Σάββατο, 09 Μαΐ, 2026

Η διοίκηση Τραμπ απαγορεύει στο Χάρβαρντ να δέχεται ξένους φοιτητές

Το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας (DHS) ανακάλεσε την πιστοποίηση του προγράμματος φοίτησης αλλοδαπών του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, ανακοίνωσε η υπουργός Κρίστι Νόεμ στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X, στις 22 Μαΐου.

Η απόφαση απαγορεύει στο Χάρβαρντ να εγγράφει διεθνείς φοιτητές μέσω του Προγράμματος Φοιτητών και Επισκεπτών Ανταλλαγής.

«Αυτή η διοίκηση θεωρεί το Χάρβαρντ υπεύθυνο για την υποκίνηση βίας και αντισημιτισμού και για συντονισμό με το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας στην πανεπιστημιούπολή του», έγραψε η Νόεμ.

«Είναι προνόμιο, όχι δικαίωμα, για τα πανεπιστήμια να εγγράφουν ξένους φοιτητές και να επωφελούνται από τα υψηλότερα δίδακτρα για να βοηθήσουν στην ενίσχυση των κληροδοτημάτων τους. Το Χάρβαρντ είχε πολλές ευκαιρίες να κάνει το σωστό. Αρνήθηκε. Έχασαν την πιστοποίηση του Προγράμματος Φοιτητών και Επισκεπτών Ανταλλαγής ως αποτέλεσμα της μη τήρησης του νόμου».

Η δήλωση της Νόεμ ανέφερε ακόμη ότι ένας συνδυασμός παραβάσεων του Χάρβαρντ, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας με το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) και της καλλιέργειας μιας ατμόσφαιρας «φιλοτρομοκρατικής συμπεριφοράς από φοιτητές στην πανεπιστημιούπολή του», οδήγησε σε αυτή την ενέργεια.

Η ανάκληση σημαίνει επίσης ότι οι υπάρχοντες ξένοι φοιτητές πρέπει να μεταγραφούν σε άλλο πανεπιστήμιο ή να χάσουν το νομικό τους καθεστώς, ανέφερε η δήλωση.

«Η ηγεσία του Χάρβαρντ έχει δημιουργήσει ένα μη ασφαλές περιβάλλον πανεπιστημιούπολης, επιτρέποντας σε αντιαμερικανούς, φιλοτρομοκρατικούς ταραχοποιούς να παρενοχλούν και να επιτίθενται σωματικά σε άτομα, συμπεριλαμβανομένων πολλών Εβραίων φοιτητών, και να παρεμποδίζουν με άλλους τρόπους το κάποτε σεβάσμιο μαθησιακό του περιβάλλον», ανέφερε η δήλωση.

«Πολλοί από αυτούς τους ταραχοποιούς είναι ξένοι φοιτητές. Η ηγεσία του Χάρβαρντ διευκόλυνε περαιτέρω και συμμετείχε σε συντονισμένη δραστηριότητα με το ΚΚΚ, συμπεριλαμβανομένης της φιλοξενίας και εκπαίδευσης μελών μιας παραστρατιωτικής ομάδας του ΚΚΚ συνένοχης στη γενοκτονία των Ουιγούρων».

Το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ χαρακτήρισε παράνομη την ενέργεια της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

«Είμαστε πλήρως αφοσιωμένοι στη διατήρηση της δυνατότητας του Χάρβαρντ να φιλοξενεί τους ξένους φοιτητές και ακαδημαϊκούς μας, οι οποίοι προέρχονται από περισσότερες από 140 χώρες και εμπλουτίζουν το Πανεπιστήμιο — και αυτό το έθνος — ανυπολόγιστα», δήλωσε ο εκπρόσωπος του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, Τζέησον Νιούτον, σε email προς την Epoch Times.

«Εργαζόμαστε γρήγορα για να παρέχουμε καθοδήγηση και υποστήριξη στα μέλη της κοινότητάς μας. Αυτά τα αντίποινα απειλούν να προκαλέσουν σοβαρή βλάβη στην κοινότητα του Χάρβαρντ και στη χώρα μας, και υπονομεύουν την ακαδημαϊκή και ερευνητική αποστολή του Χάρβαρντ».

Το υπουργείο Υγείας και Ασφάλειας των ΗΠΑ (DHS) τερμάτισε επιχορηγήσεις ύψους 2,7 εκατομμυρίων δολαρίων προς το Χάρβαρντ, τον Απρίλιο. Η Νόεμ δήλωσε ότι η διοίκηση του πανεπιστημίου αρνήθηκε να παράσχει πληροφορίες σχετικά με την «εγκληματικότητα και την κακή διαγωγή» ξένων φοιτητών στην πανεπιστημιούπολή του, όπως ζητήθηκε από την κυβέρνηση στις 16 Απριλίου.

Η διαμάχη μεταξύ της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και του Χάρβαρντ ξεκίνησε νωρίτερα το 2025, αφότου ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ εξέδωσε εκτελεστικά διατάγματα — επικαλούμενος τον Νόμο περί Πολιτικών Δικαιωμάτων του 1964 — που απαγόρευαν τον αντισημιτισμό στις πανεπιστημιουπόλεις, καθώς και τις πρακτικές ποικιλομορφίας, ισότητας και ένταξης (DEI) στις προσλήψεις, την εκπαίδευση των εργαζομένων, τις εισαγωγές φοιτητών και τη διδασκαλία.

Ο πρόεδρος του Χάρβαρντ, Άλαν Γκάρμπερ, ανακοίνωσε ότι δεν θα συμμορφωθεί, ωθώντας την κυβέρνηση Τραμπ να ‘παγώσει’ περισσότερα από 2,2 δισεκατομμύρια δολάρια σε επιχορηγήσεις και συμβάσεις.

