Παρασκευή, 24 Απρ, 2026

Ζελένσκι: Ουκρανοί και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θα συναντηθούν αυτή την εβδομάδα για να συζητήσουν τις λεπτομέρειες ενός σχεδίου εκεχειρίας

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε σήμερα ότι Ουκρανοί και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θα συναντηθούν στο τέλος της εβδομάδας για να συζητήσουν σχετικά με τις λεπτομέρειες ενός σχεδίου εκεχειρίας.

«Δεν πρόκειται για ένα σχέδιο για τον τερματισμό του πολέμου. Πρώτα απ΄όλα απαιτείται μια εκεχειρία», είπε ο Ζελένσκι στους δημοσιογράφους. «Αυτό το σχέδιο είναι για να ξεκινήσει η διπλωματία…Οι σύμβουλοί μας θα συναντηθούν μέσα στις επόμενες ημέρες, συμφωνήσαμε για την Παρασκευή ή το Σάββατο. Θα συζητήσουν τις λεπτομέρειες του σχεδίου αυτού», πρόσθεσε.

Νωρίτερα ο Ουκρανός πρόεδρος δήλωσε ότι το Κίεβο είναι έτοιμο για ειρηνευτικές συνομιλίες οπουδήποτε εκτός από τη Ρωσία και την Λευκορωσία, εάν αυτές οι συνομιλίες τερματίσουν τον πόλεμο, αλλά ότι οι δυνάμεις του «δεν θα κάνουν βήματα πίσω» στο πεδίο της μάχης για να παραχωρήσουν εδάφη.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΕΕ: Νέα στρατηγική για μείωση της ενεργειακής εξάρτησης από τη Ρωσία

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα ξεκινήσει τις επόμενες εβδομάδες τη συγκέντρωση της ζήτησης για φυσικό αέριο από ευρωπαϊκές εταιρείες, στο πλαίσιο των προσπαθειών της να απεξαρτήσει την ήπειρο από τη ρωσική ενέργεια.

Την ανακοίνωση αυτή έκανε ο επίτροπος Ενέργειας της Ε.Ε., Νταν Γιόργκενσεν, στις 28 Οκτωβρίου. «Θα εκκινήσουμε μια στοχευμένη άσκηση συγκέντρωσης ζήτησης φυσικού αερίου για τις εταιρείες της περιοχής», δήλωσε ο Γιόργκενσεν μετά τη μινι-υπουργική σύνοδο για τη διασύνδεση της ενέργειας στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη, στη Ρουμανία.

Η Ε.Ε. διαπραγματεύεται αυτή τη στιγμή την απαγόρευση εισαγωγών πετρελαίου και αερίου από τη Μόσχα μέχρι τον Ιανουάριο του 2028.

Πριν από την έναρξη του πολέμου μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, η Ρωσία κάλυπτε περίπου το 40% των εισαγωγών φυσικού αερίου της Ένωσης, προσφέροντας ακόμη σημαντικές ποσότητες αργού πετρελαίου και άνθρακα.

Ο Γιόργκενσεν εξήγησε ότι η επαναλειτουργία του μηχανισμού συγκέντρωσης ζήτησης στοχεύει στη διασφάλιση προμηθειών φυσικού αερίου σε ανταγωνιστικές τιμές και με ευρύτερη γεωγραφική διασπορά.

Η πρωτοβουλία για συγκέντρωση της ζήτησης φυσικού αερίου ξεκίνησε από την Ένωση το 2022, ως απάντηση στον πόλεμο στην Ουκρανία και την ανάγκη απεξάρτησης από το ρωσικό καύσιμο.

Ωστόσο, δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία για τον πραγματικό όγκο των υπογεγραμμένων συμβολαίων ή προμηθειών μέσω της πλατφόρμας.

Το σύστημα συγκεντρώνει τη ζήτηση και φέρνει σε επαφή αγοραστές και προμηθευτές αερίου, με τις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις να παραμένουν ανεξάρτητες – πράγμα που σημαίνει ότι οι εταιρείες δεν είναι ακόμη υποχρεωμένες να δηλώνουν τις συμφωνίες τους.

Η Ε.Ε. έχει δεσμευτεί να αυξήσει σημαντικά τις ενεργειακές εισαγωγές από τις Ηνωμένες Πολιτείες, προχωρώντας σε αγορές ύψους 250 δισ. δολαρίων ετησίως ως το 2028, βάσει εμπορικής συμφωνίας με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Τραμπ έχει εκφράσει έντονη δυσαρέσκεια για τα ευρωπαϊκά κράτη-συμμάχους της Αμερικής που συνεχίζουν να αγοράζουν ρωσική ενέργεια ενόσω διαρκεί ο πόλεμος στην Ουκρανία.

Μιλώντας στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, επέκρινε τους συμμάχους του ΝΑΤΟ λέγοντας: «Ανεξήγητα, ακόμη και χώρες του ΝΑΤΟ δεν έχουν διακόψει σε μεγάλο βαθμό την αγορά ρωσικής ενέργειας και ρωσικών ενεργειακών προϊόντων. Σκεφτείτε το – χρηματοδοτούν τον πόλεμο εναντίον των ίδιων τους των εαυτών».

Στις 23 Οκτωβρίου, η Ε.Ε. συμφώνησε σε νέο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, που στοχεύει στον «σκιώδη στόλο» της Μόσχας, τράπεζες, εταιρείες τρίτων χωρών και παρόχους κρυπτονομισμάτων.

Το Συμβούλιο της Ε.Ε. ανακοίνωσε ότι αυτό το δέκατο ένατο πακέτο κυρώσεων αποτελεί απάντηση στην κλιμάκωση της ρωσικής επιθετικότητας, κυρίως μέσω επιθέσεων σε υποδομές πολιτών.

Στα μέτρα περιλαμβάνεται η επιβολή κυρώσεων σε 117 επιπλέον πλοία του ρωσικού σκιώδους στόλου – με το σύνολο να φθάνει τα 557 – καθώς και η επιβεβαίωση απαγόρευσης εισαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), με ισχύ από τον Ιανουάριο 2027 για τα μακροπρόθεσμα συμβόλαια και εντός εξαμήνου για τα βραχυπρόθεσμα.

Η απαγόρευση αυτή θα απαιτήσει από τα κράτη-μέλη που συνεχίζουν να αγοράζουν ρωσικό αέριο να διακόψουν τα συμβόλαιά τους και να αναζητήσουν εναλλακτικές πηγές.

Ορισμένες χώρες της Ε.Ε., όπως η Γαλλία και το Βέλγιο, συνεχίζουν να εισάγουν ρωσικό LNG, ενώ η Σλοβακία και η Ουγγαρία λαμβάνουν παραδόσεις αερίου μέσω αγωγών.

Ειδικά η Ουγγαρία έχει εκφράσει ανοικτά την αντίθεσή της σε οποιοδήποτε σχέδιο αποκλεισμού της ρωσικής ενέργειας.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Ουγγαρίας, Πέτερ Σιγιάρτο, δήλωσε στις 15 Οκτωβρίου: «Οι Ευρωπαίοι φίλοι μου συμπεριφέρονται σαν παράφρονες σε ό,τι αφορά την ενέργεια. Τώρα οι Βρυξέλλες μας αναγκάζουν να αντικαταστήσουμε φθηνές και αξιόπιστες πηγές φυσικού αερίου με ακριβότερες και λιγότερο αξιόπιστες. Η Ουγγαρία δεν βρίσκει κανένα όφελος σε αυτό».

