Τρίτη, 30 Ιούν, 2026

Η Κύπρος εξετάζει διάλογο με το Ηνωμένο Βασίλειο για τις στρατιωτικές βάσεις

Ο πρόεδρος της Κύπρου Νίκος Χριστοδουλίδης δήλωσε στις 19 Μαρτίου ότι, μετά το τέλος της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, επιθυμεί να συζητήσει το μέλλον των βρετανικών στρατιωτικών βάσεων στο νησί. Οι βάσεις στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια αποτελούν κυρίαρχο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου από το 1960, όταν η Κύπρος απέκτησε την ανεξαρτησία της από τη Βρετανική Αυτοκρατορία.

Την 1η Μαρτίου, μη επανδρωμένο αεροσκάφος από το Ιράν καταρρίφθηκε και συνετρίβη στην αεροπορική βάση στο Ακρωτήρι, χωρίς να προκληθούν τραυματισμοί και με ελάχιστες ζημιές. Κατά την άφιξή του σε συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες την ίδια ημέρα, ο Χριστοδουλίδης χαρακτήρισε τις βάσεις «αποικιακό κατάλοιπο», σημειώνοντας ότι, μόλις λήξει η κατάσταση στη Μέση Ανατολή, η Κύπρος θα επιδιώξει ανοιχτή και ειλικρινή συζήτηση με τη βρετανική κυβέρνηση.

Ο Χριστοδουλίδης ανέφερε ότι περισσότεροι από 10.000 Κύπριοι πολίτες ζουν εντός των βρετανικών βάσεων και υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση φέρει ευθύνη απέναντι σε αυτούς, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι δεν προτίθεται να διαπραγματευτεί δημοσίως με το Ηνωμένο Βασίλειο.

Σε ανακοίνωσή του στις 19 Μαρτίου, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τόνισε ότι στέκεται «σταθερά και χωρίς επιφυλάξεις» στο πλευρό των κρατών-μελών που βρίσκονται κοντά στη ζώνη σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, επισημαίνοντας ότι αναγνωρίζει την πρόθεση της Κύπρου να ξεκινήσει διάλογο με το Ηνωμένο Βασίλειο για τις βάσεις και ότι είναι έτοιμο να παράσχει βοήθεια εφόσον χρειαστεί.

Ο υφυπουργός Άμυνας του Ηνωμένου Βασιλείου για τις Ένοπλες Δυνάμεις, Αλ Καρνς, δήλωσε στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 16 Μαρτίου ότι η κυριαρχία των βρετανικών βάσεων δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση, προσθέτοντας ότι κατά την επίσκεψη του υπουργού Άμυνας Τζον Χήλυ στην Κύπρο, στις 5 Μαρτίου, η κυπριακή εθνοφρουρά επιβεβαίωσε πως η μεταξύ τους σχέση είναι πιο στενή από ποτέ.

Η Βρετανία έχει χρησιμοποιήσει συχνά τις βάσεις στην Κύπρο για επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, ενώ στην πρόσφατη σύγκρουση με το Ιράν, αεροσκάφη της Βασιλικής Αεροπορίας πραγματοποιούν αποστολές από το Ακρωτήρι. Το μη επανδρωμένο αεροσκάφος της 1ης Μαρτίου καταρρίφθηκε Βρετανό πιλότο.

Ο εκπρόσωπος της κυπριακής κυβέρνησης στο Λονδίνο άσκησε κριτική στη βρετανική αντίδραση μετά την επίθεση, με τον Ύπατο Αρμοστή της Κύπρου στο Ηνωμένο Βασίλειο, Κυριάκο Κούρο, να δηλώνει στο BBC στις 4 Μαρτίου ότι οι πολίτες αισθάνονται απογοητευμένοι και φοβισμένοι και ότι ανέμεναν περισσότερα, ενώ σε δηλώσεις του στο Sky News την ίδια ημέρα σημείωσε ότι οι βάσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται χωριστά από το σύνολο του νησιού, καθώς σε αυτές ζουν Κύπριοι πολίτες.

Στις 5 Μαρτίου, ο Χήλυ συναντήθηκε με τον Κύπριο υπουργό Άμυνας Βασίλη Πάλμα για να συζητήσουν την ενίσχυση της αντιαεροπορικής άμυνας μη γνώμονα την κοινή ασφάλεια. Το βρετανικό υπουργείο Άμυνας ανέφερε σε ανάρτηση της 4ης Μαρτίου στην πλατφόρμα X ότι το μη επανδρωμένο αεροσκάφος που έπληξε το Ακρωτήρι δεν είχε εκτοξευθεί από το Ιράν.

Στις 10 Μαρτίου, το αντιτορπιλικό HMS Dragon απέπλευσε από το Πόρτσμουθ με κατεύθυνση την Κύπρο, με το Βασιλικό Ναυτικό να αναφέρει ότι θα χρησιμοποιήσει το σύστημα πυραύλων Sea Viper για την προστασία των βρετανικών συμφερόντων στην ανατολική Μεσόγειο, υποστηριζόμενο από ελικόπτερα Wildcat εξοπλισμένα με πυραύλους Martlet για την αποτροπή απειλών από ιρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Ηνωμένο Βασίλειο και Ιράν

Ο ηγέτης του Reform UK, Νάιτζελ Φάρατζ, υποστήριξε ότι η αντίδραση της κυβέρνησης στην υπεράσπιση των βάσεων στην Κύπρο καταδεικνύει ότι η Βρετανία είναι «πολύ αδύναμη» για να εμπλακεί στον πόλεμο με το Ιράν, ακόμη και αν ο πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ είχε τέτοια πρόθεση, επισημαίνοντας στις 20 Μαρτίου ότι αν και η χώρα δεν χρειάζεται να συμμετάσχει σε επιθετικές επιχειρήσεις, έχουν περάσει 19 ημέρες από την επίθεση σε κυρίαρχη βάση στην Κύπρο χωρίς να έχει φτάσει ακόμη ούτε ένα πλοίο του Βασιλικού Ναυτικού. Ο Φάρατζ κάλεσε την κυβέρνηση Στάρμερ να στηρίξει περισσότερο τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και τη στρατιωτική προσπάθεια κατά του Ιράν.

Εκπρόσωπος του βρετανικού υπουργείου Άμυνας ανέφερε σε δήλωση προς την εφημερίδα The Epoch Times ότι οι βάσεις στην Κύπρο διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο για την ασφάλεια των Βρετανών πολιτών και των συμμάχων τους στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, προσθέτοντας ότι από τον Ιανουάριο έχουν αναπτυχθεί επιπλέον αμυντικές δυνατότητες, όπως συστήματα ραντάρ, μέσα αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών, μαχητικά F-35, επίγεια αντιαεροπορική άμυνα και 400 επιπλέον στελέχη αεράμυνας.

Το 2009, ο τότε πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν είχε προτείνει την επιστροφή του μισού εδάφους των κυρίαρχων βάσεων σε περίπτωση συμφωνίας για την επανένωση της Κύπρου, η οποία παραμένει διαιρεμένη από την τουρκική εισβολή του 1974. Η Τουρκία είχε εισβάλει υποστηρίζοντας ότι στόχος ήταν η προστασία της τουρκοκυπριακής μειονότητας από διώξεις εκ μέρους ακραίων στοιχείων της ελληνοκυπριακής πλειοψηφίας που επεδίωκαν την ένωση με την Ελλάδα.

Το σχέδιο Ανάν των Ηνωμένων Εθνών για επανένωση απέτυχε το 2004, ωστόσο το τελευταίο διάστημα έχουν ανανεωθεί οι προσπάθειες για την επίλυση του πολιτικού αδιεξόδου. Στις 11 Δεκεμβρίου 2025, ο Χριστοδουλίδης και ο Τουφάν Ερχουρμάν, ηγέτης της αυτοανακηρυχθείσας Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου, ανακοίνωσαν μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, μεταξύ των οποίων η δυνατότητα για Τουρκοκύπριους παραγωγούς χαλουμιού να αποκτήσουν πρόσβαση στις αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο Νικόλας Κυριακίδης, Ελληνοκύπριος και εταίρος σε κορυφαίο δικηγορικό γραφείο της Κύπρου, ανέφερε στην Epoch Times τον Ιανουάριο ότι η σημασία της Κύπρος είναι αντιστρόφως ανάλογη του μεγέθους της, καθώς βρίσκεται στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής, σε μια περιοχή με αστάθεια, ενεργειακό ανταγωνισμό και μεταβαλλόμενες συμμαχίες. Μια ενωμένη Κύπρος θα αποτελούσε σπάνιο παράδειγμα επίλυσης συγκρούσεων στην ανατολική Μεσόγειο, σημείωσε.

Του Chris Summers

Η ΕΕ εξετάζει μειώσεις φόρων και στοχευμένες επιδοτήσεις για το ρεύμα

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει περικοπές στη φορολογία και στοχευμένες επιδοτήσεις στο ηλεκτρικό ρεύμα, προκειμένου να προστατεύσει καταναλωτές και βιομηχανίες από το κόστος ενέργειας που διογκώνεται εξαιτίας της σύρραξης στο Ιράν.

Το ζήτημα ήταν στο επίκεντρο των δηλώσεων της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου μετά τη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες στις 19 Μαρτίου.

«Οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος διαμορφώνονται από το κόστος ενέργειας, τις χρεώσεις δικτύου, την τιμολόγηση άνθρακα και τους φόρους», δήλωσε η φον ντερ Λάιεν, επισημαίνοντας πως οι μέσοι φόροι και τέλη στην ΕΕ αντιστοιχούν περίπου στο 15%.

Παράλληλα, αποκάλυψε σχέδιο που προβλέπει τη θέσπιση υποχρεωτικά χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών για το ηλεκτρικό συγκριτικά με τα ορυκτά καύσιμα, τονίζοντας: «Σε κάποιες περιπτώσεις, το ηλεκτρικό ρεύμα φορολογείται πολύ περισσότερο από το φυσικό αέριο, ακόμα και έως δεκαπέντε φορές παραπάνω. Αυτό δεν γίνεται να συνεχιστεί».

Σήμερα, ο κύριος όγκος της φορολόγησης στο ρεύμα προέρχεται από τον ΦΠΑ και την Οδηγία για τη Φορολόγηση της Ενέργειας, ενώ επιπλέον τέλη προστίθενται από τα κράτη-μέλη. Βάσει στοιχείων της Eurostat της 29ης Οκτωβρίου 2025, οι τιμές ρεύματος για τα νοικοκυριά στην ΕΕ διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο στα 28,72 ευρώ ανά 100 κιλοβατώρες το πρώτο εξάμηνο του 2025, παραμένοντας σχετικά σταθερές σε σχέση με το δεύτερο εξάμηνο του 2024, παρότι καταγράφηκε ελαφρά μείωση στις τιμές προ φόρων. Αξιοσημείωτο είναι ότι το μερίδιο φόρων και τελών αυξήθηκε από 24,7% σε 27,6%.

