Παρασκευή, 24 Απρ, 2026

Κλιμάκωση των επιθέσεων κατά του Ιράν ενώ η Ουάσιγκτον εξετάζει τα επόμενα βήματα

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν εντείνονται, ενώ η κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ δηλώνει ότι η εκστρατεία προχωρά ταχύτερα από το αναμενόμενο και ότι ο ίδιος ο πρόεδρος θα καθορίσει πότε θα θεωρηθεί ότι το ιρανικό καθεστώς έχει παραδοθεί άνευ όρων.

Τα πλήγματα ξεκίνησαν στις 28 Φεβρουαρίου, με στόχο την αποτροπή της ανάπτυξης και απόκτησης πυρηνικών όπλων από το ιρανικό καθεστώς. Η κυβέρνηση είχε αρχικά εκτιμήσει ότι η επιχείρηση θα διαρκούσε τέσσερις έως πέντε εβδομάδες για την καταστροφή σημαντικών στρατιωτικών υποδομών και του ναυτικού του Ιράν. Ωστόσο, αξιωματούχοι δηλώνουν πλέον ότι η πρόοδος των επιχειρήσεων είναι ταχύτερη από το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα.

Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ ανέφερε ότι ο πρόεδρος Τραμπ θα καθορίσει πότε το Ιράν βρίσκεται σε κατάσταση άνευ όρων παράδοσης, γεγονός που θα σημάνει και τον τερματισμό της επιχείρησης «Epic Fury». Οι επιχειρήσεις θα ολοκληρωθούν όταν ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων κρίνει ότι οι στρατιωτικοί στόχοι έχουν επιτευχθεί πλήρως και ότι το Ιράν δεν αποτελεί πλέον άμεση απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους, ακόμη και αν το καθεστώς δεν παραδεχθεί δημόσια την ήττα του. Η Λέβιτ διευκρίνισε ότι μια τέτοια κατάσταση σημαίνει την καταστροφή του αποθέματος βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν και την εξάλειψη της δυνατότητάς του να αναπτύξει πυρηνικά όπλα.

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ υποστηρίζει ότι η εκστρατεία έχει ήδη σημειώσει σημαντική πρόοδο. Σύμφωνα με τη Λέβιτ, έχουν πληγεί περισσότεροι από 5.000 στόχοι, ενώ οι ιρανικές επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχουν μειωθεί δραστικά. Το ιρανικό ναυτικό έχει χάσει, μεταξύ άλλων, ένα πλοίο μεταφοράς μη επανδρωμένων αεροσκαφών και περισσότερα από 50 σκάφη. Παράλληλα, αεροπορικά πλήγματα με βομβαρδιστικά B-2 στοχεύουν εγκαταστάσεις παραγωγής πυραύλων, χρησιμοποιώντας διατρητικά πυρομαχικά μεγάλης ισχύος.

Ο υπουργός Πολέμου Πητ Χέγκσεθ δήλωσε ότι ο αμερικανικός στρατός προετοιμάζεται για την πιο έντονη ημέρα επιθέσεων από την έναρξη της σύγκρουσης, με τη συμμετοχή του μεγαλύτερου αριθμού μαχητικών αεροσκαφών και βομβαρδιστικών. Οι πληροφορίες των υπηρεσιών πληροφοριών είναι πιο ακριβείς από ποτέ, ενώ τις τελευταίες 24 ώρες το Ιράν εκτόξευσε τον μικρότερο αριθμό πυραύλων από όσους είχε μέχρι στιγμής τη δυνατότητα να εκτοξεύσει.

Ο Χέγκσεθ τόνισε επίσης ότι η σύγκρουση δεν πρόκειται να εξελιχθεί σε πόλεμο ανάλογο με εκείνον του 2003, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέβαλαν στο Ιράκ και ανέπτυξαν δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες στην περιοχή, σημειώνοντας ότι η σημερινή γενιά στρατιωτικών και η τρέχουσα κυβέρνηση δεν πρόκειται να επιτρέψουν επανάληψη μακροχρόνιων και ασαφώς καθορισμένων στρατιωτικών αποστολών.

Την ίδια ώρα, το Ιράν εξαπέλυσε νέες επιθέσεις κατά του Ισραήλ και χωρών του Κόλπου. Σειρήνες πυραυλικού συναγερμού ήχησαν στο Ντουμπάι, ενώ στο Μπαχρέιν αναφέρθηκαν ένας νεκρός και οκτώ τραυματίες από ιρανική επίθεση. Η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε ότι κατέστρεψε δύο μη επανδρωμένα αεροσκάφη πάνω από την ανατολική πετρελαιοπαραγωγό περιοχή της, ενώ η Εθνική Φρουρά του Κουβέιτ δήλωσε ότι κατέρριψε έξι μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δίνουν επίσης προτεραιότητα στη διατήρηση της ελεύθερης ροής πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ. Ο πρόεδρος Τραμπ προειδοποίησε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα απαντήσουν με δραστική κλιμάκωση των επιθέσεων εάν το Ιράν επιχειρήσει να κλείσει το πέρασμα, δηλώνοντας σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social ότι οποιαδήποτε ενέργεια που θα σταματήσει τη ροή πετρελαίου θα προκαλέσει χτύπημα από τις Ηνωμένες Πολιτείες είκοσι φορές ισχυρότερο από όσα έχουν δεχθεί μέχρι στιγμής.

Ο αρχηγός του Μικτού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων Νταν Κέιν ανέφερε ότι ο αμερικανικός στρατός εξετάζει μια σειρά κινήσεων που θα διασφαλίσουν ότι το πέρασμα θα παραμείνει ανοικτό για τη διέλευση δεξαμενόπλοιων, αν και μέχρι στιγμής δεν έχει ζητηθεί συνοδεία στρατιωτικών δυνάμεων για τα πλοίων.

Πολιτικές αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον

Ο Λευκός Οίκος δήλωσε ότι ο πρόεδρος Τραμπ δεν αποκλείει καμία επιλογή ως αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, απαντώντας σε δηλώσεις Δημοκρατικών γερουσιαστών που προειδοποιούν ότι οι στόχοι της εκστρατείας ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και σε ανάπτυξη αμερικανικών στρατευμάτων στο έδαφος του Ιράν.

Ο γερουσιαστής Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ (D-Conn.), μετά από απόρρητη ενημέρωση για ζητήματα στρατιωτικά και πληροφοριών, δήλωσε ότι αποχώρησε περισσότερο δυσαρεστημένος και οργισμένος από οποιαδήποτε άλλη ενημέρωση είχε παρακολουθήσει στα 15 χρόνια της θητείας του στη Γερουσία. Οι εξελίξεις φαίνεται ότι οδηγούν προς την ανάπτυξη αμερικανικών στρατευμάτων στο έδαφος του Ιράν για την επίτευξη των στόχων της επιχείρησης.

Η γερουσιαστής Τζάκι Ρόζεν (D-Nev.), η οποία συμμετείχε επίσης στην ενημέρωση, δήλωσε ότι όσα άκουσε ήταν ιδιαίτερα ανησυχητικά, σημειώνοντας ότι η κυβέρνηση δεν έχει παρουσιάσει στο Κογκρέσο σχέδιο για το τι σκοπεύει να πράξει μετά την ολοκλήρωση των επιχειρήσεων.

Οι Δημοκρατικοί γερουσιαστές Τσακ Σούμερ (D-N.Y.), Τζακ Ρηντ (D-R.I.) και Τζιν Σαχίν (D-N.H.) ζήτησαν με επιστολή τους από τον υπουργό Πολέμου Πητ Χέγκσεθ και τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο να εμφανιστούν ενώπιον του Κογκρέσου υπό όρκο σε δημόσιες ακροάσεις. Οι γερουσιαστές υποστήριξαν ότι η κυβέρνηση έχει παρουσιάσει μεταβαλλόμενες εξηγήσεις για τους στόχους της σύγκρουσης και ότι ο αμερικανικός λαός και τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων αξίζουν σαφείς απαντήσεις και λογοδοσία.

Απαντώντας στις επικρίσεις, η Λέβιτ ανέφερε ότι ορισμένα μέλη του Κογκρέσου που σήμερα αντιτίθενται στη στρατιωτική εκστρατεία είχαν ψηφίσει πριν από τρία χρόνια υπέρ ψηφίσματος που χαρακτήριζε το Ιράν τον σημαντικότερο κρατικό χορηγό τρομοκρατίας στον κόσμο.

Ο Λευκός Οίκος παρέπεμψε την εφημερίδα The Epoch Times σε ανάρτηση στην πλατφόρμα X από τον διευθυντή επικοινωνίας του Λευκού Οίκου Στήβεν Τσουνγκ, ο οποίος σχολίασε δηλώσεις του Μπλούμενταλ χαρακτηρίζοντάς τον ψεύτη και απατεώνα και αναφέροντας ότι είχε ψευδώς ισχυριστεί στο παρελθόν ότι υπηρέτησε στο Βιετνάμ.

Η Epoch Times απευθύνθηκε στο υπουργείο Πολέμου και στο υπουργείο Εξωτερικών ζητώντας σχόλιο σχετικά με το αίτημα για δημόσιες ακροάσεις, αλλά δεν έλαβε απάντηση μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης.

