέτασαν το υλικό σε πρόβατα με ελαττωματικούς χόνδρους στις αρθρώσεις των πίσω ποδιών, οι οποίες είναι παρόμοιες με αυτές των γονάτων στους ανθρώπους. Οι ερευνητές εισήγαγαν μέσω ένεσης την ουσία στους ελαττωματικούς χόνδρους. Μόλις εισήχθη, το υλικό δημιούργησε μια μήτρα σαν σκαλωσιά, ενθαρρύνοντας την επιδιόρθωση του κατεστραμμένου χόνδρου.

Η ομάδα του Στουππ επέλεξε να δοκιμάσει το υλικό στα πρόβατα επειδή οι χόνδροι τους, όπως και οι ανθρώπινοι, αναγεννώνται δύσκολα. Επιπλέον, οι αρθρώσεις των πίσω ποδιών των προβάτων έχουν ομοιότητες στο μέγεθος και στον τρόπο που διαχειρίζονται το βάρος και το μηχανικό φορτίο. Η ομάδα παρατήρησε πως ο χόνδρος άρχισε να επιδιορθώνεται μέσα σε έξι μήνες και ότι αναγεννήθηκε χρησιμοποιώντας τα φυσικά βιοπολυμερή.

«Μια μελέτη πάνω στο μοντέλο του προβάτου προβλέπει καλύτερα το πώς θα λειτουργήσει η θεραπεία στους ανθρώπους», είπε σε δήλωση Τύπου ο Στουππ. «Σε άλλα, μικρότερα ζώα η αναγέννηση των χόνδρων γίνεται πολύ πιο εύκολα.»

Χειρουργική εναλλακτική;

Σύμφωνα με τη μελέτη, συνολικά περίπου ένα εκατομμύριο αντικαταστάσεις γονάτων διεξάγονται στις ΗΠΑ ετησίως, λόγω έλλειψης αποτελεσματικών θεραπειών για την αναγέννηση των κατεστραμμένων ιστών. Η επέμβαση γίνεται συνήθως στους νεότερους ασθενείς, οι οποίοι εκτιμάται ότι θα ζήσουν περισσότερο από τη λειτουργικότητα του εμφυτεύματος.

Άλλες επιλογές χειρουργικών επεμβάσεων περιλαμβάνουν αυτομοσχεύματα ή ετερομοσχεύματα, τα οποία δεν είναι πάντοτε βιώσιμα. Τα αυτομοσχεύματα απαιτούν ιστό από άλλο μέρος του σώματος του ασθενούς, ο οποίος ενδεχομένως να αποτύχει να ενσωματωθεί στην νέα περιοχή, ενώ τα ετερομοσχεύματα δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, καθώς απαιτείται ιστός από κάποιο πτώμα.

Ο Στουππ είπε πως το βιοϋλικό θα μπορούσε να είναι μια εναλλακτική λύση για αρθροσκοπικές επεμβάσεις ή επεμβάσεις ανοιχτών αρθρώσεων. Επί του παρόντος, το πρότυπο φροντίδας είναι μια επέμβαση γνωστή ως επέμβαση μικροκατάγματος. Κατά τη διάρκεια αυτής της επέμβασης, οι χειρουργοί προκαλούν μικρά κατάγματα στο υποκείμενο οστό της άρθρωσης για να ενθαρρύνουν νέα ανάπτυξη. Ωστόσο, ο Στουππ επεσήμανε πως αυτού του είδους η επέμβαση δεν προωθεί πάντα την ανάπτυξη του σωστού είδους χόνδρου.

«Το κύριο πρόβλημα με την επέμβαση μικροκατάγματος είναι πως συχνά έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ινώδους χόνδρου […] σε αντίθεση με τον υαλουρονικό χόνδρο, ο οποίος είναι αυτός που χρειαζόμαστε για να έχουμε λειτουργικές αρθρώσεις», είπε σε δήλωση Τύπου ο Στουππ.

Παρόλα αυτά, το νέο βιοϋλικό μπορεί να βοηθήσει στην αναγέννηση υαλουρονικών χόνδρων, καθιστώντας την επανάπτυξη πιο ανθεκτική στην φθορά. Αυτό μπορεί να βελτιώσει την κινητικότητα και να μειώσει τον μακροχρόνιο πόνο των αρθρώσεων, ενώ αποφεύγεται η ανάγκη για σοβαρή ανασύνθεση της άρθρωσης.

Της  A.C. Dahnke

Μετάφραση: Βλαδίμηρος Αλεξάντρωφ

Επιμέλεια: Αλία Ζάε

 

Τι ακριβώς εισπνέουμε όταν φοράμε μάσκα;

Οι μάσκες μιας χρήσης, όπως εκείνες που οι υπεύθυνοι υγείας παρότρυναν (ή, σε μερικές περιπτώσεις, επέβαλαν) το κοινό να χρησιμοποιεί κατά τη διάρκεια της πανδημίας του COVID19, είναι φτιαγμένες από συνθετικές ίνες και μπορεί να περιέχουν χημικές ενώσεις. Πολλοί έχουν αναρωτηθεί κατά πόσο είναι πράγματι καλό να φορά κανείς μια μάσκα από συνθετικές ίνες για μεγάλες χρονικές περιόδους, και κατά πόσο η εισπνοή των χημικών ενώσεων που απελευθερώνουν οι μάσκες οδηγεί σε προβλήματα υγείας.

Οι προστατευτικές μάσκες απελευθερώνουν έως και 5.390 μικροπλαστικά σωματίδια σε μια περίοδο 24 ωρών, ενώ οι χειρουργικές μάσκες συγκεκριμένα απελευθερώνουν περίπου 3.152 μικροΐνες σε λιγότερο από μια ώρα, σύμφωνα με ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Οικοτοξικολογία και Περιβαλλοντική Ασφάλεια (Ecotoxicology and Environmental Safety) τον Απρίλιο του 2024.