Μεγάλες διαφορές παρατηρούνται στις τιμές ηλεκτρικού ανά χώρα της ΕΕ, με τη Γερμανία να καταγράφει το υψηλότερο κόστος στα 38,35 ευρώ ανά 100 κιλοβατώρες, ακολουθούμενη από το Βέλγιο και τη Δανία. Αντίθετα, οι χαμηλότερες τιμές εντοπίζονται στην Ουγγαρία, τη Μάλτα και τη Βουλγαρία. Σε ετήσια βάση, καταγράφηκαν αυξήσεις τιμών στο Λουξεμβούργο, την Ιρλανδία και την Πολωνία, ενώ πτώσεις σημειώθηκαν στη Σλοβενία, τη Φινλανδία και την Κύπρο.

Η φον ντερ Λάιεν τόνισε πως, μέχρι στιγμής, η βασική επίπτωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή για την Ευρώπη είναι η άνοδος των τιμών ενέργειας και όχι η διακοπή της φυσικής ροής. «Η ΕΕ έχει διασφαλίσει τη διαφοροποίηση των πηγών φυσικού αερίου, κάτι που την προστάτευσε από ελλείψεις», εξήγησε.

Το 2025, η Νορβηγία ήταν ο μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου για την ΕΕ με μερίδιο 31,1% στις εισαγωγές, ακολουθούμενη από τις Ηνωμένες Πολιτείες με 25,4%, τη Ρωσία με 13,1% και χώρες της Βόρειας Αφρικής με 12,8%. Πέρυσι, η ΕΕ εισήγαγε πάνω από 140 δισ. κυβικά μέτρα υγροποιημένου φυσικού αερίου, εκ των οποίων το 58% περίπου προήλθε από τις ΗΠΑ.

«Το κόστος ενέργειας συνιστά κατά μέσο όρο το 56% της τελικής τιμής του ηλεκτρικού», ανέφερε η φον ντερ Λάιεν. Επεσήμανε πως τα κράτη-μέλη έχουν στη διάθεσή τους εργαλεία κρατικής ενίσχυσης για την αντιστάθμιση του κόστους και γνωστοποίησε ότι η Επιτροπή σχεδιάζει περαιτέρω χαλάρωση των σχετικών κανόνων, προκειμένου να διευρυνθεί η στήριξη προς ευάλωτα νοικοκυριά και ενεργοβόρες βιομηχανίες.

Διακριτή συμβολή στις τιμές έχει και το κόστος χρήσης των δικτύων, που αντιπροσωπεύει περίπου το 18% της τελικής τιμής. Η ΕΕ προτίθεται να προχωρήσει σε νομικές μεταρρυθμίσεις με στόχο τη βελτίωση της αποδοτικότητας των υποδομών, με την προοπτική να μειωθούν οι σχετικές χρεώσεις, ιδίως για βαριά βιομηχανία.

Στο στόχαστρο βρίσκεται επίσης το σύστημα εμπορίας ρύπων της ΕΕ, που υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να αγοράζουν δικαιώματα εκπομπών για κάθε τόνο διοξειδίου του άνθρακα που παράγουν. Η φον ντερ Λάιεν αναγνώρισε ότι το σύστημα έχει συμβάλει στη μείωση της εξάρτησης από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και στην προσέλκυση επενδύσεων σε «καθαρές» μορφές ενέργειας, ωστόσο παραδέχθηκε ότι η μεταβλητότητα των τιμών προκαλεί ανησυχία στη βιομηχανία. «Η Επιτροπή θα προτείνει μέτρα για τον εκσυγχρονισμό του συστήματος, διατηρώντας ωστόσο τους περιβαλλοντικούς του στόχους», διαβεβαίωσε.

Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί επιδιώκουν να ολοκληρώσουν την αναθεώρηση του συστήματος εμπορίας ρύπων μέχρι τον Ιούλιο, παρά τις σημαντικές διαφορές απόψεων μεταξύ κρατών-μελών ως προς το βάθος των αναγκαίων αλλαγών.

Ο Ιταλός υπουργός Βιομηχανίας, Αντόλφο Ούρσο, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο πιο ριζικών παρεμβάσεων, λέγοντας στις 9 Μαρτίου: «Η αναστολή του ETS θα μπορούσε να αποτελέσει λύση έκτακτης ανάγκης, σε περίπτωση που οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις δεν προχωρήσουν άμεσα», ενώ επικαλέστηκε εκτιμήσεις της βιομηχανίας ότι η κατάργηση του συστήματος θα μπορούσε να μειώσει τις τιμές του ηλεκτρικού κατά 25-30 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Ουκρανοί ειδικοί στα drone υπερασπίζονται τον Περσικό από ιρανικές απειλές

Στο πλευρό πέντε χωρών της Μέσης Ανατολής επιχειρούν πλέον ουκρανικές μονάδες αναχαίτισης, με αποστολή την προστασία κρίσιμων υποδομών από τα αυξανόμενα πλήγματα ιρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών, όπως ανακοίνωσε στις 20 Μαρτίου ο γραμματέας του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ουκρανίας, Ρουστέμ Ουμέροφ.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Ουμέροφ — ο οποίος διετέλεσε υπουργός Άμυνας της Ουκρανίας έως τον Ιούλιο του 2025 — δήλωσε πως επισκέφθηκε τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, το Κουβέιτ, την Ιορδανία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όπου είχε σειρά συναντήσεων με την ηγεσία των χωρών αυτών.

Η ανακοίνωση έγινε δύο εικοσιτετράωρα μετά από ιρανική επίθεση σε μονάδα παραγωγής φυσικού αερίου στο Ρας Λαφάν του Κατάρ, όπου σύμφωνα με τη Qatar Energy, την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία του Κατάρ, προκάλεσε σοβαρές ζημιές.

Στις 19 Μαρτίου, το Ιράν κλιμάκωσε τις επιθέσεις του κατά των ενεργειακών εγκαταστάσεων του αραβικού Κόλπου, πλήττοντας με μη επανδρωμένα το διυλιστήριο Σαμρέφ στη Σαουδική Αραβία, καθώς και τα διυλιστήρια Μίνα Αλ Αχμαντί και Μίνα Αμπντουλάχ στο Κουβέιτ. Και στα τρία ξέσπασαν πυυρκαγιές.

Ο Ουμέροφ δήλωσε ότι Ουκρανοί στρατιωτικοί ειδικοί είναι επιχειρησιακά ενεργοί σε κάθε μία από αυτές τις χώρες, χρησιμοποιώντας ουκρανική τεχνολογία για την αντιμετώπιση της απειλής των μη επανδρωμένων. Επεσήμανε πως οι Ουκρανοί διαθέτουν μεγάλη εμπειρία στην αναχαίτιση μη επανδρωμένων, αξιοποιώντας συχνά μικρά drone, πολυβόλα ή συσκευές παρεμβολής σημάτων για την εξουδετέρωσή τους.

Διευκρίνισε επίσης πως μονάδες αναχαίτισης έχουν σταλεί για την προστασία πολιτικών αλλά και κρίσιμων υποδομών, με στόχο να επεκταθεί περαιτέρω η κάλυψη. «Προετοιμάζουμε και πρακτικές λύσεις αεράμυνας, αντλώντας από την ουκρανική εμπειρία της τετραετούς πολεμικής αντιπαράθεσης με τη Ρωσία, μια χώρα που έχει χρησιμοποιήσει μαζικά την τεχνολογία των μη επανδρωμένων τόσο στην πρώτη γραμμή όσο και εναντίον ενεργειακών και άλλων υποδομών», υπογράμμισε ο Ουμέροφ.

Ουκρανικές ομάδες σε πέντε χώρες — «Κρίσιμη η σταθερότητα στην περιοχή»

Την ίδια ημέρα, ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, αποκάλυψε ότι έχουν φτάσει στην Ουκρανία αιτήματα συνδρομής κι από άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής. «Υπάρχουν επίσης αιτήματα και από την αμερικανική πλευρά σχετικά με την παροχή υποστήριξης ειδικών προς τις δυνάμεις τους σε δύο περιοχές της ευρύτερης περιοχής», δήλωσε ο Ζελένσκι. «Αξιολογούμε και σχετικά αιτήματα Ευρωπαίων εταίρων των οποίων οι δυνάμεις σταθμεύουν εκεί».

Ο Ουκρανός πρόεδρος τόνισε ότι «η Ουκρανία δεσμεύεται για τη γρήγορη και αξιόπιστη σταθεροποίηση [της περιοχής] γύρω από το Ιράν, που έχει παγκόσμια σημασία για τις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου και κατά συνέπεια για τη διαμόρφωση τιμών, ιδίως στην Ευρώπη και την Ουκρανία».

«Η Ουκρανία τηρεί σταθερή στάση ως προς το αδιαπραγμάτευτο της αποτυχίας της τρομοκρατικής εκστρατείας του ιρανικού καθεστώτος, το οποίο σταθερά υποστηρίζει η Ρωσία», υπογράμμισε ακόμα ο Ζελένσκι.

Ερωτηθείς, κατά τη διάρκεια συνέντευξης στο Fox News Radio, στις 13 Μαρτίου, για την προοπτική της ουκρανικής αρωγής στην άμυνα κατά των μη επανδρωμένων, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είχε απαντήσει αρνητικά, σημειώνοντας πως οι ΗΠΑ δεν χρειάζονται τη βοήθεια της Ουκρανίας.

Η ουκρανική τεχνογνωσία και η αναμέτρηση με τα «shahed»

Ο Ζελένσκι είχε ήδη προσφέρει τη συνδρομή ειδικών κατά τα πρώτα στάδια του πολέμου, όταν το Ιράν άρχισε να εξαπολύει κατά κύματα μη επανδρωμένα «shahed» και άλλα εναντίον αμερικανικών συμμάχων στον Κόλπο.

«Όλοι αυτοί αντιμετωπίζουν σοβαρή απειλή και το αναγνωρίζουν ανοιχτά. Τα ιρανικά επιθετικά drone είναι τα ίδια shahed που πλήττουν τις πόλεις, τα χωριά και τις ουκρανικές υποδομές, καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου μας», επεσήμανε ο Ζελένσκι μετά τη συνάντησή του με τους ηγέτες της Ιορδανίας, του Μπαχρέιν, του Κατάρ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων στις 3 Μαρτίου.

Στις 11 Μαρτίου, ανακοίνωσε πως το Κίεβο είχε στείλει εξειδικευμένες ομάδες στη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για την αντιμετώπιση των ιρανικών πληγμάτων από μη επανδρωμένα. «Σχετικά με τη Μέση Ανατολή, έχουμε αποστείλει τρεις επαγγελματικές, πλήρως εξοπλισμένες ομάδες», είπε ο Ζελένσκι στους δημοσιογράφους, διευκρινίζοντας πως ακόμη και χώρες που αγόραζαν σιωπηρά συστήματα αναχαίτισης, διαπίστωσαν την αναποτελεσματικότητά τους χωρίς Ουκρανούς στρατιωτικούς χειριστές και το κατάλληλο λογισμικό.