Αντίστοιχη στάση κρατά και η Σλοβακία, ένα ακόμη μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ με μεγάλη εξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Σλοβακίας, Γιούραϊ Μπλινάρ, ανέφερε στο πρακτορείο Reuters, στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του Ο.Η.Ε. στις 24 Σεπτεμβρίου: «Δεν έχουμε άλλες επιλογές που να μπορούν να διατηρηθούν και να προσφέρουν λογικές τιμές. Η διαφοροποίηση απαιτεί χρόνο. Γι’ αυτό καλούμε σε κάποια μορφή κατανόησης».

Ισχυρός σεισμός 6,1 Ρίχτερ στη δυτική Τουρκία — Κατέρρευσαν τρία κτίρια, χωρίς νεκρούς

Σεισμός μεγέθους 6,1 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ σημειώθηκε το βράδυ της Δευτέρας στη δυτική Τουρκία, προκαλώντας την κατάρρευση τουλάχιστον τριών κτιρίων που είχαν ήδη υποστεί ζημιές από προηγούμενη δόνηση. Σύμφωνα με τις αρχές, δεν υπάρχουν άμεσα αναφορές για θύματα.

Το επίκεντρο του σεισμού εντοπίστηκε στην κωμόπολη Σιντούρτζι, στην επαρχία Μπαλικεσίρ, και ο σεισμός σημειώθηκε στις 22:48 τοπική ώρα, σε βάθος 5,99 χιλιομέτρων. Η Διεύθυνση Διαχείρισης Καταστροφών και Εκτάκτων Αναγκών (AFAD) ανακοίνωσε πως ακολούθησαν αρκετοί μετασεισμοί, οι οποίοι έγιναν αισθητοί στην Κωνσταντινούπολη και σε γειτονικές επαρχίες, όπως η Προύσα, η Μανίσα και η Σμύρνη.

Ο υπουργός Εσωτερικών, Αλί Γερλικαγιά, δήλωσε: «Τρία ακατοίκητα κτίρια και ένα διώροφο κατάστημα κατέρρευσαν στη Σιντούρτζι. Τα κτίσματα είχαν ήδη πληγεί από προηγούμενο σεισμό».

Ο νομάρχης Μπαλικεσίρ, Ισμαήλ Ισταγιόγλου, ανακοίνωσε ότι «συνολικά 22 άτομα τραυματίστηκαν λόγω πτώσεων από πανικό, φαινόμενο συχνό λόγω των φυσικών και ψυχολογικών επιπτώσεων των σεισμών».

Ο διοικητής της Σιντούρτζι, Ντογκουκάν Κογιάνκου, δήλωσε στο κρατικό πρακτορείο Anadolu: «Μέχρι στιγμής δεν έχουμε διαπιστώσει απώλεια ανθρώπινης ζωής, αλλά οι έλεγχοι συνεχίζονται».

Με την έναρξη της βροχής, ο Ισταγιόγλου υπογράμμισε ότι τζαμιά, σχολεία και αθλητικές αίθουσες παραμένουν ανοιχτά ώστε να φιλοξενήσουν όσους διστάζουν να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Πολλοί κάτοικοι παραμένουν έξω, φοβούμενοι νέους μετασεισμούς.

Η Σιντούρτζι είχε πληγεί και τον Αύγουστο από σεισμό 6,1 Ρίχτερ, τότε με έναν νεκρό και πολλούς τραυματίες. Έκτοτε, η περιοχή γύρω από τη Μπαλικεσίρ δοκιμάζεται από σειρά μικρότερων σεισμικών δονήσεων.

Η Τουρκία βρίσκεται σε περιοχή μεγάλων ρηγμάτων και οι σεισμοί είναι συχνό φαινόμενο. Νωρίτερα φέτος, σεισμός 7,8 Ρίχτερ προκάλεσε πάνω από 53.000 θανάτους στη χώρα και τεράστιες ζημιές σε εκατοντάδες χιλιάδες κτίρια σε 11 επαρχίες της νότιας και νοτιοανατολικής Τουρκίας, ενώ περίπου 6.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και στα βόρεια της γειτονικής Συρίας εξαιτίας του ίδιου σεισμού.

Η Lukoil πουλά τα διεθνή της περιουσιακά στοιχεία λόγω κυρώσεων Τραμπ

Η ρωσική πετρελαϊκή κολοσσός Lukoil ανακοίνωσε την πρόθεσή της να πουλήσει τα διεθνή της περιουσιακά στοιχεία, ως απάντηση στις κυρώσεις που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ με στόχο την άσκηση πίεσης στη Ρωσία για τερματισμό των πολεμικών ενεργειών στην Ουκρανία.

Η απόφαση γνωστοποιήθηκε στις 27 Οκτωβρίου, έπειτα από τη λήψη αντίστοιχων μέτρων από πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι κυρώσεις, που ανακοινώθηκαν στις 22 Οκτωβρίου από το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών, οδήγησαν στο «πάγωμα» των περιουσιακών στοιχείων της Lukoil εντός ΗΠΑ και απαγορεύουν σε αμερικανικές εταιρείες κάθε επιχειρηματική συναλλαγή με αυτήν και τις θυγατρικές της. Στη σχετική ανακοίνωση της εταιρείας αναφέρεται:

«Λόγω της επιβολής περιοριστικών μέτρων κατά της εταιρείας και των θυγατρικών της από ορισμένα κράτη, η εταιρεία ανακοινώνει την πρόθεσή της να εκποιήσει τα διεθνή της περιουσιακά στοιχεία».

Η Lukoil σημείωσε επίσης ότι άρχισε ήδη να αξιολογεί προσφορές ενδιαφερομένων επενδυτών, ενώ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να ζητήσει παράταση της προθεσμίας αποεπένδυσης που θέτει το OFAC, εφόσον δεν ολοκληρωθούν οι συναλλαγές ως τη λήξη της περιόδου χάριτος στις 21 Νοεμβρίου.

Οι κυρώσεις αυτές εντάσσονται στη στρατηγική του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να πιέσει τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν να διακόψει τις πολεμικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία και να συμφωνήσει σε κατάπαυση του πυρός. Πρόκειται για την πρώτη σημαντική δέσμη οικονομικών μέτρων κατά της Μόσχας αφότου ο Τραμπ ξεκίνησε τη δεύτερη θητεία του.

Ο Τραμπ, μιλώντας σε συνέντευξη Τύπου στο Οβάλ Γραφείο, τόνισε: «Πρόκειται για πρωτοφανείς κυρώσεις. Ελπίζουμε να μην παραμείνουν σε ισχύ για πολύ. Ελπίζουμε ο πόλεμος να τερματιστεί γρήγορα».

Τα μέτρα στοχεύουν τόσο τη Rosneft όσο και τη Lukoil, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ήμισυ των ρωσικών εξαγωγών αργού πετρελαίου, καθώς και σειρά θυγατρικών τους.

