Κυριακή, 21 Ιούν, 2026

Το κινεζικό καθεστώς ματαιώνει πρωτοχρονιάτικες εκδηλώσεις φοβούμενο διαδηλώσεις

Οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας ακύρωσαν τις εορταστικές εκδηλώσεις για το νέο έτος σε δεκάδες πόλεις και διέταξαν μαζική ανάπτυξη αστυνομικών στους δρόμους, καθώς ο κόσμος ετοιμαζόταν να υποδεχθεί το 2026.

Αναλυτές, μιλώντας στην εφημερίδα The Epoch Times, επισημαίνουν πως, με φόντο τις διαδηλώσεις στο Ιράν, το κυβερνών Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) φοβάται τη μεταφορά του κύματος διαμαρτυριών και εντός των κινεζικών συνόρων.

Με αλλεπάλληλες ανακοινώσεις τους, οι Αρχές ακύρωσαν εκδηλώσεις για την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και απαγόρευσαν τα πυροτεχνήματα, επικαλούμενες λόγους «δημόσιας ασφάλειας». Ανάλογα μέτρα ελήφθησαν σε μεγάλες πόλεις όπως η Γκουανγκτζού, η Σι’αν, η Σουτσόου, το Τζενγκζού, η Χεφέι και αλλού. Το Πεκίνο και η Σαγκάη περιόρισαν επίσης τους εορτασμούς, χωρίς, ωστόσο, να εκδώσουν επίσημη ανακοίνωση.

Το βράδυ της 31ης Δεκεμβρίου 2025, την ώρα που σε όλον τον κόσμο οι πολίτες γιόρταζαν με λαμπρές εκδηλώσεις, οι κινεζικές Αρχές ανέπτυξαν χιλιάδες αστυνομικούς και μέλη της Ασφάλειας ώστε να περιπολούν στους δρόμους και να αποτρέψουν συγκεντρώσεις, όπως αποκαλύπτουν πολυάριθμα βίντεο που κυκλοφόρησαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Σε πολλές πόλεις ακυρώθηκαν την τελευταία στιγμή προγραμματισμένα φωτιστικά σόου, τελετές αντίστροφης μέτρησης και εκδηλώσεις πυροτεχνημάτων, ενώ η αστυνομία εκκένωσε εκ των προτέρων κεντρικές πλατείες.

Στις μεγαλύτερες μητροπόλεις, όπως η Σι’αν και η Γκουανγκτζού, εκτός από την ακύρωση των εκδηλώσεων, επιβλήθηκαν κυκλοφοριακοί περιορισμοί κοντά σε δημοφιλή σημεία, όπου συνηθίζεται να μαζεύεται κόσμος για τους εορτασμούς. Σε ορισμένα πανεπιστήμια ζητήθηκε από τους φοιτητές να παραμείνουν στις εστίες ή να δηλώσουν πού θα βρίσκονται, ενώ εμπορικά κέντρα και πεζόδρομοι ανήρτησαν ανακοινώσεις με τις οποίες καλούσαν τους πολίτες να γιορτάσουν την Πρωτοχρονιά στο σπίτι τους.

Αντίσταση

Παρά τους αυστηρούς περιορισμούς, αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δείχνουν ότι πολλοί Κινέζοι συγκεντρώθηκαν αυθόρμητα σε διάφορες πόλεις, ερχόμενοι αντιμέτωποι με έντονη αστυνομική παρουσία για να τιμήσουν την είσοδο του νέου έτους. Σε βίντεο από το εμπορικό κέντρο Intime στη Χανγκτζόου της επαρχίας Τσετσιάνγκ, φαίνεται η αστυνομία που σχηματίζει ανθρώπινο τείχος στο δρόμο, ωστόσο αρκετοί νεαροί συνέχιζαν να γιορτάζουν.

Άλλο βίντεο παρουσιάζει πλήθος κόσμου στη Σαγκάη να συμμετέχει σε αντίστροφη μέτρηση, αλλά χωρίς πυροτεχνήματα και φώτα. Μετά τη λήξη της, επικράτησε σιωπή. Στη Σουτσόου της επαρχίας Τζιανγκσού, πολλοί πολίτες επισκέφθηκαν την Πύλη της Ανατολής για να υποδεχθούν το 2026, ωστόσο όλη η περιοχή ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι, με μοναδικά φώτα εκείνα των περιπολικών.

Στο Τσινγκντάο της επαρχίας Σάντονγκ, στην παραλιακή περιοχή Τζίλιν, ειδικές δυνάμεις βρίσκονταν σε ετοιμότητα για παν ενδεχόμενο, ενώ ολόκληρη η ακτογραμμή, μήκους περίπου 1,6 χιλιομέτρων, είχε αποκλειστεί με ελέγχους της αστυνομίας σε κάθε σημείο. Παράλληλα, εμφανίζονται αναρτήσεις με προσαγωγές και συλλήψεις πολιτών σε όλη τη χώρα επειδή άναψαν εορταστικά πυροτεχνήματα.

Ο φόβος των διαδηλώσεων

Η Σενγκ Σουέι, ακτιβίστρια, συγγραφέας και αναλύτρια θεμάτων Κίνας με έδρα τον Καναδά, δήλωσε στην Epoch Times: «Τα μέτρα ελέγχου του ΚΚΚ φέτος είναι ακόμη πιο αυστηρά από άλλες χρονιές. Έφθασαν στο σημείο να απαγορεύσουν εκδηλώσεις εκ των προτέρων ή να τις διακόψουν ξαφνικά, χωρίς καμία ειδοποίηση. Οι αρχές ανησυχούν ιδιαίτερα για γεγονότα όπου συγκεντρώνεται πολύς κόσμος, όπως οι πρωτοχρονιάτικοι εορτασμοί. Φοβούνται μήπως κάποιος αρχίσει αντικομμουνιστικά συνθήματα ή επιδείξει πολιτικά σύμβολα, υπονομεύοντας τη σταθερότητα του καθεστώτος».

Η ίδια τόνισε πως, λόγω της οικονομικής ύφεσης και των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι νέοι στην εύρεση εργασίας, το γενικευμένο αίσθημα απογοήτευσης βρήκε έκφραση ακριβώς αυτή τη νύχτα. «Αυτή τη στιγμή, το καθεστώς του Σι Τζινπίνγκ αντιμετωπίζει τον λαό ως εχθρό», πρόσθεσε.

Ο Τζιανγκ Πιντσού, αρχισυντάκτης της «Ανθολογίας Ποιημάτων της 4ης Ιουνίου» και συγγραφέας του οποίου τα έργα συμπεριλαμβάνονται στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου των ΗΠΑ, σημειώνει: «Το ΚΚΚ χρησιμοποιεί προσχηματικά ζητήματα ασφάλειας για να στερήσει από τον απλό πολίτη το δικαίωμα στη συνάθροιση και στη διασκέδαση. Μετά την έκρηξη της οικονομικής κρίσης υπό τον Σι Τζινπίνγκ, παρατηρούνται κρίσεις σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας. Οι αρχές φοβούνται μήπως οι συναθροίσεις εξελιχθούν σε διαμαρτυρίες αντίστοιχες με τα γεγονότα της Πλατείας Τιεν Αν Μεν το 1989».

Κατά τη «Σφαγή της Πλατείας Τιεν Αν Μεν», όπως είναι γνωστή διεθνώς, τη νύχτα της 4ης Ιουνίου 1989 το καθεστώς ανέπτυξε στρατό εναντίον φοιτητών που διαμαρτύρονταν ειρηνικά για τη διαφθορά του ΚΚΚ και ζητούσαν δημοκρατία. «Υπολογίζεται ότι εκείνο το βράδυ σκοτώθηκαν δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές, κυρίως φοιτητές, ενώ πολλοί τραυματίστηκαν», υπογράμμισε.

Εκατοντάδες χιλιάδες Κινέζοι είχαν συγκεντρωθεί στην πλατεία Τιενανμέν γύρω από ένα αντίγραφο του Αγάλματος της Ελευθερίας, που ονομάζεται Θεά της Δημοκρατίας, στις 2 Ιουνίου 1989. (Catherine Henriette/AFP μέσω Getty Images)

 

Τα κατασταλτικά μέτρα του ΚΚΚ συμπίπτουν χρονικά με την κοινωνική αναταραχή στο Ιράν κατά του καθεστώτος Χαμενεΐ. Ο Σόλομον Γιου, αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της οργάνωσης Republicans Overseas, ο οποίος μεγάλωσε στη Σαγκάη, δημοσίευσε βίντεο των πρωτοχρονιάτικων εορτασμών στη Σαγκάη, γράφοντας: «Ο φόβος του ΚΚΚ για τις μαζικές συγκεντρώσεις οδήγησε στον περιορισμό των εορτασμών σε πολλές πόλεις. Η αστυνομία ζητούσε από τον κόσμο να διαλυθεί. Όμως οι πολίτες αντιστάθηκαν. Ο Σι Τζινπίνγκ φοβάται να καταστείλει δυναμικά, γιατί δεν θέλει η Κίνα να γίνει Ιράν. Το 2026 θα είναι η χρονιά της ήπιας αντίστασης για τον κινεζικό λαό. Καλή Χρονιά!»

Διαδηλωτές στην Τεχεράνη. Ιράν, στις 29 Δεκεμβρίου 2025. (Πρακτορείο ειδήσεων Fars μέσω AP)

 

Η Σενγκ επεσήμανε ότι η ανθεκτικότητα που επιδεικνύουν οι Ιρανοί διαδηλωτές, παρά την καταστολή, αποτελεί πηγή ανησυχίας για το ΚΚΚ, καθώς ενδέχεται να λειτουργήσει ως πρότυπο ή πηγή έμπνευσης για τους Κινέζους πολίτες.

Ο Τζιανγκ κατέληξε: «Το ΚΚΚ βρίσκεται στο τελικό στάδιο της κυριαρχίας του στην Κίνα. Ολόκληρο το καθεστώς είναι σε οριακή κατάσταση, σαν βαρέλι με πυρίτιδα. Μόλις υπάρξει ένα ρήγμα, η έκρηξη μπορεί να οδηγήσει στην κατάρρευση του».

Με τη συμβολή των Ning Haizhong και Yi Ru

Η Ιαπωνία στο πλευρό της Νότιας Αμερικής κατά της παράνομης κινεζικής αλιείας

Η Ιαπωνία ανακοίνωσε ότι προτίθεται να παράσχει βοήθεια σε χώρες της Νότιας Αμερικής ώστε να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την κινεζική παράνομη αλιεία στα χωρικά τους ύδατα. Η κίνηση της Ιαπωνίας δείχνει πως η διεθνής κοινότητα ενώνει τις δυνάμεις της για να αντιμετωπίσει την απειλή για την παγκόσμια ναυτική ασφάλεια που απορρέουν από αυτή την πρακτική της Κίνας, όπως συλλογή πληροφοριών για στρατιωτικούς σκοπούς και επιχειρήσεις «γκρίζας ζώνης», δήλωσαν αναλυτές στην εφημερίδα The Epoch Times.

Το ιαπωνικό υπουργείο Εξωτερικών δέσμευσε προϋπολογισμό 300 εκατομμυρίων γεν (περίπου 1,6 εκατ. ευρώ) για αυτόν τον σκοπό, σύμφωνα με το εβδομαδιαίο ενημερωτικό περιοδικό Nikkei Asia, με έδρα την Ιαπωνία. Μέσω του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα, θα διαθέσει μη επανδρωμένα αεροσκάφη αναγνώρισης και άλλο εξοπλισμό σε χώρες όπως ο Ισημερινός, το Περού, η Αργεντινή, η Ουρουγουάη κ.ά, με στόχο την ενίσχυση των θαλάσσιων περιπολιών. Εκτός από τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ο εξοπλισμός θα περιλαμβάνει φουσκωτά σκάφη περιπολίας και εργαλεία για την ανάλυση του υλικού που καταγράφουν τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ώστε να εντοπίζεται η εθνικότητα, το μέγεθος του πληρώματος και οι διαδρομές των σκαφών που εμπλέκονται στην παράνομη αλιεία.

Τα τελευταία χρόνια, κινεζικοί στόλοι αλιείας ανοικτής θαλάσσης εμφανίζονται συχνά στα ύδατα γύρω από τα Νησιά Γκαλαπάγκος του Ισημερινού και έχουν κατηγορηθεί ότι, αφού απενεργοποιούν τους πομποδέκτες GPS τους, πλέουν προς τα νότια κατά μήκος των ακτών του Περού. Στον Ατλαντικό, κινεζικοί αλιευτικοί στόλοι δραστηριοποιούνται στα ύδατα γύρω από την Αργεντινή και την Ουρουγουάη. Σύμφωνα με το The Outlaw Ocean Project, μια μη κερδοσκοπική δημοσιογραφική οργάνωση με έδρα τις ΗΠΑ, οι χώρες αυτές υποψιάζονται ότι ορισμένα κινεζικά σκάφη εμπλέκονται σε παράνομη, αδήλωτη και ανεξέλεγκτη αλιεία (Illegal, Unreported and Unregulated – IUU) και ότι ενδέχεται να πραγματοποιούν και χαρτογράφηση του βυθού, γεγονός που εγείρει ανησυχίες για την ασφάλεια και την κυριαρχία.

Η ιαπωνική κυβέρνηση ανέφερε ότι τα προβλήματα αυτά δεν αφορούν μόνο τις χώρες της Νότιας Αμερικής. Όπως δήλωσε, κινεζικά αλιευτικά σκάφη δραστηριοποιούνται παράνομα και στην περιοχή Γιαμάτο, κοντά στη χερσόνησο Νότο, στην επαρχία Ισικάουα, ενώ παρόμοια περιστατικά έχουν σημειωθεί και κατά μήκος των βορειοανατολικών ακτών της Ιαπωνίας στον Ειρηνικό. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ιαπωνία επιδιώκει να στηρίξει χώρες που αντιμετωπίζουν παρόμοιες δυσκολίες ώστε να ενισχυθεί η επιβολή του νόμου στη θάλασσα.

