Σάββατο, 25 Απρ, 2026

ΕΕ–Ινδία: Το νέο μεγάλο στοίχημα του ελεύθερου εμπορίου

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ινδία ολοκλήρωσαν έπειτα από σχεδόν είκοσι χρόνια διαπραγματεύσεων μια εκτενή συμφωνία ελεύθερου εμπορίου, η οποία καλύπτει περίπου 2 δισεκατομμύρια ανθρώπους και αντιστοιχεί στο 25% της παγκόσμιας οικονομίας και στο ένα τρίτο του διεθνούς εμπορίου. Οι συνομιλίες είχαν ξεκινήσει πριν από δύο δεκαετίες, αλλά απέκτησαν νέα δυναμική το 2022, οδηγώντας τελικά στη σύναψη της συμφωνίας. Ο Ινδός πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι τη χαρακτήρισε «τη μητέρα όλων των συμφωνιών», ενώ η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έκανε λόγο για μια ιστορική στιγμή στις σχέσεις ΕΕ–Ινδίας.

Η συμφωνία προβλέπει σημαντική μείωση ή και πλήρη κατάργηση δασμών για το 96,6% των ευρωπαϊκών προϊόντων που εξάγονται στην Ινδία, γεγονός που αναμένεται να οδηγήσει σε διπλασιασμό των ευρωπαϊκών εξαγωγών έως το 2032 και σε εξοικονόμηση περίπου 4 δισ. ευρώ ετησίως για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι ρυθμίσεις για τον κλάδο των αυτοκινήτων, όπου οι δασμοί μειώνονται σταδιακά από 110% σε 10% μέσα σε πέντε χρόνια, με ετήσια ποσόστωση 250.000 οχημάτων, καθώς και για τα ανταλλακτικά αυτοκινήτων, των οποίων οι δασμοί καταργούνται πλήρως σε ορίζοντα 5 έως 10 ετών. Παράλληλα, καταργούνται υψηλοί δασμοί στα μηχανήματα (έως 44%), στα χημικά προϊόντα (έως 22%) και στα φαρμακευτικά (έως 11%). Σημαντικές μειώσεις προβλέπονται και για τα αγροδιατροφικά προϊόντα, όπως το κρασί, το ελαιόλαδο, η σοκολάτα και τα ζαχαροπλαστικά, με μέση μείωση άνω του 36%, ενώ ειδικά για το κρασί ο δασμός πέφτει από 150% στο 20-30%. Οι δασμοί στα αλκοολούχα ποτά μειώνονται σταδιακά, ενώ σχεδόν όλοι οι δασμοί στα αεροσκάφη καταργούνται.

Από την άλλη πλευρά, η Ευρωπαϊκή Ένωση καταργεί από την πρώτη στιγμή τους δασμούς για το 90% των ινδικών προϊόντων, ποσοστό που θα φτάσει το 93% εντός επτά ετών. Ο μέσος ευρωπαϊκός δασμός μειώνεται από 3,8% σε μόλις 0,1%, με το 99,5% των δασμολογικών επιβαρύνσεων να απελευθερώνονται πλήρως σε επταετή ορίζοντα. Ινδικά προϊόντα όπως θαλασσινά, χημικά, πλαστικά, δέρματα, υφάσματα, ένδυση, βασικά μέταλλα και κοσμήματα θα εισάγονται στην ΕΕ με μηδενικούς δασμούς. Για τον χάλυβα προβλέπεται αδασμολόγητη ποσόστωση 1,6 εκατ. τόνων, περίπου το μισό των προηγούμενων εξαγωγών, ενώ για τον άνθρακα δεν υπάρχει ειδική εξαίρεση, αλλά προβλέπονται διαπραγματεύσεις για τεχνική υποστήριξη.

Στον τομέα των υπηρεσιών, η ΕΕ ανοίγει 144 υποτομείς στην ινδική αγορά, ενώ η Ινδία ανοίγει 102 υποτομείς στην ευρωπαϊκή. Η συμφωνία καλύπτει μεταξύ άλλων χρηματοοικονομικές και ναυτιλιακές υπηρεσίες, με ιδιαίτερη έμφαση σε τράπεζες, ασφάλειες και τη ναυτιλία.

Παράλληλα με τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου, οι δύο πλευρές συνάπτουν και μια σειρά συμπληρωματικών συμφωνιών. Περιλαμβάνονται συμφωνία ασφάλειας και άμυνας, αντίστοιχη με αυτές που η ΕΕ έχει με την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα, συμφωνία συνεργασίας για την κλιματική δράση με χρηματοδότηση έως 500 εκατ. ευρώ για την επόμενη διετία, καθώς και συμφωνία για τη διευκόλυνση της κινητικότητας εποχικών εργαζομένων και τις ανταλλαγές φοιτητών και ερευνητών.

Όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα, προβλέπεται νομικός έλεγχος διάρκειας περίπου 5-6 μηνών, ακολουθούμενος από μεταφράσεις και διαδικασίες έγκρισης από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και την απαραίτητη επικύρωση από την Ινδία. Η έναρξη ισχύος της συμφωνίας αναμένεται εντός ενός έτους από την ολοκλήρωση των νομικών διαδικασιών.

Η σημασία της συμφωνίας είναι στρατηγική και για τις δύο πλευρές. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, εξασφαλίζεται πρόσβαση σε μια αγορά 1,45 δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Για την Ινδία, πρόκειται για το πιο εκτεταμένο άνοιγμα αγοράς που έχει παραχωρήσει ποτέ σε εμπορικό εταίρο, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες εξαγωγών σε τομείς όπως τα υφάσματα, τα κοσμήματα και τα δέρματα, ενώ παράλληλα διευκολύνεται η πρόσβαση σε ευρωπαϊκή τεχνολογία και επενδύσεις.

ΗΠΑ: «Ηλεκτρονική ομπρέλα» στη Μέση Ανατολή και πολιτική θύελλα στην Ουάσιγκτον

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύουν διακριτικά αλλά αποφασιστικά τη στρατιωτική τους παρουσία στη Μέση Ανατολή, όχι με επιπλέον «δύναμη πυρός» αλλά με προηγμένα μέσα ηλεκτρονικού πολέμου. Μέσα σε λίγες ώρες, αμερικανικές δυνάμεις ανέπτυξαν στην περιοχή δύο σπάνια αεροσκάφη ειδικών αποστολών: ένα αεροσκάφος συλλογής πληροφοριών Boeing RC-135 και, κυρίως, το ολοκαίνουργιο Gulfstream EA-37B Compass Call II. Το EA-37B αποτελεί την πιο πρόσφατη και προηγμένη πλατφόρμα ηλεκτρονικού πολέμου της αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας και αυτή φαίνεται να είναι η πρώτη επιχειρησιακή του ανάπτυξη στην περιοχή. Η κίνηση αυτή ερμηνεύεται ως σαφής ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον προετοιμάζεται για ηλεκτρονική κυριαρχία στον εναέριο χώρο του Ιράν, πέρα από τη συνήθη επίδειξη συμβατικής ισχύος.