Παράλληλα, ανοίγουν τον δρόμο για δευτερογενείς κυρώσεις κατά ξένων τραπεζών και εταιρειών που εξακολουθούν να συνεργάζονται με τις υπό κυρώσεις επιχειρήσεις, περιορίζοντας δυνητικά την πρόσβασή τους στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσαντ, αρμόδιος για το OFAC, δήλωσε: «Τώρα είναι η στιγμή να σταματήσει η αιματοχυσία και να εφαρμοστεί άμεση κατάπαυση του πυρός. Εφόσον ο πρόεδρος Πούτιν αρνείται να τερματίσει αυτόν τον παράλογο πόλεμο, το Υπουργείο Οικονομικών επιβάλλει κυρώσεις στις δύο μεγαλύτερες ρωσικές πετρελαϊκές που χρηματοδοτούν τη μηχανή πολέμου του Κρεμλίνου».

Με δραστηριότητα σε 11 χώρες —μεταξύ αυτών διυλιστήρια σε Βουλγαρία, Ρουμανία και Ολλανδία καθώς και επενδύσεις σε εξορυκτικά έργα σε Αζερμπαϊτζάν, Καζακστάν, Ιράκ, Αίγυπτο και αλλού— η Lukoil καλείται τώρα να εγκαταλείψει ουσιαστικά την παρουσία της στη διεθνή αγορά, σηματοδοτώντας μια δραματική μεταστροφή από τη μέχρι πρότινος ήπια και διπλωματική προσέγγιση του Τραμπ.

Στις 15 Οκτωβρίου το Ηνωμένο Βασίλειο προχώρησε επίσης σε περαιτέρω κυρώσεις κατά της Lukoil. Η Βρετανίδα υπουργός Εξωτερικών, Ιβέτ Κούπερ, τόνισε την ανάγκη εντατικοποίησης της πίεσης στη ρωσική ηγεσία ώστε να υπάρξει κατάπαυση του πυρός:

«Σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία για την Ουκρανία, η Ευρώπη ενισχύει τις προσπάθειές της. Το Ηνωμένο Βασίλειο και οι σύμμαχοί μας στοχοποιούμε το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τον “σκιώδη” στόλο της Ρωσίας, και δεν πρόκειται να υποχωρήσουμε έως ότου ο Πούτιν εγκαταλείψει τον αποτυχημένο πόλεμό του και αναζητήσει σοβαρά την ειρήνη».

Ο Πούτιν καταδίκασε τις αμερικανικές κυρώσεις ως εχθρική πράξη που βλάπτει τις σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά: «Είναι αυτονόητο πως τέτοιες ενέργειες δεν ενισχύουν τις ρωσο-αμερικανικές σχέσεις που μόλις άρχισαν να αποκαθίστανται. Αναμφίβολα, η αμερικανική διοίκηση βλάπτει τις σχέσεις των δύο χωρών με αυτές τις ενέργειες».

Ο οικονομικός αντίκτυπος των κυρώσεων αναμένεται να επιβαρύνει σοβαρά τα ρωσικά δημοσιονομικά, αφού τα έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο αποτελούν σχεδόν το ένα τρίτο του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού της Μόσχας, χρηματοδοτώντας τόσο τις πολεμικές επιχειρήσεις όσο και κρατικές επιδοτήσεις στο εσωτερικό.

Παρά ταύτα, ο Πούτιν διαβεβαίωσε ότι οι κυρώσεις δεν θα πλήξουν σοβαρά τη ρωσική οικονομία, εκτιμώντας μάλιστα πως ενδέχεται να οδηγήσουν σε αύξηση των διεθνών τιμών ενέργειας, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ καταναλώνουν περισσότερο πετρέλαιο από όσο παράγουν.

Η Λιθουανία κλείνει επ’ αόριστον τα σύνορά της με τη Λευκορωσία μετά την εμφάνιση αερόστατων λαθρεμπόρων

Στις 27 Οκτωβρίου, η Λιθουανία ανακοίνωσε ότι θα κλείσει επ’ αόριστον τα σύνορά της με τη Λευκορωσία, έπειτα από επανειλημμένες εμφανίσεις αερόστατων που θεωρήθηκαν ότι χρησιμοποιούνται για λαθρεμπόριο τσιγάρων — περιστατικά που οδήγησαν και σε αναστολή πτήσεων στο αεροδρόμιο της Βίλνιους επί τρεις συνεχόμενες ημέρες.

Το υπουργείο Εσωτερικών της Λιθουανίας ανακοίνωσε ότι το σημείο διέλευσης Σαλτσινινκάι θα παραμείνει κλειστό χωρίς να επιτρέπεται η διέλευση ανθρώπων ή οχημάτων. Επιπλέον, στο σημείο Μεντινινκάι θα ισχύσουν περιορισμοί, καθώς μόνο διπλωμάτες, μεταφορείς διπλωματικής αλληλογραφίας και πολίτες της ΕΕ θα μπορούν να εισέρχονται.

Και τα δύο σημεία είχαν προσωρινά κλείσει στις 26 Οκτωβρίου μετά τα τελευταία περιστατικά με αερόστατα. Το υπουργείο πρόσθεσε ότι η τελική έγκριση για το μόνιμο κλείσιμο θα ληφθεί από το υπουργικό συμβούλιο στις 29 Οκτωβρίου.

Η πρωθυπουργός Ίνγκα Ρουγκινιένε υποστήριξε ότι η Λευκορωσία δεν κάνει αρκετά για να σταματήσει τη δραστηριότητα των λαθρεμπόρων που προέρχονται από το έδαφός της. Η Ρουγκινιένε δήλωσε ότι με αυτόν τον τρόπο η Λιθουανία στέλνει μήνυμα στη Λευκορωσία πως «καμία υβριδική επίθεση δεν θα γίνει ανεκτή» και ότι η κυβέρνηση θα λάβει «όλα τα αυστηρότερα μέτρα» για να την αποτρέψει, σύμφωνα με τον λιθουανικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα LRT.

Εξήγησε ότι αν η Λευκορωσία δεν αναλάβει δράση για την καταπολέμηση αυτών των ενεργειών, τότε η Λιθουανία θα το ερμηνεύσει ως συμμετοχή μέσω αδράνειας από το καθεστώς του Αλεξάντρ Λουκασένκο, τονίζοντας ότι πρόκειται για υβριδική επίθεση.

Η ίδια πρόσθεσε ότι από τις 27 Οκτωβρίου, ο στρατός θα λάβει «όλα τα αναγκαία μέτρα» για να σταματήσει τα αερόστατα, συμπεριλαμβανομένων και κινητικών επιλογών (δηλαδή κατάρριψης). Παρότι αναγνώρισε ότι τα αερόστατα ίσως δεν κατευθύνθηκαν σκόπιμα προς το αεροδρόμιο, επισήμανε πως ήταν απαραίτητο να ληφθούν προληπτικά μέτρα, όπως το κλείσιμο του εναέριου χώρου.