Ανταποδοτικά πλήγματα μετά την «Επική Οργή»

Οι ιρανικές επιθέσεις στις εγκαταστάσεις ενέργειας του Κόλπου αποτελούν απάντηση στις ισραηλινές πυραυλικές επιδρομές στο κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars στο νότιο Ιράν. Πρόκειται για το μεγαλύτερο κοίτασμα φυσικού αερίου στον κόσμο, το οποίο μοιράζονται το Ιράν και το Κατάρ και αποτελεί βασική πηγή ανεφοδιασμού για τη διεθνή αγορά.

Από την έναρξη της επιχείρησης «Epic Fury» από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου, οι διεθνείς τιμές καυσίμων κατέγραψαν απότομη άνοδο και από περίπου 73 δολάρια το βαρέλι για το West Texas Intermediate σκαρφάλωσαν στα 96 δολάρια μέχρι τις 19 Μαρτίου, προτού σημειώσουν μικρή υποχώρηση στα 95,53 δολάρια στις 9:30 π.μ. της 20ής Μαρτίου.

Παγκόσμιες απειλές και γεωπολιτικές ισορροπίες στο επίκεντρο νέας έκθεσης των ΗΠΑ

Οι κορυφαίοι αξιωματούχοι των υπηρεσιών πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών παρουσίασαν στις 19 Μαρτίου την ετήσια παγκόσμια αξιολόγηση απειλών στην Επιτροπή Πληροφοριών της Βουλής των Αντιπροσώπων, καλύπτοντας ζητήματα όπως ο πόλεμος στο Ιράν, η εξέλιξη της τρομοκρατίας, οι δραστηριότητες του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας εντός των ΗΠΑ και η συνεργασία μεταξύ αντίπαλων κρατών.

Μεταξύ των ομιλητών ήταν η διευθύντρια Εθνικών Πληροφοριών Τούλσι Γκάμπαρντ, ο διευθυντής της CIA Τζον Ράτκλιφ και ο διευθυντής του FBI Κας Πατέλ. Παράλληλα, η έκθεση απειλών του 2026, που δημοσιεύθηκε στις 18 Μαρτίου και συνέπεσε με διήμερη κατάθεση στο Κογκρέσο, αναδεικνύει μια ευρύτερη τάση συνεργασίας μεταξύ αντιπάλων των ΗΠΑ.

Ενώ το 2025 η Κίνα είχε χαρακτηριστεί ως η κυρίαρχη απειλή, η νέα αξιολόγηση δίνει έμφαση στη δυναμική ενός «συμπλέγματος» κρατών, στο οποίο περιλαμβάνονται η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα. Σύμφωνα με την έκθεση, η επιλεκτική συνεργασία μεταξύ αυτών των χωρών, με στόχο την εξισορρόπηση των ενεργειών των Ηνωμένων Πολιτειών και την ενίσχυση των δικών τους στρατηγικών, ενδυναμώνει τη συνολική απειλή που συνιστούν για την Ουάσιγκτον.

Ωστόσο, επισημαίνεται ότι δεν πρόκειται για πλήρεις συμμαχίες, καθώς τα κράτη αυτά διατηρούν αποκλίνοντα συμφέροντα και επιφυλάξεις απέναντι σε άμεση αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ, γεγονός που περιορίζει το βάθος και το εύρος της συνεργασίας τους.

Η έκθεση καταγράφει επίσης ορισμένες βελτιώσεις στις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας, όπως τα μέτρα του Πεκίνου για τον περιορισμό των εξαγωγών πρόδρομων ουσιών φαιντανύλης μετά από διμερή συνάντηση τον Οκτώβριο του 2025.

Κύριες απειλές για την εσωτερική ασφάλεια των ΗΠΑ

Η Γκάμπαρντ επισήμανε ότι η ασφάλεια των συνόρων και η παρακολούθηση των μεταναστευτικών ροών αποτελούν βασικό στοιχείο της εθνικής άμυνας, τονίζοντας ότι το τελευταίο έτος καταγράφηκαν σημαντικά θετικά αποτελέσματα στο μεταναστευτικό.

Η αυστηρή εφαρμογή των πολιτικών στα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού λειτούργησε αποτρεπτικά και μείωσε δραστικά την παράνομη μετανάστευση, σημειώνοντας ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Υπηρεσίας Τελωνείων και Προστασίας Συνόρων, οι μηνιαίες καταγραφές διελεύσεων τον Ιανουάριο του 2026 μειώθηκαν κατά 83,8% σε σχέση με τον Ιανουάριο του 2025.

Παρά ταύτα, τόνισε ότι οι βασικοί παράγοντες μετανάστευσης αναμένεται να συνεχιστούν ή να επιδεινωθούν, ιδίως σε χώρες όπως η Κούβα και η Αϊτή, όπου δραστηριοποιούνται διεθνικά εγκληματικά δίκτυα που αντιμετωπίζουν το χάος ως ευκαιρία για κέρδος.

Η εισαγωγή φαιντανύλης παραμένει σοβαρή απειλή, με ομάδες που εδρεύουν στο Μεξικό, όπως το καρτέλ Χαλίσκο, να κυριαρχούν στην παραγωγή και διακίνηση ναρκωτικών προς τις ΗΠΑ. Παράλληλα, οργανώσεις στην Κολομβία, όπως οι Επαναστατικές Ένοπλες Δυνάμεις και ο Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός, εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχία.

Η Γκάμπαρντ υπογράμμισε ότι το τοπίο της τρομοκρατίας εξελίσσεται, με γεωγραφικά διασπαρμένους ισλαμιστικούς τρομοκρατικούς δρώντες που επιδιώκουν να διαδώσουν την ιδεολογία τους και να πλήξουν Αμερικανούς. Η εξάπλωση ιδεολογιών που συνδέονται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και άλλες οργανώσεις θεωρείται σοβαρή απειλή για τις θεμελιώδεις αρχές του δυτικού πολιτισμού.

Ο Πατέλ ανέφερε ότι το FBI προχώρησε το προηγούμενο έτος σε 2.300 συλλήψεις που σχετίζονται με ξένους τρομοκράτες, εκ των οποίων 700 αφορούσαν αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις, ενώ σε 640 περιπτώσεις αποτράπηκαν επιθέσεις εντός των ΗΠΑ. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε σε τέσσερις επιθέσεις που αποτράπηκαν μέσα σε 18 ημέρες τον Δεκέμβριο.

Επισήμανε επίσης περίπτωση δράστη που είχε καταδικαστεί για τρομοκρατία αλλά είχε λάβει ελαφρύτερη ποινή από την προτεινόμενη, γεγονός που του επέτρεψε να είναι ελεύθερος κατά τη στιγμή της επίθεσης, με αποτέλεσμα τον θάνατο μέλους των ενόπλων δυνάμεων.

Επιχείρηση «Epic Fury»

Αναφερόμενοι στις επιχειρήσεις στο Ιράν, οι αξιωματούχοι περιέγραψαν την Επιχείρηση «Epic Fury» ως στρατηγική προσπάθεια αποδυνάμωσης του Ιράν και των συμμάχων του, με στόχο την προστασία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Γκάμπαρντ σημείωσε ότι το Ιράν παραμένει λειτουργικό αλλά έχει αποδυναμωθεί σημαντικά λόγω επιθέσεων από το Ισραήλ και τις ΗΠΑ στην ηγεσία και τις δυνατότητές του. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι εάν το καθεστώς επιβιώσει, είναι πιθανό να επιδιώξει ανασυγκρότηση στρατιωτικών δυνάμεων, υποδομών και πυρηνικών δυνατοτήτων, συνεχίζοντας να μην συμμορφώνεται με τις διεθνείς του υποχρεώσεις.

Ο Ράτκλιφ ανέφερε ότι, σύμφωνα με διαθέσιμες πληροφορίες, σε περίπτωση σύγκρουσης Ιράν-Ισραήλ, οι ΗΠΑ θα δεχθούν άμεση επίθεση ανεξαρτήτως της στάσης τους. Διευκρινίστηκε, ωστόσο, ότι η κοινότητα πληροφοριών δεν αποφασίζει για στρατιωτική εμπλοκή, αλλά παρέχει αντικειμενικές εκτιμήσεις στον πρόεδρο.

Ανάπτυξη όπλων

Η έκθεση αναφέρει ότι η Κίνα, η Ρωσία, η Βόρεια Κορέα, το Ιράν και το Πακιστάν αναπτύσσουν πυραυλικά συστήματα ικανά να πλήξουν τις Ηνωμένες Πολιτείες, διαθέτοντας ήδη περισσότερους από 3.000 πυραύλους, με εκτιμήσεις για αύξηση σε 16.000 έως το 2035.

Παρά την ανάπτυξη μη επανδρωμένων αεροσκαφών αυτοκτονίας, τα κράτη αυτά συνεχίζουν να δίνουν προτεραιότητα σε προηγμένους πυραύλους.

Το πρόγραμμα αντιπυραυλικής άμυνας «Golden Dome» φαίνεται να επηρεάζει τις στρατηγικές των αντιπάλων και να λειτουργεί αποτρεπτικά, με Κινέζους αξιωματούχους να εκτιμούν ότι μειώνει το κατώφλι στρατιωτικής δράσης των ΗΠΑ.

Το διάστημα αναδεικνύεται σε όλο και πιο ανταγωνιστικό πεδίο, με την Κίνα να αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο έναντι της Ρωσίας, καθώς οι κυρώσεις περιορίζουν τη ρωσική διαστημική δραστηριότητα. Η ταχεία ανάπτυξη διαστημικών δυνατοτήτων από το Πεκίνο του επιτρέπει να ενισχύει την εξωτερική του πολιτική, να αμφισβητεί την αμερικανική υπεροχή και να προβάλλει ισχύ παγκοσμίως.

Το χαμηλό κόστος πρόσβασης στο διάστημα επιτρέπει σε περισσότερους δρώντες να εξελιχθούν σε απειλές, ενώ οι διαστημικές διαταραχές αναμένεται να καταστούν συνηθισμένες σε περιόδους κρίσεων. Αυτό συνδέεται και με τις κυβερνοαπειλές, όπου η Κίνα παραμένει η πιο ενεργή και επίμονη απειλή για κυβερνητικά, ιδιωτικά και κρίσιμα δίκτυα των ΗΠΑ.

Η έκθεση σημειώνει επίσης την επέκταση των πυρηνικών δυνατοτήτων της Κίνας, η οποία θεωρεί τα πυρηνικά όπλα βασικό στοιχείο του ανταγωνισμού της με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παρεμβάσεις κατά της απόκτησης γης από το ΚΚΚ

Ο Πατέλ ανέφερε ότι το FBI εργάζεται για την αντιμετώπιση δραστηριοτήτων του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) εντός των ΗΠΑ, σε συνεργασία με πολιτειακές και τοπικές αρχές.

Στο πλαίσιο αυτό, εντοπίζονται περιπτώσεις κατοχής γης από παράγοντες του κόμματος που δεν υπόκεινται σε έλεγχο από την αρμόδια επιτροπή ξένων επενδύσεων. Αναφέρθηκε χαρακτηριστικά περίπτωση αγροτικής έκτασης περίπου 1.600 στρεμμάτων στο Τέξας, η οποία κατασχέθηκε πλήρως μετά από έφοδο λόγω παράνομης κατοχής όπλων.