Το EA-37B Compass Call II δεν είναι βομβαρδιστικό — ωστόσο, για έναν σύγχρονο αντίπαλο μπορεί να αποδειχθεί το πιο τρομακτικό όπλο της αμερικανικής φαρέτρας. Εντάχθηκε σε υπηρεσία μόλις τον Αύγουστο του 2024 και έχει σχεδιαστεί ώστε να παραλύει πλήρως την αμυντική υποδομή ενός κράτους χωρίς να ρίχνει ούτε μία συμβατική βόμβα. Με ισχυρά συστήματα ηλεκτρονικών παρεμβολών, το EA-37B μπορεί να τυφλώνει ραντάρ προηγμένης αντιαεροπορικής άμυνας, εμποδίζοντάς τα να εντοπίζουν και να εγκλωβίζουν εισερχόμενα μαχητικά. Παράλληλα, διαθέτει δυνατότητες παρεμβολής επικοινωνιών, διακόπτοντας το «νευρικό σύστημα» της διοίκησης και ελέγχου του αντιπάλου, καθώς και διακοπής σημάτων σε οποιοδήποτε σύστημα εκπέμπει, από μη επανδρωμένα αεροσκάφη μέχρι πυραυλικές συστοιχίες επιφανείας-αέρος. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μια «συσκευή αποπροσανατολισμού» ολόκληρης της εχθρικής άμυνας, ικανή να αχρηστεύει ψηφιακά τα όπλα του αντιπάλου πριν αυτά προλάβουν να χρησιμοποιηθούν.

Η εμφάνιση αυτών των ηλεκτρονικών μέσων στον ορίζοντα της Μέσης Ανατολής εκλαμβάνεται ως προετοιμασία πεδίου για πιθανά μυστικά (stealth) πλήγματα εναντίον στόχων στο Ιράν. Σύμφωνα με στρατιωτικούς αναλυτές, το EA-37B μπορεί να δημιουργήσει μια «ηλεκτρονική προστατευτική φούσκα», κάτω από την οποία αμερικανικά — ενδεχομένως και ισραηλινά — μαχητικά stealth θα επιχειρούν σχεδόν ανενόχλητα. Συγκεκριμένα, το Compass Call II θα λειτουργούσε συνδυαστικά με μαχητικά 5ης γενιάς όπως τα F-35: σε πρώτο στάδιο θα πλημμυρίσει τα ιρανικά ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης με «θόρυβο» από απόσταση ασφαλείας, μειώνοντας δραστικά την ικανότητά τους να διακρίνουν τα επερχόμενα αεροσκάφη. Έτσι, τα F-35 με το ήδη μικρό ίχνος τους θα γίνουν πρακτικά αόρατα στις αποδυναμωμένες ιρανικές οθόνες. Σε δεύτερο χρόνο, το EA-37B θα μπλοκάρει τις στρατιωτικές επικοινωνίες του Ιράν — τις συχνότητες που χρησιμοποιούν οι πιλότοι και τα κέντρα διοίκησης — ώστε ακόμα κι αν κάποιος χειριστής ραντάρ αντιληφθεί μια ύποπτη κίνηση, να μην μπορεί να δώσει συντεταγμένες ή να διατάξει την εκτόξευση πυραύλου.

Το Ιράν επενδύει επί χρόνια σε μία πολυεπίπεδη (layered) αντιαεροπορική άμυνα, συνδυάζοντας ρωσικής προέλευσης συστήματα (όπως τα προηγμένα S-300) με εγχώριες αναβαθμίσεις και ιδιοκατασκευές. Η στρατηγική αυτή των λεγόμενων ζωνών «anti-access/area denial» (A2/AD) αποσκοπεί στο να αποτρέπει ή να καθιστά εξαιρετικά επικίνδυνη οποιαδήποτε δυτική αεροπορική επιδρομή. Ωστόσο, η ηλεκτρονική επίθεση του EA-37B ουσιαστικά μετατρέπει αυτές τις απαγορευμένες ζώνες σε ‘ανοικτούς διαδρόμους’. Χωρίς αξιόπιστο ραντάρ και επικοινωνίες, οι ιρανικοί αντιαεροπορικοί πύραυλοι — όσο προηγμένοι ή ταχύτατοι κι αν είναι — καθίστανται τυφλοί και αδύναμοι να πλήξουν στόχους. Παράλληλα, η συνεργασία του EA-37B με το αεροσκάφος RC-135, το οποίο λειτουργεί ως «ηλεκτρονική σκούπα» συλλογής σημάτων (ELINT), υποδηλώνει ότι οι ΗΠΑ χαρτογραφούν εντατικά κάθε ενεργή συχνότητα του ιρανικού στρατού, προετοιμάζοντας το έδαφος για να «σβήσουν τα φώτα» στο αμυντικό του δίκτυο αν απαιτηθεί.

Και ενώ εξελίσσονται αυτά τα αθόρυβα παιχνίδια ισχύος στη Μέση Ανατολή, μια πολιτική καταιγίδα μαίνεται στην Ουάσιγκτον. Η απόφαση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει την υποστήριξη προς τους Κούρδους συμμάχους στη βόρεια Συρία — ανοίγοντας τον δρόμο για τη στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας κατά των Κούρδων — προκάλεσε πρωτοφανή εξέγερση εντός του ίδιου του κόμματός του. Μια σειρά κορυφαίων Ρεπουμπλικάνων, που έως τώρα στήριζαν πιστά τον πρόεδρο, δημοσιοποίησαν την οργή και ανησυχία τους για το «άδειασμα» των Κούρδων. Ο γερουσιαστής Λίντσεϋ Γκράχαμ — στενός σύμμαχος του Τραμπ στο Κογκρέσο — προχώρησε σε ασυνήθιστα δριμείς επικρίσεις, δηλώνοντας ότι δεν θέλει να δει μια επανάληψη των χαοτικών γεγονότων της Βεγγάζης (2012) «επί χίλια» στη Μέση Ανατολή λόγω της εγκατάλειψης των Κούρδων. Παρομοίασε ουσιαστικά την κίνηση του Τραμπ με το λάθος της Χίλαρυ Κλίντον στη Λιβύη, προειδοποιώντας ότι η προδοσία ενός συμμάχου που πολέμησε τον ISIS στο πλευρό των ΗΠΑ μπορεί να εξελιχθεί σε γεωστρατηγική καταστροφή πολλαπλάσιας κλίμακας. Ο Γκράχαμ, μάλιστα, ανακοίνωσε νομοθετική πρωτοβουλία στο Κογκρέσο — μια τροπολογία με τίτλο «Σώστε τους Κούρδους» — με στόχο να εμποδίσει έμπρακτα την εγκατάλειψη των συμμάχων αυτών. Πρόκειται για ευθεία πολιτική σύγκρουση των Ρεπουμπλικάνων με τον Αμερικανό πρόεδρο στο θέμα της Μέσης Ανατολής, εξέλιξη πρωτόγνωρη στα χρονικά της θητείας Τραμπ.