Λευκορωσία: «Πρόκληση από τη Λιθουανία»

Ο Λευκορώσος υπουργός Εξωτερικών Μαξίμ Ριζένκοφ χαρακτήρισε την απόφαση για κλείσιμο των συνόρων «πρόκληση», λέγοντας ότι η Βίλνιους θα έπρεπε να εστιάσει στις οργανωμένες συμμορίες Λιθουανών που, όπως υποστήριξε, επωφελούνται από το λαθρεμπόριο.

Ο Ριζένκοφ σημείωσε ότι «τα αερόστατα με λαθραία τσιγάρα πετούν εκεί εδώ και χρόνια», προσθέτοντας ότι το πιο αξιοπερίεργο είναι πως η Λευκορωσία «δεν έχει λάβει καμία διπλωματική νότα» από τη Λιθουανία σχετικά με αυτά τα περιστατικά.

Από την πλευρά της, η αρχηγός της λευκορωσικής αντιπολίτευσης Σβετλάνα Τιχανόφσκαγια δήλωσε ότι τα περιστατικά με τα αερόστατα αποτελούν «ένα ακόμη σημάδι ότι το καθεστώς χρησιμοποιεί το λαθρεμπόριο τσιγάρων ως εργαλείο υβριδικής επιθετικότητας κατά της Ευρώπης».

Η Τιχανόφσκαγια υποστήριξε ότι το κλείσιμο των συνοριακών διαβάσεων είναι ένα «λογικό βήμα για την προστασία της ασφάλειας» και εξέφρασε τη στήριξή της προς τη Λιθουανία και τους εταίρους της στην ενίσχυση των κυρώσεων κατά των παραγωγών, μεταφορέων και οργανωτών του λαθρεμπορίου τσιγάρων.

Εντεινόμενη ανησυχία για την ασφάλεια του ΝΑΤΟ

Η προστασία του εναέριου χώρου του ΝΑΤΟ έχει μετατραπεί σε ζήτημα κορυφαίας προτεραιότητας για τις ευρωπαϊκές χώρες τους τελευταίους μήνες, ειδικά στα ανατολικά σύνορα της Συμμαχίας, έπειτα από πληθώρα περιστατικών με ρωσικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πτήσεις.

Η αύξηση των μη επανδρωμένων αεροσκαφών (UAV) ξεκίνησε στις 9 Σεπτεμβρίου, όταν η Πολωνία κατέρριψε μη επανδρωμένα αεροσκάφη που παραβίασαν τον εναέριο χώρο της, γεγονός που ώθησε το ΝΑΤΟ να ενισχύσει την άμυνα της ανατολικής του πτέρυγας. Στη συνέχεια, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν κάλεσε για τη δημιουργία ενός «τείχους μη επανδρωμένων αεροσκαφών».

Κατεστραμμένο μη επανδρωμένο αεροσκάφος μετά την πτώση του στο Τσοσνόβκα της Πολωνίας, στις 10 Σεπτεμβρίου 2025. (Dariusz Stefaniuk μέσω Reuters)

 

Ακολούθησαν παρόμοια περιστατικά, όπως είσοδος ρωσικών αεροσκαφών στον εναέριο χώρο της Εσθονίας και εμφανίσεις UAV πάνω από τη Δανία.

Ως απάντηση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε στις 16 Οκτωβρίου τέσσερα σημαντικά αμυντικά έργα, ανάμεσά τους και την ενίσχυση των ανατολικών συνόρων της Ευρώπης, με στόχο την ενδυνάμωση της άμυνας της ΕΕ έως το 2030.

Σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα Χ στις 27 Οκτωβρίου, η Ρουγκινιένε αναφέρθηκε έμμεσα στους Αλεξάντρ Λουκασένκο και Βλαντίμιρ Πούτιν, σημειώνοντας ότι «οι αυτόκρατες δοκιμάζουν ξανά την ανθεκτικότητα της ΕΕ και του ΝΑΤΟ απέναντι στις υβριδικές απειλές», προσθέτοντας πως τις τελευταίες ημέρες δεκάδες αερόστατα ηλίου από τη Λευκορωσία έχουν εισέλθει στον εναέριο χώρο της Λιθουανίας, προκαλώντας αναταράξεις στην πολιτική αεροπορία.

Η πρωθυπουργός κάλεσε τους συμμάχους σε «ενωμένη, αποφασιστική απάντηση», με περαιτέρω κυρώσεις κατά της Ρωσίας και της Λευκορωσίας και ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων της Συμμαχίας.

Της Victoria Friedman

Με πληροφορίες από το Associated Press

Δέκα άτομα δικάζονται κατηγορούμενα για σεξιστικό διαδικτυακό εκφοβισμό κατά της Μπριζίτ Μακρόν

Oκτώ άνδρες και δύο γυναίκες, κατηγορούμενοι για σεξιστικό διαδικτυακό εκφοβισμό κατά της συζύγου του προέδρου της γαλλικής Δημοκρατίας, Μπριζίτ Μακρόν, δικάζονται από σήμερα Δευτέρα, ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου του Παρισιού.

Η δίκη αυτή έρχεται σε συνέχεια της αγωγής για δυσφήμιση που υπέβαλε το γαλλικό προεδρικό ζεύγος στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής στα τέλη Ιουλίου, αναφορικά με την «ψευδή είδηση», που έγινε «viral» στις ΗΠΑ και στη συνέχεια στη Γαλλία και στον υπόλοιπο κόσμο, σχετικά με την «τρανσεξουαλικότητα» της συζύγου του Εμανουέλ Μακρόν.

Η αγωγή του γαλλικού προεδρικού ζεύγους ήταν εναντίον της podcaster Candace Owens, δημιουργού μιας σειράς βίντεο με τίτλο «Becoming Brigitte».

Οι κατηγορούμενοι στη Γαλλία, μεταξύ των οποίων είναι ένας διαφημιστής, ένας αιρετός αξιωματούχος, ένας γκαλερίστας, ένας δάσκαλος, μια μέντιουμ, ένας επιστήμονας υπολογιστών κ.ά είναι ηλικίας από 41 έως 60 ετών.

Μεταξύ αυτών είναι ένας διαφημιστής, γνωστός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με το ψευδώνυμο «Zoé Sagan» του οποίου ο λογαριασμός στο Χ έχει ανασταλεί και ο οποίος προωθεί θεωρίες συνωμοσίας.

Εκτός από τα σχόλια που στοχεύουν την Μπριζίτ Μακρόν, χαρακτηρίζοντας τη διαφορά της ηλικίας της με τον σύζυγό της ως «παιδεραστία», είναι γνωστός για την κοινοποίηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σεξουαλικών βίντεο του Μπενζαμέν Γκριβό, ενός άλλοτε φίλα προσκείμενου στον Μακρόν, ο οποίος τον Φεβρουάριο του 2020 αποσύρθηκε από υποψήφιος για δήμαρχος του Παρισιού μετά το σκάνδαλο.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Λονδίνο και Άγκυρα υπέγραψαν συμφωνία για την αγορά μαχητικών αεροσκαφών

Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Τουρκία υπέγραψαν συμφωνία ύψους 8 δισεκατομμυρίων στερλινών για την προμήθεια 20 μαχητικών αεροσκαφών Typhoon, ανακοίνωσε πριν από λίγο η Ντάουνιγκ Στριτ επισημαίνοντας πως πρόκειται για τη μεγαλύτερη εξαγωγική συμφωνία μαχητικών αεροσκαφών της τελευταίας γενιάς.