Στη συνέχεια, το Χάρβαρντ υπέβαλε ομοσπονδιακή αγωγή ζητώντας ανατροπή της αναστολής πληρωμών και χαρακτηρισμό των ενεργειών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ως αντισυνταγματικές. Ο Τραμπ απάντησε απειλώντας να ανακαλέσει το καθεστώς φοροαπαλλαγής του πανεπιστημίου, ενώ η υπουργός Παιδείας Λίντα ΜακΜάχον ανακοίνωσε ότι το Χάρβαρντ θα πάψει να λαμβάνει ομοσπονδιακές επιχορηγήσεις, εκτός εάν αλλάξει τη διοίκησή του.

Η εμπλοκή της Νόεμ έχει κλιμακώσει τη σύγκρουση και η κυβέρνηση Τραμπ δημοσιοποιεί τώρα παραδείγματα των φερόμενων πρακτικών DEI του πανεπιστημίου, του αντισημιτισμού και της συνεργασίας του με το ΚΚΚ.

«Οι ερευνητές του Χάρβαρντ συνεργάστηκαν με ακαδημαϊκούς με έδρα την Κίνα σε έργα που χρηματοδοτήθηκαν από έναν Ιρανό κυβερνητικό πράκτορα, και συνεργάστηκαν με κινεζικά πανεπιστήμια που συνδέονται με τον στρατιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένης της έρευνας στον τομέα της αεροδιαστημικής και της οπτικής, χρησιμοποιώντας κεφάλαια του υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ», αναφέρει η δήλωση της Νόεμ.

«Το Χάρβαρντ συνεργάστηκε με άτομα που συνδέονται με την αμυντική-βιομηχανική βάση της Κίνας, συμπεριλαμβανομένης της διεξαγωγής έρευνας ρομποτικής με στρατιωτικές εφαρμογές».

Το Χάρβαρντ υποστηρίζεται σθεναρά από την κοινότητα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με περισσότερους από 600 επικεφαλής κολεγίων και πανεπιστημίων να έχουν υπογράψει επιστολές που υποστηρίζουν την αγωγή του κατά της κυβέρνησης Τραμπ.

Ο Στήβεν Πίνκερ, καθηγητής ψυχολογίας στο Χάρβαρντ, παρείχε πληροφορίες σχετικά με αυτόν τον αγώνα από την οπτική γωνία ενός μόνιμου μέλους ΔΕΠ. Κατηγόρησε την κυβέρνηση Τραμπ ότι υιοθετεί μια αυταρχική προσέγγιση, αλλά είπε επίσης ότι το επιχείρημα του τερματισμού των πρακτικών DEI για τη διασφάλιση της δικαιοσύνης για όλους έχει βάση.

Ενώ ο Πίνκερ διαφωνεί με την προσπάθεια του Τραμπ να επιβάλει την «ποικιλομορφία των απόψεων» στις πανεπιστημιουπόλεις, είπε ότι πιστεύει ότι το Χάρβαρντ θα ωφελούνταν από την ύπαρξη περισσότερων πολιτικά συντηρητικών καθηγητών στα τμήματα πολιτικών επιστημών και κοινωνικών επιστημών, κάτι που θα βοηθούσε επίσης στην προώθηση πιο διεξοδικών προσπαθειών αξιολόγησης ομοτίμων και ελέγχου ποιότητας στην έρευνα.

«Η ιδεολογία είναι σαν την αναπνοή», είπε κατά τη διάρκεια μιας συνομιλίας στις 21 Μαΐου, στην Ακαδημία Heterodox. «Ποτέ δεν μυρίζεις τη δική σου.»

ΗΠΑ: Κυρώσεις σε τέσσερις Κουβανούς δικαστικούς για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Το υπουργείο Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών ανακοίνωσε την επιβολή κυρώσεων σε τέσσερις Κουβανούς δικαστικούς αξιωματούχους, κατηγορώντας τους για σοβαρή παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων λόγω της εμπλοκής τους στην κράτηση πολιτικού αντιφρονούντος το 2020.

Όπως δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, στις 21 Μαΐου, στο πλαίσιο των αμερικανικών προσπαθειών για την προάσπιση των ατομικών ελευθεριών και της δημοκρατίας, οι εν λόγω αξιωματούχοι θα αντιμετωπίζουν περιορισμούς ως προς τη μετακίνηση και τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων στις ΗΠΑ.

Συγκεκριμένα, οι τέσσερις που τίθενται στο στόχαστρο των αμερικανικών κυρώσεων είναι η εισαγγελέας Γιαναΐσα Μάτος Λεγκρά, καθώς και οι δικαστές Γκλάντις Μαρία Πάντρον Κανάλς, Μαρία Ελένα Φορνάρι Κόντε και Χουάν Σόσα Οράμα.

Λόγοι για τις κυρώσεις

Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, το υπουργείο Εξωτερικών αξιολογεί τη σύλληψη και παρατεταμένη κράτηση του πολιτικού αντιφρονούντος ως «κατάφωρη παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων». Παρότι δεν δημοσιοποιήθηκαν λεπτομέρειες για το συγκεκριμένο περιστατικό, παραπέμπεται σε ευρύτερες ανησυχίες που αφορούν τη δικαστική ανεξαρτησία και την καταστολή της ελευθερίας της έκφρασης στην Κούβα.

Στην τοποθέτησή του, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο τόνισε: «Η επιβολή κυρώσεων σε όσους εμπλέκονται σε σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί σταθερή προτεραιότητα για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Υποστηρίζουμε τον κουβανικό λαό στον αγώνα του για ελευθερία».