Την έντονη δυσαρέσκειά τους δεν έκρυψαν ούτε πρώην υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης. Ο Τζον Μπόλτον, που διετέλεσε σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Τραμπ, εμφανίστηκε σε τηλεοπτικές συνεντεύξεις ασκώντας δριμεία κριτική για την εγκατάλειψη των Κούρδων. Παράλληλα, αναφορές φέρουν και τον υπουργό Εξωτερικών Μάικ Πομπέο — ο οποίος ως αρχιτέκτονας της προηγούμενης στρατηγικής είχε εστιάσει στην ενίσχυση των κουρδικών δυνάμεων και των συμμαχιών «3+1» στην Ανατολική Μεσόγειο — να ανησυχεί βαθύτατα βλέποντας το οικοδόμημά του να απειλείται. Πράγματι, η πολιτική Πομπέο στην περιοχή περιελάμβανε τη στήριξη των Κούρδων κατά του ISIS και την προώθηση συνεργασιών όπως αυτή Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ (τη λεγόμενη σύμπραξη 3+1 με συμμετοχή και των ΗΠΑ). Η αιφνίδια μεταστροφή της κυβέρνησης, που τώρα φλερτάρει με την Άγκυρα και τους ισλαμιστές αντάρτες στη Συρία, θεωρείται ότι τινάζει στον αέρα μια μακροχρόνια αμερικανική στρατηγική στη Μέση Ανατολή. Το γεγονός ότι τόσες ηχηρές προσωπικότητες — από τον Πομπέο και τον Μπόλτον έως τον Γκράχαμ — εκφράζουν ταυτόχρονα την αντίθεσή τους δεν φαίνεται τυχαίο. Αναλυτές εκτιμούν ότι το βαθύ αμερικανικό κατεστημένο ασφάλειας έχει θορυβηθεί έντονα, θεωρώντας ότι διακινδυνεύεται η ίδια η εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και η σταθερότητα της περιοχής. Οι συντονισμένες αντιδράσεις δείχνουν μια άτυπη συμμαχία πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων, που επιχειρούν να αναχαιτίσουν ή να περιορίσουν μια πολιτική την οποία κρίνουν επικίνδυνη.

Σαν να μην έφταναν αυτά, ένα υπόγειο σκάνδαλο διαπλοκής έρχεται να ρίξει λάδι στη φωτιά. Πληροφορίες από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, που διέρρευσαν στον Τύπο, υποστηρίζουν ότι ο δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας και επί χρόνια φίλος του Τραμπ, Τομ Μπάρακ, ενεργούσε παρασκηνιακά ως άτυπος εκπρόσωπος συμφερόντων της Τουρκίας μέσα στις ΗΠΑ. Ο Μπάρακ — πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία, αν και φερόταν να επηρεάζει το περιβάλλον του προέδρου — κατηγορείται ότι διατηρούσε κρυφές οικονομικές δοσοληψίες με την Άγκυρα και προωθούσε τουρκικές επιδιώξεις, ενδεχομένως με αντάλλαγμα ιδίου οφέλους.  Στο μεταξύ, τόσο Ρεπουμπλικανοί όσο και Δημοκρατικοί αξιωματούχοι ζητούν από την κυβέρνηση να επανορθώσει την κατάσταση στη Συρία — κάποιοι προτείνοντας τη δημιουργία αμερικανικής «ασφαλούς ζώνης» προστασίας των Κούρδων από ενδεχόμενες επιθέσεις. Η συνολική εικόνα είναι μια ευρεία εξέγερση της Ουάσιγκτον έναντι της μεσανατολικής πολιτικής του προέδρου: από την εγκατάλειψη των Κούρδων μέχρι τις σκιές συναλλαγών με την Τουρκία, οι βολές τελικά αγγίζουν και τον ίδιο τον Τραμπ, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τις αποφάσεις και τα κίνητρά του.

Ένα από τα πιο σοβαρά διακυβεύματα, όπως σημειώνουν παρατηρητές, είναι η αξιοπιστία των ΗΠΑ ως συμμάχου. Η εντύπωση ότι η Ουάσιγκτον εγκαταλείπει φίλους και εταίρους στη μέση του δρόμου — στην προκειμένη περίπτωση έναν λαό (τους Κούρδους) που πολέμησε «μαζί με εμάς» και έβαλε πλάτη για τη νίκη επί του ISIS — ενδέχεται να έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες στην επιρροή και το κύρος της υπερδύναμης. «Η χαμένη αξιοπιστία της Αμερικής» στην περιοχή, μπορεί να εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για τα αμερικανικά συμφέροντα, καθώς οι σύμμαχοι δύσκολα θα την εμπιστευτούν ξανά εάν νιώσουν προδομένοι. Η ανησυχία αυτή δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή: και σε άλλα μέτωπα — λόγου χάρη στην Ουκρανία — έχει επισημανθεί ότι αν οι ΗΠΑ αλλάζουν στάση αναλόγως πολιτικής ηγεσίας, χώρες που βασίζονται στις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας θα αρχίσουν να επαναπροσδιορίζουν τις συμμαχίες τους.

Ξεπερνούν τους εκατό οι θάνατοι ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ που αναφέρθηκαν το 2025

Συνολικά 124 θάνατοι ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ καταγράφηκαν μέσα στο 2025, σύμφωνα με δημοσίευση του Minghui.org, του ιστοτόπου που τεκμηριώνει υποθέσεις διώξεων κατά της πνευματικής αυτής πρακτικής στην Κίνα. Οι περιπτώσεις, όπως αναφέρεται, συνδέονται με συλλήψεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια, ψυχιατρική κράτηση, εξαναγκαστική φαρμακευτική αγωγή, οικονομική αποστέρηση και συνεχή αστυνομική παρενόχληση.

Τον Ιούλιο του 2025 συμπληρώθηκαν 26 χρόνια από την έναρξη της εκστρατείας καταστολής του Φάλουν Γκονγκ από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας το 1999. Σύμφωνα με την πηγή, η αυστηρή λογοκρισία και οι περιορισμοί στην πληροφόρηση καθιστούν δύσκολη την έγκαιρη καταγραφή των περιστατικών, με αποτέλεσμα οι πραγματικοί αριθμοί να εκτιμώνται αρκετά υψηλότεροι.

Από τους 124 θανάτους, τέσσερις αφορούσαν το 2022, έξι το 2023, τριάντα τρεις το 2024, εξήντα δύο το 2025, ενώ δεν κατέστη δυνατό να χρονολογηθούν με ακρίβεια δεκαεννέα. Οι θανόντες προέρχονταν από 24 επαρχίες και διοικητικές περιφέρειες, με τη Χεϊλονγκτσιάνγκ να καταγράφει τον μεγαλύτερο αριθμό (18), ακολουθούμενη από τις Τζιλίν, Χεμπέι, Λιαονίνγκ και Σάντονγκ. Ογδόντα πέντε από τα θύματα ήταν γυναίκες, ενώ η πλειονότητα ήταν άνω των 60 ετών.

Θάνατοι υπό κράτηση και λίγο μετά την αποφυλάκιση

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι περιπτώσεις θανάτων που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της κράτησης. Σύμφωνα με το Minghui, είκοσι δύο ασκούμενοι πέθαναν ενώ βρίσκονταν σε δομές εγκλεισμού, μεταξύ αυτών φυλακές, κέντρα κράτησης και ψυχιατρικά ιδρύματα. Άλλοι επτά πέθαναν λίγες ημέρες ή μήνες μετά την αποφυλάκισή τους, χωρίς να έχουν ανακτήσει την υγεία τους.

