Τρίτη, 30 Ιούν, 2026

Το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ συμφέρει την Κίνα, δηλώνει ο Αμερικανός εκπρόσωπος εμπορίου

Σε συνέντευξή του στο Bloomberg, στις 18 Μαρτίου, ο Αμερικανός Εκπρόσωπος Εμπορίου Τζέιμσον Γκρηρ δήλωσε: «Έχω πει στους Κινέζους αξιωματούχους εμπορίου ότι τους συμφέρει να συμβάλουν στη διατήρηση των Στενών του Ορμούζ ανοιχτών, από όπου διέρχεται το ένα πέμπτο της παγκόσμιας ενέργειας. […] Υπάρχουν συνέπειες για την οικονομία από αυτό το εμπόριο».

Ο εμπορικός απεσταλμένος συναντήθηκε με Κινέζους διαπραγματευτές στις 15 και 16 Μαρτίου στο Παρίσι, όπου και έθεσε το θέμα. Όπως ανέφερε: «Υπήρξε μια σύντομη συζήτηση στην οποία ειπώθηκε ξεκάθαρα ότι έχουν λόγους να διατηρήσουν το στενό ανοιχτό, αλλά δεν φτάσαμε σε συζήτηση για ουσιαστική συμμετοχή της Κίνας.

»Η Κίνα πιθανότατα πλήττεται περισσότερο από εμάς από έναν ενδεχόμενο αποκλεισμό του πορθμού, αφού εισάγει πολύ περισσότερη ενέργεια. Έχουν όλοι συμφέρον να λυθεί αυτό το ζήτημα το συντομότερο δυνατόν».

Καθώς οι τιμές των καυσίμων ανεβαίνουν στην Κίνα, η τιμή της βενζίνης ρυθμίζεται από επιτροπή, με αποτέλεσμα να σχηματίζονται ουρές στα πρατήρια. Κάτοικος της χώρας εξέφρασε την αγανάκτησή του λέγοντας: «Υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι στο πρατήριο και πρέπει να περιμένουμε στην ουρά για να πάρουμε αριθμό προτεραιότητας. Περιμένεις μια μέρα και μερικές φορές παίρνεις καύσιμα μόλις την επόμενη».

Οι εμπορικές διαπραγματεύσεις ΗΠΑ–Κίνας προηγήθηκαν της διμερούς συνάντησης μεταξύ του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και του ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ, η οποία αναβλήθηκε για περίπου πέντε εβδομάδες, με τον Τραμπ να επικαλείται την ανάγκη επίβλεψης του πολέμου στο Ιράν.

Τη σημασία του Ορμούζ υπογράμμισε και ο ίδιος ο Τραμπ: «Ελπίζω η Κίνα, η Γαλλία, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, το Ηνωμένο Βασίλειο και άλλες χώρες που πλήττονται από αυτόν τον τεχνητό περιορισμό να στείλουν πλοία στην περιοχή, ώστε τα Στενά του Ορμούζ να μην αποτελούν πλέον απειλή από ένα έθνος που έχει αποκεφαλιστεί πλήρως», δήλωσε με ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social στις 14 Μαρτίου.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει τρόπους διασφάλισης της ανοιχτής διέλευσης, προειδοποιώντας ότι ένας αποκλεισμός θα μπορούσε να οδηγήσει σε ελλείψεις ενέργειας, λιπασμάτων και ενδεχομένως τροφίμων τον επόμενο χρόνο.

Ανώτατος αξιωματούχος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων εξέφρασε τη δέσμευση της χώρας δηλώνοντας: «Τα ΗΑΕ θα συμμετάσχουν σε κάθε επιχείρηση που οργανώνει η αμερικανική ηγεσία για την εξασφάλιση της ναυσιπλοΐας στον πορθμό. Είναι διεθνή ύδατα. Έτσι ήταν από τον 15ο και τον 16ο αιώνα. Πιστεύω ότι όλοι φέρουμε ευθύνη να διασφαλίσουμε τη ροή του εμπορίου, της ενέργειας κοκ», τόνισε ο Ανουάρ Γκαργκάς, διπλωματικός σύμβουλος του προέδρου των ΗΑΕ, σε συνέντευξή του στο Council on Foreign Relations στις 17 Μαρτίου. Επιβεβαίωσε: «Αυτό είναι προς το συμφέρον όλων».

Ο Τραμπ έχει επικρίνει το ΝΑΤΟ για την έλλειψη υποστήριξης, παρατηρώντας ότι στην έκκλησή του για βοήθεια ανταποκρίθηκε η Μέση Ανατολή. Ο Γκρηρ δήλωσε επίσης στο Bloomberg ότι ο Τραμπ δεν διαπραγματεύεται δασμούς με χώρες που δεν είναι πρόθυμες να βοηθήσουν στη διασφάλιση της ελεύθερης διέλευσης από το Ορμούζ.

Όπως ανέφερε: «Ήταν αρκετά σαφής: απευθύνθηκε σε συμμάχους για να συμβάλουν στη διασφάλιση των στενών, πολλοί δεν ήθελαν, και είπε ‘εντάξει, δεν τους χρειαζόμαστε’. Αυτή είναι, νομίζω, η παρούσα στάση της αμερικανικής πλευράς».

Με τη συμβολή των Yang Xu και Gu Xiaohua

Η Ουκρανία αποδέχεται τη χρηματοδότηση της ΕΕ για την επισκευή του αγωγού Druzhba

Η Ουκρανία έκανε αποδεκτή την προσφορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τεχνική υποστήριξη και χρηματοδότηση, προκειμένου να αποκατασταθούν οι ροές πετρελαίου μέσω του αγωγού Druzhba, ο οποίος υπέστη ζημιές.

Ο Druzhba αποτελεί μια αρτηρία μήκους περίπου 4.000 χιλιομέτρων που μεταφέρει ρωσικό πετρέλαιο στα ενδότερα της ευρωπαϊκής ηπείρου. Οι ζημιές που καταγράφηκαν έχουν διαταράξει την τροφοδοσία αργού πετρελαίου στην Ουγγαρία και τη Σλοβακία.

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, ανέφεραν σε κοινή ανακοίνωσή τους στις 17 Μαρτίου ότι η Ουκρανία αποδέχθηκε την προσφορά και πως Eυρωπαίοι εμπειρογνώμονες θα είναι στη διάθεση του Κιέβου άμεσα, υπογραμμίζοντας πως οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα συνεργαστούν με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη για την εξεύρεση εναλλακτικών διαδρομών μεταφοράς αργού — πλην του ρωσικού — προς τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.

Η ζημιά στον αγωγό επί ουκρανικού εδάφους έχει προκαλέσει εντάσεις ανάμεσα σε Κίεβο, Βουδαπέστη και Μπρατισλάβα, καθώς η Ουγγαρία και η Σλοβακία εισάγουν ρωσικό πετρέλαιο μέσω του συγκεκριμένου αγωγού που διασχίζει την Ουκρανία.

Οι δύο αυτές χώρες έχουν αποκοπεί από τις ροές ρωσικού πετρελαίου μέσω του Druzhba από τις 27 Ιανουαρίου, οπότε το Κίεβο ανακοίνωσε πως εξοπλισμός του αγωγού υπέστη ζημιές μετά από ρωσικό πλήγμα στη δυτική Ουκρανία.

Η Βουδαπέστη και η Μπρατισλάβα κατηγορούν το Κίεβο για καθυστέρηση στην αποκατάσταση της ροής πετρελαίου μέσω του αγωγού. Η ουκρανική πλευρά απορρίπτει τις αιτιάσεις αυτές, υποστηρίζοντας πως εργάζεται εντατικά για την επισκευή των ζημιών το συντομότερο δυνατό.

Βέτο Ουγγαρίας στη στήριξη της Ουκρανίας

Τον περασμένο μήνα, ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας, Βίκτορ Ορμπάν, άσκησε βέτο στη χορήγηση δανείου ύψους 90 δισ. ευρώ από την ΕΕ προς κάλυψη στρατιωτικών και οικονομικών αναγκών της Ουκρανίας για τα επόμενα δύο χρόνια — ένα ζήτημα που αναγνωρίζουν η φον ντερ Λάιεν και ο Κόστα σε επιστολή τους προς τον πρόεδρο Ζελένσκι, στην οποία περιγράφουν τη σχετική πρόταση στήριξης.

Στην επιστολή της 16ης Μαρτίου, σημειώνουν πως «η Ουγγαρία μάς έχει ενημερώσει ρητά ότι δεν μπορεί, προς το παρόν, να συμφωνήσει στην προτεινόμενη αναθεώρηση του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου που υποστηρίζει το δάνειο των 90 δισ. ευρώ για την Ουκρανία ούτε να υιοθετήσει το 20ό πακέτο οικονομικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας». Απαιτείται ομοφωνία μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ για την έγκριση και των δύο αυτών μέτρων.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες επανέλαβαν την προθυμία της Ένωσης να παράσχει γρήγορα κάθε αναγκαία τεχνική υποστήριξη για την πραγματοποίηση των έργων αποκατάστασης στον αγωγό Druzhba. Η προσπάθεια αυτή δύναται να χρηματοδοτηθεί από ευρωπαϊκούς πόρους.

Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι, στο Βίλνιους. Λιθουανία, 25 Ιανουαρίου 2026. (Petras Malukas/AFP μέσω Getty Images)

 

Σε επιστολή του στις 17 Μαρτίου, ο πρόεδρος Ζελένσκι διαβεβαιώνει ότι «η Ουκρανία καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την επισκευή των ζημιών και την αποκατάσταση των λειτουργιών». Χαιρέτισε και αποδέχθηκε την ευρωπαϊκή υποστήριξη, ενημερώνοντας ότι θα ζητήσει από τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας ενέργειας Naftogaz να επικοινωνήσει με τον πρέσβη της ΕΕ για την προώθηση της πρωτοβουλίας.

Ο Ζελένσκι επανέλαβε την άρνησή του στις κατηγορίες περί σκόπιμης καθυστέρησης από την ουκρανική πλευρά, χαρακτηρίζοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς «αβάσιμους». Όπως εξηγεί, «η διακοπή οφείλεται σε πρόσφατες ρωσικές τρομοκρατικές επιθέσεις στον αγωγό και τις γύρω εγκαταστάσεις».

Αντιδράσεις από Ουγγαρία και Σλοβακία

Ο Ούγγρος υπουργός Εξωτερικών, Πέτερ Σιγιάρτο, επέκρινε τη συμφωνία της ΕΕ για υποστήριξη προς την Ουκρανία όσον αφορά την επισκευή του αγωγού, χαρακτηρίζοντάς την «πολιτικό παιχνίδι που στήθηκε ανάμεσα στις Βρυξέλλες και το Κίεβο».

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Σιγιάρτο ανέφερε: «Η Βουδαπέστη καλεί τους Ζελένσκι και φον ντερ Λάιεν να σταματήσουν αυτό το πολιτικό θέατρο. Ο αποκλεισμός του πετρελαίου προς την Ουγγαρία πρέπει να λήξει άμεσα».

Ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Ορμπάν. Βουδαπέστη, 5 Ιανουαρίου 2026. (Attila Kisbenedek/AFP μέσω Getty Images)

 

Σε βιντεοσκοπημένη δήλωσή του στην ίδια πλατφόρμα, ο Ορμπάν εκδήλωσε την πρόθεσή του να συνεχίσει να μπλοκάρει τη χορήγηση δανείου έως ότου αποκατασταθούν οι αποστολές πετρελαίου προς την Ουγγαρία. Όπως σημείωσε, έχει ενημερώσει τον Κόστα ότι η θέση της Ουγγαρίας παραμένει αμετάβλητη. «Αν ο πρόεδρος Ζελένσκι επιθυμεί να λάβει τα χρήματά του από τις Βρυξέλλες, τότε πρέπει να ξαναναλειτουργήσει ο αγωγός πετρελαίου. Χωρίς πετρέλαιο, δεν υπάρχουν χρήματα», τόνισε.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Σλοβακίας, Γιουράι Μπλάναρ, επεσήμανε ότι στο παρελθόν είχαν ανακοινωθεί πολλά χρονοδιαγράμματα για την επισκευή του αγωγού και τόνισε την ανάγκη επαλήθευσης της κατάστασης από εμπειρογνώμονες. «Λάβαμε εκ νέου ενημέρωση κατά την οποία, σύμφωνα με την Ουκρανία, ο αγωγός Druzhba θα μπορούσε να τεθεί ξανά σε λειτουργία εντός έξι εβδομάδων. Ωστόσο, παρόμοια χρονοδιαγράμματα έχουν ανακοινωθεί και στο παρελθόν. Κρίνουμε συνεπώς απαραίτητο να επαληθευτεί η κατάσταση απευθείας επί τόπου, με συμμετοχή εμπειρογνωμόνων, οι οποίοι θα μπορούσαν επίσης να συνδράμουν στις εργασίες επισκευής του αγωγού», παρατήρησε.

Η Ουκρανία προσφέρει 1.000 αναχαιτιστικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη ημερησίως σε συμμάχους

Η Ουκρανία επανέλαβε την πρότασή της να προμηθεύει τους συμμάχους που μάχονται κατά του Ιράν με 1.000 μη επανδρωμένα αναχαιτιστικά αεροσκάφη ημερησίως, καθώς ο πόλεμος υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εισήλθε στην τρίτη εβδομάδα του.

Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι επανέλαβε την προσφορά αυτή, εντάσσοντάς την σε ένα ευρύτερο σχέδιο με το οποίο επιδιώκει να ζητήσει από αξιωματούχους του Ηνωμένου Βασιλείου περισσότερη χρηματοδότηση για την παραγωγή μη επανδρωμένων αεροσκαφών στην Ουκρανία. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, στις 17 Μαρτίου, ανέφερε ότι η χώρα μπορεί να παράγει περισσότερα, σημειώνοντας ότι αυτό εξαρτάται από τις επενδύσεις, σημειώνοντας ότι απαιτούνται περίπου 1.000 αναχαιτιστικά ημερησίως, ενώ η Ουκρανία μπορεί να προμηθεύει τουλάχιστον άλλα 1.000 ημερησίως στους συμμάχους της.

Ο Ζελένσκι βρισκόταν στο Λονδίνο, όπου συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό Κηρ Στάρμερ και άλλους Βρετανούς αξιωματούχους στην Ντάουνινγκ Στρητ, με στόχο την υπογραφή νέας αμυντικής συμφωνίας που θα ενισχύσει τη συνεχιζόμενη στρατιωτική συνεργασία των δύο χωρών απέναντι στη Ρωσία.

Ο Ουκρανός πρόεδρος ανέφερε επίσης ότι η Ουκρανία αναπτύσσει συστήματα ραντάρ και ακουστικής κάλυψης για την αντιμετώπιση των shahed — των επιθετικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών ιρανικού σχεδιασμού που χρησιμοποιούνται εκτενώς εναντίον της χώρας. Σε συνέντευξή του στο CNN, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η Ρωσία προμηθεύει επίσης το Ιράν με τέτοιου τύπου μη επανδρωμένα αεροσκάφη για χρήση κατά των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ. Τόνισε ακόμη ότι εάν ένα shahed χρειαστεί να αναχαιτιστεί στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αυτό μπορεί να γίνει, όπως και στην Ευρώπη ή στο Ηνωμένο Βασίλειο, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ζήτημα τεχνολογίας, επενδύσεων και συνεργασίας.

Την προηγούμενη εβδομάδα, ο Ζελένσκι ανέφερε ότι επιθυμεί να υπογράψει μια «μεγάλη συμφωνία παραγωγής μη επανδρωμένων αεροσκαφών» με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο αναμένει την έγκριση του Λευκού Οίκου. Σύμφωνα με ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, στις 12 Μαρτίου, η προτεινόμενη συμφωνία περιλαμβάνει παραγγελίες για διάφορους τύπους μη επανδρωμένων αεροσκαφών και συστήματα αεράμυνας. Σημείωσε ότι δεν είχε ακόμη δοθεί η δυνατότητα υπογραφής του σχετικού εγγράφου και εξέφρασε την ελπίδα ότι οι Αμερικανοί εταίροι θα κλίνουν προς αυτή την απόφαση, ιδίως μετά τις προκλήσεις που παρατηρούνται στη Μέση Ανατολή.

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε την ιδέα προμήθειας μη επανδρωμένων αεροσκαφών από την Ουκρανία, σε συνέντευξή του στον παρουσιαστή του FOX News Μπράιαν Κίλμιντ στις 13 Μαρτίου. Όπως δήλωσε, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν χρειάζονται βοήθεια στην άμυνα έναντι μη επανδρωμένων αεροσκαφών, υποστηρίζοντας ότι διαθέτουν περισσότερη γνώση στον τομέα αυτό από οποιονδήποτε άλλον και ότι κατέχουν τα καλύτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη παγκοσμίως.

Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου δήλωσε επίσης στην εφημερίδα The Epoch Times ότι η επιχείρηση «Epic Fury» υπήρξε εξαιρετικά επιτυχής, με τις επιθέσεις βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν να έχουν μειωθεί κατά 90% και τις επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη κατά 95%.

Σύμφωνα με το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας και Άμυνας της Ουκρανίας, η χώρα αύξησε φέτος την παραγωγική της ικανότητα για την κατασκευή αναχαιτιστικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών κατά 800%, ενώ πλέον δραστηριοποιούνται στον τομέα είκοσι εταιρείες. Το προηγούμενο έτος, η Ουκρανία παρήγαγε 100.000 αναχαιτιστικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη για την αντιμετώπιση των ρωσικών shahed.