Για τη διενέργεια της ανάλυσης, Γερμανοί και Ελβετοί ερευνητές εξέτασαν 24 μελέτες αξιολογώντας 631 μάσκες χειρουργικές, υφασμάτινες και Ν95, για να καθορίσουν την σύνθεσή τους και τις ενώσεις που απελευθερώνουν. Το 63% των μασκών έδωσαν «ανησυχητικά αποτελέσματα», έγραψαν οι ερευνητές, απελευθερώνοντας υψηλά ποσά μικροπλαστικών και νανοπλαστικών.

Οι ερευνητές βρήκαν πως πολλές από τις ουσίες στις μάσκες – ανάμεσά τους πτητικές οργανικές ενώσεις (volatile organic compounds – VOCs), ξυλένιο, ακρολεΐνη, υπερφθοροαλκυλιωμένες χημικές ουσίες (PFAS), φθαλικές ενώσεις, μόλυβδο, κάδμιο, χαλκό και διοξείδιο του τιτανίου (TiO2) – ξεπερνούν τα καθιερωμένα όρια ασφαλείας για τους ανθρώπους.

Σε άρθρο του 2022, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature, μια ομάδα ερευνητών καθόρισε πως τα 12 είδη των προστατευτικών μασκών «ξεπερνούν τα αποδεκτά επίπεδα έκθεσης TiO2 μέσω εισπνοής» και ζήτησαν ρυθμιστικά πρότυπα για τη χρήση του TiO2, πιθανό καρκινογόνο. 

Η τελευταία έρευνα 

Η τελευταία έρευνα αυτού του είδους, με τίτλο «Ολοκληρωμένη εκτίμηση των κινδύνων της εισπνοής πλαστικοποιητών από τη χρήση προστατευτικών μασκών» (Comprehensive Risk Assessment of the Inhalation of Plasticizers From the Use of Face Masks), η οποία εμφανίστηκε πρόσφατα στο περιοδικό Environment International, εξέτασε τέσσερεις τύπους μασκών για την παρουσία 31 ειδών πλαστικοποιητών. Ερεύνησε επίσης σε ποιο βαθμό αυτές και άλλες ενώσεις απελευθερώνονταν (άρα και εισπνέονταν) κατά την προσομοιωμένη χρήση μάσκας. 

Ενώ «η γενική συγκέντρωση πλαστικοποιητών ήταν παρόμοια και στα τέσσερα είδη μασκών», οι ερευνητές αναφέρουν ότι βρήκαν πως οι χειρουργικές μάσκες και οι FPP2s (οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν ευρέως στην Ευρώπη) είχαν υψηλούς ρυθμούς απελευθέρωσης πλαστικοποιητών περίπου της τάξης του 4% (3,9% και 4,8%, αντίστοιχα). 

«Οι προστατευτικές μάσκες αποτελούνται, κυρίως, από συνθετικά υλικά», κοινώς από πολυπροπυλένιο, πολυστυρένιο, πολυαιθυλένιο, τερεφθαλικό και πολυεστέρα, γράφουν οι ερευνητές, της ομάδας Environmental and Water Chemistry for Human Health (ONHEALTH), μέρος του Ινστιτούτου Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Έρευνας Νερού στη Μπαρτσελόνα της Ισπανίας. 

Οι κατασκευαστές ενσωματώνουν, επίσης, πρόσθετα όπως φθαλικές ενώσεις και οργανοφωσφορικούς εστέρες (OPEs) στις προστατευτικές μάσκες ως πλαστικοποιητές, «για να αυξήσουν την μαλακότητα και την ευκαμψία ή ως επιβραδυντικά καύσης», εξήγησαν οι ερευνητές. Αυτά δεν είναι οι μοναδικές χημικές ενώσεις που βρίσκονται στις μάσκες. Άλλες περιλαμβάνουν βαρέα μέταλλα, PFAS και VOCs. 

Στη μελέτη του ONHEALTH, η μέση συγκέντρωση πλαστικοποιητών που βρέθηκαν σε διάφορα είδη μασκών είναι η εξής: 

  • 7.27 µg (μικρογραμμάρια) – χειρουργικές μάσκες
  • 8.61 µg – μάσκες μιας χρήσης
  • 11.0 µg – μάσκες ΚΝ-95
  • 13.9 µg – μάσκες FFP2 

Δοκιμές προσομοίωσης εισπνοής 

Για να διερευνήσουν τα ποσά πλαστικοποιητών που απελευθερώνουν οι μάσκες, οι ερευνητές διεξήγαγαν πειράματα εισπνοής σε ψεύτικα κεφάλια από πεπιεσμένο χαρτί για να αναπαράγουν την τυπική χρήση στους ανθρώπους. Τα ευρήματα έδειξαν πως οι υψηλότερες θερμοκρασίες που μοιάζουν στην ανθρώπινη αναπνοή προκαλούσαν μεγαλύτερη απελευθέρωση πλαστικών προσθέτων. «Η κατάσταση υψηλής θερμοκρασίας [στο πείραμα] παρουσιάζει το χειρότερο σενάριο για την απελευθέρωση των πλαστικών προσθέτων», έγραψαν οι ερευνητές. 

Τα ποσά ενώσεων που απελευθέρωσαν οι μάσκες διέφεραν ευρέως, κυμαινόμενα από 0,1% έως και 95% ανάλογα με τις συγκεκριμένες ενώσεις και το είδος της μάσκας. «Σημειώνεται πως οι OPEs παρουσίασαν ένα μέσο ποσοστό απελευθέρωσης του 1,0%, όμοιο με αυτό των φθαλικών ενώσεων, οι οποίες έδειξαν ποσοστό απελευθέρωσης 1,2%», έγραψαν οι ερευνητές. 

Τα είδη μασκών με το μεγαλύτερο γενικά ρυθμό απελευθέρωσης ήταν οι χειρουργικές μάσκες και οι FFP2s (3,9% και 4,8%, αντίστοιχα). Οι μάσκες μιας χρήσης έδειξαν το χαμηλότερο ρυθμό απελευθέρωσης, με μέσο όρο το 0,6%. Ο ρυθμός απελευθέρωσης των ΚΝ-95s ήταν 1,2%. Μια χειρουργική μάσκα έδειξε ρυθμό απελευθέρωσης μιας ένωσης, του κιτρικού ακετυλοτριβουτυλίου (acetyl tributyl), πιθανού ενδοκρινικού διαταράκτη, της τάξεως του 95%. 