Των Travis Gillmore, Chase Smith και Jack Phillips

Με πληροφορίες από το Associated Press

Ευρωπαϊκή Περιφερειακή Συνάντηση του OSAC στην Αθήνα — Συμμετοχή της Κ. Γκιλφόιλ

Στην Ευρωπαϊκή Περιφερειακή Συνάντηση του Συμβουλίου Ασφάλειας στο Εξωτερικό (Overseas Security Advisory Council – OSAC) στην Αθήνα συμμετείχε η πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα Κίμπερλυ Γκιλφόιλ.

«Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών δεν έχει υψηλότερη προτεραιότητα από την ασφάλεια και την προστασία των Αμερικανών στο εξωτερικό», ανέφερε σε ανάρτησή της στο X.

«Ένας από τους ισχυρότερους εταίρους μας σε αυτές τις προσπάθειες είναι το Συμβούλιο Ασφάλειας στο Εξωτερικό, το οποίο συγκεντρώνει εμπειρογνώμονες του υπουργείου Εξωτερικών και επαγγελματίες του ιδιωτικού τομέα στον τομέα της ασφάλειας, με σκοπό την ενίσχυση της ευαισθητοποίησης σχετικά με τις απειλές, την ανταλλαγή πληροφοριών και την υποστήριξη σε περιπτώσεις κρίσης», τόνισε.

«Είχα την τιμή να συμμετάσχω στην ετήσια συνάντηση του Ευρωπαϊκού Περιφερειακού Συμβουλίου του OSAC στην Αθήνα, προκειμένου να συζητήσουμε πώς μπορούμε να συνεργαστούμε για την προστασία των Αμερικανών πολιτών και των συμφερόντων τους σε ολόκληρη την περιοχή», κατέληξε.

Τηλεφωνική επικοινωνία Πούτιν–Τραμπ για Ιράν και Ουκρανία

Συνομιλία διάρκειας μίας ώρας είχαν στις 9 Μαρτίου ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, με αντικείμενο τον πόλεμο στο Ιράν και τη ρωσική επέμβαση στην Ουκρανία, σύμφωνα με το Κρεμλίνο.

Όπως δήλωσε ο Γιούρι Ουσακόφ, βασικός συνεργάτης του Πούτιν σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, «η τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των δύο ηγετών ήταν ουσιαστική, ανοιχτή και εποικοδομητική», σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο TASS.

Κατά τον Ουσακόφ, ο Πούτιν παρουσίασε διάφορες ιδέες για ταχεία επίλυση του πολέμου στο Ιράν διά της πολιτικής και διπλωματικής οδού, επικαλούμενος πρόσφατες συνομιλίες του τόσο με ηγέτες κρατών του Κόλπου όσο και με τον πρόεδρο του Ιράν.

«Ο Τραμπ παρουσίασε τη δική του εκτίμηση για την κατάσταση, στο πλαίσιο της εν εξελίξει αμερικανοϊσραηλινής στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν», σημείωσε ο Ουσακόφ, προσθέτοντας πως οι δύο πλευρές αντάλλαξαν λεπτομερείς απόψεις επ’ αυτού του ζητήματος.

Σε ό,τι αφορά το ουκρανικό, ο Ουσακόφ ανέφερε ότι ο Πούτιν ενημέρωσε τον Τραμπ πως οι ρωσικές δυνάμεις σημειώνουν σημαντικές επιτυχίες και υποστήριξε πως αυτό θα πρέπει να ωθήσει το Κίεβο να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις για την επίλυση της σύρραξης. Ο Τραμπ, από την πλευρά του, εξέφρασε το ενδιαφέρον του για κατάπαυση του πυρός και για την αναζήτηση μακρόπνοης λύσης στον πόλεμο Ρωσίας–Ουκρανίας, σύμφωνα με τον Ρώσο αξιωματούχο.

Ο Ουσακόφ ανέφερε επίσης ότι συζητήθηκε η κατάσταση στη Βενεζουέλα, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα των εξελίξεων στις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου, και εκφράστηκε η διάθεση διατήρησης τακτικής επικοινωνίας μεταξύ των δύο ηγετών.

Ο Τραμπ, μιλώντας σε δημοσιογράφους στις 9 Μαρτίου, δήλωσε: «Είχα μια πολύ καλή συνομιλία με τον Πούτιν. Ο Ρώσος πρόεδρος εξέφρασε την πρόθεσή του να βοηθήσει στην επίλυση της κρίσης με το Ιράν, αλλά του είπα πως η Ρωσία θα πρέπει να εργαστεί πρώτα για τον τερματισμό του δικού της πολέμου στην Ουκρανία. Συζητήσαμε για την Ουκρανία, που αποτελεί έναν ατελείωτο αγώνα. Υπάρχει τεράστιο μίσος μεταξύ του προέδρου Πούτιν και… Δεν μπορούν να τα βρουν, αλλά θεωρώ πως ήταν μια θετική συζήτηση για το ζήτημα. Φυσικά μιλήσαμε για τη Μέση Ανατολή, κι εκείνος θέλει να φανεί χρήσιμος. Του είπα ότι θα μπορούσε να βοηθήσει πολύ περισσότερο αν φρόντιζε να λήξει ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας. Αυτό θα ήταν το πιο χρήσιμο».

Από την πλευρά του, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε στις 9 Μαρτίου ότι η ουκρανική κυβέρνηση είναι έτοιμη για ειρηνευτικές συνομιλίες ανά πάσα στιγμή, σε ένα ρεαλιστικό πλαίσιο που μπορεί να συμβάλει πραγματικά στον τερματισμό του πολέμου. Ο ίδιος ανέφερε πως συνάντηση που είχε προγραμματιστεί για αυτή την εβδομάδα αναβλήθηκε, ύστερα από αίτημα της αμερικανικής πλευράς, καθώς οι ΗΠΑ επικεντρώνονται αυτήν την περίοδο στην κρίση του Ιράν.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ξεκίνησαν στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, αφότου ναυάγησαν οι συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Σύμφωνα με τον Τραμπ, οι ενέργειες των δύο χωρών αποσκοπούν στην εξουδετέρωση της απειλής που συνιστά το πυρηνικό οπλοστάσιο του Ιράν.

Η Τεχεράνη αντέδρασε εξαπολύοντας σειρά αντιποίνων εναντίον στόχων σε χώρες της Μέσης Ανατολής. Παράλληλα, η σιιτική οργάνωση Χεζμπολάχ, που εδρεύει στον Λίβανο και υποστηρίζεται από το Ιράν, εξαπέλυσε επιθέσεις κατά του Ισραήλ.

Η κλιμάκωση της σύρραξης στη Μέση Ανατολή αναγκάζει πολλά δεξαμενόπλοια να αποφεύγουν τα Στενά του Ορμούζ – ένα ζωτικής σημασίας θαλάσσιο πέρασμα για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου – γεγονός που έχει εκτοξεύσει τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου.

Ο Τραμπ προειδοποίησε στις 9 Μαρτίου ότι οι αμερικανικές δυνάμεις θα εντείνουν τα πλήγματα στο πλαίσιο της επιχείρησης «Epic Fury», εάν οι Φρουροί της Επανάστασης συνεχίσουν να απειλούν εμπορικά πλοία στα Στενά του Ορμούζ με πυραύλους και μη επανδρωμένα. «Δεν θα επιτρέψω σε ένα τρομοκρατικό καθεστώς να κρατά τον κόσμο όμηρο και να επιχειρεί να διακόψει την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου. Εάν το Ιράν τολμήσει να το πράξει, θα δεχθεί πολύ ισχυρότερο πλήγμα», τόνισε χαρακτηριστικά.

Όταν το ΚΚ Κίνας στρέφεται και κατά των χριστιανών 

Ως φοιτητής, ο πάστορας Μπομπ Φου ήταν μία από τις ηγετικές μορφές του δημοκρατικού κινήματος της δεκαετίας του 1980, που κατέληξε στη σφαγή της Τιενανμέν το 1989. Αργότερα, έγινε επικεφαλής μιας υπόγειας κινεζικής εκκλησίας, και το 1996 φυλακίστηκε για «παράνομο κήρυγμα του Ευαγγελίου».

Εγκαταλείποντας την Κίνα, ίδρυσε στις Ηνωμένες Πολιτείες την ChinaAid, μια χριστιανική οργάνωση για τα ανθρώπινα δικαιώματα η οποία καταγράφει περιπτώσεις δίωξης, παρέχει νομική βοήθεια και υποστηρίζει τη θρησκευτική ελευθερία στην Κίνα.

Συζητώντας με τον Γιαν Γεκιέλεκ, στην εκπομπή του δεύτερου «American Thought Leaders», στις 7 Μαρτίου 2026, περιέγραψε την κλιμάκωση των θρησκευτικών διώξεων τα τελευταία χρόνια στην Κίνα και την απάνθρωπη μεταχείριση των χριστιανών.

Όπως επεσήμανε, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία σημαντική αύξηση των θρησκευτικών διώξεων στην Κίνα, που πλέον στρέφονται και κατά των χριστιανών. Υπενθυμίζοντας τις «πέντε μαύρες τάξεις» που είχαν στοχοποιηθεί κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης, αναφέρει ότι το 2012 η νέα ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ) ανακήρυξε πέντε νέες «μαύρες τάξεις» ή μαύρες κατηγορίες, περιλαμβάνοντας και τις υπόγειες χριστιανικές εκκλησίες στη λίστα.

