Κυριακή, 19 Απρ, 2026

Κρίση εξουσίας για τον Σι Τζινπίνγκ, λίγο πριν την Δ΄Ολομέλεια του ΚΚ Κίνας

Ανάλυση ειδήσεων

Καθώς πλησιάζει η Δ΄Ολομέλεια του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ), μια καθοριστική εσωτερική συνεδρίαση της ανώτατης ηγεσίας, το φθινόπωρο, ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια άνευ προηγουμένου κρίση εξουσίας, που χαρακτηρίζεται από ασυνήθιστες απουσίες και παραγκωνισμό βασικών συμμάχων του — ένα δυναμικό που προοιωνίζεται αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό της Κίνας.

Μείωση πολιτικού βάρους και σημειολογικές ανατροπές

Ο Σι εξαφανίστηκε από το προσκήνιο για δύο εβδομάδες, από τις 21 Μαΐου έως τις 3 Ιουνίου — ένα γεγονός σπάνιο για τον ηγέτη του ΚΚΚ. Προηγουμένως, κατά τη διάρκεια επιθεώρησης στην επαρχία Χουνάν στις 19 και 20 Μαΐου, έλαμψε διά της απουσίας του ο Κάι Τσι, πρώτο μέλος του Πολιτικού Γραφείου, παραβαίνοντας τα συνήθη πολιτικά πρωτόκολλα για τη συνοδεία του προέδρου.

Παράλληλα, ο επικεφαλής του Τμήματος Εργασίας Ενιαίου Μετώπου του Κόμματος, Λι Γκαντζιέ, σταθερός μέχρι πρότινος συνοδοιπόρος του Σι, έχει πάψει να τον συνοδεύει από τα μέσα του 2024, γεγονός που αντανακλά μια υποβάθμιση στο επίπεδο των αξιωματούχων που περιστοιχίζουν τον Κινέζο ηγέτη. Ο Λι, γνωστός ως πιστός του Σι, μετακινήθηκε τον Απρίλιο από τη θέση-κλειδί του επικεφαλής του Οργανωτικού Τμήματος του ΚΚΚ — όπου ασκούσε έλεγχο στις ανώτατες κομματικές τοποθετήσεις — στη σαφώς λιγότερο ισχυρή θέση του Τμήματος Ενιαίου Μετώπου.

Η αντικατάστασή του από τον Σι Ταϊφένγκ, ο οποίος διατηρεί δεσμούς με τον πρώην ηγέτη Χου Τζιντάο και τον εκλιπόντα πρωθυπουργό Λι Κεκιάνγκ, υποδηλώνει αποδυνάμωση του ελέγχου του Σι στους κομβικούς διορισμούς της κομματικής ιεραρχίας.

Στις 24 Μαΐου, τα εγκαίνια του Μουσείου Επαναστατικού Αγώνα της Γκουαντζόνγκ, στην ιδιαίτερη πατρίδα του Σι, πραγματοποιήθηκαν σε κλίμα αξιοσημείωτης διακριτικότητας. Το μουσείο, το οποίο αναδεικνύει την κομματική παρακαταθήκη του πατέρα του Σι, Σι Τζονγκσούν, δεν προσέλκυσε κανένα υψηλόβαθμο στέλεχος του ΚΚΚ, ενώ τα κρατικά μέσα αρκέστηκαν σε ελάχιστη κάλυψη.

Ούτε η οικογένεια Σι, συμπεριλαμβανομένου του αδελφού του Σι, Γιουανπίνγκ, δεν παρέστη. Η απουσία αυτή καταδεικνύει τη συρρίκνωση της επιρροής της οικογενειακής κληρονομιάς του Σι στο εσωτερικό του καθεστώτος.

Ανάλογη υποβάθμιση σημειώθηκε και στις 20 Μαρτίου, όταν, κατά επίσημη επίσκεψη του Σι σε κρατικούς και στρατιωτικούς φορείς μιας επαρχίας, καμία παρουσία των μελών της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής (Central Military Commission — CMC) του ΚΚΚ δεν σημειώθηκε — γεγονός που διαφέρει αισθητά από παλαιότερες πρακτικές.

Εκκαθαρίσεις στον στρατό και απουσία βασικών συμμάχων

Στις 2 Ιουνίου, ο πρώην αντιπρόεδρος της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής, στρατηγός Σου Τσιλιάνγκ, στενός συνεργάτης του Σι, πέθανε αιφνιδίως σε ηλικία 75 ετών, με τα επίσημα μέσα να αποδίδουν τον θάνατό του σε ασθένεια. Ωστόσο, ο Κινέζος πολίτης-δημοσιογράφος Τζάο Λανγκτζιάν σχολίασε στην πλατφόρμα X ότι «ο θάνατος του Σου επήλθε ύστερα από αφόρητη πίεση εν μέσω εκκαθαρίσεων στον στρατό», υπαινισσόμενος πως στρατιωτικοί του Κόμματος θεωρούν πως υπέκυψε λόγω αυτής της πίεσης.

Ο Σου υπήρξε ακρογωνιαίος λίθος των στρατιωτικών μεταρρυθμίσεων του Σι και στενότατος συνεργάτης του, ήδη πριν ο Σι αναλάβει την ηγεσία του Κόμματος.

Ένας ακόμη έμπιστος του Σι, ο νυν αντιπρόεδρος της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής στρατηγός Χε Γουεϊντόνγκ, απουσίαζε από πολλές συνεδριάσεις του Πολιτικού Γραφείου και κορυφαίες στρατιωτικές συναντήσεις, καθώς και από την κηδεία του Σου στις 8 Ιουνίου. Οι δραστηριότητές του αφαιρέθηκαν από τον ιστότοπο του υπουργείου Άμυνας του ΚΚΚ.

Ο στρατηγός Χε Γουεϊντόνγκ, αντιπρόεδρος της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής της Κίνας, παρευρίσκεται στην τελετή έναρξης της Πολιτικής Συμβουλευτικής Συνέλευσης του Κινεζικού Λαού. Πεκίνο, 4 Μαρτίου 2025. (Pedro Pardo/AFP μέσω Getty Images)

 

Ο Τζάο Λανγκτζιάν αποκάλυψε ότι τόσο ο ίδιος όσο και το μέλος της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής, ναύαρχος Μιάο Χουά, τελούν υπό εσωτερική διερεύνηση για «σοβαρές παραβιάσεις πειθαρχίας και νόμου». Τα στοιχεία του Μιάο έχουν διακριτικά αφαιρεθεί από την ιστοσελίδα της Επιτροπής, πράγμα που υποδηλώνει ενδεχόμενο αποκλεισμό του από την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία. Από το προηγούμενο έτος, άλλωστε, πολλά στελέχη του στρατού που συνδέονταν με τον Μιάο συνελήφθησαν από το καθεστώς.

Ο ναύαρχος Μιάο Χουά, διευθυντής του τμήματος πολιτικών υποθέσεων της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής της Κίνας, αποβιβάζεται από το αεροσκάφος του μετά την άφιξή του στο Διεθνές Αεροδρόμιο της Πιονγιάνγκ, στις 14 Οκτωβρίου 2019. (Kim Won Jin/AFP μέσω Getty Images)

 

Οι αρχές δεν γνωστοποιούν σχεδόν ποτέ τα αίτια αυτών των εκκαθαρίσεων, πέρα από αόριστες καταγγελίες περί διαφθοράς. Και οι δύο είχαν προωθηθεί ραγδαία επί Σι, γεγονός που καθιστά την περιθωριοποίησή τους ηχηρό πλήγμα στην κυριαρχία του.

Εσωτερική δυσαρέσκεια και διεθνής αμφισβήτηση

Στις 9 Ιουνίου, περισσότεροι από 500 Κινέζοι πολίτες απέστειλαν ανοικτή επιστολή προς τους πρώην ηγέτες Χου Τζιντάο και Γουάνγκ Γιανγκ, καταγγέλλοντας διαφθορά στη δικαστική εξουσία της επαρχίας του Σι. Η επιστολή χαρακτηρίζει τις εκστρατείες κατά της διαφθοράς και υπέρ του «κράτους δικαίου» ως προσχηματικές, καταγγέλλοντας αύξηση των άδικων καταδικών και βίαιη καταστολή των αιτημάτων των πολιτών. Ζητείται δημοκρατική μεταρρύθμιση και κατάργηση ασαφών κατηγοριών όπως «πρόκληση ταραχών», που συχνά επιστρατεύονται για την καταστολή αντιφρονούντων.

Στις 18 Απριλίου, ο Μάικλ Πετρέους, αναλυτής από τη Σιγκαπούρη, χαρακτήρισε τον Σι «μαφιόζο» σε άρθρο στο Critical Spectator, το οποίο αναδημοσιεύτηκε στο Facebook από την Χο Τσινγκ, σύζυγο του πρώην πρωθυπουργού Λι Χσιεν Λουνγκ. Η Χο είναι μέλος του Διεθνούς Συμβουλίου Συμβούλων της Σχολής Οικονομικών και Διοίκησης του Πανεπιστημίου Τσινγκχουά – ιδρύματος που έχει εκπαιδεύσει μεγάλο αριθμό υψηλόβαθμων στελεχών του ΚΚΚ. Η συγκεκριμένη ενέργεια θεωρείται σπάνια για πολιτικό πρόσωπο αυτού του βεληνεκούς και ενισχύει το πολιτικό της βάρος.

Στις 21 Μαΐου, ο Κινέζος πολιτικός σχολιαστής Τσάι Σενκούν δήλωσε μέσω YouTube ότι ανώτατα στελέχη του ΚΚΚ έχουν λάβει την απόφαση να απομακρύνουν τον Σι από την εξουσία, επικαλούμενος πηγές στο Πεκίνο. Σύμφωνα με τον Τσάι, η δυσαρέσκεια των ελίτ εντείνεται λόγω της επιδείνωσης της υγείας του προέδρου, της δυσμενούς πορείας της κινεζικής οικονομίας και της αυξανόμενης διεθνούς πίεσης.

Στις 19 Μαΐου, τα κρατικά μέσα ενημέρωσης People’s Daily και Xinhua δημοσίευσαν άρθρα για το αναπτυξιακό πρόγραμμα της Κίνας στο πλαίσιο του «Δέκατου Πέμπτου Πενταετούς Σχεδίου», παραπέμποντας όμως κυρίως σε αποφθέγματα και κατευθύνσεις της εποχής Χου Τζιντάο και Γουέν Τζιαμπάο, παρακάμπτοντας τα συνθήματα του Σι. Η επιλογή αυτή, εν όψει της Δ΄ Ολομέλειας, εκλαμβάνεται από αναλυτές ως ένδειξη ενεργού επιρροής των πρώην ηγετών και ενδεχόμενης διαφοροποίησης από την παρούσα ηγεσία.

Ενδείξεις μετάβασης στη μετα-Σι εποχή

Πολλοί αναλυτές σημειώνουν ότι τα συνεχόμενα σημάδια αποδυνάμωσης του Σι — παρατεταμένες απουσίες, αποπομπές πιστών στελεχών και ανοιχτή κριτική — καταδεικνύουν ένα ευρύτερο εσωκομματικό ρήγμα.