Ανάμεσα στις υποθέσεις που αναφέρονται είναι και εκείνη του Λι Τσανγκ’αν, οδηγού φορτηγού από τη Χεϊλονγκτσιάνγκ, ο οποίος πέθανε το 2023 ενώ εξέτιε ποινή 12 ετών. Το δημοσίευμα κάνει λόγο για παρατεταμένη απομόνωση, ξυλοδαρμούς και σοβαρή επιδείνωση της υγείας του. Ο Ζάο Τζιγιουάν, 71 ετών, πέθανε τον Ιούλιο του 2025 στη φυλακή της Τζινζού, ενώ εξέτιε ποινή 7,5 ετών, με την οικογένειά του να αναφέρει εμφανή σημάδια κακομεταχείρισης.

Σημαντική είναι και η περίπτωση της Λι Τσιαολιάν, 70 ετών, η οποία πέθανε ενώ εξέτιε ποινή 3,5 ετών, παρότι είχε διαγνωστεί με καρκίνο τελικού σταδίου. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η αίτηση για ιατρική αποφυλάκιση απορρίφθηκε επειδή αρνήθηκε να αποκηρύξει την πίστη της.

Θάνατοι λίγο μετά τη σύλληψη

Ορισμένα περιστατικά χαρακτηρίζονται από εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ σύλληψης και θανάτου. Η Τσεν Γιαν, 45 ετών, πέθανε τρεις ημέρες μετά την εισαγωγή της σε γυναικεία φυλακή για να εκτίσει ποινή πέντε ετών. Σύμφωνα με την οικογένειά της, η υγεία της είχε επιδεινωθεί δραματικά ήδη κατά την κράτηση σε κέντρο κράτησης.

Παρόμοια είναι η υπόθεση της Ζανγκ Φενγκσιά, 52 ετών, η οποία πέθανε επτά ημέρες μετά τη σύλληψή της στη Χεϊλονγκτσιάνγκ. Οι συγγενείς της αμφισβήτησαν τον ισχυρισμό των αρχών ότι ο θάνατός της οφειλόταν σε αιφνίδιο ιατρικό επεισόδιο.

Θάνατοι εκτός κράτησης και μακροχρόνιες συνέπειες

Σημαντικός αριθμός ασκούμενων πέθανε εκτός φυλακών, έπειτα από πρόσφατη παρενόχληση ή ως αποτέλεσμα μακροχρόνιων συνεπειών της κράτησης. Η Ντου Χονγκφάνγκ, η οποία μετά από οκταετή φυλάκιση είχε καταστεί ανίκανη να αυτοεξυπηρετείται, πέθανε τον Ιούλιο του 2025, έναν μήνα μετά από νέα αστυνομική πίεση.

Άλλες περιπτώσεις περιλαμβάνουν ανθρώπους που πέθαναν μήνες μετά την αποφυλάκισή τους, χωρίς να έχουν ανακάμψει, καθώς και θανάτους που, σύμφωνα με τις αναφορές, συνδέονται με εξαναγκαστική χορήγηση άγνωστων ουσιών κατά την κράτηση.

Οικονομική και οικογενειακή διάσταση

Το ρεπορτάζ αναδεικνύει επίσης τη διάσταση της οικονομικής πίεσης, με αναστολές μισθών και συντάξεων που διήρκεσαν δεκαετίες. Ο Τζι Τζονγκσιάν, πρώην καθηγητής Λυκείου που στερήθηκε μεγάλο μέρος του εισοδήματός του για πάνω από 20 χρόνια, πέθανε το 2025.

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι επιπτώσεις των διώξεων επεκτάθηκαν σε ολόκληρες οικογένειες, με πολλαπλούς θανάτους συγγενών σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, υπό το βάρος της συνεχούς πίεσης και του φόβου.

«Βιολάντα»: Νέα ανακοίνωση μετά την τραγωδία στα Τρίκαλα

Πέντε άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στα Τρίκαλα, στη μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στο εργοστάσιο της εταιρείας «Βιολάντα» τα χαράματα της Δευτέρας 26 Ιανουαρίου, ενώ έξι τραυματίστηκαν, μεταξύ των οποίων και ένας πυροσβέστης.

Σε νεότερη ανακοίνωσή της, η μπισκοτοβιομηχανία «Βιολάντα» εκφράζει τη βαθιά της θλίψη για το τραγικό περιστατικό στις εγκαταστάσεις της, τονίζοντας πως απόλυτη προτεραιότητά της αποτελεί η στήριξη των οικογενειών των θυμάτων.

«Σε αυτή την ώρα βαθιάς οδύνης, τα λόγια δεν επαρκούν για να αποδώσουν τον ανθρώπινο πόνο που προκαλεί μια τέτοια απώλεια. Εκφράζουμε τον συγκλονισμό και τη θλίψη μας για το τραγικό συμβάν στο εργοστάσιό μας στα Τρίκαλα. Μοναδικό μας μέλημα είναι να σταθούμε με σεβασμό και ουσιαστική στήριξη δίπλα στις οικογένειες των ανθρώπων που χάθηκαν», αναφέρει η ανακοίνωση της εταιρείας.

Στην αρχική της τοποθέτηση, η εταιρεία ανέφερε ότι τα αίτια της φωτιάς παραμένουν άγνωστα, υπογραμμίζοντας πως το βασικό της ενδιαφέρον αφορά την ασφάλεια και τη φροντίδα των εργαζομένων της.

Η πρώτη ανακοίνωση ανέφερε:

«Κατά τη διάρκεια της νυχτερινής βάρδιας σημειώθηκε σοβαρό περιστατικό στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου μας, από άγνωστη μέχρι στιγμής αιτία. Η Πυροσβεστική Υπηρεσία και οι αρμόδιες αρχές βρίσκονται στο σημείο και επιχειρούν. Υπάρχουν πέντε αγνοούμενοι εργαζόμενοι και καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια για τον εντοπισμό τους. Αυτή τη στιγμή, η απόλυτη προτεραιότητά μας είναι οι άνθρωποί μας. Στεκόμαστε δίπλα στους ίδιους και στις οικογένειές τους, παρέχοντας κάθε δυνατή στήριξη, ενώ συνεργαζόμαστε πλήρως με τις αρμόδιες αρχές».

Ραγδαίες εξελίξεις στη Συρία: Αποχωρούν ρωσικές δυνάμεις — Εκκένωση της βάσης στο Καμισλί

Βίντεο που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο καταγράφουν την αποχώρηση ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων από το αεροδρόμιο του Καμισλί, στη βορειοανατολική Συρία, ενισχύοντας τις αναφορές περί μερικής αποδέσμευσης της Μόσχας από τη χώρα, έπειτα από παρουσία σχεδόν δέκα ετών.