Σύμφωνα με τον π. Φου, η ηγεσία του ΚΚΚ είναι αποφασισμένη εξαλείψει τη χριστιανική πίστη από την Κίνα και να καταστρέψει τη θετική εικόνα που έχουν οι Κινέζοι για τους χριστιανούς.

Αυτό που παρατηρείται τώρα είναι μια έντονη κλιμάκωση της δυσφημιστικής προπαγάνδας, η οποία διαχέεται μέσω των κρατικά ελεγχόμενων μέσων ενημέρωσης. Κατά τον π. Φου, οι θρησκευτικές διώξεις έχουν ενταθεί υπό την ηγεσία του Σι Τζινπίνγκ, και έχουν επεκταθεί σε περισσότερες θρησκευτικές ομάδες: η εκστρατεία που είχε ξεκινήσει το ΚΚΚ το 1999 κατά των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ, επεκτάθηκε σταδιακά και κατά των Ουιγούρων, των Θιβετιανών και τώρα και κατά των χριστιανών που δεν εντάσσονται στον επίσημο κλήρο (ο οποίος καθοδηγείται και ελέγχεται από το κινεζικό καθεστώς).

«Το Κομμουνιστικό Κόμμα αντιμετωπίζει αυτούς τους ανθρώπους ως υπαρξιακή απειλή. Ο Σι Τζιπίνγκ θέλει να λογίζεται ο ίδιος για Θεός», εξηγεί.

Η χρήση της προπαγάνδας και της ‘απανθρωποίησης’ μίας συγκεκριμένης ομάδας είναι πιθανό να αποτελεί προθάλαμο βιαιότερων επιθέσεων, και ένα μέσον για να κερδηθεί η σιωπηρή συναίνεση της κοινωνίας. Κατά τη δεκαετία του 1960, το ΚΚΚ είχε στοχοποιήσει τους γαιοκτήμονες, τους πλούσιους, τους εύπορους, τους αντιεπαναστάτες. Οι άνθρωποι που κατατάσσονταν σε μία από αυτές τις κατηγορίες δέχονταν τη χειρότερη δυνατή μεταχείριση, τους ανέθεταν τις πιο ταπεινωτικές εργασίες. Οι νέες ‘μαύρες’ κατηγορίες περιλαμβάνουν τους δικηγόρους ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τους αντιφρονούντες, όσους υπογράφουν αιτήματα και τους πιστούς μη επίσημων θρησκειών.

Κατά παράδοξο τρόπο, η λεγόμενη «μυστική συμφωνία» μεταξύ Βατικανού και Κίνας — με την οποία το Βατικανό επιτρέπει στο ΚΚΚ να προτείνει, διορίζει και ελέγχει τους επισκόπους της χώρας — αντί να περιορίσει την εχθρική και κατασταλτική πολιτική του κόμματος, μάλλον την έχει επαυξήσει, όπως δείχνουν οι μαρτυρίες και τα στοιχεία των τελευταίων χρόνων. Για τον π. Φου, αυτή η συμφωνία αποτελεί μείζονα συνθηκολόγηση του Βατικανού υπό το βάρος των κινεζικών πιέσεων (οικονομικών και διπλωματικών), αφού το ΚΚΚ δεν έχει επί της ουσίας ούτε το δικαίωμα ούτε την αρμοδιότητα να διορίζει επισκόπους.

Το 2002, ο π. Φου είχε παραλάβει ένα σύνολο γραπτών μαρτυριών χριστιανών γυναικών, οι οποίες είχαν συλληφθεί και βασανιστεί βάναυσα. Μέρος των βασανιστηρίων, όπως και στην περίπτωση Θιβετιανών και ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ, ήταν και η απαίτηση να επαναλάβουν οι πιστοί ασεβείς φράσεις προς τον Θεό και να τον απαρνηθούν. Ανάλογα περιστατικά έχουν αναφερθεί και πρόσφατα — η δίωξη της Εκκλησίας της Σιών αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, με το σύνολο της ηγεσίας της  βρίσκεται στη φυλακή. Ακόμη και ο επίσημος Καθολικός κλήρος φέρεται να δέχεται μεγαλύτερη πίεση τώρα. Η κύρια κατηγορία που χρησιμοποιείται για την ποινική δίωξη είναι η «απάτη» ή η «υποκίνηση σε ανατροπή της κρατικής εξουσίας», όπως στην περίπτωση της Εκκλησίας Early Rain Covenant. Οι ποινές μπορεί να φτάσουν και τα 15 χρόνια ή και να τα ξεπεράσουν.

Από μια άποψη, για τον π. Φου, αυτή είναι μία μάχη του σκοταδιού κατά του φωτός: οι διεφθαρμένες δυνάμεις του κομμουνιστικού καθεστώτος παλεύουν να καταπνίξουν τη φωτεινή δράση και την καλοσύνη των χριστιανών πιστών και να αμαυρώσουν την εικόνα τους στα μάτια των Κινέζων πολιτών. Εξετάζοντας το ζήτημα και από μια πολιτική σκοπιά, παρατήρησε ότι η αφοσίωση των χριστιανών (και όποιων άλλων πιστών) στον Θεό αντί στον ηγέτη του ΚΚΚ, θεωρείται εθνική προδοσία από τους ηγέτες του κόμματος, και ικανό λόγο να επιζητείται η ολοκληρωτική εξάλειψη της θρησκείας στην Κίνα. Ανάλογο είναι και το μέγεθος της απειλής που βιώνουν από τη διαδικτυακή ελευθερία, την οποία προσπαθούν να περιορίσουν με ποικίλους τρόπους, προσέθεσε ο π. Φου.

Ο έλεγχος επιτείνεται με την αρωγή της τεχνολογίας, καθώς οι νέες μέθοδοι αναγνώρισης της κίνησης, της στάσης και της συμπεριφοράς ενός ατόμου ή μιας ομάδας οδηγούν σε συλλήψεις πιστών που καταγράφονται ως σιλουέτες από κάμερες ασφαλείας όταν πηγαίνουν σε κάποια βραδινή συγκέντρωση της εκκλησίας.

Προκειμένου να εξαλείψει τον «υπαρξιακό κίνδυνο», το ΚΚΚ δεν διστάζει να φυλακίσει για σειρά ετών, αλλά και να εξαφανίσει όσους θεωρεί βλαβερούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση του Γκάο Τζισένγκ, δικηγόρου ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο οποίος είχε αναλάβει την υπεράσπιση τόσο ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ όσο και χριστιανών. Αν και Αμερικανός πολίτης, ο Γκάο πρώτα εξέτισε ποινή 10ετούς κάθειρξης, υποβαλλόμενος σε συνεχή βασανιστήρια, ενώ λίγο μετά την αποφυλάκισή του το καθεστώς τον ‘εξαφάνισε’. Όπως επεσήμανε ο π. Φου, εδώ και οκτώμισι χρόνια, κανείς δεν γνωρίζει πού βρίσκεται ο Γκάο ούτε αν ζει ή αν πέθανε, παρά τις συνεχείς εκκλήσεις της οικογένειάς του. Για την Κίνα, ο Γκάο όχι μόνο θεωρείται ήρωας αλλά και η συνείδηση της χώρας — αυτό που το ΚΚΚ θέλει επισταμένως να καταστρέψει.

Οι απόψεις που διατυπώνονται σε αυτό το άρθρο είναι απόψεις του συνεντευξιαζόμενου και δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Η Επιτροπή των ΗΠΑ για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία: Σοβαρές παραβιάσεις της θρησκευτικής ελευθερίας στην Κίνα το 2025

Στις 4 Μαρτίου 2026, δημοσίευσε την ετήσια έκθεσή της η Επιτροπή των ΗΠΑ για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία (USCIRF) . Σύμφωνα με την έκθεση, το 2025 η Κίνα συνέχισε να διαπράττει ιδιαίτερα σοβαρές παραβιάσεις της θρησκευτικής ελευθερίας. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) εξακολουθεί να διώκει τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ, ενώ αναφέρεται ότι αρκετοί ηλικιωμένοι ασκούμενοι πέθαναν ενώ βρίσκονταν στη φυλακή.

Η πρόεδρος της USCIRF, Βίκυ Χάρτζλερ, παρουσίασε τα ευρήματα της Ετήσιας Έκθεσης 2025.

Η επιτροπή συνέστησε στην κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών να «ξαναχαρακτηρίσει την Κίνα  ‘χώρα ιδιαίτερης ανησυχίας’ (Country of Particular Concern – CPC), λόγω των συστηματικών, συνεχιζόμενων και κατάφωρων παραβιάσεων της θρησκευτικής ελευθερίας, όπως ορίζονται στον Νόμο για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία».

Η πρόεδρος της USCIRF δήλωσε ότι η έκθεση δείχνει πως πάρα πολλοί άνθρωποι σε σημαντικές χώρες στερούνται τη θρησκευτική ελευθερία μέσω άδικων νόμων, διακρίσεων, παρενόχλησης, βίας, ακόμη και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας. Τόνισε ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ πρέπει να συνεχίσει να προωθεί τη θρησκευτική ελευθερία διεθνώς, βοηθώντας όσους υφίστανται διώξεις λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων.