Αντιδράσεις και πολιτικό πλαίσιο

Οι κυρώσεις εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής έναντι της Κούβας, όπου η κυβέρνηση των ΗΠΑ καταγγέλλει επανειλημμένως περιστατικά παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και περιορισμού των δημοκρατικών ελευθεριών.

Η κυβέρνηση της Κούβας έχει επανειλημμένα απορρίψει τέτοιους ισχυρισμούς, υπογραμμίζοντας ότι οι δικαστικές διαδικασίες διεξάγονται «βάσει των εθνικών νόμων» και κατηγορώντας τις ΗΠΑ για επεμβατική πολιτική. «Οι αμερικανικές κυρώσεις αποτελούν μέρος συνεχιζόμενης προσπάθειας υπονόμευσης της κυριαρχίας και της εσωτερικής σταθερότητας της Κούβας», έχουν υποστηρίξει σε παλαιότερες ανακοινώσεις Κουβανοί αξιωματούχοι.

Η επιβολή των νέων κυρώσεων αναμένεται να επιτείνει την ένταση στις διμερείς σχέσεις ΗΠΑ-Κούβας, τη στιγμή που το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη νησιωτική χώρα παραμένει αντικείμενο παρακολούθησης από διεθνείς οργανισμούς και μη κυβερνητικές οργανώσεις. Παραμένει άγνωστο πώς θα αντιδράσει περαιτέρω η Αβάνα, καθώς και κατά πόσο θα επηρεάσουν τα μέτρα αυτά τις εσωτερικές εξελίξεις στη χώρα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιβάλει επανειλημμένως στο παρελθόν στοχευμένες κυρώσεις κατά Κουβανών αξιωματούχων, στο πλαίσιο προσπαθειών να προωθηθεί ο σεβασμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και πολιτικών ελευθεριών στη χώρα.

Οι Σινο-αμερικανοί στο «μάτι» του εμπορικού πολέμου: ανασφάλεια και αλλαγές στις μικρές επιχειρήσεις

Η αβεβαιότητα και η ανησυχία κυριαρχούν στη σινο-αμερικανική κοινότητα των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου «σφίγγει τη θηλιά» γύρω από τις μικρές, συνήθως οικογενειακές, επιχειρήσεις τους. Η ραγδαία άνοδος των δασμών προκαλεί τριγμούς σε μαγαζιά που επί χρόνια στηρίζονται σε εισαγωγές από την Κίνα, αναγκάζοντας πολλούς να επαναξιολογήσουν τις επιλογές τους: κάποιοι παλεύουν να επιβιώσουν από τις αυξήσεις τιμών, άλλοι ψάχνουν εναλλακτικές αγορές στην Ασία, ενώ δεν λείπουν και εκείνοι που σκέφτονται, με βαριά καρδιά, να βάλουν λουκέτο.

«Πολλές επιχειρήσεις καταρρέουν. Είναι τεράστιο το πλήγμα», αποκαλύπτει η Κέητυ, ιδιοκτήτρια μικρού καταστήματος. Το παράπονό της αποτελεί αντανάκλαση μιας συνολικής αγωνίας στη γειτονιά των Σινο-αμερικανών: Οι συνεχείς αλλαγές στη φορολογία των εισαγωγών έκαναν την επιβίωση εξαιρετικά δύσκολη.

Από τη στιγμή που ανέλαβε τα ηνία της αμερικανικής προεδρίας ο Ντόναλντ Τραμπ, επιβλήθηκε σειρά δασμών επί των κινεζικών προϊόντων, στέλνοντας στα ύψη τις τιμές εισαγωγών στη χώρα. Τον περασμένο Απρίλιο, οι δασμοί έφτασαν στο αστρονομικό 145%. Σε απάντηση, η Κίνα επέβαλε δασμούς 125% στα αμερικανικά προϊόντα, με αποτέλεσμα ένα σκηνικό εμπορικού αποκλεισμού που έστειλε τις μικρές επιχειρήσεις να «σαλπάρουν» σε αχαρτογράφητα νερά.

Μέσα σε μερικές εβδομάδες, οι δύο χώρες συμφώνησαν σε μία εκεχειρία 90 ημερών· ωστόσο, τα βασικά μέτρα παρέμειναν, με τον ελάχιστο δασμό να ανέρχεται στο 30%. Για τους περισσότερους μικρομεσαίους επιχειρηματίες, αυτό το ποσοστό εξακολουθεί να είναι απαγορευτικό.

Το ερώτημα που πλανάται πλέον είναι αν η κινεζική παροικία θα καταφέρει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Κάποιοι εξετάζουν τη μεταφορά της εφοδιαστικής αλυσίδας τους σε άλλες ασιατικές χώρες, όπως το Βιετνάμ ή η Ταϊλάνδη. Όμως το κόστος, η ποιότητα και η συνέπεια των νέων προμηθευτών παραμένουν αβέβαιες.

Όλα αυτά διαμορφώνουν μια ζοφερή πραγματικότητα για εκατοντάδες μικρές επιχειρήσεις: ένα τοπίο γεμάτο αγωνία, ανατροπές και αβεβαιότητα, όπου και η παραμικρή επιχειρηματική απόφαση μπορεί να κρίνει το μέλλον όλης της οικογένειας.

Τι γνωρίζουμε για δολοφονική επίθεση σε βάρος δύο υπαλλήλων της ισραηλινής πρεσβείας στην Ουάσιγκτον

Δύο υπάλληλοι της ισραηλινής πρεσβείας στις Ηνωμένες Πολιτείες δολοφονήθηκαν το βράδυ της Τρίτης, 21 Μαΐου, στην Ουάσιγκτον, κατά την αποχώρησή τους από εκδήλωση που φιλοξενήθηκε σε εβραϊκό μουσείο της πόλης. Το περιστατικό σημειώθηκε λίγο μετά τις 21:00 τοπική ώρα, προκαλώντας σοκ στην τοπική κοινότητα, ενώ οι ομοσπονδιακές αρχές διερευνούν την υπόθεση ως πιθανή «τρομοκρατική ενέργεια».