Η απόφαση για μαζική παραγωγή αυτών των χαμηλού κόστους μη επανδρωμένων αεροσκαφών βασίστηκε σε οικονομικά κριτήρια, σύμφωνα με το Συμβούλιο. Συγκεκριμένα, επισημάνθηκε ότι η Ουκρανία δεν μπορεί να καταρρίπτει εκατοντάδες εχθρικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη καθημερινά με ακριβά πυραυλικά συστήματα αεράμυνας και ότι η κατάρριψη ενός shahed με αναχαιτιστικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος κοστίζει πάνω από 25 φορές λιγότερο σε σύγκριση με τη χρήση πυραύλου αεράμυνας δυτικού τύπου.

Της Jill McLaughlin

Η Κούβα αντιμέτωπη με ενεργειακή και πολιτική κρίση

Η Κούβα επανέφερε σε λειτουργία το ηλεκτρικό της δίκτυο την Τρίτη 17 Μαρτίου 2026, τερματίζοντας μια γενικευμένη διακοπή ρεύματος που διήρκεσε περισσότερες από 29 ώρες και επηρέασε περίπου 10 έως 11 εκατομμύρια κατοίκους. Το εθνικό δίκτυο είχε τεθεί πλήρως σε λειτουργία έως τις 18:11 (τοπική ώρα), ενώ τέθηκε εκ νέου σε λειτουργία και ο μεγαλύτερος πετρελαϊκός σταθμός παραγωγής ενέργειας της χώρας.

Παρά την αποκατάσταση, αξιωματούχοι προειδοποίησαν ότι οι διακοπές της ηλεκτρικής ενέργειας ενδέχεται να συνεχιστούν, καθώς η παραγωγή παραμένει χαμηλότερη από τη ζήτηση. Η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες λόγω έλλειψης καυσίμων και πεπαλαιωμένων υποδομών, ενώ ήδη από το 2024 οι διακοπές ρεύματος έχουν γίνει πιο συχνές και παρατεταμένες. Πριν από την πρόσφατη κατάρρευση του δικτύου, πολλοί κάτοικοι, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στην Αβάνα, αντιμετώπιζαν καθημερινές διακοπές διάρκειας 16 ωρών ή και περισσότερο.

Κάτοικοι της πρωτεύουσας περιέγραψαν ότι η κατάσταση επηρεάζει κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής, διαταράσσοντας ακόμη και βασικές ανάγκες, όπως η πρόσβαση σε τροφή και νερό, και ανέφεραν ότι προσπαθούν να κάνουν υπομονή και να αντέξουν την κατάσταση.

Η ενεργειακή κρίση επιδεινώνεται από τον περιορισμένο εφοδιασμό καυσίμων. Σύμφωνα με στοιχεία παρακολούθησης πλοίων, στην Κούβα έχουν φτάσει φέτος μόλις δύο μικρά δεξαμενόπλοια με εισαγόμενο πετρέλαιο, ενώ ένα ακόμη πλοίο επανέλαβε πρόσφατα την πορεία του προς το νησί. Επιπλέον, η παραγωγή ενέργειας επηρεάστηκε και από τις καιρικές συνθήκες, καθώς η συννεφιά περιόρισε την απόδοση των ηλιακών πάρκων.

Πιέσεις και ενεργειακός αποκλεισμός

Η κρίση συνδέεται με τις εξελίξεις στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, καθώς η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει εντείνει την πίεση προς την Αβάνα, επιδιώκοντας την απομόνωση του κομμουνιστικού καθεστώτος. Στις 29 Ιανουαρίου 2026, υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα που επιβάλλει δασμούς σε χώρες που πωλούν πετρέλαιο στην Κούβα, οδηγώντας στη διακοπή εισαγωγών από το Μεξικό και επιδεινώνοντας τις ελλείψεις.

Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες διέκοψαν την προμήθεια πετρελαίου από τη Βενεζουέλα, μετά τη σύλληψη του ηγέτη της χώρας Νικολάς Μαδούρο τον Ιανουάριο, γεγονός που στέρησε από την Κούβα τον βασικό της ενεργειακό σύμμαχο.

Ο Τραμπ έχει κλιμακώσει τη ρητορική του, δηλώνοντας στις 16 Μαρτίου 2026 ότι θεωρεί πως θα έχει την «τιμή να πάρει την Κούβα», αναφέροντας ότι είτε την «απελευθερώσει» είτε την «αναλάβει», εκτιμά ότι μπορεί να κάνει ό,τι θέλει με αυτήν. Έχει επίσης αναφερθεί στην πιθανότητα μιας «φιλικής ανάληψης», και έχει δηλώσει ότι η χώρα βρίσκεται «στο τέλος της διαδρομής» και περιλαμβάνεται στη «λίστα των υποχρεώσεών» του.

Την ίδια περίοδο, σημείωσε ότι η κυβέρνηση και η οικονομία της Κούβας βρίσκονται σε πολύ κακή κατάσταση και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προχωρήσουν σύντομα σε ενέργειες σχετικά με το νησί.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο, υποστήριξε σε ομιλία του στις 17 Μαρτίου 2026 ότι η Κούβα διαθέτει μια οικονομία που δεν λειτουργεί και ένα πολιτικό σύστημα που δεν μπορεί να επιλύσει τα προβλήματα, τονίζοντας ότι απαιτούνται δραστικές αλλαγές. Σημείωσε ότι τα μέτρα που ανακοίνωσε η Αβάνα δεν επαρκούν και δεν πρόκειται να επιλύσουν την κρίση, ενώ εκτίμησε ότι η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές δυσκολίες, καθώς δεν λαμβάνει πλέον επιδοτήσεις από τη Σοβιετική Ένωση ή τη Βενεζουέλα.

Επιπλέον, υπογράμμισε την ανάγκη αλλαγής της ηγεσίας, σημειώνοντας ότι όσοι βρίσκονται στην εξουσία δεν γνωρίζουν πώς να διαχειριστούν την κατάσταση.

Ως προϋπόθεση για την άρση των κυρώσεων οι ΗΠΑ θέτουν την απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων και τη μετάβαση της Κούβας σε πολιτικά και οικονομικά φιλελεύθερο καθεστώς. Ο Ρούμπιο επιβεβαίωσε ότι το εμπάργκο συνδέεται άμεσα με τέτοιου είδους αλλαγές.

Αμερικανός αξιωματούχος απέδωσε την κατάρρευση του ηλεκτρικού δικτύου στην ανικανότητα του καθεστώτος, χαρακτηρίζοντας τις διακοπές ρεύματος ως σύμπτωμα ενός αποτυχημένου συστήματος. Αντίθετα, ο ηγέτης της Κούβας Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες για σχεδόν καθημερινές δημόσιες απειλές κατά της χώρας.

Συνομιλίες και διπλωματικές κινήσεις

Παρά τις εντάσεις, οι δύο πλευρές έχουν ξεκινήσει εύθραυστες συνομιλίες με στόχο την αποκλιμάκωση της κρίσης, μιας από τις σοβαρότερες από το 1959. Οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται υπό την ηγεσία του Τραμπ και του Ρούμπιο, με τον Αμερικανό πρόεδρο να εκτιμά ότι μια συμφωνία θα μπορούσε να επιτευχθεί εύκολα και να παρουσιάζει την Κούβα ως πρόθυμη να καταλήξει σε συμφωνία.

Η Αβάνα, από την πλευρά της, δηλώνει ότι είναι πρόθυμη να διαπραγματευτεί σε ισότιμη βάση, επισημαίνοντας ότι οι συνομιλίες δεν θα αφορούν τις εσωτερικές υποθέσεις καμίας από τις δύο χώρες.

Στο πλαίσιο αυτό, στις 14 Μαρτίου 2026, η κουβανική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι πολίτες που ζουν στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένων όσων βρίσκονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, θα μπορούν να επενδύουν και να κατέχουν ιδιωτικές επιχειρήσεις στο νησί. Κουβανός αξιωματούχος δήλωσε επίσης ότι η χώρα είναι ανοιχτή σε εμπορικές σχέσεις με αμερικανικές εταιρείες, καθώς και με Κουβανούς της διασποράς και τους απογόνους τους.

Το μέτρο αυτό θεωρείται σημαντική μεταβολή για μια χώρα που επί δεκαετίες επέβαλλε αυστηρούς περιορισμούς στην ιδιωτική ιδιοκτησία και στις ξένες επενδύσεις — αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες το κρίνουν ανεπαρκές.

Παραμένει ασαφές ποιος θα μπορούσε να διαδεχθεί τον σημερινό ηγέτη Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ σε περίπτωση που υπάρξουν εξελίξεις που θα οδηγήσουν σε αποδόμηση του καθεστώτος.