Ο αντιπρόεδρος της επιτροπής, Ασίφ Μαχμούντ, δήλωσε ότι οι χειρότεροι παραβάτες παγκοσμίως συνεχίζουν να περιφρονούν την ελευθερία συνείδησης. Όπως ανέφερε, το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας ενίσχυσε την καταστολή κάθε θρησκευτικής δραστηριότητας που λειτουργεί εκτός του αυστηρού κρατικού ελέγχου.

Ο επίτροπος Μοχάμεντ Ελσανούσι παρουσίασε παραδείγματα ανθρώπων που διώχθηκαν λόγω της πίστης τους, σημειώνοντας ότι είναι αδύνατο να καταγραφεί πλήρως ο κατάλογος των θυμάτων, καθώς περιλαμβάνει πιστούς από πολλές θρησκείες και παραδόσεις, όπως βουδιστές, χριστιανούς και ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ.

Σύμφωνα με την έκθεση, οι κινεζικές αρχές φυλάκισαν ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ καθώς και μέλη άλλων μη αναγνωρισμένων θρησκευτικών ομάδων που θεωρούνται παράνομες από το κράτος. Αναφέρθηκε δε ότι τον Αύγουστο οι αρχές καταδίκασαν έναν 87χρονο ασκούμενο του Φάλουν Γκονγκ σε ποινή φυλάκισης τριάμισι ετών.

Ο εν λόγω ασκούμενος, ο Ζάο Γιουνγκού, συνελήφθη από αστυνομικούς της κομητείας Μπιν στην επαρχία Χεϊλονγκτσιάνγκ στις 8 Αυγούστου 2025 και μεταφέρθηκε σε νεόκτιστη φυλακή της επαρχίας. Ο δικαστής του Δικαστηρίου της κομητείας Γιλάν είχε πραγματοποιήσει ακρόαση της υπόθεσής του στο σπίτι του στις 16 Αυγούστου 2024. Τελικά καταδικάστηκε σε τριάμισι χρόνια φυλάκιση και πρόστιμο 30.000 γουάν.

Αστυνομικοί από το Γραφείο Δημόσιας Ασφάλειας της κομητείας Μπιν, την υπηρεσία εθνικής ασφάλειας και το αστυνομικό τμήμα Σιτσένγκ τον μετέφεραν με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Χεϊλονγκτσιάνγκ για ιατρικές εξετάσεις, σύμφωνα με δικαστική εντολή στις 11 Ιουλίου 2025. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο της κομητείας στις 21 Ιουλίου και καταδικάστηκε σε νέα φυλάκιση στις 8 Αυγούστου.

Ο Ζάο είναι συνταξιούχος εργαζόμενος σε εργοστάσιο μικρών τρακτέρ στην κομητεία Μπιν της επαρχίας Χεϊλονγκτζιάνγκ. Ο ίδιος και η σύζυγός του, Λιου Σουμέι, πρώην επαγγελματίας στον χώρο των επιχειρήσεων, είχαν στοχοποιηθεί επανειλημμένα τα τελευταία 25 χρόνια επειδή ασκούσαν Φάλουν Γκονγκ. Και οι δύο είχαν καταδικαστεί σε επτά χρόνια φυλάκιση το 2011. Η Λιου ανέπτυξε σοβαρά προβλήματα υγείας λόγω του άγχους από τους διωγμούς και πέθανε τον Μάιο του 2019 σε ηλικία 77 ετών.

Σύμφωνα με την έκθεση της USCIRF για το 2026, αρκετοί ηλικιωμένοι ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ πέθαναν μέσα στο 2025 ενώ βρίσκονταν στη φυλακή.

Αναφορές στο Minghui.org αναφέρουν ότι το 2025 τουλάχιστον 152 ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ πέθαναν ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων διώξεων. Επιπλέον, 751 άτομα καταδικάστηκαν παράνομα σε φυλάκιση, ενώ η αστυνομία κατέσχεσε χρήματα και τα δικαστήρια επέβαλαν συνολικά πρόστιμα ύψους 4.744.900 γιουάν σε 26 επαρχίες, αυτόνομες περιοχές και δήμους της Κίνας. Από τα 498 θύματα των οποίων είναι γνωστή η ηλικία, το 74,3% ήταν άνω των 60 ετών.

Η έκθεση της USCIRF αναφέρει επίσης ότι η Κίνα συνέχισε να παρενοχλεί, να παρακολουθεί και να απειλεί συγγενείς θρησκευτικών μειονοτήτων και διαφωνούντων που ζουν στο εξωτερικό, ενώ επεδίωξε και την απέλασή τους στο πλαίσιο της διακρατικής καταστολής.

Το ΚΚΚ φέρεται να χρησιμοποιεί εργαλεία υψηλής τεχνολογίας και νέες ψηφιακές μεθόδους για να σιωπήσει θρησκευτικές και εθνοτικές μειονότητες που ζουν εκτός Κίνας. Τον Φεβρουάριο, η ελβετική κυβέρνηση κατηγόρησε την Κίνα ότι παρακολουθεί Ουιγούρους και Θιβετιανούς στην Ελβετία και ότι τους πιέζει να κατασκοπεύουν τις δικές τους κοινότητες της διασποράς.

Ένας Κινέζος πολίτης, ο Σουν Γιαονίνγκ, που ζούσε στην Καλιφόρνια, δήλωσε ένοχος στην κατηγορία ότι ενεργούσε ως πράκτορας του ΚΚΚ, σε δίκη στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο του Λος Άντζελες στις 27 Οκτωβρίου 2025. Στις 9 Φεβρουαρίου 2026 καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση. Ο Σουν κατηγορήθηκε επίσης ότι συνωμότησε με έναν ακόμη πράκτορα του ΚΚΚ, τον Τσεν Τζουν, για τη δίωξη ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ.

Η USCIRF συνέστησε στην αμερικανική κυβέρνηση να εφαρμόσει την πολιτική του υπουργείου Εξωτερικών για περιορισμούς βίζας σε άτομα που έχουν διατάξει, εγκρίνει, υποστηρίξει ή συμμετάσχει σε παραβιάσεις της θρησκευτικής ελευθερίας, καθώς και, όπου είναι σκόπιμο, στα άμεσα μέλη των οικογενειών τους, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση σε χώρες που προτείνονται για τον χαρακτηρισμό CPC ή για τη «Λίστα Ειδικής Παρακολούθησης» (Special Watch List).

Η επιτροπή συνέστησε επίσης στην κυβέρνηση των ΗΠΑ να επιβάλει κυρώσεις, σε συντονισμό με διεθνείς εταίρους, σε κινεζικές κυβερνητικές υπηρεσίες, οργανισμούς και αξιωματούχους — συμπεριλαμβανομένου του Τμήματος Ενωμένου Μετώπου του ΚΚΚ, καθώς και των μηχανισμών δημόσιας και κρατικής ασφάλειας — που θεωρούνται υπεύθυνοι για σοβαρές παραβιάσεις της θρησκευτικής ελευθερίας.

Της Wang Ying, ανταποκρίτριας του Minghui 

Eργαστήριο: «Εκτός σκηνής: Η φροντίδα του θεατρικού κοστουμιού»

Η διαδρομή ενός θεατρικού κοστουμιού δεν τελειώνει απαραίτητα με το κλείσιμο της αυλαίας. Ένα κοστούμι μπορεί να διατηρήσει τη μνήμη της σκηνής, να αφηγηθεί ιστορίες και να αποκτήσει μουσειακή υπόσταση — αρκεί να λάβει την κατάλληλη φροντίδα. Πού και πώς αποθηκεύεται; Ποιες πρακτικές το προστατεύουν από τη φθορά του χρόνου; Ποιες είναι οι πιο συχνές πρακτικές δυσκολίες;

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, στις 27 Μαρτίου, το Μουσείο Μαρία Κάλλας Δήμου Αθηναίων συμπράττει με τη Διεύθυνση Συντήρησης Αρχαίων και Νεότερων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού και παρουσιάζει εκείνη την ημέρα, στις 11:00, ένα εξειδικευμένο βιωματικό εργαστήριο αφιερωμένο στη φροντίδα, την αποθήκευση και τη φύλαξη ενδυμάτων και θεατρικών κοστουμιών.

Το εργαστήριο υλοποιείται από την Δρα Τατιάνα Κουσουλού, Συντηρήτρια Έργων Τέχνης, υπεύθυνη του εργαστηρίου συντήρησης υφασμάτινων αντικειμένων της Διεύθυνσης Συντήρησης Αρχαίων και Νεότερων Μνημείων.

(Μουσείο Μαρία Κάλλας Δήμου Αθηναίων)

 

Κατά τη διάρκεια του εργαστηρίου οι συμμετέχοντες θα λάβουν μέρος σε δημιουργικό διάλογο γύρω από τις πρακτικές συντήρησης, θα γνωρίσουν βασικές αρχές αποθήκευσης και πρόληψης φθοράς και θα εξοικειωθούν με απλές, αλλά κρίσιμες τεχνικές που εφαρμόζονται σε μουσεία και θεατρικούς οργανισμούς. Έπειτα, θα κατασκευάσουν τη δική τους ειδική κρεμάστρα για τη σωστή φύλαξη ενδυμάτων και κοστουμιών, ως πρώτο ουσιαστικό βήμα για τη μακροχρόνια διατήρησή τους.