Τα θύματα ταυτοποιήθηκαν, σύμφωνα με τον ισραηλινό υπουργό Εξωτερικών Γκιντεόν Σαάρ, ως ο Γιάρον Λισίνσκυ, βοηθός ερευνητής στην πρεσβεία, και η Σάρα Μίλγκριμ, υπεύθυνη σχεδιασμού αποστολών και επισκέψεων του Ισραήλ. Όπως αναφέρει ο ισραηλινός πρέσβης στις ΗΠΑ, Γεχιέλ Λάιτερ, οι δυο τους ήταν αρραβωνιασμένοι και επρόκειτο να παντρευτούν την επόμενη εβδομάδα στην Ιερουσαλήμ. Η αστυνομία της Ουάσιγκτον ανακοίνωσε τη σύλληψη ενός υπόπτου, χωρίς να δοθούν στη δημοσιότητα τα στοιχεία ή τα πιθανά κίνητρα.

Η έρευνα των αρχών

Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ερευνών (FBI) δήλωσε ότι προσεγγίζει το περιστατικό ως πιθανό «τρομοκρατικό χτύπημα». Υπηρεσίες ασφαλείας των ΗΠΑ και τοπικά σώματα ασφαλείας συνεργάζονται στενά ώστε να διερευνηθούν τα αίτια και οι τυχόν διασυνδέσεις του υπόπτου, ο οποίος έχει ήδη τεθεί υπό κράτηση. «Λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη μας κάθε ενδεχόμενο τρομοκρατικής ενέργειας, ειδικά όταν εμπλέκονται διπλωματικοί υπάλληλοι σε ξένο έδαφος», ανέφερε εκπρόσωπος του FBI.

Η χρονική στιγμή της επίθεσης και η τοποθεσία του συμβάντος εντείνουν τις ανησυχίες στις αστυνομικές αρχές, καθώς επιλέχθηκε μια περίοδος αυξημένης έντασης που αφορά τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και σε περιστατικά αντισημιτικής βίας στην αμερικανική επικράτεια τα τελευταία χρόνια.

Αντιδράσεις από τον Ισραήλ και τις ΗΠΑ

Ο υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ, Γκιντεόν Σαάρ, καταδίκασε με σφοδρότητα τη δολοφονική επίθεση, ζητώντας άμεση και πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης και προστασία της διπλωματικής αποστολής του Ισραήλ στην Ουάσιγκτον. Ο πρέσβης του Ισραήλ στις ΗΠΑ, Γεχιέλ Λάιτερ, εξέφρασε συλλυπητήρια στις οικογένειες των θυμάτων, σημειώνοντας ότι «η ανείπωτη αυτή τραγωδία συνέβη λίγες μόλις μέρες πριν από τον γάμο τους στην Ιερουσαλήμ».

Από πλευράς ΗΠΑ, το υπουργείο Εξωτερικών διαβεβαίωσε πως έχει ήδη κινητοποιήσει όλα τα απαραίτητα μέσα για την προστασία των ξένων διπλωματικών αντιπροσωπειών και πως οι αρχές παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις.

Πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο

Το τραγικό περιστατικό έρχεται εν μέσω αυξημένων εντάσεων στις διμερείς σχέσεις Ισραήλ–Ηνωμένων Πολιτειών, με τις ΗΠΑ να έχουν καταστήσει σαφές πως θα εντείνουν τα μέτρα προστασίας των διπλωματών. Παράλληλα, η αμερικανική κοινωνία αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια αυξανόμενα περιστατικά στοχευμένης βίας με πολιτικά, θρησκευτικά ή φυλετικά κίνητρα, θέτοντας περαιτέρω το ζήτημα της ασφάλειας ξένων αποστολών σε πρώτο πλάνο.

Επιπτώσεις για το διπλωματικό σώμα και το αίσθημα ασφάλειας

Η δολοφονία δύο μελών πρεσβείας σε αμερικανικό έδαφος δημιουργεί σοβαρές ανησυχίες για το επίπεδο προστασίας που μπορούν να απολαμβάνουν διπλωμάτες και υπάλληλοι ξένων κρατών στην Ουάσιγκτον. Το γεγονός ότι οι αρχές εξετάζουν την υπόθεση ως τρομοκρατική επίθεση υπογραμμίζει τους επαυξημένους κινδύνους που συνδέονται με τη γεωπολιτική συγκυρία. Η ταχύτητα αντίδρασης των αμερικανικών αρχών αλλά και η διαφάνεια στην επικοινωνία τους με το Ισραήλ και τη διεθνή κοινότητα θα αποτελέσουν κρίσιμους παράγοντες για την αποτροπή περαιτέρω επεισοδίων και τη διασφάλιση της εμπιστοσύνης στις διμερείς σχέσεις.

Η υπόθεση αυτή αναμένεται να επηρεάσει τόσο την ασφάλεια διπλωματικών υπηρεσιών όσο και το δημόσιο αίσθημα για τη συνολική ασφάλεια στη χώρα, ειδικά υπό το πρίσμα της ανόδου της ρητορικής μίσους και των επιθέσεων με θρησκευτικό ή εθνοτικό υπόβαθρο.