Η συμφωνία υπογράφηκε στην ‘Αγκυρα, κατά την πρώτη επίσημη επίσκεψη του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ στην Τουρκία έπειτα από πρόσκληση του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Σύμφωνα με τη βρετανική κυβέρνηση, η προμήθεια των 20 Typhoon αναμένεται να εξασφαλίσει περίπου 20.000 θέσεις εργασίας σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο. Αποτελεί σημαντική ενίσχυση της βρετανικής αμυντικής βιομηχανίας και «σώζει» τη γραμμή παραγωγής των Typhoon στο Γουόρτον της βορειοδυτικής Αγγλίας.

«Αυτή η ιστορική συμφωνία με την Τουρκία είναι μια νίκη για τους Βρετανούς εργαζομένους, μια νίκη για την αμυντική βιομηχανία και μια νίκη για την ασφάλεια του ΝΑΤΟ», δήλωσε ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, υπογραμμίζοντας ότι το Λονδίνο και η ‘Αγκυρα «παίζουν καθοριστικό ρόλο στα δύο άκρα της Ευρώπης για την αντιμετώπιση των διεθνών προκλήσεων».

Ο Βρετανός υπουργός ‘Αμυνας Τζον Χίλι, που συνοδεύει τον Βρετανό πρωθυπουργό στην ‘Αγκυρα, έκανε λόγο για «τη μεγαλύτερη εξαγωγή μαχητικών αεροσκαφών σε μια γενιά», προσθέτοντας ότι η συμφωνία «θα κρατήσει τις γραμμές παραγωγής του Typhoon ενεργές για χρόνια» και «θα ενισχύσει την αποτρεπτική ισχύ του ΝΑΤΟ σε μια κρίσιμη περιοχή».

Η κατανομή παραγωγής προβλέπει ότι περίπου το 37% κάθε αεροσκάφους θα κατασκευάζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, με το υπόλοιπο να προέρχεται από τις χώρες-εταίρους του προγράμματος Eurofighter.

Η πρώτη παράδοση των μαχητικών στην Τουρκία αναμένεται το 2030.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η Ρωσία ανακοινώνει τη δοκιμή του νέου πυρηνοκίνητου πυραύλου Μπουρεβέστνικ

Ο Βλαντίμιρ Πούτιν ανακοίνωσε στις 26 Οκτωβρίου ότι ολοκληρώθηκαν οι καθοριστικές δοκιμές του πυρηνικοπύραυλου Μπουρεβέστνικ και τόνισε πως ο ρωσικός στρατός μπορεί πλέον να ξεκινήσει τις απαραίτητες προετοιμασίες για τη μελλοντική του επιχειρησιακή ένταξη.

«Έχω λάβει σχετική ενημέρωση από τη βιομηχανία και γνωρίζω τις εκτιμήσεις του υπουργείου Άμυνας· πράγματι πρόκειται για ένα μοναδικό όπλο που καμία άλλη χώρα δεν διαθέτει», δήλωσε κατά την επίσκεψή του σε Διοικητήριο Συνδυασμένων Δυνάμεων, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση του Κρεμλίνου.

Ο αρχηγός του ρωσικού γενικού επιτελείου, στρατηγός Βαλέρι Γκερασίμοφ, ενημέρωσε τον Πούτιν πως κατά τη δοκιμή της 21ης Οκτωβρίου, ο πύραυλος διήνυσε περίπου 8.700 μίλια και παρέμεινε στον αέρα για 15 ώρες.

Ο Γκερασίμοφ επισήμανε: «Σε αντίθεση με προηγούμενες δοκιμές, αυτή περιλάμβανε πολύωρη πτήση, με τον πύραυλο να διανύει 14.000 χιλιόμετρα—και αυτό δεν αποτελεί το όριό του». Τόνισε τις δυνατότητες του συστήματος, δηλώνοντας: «Ο πύραυλος Μπουρεβέστνικ χρησιμοποίησε πυρηνική πρόωση, ενώ οι κάθετες και οριζόντιες ελιγμοί του απέδειξαν ότι διαθέτει υψηλή ικανότητα αποφυγής συστημάτων αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας».

Επίσης, ανέφερε πως «τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Μπουρεβέστνικ επιτρέπουν, κατ’ αρχήν, τη χρήση του με απόλυτη ακρίβεια εναντίον στόχων με ισχυρή προστασία, ανεξαρτήτως απόστασης».

Ο Πούτιν ζήτησε από τον Γκερασίμοφ να καθορίσουν τον επιχειρησιακό ρόλο του Μπουρεβέστνικ, να αξιολογήσουν τις δυνατότητές του και να κατασκευάσουν την απαραίτητη υποδομή για την ανάπτυξή του.

Όπως δήλωσε: «Είναι προφανές ότι απαιτείται ακόμη σημαντικός όγκος εργασιών ώστε να ενταχθεί επισήμως το όπλο σε επιχειρησιακή ετοιμότητα, και όλες οι σχετικές διαδικασίες πρέπει να ολοκληρωθούν».

Η δοκιμή του Μπουρεβέστνικ πραγματοποιείται την ώρα που η Ρωσία αντιστέκεται στις δυτικές πιέσεις για εκεχειρία στην Ουκρανία.

Ο Πούτιν προειδοποίησε αυστηρά τις Ηνωμένες Πολιτείες να μην προμηθεύσουν την Ουκρανία με πυραύλους Tomahawk μεγάλου βεληνεκούς, που θα μπορούσαν να πλήξουν ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.

Είχε παρουσιάσει για πρώτη φορά τα σχέδια ανάπτυξης του Μπουρεβέστνικ το 2018 και σε πρόσφατες δηλώσεις του, στις 10 Οκτωβρίου, τόνισε ότι η Ρωσία αναπτύσσει και δοκιμάζει εντατικά νέα πυρηνικά όπλα.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι «οι προσπάθειες ανάπτυξης των νέων όπλων προχωρούν με επιτυχία και ότι η πυρηνική αποτροπή της Ρωσίας είναι πλέον πιο προηγμένη από εκείνη οποιασδήποτε άλλης πυρηνικής δύναμης».

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 27 Οκτωβρίου πως ο Πούτιν θα έπρεπε να επικεντρώσει την προσοχή του στο να τερματιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία, αντί να δοκιμάζει πυραύλους. «Δεν χρειάζεται να διανύει 8.000 μίλια», σχολίασε, υπονοώντας ότι η ρωσική δοκιμή ήταν αχρείαστη.

Προσέθεσε: «Δεν θεωρώ πως είναι σωστό αυτό που λέει ο Πούτιν· ο πόλεμος που έπρεπε να έχει τελειώσει σε μια εβδομάδα μπαίνει πλέον στο τέταρτο έτος του. Αυτό έπρεπε να κάνεις, αντί να δοκιμάζεις πυραύλους».

Ο Τραμπ εξέφρασε έντονη δυσφορία για τη στασιμότητα των διαβουλεύσεων, σημειώνοντας ότι ακύρωσε προγραμματισμένη συνάντηση με τον Πούτιν στη Βουδαπέστη λόγω έλλειψης προόδου.