Μια επιπρόσθετη οδός έκθεσης 

Πιο σημαντικό είναι ότι οι τιμές των συγκεκριμένων ενώσεων που εξέτασε η μελέτη «παρέμειναν κάτω από τα καθιερωμένα όρια βάσης», έγραψαν οι ερευνητές. Ωστόσο, οι πλαστικοποιητές είναι παρόντες και σε πολλά άλλα αντικείμενα εκτός από τις μάσκες. Ενσωματώνονται συχνά στα παιχνίδια, τις συσκευασίες τροφίμων, τα ρούχα, τα καλλυντικά, τα προϊόντα καθαρισμού και άλλα αντικείμενα με τα οποία έρχονται σε επαφή οι άνθρωποι καθημερινά. 

Οι μάσκες «αντιπροσωπεύουν μια επιπρόσθετη οδό έκθεσης η οποία, όταν ληφθεί υπ’ όψιν μαζί με άλλες οδούς, όπως είναι η εσωτερική και εξωτερική εισπνοή και η απορρόφηση μέσω του δέρματος και της διατροφής, κάνει την συνολική έκθεση άξια εξέτασης», έγραψαν οι ερευνητές. 

«Λόγω της αποδεδειγμένης έκθεσης στους πλαστικοποιητές, οι γονιδιοτοξικοί, οι ανοσοτοξικοί και οι τερατογόνοι [εκ γενετής ελαττώματα] κίνδυνοι παραμένουν, άσχετα από τις υπολογισμένες τιμές, ιδίως για τα παιδιά, τις εγκύους και άλλες ευαίσθητες ομάδες.» 

Πλαστικοποιητές έχουν βρεθεί στο αίμα των εγκύων και φαίνεται να εμπλέκονται και στη δραματική μείωση του παγκόσμιου αριθμού σπερματοζωαρίων τα τελευταία 50 χρόνια, εγείροντας ανησυχίες πως αυτά τα χημικά καταστρέφουν τη γονιμότητα και την υγεία των μελλοντικών γενεών. 

 Της Susan C. Olmstead

Μετάφραση: Βλαδίμηρος Αλεξάντρωφ

Επιμέλεια: Αλία Ζάε

 

 

Νέα ανοσοθεραπεία δείχνει σημάδια καταπολέμησης του καρκίνου του παχέος εντέρου

Εξελίσσοντας τις μεθόδους καταπολέμησης του καρκίνου του παχέος εντέρου, οι επιστήμονες έχουν μετατρέψει σε όπλο τα ανοσοποιητικά κύτταρα των ίδιων των ασθενών για την καταπολέμηση των μεταστάσεων.

Αυτή η καινοτόμος προσέγγιση, η οποία ενισχύει γενετικά τα λεμφοκύτταρα ώστε να στοχεύουν και να καταστρέφουν τα καρκινικά κύτταρα, έχει δείξει πολλά υποσχόμενα αποτελέσματα σε πρόσφατη δοκιμή των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας (ΕΙΥ).

Με τον ρυθμό εμφάνισης του καρκίνου του παχέος εντέρου να αυξάνεται στους νεαρούς ενήλικες, αυτή η προσωποποιημένη κυτταρική ανοσοθεραπεία προσφέρει ελπίδα στη μάχη ενάντια στους όγκους προχωρημένου σταδίου.

Κατασκευασμένα ανοσοποιητικά κύτταρα συρρικνώνουν συμπαγείς όγκους

Η πρόσφατη μελέτη, η οποία δημοσιοποιήθηκε στο περιοδικό Nature Medicine στης 11 Ιουλίου, αφορά μια νέα κυτταρική ανοσοθεραπεία σχεδιασμένη για την καταπολέμηση των συμπαγών όγκων των μεταστάσεων.

Τα λεμφοκύτταρα, ένα είδος λευκών αιμοσφαιρίων που παράγονται στο μυελό των οστών, βρίσκονται στο αίμα, στον λεμφικό ιστό και στα λεμφοειδή όργανα όπως ο θύμος αδένας, ο σπλήνας και οι λεμφαδένες. Τα δύο κύρια είδη είναι το Β-κύτταρα, τα οποία παράγουν αντισώματα για την καταπολέμηση της εισβολής από παθογόνα, και τα Τ-κύτταρα, τα οποία καταστρέφουν κύτταρα που έχουν προσβληθεί από ιούς ή καρκινικά κύτταρα.

]Η νέα θεραπεία χτίζει πάνω στις επιτυχίες των θεραπειών με χιμαιρικούς υποδοχείς αντιγόνου Τ-κυττάρων (Chimeric Antigen Receptor [CAR] T-cell) και με λεμφοκύτταρα διείσδυσης όγκων (Tumor-Infiltrating Lymphocyte – TIL), επεκτείνοντας την εφαρμογή τους στους συμπαγείς όγκους.

Η θεραπεία CAR T-cell χρησιμοποιεί Τ-κύτταρα από το αίμα του ασθενούς, ενώ η θεραπεία TIL χρησιμοποιεί Τ-κύτταρα από τον όγκο του ασθενούς. Οι ιατροί, έπειτα, αναπτύσσουν και ενδυναμώνουν περισσότερα από αυτά τα κύτταρα, προτού τα επιστρέψουν στο σώμα για να επιτεθούν στον καρκίνο.

Η νέα προσέγγιση απομονώνει τους συγκεκριμένους υποδοχείς Τ-κυττάρων που αναγνωρίζουν τα μοναδικά αντιγόνα των όγκων, δημιουργεί τροποποιημένα λεμφοκύτταρα σε εργαστήριο και, ύστερα, τα επανεισάγει στο σώμα του ασθενούς.

Η μελέτη περιελάμβανε επτά συμμετέχοντες με μεταστατικό καρκίνο του παχέος εντέρου. Σε τρεις από τους ασθενείς παρατηρήθηκε συρρίκνωση των όγκων, κυρίως στο ήπαρ, τους πνεύμονες και τους λεμφαδένες. Ο παρατεταμένος έλεγχος των όγκων διήρκησε έως και επτά μήνες. Περίπου το 20% των ανοσοποιητικών κυττάρων ενός ασθενή έφεραν τους κατασκευασμένους υποδοχείς ακόμη και δύο χρόνια μετά τη θεραπεία.