«Διαφαίνεται ένας προσωρινός κεντρικός μηχανισμός που έχει ουσιαστικά περιθωριοποιήσει τον στενό κύκλο εξουσίας του Σι», δήλωσε ο πολιτικός σχολιαστής και ακαδημαϊκός Γου Ζουολάι στις αρχές Ιουνίου.

Αναλυτές εκτιμούν ότι η πολιτική ελίτ της Κίνας ενδέχεται να προετοιμάζεται για μια νέα εποχή, με απρόβλεπτες συνέπειες για τη σταθερότητα του καθεστώτος και τις διεθνείς σχέσεις του Πεκίνου.

Του Michael Zhuang

Με τη συμβολή του Li Yanming

Σκοτ Πέρρυ: Το νομοσχέδιο για το Φάλουν Γκονγκ βάζει στο στόχαστρο τα εγκλήματα του κινεζικού καθεστώτος

Η παραγγελία ενός ζεύγους ματιών είναι πιο εύκολη από το να δημιουργήσει κανείς λογαριασμό στο Instagram στην κομμουνιστική Κίνα.

Το κρατικά ελεγχόμενο σύστημα μεταμοσχεύσεων της Κίνας λειτουργεί εντός νοσοκομείων ως μέρος μιας συντονισμένης, αιματηρής εκστρατείας εις βάρος πολιτών της χώρας, και αυτό πρέπει να σταματήσει. Διαφορετικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να σταματήσουν κάθε συνεργασία με την Κίνα – τελεία και παύλα.

Ασθενείς που αναζητούν ένα ή και δύο νεφρά μπορούν να προγραμματίσουν τη μεταμόσχευσή τους κατά παραγγελία, ακόμα και εβδομάδες νωρίτερα. Η «δεξαμενή» οργάνων προέρχεται από κρατούμενους που διατηρούνται εν ζωή, με υγιή και λειτουργικά όργανα. Η αφαίρεση των ζωτικών αυτών οργάνων χωρίς αναισθησία συνιστά βασανιστήριο στην πιο ακραία του μορφή. Η πρακτική αυτή αποτελεί έγκλημα κατά της ανθρωπότητας — σχεδόν αδιανόητη ως πραγματικότητα, κι όμως συμβαίνει στην άλλη πλευρά του ωκεανού.

Για τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ, η φρίκη της βίαιης αφαίρεσης οργάνων δεν είναι φαντασία. Είναι καθημερινότητα. Οι ασκούμενοι του Φαλούν Γκονγκ στοχοποιούνται από το Πεκίνο χωρίς να έχουν διαπράξει κανένα έγκλημα — απλώς επειδή ασκούν την πίστη τους και αποτελούν μια ειρηνική, πνευματική κοινότητα εντός ενός κομμουνιστικού περιβάλλοντος.

Ενδεικτικό της έκτασης των αγριοτήτων είναι το γεγονός ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) δεν διατηρεί κανένα σύστημα εθελοντικής δωρεάς οργάνων όπως αυτό που ισχύει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πιθανόν επειδή η βίαιη αφαίρεση οργάνων είναι τόσο διαδεδομένη και συνηθισμένη, ώστε το καθεστώς δεν αισθάνεται την ανάγκη.

Το δικομματικής στήριξης Falun Gong Protection Act (H.R. 1540) (Νομοσχέδιό μου για την προστασία του Φάλουν Γκονγκ), που εγκρίθηκε πρόσφατα από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, προβλέπει συγκεκριμένα βήματα για τον τερματισμό αυτής της φρικαλεότητας. Το κακό πρέπει να αντιμετωπίζεται με σαφήνεια, όχι με επιφυλακτικότητα. Η διακοπή της συνεργασίας με το ΚΚΚ θα έπρεπε ήδη να αποτελεί πάγια πολιτική των ΗΠΑ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να ηγηθούν των πολιτισμένων κρατών στην επιβολή κυρώσεων για τη διευκόλυνση ή/και συμμετοχή σε προγραμματισμένες εκτελέσεις με σκοπό την αφαίρεση οργάνων. Το νομοσχέδιο απαιτεί επίσης από τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ να αξιολογήσει κατά πόσον οι ενέργειες του ΚΚΚ πληρούν τον νομικό ορισμό της γενοκτονίας ή των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, καθώς και να εκπονήσει αναλυτική έκθεση για τη βιομηχανία μεταμοσχεύσεων στην Κίνα. Ως ο βασικός εμπορικός εταίρος της Κίνας, ο αμερικανικός λαός έχει το δικαίωμα να γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο συλλέγονται τα όργανα, τον αριθμό τους και την προέλευσή τους.

Η έμπνευση για αυτό το νομοσχέδιο προήλθε από πολυετή συνεργασία με ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ και Κινέζους αντιφρονούντες που διώκονται βάναυσα και ανελέητα — απλώς για το δικαίωμα να ασκούν ειρηνικά την πίστη τους.

Ως το πρώτο μέλος του Κογκρέσου που αντιπαρατίθεται άμεσα σε αυτή την εκστρατεία του ΚΚΚ κατά του Φάλουν Γκονγκ και της βίαιης αφαίρεσης οργάνων, αισθάνομαι βαθιά τιμή που στέκομαι στο πλευρό τους και υπερασπίζομαι τα θεμελιώδη δικαιώματά τους ως ανθρώπινα όντα — τουλάχιστον να μην αντιμετωπίζονται σαν ανταλλακτικά αυτοκινήτου.

Αυτό που κάνει το κινεζικό καθεστώς στους ίδιους του τους πολίτες προκαλεί αποτροπιασμό. Πρόκειται για μία μόνο από τις πολλές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που πρέπει να αποκαλυφθούν, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες σκοπεύουν να συνεχίσουν τις εμπορικές τους σχέσεις με την Κίνα.

Καλώ τη Γερουσία να εγκρίνει το νομοσχέδιό μου, ώστε να το υπογράψει και να το κυρώσει άμεσα ο πρόεδρος Τραμπ. Όσοι υφίστανται αυτά τα βασανιστήρια και τις απάνθρωπες μεταχειρίσεις δεν έχουν χρόνο για χάσιμο.

Του Scott Perry

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο είναι απόψεις του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Ο Σκοτ Πέρρυ είναι μέλος του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών με εμπειρία στον τομέα των μικρών επιχειρήσεων, της στρατιωτικής θητείας και της κοινοτικής ηγεσίας, και εκπροσωπεί επί του παρόντος την 10η περιφέρεια της Πενσυλβανίας. Πρώην μέλος της πολιτειακής νομοθετικής εξουσίας και πρώην πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας House Freedom Caucus, είναι μέλος σημαντικών επιτροπών της Βουλής, όπως οι επιτροπές Πληροφοριών, Εξωτερικών Υποθέσεων και Μεταφορών & Υποδομών.

Οι διασυνδέσεις των κομμουνιστικών οργανώσεων με τα επεισόδια στο Λος Άντζελες

Σχολιασμός

Τα πρόσφατα επεισόδια που σημειώθηκαν στην πόλη με αφορμή επιχειρήσεις της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων των ΗΠΑ (ICE) φαίνεται να εμπλέκουν ένα ευρύτερο πλέγμα οργανώσεων, το οποίο ξεπερνά τις αυθόρμητες αντιδράσεις στην πολιτική της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα, υπάρχουν ενδείξεις εμπλοκής κομμουνιστικών ομάδων, ορισμένες εκ των οποίων διατηρούν δεσμούς με δίκτυα επιρροής που συνδέονται με το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ). Εφόσον αυτό επιβεβαιωθεί, πρόκειται για επανάληψη ενός φαινομένου με ιστορικό προηγούμενο: στις ταραχές του 1992 που ξέσπασαν μετά τον ξυλοδαρμό του Ρόντνεϋ Κινγκ, το Μαοϊκό Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κόμμα (Maoist Revolutionary Communist Party – RCP), το οποίο εμπνέεται από το κινέζικο και κουβανικό μοντέλο, φέρεται να χρησιμοποίησε την κρίση για στρατολόγηση νέων μελών, δημοσιεύοντας πρωτοσέλιδα με τίτλους όπως «Ζητούνται μαχητές πρώτης γραμμής για επανάσταση στο Λ.Α. αυτό το καλοκαίρι» στην εφημερίδα του, Revolutionary Worker.

Ο εθνικός εκπρόσωπος του RCP, Καρλ Ντιξ, είχε δηλώσει τότε, σύμφωνα με τη Los Angeles Times, ότι στόχος του κόμματος ήταν να οδηγήσει εκατομμύρια ανθρώπους σε μαζική ένοπλη εξέγερση «όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή», με σκοπό την ανατροπή του καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση μιας «μαρξιστικής-λενινιστικής-μαοϊκής κοινωνίας».

Η δράση του RCP συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια, διατηρώντας ενεργή αντίθεση προς τον Ντόναλντ Τραμπ και κατά τη διάρκεια των δύο θητειών του. Μετά τις εκλογές του 2016, μέλη του κόμματος συμμετείχαν στην ίδρυση της οργάνωσης Refuse Fascism, η οποία είχε στόχο την παρεμπόδιση της ορκωμοσίας του Τραμπ και την ανατροπή της κυβέρνησής του μέσω συνεχών διαδηλώσεων. Η εχθρική στάση του RCP απέναντι στον πρόεδρο παραμένει και το 2025, με μέσα κοινωνικής δικτύωσης του κόμματος να προωθούν διαδηλώσεις εναντίον της έναρξης της δεύτερης θητείας του στην Ουάσιγκτον, την Ημέρα Ορκωμοσίας.

Οι κινητοποιήσεις κατά της ICE φαίνεται να λειτουργούν ως έμμεσες αντικυβερνητικές διαμαρτυρίες που ευθυγραμμίζονται με την ιδεολογία αυτών των οργανώσεων.

Οι ιδεολογικές συνδέσεις επεκτείνονται και σε άλλες ομάδες, οι οποίες είτε συμπορεύονται είτε διατηρούν δεσμούς με το ΚΚΚ. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και το Κόμμα για τον Σοσιαλισμό και την Απελευθέρωση (Party for Socialism and Liberation – PSL), το οποίο φέρεται να προώθησε ενεργά τις διαδηλώσεις κατά της ICE μέσω διαδικτυακών καλεσμάτων για «μαζική κινητοποίηση», καθώς και μέσω υλικού που διένειμε στους διαδηλωτές.

Το PSL έχει εκφράσει επανειλημμένα τον θαυμασμό του για τον Μάο Τσετούνγκ και την Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα, ενώ αρνείται ότι έγινε σφαγή των ειρηνικών διαδηλωτών στην πλατεία Τιενανμέν το 1989, υπερασπιζόμενο το ιστορικό της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Οι χρηματοδοτικοί μηχανισμοί πίσω από το PSL, σύμφωνα με αναφορές, υποδεικνύουν βαθύτερους δεσμούς με το Πεκίνο, μέσα από την εμπλοκή ατόμων που έχουν λάβει χρηματοδότηση από τον Νέβιλ Σίνγκαμ, Αμερικανό εκατομμυριούχο με φιλοκινεζικές θέσεις. Ο Σίνγκαμ έχει δωρίσει δεκάδες εκατομμύρια δολάρια στο The People’s Forum, οργανισμό που σχετίζεται με το PSL, σύμφωνα με τη New York Post.