Στις 21 Οκτωβρίου είχε διαμηνύσει ότι δεν ήθελε να σπαταλήσει χρόνο σε άκαρπες συνομιλίες. Η Ουάσιγκτον επιμένει στην ενίσχυση της πίεσης προς τη Ρωσία αναφορικά με τον πόλεμο που μαίνεται στην Ουκρανία από το 2022.

Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, προειδοποίησε στις 15 Οκτωβρίου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι εταίροι τους στο ΝΑΤΟ θα επιβάλουν κυρώσεις στη Ρωσία, αν συνεχίσει τις στρατιωτικές της ενέργειες, χωρίς να διευκρινίσει ωστόσο τα πιθανά μέτρα. 

Με την συμβολή του Τομ Οζίμεκ

Δοκιμάζεται το πετρελαιοεξαρτώμενο μοντέλο της Ρωσίας: Πίεση από ΗΠΑ και ΕΕ

Το πετρελαιοεξαρτώμενο ρωσικό οικονομικό μοντέλο δοκιμάζεται, καθώς οι κυρώσεις αρχίζουν να αφήνουν το αποτύπωμά τους, σύμφωνα με ειδικούς.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε στις 22 Οκτωβρίου νέες κυρώσεις κατά της Ρωσίας, στοχεύοντας τους δύο μεγαλύτερους πετρελαϊκούς κολοσσούς της χώρας, τη Rosneft και τη Lukoil.

Μια ημέρα αργότερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε και αυτή νέες κυρώσεις κατά του ρωσικού «σκιώδους στόλου», τραπεζικών ιδρυμάτων, οντοτήτων τρίτων χωρών και παρόχων κρυπτονομισμάτων.

Τα μέτρα αυτά εντάσσονται σε μια συντονισμένη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ και των Ευρωπαίων συμμάχων της να εντείνουν την πίεση στο Κρεμλίνο και να περιορίσουν τη χρηματοδότηση του πολέμου που διεξάγει στην Ουκρανία, που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Ο Τραμπ ανακοίνωσε στις 15 Οκτωβρίου ότι η Ινδία δεσμεύτηκε να σταματήσει να αγοράζει πετρέλαιο από τη Ρωσία. Στις 21 Οκτωβρίου, ο πρόεδρος δήλωσε ότι μόλις είχε συνομιλήσει με τον Ινδό πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι και «δεν πρόκειται να αγοράσει μεγάλες ποσότητες πετρελαίου από τη Ρωσία».

Η Μαρία Μπερζελότου, ανώτερη αναλύτρια αγορών στη Signal Group, δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι «το ρωσικό πετρέλαιο είναι ελκυστικό για χώρες όπως η Ινδία, κυρίως επειδή πωλείται σε τιμές χαμηλότερες από τα διεθνή επίπεδα — αποτέλεσμα των κυρώσεων της Δύσης και του ανώτατου ορίου τιμής της G7, το οποίο περιορίζει τη χρήση δυτικών ναυτιλιακών και ασφαλιστικών υπηρεσιών για ρωσικό αργό που πωλείται πάνω από το προκαθορισμένο όριο».

Πώς θα επηρεάσει, λοιπόν, η πρόσθετη πίεση τη ρωσική οικονομία; Θα μπορούσε να κάμψει τη δυνατότητα της χώρας να συνεχίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία;

Ένας οικονομικός γόρδιος δεσμός 

Η Ρωσία απορροφά το οικονομικό σοκ του πολέμου και των κυρώσεων καλύτερα απ’ όσο προέβλεπαν τα περισσότερα δυτικά μοντέλα, ωστόσο δεν ευημερεί, ανέφερε εκπρόσωπος της εταιρείας αναλύσεων και πληροφοριών Dallas, η οποία έχει φέρει στο φως εταιρείες που βοηθούν τη Ρωσία να παρακάμπτει τις κυρώσεις. Εμπιστευτικές προβλέψεις που έχει εξασφαλίσει η Dallas από το ρωσικό υπουργείο Ανάπτυξης σκιαγραφούν μια δυσοίωνη οικονομική προοπτική έως το 2027.

Όπως δήλωσε στην Epoch Times μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, το Κρεμλίνο στηρίζεται υπέρμετρα στα κρατικά ταμεία, αυξάνει τη φορολογία και ανακατευθύνει επενδύσεις σε στρατιωτική παραγωγή για να διατηρήσει όρθια την οικονομία.

Η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, Μαρία Ζαχάροβα, χαρακτήρισε τις κυρώσεις κατά της Rosneft και της Lukoil «αποκλειστικά αντιπαραγωγικές», σε ενημέρωση που μεταδόθηκε από το κρατικό πρακτορείο TASS στις 23 Οκτωβρίου. «Οι κυρώσεις που επιβάλλει η ΕΕ στη Ρωσία γυρνούν μπούμερανγκ και τα περιθώρια για περαιτέρω κυρώσεις έχουν ουσιαστικά εξαντληθεί», δήλωσε.

Ο εκπρόσωπος της Dallas παρατήρησε: «Το Κρεμλίνο λειτουργεί με ένα εύθραυστο οικονομικό μοντέλο σε πολεμική βάση που συνεχίζει να αποφέρει σημαντικά ενεργειακά έσοδα, αλλά αντλεί από τα μελλοντικά δημοσιονομικά περιθώρια για να χρηματοδοτεί τον πόλεμο».

Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσσεντ, δήλωσε στις 22 Οκτωβρίου ότι ήρθε η ώρα για άμεση κατάπαυση του πυρός, σημειώνοντας ότι το υπουργείο είναι έτοιμο να προχωρήσει σε πρόσθετα μέτρα εάν χρειαστεί, ώστε να στηρίξει τις προσπάθειες του Ντόναλντ Τραμπ για τον τερματισμό του πολέμου.

Ανακοινώνοντας το τελευταίο πακέτο κυρώσεων στις 23 Οκτωβρίου, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλλας, τόνισε: «Γίνεται όλο και πιο δύσκολο για τον Πούτιν να χρηματοδοτεί τον πόλεμό του. Κάθε ευρώ που στερούμε από τη Ρωσία είναι ευρώ που δεν κατευθύνεται σε πολεμικές δαπάνες».

Η υγεία των ρωσικών δημόσιων οικονομικών και η σταθερότητα του ρουβλίου εξαρτώνται άμεσα από τις διακυμάνσεις της τιμής του πετρελαίου, εξηγεί η Μπερζελότου. Η ρωσική οικονομία είναι απόλυτα δεμένη με τις διεθνείς τιμές: τα έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο αποτελούν το 30-40% του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού και το 45-50% των συνολικών εξαγωγικών εσόδων.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είχε επίσης αναφερθεί στη δεινή οικονομική κατάσταση της Ρωσίας σε ανάρτησή του στο Truth Social, επαναλαμβάνοντας θέση που είχε εκφράσει σε συνέντευξη Τύπου, στις 25 Σεπτεμβρίου.

Με εισαγωγές αργού πετρελαίου άνω των 52 δισ. δολαρίων το περασμένο έτος, η Ινδία αντιστοιχεί, κατ’ εκτίμηση, στο ένα τρίτο των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου, χάρη στην έκπτωση που προκύπτει από τις κυρώσεις.