Των Troy Myers και  Kimberly Hayek

Με τη συμβολή του Tom Ozimek και πληροφορίες από Reuters και Associated Press

Μετατίθεται η ημερομηνία συνάντησης Τραμπ–Σι, λόγω Ιράν

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στις 17 Μαρτίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε ότι η αναβληθείσα συνάντησή του με τον ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, θα πραγματοποιηθεί μετά από πέντε έως έξι εβδομάδες.

«Ήταν εντάξει με αυτό», δήλωσε ο Τραμπ για τη νέα ημερομηνία, η οποία ακόμη δεν έχει οριστικοποιηθεί. «Ανυπομονώ να δω τον πρόεδρο Σι. Νομίζω κι εκείνος το ίδιο. Η Κίνα, από οικονομικής άποψης για εμάς, είναι πλέον πολύ ‘καλή’, πολύ. Όπως ξέρετε, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά σε σύγκριση με το παρελθόν και διατηρούμε πλέον μια πολύ καλή εργασιακή σχέση με την Κίνα».

Αρχικά, ο Τραμπ επρόκειτο να ταξιδέψει στην Κίνα στα τέλη του μήνα, ωστόσο ζήτησε να αναβληθεί το ταξίδι, δίνοντας προτεραιότητα στην επίβλεψη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Ιράν. «Πρέπει να είμαι εδώ, το νιώθω. Έτσι ζητήσαμε να μετατεθεί κατά έναν μήνα», ανέφερε σε δημοσιογράφους στις 16 Μαρτίου.

Ο Τραμπ και ο Σι είχαν την τελευταία τους συνάντηση τον Οκτώβριο του 2025, σε διμερή συνάντηση στη Νότια Κορέα, όπου συμφώνησαν να σταματήσουν τον εμπορικό πόλεμο για ένα έτος, και προχώρησαν σε σημαντικές μειώσεις δασμών. Η Κίνα δεσμεύθηκε να αυξήσει τις ποσοστώσεις αγορών αμερικανικής σόγιας, να περιορίσει τις εξαγωγές ουσιών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή φαιντανύλης και να αναστείλει για έναν χρόνο τους περιορισμούς της σε κρίσιμα ορυκτά. Σε αντάλλαγμα, οι ΗΠΑ μείωσαν τα λιμενικά τέλη και δασμούς, ενώ στις συζητήσεις συμπεριλήφθηκε και η πώληση ημιαγωγών και ενέργειας στην Κίνα.

Στις 15 Μαρτίου 2026, οι δύο χώρες ξεκίνησαν εκ νέου εμπορικές συνομιλίες στο Παρίσι, για πρώτη φορά μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που επιβάλλει νέο πλαίσιο στους δασμούς. Σύμφωνα με τους διαπραγματευτές, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να διατηρήσουν σε ισχύ τη συμφωνία του Οκτωβρίου.

«Αυτό στο οποίο καταλήξαμε σήμερα είναι ουσιαστικά οι γενικοί όροι ενός πλάνου εργασίας μέχρι τη συνάντηση των προέδρων», δήλωσε ο Αμερικανός διαπραγματευτής Τζέιμσον Γκρηρ σε συνέντευξη Τύπου στις 16 Μαρτίου, μετά από διήμερες διαβουλεύσεις. «Συζητήσαμε τη συμμόρφωση της Κίνας στις δεσμεύσεις της, όπως τη ροή κρίσιμων ορυκτών, καθώς και την αύξηση [των αμερικανικών] εξαγωγών ενέργειας και αγροτικών προϊόντων προς την Κίνα».

Ο Γκρηρ ανέφερε επίσης το ενδεχόμενο δημιουργίας «Συμβουλίου Εμπορίου ΗΠΑ-Κίνας, έτσι ώστε να θεσμοθετηθεί, έστω και στοιχειωδώς, ποια προϊόντα πρέπει να εισάγουμε από την Κίνα και ποια να εξάγουμε στην Κίνα, ώστε να επικεντρωθούμε σε τομείς αμοιβαίου οφέλους. Αυτά αναμένουμε να τεθούν στο επίκεντρο της συζήτησης των ηγετών όταν συναντηθούν».

Ο δρόμος της ανάκαμψης μετά από δεκαετίες σοσιαλισμού

Σχολιασμός

Αφού απομάκρυνε τον σοσιαλιστή ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, τον Ιανουάριο, η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί πλέον να ανοικοδομήσει τη χώρα ύστερα από δεκαετίες διαφθοράς, παραμέλησης και λεηλασίας.

Υπό τον Μαδούρο και τον προκάτοχό του, Ούγκο Τσάβες, η Βενεζουέλα υποβαθμίστηκε από αυτό που κάποτε ήταν η πλουσιότερη χώρα της Νότιας Αμερικής και μία από τις 20 πλουσιότερες στον κόσμο, σε «ένα αποτυχημένο πετρελαϊκό κράτος». Μεταξύ 2014 και 2021, το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της Βενεζουέλας μειώθηκε κατά περισσότερο από 70%.

Σήμερα, οι υποδομές της χώρας έχουν καταρρεύσει, το δικαστικό της σύστημα πλήττεται από διαφθορά και ευνοιοκρατία, και, δεδομένου του ιστορικού απαλλοτριώσεων ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων, πολλοί ξένοι επενδυτές θεωρούν ότι η χώρα «δεν προσφέρεται για επενδύσεις». Επιπλέον, μεγάλο μέρος του πλούτου και των αποταμιεύσεων της χώρας εξαϋλώθηκε, καθώς το εθνικό νόμισμα, το μπολιβάρ, υπέστη δύο περιόδους υπερπληθωρισμού, φτάνοντας στο αποκορύφωμα του 234% τον μήνα το 2018 και ξεπερνώντας εκ νέου το 150% τον μήνα το 2020.

Έχοντας περάσει δεκαετίες συμβουλεύοντας κυβερνήσεις για το πώς να διορθώσουν κατεστραμμένες οικονομίες, ο οικονομολόγος του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς, Στιβ Χάνκε (Steve Hanke), γνωστός ως «ο γιατρός του χρήματος», ανέφερε ότι έχει δει και χειρότερα. Ανέφερε στην εφημερίδα The Daily Signal ότι η Κίνα βρισκόταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση από τη Βενεζουέλα το 1979, επομένως όλα αυτά είναι εφικτά. Ωστόσο, το πρώτο κρίσιμο βήμα είναι η σταθεροποίηση ενός νομίσματος που βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Πρόσθεσε ότι εάν δεν καταφέρουν να περιορίσουν τον πληθωρισμό, ουσιαστικά δεν πρόκειται να συμβεί τίποτα σημαντικό.

Όταν ο Χάνκε ήταν σύμβουλος της Βουλγαρίας το 1997, η χώρα αντιμετώπιζε παρόμοια οικονομικά προβλήματα, συμπεριλαμβανομένου ανεξέλεγκτου πληθωρισμού και τραπεζικής κρίσης. Η λύση που πρότεινε ήταν ένα νομισματικό συμβούλιο, στο οποίο το εγχώριο νόμισμα μιας χώρας υποστηρίζεται κατά 100% από ένα ξένο αποθεματικό νόμισμα, όπως το δολάριο ΗΠΑ ή το ευρώ, με σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία.

Ο πληθωρισμός ήταν 242% τον μήνα και ότι με την εφαρμογή του νομισματικού συμβουλίου τον Ιούλιο, ο πληθωρισμός μειώθηκε αμέσως, πέφτοντας κάτω από το 10% σε ετήσια βάση. Μέσα σε ένα έτος, τα συναλλαγματικά αποθέματα της Βουλγαρίας είχαν τριπλασιαστεί, τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια είχαν μειωθεί στο 2%, το τραπεζικό σύστημα επανήλθε σε φερεγγυότητα και η οικονομία ανέκαμπτε ξανά.

Την 1η Ιανουαρίου 2026, αφού πληρούσε τις προϋποθέσεις, η Βουλγαρία εντάχθηκε στη ζώνη του ευρώ.

Ακολουθώντας αυτό το μοντέλο, σταθερότητα νομίσματος επιτεύχθηκε επίσης σε χώρες όπως η Εσθονία, η Λιθουανία και η Βοσνία. Ο Χάνκε είχε επίσης προτείνει ένα νομισματικό συμβούλιο στον τότε πρόεδρο της Βενεζουέλας, Ραφαέλ Καλντέρα, τη δεκαετία του 1990, αλλά τότε οι συνθήκες ήταν διαφορετικές.

Ανέφερε ότι το κράτος δικαίου έχει επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν θα συνιστούσε την εφαρμογή νομισματικού συμβουλίου αυτή τη στιγμή. Αντίθετα, σημείωσε ότι η Βενεζουέλα θα πρέπει να καταργήσει πλήρως το μπολιβάρ και να υιοθετήσει το δολάριο ΗΠΑ ως εθνικό νόμισμα.

Σε μια διαδικασία που ονομάζεται δολαριοποίηση, ουσιαστικά καταργείται η κεντρική τράπεζα και το τοπικό νόμισμα, αντικαθιστάμενα από το νόμισμα που θα λειτουργούσε ως αγκύρωση σε ένα σύστημα νομισματικού συμβουλίου.