Συμπέρασμα

Καθώς η έρευνα για τη διπλή δολοφονία βρίσκεται σε εξέλιξη και τα κίνητρα του δράστη παραμένουν ακόμα αδιευκρίνιστα, η τραγική αυτή υπόθεση υπενθυμίζει τη διαρκή πρόκληση προστασίας διπλωματών και το προσωπικού τους διεθνώς, καθώς και την αναγκαιότητα αποτελεσματικής αντιμετώπισης φαινομένων στοχευμένης βίας. Η κοινή δράση των αμερικανικών και ισραηλινών αρχών αναμένεται να ρίξει φως στα αίτια του περιστατικού και να ενισχύσει τα μέτρα ασφάλειας για την αποτροπή αντίστοιχων εγκλημάτων στο μέλλον.

Το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ δέχεται αεροπλάνο από το Κατάρ για χρήση ως Air Force One

Το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ απέκτησε τελικώς το αεροσκάφος από το Κατάρ, που προορίζεται να γίνει το νέο Air Force One, δήλωσαν αξιωματούχοι στις 21 Μαΐου.

«Ο υπουργός Άμυνας δέχτηκε ένα Boeing 747 από το Κατάρ, σύμφωνα με όλους τους ομοσπονδιακούς κανόνες και κανονισμούς», δήλωσε ο Σον Παρνέλ, επικεφαλής εκπρόσωπος του Πενταγώνου, στην Epoch Times μέσω email. «Το υπουργείο Άμυνας θα εργαστεί για να διασφαλίσει ότι λαμβάνονται υπ’ όψιν τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας και οι απαιτήσεις λειτουργικής αποστολής για ένα αεροσκάφος που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών.»

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ σύναψε μια σειρά συμφωνιών με το Κατάρ κατά την επίσκεψή του εκεί νωρίτερα αυτόν τον μήνα. Έχει δηλώσει ότι το αεροπλάνο που πρόκειται να γίνει το νέο Air Force One ήταν ένα δώρο.

Ορισμένοι νομοθέτες έχουν επικρίνει την απόφαση αποδοχής ενός αεροπλάνου από ξένο έθνος.

«Το Air Force One φιλοξενεί μερικές από τις πιο ευαίσθητες συζητήσεις στην κυβέρνησή μας. Αυτό το τζετ ενέχει τον κίνδυνο ξένης παρακολούθησης και επιρροής στο υψηλότερο επίπεδο της κυβέρνησής μας, για να μην αναφέρουμε την ορθότητα της αποδοχής του», έγραψε ο βουλευτής Τζάρεντ Γκόλντεν (Δ-Μέιν) στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X.

Δημοκρατικοί νομοθέτες έχουν καταθέσει πολλά νομοσχέδια που θα απαγορεύουν τη χρήση ξένων αεροσκαφών ως Air Force One. Οι Ρεπουμπλικανοί ελέγχουν επί του παρόντος και τα δύο σώματα του Κογκρέσου.

Ο Τρόυ Μέινκ, γραμματέας της Πολεμικής Αεροπορίας, δήλωσε σε επιτροπή της Γερουσίας την Τρίτη ότι θα χρειαστούν «σημαντικές τροποποιήσεις» για τη μετατροπή οποιουδήποτε πολιτικού αεροσκάφους σε Air Force One.

«Με βάση τις οδηγίες του υπουργού, έχουμε λάβει θέση και εξετάζουμε τώρα τι θα χρειαστεί για το συγκεκριμένο αεροσκάφος», είπε στη γερουσιαστή Τάμμυ Ντάκγουορθ (Δ-Ιλινόι).

Η Ντάκγουορθ δήλωσε ότι ανησυχεί για οποιαδήποτε πίεση μπορεί να νιώσουν οι στρατιωτικοί αξιωματούχοι για να κάνουν περικοπές για να μετατρέψουν γρήγορα το αεροπλάνο.

Ο Μέινκ δήλωσε επίσης στους γερουσιαστές ότι δεν γνώριζε καμία αλλαγή στις απαιτήσεις του προγράμματος Air Force One.

«Θα διασφαλίσουμε ότι θα κάνουμε ό,τι είναι απαραίτητο για να διασφαλίσουμε την ασφάλεια του αεροσκάφους», είπε.

Η Boeing, αμερικανική κατασκευαστική εταιρεία, έχει συμβόλαιο για την παραγωγή ενός νέου Air Force One, αλλά αξιωματούχος της Πολεμικής Αεροπορίας δήλωσε στις 8 Μαΐου ότι η εταιρεία έχει καθυστερήσει τρία χρόνια σε σχέση με το χρονοδιάγραμμα και επί του παρόντος δεν αναμένεται να ολοκληρωθεί η παράδοση πριν από το 2027. Η Boeing δεν έχει απαντήσει σε αιτήματα για σχόλια.

Τα αεροπλάνα που χρησιμοποιούνται τώρα ως Air Force One κατασκευάστηκαν από την Boeing, στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Πέντε σημεία της συνάντησης Τραμπ-Ραμαφόσα

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ — Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στις 21 Μαΐου αντιμετώπισε τον Νοτιοαφρικανό πρόεδρο Σύριλ Ραμαφόσα με ισχυρισμούς για μαζική βία κατά των Αφρικανών, προκαλώντας αντιδράσεις από τον Αφρικανό ηγέτη.

Η συνάντηση στο Οβάλ Γραφείο πραγματοποιήθηκε εν μέσω αυξημένων εντάσεων μεταξύ των δύο χωρών για το θέμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δέχτηκαν πρόσφατα την πρώτη ομάδα λευκών Νοτιοαφρικανών στους οποίους χορηγήθηκε καθεστώς πρόσφυγα.

Ακολουθούν πέντε βασικές σημεία από τη συνάντηση, που διήρκεσε περίπου μία ώρα.