Ανάλογη επιχείρηση πραγματοποιήθηκε στη Λουιζιάνα, όπου εγκαταστάσεις γεώτρησης που συνδέονταν με το ΚΚΚ έκλεισαν, καθώς φέρονταν να χρησιμοποιούνται για συλλογή δεδομένων και πληροφοριών από Αμερικανούς.

Το FBI διεξάγει επίσης έξι σχετικές έρευνες σε διάφορες περιοχές της χώρας.

Συμμαχίες και εντάσεις

Το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας επιδιώκει τη μείωση των εντάσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες όταν αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντά του, προστατεύει τις βασικές του επιδιώξεις και του δίνει χρόνο να ενισχύσει τη θέση του.

Παράλληλα, συνεχίζει να επιδιώκει κυριαρχία σε κρίσιμους τομείς όπως τα ορυκτά, τα συστήματα αποθήκευσης ενέργειας, τα φαρμακευτικά συστατικά και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, με στόχο τη διατήρηση της εξάρτησης των ΗΠΑ, ενώ μειώνει τη δική της εξάρτηση σε στρατηγικούς τομείς όπως η ΑΙ και οι ημιαγωγοί.

Το Πεκίνο ενισχύει επίσης τις σχέσεις του με τον «Παγκόσμιο Νότο» σε τομείς όπως η παραγωγή και το εμπόριο, ενώ η συνεργασία του με χώρες όπως το Ιράν και η Ρωσία τους επιτρέπει να παρακάμπτουν τις δυτικές οικονομικές κυρώσεις.

Τέλος, η Κίνα αυξάνει τη στρατιωτική πίεση στην περιφέρειά της, ενισχύοντας την επιθετικότητά της έναντι της Ταϊβάν, των Φιλιππίνων και της Ιαπωνίας.

Η ακρόαση πραγματοποιήθηκε δύο ημέρες μετά από αντίστοιχη ενημέρωση των ίδιων αξιωματούχων ενώπιον της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας.

Των Catherine Yang και Savannah Hulsey Pointer

Η διεύρυνση του δορυφορικού δικτύου της Κίνας και οι ανησυχίες για την ασφάλεια

Η δορυφορική υποδομή επιτήρησης του Πεκίνου έχει σχεδιαστεί ώστε να εξυπηρετεί στρατιωτικές συγκρούσεις, θέτοντας σημαντική πρόκληση για την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού και τον κόσμο, προειδοποιούν ειδικοί.

Οι εν λόγω δορυφόροι, που εκτιμάται ότι χρησιμοποιούνται για συλλογή πληροφοριών, διέρχονται από τον ιαπωνικό εναέριο χώρο περίπου έξι φορές την ώρα, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας The Yomiuri Shimbun της 15ης Μαρτίου.

Η ανάλυση της ιαπωνικής εφημερίδας, βασισμένη σε δημόσια διαθέσιμα δεδομένα παρακολούθησης της Διαστημικής Δύναμης των ΗΠΑ, αποκάλυψε ότι δέκα διαστημικά σκάφη του κινεζικού συστήματος αναγνωριστικών δορυφόρων Yaogan χρειάζονται περίπου δύο ώρες για να περάσουν πάνω από βάσεις στην Ιαπωνία που λειτουργούν από τις Δυνάμεις Αυτοάμυνας και τον αμερικανικό στρατό.

Οι δορυφόροι αυτοί διέρχονται επίσης πάνω από τη Νότια Σινική Θάλασσα και το Γκουάμ.

Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, έως τον Δεκέμβριο του 2025, περίπου 80 από τους 160 δορυφόρους Yaogan παραμένουν ενεργοί, όπως επιβεβαιώνεται από τις μεταβολές στο ύψος της τροχιάς τους κατά τα τελευταία τρία χρόνια. Η Κίνα εκτόξευσε τον πρώτο δορυφόρο της σειράς, τον Yaogan-1, το 2006, ενώ το πιο πρόσφατο μοντέλο, Yaogan-50 02, εκτοξεύθηκε στις 15 Μαρτίου, σύμφωνα με το κρατικό μέσο CGTN.

Κατασκοπεία από το διάστημα

Ο Μαρκ Κάο, αναλυτής στρατιωτικής τεχνολογίας και παρουσιαστής του κινεζόφωνου καναλιού στρατιωτικών ειδήσεων στο YouTube «Mark Space», εκτίμησε ότι ο εκτεταμένος δορυφορικός στόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) προκαλεί ανησυχία, καθώς έχει επεκταθεί ώστε να επιτυγχάνει ολοκληρωμένη επιτήρηση σε υψηλές, μεσαίες και χαμηλές τροχιές γύρω από τη Γη.

Όπως ανέφερε στην εφημερίδα The Epoch Times, η Κίνα διαθέτει σήμερα τον δεύτερο μεγαλύτερο στόλο αναγνωριστικών δορυφόρων παγκοσμίως μετά τις ΗΠΑ, αξιοποιώντας τεχνολογίες οπτικές, υπέρυθρες και ραντάρ συνθετικού ανοίγματος για δυνατότητες παρατήρησης της επιφάνειας της Γης υπό οποιεσδήποτε καιρικές συνθήκες.

Ο Κάο εξήγησε ότι το πρόγραμμα Yaogan είναι καθοριστικής σημασίας για την προσπάθεια του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΛΑΣ) της Κίνας να μετασχηματίσει τον σύγχρονο πόλεμο μέσω διαστημικής αναγνώρισης και να ανταποκριθεί στην οδηγία του Κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ για επικράτηση στον «πόλεμο της πληροφορίας».

Ο τελικός σκοπός αυτών των δορυφόρων είναι η εξυπηρέτηση στρατιωτικών συγκρούσεων, καθώς η κατοχή μεγάλου όγκου δεδομένων για την ανάπτυξη του αντιπάλου παρέχει κρίσιμες πληροφορίες για τον εντοπισμό στόχων υψηλής αξίας και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των πληγμάτων.

Οι δορυφόροι μπορούν να ενισχύσουν την παρακολούθηση αντίπαλων δυνάμεων και σε περιόδους ειρήνης, ακόμη και χωρίς άμεση ανάγκη πολεμικής εμπλοκής, παρέχοντας έγκαιρη ενημέρωση για μετακινήσεις προσωπικού και εξοπλισμού, καθώς και για την ανάπτυξη νέων μέσων, επιτυγχάνοντας πλήρη επίγνωση της κατάστασης.

Το Πεκίνο χρησιμοποιεί το δίκτυο αυτό για την παροχή πληροφοριών σε συμμάχους του, με τη Μόσχα να βασίζεται σε εικόνες Yaogan για τον πόλεμο στην Ουκρανία και το Ιράν να αξιοποιεί τη διαστημική αναγνώριση της Κίνας για τον εντοπισμό στρατιωτικών στόχων σε κράτη του Κόλπου.

Το ΚΚΚ έχει καταστεί βασικός πάροχος πληροφοριακών πόρων για το αντιδυτικό μπλοκ που είναι γνωστό ως «CRINK» — δηλαδή Κίνα, Ρωσία, Ιράν και Βόρεια Κορέα — το οποίο ο Μάικ Τέρνερ (R-Ohio) είχε χαρακτηρίσει το 2024 ως την πιο άμεση απειλή για την Ουάσιγκτον.

Εστίαση στην Ταϊβάν

Σύμφωνα με το δημοσίευμα της εφημερίδας The Yomiuri Shimbun, οι ογδόντα ενεργοί δορυφόροι λειτουργούν κυρίως μεταξύ 35° βορείου και νοτίου γεωγραφικού πλάτους, καλύπτοντας και περιοχές πάνω από την Ταϊβάν.

Το Τόκυο παρακολουθεί στενά το δίκτυο αυτό, καθώς ανησυχεί ότι το Πεκίνο θα το αξιοποιήσει για την παρακολούθηση της δραστηριότητας της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ σε περίπτωση κρίσης γύρω από την Ταϊβάν, την οποία το ΚΚΚ προτίθεται να προσαρτήσει ακόμη και με τη χρήση βίας.

Ο Κάο εξήγησε ότι, δεδομένου πως τα Στενά της Ταϊβάν αποτελούν βασική στρατηγική προτεραιότητα για το ΚΚΚ, ο ΛΑΣ βασίζεται αναπόφευκτα σε αυτό το δορυφορικό δίκτυο για την εντατική παρακολούθηση της πρώτης νησιωτικής αλυσίδας, η οποία λειτουργεί ως στρατηγικό ανάχωμα και περιλαμβάνει την Ιαπωνία και την Ταϊβάν, περιορίζοντας την ελεύθερη προβολή ισχύος των κινεζικών ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων στον Ειρηνικό.

Το ζήτημα δεν σχετίζεται με το πότε το ΚΚΚ θα αποφασίσει να επιτεθεί στην Ταϊβάν, καθώς η χρήση βίας αποτελεί πολιτική απόφαση. Η εξασφάλιση έγκαιρης πληροφόρησης μέσω τηλεπισκόπησης αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για την επιτυχία οποιασδήποτε στρατιωτικής επιχείρησης.

Στις 18 Μαρτίου, η Κοινότητα Πληροφοριών των ΗΠΑ δημοσίευσε έκθεση σύμφωνα με την οποία το Πεκίνο δεν σχεδιάζει επί του παρόντος εισβολή στην Ταϊβάν το 2027 και επιδιώκει να αποκτήσει τον έλεγχο του νησιού χωρίς στρατιωτική βία. Η εκτίμηση αυτή διαφοροποιείται από την ετήσια έκθεση του Πενταγώνου για το 2025, σύμφωνα με την οποία η Κίνα επιδιώκει να διαθέτει έως το 2027 τη δυνατότητα διεξαγωγής νικηφόρου πολέμου στην Ταϊβάν.

Με στόχο τις αμερικανικές βάσεις

Πέρα από την εστίαση στην Ταϊβάν, το δίκτυο Yaogan επιτρέπει στο Πεκίνο να επεκτείνει το αποτύπωμα επιτήρησής του σε ολόκληρη την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, σύμφωνα με τον Κλέιτον Σουόπ (Clayton Swope), αναπληρωτή διευθυντή του Προγράμματος Αεροδιαστημικής Ασφάλειας και ανώτερο συνεργάτη στο Τμήμα Άμυνας και Ασφάλειας του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών.

Όπως ανέφερε στην Epoch Times, η Κίνα διαθέτει έναν διαρκώς αυξανόμενο στόλο αναγνωριστικών δορυφόρων σε τροχιά και συνεχίζει να εκτοξεύει νέους με ταχείς ρυθμούς, γεγονός που τους καθιστά κρίσιμους για τις συνδυασμένες επιχειρήσεις του ΛΑΣ και απειλή για τις δυνάμεις που θα βρεθούν στην αντίπαλη πλευρά σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση.

Ο Κάο υπογράμμισε ότι οι αυξημένες δυνατότητες επιτήρησης του καθεστώτος αποτελούν σημαντική πρόκληση, καθώς εκθέτουν σχεδόν όλες τις χερσαίες αναπτύξεις των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στον Ινδο-Ειρηνικό σε συνεχή παρακολούθηση.