Το ΚΚΚ απειλεί τη ναυτική ασφάλεια των ΗΠΑ

Τα τελευταία χρόνια, το κυβερνών Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) επιδιώκει να διευρύνει την επιρροή του στη Λατινική Αμερική, αξιοποιώντας την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ.

Ο Σουν Κουο-σιάνγκ, καθηγητής διεθνών υποθέσεων και επιχειρήσεων στο Nanhua University, στην Ταϊβάν, ανέφερε στην Epoch Times ότι η Κίνα πράγματι ανησυχεί για ενδεχόμενη αντίδραση, αλλά γενικά υπολογίζει πως το πολιτικό κόστος είναι διαχειρίσιμο.

Όπως είπε, επειδή πολλά περιστατικά συμβαίνουν ακριβώς έξω από τις αποκλειστικές οικονομικές ζώνες (ΑΟΖ) της Νότιας Αμερικής ή είναι δύσκολο να τεκμηριωθούν όταν τα σκάφη κλείνουν τα συστήματα GPS/AIS, η ικανότητα επιβολής του νόμου δεν είναι παντού ίδια, ενώ το Πεκίνο μπορεί να στηριχθεί στη διπλωματία διαχείρισης ζημιών, για παράδειγμα αρνούμενο κάθε παρανομία και τονίζοντας τη «μηδενική ανοχή» του απέναντι στην παράνομη, αδήλωτη και ανεξέλεγκτη αλιεία, ώστε παράλληλα να διατηρεί τους ευρύτερους οικονομικούς δεσμούς (εμπόριο, επενδύσεις και πρόσβαση στην αγορά, μεταξύ άλλων) προστατευμένους από τις αλιευτικές διαμάχες.

Στιγμιότυπο από βίντεο το οποίο παραχώρησε το Γραφείο Δημοσίων Σχέσεων των Ενόπλων Δυνάμεων των Φιλιππινών, κινεζικό σκάφος περνά από ρηχά ύδατα ανοικτά του νησιού Θίτου, το οποίο κατέχουν οι Φιλιππίνες, στη διαφιλονικούμενη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, στις 7 Ιουνίου 2025. (Armed Forces of the Philippines, Public Affairs Office μέσω AP)

 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επίσης αρχίσει να αντιμετωπίζουν την παράνομη κινεζική αλιεία ανοικτής θαλάσσης ως απειλή. Στις αρχές του περασμένου μήνα, ο βουλευτής Γκρέγκορυ Μηκς, κορυφαίος Δημοκρατικός στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, και η βουλευτής Γιουνγκ Κιμ, Ρεπουμπλικανή πρόεδρος της Υποεπιτροπής για την Ανατολική Ασία, τον Ειρηνικό και το Παγκόσμιο Περιβάλλον, κατέθεσαν από κοινού νομοθετική πρόταση για την καταστολή της παράνομης αλιείας από την Κίνα.

Στη σχετική ανακοίνωση, οι δύο νομοθέτες ανέφεραν ότι η Κίνα είναι ο βασικός υπαίτιος που «εκμεταλλεύεται τα ύδατα κοντά και μερικές φορές εντός των οικονομικών ζωνών κυρίαρχων κρατών», προκαλώντας υπεραλίευση, οικολογική ζημιά και σημαντική οικονομική δυσχέρεια. Οι νομοθέτες δήλωσαν επίσης ότι σχεδόν το 44% των σκαφών παράνομης αλιείας παγκοσμίως προέρχεται από την Κίνα, σημειώνοντας ότι αν το Πεκίνο δεν καταστήσει υπόλογα τα σκάφη που εκμεταλλεύονται παράνομα τους πόρους και τα πρόσωπα που τα διαχειρίζονται, τότε οφείλουν να το πράξουν οι ΗΠΑ.

Σε ό,τι αφορά την ιαπωνική βοήθεια προς χώρες της Λατινικής Αμερικής για την αντιμετώπιση του ΚΚΚ, ο καθηγητής Σουν υποστήριξε ότι η κίνηση της Ιαπωνίας ευθυγραμμίζεται με τα αμερικανικά συμφέροντα, αλλά δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται ως μια ενέργεια της Ιαπωνίας «για χάρη» της Ουάσιγκτον. Κατά την άποψή του, πρόκειται μάλλον για παράλληλη στρατηγική· για τον περιορισμό της συμπεριφοράς «γκρίζας ζώνης» της Κίνας στη θάλασσα (παράνομη, αδήλωτη και ανεξέλεγκτη αλιεία και συναφή προβλήματα παρακολούθησης), μέσω της ενίσχυσης της επίγνωσης του θαλάσσιου χώρου (Maritime Domain Awareness – MDA) και της ικανότητας επιβολής του νόμου των εταίρων, κάτι που η Ιαπωνία έχει επιδιώξει και με τις ΗΠΑ και με άλλους εταίρους σε προηγούμενα πλαίσια κατά της παράνομης, αδήλωτης και ανεξέλεγκτης αλιείας.

Ψάρια που κατασχέθηκαν στο λιμάνι του Αμπιτζάν, στην Ακτή Ελεφαντοστού, από δύο κινεζικά πλοία, τα «Far East I» και «Far East II», τα οποία αναχαιτίστηκαν επειδή χρησιμοποιούσαν «βυθότρατα», παραβλέποντας την εθνική αλιευτική νομοθεσία, τον Δεκέμβριο του 2007. (Kambou Sia/AFP μέσω Getty Images)

 

Η Κίνα διαθέτει τον μεγαλύτερο στόλο αλιείας ανοικτής θαλάσσης στον κόσμο. Σε σχόλιο που δημοσιεύθηκε τον περασμένο μήνα στο The Hill, ο Αμερικανός πολιτικός αναλυτής Γκόρντον Τσανγκ προειδοποίησε ότι οι τεράστιοι κινεζικοί αλιευτικοί στόλοι απειλούν κάτι πολύ περισσότερο από τα αποθέματα ψαριών. Όπως είπε, η δήλωση του Ραούλ Πεντρόζο, καθηγητή στο Naval War College, παραμένει επίκαιρη από το 2022. Σύμφωνα με την τότε εκτίμηση του Πεντρόζο, η κορυφαία παγκόσμια απειλή για τη ναυτική ασφάλεια δεν ήταν η πειρατεία, αλλά η παράνομη, αδήλωτη και ανεξέλεγκτη αλιεία, με την Κίνα να είναι και εδώ ο βασικός παίκτης.

Στο ίδιο άρθρο, ο Τσανγκ επικαλέστηκε τον Τζέιμς Φανέλ από το Κέντρο Πολιτικής Ασφαλείας της Γενεύης, ο οποίος υποστήριξε ότι τα κινεζικά σκάφη ανοικτής θαλάσσης είναι εξοπλισμένα με το σύστημα πλοήγησης BeiDou, κάτι που δίνει σε αυτούς τους στόλους τη δυνατότητα να παρέχουν σε πραγματικό χρόνο δεδομένα για τη θέση των στρατιωτικών δυνάμεων, των ακτοφυλακών και των αλιευτικών στόλων άλλων χωρών, καθώς και για τις περιοχές ανάπτυξης και επιχειρήσεών τους, όπως εξήγησε.

Σύμφωνα με τον Φανέλ, οι εν λόγω στόλοι περιλαμβάνουν στοιχεία της Λαϊκής Ένοπλης Ναυτικής Πολιτοφυλακής, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για επιχειρήσεις με πραγματικά πυρά, χωρίς να φτάνουν σε πλήρεις ενέργειες πολέμου. Έτσι, οι στόλοι της Κίνας είναι κάτι πολύ περισσότερο από μέρος μιας αλιευτικής δραστηριότητας και θα πρέπει να θεωρούνται μια ακόμη πτυχή του προγράμματος «στρατιωτικοπολιτικής συγχώνευσης», υποστήριξε.

Ο Σου Τζεν, σχολιαστής επικαιρότητας με έδρα την Κίνα, δήλωσε στην Epoch Times ότι, λόγω του ιστορικού συγκάλυψης του ΚΚΚ, είναι ιδιαίτερα παραπλανητικό το γεγονός ότι το ΚΚΚ χρησιμοποιεί αλιευτικά ή εμπορικά πλοία για την εκτέλεση στρατιωτικών αποστολών σε «γκρίζα ζώνη», όπως, για παράδειγμα, την κοπή υποθαλάσσιων καλωδίων. Ωστόσο, σημείωσε ότι οι δυτικές χώρες, κυρίως οι ΗΠΑ, σταδιακά αντιλήφθηκαν αυτές τις τακτικές του ΚΚΚ και άρχισαν να εκκαθαρίζουν πιθανές δραστηριότητες «γκρίζας ζώνης» του ΚΚΚ ξεκινώντας από την «πίσω αυλή» τους, τη Νότια Αμερική, και επεκτείνοντας την προσπάθεια έως τον Ινδο-Ειρηνικό.

Ο Σου επεσήμανε ότι σε πολλές χώρες της Νότιας Αμερικής η Ακτοφυλακή δεν έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί τις κινήσεις και τις δραστηριότητες των κινεζικών αλιευτικών σκαφών που απενεργοποιούν τα συστήματα GPS, επιχειρούν χωρίς να αναφέρουν τη θέση τους και θεωρούνται ύποπτα για παράνομη αλιεία και χαρτογράφηση του βυθού. Κατά τον Σου, η κίνηση της Ιαπωνίας μεταφέρει ουσιαστικά στη Νότια Αμερική την εκτεταμένη εμπειρία της στην παρακολούθηση κινεζικών σκαφών. Δήλωσε ότι αυτό αποτελεί ένα από τα συντονισμένα μέτρα της δυτικής διεθνούς κοινότητας για την ολοκληρωμένη αντιμετώπιση του ΚΚΚ, προσθέτοντας ότι στο μέλλον οι δυτικές χώρες θα απομακρύνουν συνολικά τις δραστηριότητες του ΚΚΚ κατά μήκος της πρωτοβουλίας «Μία ζώνη, ένας δρόμος».

Με τη συμβολή των Luo Ya και Chen Ting

Απίθανη η προσάρτηση της Ταϊβάν με στρατιωτικά μέσα στο εγγύς μέλλον

Το κυβερνών Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) υιοθέτησε πιο ήπιο λόγο σχετικά με την προσάρτηση της Ταϊβάν, έπειτα από την επίσημη καθαίρεση αρκετών στρατηγών που κατείχαν θέσεις-κλειδιά στη ζώνη του Στενού της Ταϊβάν, κατά τη διάρκεια της Δ΄Ολομέλειας, του ανώτατου πολιτικού συνεδρίου του που διεξήχθη πρόσφατα.

Αναλυτές δήλωσαν ότι είναι απίθανο το ΚΚΚ να εισβάλει στην Ταϊβάν στο άμεσο μέλλον, λόγω της εσωτερικής αναταραχής που έχει προκαλέσει η έντονη ενδοκομματική διαμάχη. Ωστόσο, η προσάρτηση του νησιού παραμένει ως μακροπρόθεσμος στόχος.

Το επίσημο ανακοινωθέν της Δ΄ Ολομέλειας, που δημοσιεύτηκε από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της Κίνας στις 24 Οκτωβρίου, ανέφερε ότι στο 15ο Πενταετές Σχέδιο (2026-2030) το ΚΚΚ στοχεύει να «προωθήσει την ειρηνική ανάπτυξη των σχέσεων εκατέρωθεν του Στενού της Ταϊβάν και να προαγάγει την υπόθεση της εθνικής επανένωσης».

Σε αντίθεση με προηγούμενες δηλώσεις, το σχέδιο δεν εκφράζει καμία αίσθηση κατεπείγοντος ή συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την «επανένωση» ούτε υπονοεί ότι το ΚΚΚ διατηρεί την επιλογή της στρατιωτικής βίας.

Κατά την Δ΄ Ολομέλεια, που διεξήχθη από τις 20 έως τις 23 Οκτωβρίου, το ΚΚΚ ανακοίνωσε την αποπομπή εννέα ανώτατων στρατηγών από το κόμμα και τον στρατό, έπειτα από την ανακοίνωση του υπουργείου Άμυνας στις 17 Οκτωβρίου για έρευνα εις βάρος τους.

Οι στρατηγοί αυτοί θεωρούνταν καθοριστικοί σε ένα πιθανό σχέδιο εισβολής στην Ταϊβάν. Μεταξύ αυτών, οι Χε Γουεϊντόνγκ, Μιάο Χουά, Λιν Σιανγκγιάνγκ, Τσιν Σουτόνγκ και Γουάνγκ Σιουμπίν είχαν υπηρετήσει στην 31η Στρατιά, με έδρα στη Σιάμεν της επαρχίας Φουτζιέν, απέναντι από το νησί.

Η 31η Στρατιά αναδιοργανώθηκε το 2017 σε 73η Στρατιά, υπό τη Διοίκηση του Ανατολικού Θεάτρου του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (PLA), που είναι υπεύθυνη για τις επιχειρήσεις στο Στενό της Ταϊβάν. Οι Χε Χονγκτζουν, Γιουάν Χουάζι και Γουάνγκ Χουμπίν ήταν πρώην υφιστάμενοι του Μιάο Χουάνγκ, ενώ ο Γουάνγκ Τσουνίνγκ είχε επίσης υπηρετήσει στην ίδια διοίκηση.

Η βάση του ηγέτη του ΚΚΚ, Σι Τζινπίνγκ, ήταν στη Φουτζιέν, και η 31η Στρατιά θεωρούνταν «οικογενειακός στρατός του Σι».

Ο Σι έχει δηλώσει ότι η «επανένωση» με την Ταϊβάν είναι «αναπόφευκτη» και ότι το ΚΚΚ δεν έχει ποτέ αποκλείσει το ενδεχόμενο στρατιωτικής εισβολής. Η κατάληψη της Ταϊβάν αποτελεί βασική φιλοδοξία του, καθώς θα ενίσχυε τη θέση και την υστεροφημία του εντός του κόμματος.