Σύμφωνα με τα έως τώρα δεδομένα, οι ρωσικές δυνάμεις έχουν ξεκινήσει διαδικασίες εκκένωσης της στρατιωτικής τους βάσης στο Καμισλί, με στρατιωτικό εξοπλισμό να φορτώνεται σε μεταγωγικά αεροσκάφη προκειμένου να μεταφερθεί εκτός περιοχής. Πλάνα που μετέδωσε το τηλεοπτικό δίκτυο K24 TV δείχνουν τη φόρτωση βαρέος οπλισμού σε μεταγωγικό αεροσκάφος Il-76, καθώς και τις προετοιμασίες για τη μεταφορά ελικοπτέρου Mi-8, από το οποίο έχουν αφαιρεθεί τα πτερύγια του στροφείου.

Στο ίδιο οπτικό υλικό διακρίνονται μαχητικά αεροσκάφη, ελικόπτερα και λοιπός στρατιωτικός εξοπλισμός να φορτώνονται σε αεροσκάφη μεταφοράς, στο πλαίσιο μιας σταδιακής αποχώρησης από τη βάση. Το Καμισλί αποτέλεσε επί σειρά ετών κομβικό σημείο της ρωσικής στρατιωτικής παρουσίας στη βορειοανατολική Συρία και βασικό κέντρο επιχειρησιακής δραστηριότητας της Μόσχας στην περιοχή.

Οι εξελίξεις αυτές ακολουθούν προηγούμενες πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες οι συριακές αρχές ασκούσαν πιέσεις για την απομάκρυνση ρωσικών στρατευμάτων από θέσεις στον βορρά της χώρας. Η βάση του Καμισλί ήταν μέχρι πρόσφατα μία από τις τρεις ρωσικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη Συρία. Σε περίπτωση που επιβεβαιωθεί πλήρως η εκκένωσή της, θα απομείνουν πλέον μόνο δύο ρωσικές βάσεις στο συριακό έδαφος.

Η σημαντικότερη εξ αυτών είναι η αεροπορική βάση Χμεϊμίμ, στην επαρχία της Λαττάκειας, στις ακτές της Μεσογείου, η οποία συνεχίζει να λειτουργεί ως το βασικό επιχειρησιακό κέντρο της Ρωσίας στη Συρία.

Ο Τζέιμι Ντάιμον έμαθε τι σημαίνει να έρχεσαι σε σύγκρουση με τον Ντόναλντ Τραμπ

Στην εποχή του Trump 2.0, ακόμη και οι πιο ισχυροί τραπεζίτες της Wall Street επιλέγουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν πρόκειται για πολιτικά ζητήματα. Η άτυπη στρατηγική μοιάζει να είναι μία: χαμογέλα, πες «ναι» και μην τραβάς την προσοχή επάνω σου.

Όμως, όταν μια πρόταση του Ντόναλντ Τραμπ για την αντιμετώπιση της ακρίβειας άγγιξε την ίδια την καρδιά των τραπεζικών κερδών, το κλίμα φάνηκε να αλλάζει και αρκετοί ισχυροί παράγοντες της Wall Street είπαν «όχι» στον Trump, δημοσίως και με έντονο τρόπο.

Το αποτέλεσμα ήταν την Πέμπτη ο Αμερικανός πρόεδρος να καταθέσει αγωγή κατά της JP Morgan Chase και του διευθύνοντος συμβούλου της, Τζέιμι Ντάιμον (Jamie Dimon), με αφορμή το λεγόμενο «debanking» — δηλαδή το κλείσιμο των λογαριασμών του Τραμπ μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021. Τώρα ο Τραμπ ζητά αποζημίωση 5 δισ. δολαρίων.

Η αγωγή πιθανότατα ετοιμαζόταν εδώ και καιρό, αφού ο Τραμπ είχε αφήσει υπαινιγμούς στο παρελθόν. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία είναι ενδεικτική: κατατέθηκε μία ημέρα αφότου ο Ντίμον δήλωσε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός ότι η πρόταση Τραμπ να μειωθούν σχεδόν στο μισό τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών θα οδηγούσε σε «οικονομική καταστροφή».

Η δημόσια αυτή κριτική μοιάζει να έσπασε έναν άγραφο κανόνα που είχε διαμορφωθεί μεταξύ των ηγετών της αμερικανικής επιχειρηματικής ελίτ: μην πας κόντρα στον Τραμπ, ακόμη κι αν οι πολιτικές του πλήττουν άμεσα τα συμφέροντα της εταιρείας σου.

Όταν, για παράδειγμα, επέβαλε την περασμένη άνοιξη υψηλούς δασμούς που απειλούσαν την κερδοφορία των επιχειρήσεων, οι CEO τήρησαν σιγή. Το ίδιο έγινε όταν επιτέθηκε στη Federal Reserve, της οποίας η ανεξαρτησία θεωρείται κρίσιμη για τη σταθερότητα της οικονομίας. Ακόμη κι όταν άρχισε να εμπλέκεται πιο ενεργά σε ιδιωτικές εταιρείες — ζητώντας μερίδιο από τα έσοδα κολοσσών όπως η Nvidia και η Intel — σχεδόν κανείς δεν αντέδρασε δημοσίως.

Η πραγματικότητα είναι πως ο Τραμπ έχει εξελιχθεί σε φόβητρο για πολλές μεγάλες επιχειρήσεις. Από την έναρξη της δεύτερης θητείας του, αυτός και η κυβέρνησή του έχουν ερευνήσει, μηνύσει ή κατηγορήσει εταιρείες που θεωρούν εχθρικές, όπως το CBS, τους New York Times και τη Wall Street Journal. Παράλληλα, έχει απειλήσει εταιρείες όπως η Apple με βαρείς δασμούς, ενώ φέρεται να προσπάθησε να μπλοκάρει κινήσεις της Exxon στη Βενεζουέλα, επειδή δεν του άρεσε η στάση του διευθύνοντος συμβούλου της.

Στο παρασκήνιο, ορισμένες επιχειρηματικές ομάδες επεξεργάζονταν σχέδια αντίδρασης για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους. Όμως αυτά τα σχέδια δεν προχώρησαν, καθώς πολλοί CEO φοβούνται τις συνέπειες μιας πιθανής σύγκρουσης με τον Λευκό Οίκο.

Για τη Wall Street, η «κόκκινη γραμμή» ξεπεράστηκε όταν ο Τραμπ πρότεινε πλαφόν 10% στα επιτόκια των πιστωτικών καρτών. Σε ανάρτησή του στο Truth Social, στις 9 Ιανουαρίου, ο πρόεδρος υποστήριξε ότι οι εταιρείες καρτών «δεν θα κλέβουν πια τον κόσμο», αναφερόμενος στο μέσο επιτόκιο γύρω στο 20%. Αν και ένα τέτοιο μέτρο πιθανότατα απαιτεί έγκριση από το Κογκρέσο, η δήλωση ήταν αρκετή για να αναστατώσει τη Wall Street, οδηγώντας σε ασυνήθιστα επικριτικές τοποθετήσεις.

Η διευθύνων σύμβουλος της Citigroup, Τζέιν Φρέιζερ (Jane Fraser), δήλωσε ξεκάθαρα ότι το πλαφόν επιτοκίων «δεν είναι κάτι που μπορούν να στηρίξουν».