Η δράση αναδεικνύει τη σημασία της φροντίδας των θεατρικών κοστουμιών, τονίζοντας τον ρόλο τους ως ζωντανά τεκμήρια καλλιτεχνικής δημιουργίας και πολιτιστικής μνήμης, από τη σκηνή έως τον μουσειακό χώρο. Η σωστή αποθήκευσή τους σε μουσεία, θέατρα, όπερες και πολιτιστικούς οργανισμούς αποτελεί βασική προϋπόθεση για την προστασία, την οργάνωση, τη μελέτη και τη μελλοντική αξιοποίησή τους.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ημερομηνία: Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2026
Ώρα: 11:00
Διάρκεια: 2 ώρες

Ελεύθερη συμμετοχή με δωρεάν δελτίο
Περιορισμένος αριθμός θέσεων
Απαραίτητη η προκράτηση θέσης, εδώ.

(Μουσείο Μαρία Κάλλας Δήμου Αθηναίων)

 

* * * * *

Μουσείο Μαρία Κάλλας

Μητροπόλεως 44, Αθήνα

Τηλ.: 210 44 04 204

E-mail: info@mariacallasmuseum.gr

Τα προειδοποιητικά σημάδια της τεχνητής νοημοσύνης που δεν πρέπει να αγνοήσουμε

Σχολιασμός

Την περασμένη εβδομάδα συνέβησαν ορισμένα γεγονότα που οι περισσότεροι άνθρωποι προσπέρασαν μάλλον αδιάφορα: Δύο κέντρα δεδομένων της Amazon στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα επλήγησαν κατά τη διάρκεια ιρανικών επιθέσεων. Μια άλλη εγκατάσταση στο Μπαχρέιν φέρεται να υπέστη ζημιές όταν ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος προσέκρουσε κοντά. Για τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις, που εκκίνησαν τη σύγκρουση, λέγεται ότι χρησιμοποίησαν συστήματα στόχευσης με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης. Ήταν μια σύντομη στιγμή στη ροή των ειδήσεων, η οποία γρήγορα επισκιάστηκε από την επόμενη πολιτική είδηση.

Ωστόσο, οι συνέπειες είναι δύσκολο να αγνοηθούν. Η τεχνητή νοημοσύνη έχει πλέον περάσει στο πεδίο της ενεργού γεωπολιτικής σύγκρουσης. Η υποδομή που τροφοδοτεί τον ψηφιακό κόσμο — τα ίδια συστήματα που αποθηκεύουν οικογενειακές φωτογραφίες, λειτουργούν επιχειρήσεις και απαντούν σε ερωτήσεις στα τηλέφωνά μας — έχει μετατραπεί σε στρατηγική υποδομή εν καιρώ πολέμου. Αλγόριθμοι ενσωματωμένοι αθόρυβα στην πολιτική τεχνολογία βοηθούν πλέον στη λήψη αποφάσεων για το πού θα χτυπήσουν τα όπλα.

Η ανθρωπότητα πέρασε ένα κατώφλι και οι περισσότεροι από εμάς απλώς προσπεράσαμε. Παρ’ όλα αυτά, γνωρίζουμε από την ιστορία ότι οι μεγάλες τεχνολογικές μεταβολές σπάνια ανακοινώνονται με μία μόνο δραματική στιγμή. Εμφανίζονται αρχικά ως σημάδια σε μικρές ειδήσεις, σε διαφωνίες πολιτικής, σε ανεξήγητες αποχωρήσεις ανθρώπων εκ των έσω.

Λίγο καιρό πριν, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ αφαίρεσε από τα δίκτυά της τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που είχε αναπτύξει η Anthropic. Λίγο αργότερα, η OpenAI παρενέβη συνάπτοντας δική της συμφωνία στον τομέα της άμυνας. Το κοινό δεν γνωρίζει ολόκληρη την ιστορία πίσω από αυτή την αλλαγή. Δεν γνωρίζουμε ακριβώς ποιες απαιτήσεις διατυπώθηκαν πίσω από κλειστές πόρτες, ποια ηθικά προστατευτικά όρια αμφισβητήθηκαν ή γιατί μία από τις κορυφαίες εταιρείες ΤΝ στον κόσμο απομακρύνθηκε ξαφνικά από τα ομοσπονδιακά συστήματα. Αυτό το περιστατικό αποτελεί ένα ακόμη σημάδι.

Μέσα στην ίδια τη βιομηχανία της ΤΝ, οι αποχωρήσεις ερευνητών ασφάλειας αποτελούν ακόμα μία αθόρυβη ένδειξη. Τα τελευταία χρόνια, πολυάριθμοι ερευνητές υψηλού επιπέδου, οι οποίοι είχαν αναλάβει τη μελέτη των κινδύνων και της ασφάλειας των προηγμένων συστημάτων ΤΝ, έχουν αποχωρήσει από τις θέσεις τους σε κορυφαίες εταιρείες και ερευνητικά εργαστήρια. Σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις οι εξηγήσεις που δόθηκαν στη δημοσιότητα ήταν ελάχιστες. Οι ερευνητές αυτοί σπάνια περιγράφουν τις εσωτερικές συζητήσεις που είδαν να διεξάγονται. Λίγοι βρίσκονται σε θέση να το κάνουν.

Τέτοιου είδους μοτίβα έχουν σημασία. Όταν άνθρωποι που βρίσκονται πιο κοντά σε μια ισχυρή τεχνολογία αρχίζουν να απομακρύνονται αθόρυβα, είναι πολύ πιθανό να έχουν δει ζητήματα τα οποίατο κοινό δεν έχει ακόμη κληθεί να εξετάσει. Η ιστορία έχει γνωρίσει παρόμοιες στιγμές. Στις αρχές της δεκαετίας του 1940, οι επιστήμονες που εργάζονταν σε αυτό που αργότερα έγινε γνωστό ως «Manhattan Project» συνειδητοποίησαν ότι κατασκεύαζαν κάτι πρωτοφανές. Ορισμένοι εξέφρασαν ανησυχίες για το τι θα μπορούσε να σημαίνει η τεχνολογία αυτή μόλις έφευγε από το εργαστήριο. Ωστόσο, αυτές οι συζητήσεις διεξάγονταν σε μεγάλο βαθμό πίσω από κλειστές πόρτες. Το κοινό κατάλαβε το διακύβευμα μόνο αφότου  η τεχνολογία χρησιμοποιήθηκε.

Η τεχνητή νοημοσύνη ενδέχεται να εξελίσσεται με παρόμοιο τρόπο. Βλέπουμε ήδη τα σημάδια: ερευνητές που αποχωρούν, κυβερνήσεις που διαφωνούν για ηθικά προστατευτικά όρια και συστήματα ΤΝ που εμφανίζονται μέσα σε πραγματικές γεωπολιτικές συγκρούσεις. Κι όμως, η δημόσια συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη εξακολουθεί να διαμορφώνεται από μια σειρά παραδοχών που καθιστούν δυσκολότερη την αναγνώριση των ενδείξεων.

Παρανόηση #1: Η ΤΝ είναι απλώς ένα εργαλείο

Η αναλογία αυτή είναι καθησυχαστική. Φανταζόμαστε την τεχνητή νοημοσύνη όπως φανταζόμαστε έναν αριθμομηχανή ή έναν επεξεργαστή κειμένου — μηχανές που εκτελούν εργασίες αποτελεσματικά, παραμένοντας σταθερά υπό ανθρώπινο έλεγχο. Τα εργαλεία μπορούν να μετατραπούν σε στρατηγικά μέσα σε έναν πόλεμο. Όμως δεν παράγουν τα δικά τους αποτελέσματα με τρόπους που μερικές φορές ακόμη και οι δημιουργοί τους δυσκολεύονται να εξηγήσουν ούτε απαιτούν συνεχή διαπραγμάτευση για τα ηθικά όρια της συμπεριφοράς τους.

Τα σύγχρονα συστήματα ΤΝ δεν προγραμματίζονται γραμμή προς γραμμή με την παραδοσιακή έννοια. Εκπαιδεύονται σε τεράστια σύνολα δεδομένων και μαθαίνουν τα μοτίβα που υπάρχουν μέσα σε αυτά. Η συμπεριφορά τους προκύπτει από στατιστικές σχέσεις και όχι από ρητές εντολές. Οι ερευνητές της ΤΝ περιγράφουν αυτά τα συστήματα ως «διαμορφωμένα μέσω εκπαίδευσης» και όχι κατασκευασμένα. Αυτό τα καθιστά θεμελιωδώς διαφορετικά από τα εργαλεία που έχουμε συνηθίσει να ελέγχουμε.

Παρανόηση #2: Η ΤΝ είναι ουδέτερη

Τα συστήματα ΤΝ εκπαιδεύονται πάνω σε πληροφορίες που παράγονται από ανθρώπους. Οι πληροφορίες αυτές αντανακλούν ανθρώπινες προκαταλήψεις, ιστορικές συγκρούσεις και άνιση εκπροσώπηση. Όταν ένα σύστημα ΤΝ παράγει μια απάντηση, συνθέτει μοτίβα που απορρόφησε από αυτό το υλικό. Η ΤΝ έχει αναπτύξει άριστες γλωσσικές ικανότητες που μπορούν να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση αντικειμενικότητας. Όμως η σίγουρη διατύπωση δεν είναι το ίδιο με την αλήθεια.