Ο Γε Γιαο-γιουάν [Yeh Yao-yuan], καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο St. Thomas, εκτίμησε ότι η πιο ήπια ρητορική για την «επανένωση» με την Ταϊβάν στο πλαίσιο της Ολομέλειας «ενδέχεται να σχετίζεται με την επικείμενη συνάντηση του Σι Τζινπίνγκ με τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ».

Ο Λευκός Οίκος επιβεβαίωσε ότι ο Τραμπ θα συναντηθεί με τον Σι στις 30 Οκτωβρίου, στο περιθώριο της συνόδου κορυφής της Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού στη Νότια Κορέα.

Σύμφωνα με δήλωση του Γε στην εφημερίδα The Epoch Times, το ΚΚΚ αποφεύγει να κάνει δηλώσεις που θα μπορούσαν να ενοχλήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με την ασφάλεια στο Στενό της Ταϊβάν, πριν από τη συνάντηση των δύο ηγετών. Επεσήμανε ακόμη ότι «η ρητορική στο ανακοινωθέν είναι απλώς θέμα τού τι επιλέγει το ΚΚΚ να πει και πότε», προσθέτοντας ότι «το κόμμα δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την ιδέα της προσάρτησης της Ταϊβάν με στρατιωτική βία».

Το κινεζικό καθεστώς έχει εντείνει τα τελευταία χρόνια τις στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από την Ταϊβάν και ενώ έχουν πολλαπλασιαστεί οι παραβιάσεις του εναέριου χώρου της.

Ένα κινεζικό στρατιωτικό ελικόπτερο πετά πάνω από τουρίστες σε σημείο θέασης του Στενού της Ταϊβάν, στο νησί Πινγκτάν – το πλησιέστερο σημείο προς την Ταϊβάν – στην επαρχία Φουτζιέν της Κίνας, στις 7 Απριλίου 2023. (Greg Baker/AFP μέσω Getty Images)

 

Ωστόσο, από το 2022 έως το 2025, η κλίμακα των ασκήσεων του ΚΚΚ μειώθηκε, ενώ «φαίνεται ότι αποφεύγεται η χρήση πραγματικών πυρών», σύμφωνα με τον Σεν Μινγκ-σί [Shen Ming-shih], ερευνητή στο Ινστιτούτο Εθνικής Άμυνας και Έρευνας Ασφαλείας της Ταϊβάν.

Ο ίδιος πρόσθεσε ότι «οι ασκήσεις του Απριλίου επικεντρώθηκαν έντονα στην προπαγάνδα και στερούνταν πραγματικής μαχητικής αποτελεσματικότητας», επισημαίνοντας ότι έχει πλέον αποδειχθεί πως ούτε ο Χε Γουεντόνγκ ούτε ο Λιν Σιανγκγιάνγκ είχαν την επιχειρησιακή διοίκηση.

Η Λάι Ρονγκγουέι [Lai Rongwei)], Ταϊβανή ερευνήτρια διεθνών σχέσεων και διευθύνουσα σύμβουλος της φιλοδημοκρατικής μη κερδοσκοπικής οργάνωσης Taiwan Inspirational Association, δήλωσε ότι μένει να αποδειχθεί αν ο Σι διατηρεί πλήρη έλεγχο επί του στρατού μετά την Ολομέλεια, γεγονός που αποτελεί «σημαντική μεταβλητή».

Σημείωσε ότι «βραχυπρόθεσμα, οι αλλαγές στο προσωπικό του στρατού θα επηρεάσουν πράγματι τη διάθεση του ΚΚΚ να χρησιμοποιήσει βία εναντίον της Ταϊβάν, όμως ο μακροπρόθεσμος στόχος της προσάρτησης παραμένει». Όταν σταθεροποιηθεί η σύνθεση του στρατεύματος, το ΚΚΚ «θα ενισχύσει τη συνολική του στρατιωτική ισχύ για να αποσταθεροποιήσει το Στενό της Ταϊβάν» και, όπως πρόσθεσε, «θα συνεχίσει να προωθεί [τη στρατιωτική προσάρτηση της Ταϊβάν]».

Ημέρα Επανένωσης της Ταϊβάν

Στις 24 Οκτωβρίου, το Εθνικό Λαϊκό Κογκρέσο του κινεζικού καθεστώτος καθιέρωσε την 25η Οκτωβρίου ως «Ημέρα Μνήμης της Επανένωσης της Ταϊβάν» και το ΚΚΚ διοργάνωσε για πρώτη φορά εκδήλωση υψηλού προφίλ για τον εορτασμό της. Στην Ταϊβάν, η ημέρα αυτή είναι γνωστή ως «Ημέρα Επανένωσης της Ταϊβάν».

Η Δημοκρατία της Κίνας (ΔτΚ) κυβέρνησε την ηπειρωτική Κίνα από το 1911 έως το 1949. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ταϊβάν – η οποία βρισκόταν υπό ιαπωνική κατοχή από το 1895 έως το 1945 –  επεστράφη στη Δημοκρατία της Κίνας, με την επίσημη παράδοση να ολοκληρώνεται στις 25 Οκτωβρίου 1945. Μετά την ήττα της από τους κομμουνιστές το 1949, η δημοκρατική κυβέρνηση αποσύρθηκε στην Ταϊβάν, ενώ το ΚΚΚ ίδρυσε στην ηπειρωτική χώρα τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (ΛΔΚ). Η ΛΔΚ δεν έχει ποτέ κυβερνήσει την Ταϊβάν, της οποίας το επίσημο όνομα παραμένει Δημοκρατία της Κίνας, όπως αναγράφεται στα διαβατήρια των πολιτών της.

Οι δυνάμεις της ΔτΚ υπήρξαν η κύρια στρατιωτική δύναμη που πολέμησε ενάντια στην ιαπωνική εισβολή κατά τον πόλεμο.

Σπουδαστές της Στρατιωτικής Ακαδημίας της Δημοκρατίας της Κίνας (ΔτΚ) παρελαύνουν κατά τη διάρκεια της τελετής για τη συμπλήρωση 100 ετών από την ίδρυση της Ακαδημίας, στο Καοσιούνγκ. Ταϊβάν, 16 Ιουνίου 2024. (Sam Yeh/AFP μέσω Getty Images)

 

Το Συμβούλιο Υποθέσεων της Ηπειρωτικής Κίνας της ΔτΚ καταδίκασε αμέσως την ενέργεια του Πεκίνου, χαρακτηρίζοντάς την «προσπάθεια να υποβαθμίσει τη χώρα μας και να κατασκευάσει τον ψευδή ισχυρισμό ότι η Ταϊβάν ανήκει στη ΛΔΚ».

Στην ανακοίνωση της 24ης Οκτωβρίου, το Συμβούλιο τόνισε ότι η «Ημέρα Επανένωσης της Ταϊβάν δεν έχει καμία σχέση με τη ΛΔΚ ούτε με το ΚΚΚ, το οποίο δεν συνέβαλε θετικά στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας».

Προσέθεσε ότι «ο λαός της Ταϊβάν δεν θα αποδεχθεί ποτέ» αυτή την ενέργεια ούτε το «ψευδές ιστορικό αφήγημα και το μονομερές πολιτικό πλαίσιο του ‘ενός κράτους εκατέρωθεν του Στενού της Ταϊβάν’ και του ‘ενός κράτους διεθνώς’» που προωθεί το ΚΚΚ.

Ο Γε επεσήμανε ότι το κόμμα χρησιμοποιεί τη διφορούμενη φράση «η Ταϊβάν απελευθερώθηκε από την Κίνα [από την ιαπωνική κατοχή]» για να παραπλανήσει, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η ΛΔΚ απελευθέρωσε την Ταϊβάν.

«Πρόκειται για μορφή γνωσιακού πολέμου», εξήγησε, προσθέτοντας ότι το ΚΚΚ «συνεχίζει να προωθεί στην ηπειρωτική Κίνα το αφήγημά του πως το Στενό της Ταϊβάν αποτελεί κινεζική εσωτερική θάλασσα».

Τέτοια ψευδή αφηγήματα, κατέληξε, «ενδέχεται να εξαπατούν Κινέζους της ηπειρωτικής χώρας που αγνοούν την ιστορία εξαιτίας των παραποιημένων σχολικών βιβλίων του ΚΚΚ, αλλά είναι αναποτελεσματικές έναντι των πολιτών της Ταϊβάν».

Με τη συμβολή των Cheng Wen, Luo Ya και Yi Ru

Η Ινδία αποκαλύπτει σχέδιο υδροηλεκτρικής ανάπτυξης 66 δισ. ευρώ εν μέσω γεωπολιτικού ανταγωνισμού με την Κίνα

Η Κεντρική Αρχή Ηλεκτρισμού (ΚΑΗ) της Ινδίας ανακοίνωσε ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο ύψους 66 δισ. ευρώ για την ανάπτυξη υδροηλεκτρικών έργων στη λεκάνη του ποταμού Βραχμαπούτρα, με στόχο να αντιμετωπίσει το κινεζικό έργο υπερφράγματος στα ανάντη τμήματα του ίδιου ποταμού.*

Πρόκειται για την πιο πρόσφατη κίνηση σε έναν μακροχρόνιο αγώνα ισχύος ανάμεσα στις δύο χώρες για τον έλεγχο των υδάτων που πηγάζουν από το Θιβέτ — έναν ανταγωνισμό που, σύμφωνα με ειδικούς, υπερβαίνει τα ζητήματα υδροηλεκτρικής ενέργειας και αγγίζει βαθύτερες οικονομικές και γεωπολιτικές εντάσεις, καθώς και μακροχρόνιες συνοριακές διαφορές.

Η Ινδία σχεδιάζει να αναπτύξει υδροηλεκτρική δυναμικότητα 76 γιγαβάτ (GW) έως το 2047, με συνολικό κόστος 6,4 τρισεκατομμύρια ρουπίες (62 δισ. ευρώ). Η πρώτη φάση, έως το 2035, θα κοστίσει 1,91 τρισ. ρουπίες (18 δισ. ευρώ), ενώ η δεύτερη θα απαιτήσει 4,52 τρισ. ρουπίες (44 δισ. ευρώ).

Ο ποταμός Βραχμαπούτρα, που ξεκινά από το Θιβέτ και διαρρέει την Ινδία και το Μπανγκλαντές, διαθέτει τεράστιες ενεργειακές δυνατότητες, ιδιαίτερα στην πολιτεία Αρουνάτσαλ Πραντές, κοντά στα ινδοκινεζικά σύνορα. Το ανάντη τμήμα του είναι γνωστό ως ποταμός Γιαρλούνγκ Τσανγκμπό.

Στόχος της Ινδίας η μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, φτάνοντας τα 500 GW παραγωγής μη ορυκτής ενέργειας έως το 2030 και επιτυγχάνοντας μηδενικό άνθρακα έως το 2070.

Οι τεράστιες δυνατότητες της λεκάνης του Βραχμαπούτρα

Η λεκάνη του ποταμού περιέχει πάνω από το 80% του ανεκμετάλλευτου υδροδυναμικού της Ινδίας. Μόνο η Αρουνάτσαλ Πραντές μπορεί να παράγει 52,2 GW — περισσότερο από το διπλάσιο της ισχύος του φράγματος των Τριών Φαραγγιών στην Κίνα (22,5 GW).

Σύμφωνα με την ΚΑΗ, το σχέδιο περιλαμβάνει 208 μεγάλα υδροηλεκτρικά έργα σε 12 υπολεκάνες των βορειοανατολικών πολιτειών. Οι σημαντικότερες είναι οι υπολεκάνες Ντιμπάνγκ (8.801 MW), Σιάνγκ (18.666 MW), Λόχιτ (6.841,5 MW), Σουμπανσίρι (12.290 MW), Καμένγκ (3.258 MW), Τίστα (6.804 MW) και Μπαράκ (4.627,2 MW).

Ο Κινέζος υδρολόγος Γουάνγκ Γουεϊλούο, που ζει στη Γερμανία, εξήγησε στην εφημερίδα The Epoch Times στις 17 Οκτωβρίου ότι το ινδικό σχέδιο αφορά πρωτίστως τις επενδύσεις στο δίκτυο μεταφοράς υδροηλεκτρικής ενέργειας. Επεσήμανε ότι η συνολική επένδυση για τα πάνω από 200 έργα είναι πιθανότατα πολλαπλάσια, ίσως πέντε έως δέκα φορές μεγαλύτερη.

Το κινεζικό φράγμα και οι περιβαλλοντικές ανησυχίες

Το σχέδιο της Ινδίας παρουσιάστηκε λίγο μετά την έναρξη κατασκευής του κινεζικού υπερφράγματος ύψους 144 δισ. ευρώ στον ποταμό Γιαρλούνγκ Τσανγκμπό, κοντά στα σύνορα με την Ινδία, τον Ιούλιο. Το έργο αυτό προκαλεί ανησυχία τόσο στην Ινδία όσο και στο Μπανγκλαντές, καθώς πιθανές συνέπειες είναι οι διακοπές στη ροή των υδάτων, πλημμύρες και περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

Ο ποταμός Γιαρλούνγκ Τσανγκμπό στην πόλη Λιντζί. Θιβέτ, 4 Ιουνίου 2021. (Kevin Frayer/Getty Images)

 

Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι τα κινεζικά φράγματα μπορεί να μειώσουν τη ροή του ποταμού κατά την ξηρή περίοδο έως και 85%, πλήττοντας την Ινδία και το Μπανγκλαντές. Η Ινδία έχει καλέσει την Κίνα να διασφαλίσει πως τα συμφέροντα των χωρών που βρίσκονται κατάντη* δεν θα θιγούν.