Αφότου πούλησε την εταιρεία λογισμικού του έναντι 785 εκατομμυρίων δολαρίων το 2017, ο Σίνγκαμ εγκαταστάθηκε στη Σανγκάη και φέρεται να αποτελεί τον κεντρικό κόμβο μιας «γενναιόδωρα χρηματοδοτούμενης εκστρατείας επιρροής που υπερασπίζεται την Κίνα και διαδίδει την προπαγάνδα της», όπως αναφέρει η New York Times σε έρευνα του 2023. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, ο επιχειρηματίας έχει διοχετεύσει τουλάχιστον 275 εκατομμύρια δολάρια μέσω αμερικανικών ΜΚΟ σε διάφορες ομάδες διεθνώς, που συνδυάζουν προοδευτικό ακτιβισμό με αφηγήματα του κινεζικού καθεστώτος.

Το People’s Forum, ιδρυθέν από την υποψήφια του PSL για τις προεδρικές εκλογές του 2024, Κλαούντια ντε λα Κρουζ, λειτουργεί ως βασικός δίαυλος αυτής της χρηματοδότησης. Επιπλέον, ο ιδρυτικό μέλος του PSL, Μπεν Μπέκερ, μαζί με πρώην υποψήφιες του κόμματος, Κάρλα Ρέγιες και Γιάρι Οσόριο, κατέχουν διευθυντικές θέσεις στον οργανισμό Breakthrough BT Media Inc., ο οποίος επίσης φέρεται να έχει λάβει στήριξη από τον Σίνγκαμ και να προωθεί φιλοκινεζικές γεωπολιτικές θέσεις, σύμφωνα με έκθεση του Network Contagion Research Institute.

Άλλη πιθανή διασύνδεση μεταξύ του ΚΚΚ και του αντι-ICE κινήματος αφορά τη φοιτητική συμμετοχή, με κινητοποιήσεις να έχουν πραγματοποιηθεί σε πολλά πανεπιστήμια της Καλιφόρνιας, όπως τα Cal State Northridge, UC Berkeley και Sacramento State. Η εμπλοκή αυτή αποκτά βαρύτητα στο πλαίσιο των καταγεγραμμένων επιχειρήσεων επιρροής του Πεκίνου σε αμερικανικά πανεπιστήμια, ειδικά σε σχέση με τις φιλοπαλαιστινιακές κινητοποιήσεις.

Η Κίνα έχει αναπτύξει εκτεταμένα δίκτυα στα ακαδημαϊκά ιδρύματα μέσω των Ενώσεων Κινέζων Φοιτητών και Επιστημόνων (Chinese Students and Scholars Associations – CSSA), οι οποίες τελούν υπό την εποπτεία του Τμήματος Ενωμένου Μετώπου (United Front Work Department) του ΚΚΚ και χρηματοδοτούνται απευθείας από πρεσβείες και προξενεία της ΛΔΚ. Στο παρελθόν, η κινεζική πρεσβεία φέρεται να πλήρωσε φοιτητές από 20 δολάρια για να παραστούν σε επίσκεψη του Σι Τζινπίνγκ το 2015 στην Ουάσιγκτον, ενώ υπάρχουν αναφορές για ταυτόχρονες δράσεις προώθησης της ιδεολογίας του κόμματος σε πανεπιστήμια όπως το Μπέρκλεϋ, το Χάρβαρντ και το Τζορτζτάουν, ιδίως κατά την ολομέλεια του ΚΚΚ, το 2017. Έχουν επίσης καταγραφεί περιπτώσεις σύστασης προσωρινών κομματικών πυρήνων σε ιδρύματα όπως το Πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο και του Ιλλινόι.

Οι πρακτικές αυτές αποδεικνύουν, σύμφωνα με παρατηρητές, την ικανότητα του Πεκίνου να κινητοποιεί φοιτητές υπέρ δράσεων που εξυπηρετούν τα συμφέροντά του, να δημιουργεί οργανωτικές υποδομές στα campus και να συντονίζει ενέργειες μέσω διπλωματικών διαύλων —μεθοδολογίες που ενδέχεται να έχουν επηρεάσει ή να ενίσχυσαν και τις πρόσφατες αντι-ICE διαμαρτυρίες στις ΗΠΑ, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι στην Καλιφόρνια διαμένουν περίπου 100.000 φοιτητές χωρίς σταθερό νομικό καθεστώς, οι οποίοι επηρεάζονται άμεσα από την πολιτική μετανάστευσης.

Ο συσχετισμός των επεισοδίων στο Λος Άντζελες με το ΚΚΚ, σε συνδυασμό με την τεκμηριωμένη δράση του Πεκίνου σε φοιτητικά κινήματα, εντείνουν τις ανησυχίες για ξένες επιχειρήσεις επιρροής. Όπως είχε δηλώσει τον Οκτώβριο του 2024 ο βουλευτής Νταν Νιούχαους (R-Wash.), η εκστρατεία κακόβουλης επιρροής του ΚΚΚ συνιστά άμεση απειλή για τη βιομηχανία, την απασχόληση και την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Η αρμόδια Επιτροπή της Βουλής για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας έχει καταγράψει, στο πλαίσιο της στρατηγικής του ενιαίου μετώπου, την εργαλειοποίηση κάθε διαθέσιμου μέσου — νόμιμου ή παράνομου — με στόχο την επηρεασμό της αμερικανικής κοινής γνώμης και την υπονόμευση των δημοκρατικών θεσμών.

Τα πρόσφατα επεισόδια στο Λος Άντζελες αποτελούν, κατά την ίδια θεώρηση, πιθανό παράδειγμα αξιοποίησης εσωτερικών κοινωνικών εντάσεων από ξένες δυνάμεις, μέσω οργανώσεων με συγγενή ιδεολογία, πολυεπίπεδη χρηματοδότηση και συντονισμένες δράσεις διαμαρτυρίας.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο είναι απόψεις του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της Epoch Times.

Η Σύνοδος των G7 στον Καναδά αναμένεται να είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα

Σχολιασμός

Η συνάντηση των G7 την επόμενη εβδομάδα στο Κανανάσκις, Αλμπέρτα, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια ασυνήθιστα ενδιαφέρουσα συζήτηση για τα δεδομένα αυτού του ομίλου.

Η πρώτη σύγχρονη σύνοδος κορυφής ηγετών ήταν το Συνέδριο της Βιέννης το 1814–1815 (Μέτερνιχ, Ταλεϊράν, Κάσλρι/Γουέλιγκτον, Νέσελροντ κ.ά.), που σημείωσε σχετική επιτυχία. Το Βερολίνο 63 χρόνια αργότερα (Μπίσμαρκ, Ντίζραελι, Άντρασι κ.ά.) ήταν μια μερική επιτυχία. Σαράντα χρόνια αργότερα, το 1919, ήρθε το Παρίσι και η Βερσαλλίες (Κλεμανσό, Γουίλσον, Λόιντ Τζορτζ, Ορλάντο), που δεν ήταν επιτυχία, ενώ 19 χρόνια μετά, το Μόναχο (Χίτλερ, Τσάμπερλεν, Νταλαδιέ, Μουσολίνι) ήταν καταστροφή.

Υπήρξαν μόνο τρεις συναντήσεις των Αμερικανών, Σοβιετικών και Βρετανών ηγετών κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην Τεχεράνη, τη Γιάλτα και το Πότσνταμ, οι οποίες όμως γίνονταν όλο και λιγότερο επιτυχείς καθώς ο Στάλιν αθέτησε όλες τις δεσμεύσεις του για την απελευθέρωση της Ευρώπης. Η επόμενη τέτοια συνάντηση, που περιλάμβανε και τον Γάλλο ηγέτη Έντγκαρ Φορ, έγινε στη Γενεύη το 1955. Ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ άνοιξε τη συνεδρία με απαίτηση να τηρηθούν από την ΕΣΣΔ οι δεσμεύσεις της Γιάλτας και με πρόταση για αμοιβαία ανοχή στην αεροπορική αναγνώριση, γνωστή ως πρόγραμμα «Ανοικτών Ουρανών». Η ρωσική αντιπροσωπεία απαρτιζόταν από τρεις φατρίες που διεκδικούσαν τη διαδοχή του Στάλιν, αλλά δύο από τους αρχηγούς, ο Νικήτα Χρουστσόφ και ο Νικολάι Μπουλγκάνιν, απέρριψαν την πρόταση με έντονο τρόπο. (Τελικά έγινε αποδεκτή 17 χρόνια αργότερα.)

Η Σύνοδος Κορυφής του Παρισιού το 1960 ήταν φιάσκο, καθώς ο Χρουστσόφ απαίτησε χωρίς αποτέλεσμα συγγνώμη από τον Αϊζενχάουερ για τις πτήσεις αναγνώρισης πάνω από τη Σοβιετική Ένωση. Ο οικοδεσπότης, στρατηγός ντε Γκωλ, απάντησε διάσημα στην απειλή του Ρώσου ηγέτη να αποχωρήσει: «Μην σας καθυστερώ». Η επόμενη συνάντηση μεταξύ του προέδρου Κέννεντυ και του Χρουστσόφ στη Βιέννη το 1961, λίγο μετά την αποτυχημένη εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων στην Κούβα, ήταν επίσης αποτυχία λόγω της επιθετικότητας του Χρουστσόφ. Ακολούθησε η συνάντηση μεταξύ του προέδρου Τζόνσον και του σοβιετικού πρωθυπουργού Αλεξέι Κοσυγίν στο Γκλάσμπορο του Νιου Τζέρσεϊ το 1967, που ήταν πολιτισμένη αλλά ασήμαντη.

Η πραγματική ανάπτυξη της κορυφαίας διπλωματίας άρχισε με τον Ρίτσαρντ Νίξον. Ως αντιπρόεδρος, είχε τη διάσημη ανταλλαγή απόψεων με τον Χρουστσόφ στο λεγόμενο «Kitchen Debate» στην Αμερικανική Εθνική Έκθεση στη Μόσχα το 1959. Από το 1945, όταν ο πρόεδρος Τρούμαν αποκάλυψε στον Στάλιν την επιτυχή δοκιμή της πρώτης ατομικής βόμβας στο Αλαμογκόρντο κατά τη διάρκεια της συνόδου στο Πότσνταμ, μέχρι την εντυπωσιακή επίσκεψη του Νίξον στην Κίνα το 1972, δεν σημειώθηκε κάτι σημαντικό στις συναντήσεις, αν και κάθε μία ήταν πολύ δημοσιοποιημένη.