Η δολαριοποίηση έχει εφαρμοστεί αποτελεσματικά στον Παναμά, το Ελ Σαλβαδόρ και τον Ισημερινό. Η Βενεζουέλα είναι ήδη ανεπίσημα δολαριοποιημένη, με εκτιμήσεις να αναφέρουν ότι περισσότερο από το ήμισυ των συναλλαγών πραγματοποιείται ήδη σε δολάρια ΗΠΑ.

Αφού επιτευχθεί μακροοικονομική σταθερότητα, η κυβέρνηση μπορεί στη συνέχεια να αρχίσει να αντιμετωπίζει σταδιακά όλα τα υπόλοιπα ζητήματα που πρέπει να επιλυθούν, ανέφερε ο Χάνκε.

Σημείωσε ότι, αν εξετάσει κανείς τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις, όπως στη Νέα Ζηλανδία ή στη Μεγάλη Βρετανία επί της πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ, ή την ομάδα οικονομολόγων στο Σικάγο που επηρέασε τη Χιλή, αυτές δεν πραγματοποιήθηκαν από τη μία ημέρα στην άλλη. Πρόσθεσε ότι απαιτείται οικοδόμηση εμπιστοσύνης και δυναμικής, ώστε αυτή να λειτουργήσει προωθητικά και να επιτρέψει την αντιμετώπιση των προβλημάτων ένα προς ένα.

Μεγάλο μέρος της προσοχής από τον Ιανουάριο έχει στραφεί στα τεράστια αποθέματα πετρελαίου της Βενεζουέλας, αν και τα κοιτάσματά της βρίσκονται σήμερα σε κακή κατάσταση ύστερα από δεκαετίες κακοδιαχείρισης και λεηλασίας από το κράτος.

Ο Χάνκε ανέφερε ότι ο «τσαβισμός» έχει καταστήσει ουσιαστικά άνευ αξίας τα μεγαλύτερα αποθέματα αργού πετρελαίου στον κόσμο και ότι οι δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες διστάζουν να επανεπενδύσουν.

Τον Ιανουάριο, το κοινοβούλιο της Βενεζουέλας ψήφισε νέο νόμο με στόχο το άνοιγμα του πετρελαϊκού τομέα σε ιδιωτική ανάπτυξη, ωστόσο πιθανότατα θα απαιτηθούν περισσότερα μέτρα για την προσέλκυση επενδύσεων στη χώρα. Η Βενεζουέλα πρέπει να εγκαθιδρύσει ένα αξιόπιστο νομικό σύστημα που να εγγυάται τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, όπως οι νόμοι που θέσπισε η Χιλή για τις εξορυκτικές παραχωρήσεις τη δεκαετία του 1980, σύμφωνα με τον Χάνκε.

Ανέφερε ότι ο μεταλλευτικός νόμος της Χιλής καθιέρωσε ισχυρά δικαιώματα ιδιοκτησίας και σαφείς κανόνες λειτουργίας. Μεταξύ άλλων, ο νόμος προβλέπει ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από το κράτος, το κράτος υποχρεούται να καταβάλει στον ιδιοκτήτη την πλήρη παρούσα αξία των μελλοντικών ταμειακών ροών από την περιουσία που απαλλοτριώθηκε, ενώ παράλληλα ορίζει ότι οι ξένοι επενδυτές αντιμετωπίζονται ισότιμα με τους Βενεζουελάνους.

Πέρα από το πετρέλαιο, άλλοι τομείς με μεγάλες δυνατότητες περιλαμβάνουν τη γεωργία και την εξόρυξη, οι οποίοι επίσης υπέστησαν εθνικοποιήσεις υπό τον Τσάβες και τον Μαδούρο.

Η Βενεζουέλα διαθέτει πλούσια ανεκμετάλλευτη αγροτική γη και εκτεταμένους υδάτινους πόρους γλυκού νερού, ωστόσο οι τιμές γης παραμένουν εξαιρετικά χαμηλές υπό το βάρος σοβαρού νομικού και πολιτικού κινδύνου, σύμφωνα με τον Χάνκε. Η ανασφάλεια ως προς τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, οι διαταραχές στις αγορές εισροών, οι έλεγχοι τιμών και συναλλάγματος, καθώς και η κατάρρευση των υποδομών έχουν συνδυαστικά οδηγήσει τον τομέα πολύ κάτω από το δυναμικό παραγωγής του.

Πρόσθεσε ότι υπάρχουν επίσης σημαντικά αποθέματα χρυσού, σιδηρομεταλλεύματος, βωξίτη, άνθρακα, νικελίου και ορισμένων κρίσιμων υλικών, όπως το κολτάν, αλλά, όπως και στη γεωργία, η εξόρυξη αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υποδομών.

Όσον αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Χάνκε ζήτησε τον πλήρη τερματισμό του αμερικανικού εμπάργκο.

Τόνισε ότι η πρώτη άμεση ενέργεια που θα πρέπει να αναλάβουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στη Βενεζουέλα είναι η άρση όλων των κυρώσεων, κάτι που μπορεί να γίνει κυριολεκτικά με μία υπογραφή.

Του Kevin Stocklin

Αναδημοσίευση κατόπιν άδειας από την εφημερίδα The Daily Signal, έκδοση του The Heritage Foundation.

Η Νέα Ζηλανδία απορρίπτει επίσημα τη συνθήκη του ΠΟΥ για τις πανδημίες

Η Νέα Ζηλανδία απέρριψε επίσημα τις τροποποιήσεις των Διεθνών Υγειονομικών Κανονισμών (International Health Regulations – IHR), οι οποίοι καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη-μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) θα διαχειρίζονται μελλοντικές πανδημίες.

Το υπουργείο Υγείας της χώρας περιέγραψε τους IHR ως το κύριο διεθνές νομικό πλαίσιο για την πρόληψη και τον έλεγχο της εξάπλωσης ασθενειών μεταξύ χωρών.

Ο υπουργός Εξωτερικών Γουίνστον Πίτερς ανακοίνωσε την απόφαση μέσω της πλατφόρμας X στις 17 Μαρτίου, επισημαίνοντας ότι το κόμμα του είχε διαχρονικά υποστηρίξει πως κάθε απόφαση που αφορά την υγεία των πολιτών της Νέας Ζηλανδίας πρέπει να λαμβάνεται στο Ουέλινγκτον και όχι στη Γενεύη, προσθέτοντας ότι αγωνίστηκαν εκ μέρους των πολιτών για την πλήρη απόρριψη των συγκεκριμένων τροποποιήσεων, τηρώντας τη δέσμευσή τους να θέσουν τα εθνικά συμφέροντα σε προτεραιότητα, να διατηρήσουν την κυριαρχία στη λήψη αποφάσεων και να αντισταθούν σε παγκοσμιοποιημένους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς.

Ο Πίτερς σημείωσε επίσης ότι η μόνιμη αντιπροσωπεία της Νέας Ζηλανδίας στον ΟΗΕ είχε ενημερώσει τον γενικό διευθυντή του ΠΟΥ για την απόφαση, ενώ η απόρριψη της συνθήκης αποτέλεσε όρο για τη συμμετοχή του κόμματος New Zealand First στον σχηματισμό της σημερινής κυβέρνησης το 2023, μαζί με το κεντροδεξιό Εθνικό Κόμμα και το φιλελεύθερο κόμμα ACT.

Η Νέα Ζηλανδία είναι συμβαλλόμενο μέρος στους IHR από την καθιέρωσή τους το 2005.

Λεπτομέρειες της συνθήκης

Οι νέες τροποποιήσεις του ΠΟΥ εγκρίθηκαν τον Ιούνιο του 2024, ωστόσο δεν ήταν δεσμευτικές για τα κράτη-μέλη, δίνοντας σε όσα διαφωνούσαν τη δυνατότητα να εξαιρεθούν χωρίς να αποχωρήσουν από τον οργανισμό.

Κατά την έγκρισή τους, ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ, Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους, είχε δηλώσει ότι η απόφαση αντανακλά την κοινή επιθυμία των κρατών-μελών να προστατεύσουν τόσο τους δικούς τους πολίτες όσο και τον παγκόσμιο πληθυσμό από τους κοινούς κινδύνους των υγειονομικών κρίσεων και των μελλοντικών πανδημιών, επισημαίνοντας ότι η προσέγγιση βασίζεται στη δέσμευση για ισότητα, στην κατανόηση ότι οι απειλές για την υγεία δεν αναγνωρίζουν εθνικά σύνορα και ότι η προετοιμασία αποτελεί συλλογική προσπάθεια.