Οι πρόσφατες διαφωνίες μεταξύ κυβερνήσεων και εταιρειών ΤΝ το δείχνουν ξεκάθαρα. Οι συζητήσεις για τα όρια της παρακολούθησης ή για αυτόνομα όπλα δεν είναι απλώς τεχνικά ζητήματα. Είναι ηθικά ζητήματα. Τα προστατευτικά όρια υπάρχουν ακριβώς επειδή τα ίδια τα συστήματα δεν είναι ουδέτερα.

Παρανόηση #3: Οι άνθρωποι ελέγχουν πλήρως την ΤΝ

Το παραδοσιακό λογισμικό λειτουργεί σύμφωνα με ρητές εντολές που έχουν γραφτεί από προγραμματιστές. Τα σύγχρονα συστήματα ΤΝ λειτουργούν διαφορετικά. Τα αποτελέσματά τους είναι πιθανοτικά και παράγονται μέσα από πολλαπλά επίπεδα σχέσεων που έχει μάθει το μοντέλο.

Οι προγραμματιστές χρησιμοποιούν πλέον συστήματα ΤΝ για να δημιουργούν άλλα συστήματα ΤΝ και για να διαχειρίζονται άλλα συστήματα ΤΝ. Χρησιμοποιούν την ΤΝ για να γράφουν κώδικα που στο παρελθόν θα έγραφαν οι ίδιοι και αυτό συμβαίνει τόσο γρήγορα ώστε δεν μπορούν να παρακολουθήσουν ή ακόμη και να κατανοήσουν κάθε γραμμή κώδικα που δημιουργείται από συστήματα τα οποία δεν κοιμούνται ποτέ. Ο έλεγχος, σε αυτό το περιβάλλον, δεν είναι ένας διακόπτης. Είναι περισσότερο ένα κινούμενο όριο που κανείς δεν έχει δει ποτέ πριν, και η γλώσσα που θα το ορίσει βρίσκεται ακόμη στα πρώτα της βήματα.

Παρανόηση #4: Οι ειδικοί γνωρίζουν προς τα πού κατευθύνεται η εξέλιξη

Στα περισσότερα επιστημονικά πεδία, οι ειδικοί διαφωνούν μέσα σε ένα σχετικά στενό φάσμα. Στην τεχνητή νοημοσύνη, το εύρος των απόψεων είναι ασυνήθιστα μεγάλο. Ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν ότι η ΤΝ θα φέρει επανάσταση στις ιατρικές και στις επιστημονικές ανακαλύψεις. Άλλοι προειδοποιούν ότι η τεχνολογία θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή κοινωνική αναστάτωση εάν η ανάπτυξή της ξεπεράσει την ανθρώπινη σοφία.

Μεταξύ εκείνων που εκφράζουν τέτοιες ανησυχίες είναι ο Τζέφρι Χίντον, βραβευμένος με Νόμπελ και μία από τις θεμελιώδεις μορφές της σύγχρονης έρευνας για την ΤΝ. Αυτό το εύρος απόψεων δεν αποδεικνύει ότι έρχεται κάποια καταστροφή. Αποκαλύπτει όμως ότι ακόμη και οι άνθρωποι που κατασκευάζουν αυτά τα συστήματα δεν συμφωνούν πλήρως για τις συνέπειες που μπορεί να έχει.

Η τεχνητή νοημοσύνη ενσωματώνεται γρήγορα στα συστήματα που διαμορφώνουν τη σύγχρονη ζωή: την επικοινωνία, το εμπόριο, την εθνική ασφάλεια και τη διακυβέρνηση. Βλέπουμε σημάδια σε όλους αυτούς τους τομείς. Μπορούμε να διαπιστώσουμε καθαρά ότι η ΤΝ διαμορφώνει το μέλλον μας, είτε το θέλουμε είτε όχι.

Το ερώτημα είναι αν θα αναγνωρίσουμε τα σημάδια εγκαίρως ώστε να κατανοήσουμε τι εκτυλίσσεται ή αν θα περιμένουμε, όπως συχνά κάνουν οι κοινωνίες, μέχρι οι συνέπειες να καταστήσουν τα σημάδια αδύνατο να αγνοηθούν.

Της Kay Rubacek

Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο αποτελούν προσωπικές απόψεις της συγγραφέως και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις θέσεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Ιταλός υπουργός ζητά επανεξέταση του συστήματος εμπορίας εκπομπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Ο Ιταλός υπουργός Βιομηχανίας Αντόλφο Ούρσο δήλωσε ότι θα πρέπει να εξεταστεί η αναστολή του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Emissions Trading System – ETS) ως «έκτακτη αντίδραση» στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, εφ’ όσον δεν καταστεί δυνατό να μεταρρυθμιστεί γρήγορα.

Το ETS, που ξεκίνησε το 2005, αποτέλεσε την πρώτη αγορά άνθρακα στον κόσμο και παραμένει μία από τις μεγαλύτερες σε παγκόσμιο επίπεδο. Το σύστημα υποχρεώνει τους ρυπαντές να πληρώνουν για τις εκπομπές τους, επιδιώκοντας παράλληλα τη συνολική μείωση των εκπομπών «αερίων του θερμοκηπίου» στην Ευρώπη.

Σε συνέντευξή του στην ιταλική εφημερίδα La Stampa, που δημοσιεύθηκε στις 9 Μαρτίου, ο Ούρσο ανέφερε ότι η αναστολή του ETS θα πρέπει να εξεταστεί ακριβώς ως έκτακτη αντίδραση στη σύγκρουση, έως ότου αναθεωρηθεί το σύστημα. Σύμφωνα με τον Ούρσο, η κατάργηση του ETS θα οδηγούσε σε άμεση μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ 25 και 30 ευρώ ανά μεγαβατώρα, επικαλούμενος εκτιμήσεις της βιομηχανίας.

Ο Ούρσο συγκαταλέγεται στους πιο έντονους επικριτές της σημερινής δομής του ETS, υποστηρίζοντας ότι επιβάλλει υπερβολικό βάρος σε ενεργοβόρες βιομηχανίες, όπως οι κλάδοι των χημικών και της χαλυβουργίας.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στις 26 Φεβρουαρίου, στο Συμβούλιο Ανταγωνιστικότητας των υπουργών Βιομηχανίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες, ο Ιταλός υπουργός ανέφερε ότι το σύστημα έχει μετατραπεί σε οικονομικό βάρος αντί να λειτουργεί ως αποτελεσματική πολιτική για το κλίμα. Πρότεινε μάλιστα την προσωρινή αναστολή του συστήματος έως ότου συμφωνηθούν μεταρρυθμίσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Όπως δήλωσε επίσης στη La Stampa, η πρότασή του για αναθεώρηση του ETS θα περιλαμβάνεται στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 19 Μαρτίου, όπου οι ηγέτες των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα συζητήσουν οικονομικές και πολιτικές προτεραιότητες, μεταξύ των οποίων η ανταγωνιστικότητα, η ασφάλεια και η κατάσταση στη Μέση Ανατολή.

Αναθεώρηση του ETS

Το ETS καλύπτει τις εκπομπές από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας, τη βιομηχανική παραγωγή και την αεροπορία, τομείς που συνολικά αντιστοιχούν περίπου στο 40% των συνολικών εκπομπών «αερίων του θερμοκηπίου» της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το σύστημα επεκτάθηκε το 2024 ώστε να περιλαμβάνει και τις θαλάσσιες μεταφορές και λειτουργεί στα κράτη-μέλη της ΕΕ, καθώς και στην Ισλανδία, το Λιχτενστάιν και τη Νορβηγία. Παράλληλα, είναι συνδεδεμένο με την αγορά άνθρακα της Ελβετίας.

Σύμφωνα με το καθεστώς του συστήματος, οι εταιρείες υποχρεούνται να παραδίδουν δικαιώματα εκπομπών που αντιστοιχούν στις εκπομπές τους. Εάν δεν το πράξουν, οι διαχειριστές αντιμετωπίζουν πρόστιμο 100 ευρώ για κάθε μετρικό τόνο υπερβάλλουσας εκπομπής.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να παρουσιάσει προτάσεις τον Ιούλιο για την επικαιροποίηση του συστήματος, στο πλαίσιο ευρύτερου πακέτου πολιτικής για το κλίμα που συνδέεται με τους μελλοντικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με ενημερωτικό σημείωμα που δημοσίευσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 16 Ιανουαρίου.

Η αναθεώρηση θα εξετάσει πώς θα πρέπει να εξελιχθεί η αγορά άνθρακα μετά το 2030, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου της απομάκρυνσης διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα, της πιθανής επέκτασης του συστήματος σε επιπλέον τομείς και αέρια του θερμοκηπίου, καθώς και νέων κανόνων για τη δέσμευση και αξιοποίηση άνθρακα.

Ένα ακόμη βασικό ζήτημα αφορά τον κίνδυνο «διαρροής άνθρακα», δηλαδή την πιθανότητα οι επιχειρήσεις να μεταφέρουν την παραγωγή τους σε χώρες με λιγότερο αυστηρές κλιματικές πολιτικές. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα εξετάσει επίσης το αποθεματικό σταθερότητας της αγοράς, καθώς και τη χρήση των εσόδων που προκύπτουν από τη δημοπράτηση δικαιωμάτων εκπομπών.