«Το γεγονός ότι μπορούμε να πάρουμε ένα συμπαγή αναπτυσσόμενο μεταστατικό καρκίνο και να τον κάνουμε να οπισθοχωρήσει δείχνει ότι η νέα προσέγγιση κυτταρικής ανοσοθεραπείας είναι πολλά υποσχόμενη», είπε σε δήλωση Τύπου ο Δρ Στήβεν Ρόζενμπεργκ, επικεφαλής του Τμήματος Χειρουργικής στο Εθνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης. Ωστόσο, πρόσθεσε ότι αυτά τα ευρήματα είναι προκαταρκτικά και χρήζουν περαιτέρω βελτίωσης και δοκιμών σε περισσότερα είδη συμπαγών καρκίνων.

Η εν εξελίξει δοκιμή πλέον περιλαμβάνει και ασθενείς με διάφορους συμπαγείς όγκους.

«Είναι απλά η αρχή της μετατροπής των κανονικών λεμφοκυττάρων σε κύτταρα ικανά να αντιμετωπίσουν τους κοινούς συμπαγείς καρκίνους», πρόσθεσε ο Δρ Ρόζενμπεργκ. «Μόλις γνωρίζεις ότι είναι δυνατόν, δουλεύεις για να το βελτιώσεις.»

Τα ευρήματα ένα μεγάλο σημάδι ελπίδας

Η ανοσοθεραπεία επιτίθεται στον καρκίνο με διαφορετικό τρόπο από αυτόν της χημειοθεραπείας, αποτρέποντας κοινές παρενέργειες όπως κόπωση, ναυτία, απώλεια μαλλιών και χαμηλές τιμές αίματος, είπε στους Epoch Times ο Δρ Τσαογιουάν Κουάνγκ, αναπληρωτής καθηγητής ογκολογίας, ιατρικής και μοριακής φαρμακολογίας στο ολοκληρωμένο Αντικαρκινικό Κέντρο Μοντεφιόρε Αϊνστάιν (Montefiore Einstein Comprehensive Cancer Center), ο οποίος δεν έλαβε μέρος στη μελέτη.

Αυτή η δοκιμή εξέτασε μια προσωποποιημένη κυτταρική ανοσοθεραπεία, ξεχωριστή από τους αναστολείς σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού, ένα είδος ανοσοθεραπείας που αποκλείει τις πρωτεΐνες που σταματούν το ανοσοποιητικό σύστημα από το να επιτίθεται στα καρκινικά κύτταρα.

Οι περισσότεροι καρκίνοι του παχέος εντέρου είναι μικροδορυφορικά σταθεροί (microsatellite stable – MSS) ή «ικανοί για MMR» και τυπικά δεν αντιδρούν στις συνήθεις ανοσοθεραπείες, όπως είναι οι αναστολείς σημείων ελέγχου. Το MSS αναφέρεται στην κατάσταση του DNA στα κύτταρα του όγκου. Σε όγκους MSS, το DNA παραμένει σταθερό με ελάχιστες μεταλλάξεις. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την μικροδορυφορική αστάθεια (microsatellite instability – MSI), όπου το DNA του όγκου είναι ασταθές και υψηλά μεταλλαγμένο. Οι ιατροί συχνά ελέγχουν για MSS στον καρκίνο του παχέος εντέρου, για να βοηθήσουν στην καθοδήγηση των αποφάσεων του τρόπου αντιμετώπισης.

Αυτή η αντιμετώπιση συνδυάζει την προσωποποιημένη φαρμακευτική αγωγή και την ανοσοθεραπεία – «το καλύτερο και των δύο κόσμων», λέει ο Δρ Κουάνγκ, επισημαίνοντας πως η λήψη απαντήσεων στους περισσότερους από τους επτά ασθενείς με καρκίνο του παχέος εντέρου είναι ένα «τεράστιο σημάδι ελπίδας».

Του George Citroner

Μετάφραση: Βλαδίμηρος Αλεξάντρωφ

Επιμέλεια: Αλία Ζάε

 

Η χρήση τάμπλετ τροφοδοτεί τον θυμό και τα ξεσπάσματα στα μικρά παιδιά

Αν το μικρό σας παιδί έχει περισσότερες εκρήξεις, το πρόβλημα μπορεί να είναι το τάμπλετ του. Νέα έρευνα δείχνει ότι ο υπερβολικός χρόνος μπροστά στην οθόνη τροφοδοτεί αυξημένο θυμό και απογοήτευση στα παιδιά προσχολικής ηλικίας, καθιστώντας τα ξεσπάσματά τους πιο δύσκολα διαχειρίσιμα.

Η χρήση κινητών συσκευών από τα μικρά παιδιά έχει αυξηθεί κατακόρυφα, με τον χρόνο μπροστά στην οθόνη να εκτοξεύεται από 5 λεπτά την ημέρα το 2020 σε 55 λεπτά το 2022 – μια αλλαγή που υπογραμμίζει τον αυξανόμενο ρόλο της τεχνολογίας στην πρώιμη παιδική ηλικία. Μέχρι την ηλικία των 4 ετών, τα περισσότερα παιδιά έχουν ήδη τις δικές τους συσκευές.

Σύνδεση χρόνου μπροστά στην οθόνη και άγχους

Μια νέα μελέτη στην επιθεώρηση JAMA Pediatrics εντόπισε μια σύνδεση μεταξύ της χρήσης υπολογιστών τάμπλετ και των συναισθηματικών εκρήξεων στα μικρά παιδιά. Η μελέτη παρακολούθησε 315 παιδιά προσχολικής ηλικίας για δύο χρόνια και διαπίστωσε ότι εκείνα που περνούσαν περισσότερο χρόνο με τάμπλετ στην ηλικία των 3,5 ετών ήταν πιο πιθανό να παρουσιάσουν σημάδια θυμού και απογοήτευσης στην ηλικία των 4,5 ετών.

Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα που ανέφεραν οι γονείς σχετικά με τη χρήση τάμπλετ και τη συναισθηματική συμπεριφορά, παρακολουθώντας την ανάπτυξη κάθε παιδιού με την πάροδο του χρόνου. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η αύξηση κατά μία ώρα της καθημερινής χρήσης τάμπλετ στην ηλικία των 3,5 ετών συνδεόταν με 22% αύξηση του θυμού και της απογοήτευσης μέχρι το επόμενο έτος.

Η έρευνα αποκάλυψε επίσης ότι τα παιδιά που ήταν πιο επιρρεπή στο θυμό στην ηλικία των 4,5 ετών αύξησαν συχνά τη χρήση των τάμπλετ μέχρι την ηλικία των 5,5 ετών, γεγονός που υποδηλώνει ότι ενώ ο υπερβολικός χρόνος μπροστά στην οθόνη μπορεί να προκαλέσει συναισθηματικά ζητήματα, τα ίδια ζητήματα μπορούν να οδηγήσουν τα παιδιά να βασίζονται στις συσκευές ακόμη περισσότερο, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που είναι δύσκολο να σπάσει.

«Τα παιδιά που είναι πιο προκλητικά και λιγότερο ‘συναισθηματικά ρυθμισμένα’ τείνουν να εκτίθενται σε περισσότερο χρόνο μπροστά στην οθόνη από τους γονείς», αναφέρει η μελέτη. «Οι γονείς αναφέρουν ότι χρησιμοποιούν τις συσκευές ως ηρεμιστικό εργαλείο για να βοηθήσουν στη διαχείριση των συναισθηματικών εκρήξεων των μικρών παιδιών».

Η έρευνα διεξήχθη κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19 και τόνισε επίσης πώς οι μοναδικές στρεσογόνες συνθήκες εκείνης της περιόδου μπορεί να επηρέασαν τα αποτελέσματα της μελέτης. Με πολλές οικογένειες να αντιμετωπίζουν διαταραγμένες ρουτίνες και αυξημένο άγχος, η χρήση τάμπλετ και η συναισθηματική κατάσταση των παιδιών μπορεί να ήταν πιο ασταθείς.

Κατά μέσο όρο, τα παιδιά της μελέτης περνούσαν περίπου μία ώρα την ημέρα στο τάμπλετ μέχρι την ηλικία των 5,5 ετών, αν και αυτό διέφερε σε μεγάλο βαθμό.

Ενώ προηγούμενες μελέτες έχουν υποδείξει μια σχέση μεταξύ του χρόνου χρήσης της συσκευής και των προβλημάτων συμπεριφοράς, η παρούσα έρευνα είναι μία από τις πρώτες που εξετάζει αυτή τη σχέση με την πάροδο του χρόνου στα ίδια άτομα. Παρακολουθώντας τα ίδια παιδιά για αρκετά χρόνια, η μελέτη παρέχει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η χρήση τάμπλετ θα μπορούσε τόσο να προκαλέσει όσο και να είναι αποτέλεσμα συναισθηματικών προκλήσεων στην πρώιμη παιδική ηλικία.

«Οι γονείς και οι κηδεμόνες θα πρέπει να παρακολουθούν στενά τη χρήση των τάμπλετ από παιδιά προσχολικής ηλικίας, ιδίως σε παιδιά που έχουν μεγαλύτερη τάση να εκφράζουν θυμό και απογοήτευση», δήλωσε η επικεφαλής συγγραφέας Καρολάιν Φιτζπάτρικ στην εφημερίδα The Epoch Times.

Γιατί η πρώιμη παιδική ηλικία έχει σημασία

Η πρώιμη παιδική ηλικία είναι κρίσιμη για την ανάπτυξη δεξιοτήτων συναισθηματικής ρύθμισης. Ο εγκέφαλος υφίσταται ταχεία ανάπτυξη, καθιστώντας δραστηριότητες όπως το διαδραστικό παιχνίδι, το διάβασμα και οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη συναισθηματικών και γνωστικών δεξιοτήτων. Οι τρόποι με τους οποίους καλλιεργούνται αυτές οι δεξιότητες μπορεί να διαφέρουν σημαντικά.

Σε μια προσπάθεια να διαχειριστούν τις προκλήσεις αυτού του αναπτυξιακού σταδίου, πολλοί γονείς στρέφονται στους υπολογιστές τάμπλετ για να απασχολήσουν τα παιδιά ή να τα ηρεμήσουν κατά τη διάρκεια συναισθηματικών εκρήξεων, με το 65% των φροντιστών να αναφέρουν τη χρήση συσκευών για τον σκοπό αυτό.

«Αυτή η στρατηγική είναι πιθανό να γυρίσει μπούμερανγκ μακροπρόθεσμα, καθώς μπορεί να παρεμποδίσει την ικανότητα των παιδιών να αναπτύξουν εσωτερικές στρατηγικές για τη διαχείριση των συναισθημάτων τους», δήλωσε η Φιτζπάτρικ. Δεδομένου ότι η χρήση των τάμπλετ είναι συχνά μια μοναχική δραστηριότητα, δίνει στα παιδιά λιγότερες ευκαιρίες να εξασκήσουν αυτές τις κρίσιμες δεξιότητες.

Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε νωρίτερα φέτος στο JAMA Network Open διαπίστωσε ότι τα παιδιά προσχολικής ηλικίας που περνούσαν δύο ή περισσότερες ώρες την ημέρα μπροστά σε οθόνες είχαν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα ψυχολογικής ευημερίας σε σύγκριση με εκείνα που περνούσαν μόλις μία ώρα μπροστά στην οθόνη. Τα παιδιά αυτά είχαν λιγότερες πιθανότητες να δείξουν περιέργεια, ανθεκτικότητα και θετικά συναισθήματα -βασικούς δείκτες υγιούς ανάπτυξης- και περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν προβλήματα συμπεριφοράς όπως υπερκινητικότητα και επιθετικότητα.