Η Μπερζελότου σημειώνει: «Από τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Ρωσία μετά την εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, το Κρεμλίνο άρχισε να προσφέρει το πετρέλαιό του με έκπτωση σε μη δυτικούς αγοραστές για να διατηρήσει τον όγκο των εξαγωγών, περνώντας ουσιαστικά μέρος του κόστους των κυρώσεων σε χαμηλότερες τιμές. Η Ινδία επωφελείται από αυτές τις πιο προσιτές τιμές, ενισχύοντας τη δική της ενεργειακή ασφάλεια, ενώ η Ρωσία συνεχίζει να έχει σταθερή ζήτηση εκτός Δύσης».

Το ρωσικό πετρέλαιο ως γεωπολιτικό πλεονέκτημα

Επιπλέον παράγοντες, όπως ευέλικτοι τρόποι εξόφλησης σε νόμισμα πέραν του δολαρίου καθώς και εναλλακτικές ναυτιλιακές και ασφαλιστικές λύσεις, αυξάνουν ακόμα περισσότερο την ελκυστικότητα του ρωσικού πετρελαίου για χώρες όπως η Ινδία. Όμως, η πίεση που ασκεί η διοίκηση Τραμπ στο Νέο Δελχί καθιστά πλέον το ρωσικό πετρέλαιο λιγότερο συμφέρουσα επιλογή για τον Μόντι, με αποτέλεσμα ο Ινδός πρωθυπουργός να αναγκαστεί να την εγκαταλείψει, όπως προσβλέπει ο Τραμπ.

Η τιμή του αργού Brent έπεσε από τα 101 δολάρια τον Φεβρουάριο του 2022 στα 61 δολάρια στις 20 Οκτωβρίου, παρότι σημείωσε μικρή άνοδο μετά την ανακοίνωση των κυρώσεων κατά της Rosneft και της Lukoil.

Η Μπερζελότου αποδίδει την πτώση των τιμών στην αυξημένη παγκόσμια παραγωγή από χώρες του OPEC+ όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στην άνοδο της αμερικανικής παραγωγής σχιστολιθικού πετρελαίου και στην ενίσχυση της παραγωγής από μη μέλη του OPEC, όπως η Βραζιλία, η Νορβηγία και η Γουιάνα.

Παράλληλα, η κάμψη της ζήτησης λόγω υποτονικών ρυθμών ανάπτυξης στην Κίνα, την Ινδία και την ΕΕ, μαζί με την ταχύτερη υιοθέτηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, συνέβαλαν στη μείωση.

Το αποτέλεσμα ήταν η Ρωσική Ομοσπονδία να βρεθεί με δημοσιονομικό έλλειμμα 60 δισ. δολαρίων στο πρώτο επτάμηνο του 2025.

Ωστόσο, η Μόσχα έχει καταφέρει να διαμορφώσει άξονες εμπορικής συνεργασίας με χώρες όπως το Ιράν και η Βόρεια Κορέα, οι οποίες επίσης βρίσκονται υπό κυρώσεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Παράλληλα, η Κίνα έχει ενισχύσει τους δεσμούς της με τη Ρωσία τα τελευταία χρόνια, με κοινό παρονομαστή την αντιπαλότητα προς τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο Μόντι συμμετείχε, μαζί με τη Ρωσία και την Κίνα, στη Σύνοδο του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης από τις 31 Αυγούστου έως την 1η Σεπτεμβρίου στο Τιαντζίν. Ωστόσο, η επίδειξη αλληλεγγύης της Ινδίας προς τον Πούτιν και τον Σι Τζινπίνγκ φαίνεται να κάμπτεται υπό το βάρος των αμερικανικών κυρώσεων.

Στις 27 Αυγούστου, ο Τραμπ όρισε πρόσθετο δασμό 25% στις εισαγωγές αγαθών από την Ινδία, ανεβάζοντας το συνολικό ποσοστό στο 50%, ως αντίποινα για τις αγορές ρωσικού πετρελαίου εκ μέρους του Νέου Δελχί.

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ (δ) και ο πρωθυπουργός της Ινδίας Ναρέντρα Μόντι (α), στον Λευκό Οίκο. Ουάσιγκτον, 13 Φεβρουαρίου 2025. (Andrew Harnik/Getty Images)

 

Ο εκπρόσωπος της Dallas δήλωσε: «Η Ρωσία είχε στήσει ένα πολύπλοκο δίκτυο παράκαμψης των κυρώσεων, χρησιμοποιώντας μεσάζοντες οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία του κόσμου». Ταυτόχρονα, όμως, παρά τα δισεκατομμύρια που αποφέρουν οι εξαγωγές πετρελαίου, το Κρεμλίνο συνεχίζει να βάζει χέρι στα αποθεματικά του, δείχνοντας ότι οι κυρώσεις όντως πλήττουν τη ρωσική οικονομία, συμπληρώνει.

Το Ταμείο Εθνικού Πλούτου της Ρωσίας, που λειτουργεί ως ταμείο στήριξης του κρατικού συνταξιοδοτικού συστήματος, διέθετε ρευστά αποθεματικά 113,5 δισ. δολαρίων στις αρχές του 2022, ποσό που αντιστοιχούσε στο 7,3% του ΑΕΠ.

Ωστόσο, τα αποθεματικά αυτά μειώνονταν κατά 1,7 δισ. δολάρια τον μήνα. Το ανεξάρτητο ρωσικό πρακτορείο Interfax μετέδωσε τον Αύγουστο ότι το ύψος του ταμείου είχε πέσει στα 48,3 δισ. δολάρια — κάτι που αντιστοιχεί μόλις στο 1,8% του ΑΕΠ.

Ο εκπρόσωπος της Dallas προειδοποίησε ότι, με τους τρέχοντες ρυθμούς δαπανών, τα ρευστά αποθέματα μπορεί να εξαντληθούν μέχρι τα τέλη του 2026, γεγονός που ίσως εξηγεί γιατί το Κρεμλίνο ανακοίνωσε πρόσφατα αύξηση του ΦΠΑ από 20% σε 22% για το επόμενο έτος.

Ωστόσο, δεν υπάρχουν μέχρι τώρα ενδείξεις ότι η οικονομική πίεση έχει αναγκάσει τον Πούτιν να αναθεωρήσει τη στρατηγική του.

Η Meta και το TikTok παραβίασαν τους κανόνες διαφάνειας της ΕΕ, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε στις 2 Οκτωβρίου ότι οι εταιρείες Meta και TikTok παραβίασαν τους κανόνες διαφάνειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως προβλέπει ο Νόμος για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Services Act – DSA), που ρυθμίζει το περιεχόμενο στο διαδίκτυο εντός της ΕΕ.

Τα ευρήματα αυτά είναι προκαταρκτικά και αποτελούν μέρος της συνεχιζόμενης έρευνας της Επιτροπής για τις δύο πλατφόρμες, η οποία εξετάζει και άλλες πιθανές παραβάσεις.