Ο Γουάνγκ τόνισε ότι η Κίνα έχει πλεόνασμα ηλεκτρικής ενέργειας και πως ο πραγματικός σκοπός του έργου είναι η τόνωση μιας οικονομίας που παραμένει υποτονική μετά την πανδημία. Ωστόσο, διεθνείς παρατηρητές σημειώνουν ότι, παρά την έναρξη του έργου, η κινεζική οικονομία δεν δείχνει σημάδια ανάκαμψης, με τη χαμηλή εμπιστοσύνη των επενδυτών και τη μείωση της εγχώριας ζήτησης να επιμένουν.

Η γεωπολιτική διάσταση 

Σύμφωνα με αναλυτές, η αντιπαράθεση Ινδίας-Κίνας για τους πόρους του ποταμού Γιαρλούνγκ Τσανγκμπό/Βραχμαπούτρα είναι πρωτίστως γεωπολιτική.

Ο Χανγκ Μινγκ-τε, ερευνητής στο Ινστιτούτο Εθνικής Άμυνας και Ασφάλειας της Ταϊβάν, δήλωσε στην Epoch Times στις 15 Οκτωβρίου ότι η Ινδία ανακοίνωσε σκόπιμα το σχέδιό της αυτή τη χρονική στιγμή, για να ενισχύσει την επιρροή της στην περιοχή. Προσέθεσε ότι, εκτός από τις συνοριακές διαφορές με την Κίνα, οι σχέσεις Ινδίας-Μπαγκλαντές έχουν επιδεινωθεί, καθώς το Μπαγκλαντές φαίνεται να πλησιάζει το Πακιστάν.

Ο ίδιος προειδοποίησε ότι τα σχέδια και των δύο χωρών για ανάπτυξη φραγμάτων στον ίδιο ποταμό θα οξύνουν τον ανταγωνισμό για το νερό, περιορίζοντας τα αποθέματα των χωρών που βρίσκονται κατάντη. Η Ινδία φοβάται ότι θα χάσει τον έλεγχο των υδάτων της από την Κίνα, ενώ το Μπανγκλαντές ανησυχεί για πιθανή εξάρτηση από την Ινδία.

Στρατηγικής σημασίας τοποθεσία και κινεζικές αντιδράσεις

Η περιοχή Μεντόγκ του Θιβέτ απέχει λιγότερο από 20 χιλιόμετρα από την Αρουνάτσαλ Πραντές της Ινδίας.

Ο Γουάνγκ επισήμανε ότι ανάμεσα στα 208 ινδικά έργα περιλαμβάνεται και το φράγμα του ποταμού Σιάνγκ, το οποίο βρίσκεται κατάντη του Γιαρλούνγκ Τσανγκμπό, μετά την έξοδό του από τη Μεντόγκ. Το έργο αυτό, όπως εξήγησε, έχει τεχνικές επιπτώσεις στα κινεζικά φράγματα στα κατώτερα τμήματα του ποταμού, λόγω του φαινομένου της παλινδρόμησης των υδάτων, που μπορεί να επηρεάσει ακόμη και την επιλογή τοποθεσίας του κινεζικού φράγματος.

Ο Γουάνγκ υπενθύμισε ότι για περισσότερο από μία δεκαετία το Πεκίνο έχει εκφράσει επανειλημμένα την αντίθεσή του στην κατασκευή φράγματος από την Ινδία σε αυτό το σημείο, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση της Ινδίας φαίνεται αυτή τη φορά αποφασισμένη να προχωρήσει.

Χάρτης των επτά κύριων ποταμών της Ασίας (κάθε ένας σημειώνεται με μπλε κουκκίδα) που πηγάζουν από το οροπέδιο του Θιβέτ. Η πορτοκαλί κουκκίδα δείχνει την περιοχή όπου ο ποταμός Γιαρλούνγκ Τσανγκμπό εισέρχεται στην Ινδία, στην Αρουνάτσαλ Πραντές, και μετονομάζεται σε ποταμό Βραχμαπούτρα. Ο χάρτης δεν είναι υπό κλίμακα. (Προσαρμογή: Venus Upadhayaya/The Epoch Times)

 

Ένα κινεζικό κρατικό μέσο, το 163.com, δημοσίευσε στις 7 Οκτωβρίου άρθρο με τίτλο Why Must the Yarlung Tsangbo River Dam Be Built Now? It’s Now or It will Be Too Late! («Γιατί πρέπει να κατασκευαστεί τώρα το φράγμα του ποταμού Γιαρλούνγκ Τσανγκμπό; Τώρα πρέπει, αλλιώς θα είναι πολύ αργά!»).

Το άρθρο υποστήριζε ότι, στο σημερινό πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής και των ελλείψεων νερού, «όποιος κατασκευάζει φράγματα και ελέγχει τη ροή κοντά στην πηγή, αποκτά τον έλεγχο». Παραδεχόταν ακόμη ότι η ανησυχία της Ινδίας για πιθανό έλεγχο της ροής από την Κίνα δεν αποτελεί θεωρία συνωμοσίας, αλλά γεωπολιτική πραγματικότητα.

Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, η κατασκευή του κινεζικού φράγματος θεωρείται «στρατηγικό σημείο ελέγχου», καθώς δεν αποτελεί απλώς ενεργειακό έργο, αλλά «σύμβολο εθνικής παρουσίας» που υποχρεώνει τις γειτονικές χώρες «να το σκεφτούν διπλά πριν κινηθούν στην περιοχή».

Οι αμφισβητούμενες συνοριακές γραμμές

Ο Γουάνγκ εξήγησε ότι υπάρχουν τρεις διαφορετικές οριοθετήσεις των συνόρων μεταξύ Κίνας και Ινδίας.

Η πρώτη είναι η γραμμή που χαράσσεται στους κινεζικούς χάρτες, σύμφωνα με την οποία η νότια περιοχή του Θιβέτ —γνωστή ως Αρουνάτσαλ Πραντές στην Ινδία— θεωρείται κινεζικό έδαφος. Τα κινεζικά υδροηλεκτρικά έργα στα κατώτερα τμήματα του ποταμού βασίζονται σε αυτή τη γραμμή.

Η δεύτερη είναι η Γραμμή ΜακΜάχον, η οποία αναγνωρίζεται διεθνώς ως το νόμιμο σύνορο, αλλά δεν αναγνωρίζεται από το Πεκίνο. Βάσει αυτής, η Αρουνάτσαλ Πραντές αποτελεί ινδικό έδαφος — γεγονός που μειώνει σημαντικά το μήκος του ποταμού στην Κίνα.

Η τρίτη γραμμή βρίσκεται περίπου 20 χιλιόμετρα βόρεια της Γραμμής ΜακΜάχον και αντιπροσωπεύει την πραγματική γραμμή ελέγχου, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά τον συνοριακό πόλεμο της δεκαετίας του 1960, όταν ο Μάο Τσετούνγκ διέταξε τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό να αποσυρθεί βόρεια.

Ο Γουάνγκ υποστήριξε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) σκοπεύει να χρησιμοποιήσει την κατασκευή του μεγαλύτερου υδροηλεκτρικού έργου στον κόσμο ως μέσο για την αναζωπύρωση της συνοριακής διαμάχης και μία εκ νέου διείσδυση στη νότια περιοχή του Θιβέτ.

Με τη συμβολή του Luo Ya και πληροφορίες από το Reuters

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ανάντη: τα τμήματα που βρίσκονται πιο κοντά στις πηγές (αντώνυμο: κατάντη, τα τμήματα προς τις εκβολές)

Η JPMorgan και η Goldman Sachs παραμένουν στην Κίνα παρά τις τεταμένες σχέσεις ΗΠΑ–Πεκίνου

Οι αμερικανικές τράπεζες JPMorgan Chase και Goldman Sachs σκοπεύουν να παραμείνουν στην Κίνα, παρά την επιδείνωση των σχέσεων Ουάσιγκτον–Πεκίνου, προσαρμόζοντας ωστόσο τη στρατηγική τους στη μεταβαλλόμενη πολιτική και οικονομική πραγματικότητα.

Αναλυτές εκτιμούν ότι αυτή η στάση σηματοδοτεί την είσοδο της Wall Street σε μια νέα φάση, που χαρακτηρίζεται ως «απεξάρτηση χωρίς αποσύνδεση».

Ο Ντάνιελ Πίντο (Daniel Pinto), αντιπρόεδρος της JPMorgan, δήλωσε στις 15 Οκτωβρίου ότι η μεγαλύτερη τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών εξακολουθεί να επενδύει στην Κίνα, επισημαίνοντας πως, αν οι διμερείς σχέσεις ήταν καλύτερες, «το μέγεθος των δραστηριοτήτων μας θα ήταν πολλαπλάσιο από ό,τι είναι σήμερα». Όπως ανέφερε, η JPMorgan συνεχίζει τη λειτουργία της στη χώρα, διαχειριζόμενη προσεκτικά την έκθεση, το μέγεθος, τη ρευστότητα και την ποιότητα των επενδύσεών της.

Η τράπεζα απασχολεί αρκετές χιλιάδες υπαλλήλους στην Κίνα, με τον Πίντο να επισημαίνει ότι «η επιχείρηση είναι σε ικανοποιητικό επίπεδο», προσθέτοντας ότι οι Κινέζοι ρυθμιστές υπήρξαν «αρκετά συνεργάσιμοι» όσον αφορά τη χορήγηση αδειών σε ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη του κινεζικού χρηματοοικονομικού τομέα.

Αντίστοιχα, η Goldman Sachs ανέφερε ότι διατηρεί σταθερή παρουσία στην κινεζική αγορά. Ο πρόεδρος της εταιρείας, Τζον Ουόλντρον (John Waldron), σημείωσε σε συνέδριο στην Ουάσιγκτον την ίδια ημέρα ότι η τράπεζα «δεν αποχωρεί από την Κίνα» και παραμένει «σταθερά ενεργή σε αυτές τις αγορές». Εξήγησε ότι η Goldman Sachs συνεργάστηκε φέτος με κινεζικές εταιρείες σε σημαντικές συναλλαγές στις κεφαλαιαγορές, υποστηρίζοντας την άντληση κεφαλαίων για επιχειρήσεις με έδρα την Κίνα.

Ο Ουόλντρον παρατήρησε επίσης ότι οι εταιρείες αναμένεται να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους, καθώς οι μεταβαλλόμενες σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας επηρεάζουν τις ροές κεφαλαίων και τις εφοδιαστικές αλυσίδες.

Οι δηλώσεις των στελεχών των δύο τραπεζών ήρθαν λίγες ημέρες μετά την ανακοίνωση των κερδών τρίτου τριμήνου, στις 9 Οκτωβρίου, που ξεπέρασαν τις προσδοκίες της Wall Street και συνοδεύτηκαν από επαναβεβαίωση της δέσμευσής τους να συνεχίσουν τις δραστηριότητες στην Κίνα.

Επανεκκίνηση της Wall Street στην Κίνα

Ο ανεξάρτητος οικονομολόγος Ντέιβι Τζ. Γουόνγκ (Davy J. Wong), με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι το γεγονός πως οι αμερικανικές επενδυτικές τράπεζες συνεχίζουν να επενδύουν στην Κίνα, αλλά με προσαρμογές στη λειτουργία τους, σηματοδοτεί «την είσοδο της Wall Street στη φάση της ‘απεξάρτησης χωρίς αποσύνδεση’».

Αναφερόμενος στις πιθανές αλλαγές στρατηγικής, ο Γουόνγκ εκτίμησε ότι οι τράπεζες ίσως μετατοπίσουν το επίκεντρο των πελατών τους «από την εξυπηρέτηση νέων ξένων επενδυτών και τοπικών ιδιωτικών εταιρειών, προς τη στήριξη των πολυεθνικών που δραστηριοποιούνται στην Κίνα και των υπεράκτιων αναγκών κινεζικών επιχειρήσεων».

Πρόσθεσε ότι οι αμερικανικές επενδυτικές τράπεζες ενδέχεται να «περιορίσουν την παρουσία τους εντός της χώρας και να μεταφέρουν τα κέντρα διαχείρισης κινδύνου στο Χονγκ Κονγκ και τη Σιγκαπούρη», δημιουργώντας έναν «διπλό κύκλο» -τοπικό και υπεράκτιο.

Κατά τον Γουόνγκ, οι ξένες τράπεζες θα μπορούσαν να στραφούν σε προϊόντα «όπως οι συγχωνεύσεις και εξαγορές στο εξωτερικό, τα παράγωγα, η διαχείριση ρευστότητας και οι υπηρεσίες θεματοφυλακής», αντί για παραδοσιακές δραστηριότητες όπως οι εκδόσεις τίτλων και ο δανεισμός.

Σύμφωνα με τον Γουόνγκ, οι ξένες επενδυτικές τράπεζες εξακολουθούν να αποκομίζουν κέρδη στην Κίνα, παρά τις βαριές κρατικές παρεμβάσεις, λόγω των μοναδικών τους λειτουργιών για το κινεζικό καθεστώς. Όπως εξήγησε, οι αρχές «κατά καιρούς χρειάζονται τη συμμετοχή ξένων τραπεζών για να στείλουν μήνυμα ανοίγματος και σταθερότητας». Παράλληλα, «οι πολυεθνικές και οι κινεζικές εξαγωγικές εταιρείες εξαρτώνται από τα παγκόσμια δίκτυα λογαριασμών και τα κανάλια εκκαθάρισης δολαρίων των ξένων επενδυτικών τραπεζών».

Συνδυαστική φωτογραφία αρχείου δείχνει τα λογότυπα των τραπεζών UBS, Citibank, Morgan Stanley, BlackRock, JPMorgan Chase και Goldman Sachs. (Reuters)

 

Ο καθηγητής Φενγκ Τσονγκγί (Feng Chongyi) του Πανεπιστημίου Τεχνολογίας του Σίδνεϋ υπογράμμισε ότι η κινεζική οικονομία, ελεγχόμενη από το καθεστώς, δεν είναι κανονική οικονομία της αγοράς και ότι πολλές επιχειρήσεις υφίστανται τεράστιες ζημίες. Εντούτοις, ορισμένες εταιρείες που ανήκουν σε απογόνους υψηλόβαθμων αξιωματούχων του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) «έχουν δικούς τους τρόπους να κερδίζουν χρήματα» μέσα σε αυτό το σύστημα. Τα συμφέροντα αυτών των εταιρειών συχνά συμπίπτουν με εκείνα των ξένων τραπεζών, γεγονός που, σύμφωνα με τον Φενγκ, τους επιτρέπει «να εγγράφονται στην Κίνα και να παρέχουν υπηρεσίες που δεν επιτρέπονται σε άλλες τράπεζες».