Το έγγραφο 62 σελίδων (pdf) εισάγει τον ορισμό της «έκτακτης ανάγκης λόγω πανδημίας», η οποία ενεργοποιεί υποχρεώσεις διεθνούς συνεργασίας. Οι χώρες που θα αποδέχονταν τις τροποποιήσεις θα όφειλαν να αναφέρουν πιθανές υγειονομικές κρίσεις εντός 24 ωρών από τη στιγμή που θα λάμβαναν γνώση, να ανταποκρίνονται σε αιτήματα του ΠΟΥ σε αντίστοιχο χρονικό διάστημα και να διαβουλεύονται με τον οργανισμό για κατάλληλα υγειονομικά μέτρα ακόμη και σε περιπτώσεις που δεν απαιτείται επίσημη ειδοποίηση αλλά ενδέχεται να υφίσταται κίνδυνος.

Παράλληλα, παρέχεται στον γενικό διευθυντή του ΠΟΥ η εξουσία να κηρύσσει καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων των πανδημιών, γεγονός που υποχρεώνει τα κράτη να εφαρμόζουν άμεσες και αποτελεσματικές δημόσιες υγειονομικές παρεμβάσεις, όπως απομόνωση, καραντίνα, εμβολιασμό και θεραπεία.

Ορισμένες διατάξεις επιβάλλουν υποχρεωτικές δεσμεύσεις στα κράτη, όπως η δημιουργία εθνικής αρχής IHR που θα συντονίζει την εφαρμογή των κανονισμών, καθώς και, εφόσον απαιτείται, η προσαρμογή της εσωτερικής νομοθεσίας ή διοικητικής οργάνωσης, ενώ οι κυβερνήσεις υποχρεούνται να αναπτύξουν σχέδια αντιμετώπισης, λαμβάνοντας τεχνική καθοδήγηση από τον ΠΟΥ.

Αντιδράσεις στην ανακοίνωση

Ομάδες όπως το Voice for Freedom και το NZ Doctors Speaking Out with Science (NZDOS) εξέφρασαν τη στήριξή τους στην ανακοίνωση του Πίτερς, με το NZDOS να αποτελεί ένωση επαγγελματιών υγείας που αμφισβητούν την ασφάλεια των εμβολίων κατά της COVID-19.

Από την άλλη πλευρά, η Έλεν Πετούσης-Χάρρις, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Όκλαντ και συνδιευθύντρια του Global Vaccine Data Network, υποστήριξε ότι, αν και ο Πίτερς ορθά τόνισε τη σημασία της εθνικής κυριαρχίας και της διαφάνειας στις διεθνείς συμφωνίες, ο ισχυρισμός ότι η συμφωνία του ΠΟΥ απειλεί αυτή την κυριαρχία δεν συνάδει με το πραγματικό περιεχόμενο του κειμένου. Αντιθέτως, η συνθήκη φροντίζει να επιβεβαιώνει τον έλεγχο των κρατών επί των αποφάσεων δημόσιας υγείας και παρομοιάζοντάς τη με ένα παγκόσμιο σύστημα συναγερμού πυρκαγιάς, με κοινά μέσα και σχέδια διαφυγής, ώστε καμία χώρα να μην αντιμετωπίζει μόνη της μια τέτοια κρίση.

Ο υπουργός Υγείας Σιμεόν Μπράουν δεν έχει σχολιάσει το μέτρο, ενώ ο πρωθυπουργός Κρίστοφερ Λάξον βρίσκεται στο εξωτερικό.

Του Rex Widerstrom

Ο Τραμπ αναβάλλει την επίσκεψη στην Κίνα λόγω του πολέμου στο Ιράν

Καθώς ο πόλεμος στο Ιράν συνεχίζεται, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι επιδιώκει την αναβολή της προγραμματισμένης συνάντησης με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ κατά περίπου έναν μήνα, επικαλούμενος την ανάγκη να παραμείνει στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όπως ανέφερε στις 16 Μαρτίου, από τον Λευκό Οίκο, θα επιθυμούσε να επισκεφθεί το Πεκίνο και οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε επικοινωνία με την Κίνα, ωστόσο, λόγω του πολέμου στο Ιράν, θεωρεί απαραίτητη την παρουσία του στη χώρα. Σημείωσε ότι έχει ζητηθεί μια μηνιαία αναβολή της συνάντησης και ότι προσβλέπει στη μελλοντική πραγματοποίησή της. Η σύνοδος αρχικά είχε προγραμματιστεί να διεξαχθεί στο Πεκίνο από τις 31 Μαρτίου έως τις 2 Απριλίου.

Ο Τραμπ σημείωσε ότι η κυβέρνησή του διατηρεί πολύ καλή σχέση με την Κίνα, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η απόφαση για αναβολή δεν αποτελεί τακτική ούτε εξυπηρετεί κάποια σκοπιμότητα, αλλά σχετίζεται με την πραγματικότητα ενός εν εξελίξει πολέμου και την ανάγκη να βρίσκεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Διευκρίνισε ότι η καθυστέρηση ενδέχεται να είναι περιορισμένη.

Στο πλαίσιο των αμερικανικών επιχειρήσεων στο Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει καλέσει την Κίνα να στηρίξει τις προσπάθειες για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, τα οποία έχει κλείσει το Ιράν για τα αμερικανικά και συμμαχικά τους πλοία. Ωστόσο, μέχρι στιγμής το Πεκίνο δεν έχει ανταποκριθεί άμεσα.

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ, διευκρίνισε στις 16 Μαρτίου ότι η αναβολή της συνάντησης δεν συνδέεται με την ανταπόκριση της Κίνας στο αίτημα των ΗΠΑ για τα Στενά. Σε συνέντευξή του στο CNBC από το Παρίσι, ανέφερε ότι τυχόν καθυστέρηση θα οφείλεται σε ζητήματα εφοδιασμού και όχι ως απαίτηση προς την Κίνα να αναλάβει την αστυνόμευση της περιοχής, προσθέτοντας ότι οποιαδήποτε αναπροσαρμογή του προγράμματος θα γίνει καθαρά για οργανωτικούς λόγους.

Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, ανέφερε επίσης ότι οι ημερομηνίες ενδέχεται να αλλάξουν, τονίζοντας ότι, ως αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, η βασική προτεραιότητα του προέδρου είναι η διασφάλιση της συνέχισης της επιχείρησης «Epic Fury».

Το Ιράν επιχείρησε να διαταράξει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται περίπου το 1/5 της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και τα οποία είναι κρίσιμης σημασίας για τις ενεργειακές εισαγωγές της Κίνας. Οι εξελίξεις προκάλεσαν έντονες ανησυχίες για τις διεθνείς αγορές, με το πετρέλαιο Brent να διαμορφώνεται στις 16 Μαρτίου περίπου στα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ σε επόμενη φάση οι τιμές έφθασαν τα 106 δολάρια.

Εκτός από την Κίνα. ο Τραμπ κάλεσε και άλλες χώρες που εξαρτώνται από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό να συμβάλουν στην ασφάλειά της, σημειώνοντας ότι είναι εύλογο όσοι επωφελούνται από τα Στενά να βοηθήσουν ώστε να αποτραπούν αρνητικές εξελίξεις. Συγκεκριμένα, ζήτησε από κράτη να αποστείλουν πολεμικά πλοία για τη συνοδεία εμπορικών πλοίων στην περιοχή, αναφέροντας ότι ορισμένες χώρες έχουν ήδη εκφράσει έντονη προθυμία να συμμετάσχουν, ενώ άφησε να εννοηθεί ότι άλλες ενδέχεται να τον απογοητεύσουν.

Σε ανάρτησή του στις 15 Μαρτίου, κατονόμασε την Κίνα, τη Γαλλία, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και το Ηνωμένο Βασίλειο ως χώρες από τις οποίες προσδοκά στήριξη. Ωστόσο, σύμφωνα με τον πολιτικό αναλυτή και ειδικό σε θέματα Κίνας, Γκόρντον Τσανγκ (Gordon Chang), το Πεκίνο είναι απίθανο να ανταποκριθεί, εκτιμώντας ότι αν δεν επιβληθεί ουσιαστικό κόστος στην Κίνα, δεν πρόκειται να βοηθήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες στο ζήτημα του Ιράν.

Από την πλευρά του Πεκίνου, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Λιν Τζιαν απέφυγε να απαντήσει ευθέως στο αίτημα των ΗΠΑ. Αναγνώρισε την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ και κάλεσε όλα τα μέρη να σταματήσουν άμεσα τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, χωρίς να αναφερθεί στην αποστολή πολεμικών πλοίων. Σε σχετική ερώτηση για το εάν η Κίνα έχει λάβει αίτημα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, επανέλαβε ότι το Πεκίνο διατηρεί επικοινωνία με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη σχετικά με την κατάσταση στο Ιράν. Σχετικά με την πιθανή αναβολή της συνάντησης, ο Λιν ανέφερε ότι το Πεκίνο διατηρεί επικοινωνία με την Ουάσιγκτον για την επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου.