Σε περίπτωση που το Πεκίνο αποφασίσει να εξαπολύσει ευρύτερη επίθεση στην περιοχή, θα πρέπει αναπόφευκτα να πλήξει πρώτα τις αμερικανικές βάσεις, γεγονός που καθιστά τον καθορισμό προτεραιοτήτων και την κατηγοριοποίηση των στόχων καθοριστικό παράγοντα για την έκβαση της σύγκρουσης. Η αναγνώριση των στόχων που πρέπει να καταστραφούν στο πρώτο κύμα επιθέσεων ή σε επόμενες επιχειρήσεις, καθώς και ο προσδιορισμός του είδους των πυρομαχικών που απαιτούνται, προϋποθέτουν εκτενή προγενέστερη συλλογή πληροφοριών.

Παγκόσμια στρατιωτική απειλή

Ο Κάο εκτίμησε ότι η πρόοδος της Κίνας στη διαστημική τεχνολογία θα μπορούσε να ωφελήσει τη διεθνή κοινότητα εάν η χώρα ήταν σύμμαχος της Δύσης, όμως η διαφορετική της πορεία συνιστά σοβαρή απειλή όχι μόνο για τον Ινδο-Ειρηνικό αλλά και για τον υπόλοιπο κόσμο.

Το ΚΚΚ επιδεικνύει εχθρότητα προς τις φιλελεύθερες δημοκρατικές αξίες και αξιοποιεί δυτικά κεφάλαια και τεχνολογία για να ενισχύσει τη θέση του, χρησιμοποιώντας την ταχεία ανάπτυξη των διαστημικών του δυνατοτήτων ως εργαλείο για την επίτευξη του απώτερου στόχου της αποδυνάμωσης των δημοκρατικών συστημάτων.

Καθώς το Πεκίνο ευθυγραμμίζεται ολοένα και περισσότερο με αυταρχικά καθεστώτα διεθνώς, το δορυφορικό δίκτυο θα λειτουργεί ως εργαλείο αποσταθεροποίησης αντί ανάπτυξης.

Με το σύστημα αυτό, ακραίες οργανώσεις και κράτη θα μπορούν να οργανώνουν και να πραγματοποιούν τρομοκρατικές επιθέσεις, προκαλώντας μεγαλύτερες συγκρούσεις και υπονομεύοντας σοβαρά την παγκόσμια ασφάλεια.

Του Jarvis Lim

Το Ιράν εξετάζει επιβολή τελών διέλευσης στα πλοία που χρησιμοποιούν τα Στενά του Ορμούζ

Το Ιράν εξετάζει το ενδεχόμενο να επιβάλει τέλη διέλευσης στα πλοία που περνούν από τα Στενά του Ορμούζ, δήλωσε στις 19 Μαρτίου Ιρανή βουλευτής, την ώρα που αξιωματούχοι στην Τεχεράνη εντείνουν τη ρητορική τους γύρω από τη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδό.

Η Σομαγιέ Ραφιέι ανέφερε ότι οι βουλευτές εργάζονται πάνω σε σχέδιο το οποίο θα απαιτεί από τα κράτη να καταβάλλουν αντίτιμο για τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ. Σύμφωνα με το κρατικά προσκείμενο πρακτορείο Iranian Students’ News Agency (ISNA), η κα Ραφιέι δήλωσε ότι το κοινοβούλιο προωθεί σχέδιο βάσει του οποίου, εφ’ όσον τα Στενά του Ορμούζ χρησιμοποιούνται ως ασφαλής οδός για τη διέλευση πλοίων, τη μεταφορά ενέργειας και τη διασφάλιση της επισιτιστικής ασφάλειας, τα κράτη θα υποχρεούνται να καταβάλλουν διόδια και φόρους προς την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν.

Άλλοι Ιρανοί αξιωματούχοι εντάσσουν την πρόταση αυτή σε μια ευρύτερη μεταπολεμική στρατηγική αναδιαμόρφωσης του ελέγχου της θαλάσσιας οδού.

Ο Μοχαμάντ Μοχμπέρ, μέλος του Συμβουλίου Διάγνωσης Συμφέροντος του Καθεστώτος και οικονομικός σύμβουλος του Ηγέτη της Ισλαμικής Επανάστασης, δήλωσε στις 19 Μαρτίου ότι το Ιράν σκοπεύει να σχεδιάσει ένα νέο πλαίσιο για τη διαχείριση της θαλάσσιας οδού. Σύμφωνα με το κρατικά προσκείμενο Mehr News Agency, ανέφερε ότι το νέο αυτό πλαίσιο θα πρέπει να αντιμετωπίσει αυτό που χαρακτήρισε ως κυριαρχία ξένων δυνάμεων, σημειώνοντας ότι μετά τον πόλεμο το Ιράν θα εισαγάγει ένα νέο καθεστώς για τα Στενά, το οποίο θα μπορούσε να ενισχύσει τη θέση του στην περιοχή.

Τόνισε επίσης ότι η χώρα θα επιβάλει κυρώσεις στις «αλαζονικές δυνάμεις που επιδιώκουν κυριαρχία», χρησιμοποιώντας τα Στενά του Ορμούζ, προκειμένου να μην επιτρέψει τη διέλευση των πλοίων τους, ενώ σημείωσε ότι η αναδιαμόρφωση της διακυβέρνησης της θαλάσσιας οδού θα πρέπει να αποτελέσει ένα από τα αποτελέσματα της σύγκρουσης.

Παρόμοια άποψη εξέφρασε και ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, σε συνέντευξή του στην εκπομπή «Talk to Al Jazeera», που δημοσιοποιήθηκε στις 18 Μαρτίου. Ο Αραγτσί εκτίμησε ότι μετά τον πόλεμο θα πρέπει να σχεδιαστεί ένας νέος μηχανισμός για τα Στενά του Ορμούζ, ώστε τα πλοία να μπορούν να διέρχονται με ασφάλεια υπό σαφείς κανονισμούς που λαμβάνουν υπ’ όψιν τα συμφέροντα του Ιράν και της περιοχής, προσθέτοντας ότι η Τεχεράνη δεν επιθυμεί να δει ξανά πόλεμο στην περιοχή ούτε εκ νέου κλείσιμο των Στενών.

Διεθνής καταδίκη

Οι δηλώσεις των Ιρανών βουλευτών ακολούθησαν επίθεση της Τεχεράνης σε ενεργειακές υποδομές στην περιοχή του Κόλπου στις 18 Μαρτίου. Η QatarEnergy ανακοίνωσε ότι επιθέσεις στο βιομηχανικό συγκρότημα Ρας Λαφάν προκάλεσαν εκτεταμένες ζημιές, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διέκοψαν τις δραστηριότητες φυσικού αερίου αφού αναχαίτισαν πυραύλους που στόχευαν βασικές εγκαταστάσεις. Η Σαουδική Αραβία ανέφερε επίσης ότι κατέρριψε ιρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη που κατευθύνονταν προς τις ενεργειακές της υποδομές.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ προειδοποίησε στις 18 Μαρτίου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα καταστρέψουν σε μεγάλη κλίμακα το κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars του Ιράν εάν η Τεχεράνη επιτεθεί ξανά στο Κατάρ.

Οι ιρανικές επιθέσεις σημειώθηκαν μετά από πλήγμα του Ισραήλ στο ίδιο κοίτασμα νωρίτερα την ίδια ημέρα, δήλωσε ο Τραμπ, χαρακτηρίζοντας την επίθεση ως έντονη αντίδραση, που έγινε χωρίς εμπλοκή των ΗΠΑ.

Υπουργοί Εξωτερικών αραβικών και ισλαμικών χωρών καταδίκασαν στις 19 Μαρτίου τις ιρανικές επιθέσεις στα κράτη της περιοχής, καλώντας την Τεχεράνη να σταματήσει τις επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη που στοχεύουν περιοχές αμάχων και ενεργειακές υποδομές.

Σε κοινή ανακοίνωση, οι υπουργοί χωρών όπως η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος, η Τουρκία, το Πακιστάν και το Κατάρ ανέφεραν ότι οι επιθέσεις σε κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, καθώς και στην Ιορδανία, το Αζερμπαϊτζάν και την Τουρκία, δεν μπορούν να δικαιολογηθούν «υπό οποιοδήποτε πρόσχημα».

Κάλεσαν επίσης το Ιράν να σεβαστεί το Διεθνές Δίκαιο και την κυριαρχία των κρατών, να εφαρμόσει το ψήφισμα 2817 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που απαιτεί άμεση παύση των εχθροπραξιών και να απέχει από απειλές κατά της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ ή στο Μπαμπ Αλ Μαντάμπ.

Η ανακοίνωση περιείχε προειδοποίηση ότι οι μελλοντικές σχέσεις με το Ιράν θα εξαρτηθούν από τη μη παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών, επιβεβαίωνε τη στήριξη στη σταθερότητα του Λιβάνου και καταδίκαζε τις ενέργειες του Ισραήλ εκεί.

Ηγέτες του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Ολλανδίας εξέδωσαν επίσης κοινή ανακοίνωση στις 19 Μαρτίου, καταδικάζοντας τις ιρανικές επιθέσεις.

Οι ηγέτες ανέφεραν ότι το Ιράν έχει ουσιαστικά κλείσει τα Στενά του Ορμούζ τοποθετώντας νάρκες και εκτοξεύοντας πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, και κάλεσαν σε άμεση παύση των ενεργειών που εμποδίζουν τη ναυσιπλοΐα, σύμφωνα με το ψήφισμα 2817 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Προειδοποίησαν ότι οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα και στις ενεργειακές προμήθειες θα έχουν παγκόσμιες συνέπειες, ιδίως για τις πιο ευάλωτες χώρες, και δήλωσαν έτοιμοι να στηρίξουν προσπάθειες για τη διασφάλιση της απρόσκοπτης διέλευσης μέσω των Στενών.

Σημείο στρατηγικής σημασίας

Μέσω των Στενών του Ορμούζ, που βρίσκονται μεταξύ Ιράν και Ομάν, διακινείται περίπου το 20% της παγκόσμιας προμήθειας πετρελαίου καθημερινά, γεγονός που τα καθιστά ένα από τις σημαντικότερες θαλάσσιες διόδους στον κόσμο.

Η ναυσιπλοΐα έχει διαταραχθεί από τότε που ξεκίνησαν στα τέλη Φεβρουαρίου στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν, ακολουθούμενες από ιρανικές επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη κατά του Ισραήλ και αμερικανικών στόχων σε όλο τον Κόλπο.

Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι οι στόχοι της παραμένουν η καταστροφή των εκτοξευτών πυραύλων του Ιράν, καθώς και της αμυντικής βιομηχανικής του βάσης και του ναυτικού του. Επίσης, να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να αναπτύξει πυρηνικά όπλα η Τεχεράνη.