Ο διευθύνων σύμβουλος της Bank of America, Μπράιαν Μόυνιχαν (Brian Moynihan), τόνισε ότι ένα τέτοιο όριο θα οδηγούσε σε περιορισμό της πίστωσης: λιγότεροι άνθρωποι θα έπαιρναν κάρτες και θα μειωνόταν και το διαθέσιμο υπόλοιπο για χρήση.

Όμως η δήλωση του Ντάιμον στο Νταβός ήταν πιο «μετωπική». Και αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς προέρχεται από την πιο ισχυρή φιγούρα της Wall Street — και από κάποιον που έχει ήδη τεταμένο ιστορικό με τον Τραμπ:

Το 2018, σε σχόλιο που ανακάλεσε σχεδόν αμέσως, ο Ντάιμον είχε πει ότι θα μπορούσε να νικήσει τον Τραμπ σε εκλογική αναμέτρηση «γιατί είμαι εξίσου σκληρός, αλλά πιο έξυπνος».

Στη δεύτερη θητεία του Τραμπ, ο Ντάιμον προσπάθησε να κρατήσει πιο ισορροπημένη στάση. Στο Νταβός ανέφερε ότι διαφωνεί με κάποιες πολιτικές του προέδρου, ότι συμφωνεί με άλλες, όμως απέφυγε να εξηγήσει γιατί οι CEO δεν αντιδρούν περισσότερο.

Ίσως να είχε ήδη διδαχθεί. Ωστόσο, μετά από μια μάλλον ήπια δήλωσή του για τα επιτόκια καρτών — ότι θα ήταν «δραματικό για τις subprime κάρτες» — καθώς και τη στάση του σχετικά με την ποινική έρευνα κατά του προέδρου της Fed («δεν είναι καλή ιδέα»), ο Τραμπ έβαλε προσωπικά στο στόχαστρο τον Ντάιμον . Στις 15 Ιανουαρίου, είπε ότι ο Ντάιμον «πιθανόν θέλει υψηλότερα επιτόκια», υπαινισσόμενος πως έτσι κερδίζει περισσότερα χρήματα. Δύο ημέρες αργότερα, αφότου η Wall Street Journal ανέφερε ότι ο Τραμπ είχε προσφέρει στον Ντίμον τη θέση του επικεφαλής της Fed, ο πρόεδρος ανακοίνωσε πως θα προχωρήσει σε αγωγή, διαψεύδοντας την είδηση της προσφοράς θέσης.

«Δεν έγινε ποτέ τέτοια προσφορά και, στην πραγματικότητα, θα μηνύσω την JP Morgan Chase μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες για το λανθασμένο και ακατάλληλο DEBANKING μου μετά τη διαμαρτυρία της 6ης Ιανουαρίου», έγραψε ο Τραμπ στο Truth Social.

Απίθανη «χρυσή» πρόταση Τραμπ στους Γροιλανδούς: Δίνει ένα εκατ. δολάρια σε κάθε κάτοικο αν ενταχθούν στις ΗΠΑ

Ο Ντόναλντ Τραμπ επαναφέρει δυναμικά στο προσκήνιο το σχέδιό του για τη Γροιλανδία, αυτή τη φορά όχι με απειλές στρατιωτικής δράσης, αλλά με ένα οικονομικό δέλεαρ που μοιάζει πρωτοφανές. Ο Αμερικανός πρόεδρος εξετάζει την ιδέα να προσφέρει 1 εκατομμύριο δολάρια σε κάθε έναν από τους 57.000 κατοίκους του νησιού, εφ’ όσον σε ενδεχόμενο δημοψήφισμα στηρίξουν την ένταξη στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Από την ένταση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων

Μέχρι πριν λίγες ημέρες, η στάση του Τραμπ είχε προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στη διεθνή διπλωματία, καθώς είχε αφήσει να εννοηθεί ακόμη και το ενδεχόμενο στρατιωτικής παρέμβασης. Οι αντιδράσεις από τη Βρετανία και άλλα κράτη του ΝΑΤΟ ήταν έντονες, όμως έπειτα από κρίσιμη συνάντηση με τον γενικό γραμματέα της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, Μαρκ Ρούττε, ο Αμερικανός πρόεδρος έκανε ένα βήμα πίσω, αποσύροντας τις απειλές.

Όπως υποστήριξε, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να κινηθούν προς μια «μελλοντική συμφωνία» για τον έλεγχο του νησιού, τονίζοντας ότι η Γροιλανδία αποτελεί περιοχή-κλειδί για την αμερικανική ασφάλεια. Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε την αναστολή των δασμών με τους οποίους είχε απειλήσει τις χώρες — μεταξύ αυτών και τη Βρετανία — που είχαν αντιταχθεί στις πιέσεις για το αρκτικό νησί. Η εξέλιξη αυτή καθησύχασε τις αγορές, οι οποίες αντέδρασαν θετικά μετά τη διαβεβαίωση πως η στρατιωτική λύση παραμερίζεται.

Το μοντέλο της Κύπρου και οι κυρίαρχες στρατιωτικές ζώνες

Σύμφωνα με πληροφορίες, στο παρασκήνιο εξετάζεται μια συμβιβαστική πρόταση μεταξύ ΝΑΤΟ και Δανίας, που θα επιτρέψει στις ΗΠΑ να αποκτήσουν ουσιαστικό στρατηγικό έλεγχο χωρίς να χάσει η Δανία τυπικά την κυριαρχία της. Το σχέδιο θυμίζει το μοντέλο των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο: η Δανία θα παραχωρήσει συγκεκριμένες στρατηγικές εκτάσεις στη Γροιλανδία, οι οποίες θα θεωρηθούν αμερικανικό έδαφος, ώστε να δημιουργηθούν μόνιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις και αμυντικά συστήματα.

Ερωτηθείς για τη διάρκεια μιας τέτοιας συμφωνίας, ο Τραμπ ήταν ξεκάθαρος: «Θα είναι απεριόριστη. Μια συμφωνία για πάντα».

Παρά το τεράστιο οικονομικό κίνητρο — που ισοδυναμεί με περίπου 57 δισεκατομμύρια δολάρια συνολικά — οι επίσημες Αρχές σε Κοπεγχάγη και Νούουκ συνεχίζουν να δηλώνουν κατηγορηματικά ότι η Γροιλανδία δεν αποτελεί αντικείμενο αγοράς. Ωστόσο, η μετάβαση του Τραμπ από τη στρατιωτική πίεση στο χρηματοοικονομικό δέλεαρ δημιουργεί ένα νέο, ιδιαίτερα δύσκολο γεωπολιτικό σκηνικό.