Η επίσκεψη στην Κίνα ξεκίνησε τη διαδικασία ομαλοποίησης των σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας και την ενσωμάτωση της Κίνας στους διεθνείς θεσμούς. Λίγο μετά, οι Βόρειοι Βιετναμέζοι εισέβαλαν στο Νότο προσπαθώντας να διακόψουν την επικείμενη επίσκεψη Νίξον στη Μόσχα. Οι Σοβιετικοί επιβεβαίωσαν την πρόσκληση και ο Νίξον, αφήνοντας τον επίγειο πόλεμο στο Βιετνάμ σχεδόν ολοκληρωτικά στους Νοτιοβιετναμέζους και Νοτιοκορεάτες (που νίκησαν τους Βόρειους Βιετναμέζους και το Βιετκόνγκ), διέταξε 1.000 αεροπορικές επιδρομές ημερησίως στο Βόρειο Βιετνάμ, αυξάνοντάς τες στις 1.200 κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στη Σοβιετική Ένωση. Για πρώτη φορά κυμάτισε η σημαία των ΗΠΑ δίπλα σε αυτή της Σοβιετικής Ένωσης πάνω από το Κρεμλίνο, και ο Νίξον υπέγραψε τη συμφωνία SALT 1, τη μεγαλύτερη συμφωνία ελέγχου των όπλων στην ιστορία του κόσμου, η οποία, παρεμπιπτόντως, αποκατέστησε την αμερικανική πυρηνική στρατιωτική υπεροχή, υπολογίζοντας κάθε αμερικανικό ICBM με 10 ανεξάρτητα στοχευμένες κεφαλές ως ένα μόνο πύραυλο.

Ακολούθησαν ετήσιες συναντήσεις των ηγετών των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης καθ’ όλη τη δεκαετία του 1970, μέχρι την εισβολή των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν το 1979. Η ατμόσφαιρα παρέμεινε ψυχρή μέχρι την ανάδειξη του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ το 1983, και ο Ψυχρός Πόλεμος έληξε το 1991 με τη διάλυση της ΕΣΣΔ και την κατάρρευση του διεθνούς κομμουνισμού. Ήταν η μεγαλύτερη και πλέον αβίαστη στρατηγική νίκη στην ιστορία των εθνών, καθώς ο μοναδικός αντίπαλος της Αμερικής κατέρρευσε χωρίς να χυθεί αίμα.

Οι συναντήσεις των G7 ξεκίνησαν το 1975 ως οικονομικές συζητήσεις μεταξύ των πέντε και αργότερα επτά κορυφαίων δυτικών οικονομικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένης της Ιαπωνίας. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Ρωσία συμμετείχε για κάποιο διάστημα, αλλά αποκλείστηκε μετά την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014. Οι Ρώσοι και οι Κινέζοι συμμετείχαν στη δημιουργία μιας εναλλακτικής ομάδας, των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική), με την πρώτη επίσημη σύνοδο το 2009.

Οι συναντήσεις των G7 συνήθως δεν παράγουν ιδιαίτερα ειδησεογραφικά αποτελέσματα και έχουν, κατά συνέπεια, μειώσει το ενδιαφέρον του κοινού. Για ένα διάστημα, οι σύνοδοι ήταν αφορμή βίαιων διαδηλώσεων από ακροαριστερούς και χούλιγκαν. Το 2002, ο Ζαν Κρετιέν επέλεξε τον Κανανάσκις ως τόπο συνάντησης, που ήταν σχεδόν απρόσιτος για τους διαδηλωτές, οι οποίοι θα έπρεπε να διασχίσουν δάση με αρκούδες, λύκους και δηλητηριώδη φίδια, εκτός από την αυστηρή ασφάλεια.

Ως θεσμός, ο G7 έχουν αποδειχθεί ανθεκτικός. Φέτος, οι καλεσμένοι περιλαμβάνουν τρεις χώρες των BRICS: Βραζιλία, Ινδία και Νότια Αφρική, καθώς και Αυστραλία, Ινδονησία, Μεξικό, Νότια Κορέα και Ουκρανία. Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα ομάδα ηγετών, από τον Τραμπ ως τον Μόντι, τον Λούλα ντα Σίλβα, την Σέινμπαουμ, τον Ζελένσκι, την Μελόνι και τον Μερτς. Υπάρχει αξία στο να συναντώνται ηγέτες που αντιπροσωπεύουν πάνω από 300 εκατομμύρια ανθρώπους, αν και μακριά από τις ιστορικές μορφές όπως ο Ρούσβελτ, ο Τσόρτσιλ και ο Στάλιν που καθόριζαν το μέλλον του κόσμου περιτριγυρισμένοι από στρατιωτικούς αρχηγούς με 40 εκατομμύρια μαχητές.

Φέτος, οι ηγέτες μπορούν να προωθήσουν τις διμερείς συζητήσεις για τους δασμούς με τις ΗΠΑ και την βοήθεια προς την Ουκρανία, ενώ πέντε ή έξι μπορούν να συντονίσουν περαιτέρω στρατηγικές συγκράτησης της Κίνας. Όλοι θα ήταν ευγνώμονες για όποιες πληροφορίες ο πρόεδρος Τραμπ μπορεί να δώσει σχετικά με τις συζητήσεις του με τον Ρώσο πρόεδρο και με το Ιράν για το πυρηνικό πρόγραμμα και την τρομοκρατία. Οι συζητήσεις αυτές κορυφώνονται, κάνοντας τη συνάντηση πολύ επίκαιρη.

Περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ο πρόεδρος των ΗΠΑ θα είναι το σημαντικότερο πρόσωπο. Λαμβάνοντας υπόψη αυτό και την επιρροή των συμμετεχόντων, η συνάντηση μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη. Όλοι ευχόμαστε καλή επιτυχία σε μια τόσο σημαντική διεθνή συνάντηση.

Η Κεντρική Τράπεζα της Κίνας αδυνατεί να στηρίξει την κινεζική οικονομία

Σχολιασμός

Κάθε φορά που το Πεκίνο ανακοινώνει μέτρα στήριξης της κινεζικής οικονομίας, περιλαμβάνει στις εξαγγελίες του και τη μείωση των επιτοκίων ή άλλες μορφές νομισματικής χαλάρωσης. Ωστόσο, σύμφωνα με αναλυτές, η οικονομία δεν χρειάζεται μόνο νομισματική ώθηση, ενώ ακόμη και σε αυτόν τον τομέα, η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας (People’s Bank of China – PBOC) φέρεται να μην προσφέρει ουσιαστική συμβολή στην προσπάθεια τόνωσης. Εκτιμάται μάλιστα ότι δεν ανταποκρίνεται επαρκώς ούτε στις προσδοκίες του πολιτικού καθεστώτος.

Αναλυτές επισημαίνουν ότι η εικόνα αυτή επιβεβαιώθηκε και τον Μάιο, όταν η PBOC συμμορφώθηκε με το αίτημα του Πεκίνου για νομισματική χαλάρωση, αλλά με τόσο περιορισμένο τρόπο, ώστε θεωρήθηκε σχεδόν αμελητέα. Η κίνηση στην οποία τελικά προχώρησε η Τράπεζα ήταν μια μείωση της τάξης του 0,1 της μονάδας στα επιτόκια. Ξεκίνησε στις αρχές του μήνα με αυτή τη μικρή μείωση του επιτοκίου των συμφωνιών επαναγοράς διάρκειας επτά ημερών και συνέχισε με μειώσεις ίδιου μεγέθους στο επιτόκιο αναφοράς δανεισμού – το βασικό επιτόκιο δανεισμού ενός έτους – και στις πενταετείς λήξεις.

Για μια οικονομία που, όπως αναγνωρίζει και το ίδιο το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ), έχει άμεση ανάγκη τόνωσης της καταναλωτικής ζήτησης και των επενδύσεων από την πλευρά των επιχειρήσεων, οι αλλαγές αυτές χαρακτηρίζονται ως κατώτερες των περιστάσεων. Πρόκειται, κατά τους ίδιους σχολιαστές, για συνέχεια μιας μακρόχρονης τάσης. Από τον Δεκέμβριο του 2021, όταν η PBOC ξεκίνησε να στηρίζει την πολιτική ώθησης της οικονομίας, οι μειώσεις των επιτοκίων δεν ξεπέρασαν αθροιστικά τις 0,8 ποσοστιαίες μονάδες – από το 3,8% στο 3,0%. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός μείωσης, δηλαδή, δεν υπερβαίνει τις 0,2 ποσοστιαίες μονάδες.

Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ανάλυση, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς μια τέτοια περιορισμένη μεταβολή θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά τη συμπεριφορά των δανειοληπτών και των τραπεζών ή να ενθαρρύνει την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Αντιπαραβάλλουν, μάλιστα, τη στάση της PBOC με αυτήν της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), η οποία – αν και αντιμετωπίζει σαφώς ηπιότερες πιέσεις – μείωσε τα αμερικανικά επιτόκια κατά μία ολόκληρη ποσοστιαία μονάδα μέσα στο διάστημα Σεπτέμβριος 2024-Φεβρουάριος 2025.

Η αδράνεια της PBOC προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη απορία, αν ληφθεί υπόψη ότι η κινεζική οικονομία παρουσιάζει πλέον τάσεις αποπληθωρισμού. Σε συνθήκες πληθωρισμού, οι δανειολήπτες αποπληρώνουν τα δάνειά τους με χρήματα μικρότερης πραγματικής αξίας από αυτήν που δανείστηκαν. Το 2021, όταν ξεκίνησε η προσπάθεια νομισματικής χαλάρωσης, ο ετήσιος πληθωρισμός τιμών παραγωγού άγγιζε το 10%, επιτρέποντας στους δανειολήπτες να αποπληρώσουν με χρήμα που είχε χάσει περίπου 10% της αγοραστικής του αξίας. Με το βασικό επιτόκιο στο 3,8%, το πραγματικό κόστος δανεισμού ήταν τότε αρνητικό, περίπου στο -6%.

Σήμερα, όμως, ο πληθωρισμός έχει μετατραπεί σε αποπληθωρισμό – σχεδόν -3% ετησίως – με αποτέλεσμα οι δανειολήπτες να καλούνται να αποπληρώνουν με χρήμα που έχει αυξημένη αγοραστική δύναμη. Ακόμη και μετά τις μειώσεις επιτοκίων, το πραγματικό κόστος δανεισμού υπολογίζεται πλέον κοντά στο 6%.

Η εξέλιξη αυτή αποθαρρύνει σαφώς τη ζήτηση για δανεισμό, την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Κατά τους αναλυτές, η PBOC θα έπρεπε να είχε οδηγήσει τα επιτόκια ακόμη και κάτω από το μηδέν, προκειμένου να ανακτήσει τα κίνητρα δανεισμού που υπήρχαν το 2021. Υπό αυτό το πρίσμα, η πολιτική της κρίνεται ακόμη πιο ανεπαρκής απ’ ό,τι δείχνουν οι αριθμοί.

Με άλλα λόγια, η νομισματική πολιτική στην Κίνα χαρακτηρίζεται σήμερα περισσότερο περιοριστική παρά επεκτατική. Αντί να στηρίξει τις προσπάθειες του Κομμουνιστικού Κόμματος να αναζωογονήσει την οικονομία και να αντισταθμίσει την κρίση στον τομέα των ακινήτων και τη συνεπακόλουθη απώλεια εμπιστοσύνης, η PBOC φαίνεται να λειτουργεί ανασταλτικά. Η αποτυχία της αυτή θεωρείται ακόμη πιο ανησυχητική – έως και επικίνδυνη – σε μια περίοδο κατά την οποία οι πιέσεις από τους δασμούς των ΗΠΑ και ο εντεινόμενος διεθνής ανταγωνισμός καθιστούν τη στήριξη της οικονομίας πιο επιτακτική από ποτέ.