Ο υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ Πητ Χέγκσεθ δήλωσε σε ενημέρωση Τύπου στις 19 Μαρτίου ότι οι στόχοι αυτοί δεν είναι στόχοι των μέσων ενημέρωσης ούτε του Ιράν ούτε νέοι στόχοι, αλλά παραμένουν αμετάβλητοι, ευθυγραμμισμένοι και σε εξέλιξη σύμφωνα με τον σχεδιασμό.

Από την έναρξη της σύγκρουσης, η κίνηση μέσω του Ορμούζ έχει μειωθεί σημαντικά και τα περιστατικά ασφάλειας έχουν αυξηθεί.

Η υπηρεσία United Kingdom Maritime Trade Operations ανακοίνωσε στις 17 Μαρτίου ότι έχει λάβει 22 αναφορές περιστατικών που επηρέασαν πλοία στην περιοχή του Κόλπου από τις 28 Φεβρουαρίου, συμπεριλαμβανομένων 16 επιθέσεων και έξι περιπτώσεων ύποπτης δραστηριότητας.

Μεταξύ 1ης και 15ης Μαρτίου, τουλάχιστον 89 πλοία διέσχισαν το πέρασμα, σύμφωνα με την Lloyd’s List Intelligence. Σε αυτά περιλαμβάνονται 16 πετρελαιοφόρα, έναντι των 100-135 πλοίων που περνούσαν ημερησίως πριν από τον πόλεμο. Περισσότερο από το ένα πέμπτο αυτών των πλοίων συνδεόταν με το Ιράν, ενώ τα υπόλοιπα συνδέονταν με την Κίνα και την Ελλάδα.

Της Evgenia Filimianova

Με πληροφορίες από Associated Press και Reuters

Ευρώπη: Εκτόξευση τιμών αερίου κατά 40% μετά τις επιθέσεις στο South Pars

Άλμα έως και 40% κατέγραψαν στις 19 Μαρτίου οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη, πριν περιορίσουν ένα μέρος των κερδών τους, μετά τις εκρήξεις στο γιγαντιαίο κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars στο Ιράν.

Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης ολλανδικού TTF, που αποτελούν σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή αγορά, υποχώρησαν αργότερα από τα υψηλά τους επίπεδα σε περίπου 20% κατά τη διάρκεια της ημέρας, αφού ενδιάμεσα είχαν σημειώσει άνοδο που άγγιξε το 40%.

Οι εκρήξεις αναφέρθηκαν στις 18 Μαρτίου στο κοίτασμα South Pars, το οποίο μοιράζονται Ιράν και Κατάρ. Ο ειδησεογραφικός σταθμός Iran International, με έδρα το Λονδίνο και χωρίς διασύνδεση με το ιρανικό κράτος, ανάρτησε βίντεο στο X από τη στιγμή της επίθεσης.

Μετά το περιστατικό, το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν προειδοποίησε ότι «όλοι πρέπει να μείνουν μακριά από πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στη Σαουδική Αραβία, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στο Κατάρ», σε δήλωση στο πρακτορείο Tasnim, που συνδέεται με το σώμα.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, σε ανάρτησή του στο Truth Social στις 18 Μαρτίου, υποστήριξε ότι «το Ισραήλ χτύπησε το South Pars. Το Ισραήλ, από οργή για όσα συμβαίνουν στη Μέση Ανατολή, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στην κομβικής σημασίας εγκατάσταση South Pars στο Ιράν». Πρόσθεσε δε ότι «χτυπήθηκε μια σχετικά μικρή περιοχή».

Ο Τραμπ τόνισε επίσης ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν γνώριζαν τίποτα για τη συγκεκριμένη επίθεση και ότι ούτε το Κατάρ είχε ανάμειξη ή γνώση τού τι επρόκειτο να συμβεί». Παρ’ όλα αυτά, όπως υπογράμμισε, «το Ιράν δεν ήταν ενήμερο αυτών των δεδομένων σχετικά με την επίθεση στο South Pars και αδίκως επιτέθηκε σε τμήμα των εγκαταστάσεων LNG του Κατάρ».

Η Qatar Energy, σε ανάρτησή της στο X στις 18 Μαρτίου, επιβεβαίωσε ότι ιρανικοί πύραυλοι έπληξαν τη βιομηχανική ζώνη Ρας Λαφάν, προκαλώντας σοβαρές ζημιές και εκτεταμένες πυρκαγιές στις εγκαταστάσεις.

Με νέα ανακοίνωση τις πρώτες πρωινές ώρες της 19ης Μαρτίου, ο κρατικός κολοσσός ενέργειας επιβεβαίωσε περαιτέρω πυραυλικές επιθέσεις, που έλαβαν χώρα τα ξημερώματα της Πέμπτης και στόχευσαν αρκετές μονάδες υγροποιημένου φυσικού αερίου, προκαλώντας εκτεταμένες καταστροφές και σημαντικές πυρκαγιές, συμπεριλαμβανομένου του εργοστασίου Pearl Gas to Liquids.

Εκρήξεις καταγράφηκαν κοντά σε εγκαταστάσεις της Saudi Aramco στο Ριάντ την Τετάρτη, καθώς, σύμφωνα με το Reuters, το Ιράν εξαπέλυσε βαλλιστικούς πυραύλους στη Σαουδική Αραβία. Η αναταραχή προκύπτει τη στιγμή που η Ευρώπη διακόπτει τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου.

Ο Ευρωπαίος επίτροπος Ενέργειας και Στέγασης, Νταν Γιόργκενσεν, ανέφερε σε ανάρτησή του στο X, στις 19 Μαρτίου, ότι «από σήμερα, η ΕΕ κλείνει οριστικά τη στρόφιγγα για το ρωσικό φυσικό αέριο. Εισαγωγές, είτε μέσω βραχυπρόθεσμων είτε μέσω μακροπρόθεσμων συμβολαίων LNG και αγωγών, που συνάφθηκαν ή τροποποιήθηκαν μετά τις 17 Ιουνίου 2025, πλέον απαγορεύονται».

Σε έκθεσή της στις 19 Μαρτίου, η S&P Global επεσήμανε ότι η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου εισέρχεται στη θερινή περίοδο αντιμέτωπη με «ιστορικά χαμηλά αποθέματα και σοβαρές διαταραχές στον εφοδιασμό».

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του Gas Infrastructure Europe, τα αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρώπη ήταν στο 28,93% της χωρητικότητάς τους στις 16 Μαρτίου. Στη Γερμανία, το ποσοστό ήταν ακόμη χαμηλότερο, στο 21,93%.

Η Βρετανία διαθέτει σημαντικά μικρότερη χωρητικότητα αποθήκευσης φυσικού αερίου σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σύμφωνα με έκθεση του Energy UK. Ακόμη και με τις αποθήκες γεμάτες, το απόθεμα επαρκεί μόλις για 19 ημέρες, έναντι σχεδόν 120 ημερών σε Γερμανία και Γαλλία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία Global Energy Sarah της S&P, το Κατάρ, ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας LNG παγκοσμίως μετά τις ΗΠΑ, προμήθευσε το 2025 συνολικά 82,44 εκατ. τόνους LNG, εκ των οποίων το 8,9% κατευθύνθηκε σε ευρωπαϊκούς τερματικούς σταθμούς.

Επίσης, το Κατάρ εξήγαγε το ένα τέταρτο των 67,7 εκατ. τόνων LNG που διατέθηκαν στις αγορές της Ασίας το ίδιο έτος, κατέχοντας τη δεύτερη θέση μετά την Αυστραλία. Αν και η Ευρώπη δεν αποτελεί τον κύριο προορισμό του καταριανού LNG, η απώλεια αυτή εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε ανακατεύθυνση φορτίων προς την Ασία, αυξάνοντας τον ανταγωνισμό για τις πλωτές παραδόσεις.

Τραμπ: Καμία αποστολή στρατευμάτων στη Μέση Ανατολή παρά τον πόλεμο με το Ιράν

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, υποδέχθηκε την Πέμπτη στον Λευκό Οίκο την πρωθυπουργό της Ιαπωνίας, Σανάε Τακαΐτσι, για διμερείς συνομιλίες με φόντο τον πόλεμο με το Ιράν, διαμηνύοντας πως δεν σκοπεύει να στείλει χερσαίες δυνάμεις στη Μέση Ανατολή.

«Όχι, δεν στέλνω στρατεύματα πουθενά. Ακόμα κι αν το έκανα, δεν θα σας το έλεγα, αλλά δεν στέλνω στρατεύματα», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Τραμπ στους δημοσιογράφους, κατά τη διάρκεια της συνάντησης. Παρομοίασε δε τον πόλεμο με μια προσωρινή άσκηση, υποστηρίζοντας ότι η διεθνής κοινότητα θα ωφεληθεί από τις ενέργειές του. «Διεξάγουμε αυτή την επιχείρηση κι όταν την ολοκληρώσουμε, ο κόσμος θα είναι πολύ πιο ασφαλής», πρόσθεσε. «Υπερασπιζόμαστε τα στενά για λογαριασμό όλων των υπολοίπων».

Η πρωθυπουργός της Ιαπωνίας προειδοποίησε ότι η αβεβαιότητα γύρω από τον πόλεμο και τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες ενέργειας επηρεάζει όλες τις χώρες. Καταδίκασε τις επιθέσεις του Ιράν κατά γειτονικών κρατών και στα Στενά του Ορμούζ, και εξέφρασε τη στήριξή της στις προσπάθειες του Ντόναλντ Τραμπ να εμποδίσει το ιρανικό καθεστώς να αποκτήσει πυρηνικά όπλα.

«Αυτή τη στιγμή, η κατάσταση στη Μέση Ανατολή, όπως και σε όλον τον κόσμο, διαμορφώνει ένα ιδιαίτερα σοβαρό περιβάλλον όσον αφορά την ασφάλεια», σημείωσε η Τακαΐτσι. «Επιπλέον, η παγκόσμια οικονομία αναμένεται να δεχθεί ισχυρό πλήγμα εξαιτίας των εξελίξεων. Παρά ταύτα, πιστεύω ακράδαντα ότι μόνο εσύ, Ντόναλντ, μπορείς να επιτύχεις ειρήνη σε όλο τον κόσμο. Και γι’ αυτό, είμαι έτοιμη να συνεργαστώ με εταίρους της διεθνούς κοινότητας για να πετύχουμε, όλοι μαζί, τον στόχο μας».

Στη ιαπωνική αποστολή συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο υπουργός Οικονομίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας Ρυοσέι Ακαζάουα, ο υπουργός Εξωτερικών Μοτέγκι Τοσιμίτσου, και ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας της κυβέρνησης Μασανάο Οζάκι.

Οι συνομιλίες περιλαμβάνουν προτάσεις της πρωθυπουργού για εκτόνωση της αγοράς ενέργειας, καθώς και την πιθανή χρήση ιαπωνικών ναρκαλιευτικών πλοίων — ένα ζήτημα με ιδιαίτερες νομικές δυσκολίες, καθώς το ιαπωνικό σύνταγμα επιτρέπει τη χρήση τέτοιων μέσων μόνο μετά το πέρας των συγκρούσεων ή για τη συνδρομή συμμαχικών χωρών, εφ’ όσον η απειλή επεκτείνεται και στην ιαπωνική επικράτεια.