Ο Γουόνγκ πρόσθεσε ότι «οι ξένες χρηματοπιστωτικές εταιρείες διαθέτουν ασύγκριτες δυνατότητες σε τομείς όπως η διεθνής εκκαθάριση, η θεματοφυλακή, η διαχείριση κινδύνου παραγώγων και η τιμολόγηση—τομείς που οι εγχώριοι ανταγωνιστές δεν μπορούν εύκολα να αντιγράψουν».

Εύθραυστη ισορροπία πολιτικών «κόκκινων γραμμών»

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η JPMorgan Chase ανακοίνωσε στις 13 Οκτωβρίου ότι θα επενδύσει έως 10 δισ. δολάρια κυρίως σε αμερικανικές εταιρείες στους τομείς της άμυνας, της ενέργειας, των κρίσιμων ορυκτών και της προηγμένης μεταποίησης, στο πλαίσιο ενός δεκαετούς προγράμματος ύψους 1,5 τρισ. δολαρίων για τη στήριξη στρατηγικών βιομηχανιών που σχετίζονται με την εθνική ασφάλεια και ανθεκτικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Γουόνγκ επεσήμανε ότι η επιλογή της JPMorgan να συνεχίζει τις δραστηριότητές της στην Κίνα, ενώ ταυτόχρονα επενδύει σε κρίσιμους τομείς των ΗΠΑ, αποδεικνύει πως η βασική στρατηγική της τράπεζας είναι να εξισορροπεί τις πολιτικές «κόκκινες γραμμές», διατηρώντας εμπορικούς δεσμούς χωρίς να παραβιάζει τα όρια της εθνικής ασφάλειας.

Η επιγραφή στα κεντρικά γραφεία της JPMorgan Chase & Co. στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, στις 30 Ιουνίου 2022. (Andrew Kelly/Reuters)

 

Η παρουσία αυτών των αμερικανικών τραπεζών στην Κίνα, κατά τον ίδιο, φανερώνει «πολύπλοκες πολιτικές διευθετήσεις σε υψηλό επίπεδο», που περιλαμβάνουν «εσωτερικό συντονισμό με το Πεκίνο, πολιτικά προνόμια και ενεργό άσκηση πιέσεων στην Ουάσιγκτον». Όπως είπε, οι τράπεζες εφαρμόζουν στρατηγικές «διαχωρισμού δραστηριοτήτων, μείωσης ευαισθησίας και ελαφρύτερων ισολογισμών» ώστε να διατηρήσουν περιθώρια ελιγμών ανάμεσα στις δύο δυνάμεις.

Αυξημένοι κίνδυνοι και πιθανές ανατροπές

Παρά την απροθυμία των ξένων τραπεζών να εγκαταλείψουν την κινεζική αγορά, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι αντιμετωπίζουν σοβαρούς κινδύνους, ιδίως αν οι σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας συνεχίσουν να επιδεινώνονται ή αν υπάρξει ξαφνική πολιτική αναταραχή στην Κίνα.

Οι κυριότεροι κίνδυνοι, σύμφωνα με τον Γουόνγκ, περιλαμβάνουν «έλεγχο κεφαλαίων, παγίδευση κεφαλαίων εντός της χώρας, υποτίμηση περιουσιακών στοιχείων, ρυθμιστικές επιδρομές και πολιτικές κατασχέσεις». Τόνισε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος προκύπτει από «απότομες πολιτικές μεταβολές, όπως πάγωμα λογαριασμών ή αναγκαστικές κρατικές παρεμβάσεις». Για την προστασία τους, όπως είπε, οι τράπεζες χρησιμοποιούν «πολυστρωματικά υπεράκτια σχήματα, καταπιστεύματα και απομονωμένα χαρτοφυλάκια».

Ο ίδιος επισήμανε ότι οι περισσότερες ξένες τράπεζες λειτουργούν με «ελαφριά δομή ενεργητικού» και εκκαθαρίσεις εκτός Κίνας, γεγονός που καθιστά απίθανη την πλήρη απώλεια περιουσιακών στοιχείων ή κερδών.

Την ίδια στιγμή, η αμερικανική κυβέρνηση εντείνει τον έλεγχο των χρηματοδοτήσεων που ενισχύουν τη διεθνή επέκταση του κινεζικού καθεστώτος. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσσεντ κάλεσε στις 15 Οκτωβρίου την Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να σταματήσουν τη χρηματοδότηση προς την Κίνα.

Δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών μετρώνται δίπλα σε δεσμίδες κινεζικών χαρτονομισμάτων των 100 γουάν (RMB) σε τράπεζα στην Χουαϊμπέ. Κίνας, στις 24 Σεπτεμβρίου 2013. (STR/AFP μέσω Getty Images)

 

Κατά τον Γουόνγκ, η βασική ανησυχία πίσω από αυτή την έκκληση είναι ότι «τα κεφάλαια της Παγκόσμιας Τράπεζας ανακυκλώνονται από το Πεκίνο ως δευτερογενείς δανειοδοτήσεις για τα έργα της Πρωτοβουλίας ‘Μία ζώνη, ένας δρόμος’ (Belt and Road Initiative), ενισχύοντας έτσι τη γεωπολιτική επιρροή της Κίνας».

Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η Παγκόσμια Τράπεζα αποτελεί πολυμερή οργανισμό αναπτυξιακού χαρακτήρα, υποκείμενο σε άμεση πολιτική καθοδήγηση, «ενώ οι τράπεζες JPMorgan και Goldman είναι ιδιωτικές οντότητες—επομένως δεν αναμένονται γενικές απαγορεύσεις».

Ο Φενγκ συμφώνησε εν μέρει, σημειώνοντας ότι «οι δυτικές κυβερνήσεις δεν μπορούν να ελέγξουν πλήρως αυτές τις μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες, καθώς η νομοθεσία τους δεν το επιτρέπει». Υπογράμμισε ότι οποιαδήποτε απαγόρευση εις βάρος ιδιωτικών τραπεζών θα μπορούσε να επιβληθεί «μόνο υπό εξαιρετικές συνθήκες, όπως σε περίπτωση πολέμου». Επομένως, όσο η αμερικανική κυβέρνηση δεν εκδίδει απόλυτη απαγορευτική εντολή, «οι τράπεζες θα παραμείνουν στην κινεζική αγορά και θα συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους».

Όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, ο Γουόνγκ προέβλεψε ότι οι αμερικανικές ρυθμιστικές αρχές πιθανότατα θα προειδοποιήσουν τις εγχώριες τράπεζες να αποφεύγουν τη χρηματοδότηση έργων που θα μπορούσαν να ενισχύσουν το διεθνές οικονομικό αποτύπωμα της Κίνας. Ανέφερε ότι «η Ουάσιγκτον ενδέχεται να επιβάλει έμμεσους περιορισμούς μέσω ελέγχου επενδύσεων, καταλόγων τομέων ή κατευθυντήριων οδηγιών εποπτείας».

Με τη συμβολή του Luo Ya και πληροφορίες από το Reuters

Μάχη με τον ιό Chikungunya στη Νότια Κίνα: Δραστικά μέτρα και ανησυχίες κατοίκων

Ο ιός Chikungunya συνεχίζει να εξαπλώνεται στην επαρχία Γκουανγκντόνγκ της νότιας Κίνας το φετινό φθινόπωρο, με την πόλη Τζιανγκμέν να αναδεικνύεται ως το νέο επίκεντρο της επιδημίας.

Το καθεστώς του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας έχει υιοθετήσει υποχρεωτικά μέτρα για την αντιμετώπιση της έξαρσης, προκαλώντας ερωτήματα και επικρίσεις από κατοίκους και επιστήμονες.

Το Επαρχιακό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων της Γκουανγκντόνγκ ανακοίνωσε στις 28 Σεπτεμβρίου ότι την περίοδο 21 έως 27 Σεπτεμβρίου καταγράφηκαν 3.153 νέα τοπικά κρούσματα chikungunya στην επαρχία.

Από αυτά, τα 2.927 αφορούσαν την Τζιανγκμέν, 78 τη Φοσάν, 68 την Γκουανγκτζού, 22 τη Σενζέν και 13 την Τζουχάι.

Σύμφωνα με κρατικά μέσα ενημέρωσης, δεν αναφέρθηκαν σοβαρά περιστατικά ή θάνατοι. Την προηγούμενη εβδομάδα (14–20 Σεπτεμβρίου), στην Τζιανγκμέν ανακοινώθηκαν 2.238 κρούσματα chikungunya, με τις τοπικές αρχές να ενεργοποιούν το Επίπεδο 3 συναγερμού για έκτακτη ανάγκη δημόσιας υγείας, όπως έγινε γνωστό σε ενημέρωση στις 28 Σεπτεμβρίου.

Στην Κίνα υπάρχουν τέσσερα επίσημα επίπεδα αντίδρασης: 1, 2, 3 και 4. Ο ιός chikungunya είναι νόσημα που μεταδίδεται κυρίως μέσω κουνουπιών, με συμπτώματα όμοια με αυτά του δάγκειου πυρετού: πυρετός, έντονοι πόνοι στις αρθρώσεις, μυαλγίες, πονοκέφαλος, κόπωση και εξανθήματα. Οι θάνατοι είναι σπάνιοι, αλλά ενδέχεται να συμβούν, κυρίως σε ευάλωτες ομάδες, όπως άτομα με χρόνια νοσήματα.

Δεν υπάρχει εξειδικευμένη αντιική θεραπεία για το chikungunya.

Αρχικά, το επίκεντρο της επιδημίας βρισκόταν στη Φοσάν, όπου εντοπίστηκε το πρώτο κρούσμα τον Ιούλιο.

 Η εξόντωση των κουνουπιών ως πολιτική εκστρατεία

Η Μόνιμη Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας της Τζιανγκμέν συνεδρίασε στις 26 Σεπτεμβρίου για το ξέσπασμα του chikungunya, χαρακτηρίζοντας την καταπολέμηση των κουνουπιών ως το κορυφαίο πολιτικό καθήκον της περιόδου.

Κάλεσε σε πλήρη κινητοποίηση και πανκοινωνική συμμετοχή, διατρανώνοντας πως «με κάθε κόστος πρέπει να εξολοθρεύσουμε τα ενήλικα κουνούπια και να καταστρέψουμε τα αβγά τους μέσα σε τρεις έως τέσσερις ημέρες, πριν την Εθνική Εορτή του καθεστώτος, την 1η Οκτωβρίου», σύμφωνα με κρατικά ελεγχόμενα μέσα.

Λίγες μόλις ημέρες μετά το πέρασμα του τυφώνα Ρεγκάσα, στις 24 Σεπτεμβρίου, η καθημερινότητα των κατοίκων επηρεάστηκε σημαντικά λόγω της μαζικής εκστρατείας εκκαθάρισης κουνουπιών από τις αρχές.

Η κυρία Λιανγκ, κάτοικος της Τζιανγκμέν, που ζήτησε να μην αποκαλυφθεί το πλήρες όνομά της για λόγους ασφαλείας, δήλωσε στην Epoch Times στις 30 Σεπτεμβρίου: «Ψεκάζουν διαρκώς εντομοκτόνα, και η μυρωδιά είναι πολύ έντονη και αποπνικτική. Όταν οι εργαζόμενοι του τοπικού γραφείου έρχονται για ψεκασμούς, αναγκάζομαι να εγκαταλείψω το σπίτι μου για να ξεφύγω από τη δυσοσμία».

Η ίδια περιέγραψε την κατάσταση ως ανεξέλεγκτη και πρόσθεσε: «Όσοι μολύνονται έχουν πυρετό και πόνους στις αρθρώσεις».

Ανάλογη εικόνα περιγράφει και ο κ. Γουάνγκ, επίσης κάτοικος Τζιανγκμέν, που μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας. «Τα νοσοκομεία μας είναι γεμάτα. Όλοι όσοι δέχθηκαν τσίμπημα και ανέβασαν πυρετό ψάχνουν θεραπεία. Πολυάριθμες αγορές, ακόμα και οι “υγρές” αγορές τροφίμων, έχουν κλείσει. Απαγορεύονται οι γλάστρες σε μπαλκόνια και ταράτσες. Ήρθαν και πήραν τα φυτά. Δεν μπορείς να καλλιεργήσεις ούτε χορτάρι», κατήγγειλε για τα δρακόντεια μέτρα περιορισμού.

Περιέγραψε ακόμη: «Όλη η πόλη παλεύει με τα κουνούπια. Παντού ψεκάζουν χημικά, η ατμόσφαιρα είναι γεμάτη ομίχλη, και ο κόσμος δεν αντέχει τη μυρωδιά».

Ήδη από τον Ιούλιο, Κινέζοι επιστήμονες είχαν προειδοποιήσει στον τοπικό Τύπο ότι τα κουνούπια της Γκουανγκντόνγκ έδειχναν ανθεκτικότητα στα εντομοκτόνα λόγω των επανειλημμένων, μαζικών ψεκασμών που εφαρμόζουν οι αρχές στην προσπάθεια πρόληψης του δάγκειου πυρετού.

Ο Σον Λιν, επίκουρος καθηγητής στο τμήμα βιοϊατρικών επιστημών του Feitian College και πρώην μικροβιολόγος του αμερικανικού στρατού, δήλωσε στην Epoch Times: «Είναι παράδοξο. Για τα περισσότερα νοσήματα που μεταδίδονται από κουνούπια, οι εκστρατείες εκρίζωσης έχουν άμεσα αποτελέσματα. Στην Γκουανγκντόνγκ, όμως, τα κουνούπια προσαρμόζονται στα υπάρχοντα εντομοκτόνα».