Του Milton Ezrati

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο είναι απόψεις του συγγραφέα και δεν αντανακλούν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Διδάγματα από τη φιλοοικογενειακή πολιτική της Ουγγαρίας

Σχολιασμός

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας που  ξεκίνησε το 2020, τα ποσοστά γάμων μειώθηκαν σημαντικά σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες πλην μίας. Μόνο μία χώρα κατάφερε να πλεύσει κόντρα στον άνεμο, σημειώνοντας μάλιστα μια μικρή αύξηση στα ποσοστά γάμων εκείνο το έτος, ενώ ορισμένες μεσογειακές χώρες είδαν μείωση μέχρι και 42%. Αυτή η χώρα ήταν η Ουγγαρία.

Η αύξηση των γάμων δεν οφειλόταν αποκλειστικά στην ισχυρή χριστιανική ταυτότητα της Ουγγαρίας. Ο Άντριου Μπράιτμπαρτ υποστήριξε ότι η πολιτική είναι κατακάθι του πολιτισμού. Άλλοι υποστηρίζουν ότι ο πολιτισμός είναι απότοκος της πολιτικής. Αν έπρεπε να στοιχηματίσω ποια πλευρά της ανθρώπινης κοινωνίας οδηγεί σε μεγαλύτερη αλλαγή, θα επέλεγα τον πολιτισμό, ο οποίος ασχολείται με τις πιο θεμελιώδεις πτυχές της ανθρώπινης ζωής και της καθημερινής ύπαρξης (φαγητό, οικογένεια, καλές τέχνες, πίστη), και επομένως τους βασικούς παράγοντες που καθορίζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά και πεποίθηση. Αλλά η πραγματικότητα της πολιτικής και της πολιτισμικής αλλαγής αψηφά κάθε απλοϊκή φόρμουλα, και οι δύο σφαίρες της ανθρώπινης δραστηριότητας ασκούν βαρυτική έλξη η μία στην άλλη.

Στην περίπτωση της Ουγγαρίας, βλέπουμε ένα παράδειγμα της επιρροής που μπορεί να έχει η πολιτική στον πολιτισμό — κάτι που θα μπορούσε εύκολα να αναπαραχθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι νομοθετικές πράξεις της Ουγγαρίας φαίνεται να έχουν αλλάξει σημαντικά τους πολιτιστικούς κανόνες που αφορούν τον γάμο και την οικογένεια, καθιστώντας τον γάμο πιο δημοφιλή και ανατρέποντας την ιδέα του «γάμου-ορόσημο» υπέρ του «γάμου-ακρογωνιαίου λίθου».

Ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν, εισήγαγε διάφορα προγράμματα που προωθούν τον γάμο και την οικογενειακή ζωή. Για παράδειγμα, τα ζευγάρια που παντρεύονται πριν από τα 41α γενέθλια της νύφης λαμβάνουν δάνειο έως και 10 εκατομμύρια ουγγρικά φιορίνια, ποσό που αντιστοιχεί σε 30.000 ευρώ περίπου. Το ένα τρίτο του δανείου διαγράφεται εάν το ζευγάρι κάνει δύο παιδιά και το υπόλοιπο διαγράφεται εάν έχουν τρία ή περισσότερα. Η απόκτηση παιδιών μειώνει επίσης τους φόρους μιας οικογένειας, φθάνοντας έως και την πλήρη απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος εφ’ όρου ζωής για τις γυναίκες με τέσσερα ή περισσότερα παιδιά. Άλλα οφέλη περιλαμβάνουν στεγαστική υποστήριξη στα παντρεμένα ζευγάρια και επιδόματα 5.000 φιορινιών ανά μήνα για τα πρώτα δύο χρόνια του γάμου.

Τα αποτελέσματα μιλούν από μόνα τους. Το ποσοστό γάμων στην Ουγγαρία διπλασιάστηκε από το 2010 έως το 2021. Η Ουγγαρία ηγείται πλέον της ΕΕ σε ποσοστά γάμων. Οι γυναίκες στην Ουγγαρία παντρεύονται επίσης σε νεότερη ηλικία από άλλες γυναίκες στην ΕΕ. Ταυτόχρονα, τα ποσοστά διαζυγίων έχουν μειωθεί στο μισό από το 2010 και τα ποσοστά αμβλώσεων έχουν επίσης μειωθεί στο μισό από το 2003. Αντίστοιχα, και ο αριθμός των αμβλώσεων και των γεννήσεων μεταξύ των εφήβων έχει μειωθεί από το 2016.

Συγκρίνετε αυτό με τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου, το 2022, το ποσοστό των νοικοκυριών με επικεφαλής ένα παντρεμένο ζευγάρι ήταν το χαμηλότερο που έχει καταγραφεί ποτέ — μόλις 46,8%, έναντι του υψηλότερου 78,8% του 1949. Αν και το ποσοστό διαζυγίων στις ΗΠΑ έχει μειωθεί κάπως τα τελευταία χρόνια, παραμένει αλήθεια ότι περίπου το ένα τρίτο των γάμων καταλήγουν σε διαζύγιο, από το 2022. Με άλλα λόγια, οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και πολλές άλλες χώρες, αντιμετωπίζουν μια κρίση γάμου.

Παράλληλα με την κρίση γάμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες — όπως σχεδόν ολόκληρος ο κόσμος — αντιμετωπίζουν και μια κρίση γονιμότητας, μια επικείμενη κατάρρευση του πληθυσμού, ο αντίκτυπος της οποίας θα συγκλονίσει τον κόσμο. Οι δημογράφοι συμφωνούν γενικά ότι θα φτάσουμε στο μέγιστο του πληθυσμού αυτόν τον αιώνα, μετά τον οποίο ο αριθμός μας θα μειωθεί σημαντικά. Σε όλες σχεδόν τις δυτικές χώρες, το ποσοστό γονιμότητας είναι σημαντικά χαμηλότερο από το ποσοστό των 2,1 παιδιών ανά γυναίκα που απαιτείται για τη διατήρηση των επιπέδων πληθυσμού. Όπως αναφέρει το BBC, «ο κόσμος δεν είναι καλά προετοιμασμένος για την παγκόσμια κατάρρευση των γεννήσεων, η οποία αναμένεται να έχει ‘συγκλονιστικές’ επιπτώσεις στις κοινωνίες».

Η Ουγγαρία ελπίζει να καταπολεμήσει την κατάρρευση γονιμότητας μέσω της πολιτικής της υπέρ της οικογένειας, τα αποτελέσματα της οποίας έχουν αρχίσει να γίνονται ορατά. Σύμφωνα με ορισμένες αναφορές, η πολιτική υπέρ της οικογένειας έχει οδηγήσει στη γέννηση 120.000 επιπλέον παιδιών κατά τη διάρκεια 10 ετών. Ενώ η Ουγγαρία δεν έχει ακόμη φτάσει τα ποσοστά γονιμότητας αντικατάστασης, έχει ανακάμψει από την «χαμηλότερη γονιμότητα» , ανεβάζοντας το ποσοστό από κάτω από 1,3 παιδιά ανά γυναίκα, σε περίπου 1,6 παιδιά ανά γυναίκα.

Η Ουγγαρία φέρεται να δαπανά το 5% του ΑΕΠ της στις φιλοοικογενειακές πολιτικές της, ποσοστό διόλου αμελητέο. Αλλά η καταστροφή των οικογενειών και η κατάρρευση των ποσοστών γονιμότητας έχουν επίσης κόστος. Χρειαζόμαστε ανθρώπους για μια ακμάζουσα οικονομία. Επιπλέον, τα παιδιά και οι οικογένειες είναι η ψυχή κάθε έθνους και οι εγγυητές του μέλλοντός του. Η προώθηση της οικογένειας — της «πρώτης κοινωνίας», που αποτελεί το δομικό στοιχείο και κύτταρο της ευρύτερης κοινωνίας — θα έπρεπε να βρίσκεται στην κορυφή της λίστας προτεραιοτήτων κάθε κυβέρνησης. Και οι ισχυρές οικογένειες εξαρτώνται από ισχυρούς γάμους.

Μέχρι στιγμής, οι προσπάθειες της Ουγγαρίας προς αυτή την κατεύθυνση φαίνεται να αποδίδουν. Όπως γράφει η Λώρι Ντε Ρόουζ για το Ινστιτούτο Οικογενειακών Σπουδών: «Κάνοντας τον γάμο οικονομικά επωφελή, η ουγγρική κυβέρνηση μπορεί να έχει βοηθήσει στην αλλαγή της πολιτιστικής εικόνας του γάμου από ένα μέσο επίδειξης ασφάλειας σε ένα μέσο οικοδόμησής της». Πράγματι, τα έθνη σε όλη τη Δύση πρέπει να επιστρέψουν σε μια αντίληψη του έγγαμου βίου ως κάτι φυσικό και προϋπόθεση ασφάλειας, αυτοεκπλήρωσης και ευτυχίας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να σημειώσουν τις ουγγρικές επιτυχίες και να τις αναπαράγουν. Το μέλλον μας εξαρτάται από αυτό.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο είναι απόψεις του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της Epoch Times.

Η σιωπή των διεθνών ΜΜΕ για τις παραβιάσεις στην Κίνα

Μια πολυβραβευμένη σκηνοθέτρια και συγγραφέας έδωσε τη δική της εξήγηση για τη σιωπή που φαίνεται να επικρατεί σε δυτικά μέσα ενημέρωσης αναφορικά με τα ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα.

Όπως επισημαίνουν παρατηρητές των εξελίξεων στην Κίνα, τα μέσα που κάποτε ήταν ιδιαίτερα επικριτικά για θέματα όπως η καταστολή στο Χονγκ Κονγκ, οι διώξεις των ασκουμένων του Φαλούν Γκονγκ και η κατάσταση στο Σιντζιάνγκ, πλέον σπανίως αναφέρονται σε αυτά.

Η Κέι Ρούμπατσεκ, σκηνοθέτρια, συγγραφέας και υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με καταγωγή από την Αυστραλία —η οποία έχει στο παρελθόν συλληφθεί για μικρό χρονικό διάστημα από τις κινεζικές αρχές— δήλωσε πως οι δημοσιογράφοι των δυτικών μέσων βρίσκονται σε «εξαιρετικά δύσκολη θέση».

Όπως ανέφερε σε συνέντευξή της στο ραδιόφωνο ABC Brisbane, εάν ένας δημοσιογράφος καλύψει ένα θέμα που θεωρείται ευαίσθητο από το καθεστώς, κινδυνεύει να απελαθεί και να του απαγορευτεί η είσοδος στη χώρα, κάτι που έχει συμβεί επανειλημμένως. Η ίδια πρόσθεσε ότι ακόμη και όταν ένα ρεπορτάζ αγγίζει ένα «λάθος» θέμα τη «λάθος» χρονική στιγμή, μπορεί να προκαλέσει την αντίδραση των αρχών. Ειδικοί λόγοι απέλασης, σύμφωνα με τη Ρούμπατσεκ, περιλαμβάνουν την κάλυψη της πνευματικής άσκησης Φάλουν Γκονγκ, της διαφθοράς σε κάποια τοπική κοινότητα, ή ζητημάτων περιβαλλοντικής υποβάθμισης.