«Σήμερα, ανυπομονώ να συζητήσουμε πώς μπορούν να ενισχυθούν και να ευημερήσουν ακόμη περισσότερο οι χώρες μας, Ιαπωνία και Ηνωμένες Πολιτείες», δήλωσε η Τακαΐτσι, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για έμφαση στην ασφάλεια της περιοχής Ινδο-Ειρηνικού.

Ο Τραμπ είχε συναντηθεί για πρώτη φορά με τη νέα πρωθυπουργό στο Τόκυο τον Οκτώβριο που πέρασε, ενώ είχε φιλοξενήσει τον προκάτοχό της, Ίσιμπα Σιγκέρου, στον Λευκό Οίκο τον Φεβρουάριο του 2025.

Ο Αμερικανός πρόεδρος ευχαρίστησε την Τακαΐτσι για την παρουσία της, σημειώνοντας ταυτόχρονα πως ορισμένες χώρες δεν ανταποκρίνονται όπως θα έπρεπε στις κοινές υποχρεώσεις για τη διασφάλιση της ειρήνης. «Δεν χρειαζόμαστε τίποτα, ούτε από την Ιαπωνία ούτε από αλλού, αλλά πιστεύω πως είναι σωστό να συμβάλουν όλοι», είπε ο Τραμπ, χαρακτηρίζοντας καθυστερημένη την προσφορά βοήθειας από το Ηνωμένο Βασίλειο.

Τον πρόεδρο συνόδευαν ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και ο υπουργός Πολέμου Πητ Χέγκσεθ. Ο Χέγκσεθ ενημέρωσε τους ηγέτες ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις κυριαρχούν στο πεδίο των επιχειρήσεων, θέτοντας ως προτεραιότητα την καταστροφή των πυραυλικών δυνατοτήτων του Ιράν.

Ο πρόεδρος επεσήμανε ακόμη ότι απαιτείται αυξημένη χρηματοδότηση για την ενίσχυση της ετοιμότητας και των αποθεμάτων πυρομαχικών των ΗΠΑ. «Είμαστε σε πολύ καλή κατάσταση, αλλά θέλω να βρισκόμαστε στην καλύτερη δυνατή», ανέφερε. «Είναι μικρό το τίμημα για να είμαστε στην κορυφή».

Σχετικά με την αύξηση των τιμών του πετρελαίου μετά την έναρξη της επιχείρησης «Epic Fury» στις 28 Φεβρουαρίου, ο Τραμπ υποβάθμισε τη σημασία της, κάνοντας λόγο για παροδικό και περιορισμένο φαινόμενο. «Νόμιζα ότι θα ήταν χειρότερα. Δεν είναι άσχημα και σύντομα θα τελειώσει».

Ανέφερε επίσης πως υπάρχουν στρατηγικές και τακτικές διαφορές μεταξύ αμερικανικών και ισραηλινών αρχών, αποκαλύπτοντας ότι είχε προειδοποιήσει τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου να μην προχωρήσει σε επιθέσεις σε κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Όταν Ιάπωνας δημοσιογράφος ρώτησε γιατί δεν ενημερώθηκαν οι σύμμαχοι πριν από το αμερικανικό πλήγμα στο Ιράν, ο Τραμπ γέλασε, θυμίζοντας την επίθεση της Ιαπωνίας στη Χαβάη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

«Ποιος ξέρει καλύτερα για τον αιφνιδιασμό από την Ιαπωνία;» απάντησε. «Γιατί δεν μας είχατε ενημερώσει κι εσείς για το Περλ Χάρμπορ;»

Νέα έκθεση αναδεικνύει τον ρόλο Ρωσίας και Κίνας στην εξάπλωση του αυταρχισμού

Η συνεργασία μεταξύ αυταρχικών καθεστώτων αποκτά πλέον θεσμικό χαρακτήρα, με τη Ρωσία και την Κίνα να ηγούνται ταχύτατα της εξάπλωσης του αυταρχισμού, σύμφωνα με νέα έκθεση. Οι αυταρχικές δυνάμεις συνεργάζονται όλο και περισσότερο για να επεκτείνουν την καταστολή πέρα από τα σύνορα, ενώ Ρωσία και Κίνα ευθύνονται από κοινού για το ήμισυ σχεδόν των 72.000 σχετικών περιστατικών που έχουν καταγραφεί από το 2024, σύμφωνα με νέο σύνολο δεδομένων.

Η μη κερδοσκοπική οργάνωση Action for Democracy δημοσίευσε τον Δείκτη Συνεργασίας Αυταρχισμού, ο οποίος συγκεντρώνει σχεδόν άμεσα δεδομένα για εκδηλώσεις αυταρχισμού σε διεθνές επίπεδο. Πρόσφατη έκθεση που εξετάζει γεγονότα από το 2024 έως το 2026 διαπιστώνει ότι η Ρωσία και η Κίνα βρίσκονται «στο επίκεντρο» του παγκόσμιου αυταρχισμού, αναπτύσσοντας υποδομές και καθιερώνοντας επαναλαμβανόμενες δράσεις συνεργασίας μεταξύ αυταρχικών δυνάμεων.

Σύμφωνα με την έκθεση, η συνεργασία αυτή μετατρέπεται πλέον σε θεσμική, καθώς επαναλαμβανόμενες συζητήσεις, συμμαχίες μέσων ενημέρωσης και πλατφόρμες εκπαίδευσης μετατρέπουν την ευκαιριακή συνεργασία σε ανθεκτική υποδομή. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η συνεργασία γίνεται όλο και πιο τυποποιημένη, με πρακτικές όπως η αμοιβαία επιτήρηση εκλογικών διαδικασιών με αμφισβητούμενη εγκυρότητα και οι διασυνοριακές απελάσεις αντιφρονούντων να λειτουργούν πλέον ως εύκολες και αυτοενισχυόμενες διαδικασίες.

Οι συνεργασίες αυτές δεν βασίζονται σε ιδεολογικές ή άλλες κοινές αξίες, αλλά υπερβαίνουν παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές, όπως οι θρησκευτικές διαφορές, καθώς τα καθεστώτα θέτουν ως υπέρτατο στόχο τη διατήρηση της αυταρχικής εξουσίας, ανεξαρτήτως άλλων κοσμοθεωριών.

Ο δείκτης καταγράφει επτά κατηγορίες συνεργασίας: οικονομική συνεργασία, διπλωματική νομιμοποίηση καθεστώτων, δημιουργία συμμαχιών (όπως μέσω τακτικών συζητήσεων), προπαγάνδα, στρατιωτική συνεργασία και ανταλλαγή τεχνολογικών εργαλείων καταστολής, διάδοση αυταρχικών μορφών διακυβέρνησης και μεθόδων καταστολής, καθώς και διεθνική καταστολή, δηλαδή τη δίωξη αντιφρονούντων και άλλων στόχων πέρα από τα σύνορα.

Η συνεργασία αυτή αποφέρει «σωρευτικά οφέλη» για τα καθεστώτα, τα οποία, αν δεν αντιμετωπιστούν, ενδέχεται να οδηγήσουν σε έναν κόσμο όπου η καταστολή θα επεκτείνεται διασυνοριακά, ενώ οι δημοκρατικές αντιδράσεις θα παραμένουν κατακερματισμένες και αντιδραστικές. Όπως επισημαίνεται, η εξαγωγή υποδομών επιτήρησης σε ένα καθεστώς γίνεται πρότυπο για το επόμενο, η αμοιβαία νομιμοποίηση μεταξύ δύο δρώντων καθιστά τη συγκεκριμένη πρακτική αποδεκτή για περισσότερους, ενώ νομικά εργαλεία που δοκιμάζονται σε μία χώρα μεταφέρονται σε άλλες μέσα σε λίγους μήνες.

Οι δέκα βασικοί δρώντες στα καταγεγραμμένα περιστατικά συνεργασίας είναι η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος, η Ινδία, το Καζακστάν, το Αζερμπαϊτζάν και το Πακιστάν. Σύμφωνα με την έκθεση, αυτή η διάρθρωση δημιουργεί μια δομή με δύο παγκόσμιους πυλώνες, μια ενδιάμεση βαθμίδα περιφερειακών δυνάμεων και έναν μεγάλο αριθμό μικρότερων κρατών και φορέων που εμφανίζονται σε πιο περιορισμένα πλαίσια.

Διεθνείς σύνοδοι αυταρχικών καθεστώτων

Οι χώρες αυτές έχουν θεσμοθετήσει τη συνεργασία τους σε υψηλό επίπεδο μέσω διεθνών συνόδων, όπως ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης, φέρνοντας κοντά ειδικούς, δεξαμενές σκέψης και κρατικούς φορείς για ανταλλαγή γνώσης, δηλαδή για τη διάδοση «βέλτιστων πρακτικών» αυταρχισμού, καθώς και για τον συντονισμό της σχετικής ορολογίας.

Το κινεζικό καθεστώς διοργανώνει επίσης ένα επαναλαμβανόμενο Διεθνής Διάσκεψη για τη Δημοκρατία, το οποίο το 2024 συγκέντρωσε σχεδόν 300 συμμετέχοντες από 70 χώρες, αποτελώντας, σύμφωνα με την έκθεση, σαφές παράδειγμα συστηματικής προσπάθειας διαμόρφωσης αντίθετων προτύπων. Η διάσκεψη αυτή αξιοποιεί ένα «επιλεγμένο οικοσύστημα αξιωματούχων, ακαδημαϊκών και φωνών που συνδέονται με το κράτος» με στόχο να καταστήσει αποδεκτό τον ισχυρισμό ότι ο φιλελεύθερος εκλογικός ανταγωνισμός δεν είναι ούτε καθολικός ούτε ανώτερος, προωθώντας αντ’ αυτού τα αυταρχικά καθεστώτα υπό την ονομασία «δημοκρατία σε όλα τα στάδια της διακυβέρνησης».

Οι διασκέψεις αυτές προβάλλονται δημόσια ως εναλλακτικές λύσεις έναντι καθιερωμένων διεθνών συναντήσεων και υποδηλώνουν τη διαμόρφωση μιας «ανθεκτικής» διεθνούς κοινότητας ικανής να προωθεί αναθεωρημένες εκδοχές της «δημοκρατίας» που εξυπηρετούν αυταρχικά καθεστώτα. Τα κράτη αυτά έχουν συγκροτήσει μια κοινότητα που αναμένει και προσφέρει συστηματικά «πράξεις αμοιβαίας διατήρησης», όπως η παροχή καταφυγίου σε εκδιωχθέντες πολιτικούς άλλων καθεστώτων.

Οι δραστηριότητες αυτές υποστηρίζονται από ένα δίκτυο κρατικών μέσων ενημέρωσης που προωθούν συντονισμένη προπαγάνδα, μεταξύ των οποίων το CGTN, το TeleSUR στη Βενεζουέλα, το IRNA του Ιράν και το Vietnam News Agency. Το ρωσικό TV BRICS διευκολύνει συνεργασίες περιεχομένου μεταξύ αυτών των μέσων. Η υποδομή αυτή είναι και υλική, με έργα όπως το Κέντρο Πληροφόρησης και Πολιτιστικών Μέσων BRICS+ στη Μόσχα και το πρόγραμμα BRICS Global Media Tour.