Τα ευρήματα αυτά ευθυγραμμίζονται με τις ευρύτερες ανησυχίες της ιατρικής κοινότητας σχετικά με τον αντίκτυπο του χρόνου της οθόνης στα νεανικά μυαλά. Η American Academy of Child and Adolescent Psychiatry (Αμερικανική Ακαδημία Παιδικής και Εφηβικής Ψυχιατρικής) συνιστά τον περιορισμό του μη εκπαιδευτικού χρόνου στην οθόνη για παιδιά ηλικίας 2 έως 5 ετών σε όχι περισσότερο από μία ώρα την ημέρα τις καθημερινές και τρεις ώρες τα Σαββατοκύριακα, τονίζοντας τη σημασία του μέτρου.

Αντίθετα, η American Academy of Pediatrics (Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής) προτείνει ότι η ποιότητα των αλληλεπιδράσεων με τα ψηφιακά μέσα είναι πιο σημαντική από την τήρηση αυστηρών χρονικών ορίων.

«Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία που να αποδεικνύουν όφελος από συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές για τον περιορισμό του χρόνου μπροστά στην οθόνη», αναφέρει η δήλωση της θέσης τους.

Συμβουλές για τη διαχείριση του χρόνου οθόνης στα παιδιά προσχολικής ηλικίας

Η Φιτζπάτρικ τονίζει τη σημασία της προσεκτικής διαχείρισης του χρόνου μπροστά στην οθόνη για την υποστήριξη της υγιούς ανάπτυξης των παιδιών προσχολικής ηλικίας. Προτείνει την εμπλοκή των παιδιών σε δραστηριότητες που αναπτύσσουν δεξιότητες συναισθηματικής ρύθμισης, όπως η κοινή ανάγνωση βιβλίων και το παιχνίδι με φαντασία.

«Οι τεχνολογίες για παιδιά δεν πρέπει να περιλαμβάνουν χαρακτηριστικά όπως η αυτόματη αναπαραγωγή, τα οποία μπορεί να οδηγήσουν σε μεγαλύτερες περιόδους ενασχόλησης του χρήστη», συμβουλεύει η Φιτζπάτρικ. Αντ’ αυτού, συνιστά την επιλογή τεχνολογικών σχεδίων που ενθαρρύνουν τη συνεργασία μεταξύ παιδιού και φροντιστή, ενισχύοντας τις ευκαιρίες μάθησης.

Προτείνει στους φροντιστές να καταρτίσουν ένα οικογενειακό σχέδιο χρήσης των μέσων ενημέρωσης για να θέσουν σαφείς κανόνες σχετικά με τον χρόνο που αφιερώνουν μπροστά στην οθόνη και να διασφαλίσουν ότι τα παιδιά εκτίθενται σε εκπαιδευτικό περιεχόμενο υψηλής ποιότητας. Συνιστάται επίσης η απενεργοποίηση της αυτόματης αναπαραγωγής και άλλων χαρακτηριστικών που μπορεί να δελεάσουν τα παιδιά να συνεχίσουν να βλέπουν περιεχόμενο. Η ενθάρρυνση των παιδιών να κλείνουν το τάμπλετ όταν τελειώνουν με τη δραστηριότητά τους μπορεί να τα βοηθήσει να αναπτύξουν καλύτερη συναισθηματική αυτορρύθμιση.

«Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί μπορούν να διασφαλίσουν ότι τα παιδιά χρησιμοποιούν τις συσκευές στα σωστά πλαίσια», σημειώνει η Φιτζπάτρικ, προσθέτοντας ότι οι συσκευές πρέπει να αποφεύγονται κατά τη διάρκεια των γευμάτων και της ρουτίνας του ύπνου. Τονίζει επίσης τη σημασία του μοντέλου ισορροπημένης χρήσης των μέσων ενημέρωσης, προτείνοντας στους γονείς και τους εκπαιδευτικούς να περιορίσουν το δικό τους χρόνο μπροστά στις οθόνες παρουσία των παιδιών.

Θέτοντας σαφή όρια και δίνοντας το παράδειγμα, οι φροντιστές μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά να αναπτύξουν υγιέστερες σχέσεις με την τεχνολογία. Τελικά, η αποφυγή της χρήσης των συσκευών ως εργαλείο για να ηρεμήσουν ή να καταπραΰνουν τα παιδιά είναι ζωτικής σημασίας για την προώθηση της μακροπρόθεσμης συναισθηματικής τους ανθεκτικότητας.

Της Sheramy Tsai

 

Η Sheramy Tsai, BSN, RN, είναι μια έμπειρη νοσοκόμα με δεκαετή συγγραφική καριέρα. Απόφοιτος του Middlebury College και του Johns Hopkins, η Tsai συνδυάζει τη συγγραφική και νοσηλευτική της εμπειρία για να προσφέρει ιδιαίτερα αποτελεσματικό περιεχόμενο. Ζώντας στο Βερμόντ, συνδυάζει την επαγγελματική της ζωή με τη βιώσιμη διαβίωση και την ανατροφή τριών παιδιών.

Καρκίνος του παχέος εντέρου στους νεαρούς ενήλικες: Δίαιτα, στρες και ανερχόμενοι παράγοντες κινδύνου

Τα τελευταία 20 χρόνια, ο καρκίνος του παχέος εντέρου προσβάλλει όλο και περισσότερο άτομα μικρότερης ηλικίας στις ΗΠΑ. Έρευνες υποδεικνύουν μια σημαντική αύξηση στις περιπτώσεις καρκίνου του παχέος εντέρου μεταξύ των κάτω των 45 ετών, με αύξηση 500% (!) στα παιδιά ηλικίας 10 έως 14 ετών. Αυτή η  τάση έχει προσελκύσει την προσοχή και έχει γίνει αφορμή για τη σύσταση περαιτέρω μείωσης του ορίου ηλικίας εκκίνησης προσυμπτωματικών ελέγχων, που βρίσκεται τώρα στα 45 έτη. Οι ειδικοί προτρέπουν, επίσης, το κοινό να ευαισθητοποιηθεί όσον αφορά τον καρκίνο του παχέος εντέρου και να διαχειριστεί τους μεταβλητούς παράγοντες κινδύνου, όπως η κακή διατροφή και ο ανθυγιεινός τρόπος ζωής.