Η σκηνοθέτρια υποστήριξε επίσης πως σε κάποιες περιπτώσεις οι κινεζικές αρχές χρησιμοποιούν τους δημοσιογράφους ως «πιόνια» σε ένα παιχνίδι ανταλλαγών, παρακολουθώντας και παρεμποδίζοντας την πορεία ενός ρεπορτάζ από την αρχή ως το τέλος, κάτι που -όπως είπε- συμβαίνει συχνά. Για τον λόγο αυτό, τα μέσα εμφανίζονται εξαιρετικά επιφυλακτικά.

Χαρακτηριστική περίπτωση θεωρείται η αυθαίρετη κράτηση της Αυστραλής δημοσιογράφου Τσενγκ Λέι, η οποία εργαζόταν για το κινεζικό τηλεοπτικό δίκτυο CGTN και συνελήφθη κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ως αντίποινα για την έκκληση της αυστραλιανής κυβέρνησης να διεξαχθεί έρευνα για την προέλευση του κορωνοϊού.

Η Αυστραλή δημοσιογράφος Τσενγκ Λέι παρακολουθεί την τελετή υπογραφής της συμφωνίας από τον πρωθυπουργό της Κίνας Λι Τσιανγκ και τον πρωθυπουργό της Αυστραλίας Άντονι Αλμπανέζι στο Κοινοβούλιο της Αυστραλίας. Καμπέρα, στις 17 Ιουνίου 2024. (Lukas Coch/POOL/AFP μέσω Getty Images)

 

Η Ρούμπατσεκ ανέφερε ακόμη έναν λόγο για τη σιωπή των δυτικών μέσων: τη διαφημιστική επιρροή του Πεκίνου. Σύμφωνα με την ίδια, η εφημερίδα China Daily —ένα από τα μεγαλύτερα κρατικά αγγλόφωνα έντυπα της Κίνας— έχει κατά καιρούς συμπεριλάβει ένθετα σε αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, παρέχοντας σημαντικά ποσά διαφημιστικών εσόδων που προέρχονται άμεσα από το κινεζικό καθεστώς. Όπως σημείωσε, αντίστοιχα φαινόμενα έχουν καταγραφεί και σε ραδιόφωνο, τηλεόραση, έντυπο Τύπο και κινηματογράφο.

Κατά την άποψή της, η Κίνα ασκεί ισχυρή επιρροή με τρόπο που στοχεύει όσους ήδη διακατέχονται από φόβο, γνωρίζοντας πώς να «πιέζει τα κατάλληλα κουμπιά».

Το 2024, δύο Αμερικανοί γερουσιαστές κάλεσαν εννέα μεγάλα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης —μεταξύ των οποίων οι Los Angeles Times και USA Today— να διακόψουν κάθε συνεργασία με την China Daily. Στην επιστολή τους κατηγόρησαν την εφημερίδα ότι επιχειρεί να εξωραΐσει τη γενοκτονία των Ουιγούρων στη Σιντζιάνγκ και να δικαιολογήσει τη χρηματοδότηση της Ρωσίας από το Πεκίνο για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Υποστήριξαν επίσης ότι όσα μέσα συνεχίζουν να συνεργάζονται με την εφημερίδα, λειτουργούν ως κανάλια προπαγάνδας του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας προς το αμερικανικό κοινό.

Το ίδιο έτος, η China Daily επαίνεσε τον Αυστραλό πρωθυπουργό Άντονι Αλμπανέζι για την ικανότητά του να «διατηρεί ισορροπία» μεταξύ της στρατηγικής σχέσης με την Ουάσιγκτον και των οικονομικών συμφερόντων με το Πεκίνο, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε τις παγκόσμιες πολιτικές ανακατατάξεις που προέκυψαν μετά τη δεύτερη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ.

Ο ηγέτης του ΚΚΚ Σι Τζινπίνγκ, ο πρωθυπουργός της Αυστραλίας Άντονι Αλμπανέζε, ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Σερ Κιρ Στάρμερ και ο πρόεδρος της Κολομβίας Γκουστάβο Πέτρο με τους ηγέτες των μελών της G20, καθώς ποζάρουν για τη φωτογραφία της Παγκόσμιας Συμμαχίας κατά της Πείνας και της Φτώχειας στη σύνοδο κορυφής της G20. Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας, στις 18 Νοεμβρίου 2024. (Stefan Rousseau – WPA Pool/Getty Images)

 

Η Ρούμπατσεκ, τέλος, υπογράμμισε τη σημασία του να γίνεται διάκριση ανάμεσα στην Κίνα ως χώρα, τον κινεζικό λαό και το Κομμουνιστικό Κόμμα. Όπως είπε, η ίδια έχει επισκεφθεί τη χώρα, την οποία περιέγραψε ως έναν υπέροχο τόπο με μακρά ιστορία και έναν λαό γεμάτο καλοσύνη —όπως σε κάθε χώρα, όταν υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός. Κατά την άποψή της, όμως, το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει εξελιχθεί σε μία «παραβατική οντότητα» με τρόπο λειτουργίας που προκαλεί έντονο προβληματισμό.

Της Cindy Li

Η στροφή του Πεκίνου προς τη Λατινική Αμερική

Παρά την προσωρινή ανάπαυλα στο μέτωπο των δασμών με τις ΗΠΑ, το Πεκίνο αντιλαμβάνεται την ευπάθεια της οικονομίας του σε έναν ενδεχόμενο εμπορικό πόλεμο. Αναζητώντας εναλλακτικές λύσεις, έχει ξεκινήσει μια διπλωματική εκστρατεία παγκοσμίως, εστιάζοντας ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική, την παραδοσιακή «αυλή» της Ουάσιγκτον.

Βασικό εργαλείο αυτής της στρατηγικής είναι το Φόρουμ Κίνας–CELAC (Κοινότητα Κρατών Λατινικής Αμερικής και Καραϊβικής), το οποίο το Πεκίνο εγκαινίασε το 2015. Στην πρόσφατη υπουργική σύνοδο του Μαΐου, ο Κινέζος ηγέτης Σι Τζινπίνγκ υπενθύμισε στους αντιπροσώπους των 30 χωρών την εντυπωσιακή αύξηση του εμπορίου μεταξύ Κίνας και CELAC, το οποίο το 2024 έφτασε τα 515 δισ. δολάρια. Αν και το ποσό υπολείπεται του εμπορίου Κίνας-ΗΠΑ, παραμένει ιδιαίτερα σημαντικό.

Ο Σι προώθησε επίσης την Πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» (Belt and Road Initiative – BRI) και ανακοίνωσε μια νέα πιστωτική γραμμή 66 δισ. γιουάν (περίπου 9,2 δισ. δολάρια) για έργα υποδομής, ποσό ιδιαίτερα ελκυστικό για τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες της περιοχής. Ωστόσο, σε μια ένδειξη των βαθύτερων οικονομικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Κίνα, η νέα αυτή δέσμευση ήταν λιγότερο από το ήμισυ της αντίστοιχης του 2015.

Πέρα από τις γενικές δεσμεύσεις, ο Σι προχώρησε και σε στοχευμένες προσφορές. Υποσχέθηκε τόσο στη Βραζιλία όσο και στην Κολομβία ότι η Κίνα θα αυξήσει τις εισαγωγές των προϊόντων τους, ενθαρρύνοντας παράλληλα τις κινεζικές εταιρείες —κρατικές και ιδιωτικές— να ενισχύσουν τις επενδύσεις τους εκεί. Η Βραζιλία, ειδικότερα, υποδέχθηκε θερμά τις δεσμεύσεις, καθώς ο πρόεδρος Λούλα ντα Σίλβα επιδιώκει να τοποθετήσει στρατηγικά τη χώρα του ως βασικό προμηθευτή αγροτικών προϊόντων στην Κίνα, σε περίπτωση που ένας εμπορικός πόλεμος με τις ΗΠΑ αναγκάσει το Πεκίνο να στραφεί αλλού.

Ενισχύοντας αυτή την εμπορική προσέγγιση, ο Σι ανακοίνωσε την παροχή ετήσιας άδειας εισόδου χωρίς βίζα για τους πολίτες πέντε χωρών: της Αργεντινής, της Βραζιλίας, της Χιλής, του Περού και της Ουρουγουάης. Η επιλογή δεν είναι τυχαία, καθώς όλες αποτελούν σημαντικούς εξαγωγείς αγροτικών προϊόντων.

Αναμφίβολα, μια σημαντική επιτυχία για τον Σι ήταν η ανακοίνωση ότι η Κολομβία προσχωρεί επίσημα στην BRI. Η υπουργός Εξωτερικών της χώρας, Λάουρα Σαραμπία, χαρακτήρισε την απόφαση «το πιο τολμηρό βήμα της Κολομβίας εδώ και δεκαετίες». Η κίνηση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, δεδομένου ότι η Κίνα είναι ήδη ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Κολομβίας. Ωστόσο, η νίκη αυτή για το Πεκίνο μετριάζεται από την πρόσφατη ανακοίνωση του Παναμά ότι προτίθεται να αποχωρήσει από την πρωτοβουλία με τη λήξη της συμμετοχής του σε δύο χρόνια. Ενώ το Πεκίνο αποδίδει την απόφαση σε αμερικανική πίεση, η τάση αυτή αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη απογοήτευση ορισμένων χωρών που διαπιστώνουν ότι οι δεσμεύσεις της BRI συνοδεύονται από επαχθείς όρους.

Σε διπλωματικό επίπεδο, το φόρουμ μπορεί να θεωρηθεί επιτυχία για το Πεκίνο. Παρότι η Λατινική Αμερική και η Καραϊβική δεν μπορούν να αναπληρώσουν πλήρως μια ενδεχόμενη απώλεια της αμερικανικής αγοράς, η Κίνα δείχνει να κάνει βήματα για τη μείωση της οικονομικής της εξάρτησης από τις ΗΠΑ. Μέχρι στιγμής, η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει αντιδράσει δημόσια ούτε στις κινήσεις της Κίνας, ούτε στη στάση των χωρών της CELAC.

Ωστόσο, από καθαρά οικονομική σκοπιά, το αποτέλεσμα δεν συνιστά θρίαμβο. Οι δεσμεύσεις του Σι επιβαρύνουν μια ήδη πιεσμένη κινεζική οικονομία, ενώ από την άλλη πλευρά, οι αποφάσεις του φόρουμ δεν είναι νομικά δεσμευτικές για τις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Ενδεικτική ήταν η στάση του προέδρου της Βραζιλίας, ο οποίος, ακόμη και από το Πεκίνο, δεν δίστασε να συμβουλεύσει τους ομολόγους του να αποφεύγουν την υπερβολική εξάρτηση από οποιαδήποτε δύναμη, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας.