Σύμφωνα με τον Ούρσο, ο σημερινός μηχανισμός δημιουργεί ένα «στρεβλό αποτέλεσμα», καθώς ενθαρρύνει τη χρηματοοικονομική κερδοσκοπία στα δικαιώματα άνθρακα και ωθεί τη βιομηχανική παραγωγή εκτός Ευρώπης.

Αντιδράσεις της βιομηχανίας

Βιομηχανικοί φορείς από τις σκανδιναβικές χώρες έχουν καλέσει την Ευρωπαϊκή Ένωση να διατηρήσει την αγορά άνθρακα, προειδοποιώντας ότι η αποδυνάμωση του συστήματος θα μπορούσε να υπονομεύσει τις επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες.

Σε επιστολή της 23ης Φεβρουαρίου προς την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και τον επίτροπο της ΕΕ για το κλίμα Βόπκε Χούκστρα, επιχειρηματικές ομοσπονδίες που εκπροσωπούν τη Φινλανδία, τη Σουηδία, τη Δανία και τη Νορβηγία ανέφεραν ότι μια προβλέψιμη τιμή άνθρακα είναι απαραίτητη για τη στήριξη των επενδύσεων στην καθαρή ενέργεια, την ηλεκτροδότηση και την απανθρακοποίηση της βιομηχανίας σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Οι οργανισμοί — μεταξύ των οποίων η Confederation of Finnish Industries, η Confederation of Swedish Enterprise, η Confederation of Norwegian Enterprise και η Danish Industry — προειδοποίησαν ότι η αποδυνάμωση του ETS θα απειλούσε τόσο τις υφιστάμενες όσο και τις προγραμματισμένες επενδύσεις, ενώ θα αύξανε την πίεση στους εθνικούς προϋπολογισμούς.

Παράλληλα, κάλεσαν τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να διασφαλίσουν ότι το κλιματικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά το 2030 θα συνεχίσει να βασίζεται σε μια «ισχυρή και κατάλληλα σχεδιασμένη» αγορά άνθρακα.

Της Evgenia Filimianova

Ο Τραμπ βλέπει σύντομα το τέλος στον πόλεμο με το Ιράν

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι ο πόλεμος στο Ιράν ενδέχεται να τελειώσει σύντομα, προειδοποιώντας παράλληλα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα εξαπολύσουν πολύ σφοδρότερα πλήγματα εάν η Τεχεράνη επιχειρήσει να διακόψει τη ροή του πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στις 9 Μαρτίου από το Μαϊάμι, λίγο πριν επιστρέψει στην Ουάσιγκτον, ο Τραμπ ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κερδίζουν πολύ αποφασιστικά και βρίσκονται πολύ μπροστά από το χρονοδιάγραμμα, εκτιμώντας ότι η σύγκρουση μπορεί να ολοκληρωθεί σύντομα, αν και ενδέχεται να χρειαστεί τουλάχιστον ακόμη μία εβδομάδα.

Ο πρόεδρος προειδοποίησε ότι εάν η σύγκρουση επαναληφθεί ή εάν το Ιράν προσπαθήσει να εμποδίσει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, θα δεχθεί ακόμη ισχυρότερα πλήγματα. Δήλωσε επίσης ότι οι αμερικανικές αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις θα εντείνουν τις επιθέσεις στο πλαίσιο της επιχείρησης «Epic Fury» εάν το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης συνεχίσει να απειλεί εμπορικά πλοία με πυραύλους, μη επανδρωμένα αεροσκάφη ή ναρκοθέτηση στη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδό.

Τα Στενά του Ορμούζ, μήκους περίπου 160 χιλιομέτρων, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια σημεία διέλευσης στον κόσμο, καθώς μέσω αυτών εξάγεται από τον Περσικό Κόλπο περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου.

Από τότε που οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν επίθεση κατά του Ιράν, στις 28 Φεβρουαρίου, η ναυσιπλοΐα στην περιοχή έχει σχεδόν σταματήσει, με 250 πλοία — μεταξύ των οποίων περίπου 150 δεξαμενόπλοια — να έχουν συσσωρευτεί στην Αραβική Θάλασσα.

Το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης έχει επιτεθεί γύρω σε 15 εμπορικά πλοία μέσα ή κοντά στα Στενά με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Οι επτά μεγαλύτερες παγκόσμιες ασφαλιστικές εταιρείες θαλάσσιων μεταφορών, που καλύπτουν έως και το 90% των θαλάσσιων φορτίων παγκοσμίως, ακύρωσαν ασφαλιστήρια συμβόλαια επικαλούμενες κινδύνους πολέμου, γεγονός που οδήγησε πολλά πλοία να παραμένουν αγκυροβολημένα σε λιμάνια κρατών του Κόλπου και της Σαουδικής Αραβίας.

Η κρίση προκάλεσε έντονες αναταράξεις στις ενεργειακές αγορές. Οι τιμές του πετρελαίου αυξήθηκαν περισσότερο από 30%, από 72,48 δολάρια (62.2 ευρώ) το βαρέλι στις 27 Φεβρουαρίου σε σχεδόν 100 δολάρια το βαρέλι έως τις 9 Μαρτίου, αφού νωρίτερα την ίδια ημέρα είχαν πλησιάσει τα 120 δολάρια (103 ευρώ) το βαρέλι.

Ωστόσο, οι δηλώσεις του Τραμπ ότι οι μάχες ενδέχεται να πλησιάζουν στο τέλος τους οδήγησαν σε υποχώρηση των τιμών, με το West Texas Intermediate να κλείνει στα 87,75 δολάρια (75,31 ευρώ) το βαρέλι και το Brent στα 91,35 δολάρια (78.4 ευρώ).

Η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε επίσης πρόγραμμα αντασφάλισης ύψους 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων (περίπου 17 δισ. ευρώ) μέσω της U.S. International Development Finance Corporation για δεξαμενόπλοια, με στόχο την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας προς τον Περσικό Κόλπο και τη σταθεροποίηση των παγκόσμιων ενεργειακών αγορών. Ο πρόεδρος χαρακτήρισε το πρόγραμμα «ασφάλιση πολιτικού κινδύνου» και δήλωσε ότι μακροπρόθεσμα η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου θα είναι πολύ πιο ασφαλής χωρίς την απειλή ιρανικών πλοίων, μη επανδρωμένων αεροσκαφών, πυραύλων και πυρηνικών όπλων.

Τόνισε επίσης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εισάγουν πολύ μικρές ποσότητες πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο και ότι οι ενέργειες αυτές γίνονται κυρίως προς όφελος άλλων χωρών που εξαρτώνται ενεργειακά από τη Μέση Ανατολή, όπως η Κίνα, η οποία αποτελεί τον μεγαλύτερο αγοραστή του ιρανικού πετρελαίου.

Ο Τραμπ δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον βοηθά άλλες χώρες να διατηρηθεί ανοικτή η κρίσιμη θαλάσσια οδός και πρόσθεσε ότι οι σχέσεις του με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ είναι πολύ καλές, σημειώνοντας ότι αναμένει να συναντηθεί μαζί του στο προσεχές διάστημα.

Παράλληλα, εξέφρασε την ελπίδα ότι η νέα ηγεσία του Ιράν δεν θα συνεχίσει να επιδιώκει την ανάπτυξη πυρηνικού όπλου. Αναφερόμενος στις αμερικανικές επιθέσεις σε τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις τον Ιούνιο του 2025, δήλωσε ότι το ιρανικό καθεστώς προσπάθησε να ανασυστήσει το πρόγραμμα πυρηνικών όπλων σε νέα εγκατάσταση που προστατευόταν από γρανίτη, ενώ επιτάχυνε και την παραγωγή συμβατικών βαλλιστικών πυραύλων.

Ο πρόεδρος προειδοποίησε ότι εάν η νέα ηγεσία επιχειρήσει να επαναφέρει ένα πυρηνικό πρόγραμμα, το Ιράν θα δεχθεί πολύ σφοδρότερα πλήγματα και δεν θα μπορέσει να ανακάμψει.

Ο Τραμπ εξέφρασε επίσης την απογοήτευσή του για την επιλογή του Μοτσταμπά Χαμενεΐ, γιου του εκλιπόντος Αλί Χαμενεΐ, για τη θέση του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, εκτιμώντας ότι η εξέλιξη αυτή θα οδηγήσει στη συνέχιση της ίδιας πολιτικής.

Το ίδιο βράδυ, η Τεχεράνη συγκλονίστηκε από πολλαπλές ισχυρές εκρήξεις, με επιθέσεις γύρω στα μεσάνυχτα που χαρακτηρίστηκαν οι σφοδρότερες από την αρχή του πολέμου.

Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ διέταξε την αποχώρηση μη απαραίτητου προσωπικού και οικογενειών από τη Σαουδική Αραβία και από το αμερικανικό προξενείο στα Άδανα (Τουρκία), ενώ συνολικά δέκα αμερικανικές πρεσβείες και προξενεία στην περιοχή έχουν μειώσει το προσωπικό τους, εκ των οποίων δύο έχουν αναστείλει πλήρως τη λειτουργία τους.

Των Jill McLaughlin, John Haughey και Jacob Burg

Πτώση στις τιμές πετρελαίου και άνοδος στις αγορές μετά τις δηλώσεις Τραμπ για το Ιράν

Οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν σημαντικά και οι χρηματιστηριακές αγορές στις Ηνωμένες Πολιτείες κατέγραψαν άνοδο, όταν ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι ο πόλεμος με το Ιράν ενδέχεται να πλησιάζει στο τέλος του και ανακοίνωσε σχέδια για την άρση ορισμένων κυρώσεων που σχετίζονται με το πετρέλαιο.