Σύμφωνα με στατιστικές του 2023 της Αμερικανικής Αντικαρκινικής Εταιρείας, ο καρκίνος του παχέος εντέρου είναι ο δεύτερος πιο θανατηφόρος καρκίνος στις ΗΠΑ, μετά τον καρκίνο του πνεύμονα. Περισσότεροι από 153.000 άνθρωποι στις ΗΠΑ διαγνώστηκαν με καρκίνο του παχέος εντέρου, ενώ 52.550 αναμένεται να πεθάνουν από την ασθένεια. Μεταξύ αυτών, οι 19.550 περιπτώσεις και 3.750 θάνατοι περιλαμβάνουν ασθενείς κάτω των 50 ετών, κατηγοριοποιημένους ως πρώιμα πάσχοντες από καρκίνο του παχέος εντέρου.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι νεότεροι άνθρωποι διαγιγνώσκονται συχνά σε προχωρημένο στάδιο, όντας κάτω από την ηλικία του προσυμπτωματικού ελέγχου. Μέχρι να γίνει η διάγνωση, ο καρκίνος του παχέος εντέρου έχει συνήθως φθάσει στο στάδιο της μετάστασης και της εξάπλωσης, κάνοντας την αντιμετώπισή του πολύ πιο δύσκολη.

Ανησυχητικές τάσεις

Μελέτη που παρουσιάστηκε στην Εβδομάδα Πεπτικών Παθήσεων (Digestive Disease Week) 2024, τον Μάιο, αξιοποίησε τη βάση δεδομένων WONDER των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών των ΗΠΑ (Centers for Disease Control and Prevention’s – CDC) για να αναλύσει τα ποσοστά περιπτώσεων καρκίνου του παχέος εντέρου από το 1999 έως το 2020. Οι αλλαγές στα ποσοστά περιπτώσεων καρκίνου του παχέος εντέρου για κάθε ηλικιακή ομάδα είναι ως εξής:

  • Ηλικίες 10 έως 14: αύξηση 500%
  • Ηλικίες 15 έως 19: αύξηση 333%
  • Ηλικίες 20 έως 24: αύξηση 185%
  • Ηλικίες 25έως 29: αύξηση 68%
  • Ηλικίες 30 έως 34: αύξηση 71%
  • Ηλικίες 35 έως 39: αύξηση 58%
  • Ηλικίες 40 έως 44: αύξηση 45%

«Αυτά τα δεδομένα αποκαλύπτουν μερικές πολύ ανησυχητικές τάσεις, συγκεκριμένα στον νεότερο πληθυσμό μας, ο οποίος δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν όταν εξετάζουμε τον προσυμπτωματικό έλεγχο των ασθενών για καρκίνο του παχέος εντέρου», είπε σε δήλωση Τύπου ο Δρ Ισλάμ Μοχάμεντ, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και ειδικευόμενος ιατρός εσωτερικής ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Μισούρι, στο Κάνσας.

Αναγνωρισμένα συμπτώματα του καρκίνου του παχέος εντέρου

Ο καρκίνος, γενικά, θεωρείται μια ασθένεια που επηρεάζει κυρίως τους ηλικιωμένους. Για πολλά χρόνια, η προτεινόμενη ηλικία προσυμπτωματικού ελέγχου για καρκίνο του παχέος εντέρου στις ΗΠΑ ήταν τα 50 έτη. Ωστόσο, λόγω των ανησυχιών για την αύξηση των περιπτώσεων του καρκίνου του παχέος εντέρου στους νέους, η Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία μείωσε την προτεινόμενη ηλικία προσυμπτωματικού ελέγχου στα 45 έτη.

Η μελέτη εξέτασε κυρίως άτομα κάτω των 45 ετών, οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στις υπάρχουσες καθοδηγητικές γραμμές προσυμπτωματικού ελέγχου. Αυτή η παράλειψη αυξάνει τον κίνδυνο απώλειας πρώιμης ανίχνευσης και ευκαιριών αντιμετώπισης του καρκίνου του παχέος εντέρου, ειδικά στα παιδιά, τους εφήβους και τους νέους.

Ο Δρ Μοχάμεντ ανέφερε σε δήλωση Τύπου ότι, ανεξαρτήτως ηλικίας, η πιθανότητα ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου δεν πρέπει να αποκλειστεί, εάν υπάρχουν τα ανάλογα συμπτώματα. «Είναι σημαντικό το κοινό να ενημερωθεί για τα σημάδια και τα συμπτώματα του καρκίνου του παχέος εντέρου», πρόσθεσε.

Ασθενείς σε πρώιμο στάδιο καρκίνου του παχέος εντέρου μπορεί να βιώσουν αλλαγές στις εντερικές τους συνήθειες, πόνο στην κοιλιακή χώρα ή αιμορραγία από το ορθό. Ο Δρ Μοχάμεντ επεσήμανε πως εάν αντιληφθούμε παρόμοια συμπτώματα, είναι απαραίτητο να τα λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν και να αναζητήσουμε γρήγορα ιατρική συμβουλή.

Σύμφωνα με την Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία, αν και δεν υπάρχει κάποιος καθοριστικός τρόπος πρόληψης του καρκίνου του παχέος εντέρου, ο προσυμπτωματικός έλεγχος μπορεί να ανιχνεύσει ανώμαλα κύτταρα προτού αυτά εξελιχθούν σε καρκίνο. Επιπροσθέτως, η διαχείριση των μεταβλητών παραγόντων κινδύνου μπορεί να βοηθήσει στη μείωση των πιθανοτήτων ανάπτυξης καρκίνου.

Ο κίνδυνος είναι διαχειρίσιμος με πολλούς τρόπους, περιλαμβανομένων της διατροφής, του ελέγχου του βάρους και της σωματικής δραστηριότητας. Παραδείγματος χάριν, η κατανάλωση περισσότερων λαχανικών, φρούτων και τροφών ολικής άλεσης μαζί με τη μείωση της πρόσληψης κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος μπορεί να μειώσει τις πιθανότητες ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου. Η αποφυγή του καπνίσματος και της κατανάλωσης αλκοόλ επίσης συμβάλλει στη μείωση του κινδύνου. Στις ΗΠΑ, η κατανάλωση αλκοόλ συνδέεται με περίπου το 6% των περιπτώσεων καρκίνου και το 4% των θανάτων λόγω αυτού.