«Σβήστε τα φώτα»

Μια τεταμένη στιγμή κατά τη διάρκεια της συνάντησης σημειώθηκε όταν ο Τραμπ παρουσίασε βίντεο που δείχνουν στοιχεία για τη «γενοκτονία των λευκών Αφρικανών» στη Νότια Αφρική, αφού ο Ραμαφόσα είχε απορρίψει τους ισχυρισμούς, αρνούμενος ότι λάμβαναν χώρα τέτοιες δολοφονίες.

Σε μια δραματική σκηνή, ο Τραμπ είπε: «Χαμηλώστε τα φώτα. Χαμηλώστε τα φώτα», πριν παίξει ένα βίντεο.

Το βίντεο, διάρκειας αρκετών λεπτών, έδειχνε πλήθη σε συγκεντρώσεις να ζητούν την εκτέλεση λευκών αγροτών, ακολουθούμενα από σκηνές «χώρων ταφής λευκών αγροτών», όπως είπε ο Τραμπ, στη Νότια Αφρική.

«Αυτοί είναι χώροι ταφής εδώ. Τάφοι άνω των 1.000 λευκών αγροτών», είπε ο Τραμπ, μιλώντας πάνω από το βίντεο.

«Κάθε ένα από αυτά τα λευκά πράγματα που βλέπετε είναι ένας σταυρός», είπε, δείχνοντας την οθόνη.

«Αυτά τα αυτοκίνητα δεν κινούνται», συνέχισε ο Τραμπ, αναφερόμενος στα αυτοκίνητα που ήταν παραταγμένα στον χώρο ταφής. «Σταμάτησαν εκεί για να αποτίσουν φόρο τιμής στο μέλος της οικογένειάς τους που σκοτώθηκε, και είναι ένα τρομερό θέαμα. Δεν έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο.»

Ένα βίντεο παίζει καθώς ο Πρόεδρος της Νότιας Αφρικής Σύριλ Ραμαφόσα συναντάται με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στο Οβάλ Γραφείο στις 21 Μαΐου 2025. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε εν μέσω εντάσεων σχετικά με την επανεγκατάσταση λευκών Αφρικανών από την Ουάσινγκτον, τους οποίους ο Τραμπ έχει χαρακτηρίσει θύματα γενοκτονίας. Jim Watson/AFP μέσω Getty Images

 

Καθώς έπαιζε το βίντεο, ο Ραμαφόσα κοίταξε αλλού.

«Θα ήθελα να μάθω πού βρίσκεται αυτό, γιατί δεν το έχω ξαναδεί», είπε.

«Είναι στη Νότια Αφρική», απάντησε ο Τραμπ.

Η στοίβα άρθρων του Τραμπ

Καθώς τελείωνε το βίντεο, ένας Νοτιοαφρικανός δημοσιογράφος ρώτησε τον Τραμπ τι θα ήθελε να κάνει ο Ραμαφόσα σχετικά με τις βίαιες επιθέσεις εναντίον λευκών αγροτών.

«Δεν ξέρω», απάντησε ο Τραμπ, πριν συνεχίσει την παρουσίασή του με μια στοίβα άρθρων ειδήσεων που περιέγραφαν περαιτέρω βίαιες επιθέσεις εναντίον λευκών στη Νότια Αφρική.

«Αυτά είναι άρθρα των τελευταίων ημερών. Θάνατος ανθρώπων, θάνατος, θάνατος, θάνατος, φρικτός θάνατος, θάνατος», είπε ο Τραμπ καθώς ξεφύλλιζε τις εκτυπώσεις. «Δεν ξέρω. Διαλέξτε οποιαδήποτε: ‘Οι λευκοί Νοτιοαφρικανοί φεύγουν λόγω της βίας και των ρατσιστικών νόμων’».

Καθώς ξεφύλλιζε τα έντυπα, ο Τραμπ επέπληξε έναν δημοσιογράφο που προσπάθησε να απομακρύνει τη συζήτηση για τη βία στη Νότια Αφρική, θέτοντας μια ερώτηση σχετικά με την προσφορά του Κατάρ ενός Boeing 747-8 προς υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ για να χρησιμοποιηθεί προσωρινά ως νέο Air Force One.

Στις 7 Φεβρουαρίου, ο Τραμπ εξέδωσε εκτελεστικό διάταγμα που ανέστειλε κάθε εξωτερική βοήθεια των ΗΠΑ προς τη Νότια Αφρική. Το διάταγμα ανέφερε επίσης ότι η κυβέρνηση Τραμπ θα προωθούσε την επανεγκατάσταση των «Νοτιοαφρικανών προσφύγων που διαφεύγουν από τις φυλετικές διακρίσεις που χρηματοδοτούνται από την κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένης της δήμευσης περιουσίας που βασίζεται σε φυλετικές διακρίσεις» στη Νότια Αφρική.

Στις 12 Μαΐου, σχεδόν 60 λευκοί Νοτιοαφρικανοί έφτασαν στις Ηνωμένες Πολιτείες ως η πρώτη ομάδα που έλαβε άσυλο στο πλαίσιο του προγράμματος επανεγκατάστασης του προέδρου.

Μέλη του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Νότιας Αφρικής και των Νοτιοαφρικανικών Συνδικάτων τραγουδούν και χορεύουν περιμένοντας την άφιξη του πρώην πρέσβη της Νότιας Αφρικής στις Ηνωμένες Πολιτείες, Εμπραχίμ Ρασούλ, στο Διεθνές Αεροδρόμιο του Κέιπ Τάουν. Νότια Αφρική, 23 Μαρτίου 2025. (Gianluigi Guercia/AFP μέσω Getty Images)

 

Ξεσπάει καβγάς

Κατά τη διάρκεια της τεταμένης ανταλλαγής, ο Ραμαφόσα απέρριψε τους ισχυρισμούς του Τραμπ για «γενοκτονία των Αφρικάνερ», δηλώνοντας ότι η ρητορική στο βίντεο δεν αντανακλούσε την επίσημη κυβερνητική πολιτική.