Οι κάτοικοι του νησιού βρίσκονται πλέον στην καρδιά μιας πιθανής ιστορικής αλλαγής. Το ενδεχόμενο να λάβει κάθε πολίτης ένα εκατομμύριο δολάρια δεν αφορά απλώς μια διακρατική συναλλαγή, αλλά μια υπόσχεση πλούτου που θα μπορούσε να μεταμορφώσει το μέλλον των οικογενειών στη Γροιλανδία για πολλές γενιές. Το βασικό ερώτημα είναι αν η κοινωνία θα μπορέσει να αντισταθεί σε αυτή την οικονομική «σειρήνα» ή αν η πίεση θα οδηγήσει σε δημοψήφισμα που θα ανατρέψει ισορροπίες δεκαετιών.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Γροιλανδία δεν είναι μόνο ένα τεράστιο παγωμένο νησί, αλλά ένα στρατηγικό οχυρό σε ένα νέο πεδίο παγκόσμιου ανταγωνισμού, ιδιαίτερα απέναντι σε Ρωσία και Κίνα. Η κατοχή ή ο έλεγχός της προσφέρει τον έλεγχο κρίσιμων αρκτικών θαλάσσιων διαδρομών που ανοίγουν λόγω της κλιματικής αλλαγής, πρόσβαση σε σπάνιες γαίες και ενεργειακούς πόρους κάτω από τους παγετώνες, καθώς και ισχυρή αμυντική παρουσία στον Βόρειο Πόλο, με το νησί να αποτελεί ένα είδος «αβύθιστου αεροπλανοφόρου» για την αμερικανική ασφάλεια.

Φονική πυρκαγιά στο εργοστάσιο Βιολάντα στα Τρίκαλα

Μια ανείπωτη τραγωδία εκτυλίχθηκε στα Τρίκαλα τις πρώτες ώρες της Δευτέρας 26/1/2026, όταν μεγάλη φωτιά που ξέσπασε συνοδείᾳ ισχυρής έκρηξης στο εργοστάσιο μπισκότων «Βιολάντα» προκάλεσε τον θάνατο εργαζομένων και εκτεταμένες ζημιές. Η φωτιά εκδηλώθηκε λίγο πριν τις 4:00 τα ξημερώματα της Δευτέρας, καίγοντας μια πτέρυγα του εργοστασίου μετά από μια εκκωφαντική έκρηξη που προηγήθηκε.

Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, τρεις εργαζόμενες γυναίκες εντοπίστηκαν απανθρακωμένες στο υπόγειο του κτιρίου, ενώ υπάρχουν αναφορές ότι βρέθηκε και τέταρτη σορός, ανεβάζοντας τους νεκρούς σε τέσσερις, με μία ακόμη γυναίκα να παραμένει αγνοούμενη. Άλλοι έξι εργαζόμενοι, καθώς και ένας πυροσβέστης, μεταφέρθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Τρικάλων με αναπνευστικά προβλήματα ή ελαφρά τραύματα και βρίσκονται εκτός κινδύνου σύμφωνα με τις αρχές.

Η έκρηξη που προηγήθηκε της φωτιάς ήταν τρομακτικής ισχύος: το ωστικό κύμα λέγεται ότι κυριολεκτικά «έκοψε στα δύο» το εργοστάσιο, προκαλώντας κατάρρευση τμημάτων του κτηρίου και τεράστιες ζημιές. Μαρτυρίες εργαζομένων αναφέρουν ότι το σημείο όπου σημειώθηκε η έκρηξη βρισκόταν κοντά στους φούρνους που λειτουργούσαν όλο το 24ωρο και όχι δίπλα στις δεξαμενές υγραερίου του εργοστασίου. Ως πιθανές αιτίες της έκρηξης συζητούνται βιομηχανικά υλικά όπως η αμμωνία και το προπάνιο, καθώς δεν φαίνεται οι φιάλες υγραερίου να δικαιολογούν την ένταση του συμβάντος. Η έκρηξη ακούστηκε μέχρι και μέσα στην πόλη των Τρικάλων, προκαλώντας πανικό σε μεγάλη απόσταση.

Στο σημείο έσπευσαν από τα πρώτα λεπτά ισχυρές δυνάμεις της Πυροσβεστικής. Αρχικά κινητοποιήθηκαν 22 πυροσβέστες με 9 οχήματα, όμως στη συνέχεια οι δυνάμεις διπλασιάστηκαν σχεδόν, ενώ επιστρατεύτηκαν και ειδικά κλιμάκια της ΕΜΑΚ. Τα συνεργεία πυρόσβεσης και διάσωσης έδωσαν ολονύχτια μάχη, καταβάλλοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες να θέσουν υπό έλεγχο τις φλόγες και να εντοπίσουν τους εγκλωβισμένους εργαζομένους.

Για λόγους ασφαλείας, η Αστυνομία απέκλεισε την περιοχή γύρω από τη βιομηχανία. Η επαρχιακή οδός Τρικάλων–Καρδίτσας, δίπλα στην οποία βρίσκεται το εργοστάσιο, έκλεισε από τις Αρχές και η κυκλοφορία εκτράπηκε μέσω παρακαμπτήριων οδών ώστε να διευκολυνθεί το έργο των σωστικών συνεργείων. Στο μεταξύ, στο σημείο κλήθηκαν κλιμάκια της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού (ΔΑΕΕ) και εμπειρογνώμονες, προκειμένου να διερευνήσουν τα ακριβή αίτια της φωτιάς και της έκρηξης.

Στην περιοχή της τραγωδίας βρέθηκαν από νωρίς εκπρόσωποι των Αρχών, αλλά και στελέχη της εταιρείας. Η αντιπεριφερειάρχης Τρικάλων Χρύσα Ντιντή καθώς και ο νεοδιορισμένος αστυνομικός διευθυντής Τρικάλων Αθανάσιος Καππάς μετέβησαν στο σημείο για τον συντονισμό των ενεργειών και την ενημέρωση. Ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Τρικάλων δήλωσε ότι «μέχρι στιγμής έχουν επιβεβαιωθεί τρεις νεκροί… αγνοούνται άλλοι δύο. Η κατάσταση είναι τραγική και δύσκολη». Συγγενείς της αγνοούμενης εργαζομένης περίμεναν με αγωνία έξω από το εργοστάσιο, αναφέροντας πως η έκρηξη ήταν τόσο δυνατή που ακούστηκε σε όλη την πόλη.

Η εταιρεία Βιολάντα, με ανακοίνωση που εξέδωσε το πρωί, ανέφερε ότι το περιστατικό σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της νυχτερινής βάρδιας «από άγνωστη μέχρι στιγμής αιτία». Τόνισε δε πως προτεραιότητα αποτελεί η φροντίδα των εργαζομένων, δηλώνοντας: «Αυτή τη στιγμή, το μόνο που μας απασχολεί είναι οι άνθρωποί μας. Στεκόμαστε δίπλα σε αυτούς και στις οικογένειές τους και κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για να τους στηρίξουμε». Παράλληλα, υπογράμμισε ότι συνεργάζεται πλήρως με τις αρμόδιες Αρχές για τη διερεύνηση του συμβάντος.

Η μπισκοτοβιομηχανία Βιολάντα απασχολεί περίπου 250 εργαζόμενους στις εγκαταστάσεις της στα Τρίκαλα, γεγονός που την καθιστά σημαντικό εργοδότη για την περιοχή. Η καταστροφή στο εργοστάσιο και η διακοπή της παραγωγής έχουν προκαλέσει ανησυχία στην τοπική κοινωνία για τις οικονομικές επιπτώσεις. Το πλήγμα είναι βαρύ, καθώς η πόλη θρηνεί για τα θύματα, ενώ οι οικογένειες και οι συνάδελφοί τους βρίσκονται σε κατάσταση σοκ. Όλοι αναμένουν το πόρισμα των Αρχών για τα ακριβή αίτια της τραγωδίας και την απόδοση ευθυνών.