Σε άνοδο η διεθνική καταστολή

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της δράσης αποτελεί η συνδρομή που προσέφερε η Τουρκία στο Πεκίνο για τη δίωξη των Ουιγούρων, μιας μουσουλμανικής και τουρκικής εθνοτικής μειονότητας στην κινεζική επαρχία Σιντζιάνγκ, προωθώντας το αφήγημα του κινεζικού καθεστώτος και συνεργαζόμενη στη διεθνική καταστολή. Σύμφωνα με το Human Rights Watch, η Τουρκία αποτελούσε επί μακρόν «ασφαλές καταφύγιο» για τους Ουιγούρους λόγω πολιτισμικών και θρησκευτικών δεσμών. Στη χώρα, όπου ζουν περίπου 50.000 Ουιγούροι, ίσχυαν επίσης ευνοϊκές πολιτικές που επέτρεπαν στους μετανάστες Ουιγούρους να αποκτούν καθεστώς μακροχρόνιας παραμονής και υπηκοότητας.

Ωστόσο, καθώς η Τουρκία ενίσχυσε τη συμμαχία της με το κινεζικό καθεστώς, η μετανάστευση κατέστη λιγότερο ασφαλής για τους Ουιγούρους. Η έκθεση επισημαίνει ως παράδειγμα την επίσκεψη που πραγματοποίησε ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Χακάν Φιντάν στο Σιντζιάνγκ το 2024, κατά την οποία ανακοίνωσε στενότερη συνεργασία με το Πεκίνο στον τομέα της «αντιτρομοκρατίας». Το κινεζικό καθεστώς παρουσιάζει τη δίωξη των Ουιγούρων — την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν χαρακτηρίσει γενοκτονία — ως «αντιτρομοκρατική δράση». Μετά την επίσκεψη καταγράφηκε αύξηση των αναφορών για ανακρίσεις Ουιγούρων στην Τουρκία, ενώ ορισμένα άτομα της κοινότητας χαρακτηρίστηκαν «απειλές για τη δημόσια ασφάλεια» από τις τουρκικές αρχές, γεγονός που μπορεί να επιταχύνει τη διαδικασία απέλασης.

Η διεθνική καταστολή προκαλεί αυξημένη ανησυχία, με τους ηγέτες της G7 να καταδικάζουν την πρακτική αυτή σε κοινή δήλωση το προηγούμενο έτος.

Η έκθεση παραθέτει επίσης περιπτώσεις Τούρκων προσφύγων που απήχθησαν στην Κένυα και απελάθηκαν στην Τουρκία για να αντιμετωπίσουν κατηγορίες εσχάτης προδοσίας, υποστηρικτών της αντιπολίτευσης στην Κένυα που απήχθησαν από πράκτορες ασφαλείας της Ουγκάντα, καθώς και περιστατικό κατά το οποίο η αστυνομία της Γκαμπόν συνέλαβε ακτιβιστή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από το Καμερούν, ο οποίος ασκούσε κριτική στην κυβέρνηση του Καμερούν, και τον παρέδωσε στις αρχές της χώρας του, οι οποίες φέρεται να τον βασάνισαν πριν τον κατηγορήσουν για τρομοκρατία και προσβολή του αρχηγού του κράτους ενώπιον στρατοδικείου.

Εξάγοντας τεχνολογία καταστολής

Η Κίνα και η Ρωσία πρωτοστατούν και στην υιοθέτηση τεχνολογιών επιτήρησης από αυταρχικά κράτη. Ενδεικτικά, το κινεζικό καθεστώς έχει διοργανώσει σεμινάρια τεχνολογίας και κυβερνοασφάλειας στο Σιντζιάνγκ για αξιωματούχους από τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και άλλες περιοχές. Το καθεστώς προβάλλει δημόσια την πρωτοβουλία «Ψηφιακός Δρόμος του Μεταξιού» για την εξαγωγή τεχνολογίας διακυβέρνησης, ενώ μεγάλη διαρροή δεδομένων το προηγούμενο έτος αποκάλυψε ότι μία κινεζική τεχνολογική εταιρεία είχε αναπτύξει δίκτυα καταστολής για πέντε κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένων εργαλείων για τον εντοπισμό πολιτικών «απειλών» και την αποτροπή συγκεντρώσεων πριν αυτές πραγματοποιηθούν.

Σύμφωνα με την έκθεση, οι δυνατότητες αυτές συχνά παρέχονται μέσω συμβάσεων με προμηθευτές, πακέτων «έξυπνων πόλεων» και προτύπων επιτήρησης, που προωθούνται ως μέτρα κυβερνοασφάλειας ή εκσυγχρονισμού δημόσιων υπηρεσιών, αλλά στη συνέχεια χρησιμοποιούνται γρήγορα για τον εντοπισμό αντιπάλων, την παρεμπόδιση της οργάνωσης και την ενίσχυση του πολιτικού αποκλεισμού.

Στη Βενεζουέλα, η κινεζική εταιρεία ZTE συνέβαλε στην ανάπτυξη του συστήματος «Fatherland Card», το οποίο συνδέει προσωπικά δεδομένα με την πρόσβαση σε κοινωνικά προγράμματα, κάτι που, σύμφωνα με υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μπορεί να επιτρέψει πρακτικές εξαναγκασμού συνδέοντας την πρόσβαση σε τρόφιμα, συντάξεις και υπηρεσίες με τις πολιτικές πεποιθήσεις.

Η Ρωσία έχει επίσης εξάγει σε χώρες όπως η Λευκορωσία, το Καζακστάν, το Κιργιστάν, το Ουζμπεκιστάν, η Κούβα και η Νικαράγουα τεχνολογίες που επιτρέπουν την καταγραφή τηλεφωνικών κλήσεων, μηνυμάτων, ηλεκτρονικών μηνυμάτων και δραστηριότητας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και τη μαζική παρακολούθηση τηλεπικοινωνιακής και διαδικτυακής κίνησης.

Η έκθεση καταλήγει επισημαίνοντας ότι τα αυταρχικά καθεστώτα δεν δρουν μεμονωμένα.

Της Catherine Yang

Ο Τραμπ προειδοποιεί για πλήγμα στο κοίτασμα South Pars αν το Ιράν επιτεθεί ξανά στο Κατάρ

Μετά τις ιρανικές πυραυλικές επιθέσεις που προκάλεσαν εκτεταμένες ζημιές στη βιομηχανική εγκατάσταση Ρας Λαφάν του Κατάρ, όπως ανακοίνωσε η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία QatarEnergy, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ προειδοποίησε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα καταστρέψουν μαζικά το κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars του Ιράν, αν η Τεχεράνη επιτεθεί ξανά στο Κατάρ.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social, το βράδυ της Τετάρτης 19 Μαρτίου, ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, με ή χωρίς τη βοήθεια ή τη συναίνεση του Ισραήλ, θα κατέστρεφαν μαζικά ολόκληρο το κοίτασμα με ισχύ και δύναμη που το Ιράν δεν έχει ξαναδεί ούτε βιώσει· όπως σημείωσε, δεν επιθυμεί να εγκρίνει αυτό το επίπεδο βίας λόγω των μακροπρόθεσμων συνεπειών για το μέλλον του Ιράν, αλλά δεν θα διστάσει αν δεχθεί ξανά επίθεση το υγροποιημένο φυσικό αέριο του Κατάρ.

Η QatarEnergy ανακοίνωσε την ίδια ημέρα ότι οι ιρανικές επιθέσεις στη Ρας Λαφάν προκάλεσαν εκτεταμένες ζημιές, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διέκοψαν τις δραστηριότητες παραγωγής φυσικού αερίου νωρίς την Πέμπτη 20 Μαρτίου, αφού αναχαίτισαν πυραύλους που στόχευαν την εγκατάσταση Habshan και το κοίτασμα Bab, χαρακτηρίζοντας την εξέλιξη επικίνδυνη κλιμάκωση στον πόλεμο με το Ιράν.

Η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε επίσης ότι κατέρριψε κατά τη διάρκεια της νύχτας ιρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη που στόχευαν τις εγκαταστάσεις φυσικού αερίου της.

Νέος κύκλος αντιποίνων

Οι ιρανικές επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις του Κόλπου έγιναν μετά από τις πυραυλικές επιθέσεις της Τετάρτης 19 Μαρτίου στο κοίτασμα South Pars στο Ασαλουγιέχ της επαρχίας Μπουσέρ, στο νότιο Ιράν, το οποίο αποτελεί μέρος του μεγαλύτερου αποθέματος φυσικού αερίου στον κόσμο. Το South Pars συνεχίζεται και στο Κατάρ, όπου ονομάζεται North Field, και αποτελεί κρίσιμο πυλώνα για τις οικονομίες των δύο χωρών.

Ο Τραμπ ανέφερε ότι τα πλήγματα στο South Pars πραγματοποιήθηκαν από το Ισραήλ, εν αγνοία του ιδίου και χωρίς εμπλοκή του Κατάρ, προσθέτοντας ότι το Ισραήλ δεν θα πλήξει ξανά την εγκατάσταση.

Το Ιράν, από την πλευρά του, ορκίστηκε αντίποινα κατά πετρελαϊκών και αεριοδοτικών υποδομών σε γειτονικά κράτη του Κόλπου και κάλεσε τους αμάχους να απομακρυνθούν από σημαντικές ενεργειακές εγκαταστάσεις σε όλο τον Περσικό Κόλπο.

Μετά τις επιθέσεις, οι τιμές του Brent εκτοξεύθηκαν σε περίπου 109,80 δολάρια το βαρέλι, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2023.

Στην ένατη επιστολή του προς τα Ηνωμένα Έθνη και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, το Κατάρ καταδίκασε τις τελευταίες ιρανικές επιθέσεις, επισημαίνοντας ότι συνιστούν κατάφωρη παραβίαση της εθνικής του κυριαρχίας, άμεση απειλή για την ασφάλεια και την εδαφική του ακεραιότητα και απαράδεκτη κλιμάκωση που θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα της περιοχής.

Υπενθυμίζεται ότι είχε προηγηθεί επιστολή απευθείας προς το Ιράν, στην οποία τονίστηκε ότι η συνέχιση αυτής της εχθρικής προσέγγισης θα αντιμετωπιστεί με πρόσθετα μέτρα από το κράτος του Κατάρ, με στόχο την προστασία της κυριαρχίας, της ασφάλειας και των εθνικών του συμφερόντων.

Από την αρχή της σύγκρουσης, στις 28 Φεβρουαρίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πραγματοποιήσει περισσότερες από 8.000 πολεμικές πτήσεις και έχουν πληγεί πάνω από 7.800 ιρανικοί στόχοι, σύμφωνα με την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM), ενώ περίπου 120 ιρανικά πολεμικά πλοία έχουν καταστραφεί. Τα πλήγματα περιλαμβάνουν πυραυλικές θέσεις, ναυτικά μέσα και άλλες υποδομές.

Της Kimberly Hayek

Με πληροφορίες από Associated Press