«Έχουμε μια πολυκομματική δημοκρατία στη Νότια Αφρική, που επιτρέπει στους ανθρώπους να εκφράζονται», είπε.

Ο Τραμπ διέκοψε: «Αλλά τους επιτρέπετε να πάρουν γη».

Ο Ραμαφόσα το αρνήθηκε, δηλώνοντας: «Κανείς δεν μπορεί να πάρει τη γη».

«Παίρνουν τη γη, σκοτώνουν τους λευκούς αγρότες κι όταν σκοτώνουν τους λευκούς αγρότες, δεν τους συμβαίνει τίποτα», επέμεινε ο Τραμπ.

Ο Ραμαφόσα αναγνώρισε ότι η εγκληματική βία αποτελεί σοβαρό πρόβλημα στη χώρα του, αλλά αρνήθηκε ότι ισοδυναμεί με γενοκτονία που στοχεύει τους λευκούς. Σημείωσε ότι τα θύματα βίαιων εγκλημάτων είναι στην συντριπτική τους πλειοψηφία μαύροι.

Είπε στον Τραμπ ότι θα ήθελε να συζητήσει αυτά τα ζητήματα «πολύ ήρεμα» κεκλεισμένων των θυρών.

Ο Ραμαφόσα αλλάζει θέμα

Ενώ ο Τραμπ επέκρινε τον δημοσιογράφο που παρέκκλινε από το θέμα της βίας στη Νότια Αφρική, ο Ραμαφόσα αστειεύτηκε: «Λυπάμαι που δεν έχω αεροπλάνο να σου δώσω».

«Μακάρι να το είχες», απάντησε ο Τραμπ, προκαλώντας τα γέλια του Νοτιοαφρικανού προέδρου.

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ παραδίδει έγγραφα στον πρόεδρο της Νότιας Αφρικής Σύριλ Ραμαφόσα κατά τη διάρκεια συνάντησης στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου, στις 21 Μαΐου 2025. (Jim Watson/AFP μέσω Getty Images)

 

Καθώς ο Ραμαφόσα και ο Τραμπ επικεντρώθηκαν ξανά στη βία στη Νότια Αφρική, ο Ραμαφόσα είπε ότι ήθελε να αντιμετωπίσει τις ανησυχίες του Τραμπ με μια συνεργατική προσέγγιση. Σημείωσε ότι η Νότια Αφρική έχει δείξει ενδιαφέρον για κάποια αμερικανική τεχνολογία για την καταπολέμηση του εγκλήματος.

«Υπάρχει υποστήριξη που μπορούμε να λάβουμε από εσάς και τις Ηνωμένες Πολιτείες για να μας βοηθήσετε να αντιμετωπίσουμε όλες αυτές τις εγκληματικές πράξεις — αυτό πιστεύω ότι είναι το ζητούμενο της συνεργασίας — και είμαστε εδώ ως εταίρος ώστε να μπορούμε να βοηθάμε ο ένας τον άλλον», είπε ο Ραμαφόσα.

Αντιπροσωπεία της Νότιας Αφρικής

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Ραμαφόσα προσπάθησε να δείξει ότι έφερε μια συμπεριληπτική αντιπροσωπεία στη συνάντηση του Λευκού Οίκου. Μεταξύ των εξεχόντων προσωπικοτήτων ήταν ο δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας Γιόχαν Ρούπερτ και οι εξέχοντες παίκτες γκολφ Έρνι Ελς ​​και Ρέτιφ Γκούσεν.

Ο Τραμπ τους χαιρέτησε θερμά, αποκαλώντας τον Ρούπερτ «φίλο μου» και «έναν από τους σπουδαιότερους επιχειρηματίες της Νότιας Αφρικής».

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο Ραμαφόσα παρουσίασε επίσης τον υπουργό Γεωργίας του, Τζον Στινχούιζεν, σημειώνοντας ότι είναι λευκός και εντάχθηκε στο υπουργικό του συμβούλιο από ένα κόμμα της αντιπολίτευσης.

Ο Νοτιοαφρικανός επιχειρηματίας Γιόχαν Ρούπερτ (α) μιλάει κατά τη διάρκεια συνάντησης μεταξύ του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και του Νοτιοαφρικανού προέδρου Σύριλ Ραμαφόζα στο Οβάλ Γραφείο, στις 21 Μαΐου 2025. Οι σχέσεις ΗΠΑ-Νότιας Αφρικής έχουν επιδεινωθεί από τότε που ο Τραμπ εξέδωσε εκτελεστικό διάταγμα τον Φεβρουάριο που ανέστειλε κάθε ξένη βοήθεια των ΗΠΑ προς τη χώρα και απέλασε τον πρέσβη της Νότιας Αφρικής, Εμπραχίμ Ρασούλ. (Chip Somodevilla/Getty Images)

 

Ο Στινχούιζεν δήλωσε ότι η πλειοψηφία των αγροτών θέλει να παραμείνει στη Νότια Αφρική. Είπε ότι οι επιθέσεις σε αγροκτήματα και οι κλοπές ζώων είναι πηγή ανησυχίας και ότι συνεργάζεται με αστυνομικούς και δικαστικούς αξιωματούχους για να θέσει ως προτεραιότητα την αντιμετώπισή τους.

«Θέλω να πω το εξής: Τα δύο άτομα σε αυτό το βίντεο που είδατε είναι και τα δύο ηγέτες κομμάτων της αντιπολίτευσης στη Νότια Αφρική», είπε, προσθέτοντας ότι ένωσε τις δυνάμεις του με το κόμμα του Ραμαφόσα «για να κρατήσει αυτούς τους ανθρώπους μακριά από την εξουσία».