Milton Ezrati


Οι απόψεις που διατυπώνονται στο παρόν άρθρο είναι προσωπικές του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τη θέση της Epoch Times.

Πού πήγαν οι ευγενικοί, ντροπαλοί Κινέζοι φοιτητές;

Σχολιασμός

Διδάσκω οικονομικά σε μεγάλα αμερικανικά πανεπιστήμια για πάνω από 40 χρόνια. Συχνά δίδασκα σε υπερπληθείς τάξεις και έτσι πιθανότατα συνάντησα αρκετές χιλιάδες Κινέζους φοιτητές όλα αυτά τα χρόνια. Πολλοί από αυτούς ήταν από τους πιο ευγενικούς φοιτητές που έχω γνωρίσει – άλλοι πάλι από τους λιγότερο ευγενικούς.

Αυτό που μου φαίνεται ανησυχητικό είναι ότι οι αναλογίες αυτών των δύο κατηγοριών στα αμερικανικά πανεπιστήμια μοιάζει να έχουν αλλάξει με την πάροδο του χρόνου, τουλάχιστον στον προπτυχιακό πληθυσμό. Αυτοί οι εξαιρετικά ευγενικοί Κινέζοι φοιτητές που ήρθαν στις πανεπιστημιουπόλεις στις αρχές της δεκαετίας του 1980 φαίνεται τώρα να αποτελούν τη μειοψηφία μεταξύ των ομοεθνών τους που φοιτούν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι ιστορικοί και οι κοινωνιολόγοι μπορούν πιθανώς να δώσουν διάφορες εξηγήσεις για αυτό το φαινόμενο — την αξιοσημείωτη οικονομική επιτυχία της Κίνας τα τελευταία χρόνια, η οποία ενισχύει την επιθετική, εθνοκεντρική και ευθυγραμμισμένη με το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) στάση των Κινέζων, τα αποτελέσματα των πολιτικών αγώνων που ανταμείβουν τα παιδιά κορυφαίων (και συχνά διεφθαρμένων) στελεχών του ΚΚΚ και πολλούς άλλους πιθανούς λόγους. Εδώ θα περιγράψω απλώς τι παρατήρησα στις εμπειρίες μου με προπτυχιακούς Κινέζους φοιτητές και πώς πιστεύω ότι μπορεί να επηρεάζει ορισμένες πτυχές της αμερικανικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Οι πρώτοι Κινέζοι φοιτητές φρόντιζαν πάντα να πειθαρχούν σε όλους τους κανονισμούς και να μην ξεφεύγουν από τα όρια, ώστε να μην θέσουν σε κίνδυνο τη θέση τους ως διεθνείς φοιτητές ή προσβάλουν άθελά τους κάποιους ντόπιους. Αυτό σταδιακά άλλαξε και το πρώτο δείγμα της αλλαγής ήταν η εξαπάτηση. Αν και αυτό παρατηρείται σε όλες τις ομάδες στην τριτοβάθμια εκπαίδευση των ΗΠΑ, εξελίχθηκε σε ένα ιδιαίτερο πρόβλημα με τους Κινέζους φοιτητές στα μαθήματά μου και έχει συζητηθεί αλλού ως τάση στα κολέγια σε εθνικό επίπεδο (Wall Street Journal, 2015–2016).

Την τελευταία δεκαετία της ενεργού διδασκαλίας μου, σχεδόν όλες οι υποθέσεις αντιγραφής που αντιμετώπισα αφορούσαν Κινέζους φοιτητές. Κινέζοι φοιτητές μού εμπιστεύτηκαν μάλιστα ότι εξεπλάγησαν πολύ όταν ήρθαν στην Αμερική και είδαν πόσο χαλαρή ήταν η παρακολούθηση των φοιτητών κατά τη διάρκεια των εξετάσεων. Είπαν ότι στην Κίνα, όλοι οι φοιτητές έδιναν εξετάσεις κάτω από οθόνες τηλεόρασης, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες βασιζόμασταν στην παρουσία μερικών καθηγητών ή βοηθών μαθημάτων για να κρατάμε την αντιγραφή υπό έλεγχο.

Ορισμένοι Κινέζοι φοιτητές που πιάστηκαν επ’ αυτοφώρω επέδειξαν ακόμη και μια προνομιακή στάση που τους έθετε πάνω από «τον νόμο», όπως συμβαίνει με εκείνους που ανεβαίνουν στις τάξεις του ΚΚΚ. Με τις διδασκαλίες του Κομφούκιου και του ταοϊστή Λάο Τζι να έχουν μείνει για πολύ καιρό στο περιθώριο στην Κίνα, φάνηκε ότι το «σύστημα τιμής» μας σήμαινε λίγα για αυτούς τους νέους Κινέζους που διαπαιδαγωγούνται έτσι ώστε να απορρίπτουν οτιδήποτε θυμίζει θρησκεία ως δεισιδαιμονία, και μαζί και τις ηθικές αξίες που συνήθως συνοδεύουν τη θρησκευτική σκέψη.

Τελικά, εμφανίστηκαν ιστορίες για Κινέζους φοιτητές που παραβίαζαν κι άλλους κανόνες. Για να παρακάμψουν την απαίτηση για τους πρωτοετείς φοιτητές να ζουν σε φοιτητικές εστίες, υπέγραφαν το συμβόλαιο της εστίας, πλήρωναν το δωμάτιο και τη διατροφή και στη συνέχεια μετακόμιζαν σε ένα πολυτελές διαμέρισμα εκτός πανεπιστημιούπολης. Μερικές φορές έπαιρναν θέση στάθμευσης για τα πολύ ακριβά σπορ αυτοκίνητά τους σε γκαράζ που προορίζονταν για καθηγητές και προσωπικό, πληρώνοντας ένα μέλος του προσωπικού για να τους επιτρέψει να καταχωρήσουν το αυτοκίνητο με την ταυτότητά του.

Ακόμα χειρότερα ήταν τα πολιτικά υποκινούμενα αιτήματα που άρχισε να κάνει η Ένωση Κινέζων Φοιτητών και Ακαδημαϊκών, η οποία υποστηρίζεται από το ΚΚΚ, σε ορισμένα πανεπιστήμια. Στο πανεπιστήμιό μου, αυτή η ομάδα προσπάθησε να διακόψει τις κανονικές δραστηριότητες φοιτητικών ομάδων Φάλουν Γκονγκ και Ταϊβανών, απαιτώντας να καταργηθεί η πρόσβασή τους στο email του πανεπιστημίου και να τους απαγορευτεί το δικαίωμά τους να εκθέτουν έργα τέχνης σε μια βιβλιοθήκη. Σε μια περίπτωση, όταν συμμετείχα σε μία παρέλαση με τη φοιτητική ομάδα Φάλουν Γκονγκ, στην οποία υπηρετούσα ως Σύμβουλος Διδακτικού Προσωπικού, ένας Κινέζος φοιτητής με πλησίασε, ήρθε σε απόσταση τριών εκατοστών από το πρόσωπό μου και μου είπε «[βωμολοχία] εσύ!» Και είπε μία  λέξη την οποία παραλείπω εδώ για λόγους ευγένειας.

Πιστεύω ότι αυτές οι ατυχείς συμπεριφορές ενός αυξανόμενου αριθμού Κινέζων προπτυχιακών φοιτητών έχουν αναγνωριστεί ευρέως εδώ και αρκετό καιρό, αλλά όλοι κάνουν τα στραβά μάτια επειδή οι Κινέζοι πληρώνουν καλά και τα πανεπιστήμια θέλουν τα χρήματά τους. Κάποτε, ένας διοικητικός υπάλληλος μού ζήτησε να σταματήσω να εγγράφω Αμερικανούς φοιτητές σε ένα από τα μαθήματά μου, επειδή οι λίγες διαθέσιμες θέσεις «κρατούνταν» για τους Κινέζους. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ μία καλή Αμερικανίδα φοιτήτρια που έκλαιγε στο γραφείο μου επειδή δεν μπορούσε να μπει στο πρόγραμμα λογιστικής που ήταν γεμάτο με Κινέζους, ενώ ο λογιστής πατέρας της την περίμενε να ενταχθεί στην επιχείρησή του.

Η τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι μια από τις μεγάλες ιστορίες επιτυχίας της αμερικανικής εργασίας. Μέχρι το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, κάθε πολιτεία είχε εξαιρετικά ιδρύματα που εξυπηρετούσαν τους πληθυσμούς που είχαν συμβάλει σε αυτό το μεγαλείο μέσω της αφοσιωμένης υπηρεσίας τους, της επιμελούς δημόσιας πολιτικής και των φόρων τους. Όταν οποιοσδήποτε φοιτητής, είτε Αμερικανός είτε Κινέζος, πληρώνει τα δίδακτρα για να φοιτήσει σε ένα κολέγιο, αυτά τα δίδακτρα καλύπτουν ένα πολύ μικρό μέρος των ανθρώπινων και οικονομικών πόρων που έχουν δαπανηθεί εδώ και πολλά χρόνια για να καταστήσουν αυτό το κολέγιο έναν τόπο πραγματικά ανώτερης μάθησης.

Μέρος του μεγαλείου αυτών των ιδρυμάτων έγκειται στις αξίες — συμπεριλαμβανομένων των ηθικών και πνευματικών αξιών — που οι ιδρυτές και οι υποστηρικτές τους ενσωμάτωσαν σε κάθε πτυχή της εκπαίδευσης. Δεν είναι τυχαίο ότι έξι από τα οκτώ κολέγια της Ivy League, που θεωρούνται από πολλούς ως η αφρόκρεμα της αμερικανικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ιδρύθηκαν από ομάδες με θρησκευτικούς δεσμούς. Για να συνεχίσουμε αυτή την παράδοση, θα πρέπει να επιμείνουμε ότι όλοι οι φοιτητές μας πρέπει να ενεργούν ειλικρινά, να υπακούν στους κανόνες και να φέρονται σε όλα τα μέλη της πανεπιστημιούπολης με σεβασμό, ανεξάρτητα από το πόσα χρήματα πληρώνουν.

Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες άνοιξαν τις πόρτες τους στους Κινέζους, οι νέοι που άρχισαν να έρχονται στις πανεπιστημιουπόλεις μας μου έλεγαν ότι είχαν παππούδες και γιαγιάδες που εξακολουθούσαν να τους παραθέτουν τον Κομφούκιο ή να καίνε θυμίαμα στον Βούδα. Ήταν γλυκείς, αξιαγάπητοι άνθρωποι που σέβονταν την αμερικανική αίσθηση ηθικής και τον κώδικα δεοντολογίας που έφερνε στην εκπαιδευτική διαδικασία. Όμως, οι γιαγιάδες έχουν πεθάνει προ πολλού και οι Κινέζοι που έρχονται σήμερα γνωρίζουν μεν καλύτερα Αγγλικά χάρη στο διαδίκτυο, αλλά από τη σοφία του Κομφούκιου γνωρίζουν λιγότερα πράγματα. Η ανατροφή και η στάση τους διαμορφώνονται πλέον από το ΚΚΚ και αυτό είναι εμφανές.