Ο καθηγητής πολιτικών επιστημών και διεθνών σπουδών στο Πανεπιστήμιο St. Thomas στο Χιούστον, Γε Γιαο-Γιουάν (Yeh Yao-Yuan), δήλωσε ότι η Κίνα δεν είναι βέβαιη για το πώς θα εξελιχθεί το Ιράν μετά το τέλος του πολέμου, εκτιμώντας ότι το Πεκίνο ελπίζει πως η Τεχεράνη θα παραμείνει προσανατολισμένη προς την Κίνα και δεν θα στραφεί προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Τσανγκ εκτιμά ότι εάν η Κίνα θεωρεί πως ο Τραμπ επικρατεί στον πόλεμο, ενδέχεται να μην επιθυμεί την παρουσία του στο Πεκίνο, υπογραμμίζοντας ότι υπάρχει διστακτικότητα. Παράλληλα, υπήρξαν εκτιμήσεις ότι η σύνοδος ενδέχεται να επηρεαστεί από τα κοινά στρατιωτικά πλήγματα ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν, τα οποία οδήγησαν στον θάνατο του ηγέτη του καθεστώτος, Αλί Χαμενεΐ. Πρόκειται για τη δεύτερη φορά μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες που πλήττεται καθεστώς φιλικό προς το Πεκίνο, μετά τη σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, τον Ιανουάριο.

Σε συνέντευξη Τύπου, την 1η Μαρτίου, ο κορυφαίος διπλωμάτης της Κίνας Ουάνγκ Γι είχε δηλώσει ότι ο πόλεμος στο Ιράν δεν θα επηρεάσει την επικείμενη σύνοδο, υπογραμμίζοντας τη σημασία της διατήρησης υψηλού επιπέδου επαφών μεταξύ Πεκίνου και Ουάσιγκτον. Χαρακτήρισε τον πόλεμο ως εξέλιξη που δεν θα έπρεπε να είχε συμβεί, αποφεύγοντας να κατονομάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες, σε μια προσπάθεια να μην επιδεινωθούν περαιτέρω οι διμερείς σχέσεις.

Σύμφωνα με πληροφορίες από πηγές στην Κίνα που είχαν μιλήσει στην εφημερίδα The Epoch Times, το κινεζικό καθεστώς είχε υποτιμήσει την πιθανότητα αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης στο Ιράν. Ο Τσανγκ εκτίμησε ότι η Κίνα ήδη εκτοπίζεται από τη Μέση Ανατολή λόγω των κινήσεων του Τραμπ, σημειώνοντας ότι η κατάσταση δεν είναι ευνοϊκή για το Πεκίνο, καθώς το Ιράν αποτελούσε τον βασικό του σύμμαχο στην περιοχή και οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να τον αποδυναμώσουν.

Την ίδια περίοδο, η Γερουσία των ΗΠΑ μπλόκαρε μέτρα που αποσκοπούσαν στον περιορισμό των στρατιωτικών ενεργειών του προέδρου κατά του Ιράν.

Των Emel Akan, Dorothy Li και Kimberly Hayek

Ασαφές το μοτίβο των επιθέσεων στα Στενά του Ορμούζ, σύμφωνα με τη Lloyd’s

Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, δήλωσε στις 16 Μαρτίου ότι τα Στενά του Ορμούζ, μια στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδός κρίσιμη για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως, είναι κλειστά για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και τους συμμάχους τους, αλλά παραμένουν ανοικτά για άλλες χώρες.

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, ανέφερε ότι οι Αμερικανοί ζητούν από άλλες χώρες να συνδράμουν ώστε τα Στενά να παραμείνουν ανοικτά, σημειώνοντας ότι, από την οπτική της Τεχεράνης, αυτά είναι ήδη ανοικτά και διευκρινίζοντας ότι είναι κλειστά μόνο για τους εχθρούς του Ιράν, δηλαδή για όσους προχώρησαν σε επιθετικές ενέργειες κατά της χώρας και για τους συμμάχους τους.

Οι δηλώσεις αυτές έγιναν μετά την έκκληση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, για τη συγκρότηση συμμαχίας χωρών που έχουν επηρεαστεί από τις επιθέσεις του ιρανικού καθεστώτος σε πλοία, προκειμένου να συμμετάσχουν σε περιπολίες στα Στενά.

Η Lloyd’s List Intelligence, η οποία εκδίδει ναυτιλιακές αναλύσεις από το 1734, ανέφερε σε ανάλυση της 16ης Μαρτίου ότι οι επιθέσεις του Ιράν σε πλοία δεν παρουσιάζουν σαφή μοτίβο. Οι επιθέσεις σε πλοία εντός και γύρω από τα Στενά του Ορμούζ φαίνεται να είναι τυχαίες και προσανατολισμένες περισσότερο στη διατάραξη της ναυσιπλοΐας παρά στη στόχευση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών ή εθνικών ταυτοτήτων.

Η Lloyd’s ανέφερε ότι εξέτασε την ιδιοκτησία, τη διαχείριση και το εμπορικό ιστορικό καθενός από τα δεκαέξι πλοία που επλήγησαν στον Περσικό Κόλπο, στα Στενά του Ορμούζ και στον Κόλπο του Ομάν από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου. Ένα από τα πλοία που δέχθηκαν πυρά ήταν ρυμουλκό που διαχειρίζεται η Abu Dhabi Ports και είχε αποσταλεί για να βοηθήσει πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων που είχε πληγεί από πύραυλο στα Στενά.

Στην ανάλυση σημειώνεται ότι από τα υπόλοιπα δεκαπέντε πλοία, τα οκτώ ήταν πλήρως ή μερικώς φορτωμένα, ενώ τα επτά βρίσκονταν σε κατάσταση έρματος, γεγονός που δείχνει ότι οι ιρανικές επιθέσεις δεν στοχεύουν συγκεκριμένα πλοία με βάση το φορτίο τους. Η κατάσταση έρματος υποδηλώνει απουσία φορτίου και την ύπαρξη μόνο πρόσθετου βάρους για λόγους σταθερότητας.

Από τα πλοία που δέχθηκαν επιθέσεις, τα δώδεκα έφεραν διαφορετικές σημαίες και μόνο ένα έφερε σημαία των ΗΠΑ. Ωστόσο, ο συντάκτης της ανάλυσης επεσήμανε ότι καθώς χώρες αρχίζουν να διαπραγματεύονται με το Ιράν για την ασφαλή διέλευση των πλοίων τους από τα Στενά, ενδέχεται να προκύψει στο μέλλον μια προσέγγιση αξιολόγησης κινδύνου με βάση την εθνική ταυτότητα των πλοίων.

Ο Αραγτσί δήλωσε στο CBS, στις 15 Μαρτίου, ότι την Τεχεράνη έχουν προσεγγίσει αρκετές χώρες που επιδιώκουν να εξασφαλίσουν ασφαλή διέλευση για τα πλοία τους από τη στρατηγική αυτή θαλάσσια οδό, διευκρινίζοντας ότι οι αποφάσεις θα ληφθούν από τον ιρανικό στρατό. Σημείωσε ότι οι ιρανικές δυνάμεις έχουν ήδη επιτρέψει σε μια ομάδα πλοίων από διάφορες χώρες να περάσουν από τα Στενά, χωρίς ωστόσο να κατονομάσει τις χώρες αυτές, επισημαίνοντας ότι η χώρα του είναι ανοιχτή σε συζητήσεις με κράτη που επιθυμούν να διασφαλίσουν τη διέλευση των πλοίων τους.

Έκκληση Τραμπ για βοήθεια

Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 15 Μαρτίου ότι ζήτησε από περίπου επτά χώρες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό να συμβάλουν στην ασφάλειά της. Είχε προηγουμένως κατονομάσει την Κίνα, τη Γαλλία, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και το Ηνωμένο Βασίλειο ως χώρες από τις οποίες προσδοκά την ανάπτυξη πλοίων, ενώ οι αμερικανικές δυνάμεις συνεχίζουν να στοχεύουν ό,τι απομένει από τις ναυτικές δυνατότητες του Ιράν. Η έκκληση Τραμπ έτυχε στήριξης από ορισμένες χώρες, ενώ άλλες την απέρριψαν.

Στις 16 Μαρτίου, ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Κηρ Στάρμερ, δήλωσε ότι η Ντάουνινγκ Στριτ συνεργάζεται με συμμάχους στην Ευρώπη και στην περιοχή του Κόλπου για την εκπόνηση σχεδίου επαναλειτουργίας της θαλάσσιας οδού, χωρίς όμως να δεσμευτεί για αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων.

Την ίδια ημέρα, η επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Κάγια Κάλλας, ανέφερε ότι οι υπουργοί θα εξετάσουν πιθανές συνεισφορές από τη ναυτική αποστολή Aspides της Ένωσης, επισημαίνοντας ότι οποιαδήποτε επιχείρηση θα εξαρτηθεί από τη βούληση των κρατών-μελών.

Η Ισπανία δήλωσε ότι δεν θα συμμετάσχει σε καμία στρατιωτική αποστολή στην περιοχή, καθώς θεωρεί τον πόλεμο με το Ιράν παράνομο.