Κύριοι παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο του παχέος εντέρου

Τον Απρίλιο, ο Δρ Τζον Μάρσαλ, αναπληρωτής διευθυντής κλινικής φροντίδας στο Ολοκληρωμένο Αντικαρκινικό Κέντρο Λομπάρντι της Τζόρτζταουν (Georgetown Lombardi Comprehensive Cancer Center) και ειδικός στον καρκίνο του γαστρεντερικού σωλήνα, έδωσε έμφαση κατά τη διάρκεια συνέντευξής του στην Κέιτι Κούρικ, σε βίντεο στο YouTube, στον ρόλο του υγιούς μικροβιώματος του εντέρου για την πρόληψη του καρκίνου του παχέος εντέρου και τη διατήρηση της γενικής υγείας. Δήλωσε ότι «[ο μοντέρνος τρόπος ζωής] κατά κάποιο τρόπο άλλαξε το ίδιο μας το εσωτερικό μικροβίωμα. […] Πιστεύουμε ότι είναι ένα μεγάλο κομμάτι του ανοσοποιητικού μας συστήματος».

Το μικροβίωμα του εντέρου λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας κατά των παθογόνων και των λοιμώξεων του εντέρου, και ρυθμίζει τη φλεγμονή επηρεάζοντας το ανοσοποιητικό σύστημα. Αυτές οι λειτουργίες παίζουν κρίσιμο ρόλο στην ανάπτυξη ή μη του καρκίνου του παχέος εντέρου.

Ο Δρ Μάρσαλ ανέφερε, επίσης, πως οι πιο νέοι άνθρωποι εκτίθενται σε περισσότερους παράγοντες κινδύνου για καρκίνο του παχέος εντέρου, στους οποίους περιλαμβάνονται οι κακές διατροφικές συνήθειες (όπως η αυξημένη κατανάλωση επεξεργασμένων τροφών), η παχυσαρκία και η συχνή χρήση προϊόντων που περιέχουν μικροπλαστικά.

Η Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία αναγνωρίζει την παχυσαρκία, την αυξημένη κατανάλωση κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος, το κάπνισμα και τη χρήση αλκοόλ ως μεταβλητούς παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη καρκίνου του παχέος εντέρου. Αντιθέτως, οι γενετικοί παράγοντες, οι οποίοι δεν είναι μεταβλητοί, ευθύνονται για μόλις το 5% των περιπτώσεων καρκίνου του παχέος εντέρου.

Συστηματική αναθεώρηση του 2022 των πρώιμων περιπτώσεων καρκίνου του παχέος εντέρου υποστηρίζει τις διατροφικές συστάσεις της Αμερικανικής Αντικαρκινικής Εταιρείας. Η μελέτη βρήκε πως τα άτομα με κακές διατροφικές συνήθειες – όπως υψηλή κατανάλωση τηγανιτών και επεξεργασμένων τροφών, δίαιτες με πολλά λιπαρά και τα σακχαρώδη ποτά και επιδόρπια, μαζί με χαμηλή πρόσληψη φυλλικού οξέως και φυτικών ινών – είχαν σημαντικά περισσότερες πιθανότητες ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου πριν την ηλικία των 50 ετών.

Επιπρόσθετοι παράγοντες κινδύνου

Εκτός της διατροφής, πολλοί ακόμη παράγοντες επηρεάζουν την ανάπτυξη καρκίνου του παχέος εντέρου. Ο Δρ Τζινγκντουάν Γιανγκ, διευθύνων σύμβουλος του Βόρειου Ιατρικού Κέντρου στη Νέα Υόρκη (Northern Medical Center in New York), δήλωσε σε συνέντευξή του στους Epoch Times πως η κακή ανοσοποιητική λειτουργία, το αυξημένο ψυχολογικό στρες, η κακή ποιότητα ύπνου και η ελλιπής σωματική δραστηριότητα οδηγούν σε προβλήματα υγείας και αυξάνουν τις πιθανότητες ανάπτυξης καρκίνου.

Άλλος ένας παράγοντας, ο οποίος έχει πρόσφατα έρθει στο προσκήνιο, είναι τα μικροπλαστικά, δηλαδή τα πλαστικά σωματίδια μικρότερα από 5 χιλιοστά σε διάμετρο. Τα μικροπλαστικά βρίσκονται στον αέρα, στο νερό, στην τροφή και στα καθημερινά προϊόντα. Όταν καταναλώνονται, είναι πιθανόν να προκαλέσουν αλλαγές στη φυσιολογία του εντέρου. Μελέτη βρήκε ότι τα μικροπλαστικά μειώνουν το πάχος του βλεννογόνου των εντέρων και προκαλούν ζημιά σε αυτό, ελαττώνοντας την προστατευτική του λειτουργία. Αυτό καθιστά πιο εύκολο στα παθογόνα και τις τοξίνες να εισχωρήσουν στον βλεννογόνο του παχέος εντέρου και, συνεπακόλουθα, αυξάνουν τις πιθανότητες ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου.

Ο Δρ Γιανγκ επεσήμανε πως τα μικροπλαστικά δύνανται να απελευθερώσουν καρκινογόνες ουσίες, αυξάνοντας τη φλεγμονή, προκαλώντας οξειδωτική βλάβη στο σώμα, και ακόμη και μεταλλάξεις στο DNA. Επομένως, η ελαχιστοποίηση της χρήσης προϊόντων που περιέχουν μικροπλαστικά και νανοπλαστικά συστήνεται για τη μείωση των παραγόντων κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου και άλλων ασθενειών.

Της Anne Lee

Μετάφραση: Βλαδίμηρος Αλεξάντρωφ

Επιμέλεια: Αλία Ζάε

Αρχικό άρθρο: https://www.theepochtimes.com/health/colorectal-cancer-in-young-adults-diet-stress-and-emerging-risk-factors-5698507