Εξέφρασε επίσης ανησυχία για την ταυτόχρονη εξάπλωση και άλλων μολυσματικών νοσημάτων, όπως ο δάγκειος πυρετός και η μηνιγγίτιδα. «Πρέπει πρώτα να ταυτοποιηθεί ο παθογόνος παράγοντας της επιδημίας. Διαφορετικά, ο έλεγχος δεν θα είναι αποτελεσματικός», τόνισε.

Δημοτικοί υπάλληλοι ψεκάζουν απολυμαντικά για την αποστείρωση και την εξόντωση των κουνουπιών στην πόλη Γκουάνγκτζου της επαρχίας Γκουανγκντόνγκ στα τέλη Σεπτεμβρίου 2014. Στιγμιότυπο οθόνης/Κινεζικό Εθνικό Ραδιόφων

 

Ο Δρ Τζόναθαν Λιου, καθηγητής στο Canada Public College και υπεύθυνος του Liu’s Wisdom Healing Center, επέκρινε το γεγονός ότι οι αρχές αντιμετωπίζουν τον έλεγχο των κουνουπιών ως ύψιστο πολιτικό διακύβευμα. «Η πρόληψη επιδημιών είναι καταρχάς ιατρικό ζήτημα, άρα οφείλουν να σέβονται την επιστήμη και τον ανθρωπισμό», δήλωσε στην Epoch Times.

«Δεν υφίσταται λόγος για τόσο μεγάλη έξαρση μέτρων κατά των κουνουπιών. Πρώτον, είναι ανέφικτο να τα εξοντώσεις όλα. Στη φύση υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στα όντα – τα κουνούπια, αν και ενοχλητικά, διαδραματίζουν το ρόλο τους. Η μαζική εξάλειψή τους θα δημιουργούσε περαιτέρω ανισορροπίες».

Εκατομμύρια εργαστηριακά κουνούπια στη μάχη

Όπως αποκάλυψε η Epoch Times, το κινεζικό καθεστώς εφαρμόζει, ήδη από τον Μάιο, την απελευθέρωση δεκάδων εκατομμυρίων ειδικά επεξεργασμένων κουνουπιών κάθε μήνα, μέθοδο που προηγείται κατά δύο μήνες του ξεσπάσματος του chikungunya, στο πλαίσιο της αντιμετώπισης του δάγκειου πυρετού και άλλων ασθενειών.

Τα εργαστηριακά αρσενικά κουνούπια ζευγαρώνουν με τα άγρια θηλυκά, παράγοντας μη βιώσιμα αβγά – τεχνική γνωστή ως μόλυνση με Wolbachia, όπου αποικίζει τον οργανισμό τους το συνηθισμένο βακτήριο Wolbachia, περιορίζοντας την αναπαραγωγική τους επιτυχία. Οι λεγόμενες «φάμπρικες κουνουπιών» τρέφουν αυτά τα έντομα με αίμα προβάτων.

Μια τεχνικός εργαστηρίου φοράει μάσκα καθώς τοποθετεί νύμφες κουνουπιών σε ένα κλουβί στο Κέντρο Μαζικής Παραγωγής του Κοινού Κέντρου Ελέγχου Φορέων Τροπικών Ασθενειών του Πανεπιστημίου Sun Yat-Sen και του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν στο Γκουάνγκτζου της Κίνας, στις 20 Ιουνίου 2016. Kevin Frayer/Getty Images

 

Από τον Αύγουστο, οι αρχές ενέτειναν τη χρήση της μεθόδου Wolbachia, απελευθερώνοντας ολοένα και περισσότερα εργαστηριακά κουνούπια για να ελέγξουν το νέο ξέσπασμα.

Η τεχνική, ωστόσο, έχει αδυναμίες: αν εργαστηριακά θηλυκά δεν διαχωριστούν σωστά και αφεθούν στη φύση, συνεχίζουν να αναπαράγονται και να μεταδίδουν ασθένειες.

Όπως υπογραμμίζει ο Λιν, ο κίνδυνος διαφυγής θηλυκών κατά την απελευθέρωση είναι υπαρκτός. «Κανείς δεν γνωρίζει αν έχουν προκύψει μεταλλάξεις που ενισχύουν την ανθεκτικότητά τους στο περιβάλλον, καθιστώντας την εξάλειψή τους ακόμη δυσκολότερη. Είναι ένα πρόσθετο σημείο ανησυχίας».

Υποχρεωτική καραντίνα

Οι κινεζικές αρχές συνεχίζουν να εφαρμόζουν περιοριστικά μέτρα αντίστοιχα με εκείνα της πανδημίας του Covid-19, συμπεριλαμβανομένης και της υποχρεωτικής καραντίνας.

Στις 29 Σεπτεμβρίου, οι αρχές της Τζιανγκμέν ανήρτησαν στην επίσημη ιστοσελίδα ανακοίνωση κατά την οποία όλοι οι κάτοικοι οφείλουν να συμμορφώνονται με τα μέτρα ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων έρευνας, ελέγχων, λήψης δειγμάτων, απομόνωσης και πάσης φύσεως μέτρων για τη διαχείριση μολυσματικών ασθενειών. Η ανακοίνωση επισήμαινε χαρακτηριστικά: «Δεν επιτρέπεται η άρνηση καραντίνας».

Η κυρία Λιανγκ δήλωσε ότι «φοράω συνεχώς βραχιόλι κατά των κουνουπιών· αν σε τσιμπήσει κουνούπι, σε παίρνουν και σε πηγαίνουν σε καραντίνα».

Ο Λιν επισήμανε πως για την πρόληψη του chikungunya αρκούν βασικά μέτρα, όπως σίτες, κουνουπιέρες και μακρυμάνικα ρούχα. Αναφορικά με τους ακραίους χειρισμούς των αρχών, εξέφρασε την εκτίμηση πως «πιθανόν κυκλοφορούν και άλλες μολυσματικές ασθένειες στην περιοχή, εκτός από chikungunya».

Αγοραστές στο Σενζέν της Κίνας, στις 3 Απριλίου 2025. Getty Images

 

Υπογράμμισε ακόμη πως η εκμετάλλευση των κατοίκων μέσω υποχρεωτικής, αυτοχρηματοδοτούμενης καραντίνας και διαγνωστικών τεστ είναι μάλλον μόνο μία πτυχή του προβλήματος. «Η κατάσταση είναι μάλλον περίπλοκη και αξίζει διεθνούς προσοχής».

Ο Δρ Λιου συμπλήρωσε: «Η καταστολή των ασθενειών από το κινεζικό καθεστώς, όπως και κατά του Covid-19, οργανώνεται απευθείας από την ηγεσία του ΚΚΚ. Τα lockdown διήρκεσαν πολύ, αφήνοντας πολλούς ανθρώπους σε οριακή κατάσταση – κάποιοι εγκλωβίστηκαν σε πυρκαγιές, άλλοι πείνασαν μέχρι θανάτου. Πρόκειται για καταστροφή και τραγωδία ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε άλλες χώρες, απλώς ακολουθούνται οι ιατρικές πρακτικές και τα μέτρα ελέγχου χωρίς καταναγκασμούς προς τους πολίτες».

Με την συμβολή των Λούο Γιε και Λι Ζι

Η στρατηγική σημασία της θαλάσσιας γραμμής China-Europe Arctic Express

Το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας εγκαινίασε αυτήν την εβδομάδα νέα διαδρομή θαλάσσιας μεταφοράς προς την Ευρώπη μέσω της Αρκτικής, όπως μετέδωσαν τα κρατικά μέσα ενημέρωσης στις 22 Σεπτεμβρίου, αναζωπυρώνοντας το διεθνές ενδιαφέρον για τις φιλοδοξίες του Πεκίνου περί «Πολικής Οδού του Μεταξιού».

Η ναυτιλιακή γραμμή Sea Legend απέστειλε το πρώτο της πλοίο, το Istanbul Bridge, από το λιμάνι Νινγκμπό-Τζουσάν της ανατολικής επαρχίας Ζετζιάνγκ με προορισμό το λιμάνι Φέλιξστοου στο Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Xinhua.

Αναλυτές επισημαίνουν ότι η συγκεκριμένη διαδρομή παρουσιάζει για το κινεζικό καθεστώς περισσότερο γεωστρατηγική παρά εμπορική αξία. Η έναρξη λειτουργίας της γραμμής China-Europe Arctic Express έρχεται εν μέσω προσωρινού κλεισίματος των χερσαίων συνόρων Πολωνίας–Λευκορωσίας από τις 12 έως τις 25 Σεπτεμβρίου, γεγονός που διέκοψε τη China-Europe Railway Express, μια κομβική αρτηρία μεταξύ Κίνας κι Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναστέλλοντας το μεγαλύτερο μέρος της διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων μέσω σιδηροδρόμου.

Η νέα διαδρομή αναμένεται να διαρκεί περίπου 18 ημέρες απλής μετάβασης, χρόνος σημαντικά μικρότερος από ό,τι μέσω τρένου, της διώρυγας του Σουέζ ή του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, σύμφωνα με το Xinhua. 

Η επίσημη εφημερίδα του Πεκίνου Global Times δημοσίευσε επίσης άρθρο, τονίζοντας ότι δεν πρόκειται απλώς για μια νέα γραμμή ναυσιπλοΐας.

Στο άρθρο παρομοιάζεται η διάνοιξη βόρειας θαλάσσιας οδού δια μέσου της Αρκτικής με τις ιστορικές διώρυγες του Παναμά και του Σουέζ.

Παράλληλα χαρτογραφούνται οι μακρόπνοες επιδιώξεις του κινεζικού κράτους για την Αρκτική, ενώ ασκείται κριτική σε τρίτες δυνάμεις που μεταχειρίζονται την περιοχή σαν «αυλή» τους, ανταγωνιζόμενες για τους ενεργειακούς της πόρους και ενισχύοντας στρατιωτικά ερείσματα.

Το άρθρο αναπτύσσει εκ νέου τη στρατηγική πολιτικής και οικονομικής επέκτασης της Κίνας στην περιοχή. Η «Πολική Οδός του Μεταξιού», που εισήγαγε για πρώτη φορά το 2017 ο ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ, φαίνεται πλέον να υλοποιείται μέσω της γραμμής China-Europe Arctic Express.

Πρόκειται για προέκταση και θεμέλιο λίθο της ευρύτερης πρωτοβουλίας «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος», γνωστής και ως Belt and Road Initiative (BRI) – το φιλόδοξο εξωτερικό πολιτικό εγχείρημα του Πεκίνου που ξεκίνησε το 2013, με στόχο την αναβίωση των ιστορικών χερσαίων και θαλάσσιων εμπορικών αρτηριών της αρχαίας Κίνας, συνδέοντας Ασία, Ευρώπη και Αφρική στον 21ο αιώνα.

Στο πλαίσιο αυτό, κινεζικά κεφάλαια επενδύονται σε έργα υποδομών υψηλού κόστους σε περισσότερες από 60 συμμετέχουσες χώρες, μια από τις οποίες είναι και η Ελλάδα, – μια πρωτοβουλία που έχει δεχθεί έντονη κριτική για τη δημιουργία «παγίδων χρέους» και για λειτουργία ως όχημα διεύρυνσης της κινεζικής πολιτικής επιρροής.

Η τρίτη διαδρομή, η «Πολική Οδός του Μεταξιού», εισήχθη επίσημα το 2018 ως μέρος του BRI, με σκοπό την ανάπτυξη ναυτιλιακών οδών στην Αρκτική, κυρίως της Βόρειας Θαλάσσιας Οδού, και τη δημιουργία υποδομών καθ’ όλο το μήκος της.

Διπλός ρόλος

Η στρατηγική της Κίνας μέσω του BRI στοχεύει αφενός σε γεωπολιτική διείσδυση διά ξηράς και θαλάσσης, αφετέρου στην ενίσχυση της οικονομικής και εμπορευματικής της διασύνδεσης.

Ερευνητής του Ινστιτούτου Εθνικής Άμυνας και Ερευνών Ασφάλειας στην Ταϊβάν δήλωσε στη Epoch Times: «Η China-Europe Arctic Express, αυτή η καθοριστικής σημασίας εξέλιξη της «Πολικής Οδού του Μεταξιού», ενσαρκώνει διττή λειτουργία: εμπορικής διασύνδεσης και γεωστρατηγικής επέκτασης και ναυτικής παρουσίας».

Όπως υποστηρίζει ο ίδιος, «εκτός από τη διακίνηση φορτίων μέσω της συντομότερης διαδρομής της Αρκτικής προς την Ευρώπη, διευκολύνεται η διάταξη του κινεζικού πολεμικού ναυτικού στον Αρκτικό Ωκεανό, με δυνητική προβολή δυνάμεων ακόμη και προς τον Ατλαντικό, επηρεάζοντας σοβαρά μελλοντικές εξελίξεις στην ανατολική ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών». Αυτό εξηγεί και τη σημασία που δίνει ο Ντόναλντ Τραμπ στη Γροιλανδία.

Ένα πλοίο του Βασιλικού Δανικού Ναυτικού ετοιμάζεται να δέσει στο λιμάνι της πόλης Νουούκ, στη Γροιλανδία, στις 4 Μαΐου 2025. John Fredricks/The Epoch Times

 

Προσθέτει: «Γι’ αυτό και η Global Times αναφέρει ότι ο δρόμος της Αρκτικής δεν είναι μόνο εμπορικός διάδρομος. Αν το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα ενισχύσει την επιρροή του στην Αρκτική, αυτό αναπόφευκτα θα διαταράξει τη γεωστρατηγική ισορροπία και ναυτική ισχύ Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή – μια εξέλιξη που δεν πρέπει να υποτιμηθεί».