Οι επικριτές της προσπάθειας που γίνεται τώρα να κρατηθούν οι Κινέζοι φοιτητές μακριά από τα αμερικανικά πανεπιστήμια συνήθως επικεντρώνονται στην οικονομική ζημία και στην απώλεια ταλέντων, ενώ οι υποστηρικτές της επικεντρώνονται κυρίως στην κατασκοπεία και την κλοπή τεχνολογίας. Θα έλεγα ότι στην πραγματικότητα αυτές οι συζητήσεις θα πρέπει να εστιάσουν στη ζημιά που θα μπορούσε να προκληθεί στην ηθική στην τριτοβάθμια εκπαίδευση εάν οι Κινέζοι που έχουν υποστεί κατήχηση από το ΚΚΚ συνεχίσουν να εισρέουν στα κολέγια και τα πανεπιστήμιά μας.

Μακάρι να μπορούσαμε να επιστρέψουμε σε εκείνες τις αθώες εποχές που οι ευγενείς, ντροπαλοί Κινέζοι με το μυαλό τους γεμάτο από τα λόγια του Κομφούκιου κάθονταν στις τάξεις μας και ταίριαζαν με τις ηθικές μας αντιλήψεις. Είμαι βέβαιη ότι δεν έχουν χαθεί. Αλλά όπως συνήθως συμβαίνει, οι αθώοι πληρώνουν το τίμημα.

Της Lucia Dunn

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο είναι απόψεις του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της Epoch Times.

Nουάρ σκανδιναβική πολιτική

Σχολιασμός

Για πολλούς εξωτερικούς παρατηρητές, ιδιαίτερα για τους προοδευτικούς Αμερικανούς, οι σκανδιναβικές χώρες — Σουηδία, Νορβηγία, Δανία, Φινλανδία και Ισλανδία — αντιπροσωπεύουν μια πραγματική ουτοπία. Χαρακτηρισμένες από ένα εγκαλιταριανιστικό ήθος και μεγάλα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας, φαίνεται να ενσαρκώνουν ένα συγκεκριμένο όραμα για το τι θα μπορούσε να είναι η Αμερική: κοινωνίες όμορφων, μορφωμένων ανθρώπων που απολαμβάνουν δωρεάν υγειονομική περίθαλψη, ισχυρά δίκτυα κοινωνικής ασφάλισης και εκτεταμένη ισότητα των φύλων.

Αρχικά, είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί το σκανδιναβικό μοντέλο προσελκύει θαυμασμό.

Τα έθνη της περιοχής κατατάσσονται σταθερά μεταξύ των πιο «ίσων» στον κόσμο λόγω της εκτεταμένης κατανομής εισοδήματος μέσω της υψηλής φορολογίας και των εκτεταμένων συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας που περιλαμβάνουν δημόσιες υπηρεσίες όπως η τριτοβάθμια εκπαίδευση και η υγειονομική περίθαλψη, οι οποίες είναι τεχνικά καθολικές. Επιπλέον, είναι επίσης παγκόσμιοι ηγέτες στην ισότητα των φύλων, προσφέροντας γενναιόδωρη γονική άδεια που βοηθά στη διασφάλιση της συνεχιζόμενης συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό. Επίσης, δεδομένου ότι η κοινωνική εμπιστοσύνη ιστορικά ήταν υψηλή και η πολιτική διαφθορά χαμηλή, οι σκανδιναβικές κοινωνίες χαρακτηρίζονται από ένα αίσθημα ενότητας και κοινωνικής ευθύνης που είναι σπάνιο σε άλλα μέρη του κόσμου.

Ωστόσο, μπείτε στον κόσμο του σκανδιναβικού νουάρ. Αυτό το είδος αστυνομικής λογοτεχνίας προέρχεται από τη Σκανδιναβία και παρουσιάζει, μέσα από μυθιστορήματα και τηλεοπτικές σειρές, μια έντονα αντίθετη, ζοφερή απεικόνιση της ζωής στον Βορρά: μακρινούς, σκοτεινούς χειμώνες, άγονα τοπία και μελαγχολικούς, απογοητευμένους πρωταγωνιστές που μάχονται με εσωτερικούς δαίμονες ενώ λύνουν φρικιαστικά εγκλήματα. Εδώ, οι ψυχρές, σύνθετες πραγματικότητες της ζωής εισβάλλουν στο γραφικό εξωτερικό.

Αυτό το σκοτεινό αφηγηματικό στυλ έχει βαθιές ρίζες, που ανάγονται σε μορφές όπως ο Νορβηγός δραματουργός του 19ου αιώνα Χένρικ Ίψεν, ο Δανός φιλόσοφος Σόρεν Κίρκεγκωρ και ο Σουηδός σκηνοθέτης Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.

Πιο πρόσφατα, συγγραφείς όπως ο Στηγκ Λάρσον (συγγραφέας του «Το κορίτσι με το τατουάζ του δράκου») και ο Χέννινγκ Μάνκελ (δημιουργός της σειράς Wallander) έχουν κερδίσει παγκόσμια αναγνώριση για ιστορίες που όχι μόνο απεικονίζουν δολοφονίες αλλά και βαθιά ριζωμένη κοινωνική δυσφορία. Ο μισογυνισμός, ο ρατσισμός, ο βιασμός, η μισανδρία, η βία των συμμοριών και η αποξένωση είναι κεντρικά θέματα σε αφηγήσεις όπου οι επικεφαλής αστυνομικοί ερευνητές κάθε τόσο απέχουν πολύ από το να είναι ηρωικοί. Αντίθετα, είναι κουρασμένα, συναισθηματικά τραυματισμένα άτομα, που συχνά στρέφονται στο αλκοόλ για να αντιμετωπίσουν το σκοτεινό υπογάστριο της κοινωνίας. Και αυτό δεν είναι απλώς μυθοπλασία.

Σήμερα, κάτω από το πέπλο της κοινωνικοοικονομικής ισχύος και της πολιτικής σταθερότητας, οι σκανδιναβικές χώρες χαρακτηρίζονται από αυξανόμενες προκλήσεις. Για παράδειγμα, οι γραφειοκρατίες της χώρας που κάποτε φημίζονταν για την αποτελεσματικότητά τους, όχι μόνο είναι διογκωμένες, αλλά πνίγουν την οικονομική ανάπτυξη, την τεχνολογική καινοτομία και την πολιτική ευελιξία. Η εκπαίδευση και η υγειονομική περίθαλψη, αν και φαινομενικά «δωρεάν» στο σημείο παροχής υπηρεσιών, υποφέρουν από μη ικανοποιητικά αποτελέσματα και μεγάλους χρόνους αναμονής. Επιπλέον, η κοινωνική συνοχή —κάποτε καθοριστικό χαρακτηριστικό της περιοχής— επιδεινώνεται. Και ο κύριος λόγος για αυτό είναι ότι η μετανάστευση, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, έχει δοκιμάσει —και σπάσει— τα όρια της ολοκλήρωσης. Η Σουηδία, ειδικότερα, έχει βιώσει μια ιστορική αύξηση του βίαιου εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένων σχεδόν καθημερινών πυροβολισμών και βομβιστικών επιθέσεων που προέρχονται από φυλετικές διαμάχες και διαφορές συμμοριών που σχετίζονται με διαμάχες μεταξύ διαφόρων ομάδων μεταναστών.

Έτσι, η αλήθεια για τις σκανδιναβικές χώρες σήμερα βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην εικόνα ενός ουτοπικού μοντέλου και σε αυτήν μιας νουάρ δυστοπίας. Αλλά πώς συμβιβάζουν οι Σκανδιναβοί αυτή την ένταση; Και γιατί ανέχονται την πολιτική που της επιτρέπει να επιμένει; Η απάντηση βρίσκεται στην ιστορία. Συγκεκριμένα, οι σκανδιναβικές χώρες δεν ήταν πάντα πλούσιες και ασφαλείς. Αντιθέτως, τμήματα της περιοχής ήταν απελπιστικά φτωχά μέχρι και τον εικοστό αιώνα. Και επειδή τα σημερινά συστήματα κοινωνικής πρόνοιας είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που έγιναν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, παραμένει μια βαθιά πολιτισμική μνήμη δυσκολιών.

Ως αποτέλεσμα, οι σκανδιναβικές κοινωνίες ασχολούνται περισσότερο με τις επίμονες ατέλειες παρά με τις επιτυχίες που έχουν επιτευχθεί. Έτσι, δεδομένου ότι τα πιο σημαντικά προβλήματα έχουν ήδη αντιμετωπιστεί, οι πολιτικές συζητήσεις δεν επικεντρώνονται στη μεγάλη εικόνα αλλά σε ολοένα και πιο μικρά και περιθωριακά ζητήματα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, για να κερδίσει κανείς ψήφους, πρέπει να διογκώσει αυτά τα ζητήματα — αλλιώς θα κατηγορηθεί για αδιαφορία. Κατά συνέπεια, ο τόνος της σκανδιναβικής πολιτικής είναι δυσανάλογα ζοφερός και θεατρικός, χαρακτηριζόμενος από ατελείωτες συζητήσεις για την αντιμετώπιση των «ανισοτήτων» και προβλημάτων που, με βάση τα παγκόσμια πρότυπα, μόλις που καταγράφονται.

Αυτή η νωθρότητα είναι ιδιαίτερα εμφανής στη Σουηδία, τη μεγαλύτερη και πιο ισχυρή από τις σκανδιναβικές χώρες. Ως «μεγάλος αδελφός» της περιοχής, η χώρα θαυμάζεται και ελέγχεται εξονυχιστικά από άλλους. Οι πολιτιστικές της εξαγωγές —συμπεριλαμβανομένης της αστυνομικής λογοτεχνίας— τείνουν να κυριαρχούν στις παγκόσμιες αντιλήψεις για τον Βορρά. Πρόσφατα, το σουηδικό πολιτικό κλίμα έχει γίνει πιο σκούρο, με αμφότερα τα αριστερά λαϊκιστικά και εθνικιστικά κόμματα να κερδίζουν έδαφος και την παραδοσιακή πολιτική συναίνεση να καταρρέει υπό το βάρος των νέων πραγματικοτήτων.

Επομένως, το παράδοξο της πολιτικής του σκανδιναβικού νουάρ πηγάζει και αντανακλά τη διττή φύση αυτών των κοινωνιών. Σε μια εποχή ραγδαίων παγκόσμιων αλλαγών και προκλήσεων που απαιτούν θεμελιώδεις προσαρμογές, βρίσκονται παγιδευμένοι σε ένα είδος πολιτικού κενού όπου ο εξωτερικός έπαινος και η εσωτερική αυτοαπορρόφηση καθιστούν την απαραίτητη επανεκτίμηση των κοινωνικών, οικονομικών και άλλων πολιτικών του παρελθόντος και του παρόντος εξαιρετικά δύσκολη. Γιατί αν ζεις σε έναν παράδεισο, δεν συνεπάγεται η αλλαγή υποβάθμιση; Το αποτέλεσμα είναι μια κατάσταση όπου η λαϊκή δυσαρέσκεια και το πολιτικό άγχος αλληλοτροφοδοτούνται σε καθοδικές σπείρες.

του Anders W. Edwardsson

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο είναι απόψεις του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της Epoch Times.