Σύμφωνα με τα πρώτα συμπεράσματα, το TikTok και οι πλατφόρμες της Meta, δηλαδή το Facebook και το Instagram, δεν παρείχαν στους ερευνητές επαρκή πρόσβαση στα δημόσια δεδομένα. Η Επιτροπή σημείωσε ότι αυτή η έλλειψη διαφάνειας οδηγεί συχνά σε μερικά ή αναξιόπιστα στοιχεία, γεγονός που δυσχεραίνει την ακαδημαϊκή έρευνα —όπως, για παράδειγμα, τη διερεύνηση του κατά πόσον οι χρήστες, συμπεριλαμβανομένων των ανηλίκων, εκτίθενται σε παράνομο ή επιβλαβές περιεχόμενο.

Η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι το Facebook και το Instagram παραβίασαν την υποχρέωσή τους να παρέχουν απλούς τρόπους αναφοράς παράνομου περιεχομένου, όπως υλικού σχετικού με τρομοκρατία ή σεξουαλική κακοποίηση παιδιών.

Στα προκαταρκτικά ευρήματα επισημαίνεται ότι η Meta είχε θέσει περιττά βήματα στους μηχανισμούς αναφοράς περιεχομένου και χρησιμοποιούσε «σκοτεινά μοτίβα» ή «παραπλανητικά σχέδια διασύνδεσης». Η Επιτροπή εξήγησε ότι τέτοιες πρακτικές μπορεί να προκαλέσουν σύγχυση ή να αποθαρρύνουν τους χρήστες, καθιστώντας έτσι αναποτελεσματικούς τους μηχανισμούς αναφοράς και αφαίρεσης παράνομου περιεχομένου.

Επιπλέον, η Επιτροπή κατηγόρησε τις πλατφόρμες ότι δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους να επιτρέπουν στους χρήστες να αμφισβητούν αποτελεσματικά αποφάσεις απαγόρευσης λογαριασμών ή διαγραφής περιεχομένου.

Η αντιπρόεδρος της Επιτροπής για την τεχνολογική κυριαρχία, την ασφάλεια και τη δημοκρατία, Χέννα Βίρκουνεν (Henna Virkkunen), δήλωσε ότι οι τεχνολογικές πλατφόρμες οφείλουν να ενδυναμώνουν τους χρήστες, να σέβονται τα δικαιώματά τους και να επιτρέπουν τον έλεγχο των συστημάτων τους. Τόνισε επίσης ότι η ΕΕ διασφαλίζει την υπευθυνότητα των πλατφορμών έναντι των χρηστών και της κοινωνίας, όπως προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Πιθανές κυρώσεις

Η Επιτροπή ανέφερε ότι η αμερικανική εταιρεία Meta και το TikTok της κινεζικής εταιρείας ByteDance έχουν το δικαίωμα να εξετάσουν τα ευρήματα, να υποβάλουν απάντηση και να λάβουν διορθωτικά μέτρα.

Η ΕΕ διευκρίνισε ότι τα προκαταρκτικά συμπεράσματα «δεν προδικάζουν το αποτέλεσμα της έρευνας». Ωστόσο, αν επιβεβαιωθούν οι παραβάσεις, η ΕΕ μπορεί να επιβάλει πρόστιμο έως και 6 τοις εκατό του συνολικού παγκόσμιου τζίρου των δύο εταιρειών.

Ο εκπρόσωπος της Meta, Μπεν Ουόλτερς (Ben Walters), δήλωσε ότι η εταιρεία διαφωνεί με τα ευρήματα και θα συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ για τη συμμόρφωση. Επεσήμανε ότι από τότε που τέθηκε σε ισχύ ο DSA, η Meta έχει πραγματοποιήσει αλλαγές στους μηχανισμούς αναφοράς περιεχομένου, στις διαδικασίες προσφυγής και στα εργαλεία πρόσβασης δεδομένων, εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι οι λύσεις αυτές ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.

Εκπρόσωπος του TikTok ανέφερε ότι η εταιρεία θα εξετάσει τα προκαταρκτικά ευρήματα, επισημαίνοντας όμως ότι οι απαιτήσεις για χαλάρωση των μέτρων προστασίας δεδομένων φέρνουν τον DSA σε άμεση σύγκρουση με τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (GDPR).

Το λογότυπο του TikTok έξω από τα γραφεία της κινεζικής εταιρείας στο Κάλβερ Σίτι της Καλιφόρνια, 4 Απριλίου 2025. (Robyn Beck/AFP μέσω Getty Images)

 

Ο ίδιος πρόσθεσε ότι αν είναι αδύνατο να υπάρξει πλήρης συμμόρφωση και με τους δύο κανονισμούς, οι ρυθμιστικές αρχές πρέπει να παράσχουν σαφή καθοδήγηση για το πώς θα πρέπει να εναρμονιστούν οι υποχρεώσεις αυτές.

Ανησυχίες για την ελευθερία του λόγου

Ο DSA αποτελεί το ψηφιακό νομικό πλαίσιο της ΕΕ που επιβάλλει αυστηρές απαιτήσεις στις τεχνολογικές εταιρείες. Στόχος του, όπως εξήγησε η Επιτροπή, είναι «η αποτροπή παράνομων και επιβλαβών δραστηριοτήτων στο διαδίκτυο και η καταπολέμηση της παραπληροφόρησης».

Η νομοθεσία έχει δεχθεί επικρίσεις από την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς αξιωματούχοι έχουν υποστηρίξει ότι οι κανονισμοί της ΕΕ περιορίζουν την ελευθερία του λόγου.

Ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών (FCC), Μπρένταν Καρ (Brendan Carr), είχε δηλώσει στις 3 Μαρτίου ότι η προσέγγιση του DSA είναι «ασύμβατη τόσο με την παράδοση ελευθερίας του λόγου στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και με τη δέσμευση των τεχνολογικών εταιρειών στην ποικιλία απόψεων».

Τον Φεβρουάριο, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζ. Ντ. Βανς επέκρινε επίσης τον DSA σε σύνοδο κορυφής για την τεχνητή νοημοσύνη στο Παρίσι, λέγοντας ότι είναι άλλο πράγμα να αποτρέπεται ένας επιτήδειος από το να παρενοχλεί ένα παιδί στο διαδίκτυο και εντελώς διαφορετικό να εμποδίζεται ένας ενήλικας να έχει πρόσβαση σε μια άποψη που η κυβέρνηση θεωρεί παραπληροφόρηση.

Ο εκπρόσωπος της ΕΕ για τα ψηφιακά θέματα, Τόμας Ρενιέ (Thomas Regnier), απέρριψε τις κατηγορίες ότι ο DSA αποτελεί εργαλείο διαδικτυακής λογοκρισίας. Σε ανάρτησή του στις 24 Οκτωβρίου στο LinkedIn, έγραψε ότι «όταν κατηγορούμαστε για λογοκρισία, αποδεικνύουμε ότι ο DSA κάνει το αντίθετο — προστατεύει την ελευθερία του λόγου και επιτρέπει στους πολίτες της ΕΕ να αντιδρούν απέναντι στις μονομερείς αποφάσεις λογοκρισίας των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών».

Της Victoria Friedman

Με τη συμβολή των Owen Evans και Etienne Fauchaire και με πληροφορίες από Associated Press και Reuters