Ακίνητος στη θύελλα: Το μυστικό των σαμουράι στρατηγών

Γιατί άραγε οι στρατηγοί των σαμουράι έμεναν εντελώς ακίνητοι, στη μέση ενός πεδίου μάχης που έβραζε από θόρυβο, αίμα και χάος; Ενώ χιλιάδες πολεμιστές συγκρούονταν, ο διοικητής καθόταν εκεί σαν άγαλμα, ατάραχος, δίχως να δείχνει το παραμικρό σημάδι ανησυχίας.

Ο λόγος ήταν απλός, αλλά τρομακτικά ισχυρός: ήξερε πως κάθε μάτι ήταν καρφωμένο πάνω του. Κάθε στρατιώτης — από τη δική του πλευρά αλλά και από την πλευρά του εχθρού — παρακολουθούσε τις κινήσεις του και έβγαζε συμπεράσματα. Αν έκανε μια απότομη κίνηση, οι δικοί του θα πίστευαν πως κάτι πάει στραβά. Αν γύριζε να κοιτάξει πίσω του, οι άντρες του θα νόμιζαν ότι υποχωρούν ή ότι χάνουν. Ακόμα και μια μικρή χειρονομία, όπως το να ξύσει το πρόσωπό του, μπορούσε να ερμηνευτεί σαν νευρικότητα, φόβος ή αμφιβολία.

Κι έτσι, έμενε ακίνητος. Τα χέρια του ακουμπούσαν ήρεμα στους μηρούς του, το βλέμμα του σταθερό. Βέλη περνούσαν δίπλα από το κεφάλι του, άνθρωποι έπεφταν νεκροί στα πόδια του, αλλά εκείνος δεν «έσπαγε» ούτε για μια στιγμή.

Η στάση του λειτουργούσε σαν μήνυμα. Οι δικοί του στρατιώτες, βλέποντάς τον τόσο ψύχραιμο, ένιωθαν πως η νίκη είναι κοντά: «Αν ο άρχοντάς μας δεν φοβάται, τότε είμαστε δυνατοί. Είμαστε μπροστά». Ο αντίπαλος στρατός έπαιρνε το ίδιο μήνυμα: «Τίποτα απ’ όσα κάνουμε δεν τον κλονίζει. Δεν μπορούμε να τον λυγίσουμε».

Ένας μόνο άνθρωπος, ακίνητος, καθόριζε την ψυχολογία δέκα χιλιάδων πολεμιστών, χωρίς καν να σηκώσει το σπαθί του.

Γι’ αυτό, στο πεδίο μάχης των σαμουράι, το πιο φονικό όπλο δεν ήταν η κατάνα. Ήταν η απόλυτη ακινησία.

Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur παραπέμπεται στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε να παραπέμψει τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Mercosur στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), εξέλιξη που δημιουργεί σοβαρή αβεβαιότητα για την πορεία και την τελική τύχη της συμφωνίας. Η απόφαση ελήφθη με οριακή πλειοψηφία, καθώς 334 ευρωβουλευτές ψήφισαν υπέρ της παραπομπής, 324 κατά και 11 απείχαν, γεγονός που αναδεικνύει το βαθύ ρήγμα στο εσωτερικό του Κοινοβουλίου.

Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει αν η νομική δομή της συμφωνίας είναι συμβατή με τις Συνθήκες της ΕΕ. Κεντρικό ζήτημα αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή διαχώρισε τη συμφωνία σε εμπορικό και πολιτικό σκέλος, επιλογή που — σύμφωνα με τους επικριτές της — αποσκοπεί στην παράκαμψη της κύρωσης από τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών-μελών. Παράλληλα, θα εξεταστεί ο λεγόμενος «μηχανισμός ανταπόδοσης», ο οποίος επιτρέπει στις χώρες του Mercosur να λαμβάνουν αντίμετρα σε περίπτωση που νέες ευρωπαϊκές νομοθεσίες επηρεάσουν τις εξαγωγές τους. Οι πολέμιοι της συμφωνίας υποστηρίζουν ότι ο μηχανισμός αυτός μπορεί να περιορίσει την ικανότητα της ΕΕ να θεσπίζει αυστηρότερες περιβαλλοντικές ή κοινωνικές ρυθμίσεις στο μέλλον.

Η διαδικασία στο Δικαστήριο αναμένεται να διαρκέσει περίπου δύο χρόνια, με αποτέλεσμα η κύρωση της συμφωνίας να «παγώνει» τουλάχιστον έως το 2028. Αν το ΔΕΕ εκδώσει αρνητική γνωμοδότηση, η συμφωνία δεν θα μπορέσει να τεθεί σε ισχύ χωρίς ουσιαστικές και πιθανώς πολιτικά δύσκολες τροποποιήσεις.

Η απόφαση του Κοινοβουλίου ήταν αποτέλεσμα έντονων πιέσεων από διαφορετικές πλευρές. Αγροτικές οργανώσεις, ιδιαίτερα από χώρες όπως η Γαλλία και η Πολωνία, εξέφρασαν έντονη αντίθεση, φοβούμενες αθέμιτο ανταγωνισμό από φθηνές εισαγωγές βοδινού κρέατος, ζάχαρης και πουλερικών από τη Νότια Αμερική. Παράλληλα, περιβαλλοντικές και κοινωνικές οργανώσεις προειδοποίησαν ότι η συμφωνία θα μπορούσε να υπονομεύσει τα ευρωπαϊκά πρότυπα προστασίας του περιβάλλοντος και των εργασιακών δικαιωμάτων. Σε πολιτικό επίπεδο, αρκετά κράτη-μέλη, με προεξάρχουσα τη Γαλλία, έχουν εκφράσει έντονες επιφυλάξεις.

Θεωρητικά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα μπορούσε να επιδιώξει την προσωρινή εφαρμογή της συμφωνίας όσο εκκρεμεί η απόφαση του Δικαστηρίου, ωστόσο μια τέτοια κίνηση θεωρείται πολιτικά ριψοκίνδυνη και θα μπορούσε να οξύνει τις εντάσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμών. Η αντίδραση των Ευρωπαίων ηγετών υπήρξε χαρακτηριστική της διχογνωμίας: ο Γερμανός καγκελάριος Φρήντριχ Μερτς χαρακτήρισε την απόφαση «ατυχή», ενώ από τη γαλλική πλευρά χαιρετίστηκε ως νίκη για την προστασία της ευρωπαϊκής γεωργίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από την πλευρά της, εξέφρασε έντονη δυσαρέσκεια.

Σε πολιτικό επίπεδο, η παραπομπή της συμφωνίας στο ΔΕΕ θεωρείται πλήγμα για την πρόεδρο της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία είχε παρουσιάσει τη συμφωνία ως στρατηγικό εργαλείο για την ενίσχυση της γεωπολιτικής και οικονομικής θέσης της ΕΕ απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Ταυτόχρονα, αποτελεί σημαντική επιτυχία για τους αγρότες και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις που αντιτίθενται στη συμφωνία και ζητούν αυστηρότερες εγγυήσεις.