Γεωπολιτικά, η Αρκτική είναι πλούσια σε φυσικούς πόρους και, καθώς οι πάγοι λιώνουν, η ναυσιπλοΐα και δυναμικότητα εκμετάλλευσης αυξάνονται, σχολιάζει στην Epoch Times ο καθηγητής διεθνών σχέσεων Σουν Κουιξιάν του Πανεπιστημίου Νανχουά, Ταϊβάν.

Ο Σουν επισημαίνει ότι η εμπλοκή της Κίνας στην αρκτική αποσκοπεί στη διασφάλιση ρόλου τόσο στην αξιοποίηση πόρων όσο και στη διαμόρφωση των κανόνων ναυσιπλοΐας του μέλλοντος. Τονίζει ότι αρκετές δυτικές χώρες έχουν εκφράσει ανησυχίες για την αυξανόμενη κινεζική επιρροή στην Αρκτική, που ίσως προσφέρει δικαιολογία για στρατιωτική παρουσία και κατασκοπευτικές δραστηριότητες, απειλώντας τη στρατιωτική ισορροπία και τη γεωπολιτική σταθερότητα στην περιοχή.

Περισσότερο συμβολικό, παρά πρακτικό

Για τον ανεξάρτητο οικονομολόγο Ντέιβι Τζέι Γουάνγκ, που μίλησε στην Epoch Times από τις ΗΠΑ, η China-Europe Arctic Express έχει κυρίως στρατηγική και όχι εμπορική βαρύτητα. «Η συμβολή της στη χωρητικότητα μεταφοράς είναι περιορισμένη και, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα παραδοσιακά θαλάσσια δρομολόγια ή το China-Europe Railway Express που παραμένει ο κύριος άξονας του BRI μέσω ξηράς».

Ένας γερανός μεταφέρει ένα εμπορευματοκιβώτιο σε ένα τρένο της China Railway Express με προορισμό την Ευρώπη, στην κινεζική παραμεθόρια πόλη Erenhot, στην περιοχή της Εσωτερικής Μογγολίας, στις 18 Απριλίου 2019. STR/AFP μέσω Getty Images

 

Ο Γουάνγκ εξηγεί ότι η αξιοποίηση και ομαλοποίηση της διαδρομής στην Αρκτική είναι περιορισμένη λόγω εποχικότητας, απαιτήσεων για παγοθραυστικά, ιδιαίτερης ασφάλισης και ανεπαρκούς υποδομής στήριξης.

Προς το παρόν, τονίζει, «η διαδρομή αυτή λειτουργεί μόνον ως συμπλήρωμα, όχι ως εναλλακτική στις κύριες γραμμές μεταφοράς». Συμπληρώνει ακόμη ότι τόσο η διέλευση από την Αρκτική, όσο και οι νότιες διαδρομές (π.χ. Στενό της Μαλάκκα, Θάλασσα της Νότιας Κίνας και Ινδικός Ωκεανός) είναι εξαιρετικά κοστοβόρες. «Η διαδρομή της Αρκτικής δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί πλήρως, επομένως η μεταφορική της δυναμικότητα παραμένει σχετικά χαμηλή».

Ο Σουν συμπληρώνει ότι, εκτός του υψηλού κόστους που σχετίζεται με την εποχικότητα και τα παγοθραυστικά, ζητήματα όπως η ασφάλιση, αλλά και επιπτώσεις στο περιβάλλον και την ασφάλεια — παγκόσμιοι ρύποι τύπου black carbon, διαρροές πετρελαίου, οικολογικές πιέσεις και εργασιακά — απασχολούν εντόνως την ευρωπαϊκή πλευρά και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις.

Με την συμβολή της Λούο Για

Μαζικά τεστ για τον ιό ‘τσικουνγκούνια’ στην Κίνα προκαλούν φόβους για νέα απαγόρευση κυκλοφορίας

Η εξάπλωση του ιού τσικουνγκούνια (chikungunya) στην επαρχία Γκουανγκντόνγκ της Κίνας έχει προκαλέσει ανησυχία τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και διεθνώς, καθώς οι αρχές εφαρμόζουν μέτρα που θυμίζουν εκείνα της πανδημίας COVID-19.

Σύμφωνα με τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της Κίνας, έως τις 31 Ιουλίου είχαν επιβεβαιωθεί επίσημα πάνω από 6.000 κρούσματα στην πόλη Φοσάν, με το πρώτο να εντοπίζεται στις 8 Ιουλίου. Μόνο την 1η Αυγούστου, οι τοπικές αρχές ανέφεραν 333 νέα κρούσματα.

Ο ιός τσικουνγκούνια μεταδίδεται κυρίως μέσω των κουνουπιών και τα συμπτώματά του μοιάζουν με εκείνα του δάγκειου πυρετού, περιλαμβάνοντας πυρετό, έντονους πόνους στις αρθρώσεις, μυαλγίες, πονοκέφαλο, κόπωση και εξανθήματα. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη αντιική θεραπεία, και ενώ ο θάνατος είναι σπάνιος, δεν αποκλείεται κιόλας, κυρίως σε ευάλωτες ομάδες.

Το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων της επαρχίας Γκουανγκντόνγκ ανακοίνωσε ότι επιβεβαιωμένα περιστατικά έχουν καταγραφεί σε περισσότερες από δέκα πόλεις της επαρχίας. Στις 31 Ιουλίου, η Εθνική Επιτροπή Υγείας της Κίνας εξέδωσε επείγουσα οδηγία για τη διάγνωση και θεραπεία της νόσου, τονίζοντας ότι δεν υπάρχει διαθέσιμο εμβόλιο και ότι απαιτούνται μέτρα καραντίνας για ύποπτα και επιβεβαιωμένα κρούσματα.

Στη Φοσάν, όπου καταγράφεται η μεγαλύτερη έξαρση, τέθηκε σε εφαρμογή Επίπεδο III κατάστασης έκτακτης ανάγκης για τη δημόσια υγεία από τις 29 Ιουλίου. Στην κινεζική κλίμακα, το Επίπεδο Ι αντιστοιχεί σε «εξαιρετικά σοβαρή» κατάσταση και το Επίπεδο IV σε «γενική».

Κάτοικοι της περιοχής δήλωσαν σε τοπικά μέσα ότι έλαβαν επίσημη ειδοποίηση για μαζικά τεστ PCR διάρκειας τριών ημερών (29–31 Ιουλίου), ενώ αντίστοιχη ανακοίνωση έγινε και από την επιτροπή κατοίκων στο χωριό Σαμπιάν, στην κωμόπολη Λετσόνγκ της Φοσάν.

Σε βίντεο που κυκλοφόρησαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, φαίνονται πολίτες να σχηματίζουν ουρές για τεστ, ενώ συνεργεία απολύμανσης ψεκάζουν περιοχές για την καταπολέμηση των κουνουπιών.

Επέκταση πέρα από την επαρχία Γκουανγκντόνγκ

Οι τοπικές υγειονομικές αρχές ανέφεραν ότι ο ιός είχε ήδη εξαπλωθεί στο Μακάο και στο Πεκίνο. Στην πόλη Φουζού της επαρχίας Φουτζιάν, στις 29 Ιουλίου, αναρτήθηκε ανακοίνωση που ζητούσε από όσους επέστρεφαν από τη Φοσάν να παρακολουθούν την υγεία τους για 14 ημέρες.

Το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC) εξέδωσε ταξιδιωτική οδηγία επιπέδου 2 την 1η Αυγούστου, καλώντας όσους σχεδιάζουν να ταξιδέψουν στην Κίνα να «λάβουν αυξημένες προφυλάξεις» λόγω της έξαρσης του ιού στη Φοσάν.

Υπάλληλος του Εθνικού Ιδρύματος Υγείας της Βραζιλίας πραγματοποιεί απολύμανση κατά του κουνουπιού Aedes aegypti, φορέα του δάγκειου πυρετού, του πυρετού τσικουνγκούνια και του ιού ζίκα. Γκάμα, Βραζιλία, 17 Φεβρουαρίου 2016. (Evaristo Sa/AFP/Getty Images)

 

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) εξέφρασε επίσης ανησυχίες, επισημαίνοντας ότι παρατηρούνται πρώιμα σημάδια που θυμίζουν την επιδημία του τσικουνγκούνια πριν από δύο δεκαετίες, όταν ο ιός ξεκίνησε από την Κένυα και εξαπλώθηκε στον Ινδικό Ωκεανό, τη Νότια και Νοτιοανατολική Ασία, καθώς και σε τροπικές περιοχές της Ευρώπης και της Αμερικής, προσβάλλοντας πάνω από 5 εκατομμύρια ανθρώπους.

Η γιατρός Ντιάνα Ρόχας Άλβαρεζ από τον ΠΟΥ δήλωσε ότι απαιτούνται άμεσα μέτρα πρόληψης ώστε να αποφευχθεί επανάληψη του φαινομένου, επισημαίνοντας πως δεν υπάρχει ειδική θεραπεία και πως είναι κρίσιμο οι πολίτες να προστατεύονται από τα κουνούπια.

Εκτιμήσεις ειδικών

Ο λοιμωξιολόγος Τσενγκ Γιουάν-γιου από την Ταϊβάν ανέφερε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι σε περιοχές με υψηλό πληθυσμό του κουνουπιού Aedes aegypti, ένας και μόνο φορέας του ιού μπορεί να οδηγήσει σε μόλυνση άνω των 2.400 ατόμων μέσα σε έναν μήνα. Τόνισε επίσης πως, εάν η επιδημία επιδεινωθεί, είναι πιθανό να εκδοθούν περαιτέρω ταξιδιωτικές προειδοποιήσεις, αλλά όχι απαγορεύσεις, καθώς η νόσος έχει χαμηλή θνησιμότητα και σπάνιες σοβαρές επιπλοκές.

Ο Σον Λιν, καθηγητής βιοϊατρικών επιστημών στο Feitian College και πρώην μικροβιολόγος του αμερικανικού στρατού, εξέφρασε παρόμοια άποψη, λέγοντας ότι δεν κρίνεται απαραίτητη η επιβολή καραντίνας, καθώς ο ιός δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλά μέσω κουνουπιών. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο αποτελεσματικότερος τρόπος ελέγχου είναι η εξάλειψη των κουνουπιών και η διατήρηση καλών συνθηκών υγιεινής.

Όπως επεσήμανε, η πρόσφατη έξαρση πιθανώς συνδέεται με μεταβολές στον πληθυσμό των κουνουπιών και την ικανότητά τους να μεταφέρουν τον ιό, ενώ προσέθεσε ότι οι κινεζικές Αρχές δεν έχουν ακόμα εκδώσει έγκαιρη ερευνητική ανάλυση για την κατάσταση.

Αναφερόμενος στα μαζικά τεστ, ο Λιν υποστήριξε πως δεν είναι στην πραγματικότητα δωρεάν, καθώς σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος, η καραντίνα συνοδεύεται από επιπλέον έξοδα. Όπως είπε, το βάρος αυτό το επωμίζονται εμμέσως οι πολίτες, ενώ οι φαρμακευτικές εταιρείες επωφελούνται. Εξέφρασε επίσης αμφιβολίες για την αξία των μαζικών τεστ, σημειώνοντας ότι, ελλείψει αποτελεσματικής θεραπείας, δεν υπάρχει πρακτικό όφελος από τη διάγνωση.

Ανησυχία για πιθανή απαγόρευση κυκλοφορίας

Πολλοί πολίτες στην Κίνα δημοσίευσαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εμπειρίες που τους θυμίζουν τα μέτρα κατά της επιδημίας Covid-19. Κάτοικος της Φοσάν υποστήριξε σε βίντεο ότι του απαγορεύτηκε η έξοδος από νοσοκομείο μετά από αιμοληψία. Άλλος δήλωσε ότι τέθηκε σε υποχρεωτική καραντίνα υπό 24ωρη επιτήρηση επί τέσσερις ημέρες, ενώ σε βίντεο διακρίνονται φρουροί ασφαλείας στο κέντρο καραντίνας.

Άνθρωποι κάνουν ουρά για να υποβληθούν σε τεστ Covid-19 σε ένα κέντρο PCR. Σαγκάη, 21 Σεπτεμβρίου 2022. (Aly Song/Reuters)

 

Σχόλια για «ουρές στα τεστ» θύμισαν σε πολλούς την περίοδο της πανδημίας, ενώ πολίτες αναρωτήθηκαν αν επίκειται γενική απαγόρευση κυκλοφορίας και γιατί ζητείται ξανά η χρήση μάσκας σε καθημερινή βάση.

Στις 29 Ιουλίου, οι κινεζικές Αρχές πραγματοποίησαν τηλεδιάσκεψη για τον συντονισμό των μέτρων κατά της εξάπλωσης του τσικουνγκούνια. Στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνεται εκστρατεία εξολόθρευσης των κουνουπιών. Βίντεο που κυκλοφόρησε έδειξε παρουσία ένοπλων αστυνομικών στους ψεκασμούς, γεγονός που προκάλεσε σχόλια πολιτών περί «υπερβολικής σοβαρότητας» της κατάστασης.

Με τη συμβολή των Tang Bing και Luo Ya και πληροφορίες από το Reuters

Κύμα λουκέτων στη μεταποιητική βάση της Κίνας καθώς υποχωρεί περαιτέρω ο δείκτης PMI

Σε τροχιά συρρίκνωσης παρέμεινε και τον Ιούλιο ο μεταποιητικός τομέας στην Κίνα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το Γραφείο Στατιστικής της χώρας στις 31 Ιουλίου, ενώ παράλληλα καταγράφεται αυξανόμενος αριθμός εργοστασίων που αναστέλλουν τη λειτουργία τους ή κλείνουν οριστικά, ιδίως στην ευρύτερη περιοχή του Δέλτα του Ποταμού των Μαργαριταριών.