Η Αυστραλία απέκλεισε, επίσης, το ενδεχόμενο αποστολής ναυτικών δυνάμεων.

Της Victoria Friedman

Με τη συμβολή των Evgenia Filimianova και Aldgra Fredly και πληροφορίες από το Reuters

Η ΕΕ εξετάζει κινήσεις για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ

Οι υπουργοί Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνεδρίασαν στις Βρυξέλλες στις 16 Μαρτίου, με αιχμή τις διεθνείς επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν και κυρίαρχο θέμα το de facto κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.

Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εντείνει τις πιέσεις προς τους συμμάχους για την ασφάλεια της κρίσιμης ναυτιλιακής αρτηρίας, από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.

Ο Τραμπ δήλωσε στις 15 Μαρτίου: «Έχω ζητήσει από περίπου επτά χώρες που εξαρτώνται από το πέρασμα να συνεισφέρουν στην προστασία του». Την προηγουμένη είχε αναφέρει: «Ελπίζω η Κίνα, η Γαλλία, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και το Ηνωμένο Βασίλειο να αποστείλουν πλοία προκειμένου να συνδράμουν στην επιτήρηση των Στενών του Ορμούζ, ενώ οι αμερικανικές δυνάμεις συνεχίζουν να στοχεύουν ό,τι απομένει από τις ναυτικές δυνατότητες του Ιράν».

Πριν από τη σύνοδο της 16ης Μαρτίου, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλλας, δήλωσε ότι «η Ένωση εξετάζει τρόπους για την αποκατάσταση της θαλάσσιας κυκλοφορίας στα Στενά». Η Κάλλας ανέφερε ότι είχε συνομιλήσει με τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, για το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας θαλάσσιας διευθέτησης στα πρότυπα της συμφωνίας εξαγωγής σιτηρών στη Μαύρη Θάλασσα, προκειμένου να επανεκκινήσουν οι μεταφορές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Όπως εξήγησε, «η συμφωνία στη Μαύρη Θάλασσα ήταν μια πολεμική συμφωνία που επέτρεψε στην Ουκρανία να εξάγει τρόφιμα με ασφάλεια παρά τον ναυτικό αποκλεισμό της Ρωσίας. Με τη μεσολάβηση του 2022, δημιουργήθηκε προστατευμένος θαλάσσιος διάδρομος από τα ουκρανικά λιμάνια στη Μαύρη Θάλασσα».

Η Κάλλας υπογράμμισε ότι «το κλείσιμο του Ορμούζ εγκυμονεί κινδύνους πολύ ευρύτερους από τις αγορές ενέργειας» και προειδοποίησε πως διακυβεύεται και η εξαγωγή λιπασμάτων. «Εάν υπάρξει έλλειψη λιπασμάτων φέτος, θα αντιμετωπίσουμε και επισιτιστική κρίση του χρόνου», τόνισε.

Οι Ευρωπαίοι υπουργοί επρόκειτο επίσης να εξετάσουν το ενδεχόμενο διεύρυνσης της ευρωπαϊκής ναυτικής αποστολής Aspides, η οποία σήμερα προστατεύει πλοία από επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα. Όπως σημείωσε η Κάλλας, «οποιαδήποτε απόφαση απαιτεί συναίνεση των κρατών-μελών».

Παγκόσμια αντίδραση

O Βρετανός πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ συζήτησε τις επιπτώσεις του διαρκούς αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ στη διεθνή ναυτιλία και το ζήτημα της επαναλειτουργίας του περάσματος με τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Καναδό πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϋ, όπως ανακοίνωσε η Ντάουνινγκ Στρητ στις 15 Μαρτίου.

Ο Στάρμερ δήλωσε σε συνέντευξη, στις 16 Μαρτίου: «Το Λονδίνο συνεργάζεται με άλλες χώρες, ευρωπαϊκών συμπεριλαμβανομένων, για να διαμορφώσει ένα ρεαλιστικό, συλλογικό σχέδιο επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ. Τελικά, οφείλουμε να ανοίξουμε τα Στενά του Ορμούζ ώστε να διασφαλιστεί η σταθερότητα στην αγορά. Αυτό, όμως, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Συνεργαζόμαστε με όλους τους συμμάχους μας, συμπεριλαμβανομένων των Ευρωπαίων εταίρων, ώστε να συγκροτηθεί ένα εφαρμόσιμο και συλλογικό σχέδιο για την ταχεία αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στην περιοχή και τον περιορισμό των οικονομικών συνεπειών». Επεσήμανε ότι δεν έχουν ληφθεί αποφάσεις και ξεκαθάρισε πως κάθε ενέργεια θα χρειαστεί την ευρύτερη δυνατή συναίνεση, ενώ διευκρίνισε ότι οι συζητήσεις συνεχίζονται και πως το ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο των επαφών του με τον Τραμπ.

Κάποιες από τις σύμμαχες χώρες των ΗΠΑ εμφανίζονται απρόθυμες να στείλουν ναυτικές δυνάμεις. Η πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Σανάε Τακαΐτσι, είπε στη Βουλή στις 16 Μαρτίου πως «η Ιαπωνία δεν έχει λάβει απόφαση για αποστολή πλοίων, επικαλούμενη συνταγματικούς περιορισμούς». Η Αυστραλία δήλωσε ότι δεν θα στείλει το πολεμικό της ναυτικό, ενώ η Νότια Κορέα σημείωσε ότι εξετάζει προσεκτικά το αίτημα του Τραμπ.

ΝΑΤΟ

Ο Τραμπ προειδοποίησε επίσης το μέλλον του ΝΑΤΟ είναι δυσοίωνο, εάν τα κράτη-μέλη του δεν συνδράμουν τις ΗΠΑ για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Σε συνέντευξή του στους Financial Times, στις 15 Μαρτίου, υπέδειξε πως οι σύμμαχοι θα μπορούσαν να βοηθήσουν στέλνοντας ναρκαλιευτικά, επισημαίνοντας ότι «το Ιράν τοποθετεί νάρκες στη θάλασσα προκαλώντας ενόχληση».

Ευρωπαίοι αξιωματούχοι ανέφεραν στις 16 Μαρτίου ότι το ΝΑΤΟ δύσκολα μπορεί να έχει ενεργό ρόλο στην ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ, καθώς ο θαλάσσιος αυτός διάδρομος υπάγεται εκτός της επίσημης γεωγραφικής περιοχής δράσης της Συμμαχίας.

Η Κάλλας δήλωσε: «Παρότι υπήρξαν επαφές με το ΝΑΤΟ, η επιχειρησιακή δράση στον Περσικό Κόλπο είναι εκτός των αρμοδιοτήτων του», προσθέτοντας ότι «δεν υπάρχει καμία χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ στα Στενά του Ορμούζ».

Αντίστοιχα, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Γιόχαν Βάντεφουλ, δήλωσε στις 16 Μαρτίου: «Δεν έχω δει καμία ένδειξη ότι η Συμμαχία έχει λάβει οποιαδήποτε απόφαση επί του ζητήματος ή ότι θα αναλάβει ευθύνες για το πέρασμα», τονίζοντας πως μια τέτοια ενέργεια θα απαιτούσε ξεχωριστή πολιτική εντολή.

Ο Βάντεφουλ, που είχε μόλις επιστρέψει από περιοδεία στη Μέση Ανατολή, περιέγραψε τους ηγέτες της περιοχής ως ιδιαίτερα ανήσυχους για τις ιρανικές επιθέσεις σε χώρες που δεν είναι άμεσα εμπλεκόμενες στις αμερικανοϊσραηλινές επιχειρήσεις. Κάλεσε Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ να καταστήσουν σαφές πότε θα θεωρήσουν ότι έχουν επιτύχει τους στρατιωτικούς τους στόχους, εκτιμώντας ότι κάτι τέτοιο θα επέτρεπε τη χάραξη ενός ευρύτερου πλαισίου περιφερειακής ασφάλειας με τη συμμετοχή γειτονικών κρατών αλλά και της ίδιας της Τεχεράνης.

Ο Βάντεφουλ τόνισε πως «το Ιράν αποτελεί σημαντική απειλή για τη σταθερότητα της περιοχής και το παγκόσμιο εμπόριο», και πρότεινε την επιβολή κυρώσεων σε όσους ευθύνονται για τον αποκλεισμό του πορθμού. Προειδοποίησε ακόμη πως ενδεχόμενες διακοπές της ναυσιπλοΐας στον Κόλπο θα μπορούσαν να οδηγήσουν και σε άνοδο των τιμών τροφίμων παγκοσμίως, λόγω διακίνησης λιπασμάτων από την περιοχή.

Ομοίως, ο Κηρ Στάρμερ σχολίασε πως «το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ ουδέποτε θεωρήθηκε αποστολή του ΝΑΤΟ και απαιτεί μια συμμαχία εταίρων».