Η σύγκρουση με το Ιράν ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου με στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ. Η Τεχεράνη απάντησε με σειρά επιθέσεων εναντίον του Ισραήλ και αμερικανικών βάσεων σε χώρες του Περσικού Κόλπου. Τη Δευτέρα, δέκατη ημέρα της σύγκρουσης, ειδικοί στον τομέα της ενέργειας προειδοποίησαν ότι ενδεχόμενη παράταση του πολέμου θα μπορούσε να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου.

Ο Τζιμ Μπέρκαρντ (Jim Burkhard), αντιπρόεδρος και επικεφαλής παγκόσμιας έρευνας για το αργό πετρέλαιο στην S&P Global Energy, επεσήμανε ότι οι περικοπές στην παραγωγή και οι περιορισμοί στην αποθήκευση αυξάνονται, σημειώνοντας ότι η κρίση έχει εξελιχθεί πέρα από ένα απλό ζήτημα μεταφοράς πετρελαίου. Όπως ανέφερε, η αποκατάσταση της παραγωγής θα αποτελέσει μια μεγάλη τεχνική διαδικασία που θα μπορούσε να διαρκέσει εβδομάδες ή και περισσότερο.

Η γεωπολιτική ένταση οδήγησε σε απότομη άνοδο των τιμών του αργού πετρελαίου. Στην αγορά συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης, η τιμή ξεπέρασε την Κυριακή τα 100 δολάρια ανά βαρέλι και έφτασε σχεδόν τα 120 δολάρια, καθώς επικρατεί ανασφάλεια για τις ενεργειακές προμήθειες στη Μέση Ανατολή.

Παράλληλα, αυξήθηκαν και οι τιμές των καυσίμων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με στοιχεία της Αμερικανικής Ένωσης Αυτοκινήτου (American Automobile Association), η μέση εθνική τιμή για την απλή αμόλυβδη βενζίνη έφτασε στις 9 Μαρτίου τα 3,47 δολάρια ανά γαλόνι (περίπου 0,79 ευρώ ανά λίτρο), αυξημένη κατά περισσότερο από 16% σε σχέση με μία εβδομάδα νωρίτερα. Στην Καλιφόρνια, οι τιμές ξεπέρασαν τα 5 δολάρια ανά γαλόνι (περίπου 1,1 ευρώ το λίτρο), ενώ σε τέσσερις πολιτείες — την Ουάσιγκτον, τη Χαβάη, τη Νεβάδα και το Όρεγκον — ξεπέρασαν τα 4 δολάρια (περίπου 0,90 ευρώ ανά λίτρο).

Την ίδια ημέρα, ο Τραμπ ανακοίνωσε σχέδια για την άρση ορισμένων κυρώσεων που σχετίζονται με το πετρέλαιο σε ορισμένες χώρες, με στόχο τη μείωση των τιμών της ενέργειας. Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Trump National Doral στο Μαϊάμι της Φλόριντα, δήλωσε ότι η κυβέρνησή του επιδιώκει να διατηρήσει χαμηλές τις τιμές του πετρελαίου, επισημαίνοντας ότι αυτές έχουν αυξηθεί τεχνητά εξαιτίας της σύγκρουσης.

Όπως ανέφερε, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιβάλει κυρώσεις σε ορισμένες χώρες, όμως εξετάζεται η προσωρινή άρση τους μέχρι να ομαλοποιηθεί η κατάσταση στην αγορά ενέργειας. Άφησε επίσης να εννοηθεί ότι εφ’ όσον ο πόλεμος τερματιστεί, ενδέχεται να μην χρειαστεί να επανέλθουν οι κυρώσεις, εκτιμώντας ότι τότε θα επικρατήσει μεγαλύτερη σταθερότητα.

Ο Τραμπ δήλωσε επίσης σε συνέντευξή του στο CBS ότι η κοινή στρατιωτική επιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν έχει σχεδόν ολοκληρωθεί και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται πολύ μπροστά σε σχέση με το αρχικό χρονοδιάγραμμα των τεσσάρων έως πέντε εβδομάδων που είχε εκτιμηθεί για τη διάρκεια του πολέμου. Η κυβέρνηση εξετάζει παράλληλα το ενδεχόμενο να αναλάβει τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, σημείο στρατηγικής σημασίας καθώς αποτελεί τη μοναδική θαλάσσια έξοδο από τον Περσικό Κόλπο προς τον ωκεανό και βασική οδό διέλευσης για τη διεθνή ναυτιλία.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ επιβεβαίωσε ακόμη ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν στις 9 Μαρτίου, κατά την οποία συζητήθηκαν τόσο ο πόλεμος στην Ουκρανία όσο και η κατάσταση στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με τον Τραμπ, ο Πούτιν έδειξε εντυπωσιασμένος από τη στρατιωτική επιχείρηση στο Ιράν, ενώ εξέφρασε πρόθεση να βοηθήσει. Ο Τραμπ ανέφερε ότι του επεσήμανε πως θα μπορούσε να συμβάλει ακόμη περισσότερο με τον τερματισμό του πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, προσθέτοντας ότι η συνομιλία τους ήταν πολύ καλή και ότι ο Ρώσος πρόεδρος επιθυμεί να διαδραματίσει εποικοδομητικό ρόλο.

Εν τω μεταξύ, η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει και αλλαγές στην πολιτική κυρώσεων που αφορούν το ρωσικό πετρέλαιο. Στις 6 Μαρτίου, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσσεντ δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον ενδέχεται να εξετάσει τη χαλάρωση κυρώσεων σε επιπλέον ποσότητες ρωσικού πετρελαίου, αφού προηγουμένως παραχώρησε στην Ινδία εξαίρεση διάρκειας 30 ημερών για την αγορά ρωσικού αργού. Η κυβέρνηση Τραμπ είχε αυξήσει τους δασμούς στην Ινδία για τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου, στο πλαίσιο της προσπάθειας των Ηνωμένων Πολιτειών να περιορίσουν τη χρηματοδότηση του πολέμου της Ρωσίας και να ασκήσουν πίεση στη Μόσχα ώστε να τερματίσει τη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Σε συνέντευξή του στο Fox Business, ο Μπέσσεντ εξήγησε ότι το υπουργείο του αποφάσισε στις 5 Μαρτίου να χορηγήσει την εξαίρεση στην Ινδία, διευκρινίζοντας ότι αυτή επιτρέπει μόνο την αγορά ρωσικού πετρελαίου που βρίσκεται ήδη καθ’ οδόν προς τη χώρα. Πρόσθεσε ακόμη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να άρουν κυρώσεις και σε άλλες ποσότητες ρωσικού πετρελαίου ώστε να διασφαλιστεί επαρκής παγκόσμια προσφορά κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης με το Ιράν. Όπως σημείωσε, υπάρχουν εκατοντάδες εκατομμύρια βαρέλια ρωσικού αργού πετρελαίου που βρίσκονται υπό καθεστώς κυρώσεων ενώ μεταφέρονται δια θαλάσσης και η άρση των περιορισμών θα μπορούσε να αυξήσει την προσφορά στην αγορά.

Μετά τις δηλώσεις του Τραμπ ότι η σύγκρουση με το Ιράν ενδέχεται να πλησιάζει στο τέλος της, οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν απότομα τη Δευτέρα. Από τα υψηλά επίπεδα που άγγιζαν τα 120 δολάρια (103 ευρώ) την προηγούμενη ημέρα, υποχώρησαν στα 80 δολάρια (69 ευρώ), με το αργό να διαπραγματεύεται στα 89,38 δολάρια (77 ευρώ) ανά βαρέλι στις 21:35 ώρα ανατολικών ΗΠΑ.

Την ίδια ημέρα οι αμερικανικές χρηματιστηριακές αγορές κατέγραψαν έντονες διακυμάνσεις πριν κλείσουν με κέρδη. Ο δείκτης S&P 500 υποχώρησε έως και 1,5% στη διάρκεια της συνεδρίασης, αλλά τελικά έκλεισε με άνοδο 0,8%, σημειώνοντας αύξηση 55,97 μονάδων. Ο δείκτης Dow Jones Industrial Average ενισχύθηκε κατά 239,25 μονάδες ή 0,5%, ενώ ο σύνθετος δείκτης Nasdaq κατέγραψε άνοδο 308,27 μονάδων ή 1,4%.

Παρά την πρόσφατη πτώση των τιμών, αναλυτές προειδοποιούν ότι η αγορά πετρελαίου παραμένει ευάλωτη. Στρατηγικοί αναλυτές πετρελαίου και φυσικού αερίου της Macquarie Research εκτιμούν ότι εάν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά ακόμη και για λίγες εβδομάδες, η τιμή του αργού θα μπορούσε να φτάσει τα 150 δολάρια (127 ευρώ) ανά βαρέλι ή και υψηλότερα — επίπεδο που θα ξεπερνούσε το προηγούμενο ιστορικό υψηλό των ~147 δολαρίων (126 ευρώ), το οποίο είχε καταγραφεί λίγο πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

Με τη συμβολή των Andrew Moran και Aldgra Fredly και πληροφορίες από το Associated Press