Ο δείκτης PMI (Δείκτης Υπευθύνων Προμηθειών) για τη μεταποίηση υποχώρησε στις 49,3 μονάδες τον Ιούλιο, από 49,7 τον Ιούνιο — επίδοση χαμηλότερη και από τις προβλέψεις, που τον τοποθετούσαν στο 49,7. Τιμές κάτω του 50 υποδηλώνουν συρρίκνωση του τομέα. Ταυτόχρονα, οι νέες παραγγελίες έπεσαν στις 49,4 από 50,2, ενώ ο υποδείκτης νέων παραγγελιών εξαγωγών διαμορφώθηκε στις 47,1 από 47,7.

Πτωτική ήταν η τάση και στον μη μεταποιητικό τομέα (κατασκευές και υπηρεσίες), με τον αντίστοιχο δείκτη να υποχωρεί στο 50,1 από 50,5.

Ανεξάρτητος οικονομολόγος με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Ντέιβυ Τζ. Γουόνγκ, δήλωσε στην εφημερίδα The  Epoch Times ότι τα δεδομένα αποτυπώνουν μια συστημική εξασθένιση της κινεζικής μεταποίησης, επισημαίνοντας ότι η πτώση σε δείκτες όπως οι νέες παραγγελίες εξαγωγών μαρτυρά επιφυλακτικότητα και απαισιοδοξία στον επιχειρηματικό κόσμο. Ο ίδιος εκτίμησε ότι δεν πρόκειται για ένα απλό κυκλικό φαινόμενο, αλλά για πρόβλημα που αγγίζει το ευρύτερο αναπτυξιακό μοντέλο της κινεζικής οικονομίας.

Παρά τη συμφωνία ΗΠΑ–Κίνας για τη μείωση των δασμών στα κινεζικά προϊόντα (από 150% σε 40–50%), οι εμπορικές εντάσεις και η εσωτερική αβεβαιότητα στην Κίνα συνεχίζουν να αποθαρρύνουν τις ξένες παραγγελίες, δυσχεραίνοντας περαιτέρω τη θέση των βιομηχανικών επιχειρήσεων.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Yee Fung Sports Technology, παλιάς εταιρείας με επενδύσεις από το Χονγκ Κονγκ και έδρα στην πόλη Τανγκσιά του Ντονγκουάν. Εργαζόμενος της εταιρείας ανέφερε στην Epoch Times ότι η παραγωγή σταμάτησε πλήρως μετά από εσωτερική ανακοίνωση στις 14 Ιουλίου, και όλοι οι εργαζόμενοι, πλην λίγων που διαχειρίζονται τις διαδικασίες παύσης, απολύθηκαν. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, τα μηχανήματα είχαν ήδη μεταφερθεί και τα κλιματιστικά είχαν αφαιρεθεί.

Η Yee Fung Group, με έτος ίδρυσης το 1977, κατασκεύαζε αθλητικά κράνη και σόλες παπουτσιών. Πηγή με γνώση των εσωτερικών της εταιρείας απέδωσε το λουκέτο στην κατακόρυφη πτώση των παραγγελιών.

Σύμφωνα με πληροφορίες της εφημερίδας, σειρά επιχειρήσεων με ξένα κεφάλαια ή ιδιωτών έχουν κλείσει από την αρχή του Ιουλίου, μεταξύ των οποίων η καναδικών συμφερόντων Tianhong Technology, που ανακοίνωσε διάλυση την 1η Ιουλίου.

Στις 22 Ιουλίου, η Wuzhu Electronic Technology Co., κορυφαία εταιρεία ημιαγωγών με ετήσιο κύκλο εργασιών 1,5 δισ. γουάν (περίπου 180 εκατ. ευρώ) και περίπου 6.000 εργαζόμενους, κατέθεσε αίτηση για πτώχευση και εκκαθάριση.

Εργάτες κατασκευάζουν πλαστικά καλούπια για παιχνίδια σε ένα εργοστάσιο στο Ντονγκουάν της επαρχίας Γκουανγκντόνγκ. Κίνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2007. (Feng Li/Getty Images)

 

Η οικονομική διευθύντρια επιχείρησης με το επώνυμο Τσεν φέρεται να δήλωσε στην Epoch Times ότι ακόμη και εργοστάσια στις επαρχίες Τζιανγκσού και Τζετζιάνγκ βρίσκονται σε δεινή θέση. Όπως είπε, «δεν είναι ότι δεν θέλουν να συνεχίσουν, αλλά δεν μπορούν· δεν υπάρχει ρευστότητα, τα προϊόντα δεν πουλάνε και οι πελάτες του εξωτερικού δεν σπεύδουν πλέον να κάνουν παραγγελίες».

Η τάση δεν περιορίζεται στο Ντονγκουάν. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, στο διάστημα Ιανουαρίου–Μαΐου 2025, μόνο στην Γκουανγκζού (πρωτεύουσα της επαρχίας Γκουανγκντόνγκ), διαγράφηκαν 72.769 επιχειρήσεις, δηλαδή 482 ημερησίως κατά μέσο όρο.

Η έξαρση των λουκέτων εντείνει την ανεργία σε μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές περιοχές της Κίνας.

Ο Σουν Κούο-σιάνγκ, καθηγητής διεθνών σχέσεων και επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο Nanhua της Ταϊβάν, υποστήριξε ότι οι μειωμένοι δασμοί δεν έχουν αποφέρει τη σταθεροποίηση που αναμενόταν, καθώς το πλήγμα στις εξαγωγές και στη μεταποίηση παραμένει θεμελιώδες.

Ο Γουόνγκ, από την πλευρά του, εκτίμησε ότι η εκεχειρία στον εμπορικό πόλεμο μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου συνιστά περισσότερο μια «τεχνική ανάπαυλα» στο πλαίσιο πολιτικών παζαριών, παρά ουσιαστική βελτίωση. Κατά τον ίδιο, τα τρέχοντα λουκέτα δεν οφείλονται σε νέα συναλλαγματικά σοκ, αλλά σε συνδυασμό της εσωτερικής ανισορροπίας της Κίνας με τις απαιτήσεις της διεθνούς αγοράς και στη συνεχιζόμενη μείωση ξένων παραγγελιών.

Με τη συμβολή των Luo Ya και Shen Yue

Το Πεκίνο εντείνει τους περιορισμούς εξόδου από τη χώρα – Κατάσχονται διαβατήρια δημοσίων υπαλλήλων και συνταξιούχων

Οι κινεζικές Αρχές ενέτειναν περαιτέρω τους περιορισμούς εξόδου από τη χώρα, επεκτείνοντας την κατάσχεση διαβατηρίων ακόμη και σε χαμηλόβαθμους δημόσιους υπαλλήλους και συνταξιούχους, σύμφωνα με μαρτυρίες πολιτών στην Κίνα.

Παρατηρητές εκτιμούν ότι πίσω από αυτή την απόφαση βρίσκονται τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά κίνητρα.

Ήδη από τη δεκαετία του 2010, το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) είχε αρχίσει να απαιτεί από ανώτερους αξιωματούχους, υπαλλήλους κρατικών υπηρεσιών σε ευαίσθητους τομείς όπως το χρηματοπιστωτικό σύστημα, αλλά και από δασκάλους σε ορισμένες περιοχές, να παραδίδουν τα διαβατήριά τους. Για οποιοδήποτε ταξίδι στο εξωτερικό, απαιτείτο πλέον έγκριση μέσω αίτησης. Το 2024, τα μέτρα αυτά επεκτάθηκαν και σε άλλες επαγγελματικές ομάδες και περιοχές, περιλαμβάνοντας πανεπιστημιακούς και δασκάλους σχολείων.

Σύμφωνα με συνταξιούχο δημόσιο υπάλληλο στο Πεκίνο, ο οποίος μίλησε στην εφημερίδα The Epoch Times στις 28 Ιουλίου με το επώνυμο Γκούο, χαμηλόβαθμοι αξιωματούχοι – όπως προϊστάμενοι τμημάτων και αναπληρωτές τους – κλήθηκαν να παραδώσουν τα διαβατήρια και τις ειδικές άδειες μετακίνησης προς Χονγκ Κονγκ και Μακάο. Όπως ανέφερε, οι εργαζόμενοι αυτοί ενημερώθηκαν ότι τα ταξιδιωτικά έγγραφα θα φυλάσσονται κεντρικά και πως σε περίπτωση επιθυμίας ταξιδιού στο εξωτερικό, απαιτείται γραπτή αίτηση προς την υπηρεσία τους, υπογεγραμμένη από προϊστάμενο επιπέδου διεύθυνσης και άνω, και στη συνέχεια έγκριση από το αρμόδιο τμήμα προσωπικού.

Ο Γκούο πρόσθεσε ότι τα μέτρα επεκτείνονται και σε συνταξιούχους δημοσίους υπαλλήλους. Παράδειγμα αποτελεί πρώην διευθυντής σε μικρό νομό της επαρχίας Γκουανγκσί, ο οποίος, μολονότι απέκτησε άδεια μόνιμης διαμονής σε ξένη χώρα, υποχρεώθηκε να παραδώσει το διαβατήριό του κατά την επίσκεψή του στην Κίνα. Η υπηρεσία του εν λόγω συνταξιούχου ενέκρινε μόνο εξάμηνη παραμονή στο εξωτερικό· σε περίπτωση μη επιστροφής του εντός αυτού του χρονικού διαστήματος, η σύνταξή του θα διακοπεί, κάτι που – κατά τον Γκούο – αντίκειται στους εθνικούς κανονισμούς.

Η Σουν, επικεφαλής του τμήματος χορήγησης δανείων κρατικής επιχείρησης στη Γκουανγκντόνγκ, δήλωσε – υπό την προϋπόθεση της ανωνυμίας – ότι οι περιορισμοί για τους εργαζομένους σε κρατικές επιχειρήσεις ενισχύθηκαν περαιτέρω φέτος. Όπως είπε, πέραν της κατάσχεσης όλων των ταξιδιωτικών εγγράφων, θεσπίστηκαν περιορισμοί που επιτρέπουν μόνο ένα ταξίδι στο εξωτερικό ανά έτος – δύο σε ειδικές περιπτώσεις – και πάντα κατόπιν προηγούμενης έγκρισης, με ακριβείς ημερομηνίες που δεν επιτρέπεται να τροποποιηθούν.

Παρόμοιοι περιορισμοί για δασκάλους, οι οποίοι είχαν ξεκινήσει από τις επαρχίες Φουτζιάν, Σάντονγκ και την περιοχή της Εσωτερικής Μογγολίας, επεκτάθηκαν φέτος και σε άλλες περιοχές. Κάτοικος της Γκουανγκτζού με το επώνυμο Λιάο ανέφερε ότι πλέον ακόμη και οι δάσκαλοι δημοτικών σχολείων υπόκεινται σε περιορισμούς εξόδου. Όπως ανέφερε, συνάδελφός της που εργάζεται στη δημόσια εκπαίδευση είδε το διαβατήριό του να κατάσχεται από τον εργοδότη του και χρειάστηκε να επιστρατεύσει προσωπικές επαφές με τις αρχές για να το ανακτήσει προσωρινά. Επεσήμανε ότι ακόμη και για μετάβαση στο Χονγκ Κονγκ απαιτείται αίτηση.

Σύμφωνα με την Λιάο, «η ελευθερία μετακίνησης δεν υφίσταται πλέον».

Επιβάτες ετοιμάζονται να επιβιβαστούν σε πτήση στο αεροδρόμιο της επαρχίας Τζιανγκσί, την 1η Νοεμβρίου 2022. (Ng Han Guan/AP Photo)

 

Ο Σεν Μινγκ-σι, διευθυντής του Τμήματος Εθνικής Ασφάλειας στο Ινστιτούτο Ερευνών Εθνικής Άμυνας και Ασφάλειας της Ταϊβάν, δήλωσε στην Epoch Times στις 29 Ιουλίου ότι το ΚΚΚ στοχεύει στον αυστηρότερο έλεγχο των νέων στελεχών του, καθώς οι υπάλληλοι επιπέδου τμήματος είναι συνήθως νεαρής ηλικίας και συχνά έχουν πρόσβαση σε κρίσιμες πληροφορίες εντός του κομματικού μηχανισμού. Εκτίμησε πως εάν οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι αποφασίσουν να εγκαταλείψουν τη χώρα ή να μεταναστεύσουν, θα σταλεί ένα πολιτικά επιζήμιο μήνυμα, ότι δηλαδή δεν έχουν πλέον εμπιστοσύνη στο Κόμμα.

Παράλληλα, Κινέζος δικηγόρος με το επώνυμο Ρεν εκτίμησε ότι πίσω από την επέκταση των μέτρων υπάρχουν και οικονομικά κίνητρα. Όπως είπε, η κινεζική οικονομία βρίσκεται σε δυσμενή κατάσταση και το καθεστώς αντιμετωπίζει οικονομική στενότητα, κάτι που αποτυπώνεται σε πρόσφατους κανονισμούς που δεν επιτρέπουν στους δημοσίους υπαλλήλους ούτε καν να βγουν για φαγητό ή ποτό. Ο ίδιος εκτίμησε ότι ο στόχος των περιορισμών είναι να αποτρέψουν τις δαπάνες πολιτών στο εξωτερικό και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο τα μέτρα να επεκταθούν στο μέλλον και σε πολίτες εκτός κρατικού μηχανισμού.

Τέλος, πανεπιστημιακός νομικός με το επώνυμο Λιου δήλωσε ότι η βασική επιδίωξη της ηγεσίας είναι να εμποδίσει εργαζομένους εντός του συστήματος να ταξιδέψουν σε ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης, όπου θα μπορούσαν να αποκτήσουν προσωπική εικόνα των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών. Σύμφωνα με τον Λιου, η επαφή με πιο ελεύθερα ή προηγμένα συστήματα θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλήρη απώλεια εμπιστοσύνης προς το αυταρχικό καθεστώς του ΚΚΚ. Εκτίμησε δε ότι η ενίσχυση των περιορισμών αποτελεί ένδειξη «ότι το Κόμμα βρίσκεται σε αδιέξοδο».

Με τη συμβολή των Xing Du και Luo Ya