Μετά τη συνάντησή τους κεκλεισμένων των θυρών, ο Ραμαφόσα είπε ότι οι συνομιλίες «πήγαν πολύ καλά».

Όταν ρωτήθηκε αν ο Τραμπ άκουσε τις ανησυχίες του, ο Ραμαφόσα απάντησε: «Ναι, τις άκουσε».

Δύο μέλη της ισραηλινής πρεσβείας σκοτώθηκαν σε ένοπλη επίθεση στην Ουάσιγκτον – Εξετάζεται ως ομοσπονδιακό έγκλημα μίσους

Τραγική κατάληξη είχε η επίθεση εναντίον δύο μελών της ισραηλινής πρεσβείας στην Ουάσινγκτον, που δέχθηκαν πυρά την Τρίτη (21/5) έξω από το Εβραϊκό Μουσείο της αμερικανικής πρωτεύουσας.

Σύμφωνα με την επικεφαλής της Μητροπολιτικής Αστυνομίας, Παμέλα Σμιθ, ο δράστης πλησίασε μια ομάδα τεσσάρων ατόμων στη συμβολή των οδών 3rd και F και άνοιξε πυρ. Τα θύματα, ένας άνδρας και μια γυναίκα, έχασαν τη ζωή τους, ενώ οι ταυτότητές τους δεν έχουν ακόμη δοθεί στη δημοσιότητα.

Τα θύματα ήταν ένα νεαρό ζευγάρι που επρόκειτο να αρραβωνιαστεί, σύμφωνα με τον Ισραηλινό Πρέσβη στις ΗΠΑ, Γεχιέλ Λάιτερ. Ο ίδιος ανέφερε ότι ο άνδρας είχε αγοράσει δαχτυλίδι αυτή την εβδομάδα με σκοπό να κάνει πρόταση γάμου την επόμενη εβδομάδα στην Ιερουσαλήμ.

Οι ταυτότητές τους δεν έχουν ακόμη αποκαλυφθεί.

Ο δράστης, που ταυτοποιήθηκε ως ο 30χρονος Ελίας Ροντρίγκεζ από το Σικάγο, είχε εθεαθεί να περιφέρεται έξω από το μουσείο πριν από την επίθεση. Μετά τους πυροβολισμούς, εισήλθε στο κτίριο όπου και συνελήφθη από το προσωπικό ασφαλείας, ενώ φώναζε επανειλημμένα «Ελευθερία στην Παλαιστίνη». Σύμφωνα με την αστυνομία, δεν είχε προηγούμενο ποινικό μητρώο.

«Τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι πρόκειται για στοχευμένη επίθεση», δήλωσε ο αναπληρωτής διευθυντής του FBI, Νταν Μπονγκίνο.

Έντονες αντιδράσεις

Η υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας, Κρίστι Νόεμ, καταδίκασε την επίθεση και δεσμεύτηκε ότι «ο διεστραμμένος δράστης θα οδηγηθεί στη δικαιοσύνη».

Ο πρέσβης του Ισραήλ στον ΟΗΕ, Ντάνι Ντανόν, χαρακτήρισε το περιστατικό «αποτρόπαιη πράξη αντισημιτικής τρομοκρατίας», τονίζοντας πως «η επίθεση στην εβραϊκή κοινότητα συνιστά υπέρβαση κόκκινης γραμμής».

«Αυτές οι φρικτές δολοφονίες, που προφανώς υποκινούνται από αντισημιτισμό, πρέπει να σταματήσουν ΤΩΡΑ! Το μίσος και ο εξτρεμισμός δεν έχουν θέση στις ΗΠΑ», ανέφερε σε ανάρτησή του ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ.

Συντετριμμένος δήλωσε ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτσογκ: «Πρόκειται για αποτρόπαια πράξη μίσους και αντισημιτισμού. Οι σκέψεις μας είναι με τις οικογένειες των θυμάτων και το προσωπικό της πρεσβείας. Αμερική και Ισραήλ θα παραμείνουμε ενωμένοι στην υπεράσπιση των λαών και των κοινών μας αξιών».

Η επίθεση σημειώνεται εν μέσω της κλιμάκωσης των επιχειρήσεων του Ισραήλ στη Λωρίδα της Γάζας για την απόκτηση «επιχειρησιακού ελέγχου» σε περισσότερες περιοχές. Η σύρραξη ξεκίνησε με την εισβολή της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023, όταν η τρομοκρατική οργάνωση σκότωσε 1.200 ανθρώπους και πήρε περίπου 250 ομήρους. Έκτοτε, σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας της Γάζας που ελέγχεται από τη Χαμάς, έχουν σκοτωθεί πάνω από 52.800 Παλαιστίνιοι, πολλοί από τους οποίους γυναίκες και παιδιά.

Η διοίκηση Τραμπ προσφεύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο για τον περιορισμό της δικαστικής έρευνας σχετικά με το DOGE

Η διοίκηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ υπέβαλε την Τετάρτη επείγουσα προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, ζητώντας την αναστολή της διαδικασίας συλλογής αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο αγωγής για την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με το Department of Government Efficiency (DOGE).

Η αίτηση της κυβέρνησης επιδιώκει να αναιρέσει απόφαση κατώτερου δικαστηρίου, η οποία επέτρεπε, περιορισμένα, τη δικαστική έρευνα ως προς το εάν το DOGE μπορεί να θεωρηθεί κρατικός φορέας. Η υπόθεση προέκυψε μετά από προσφυγή της οργάνωσης Citizens for Responsibility and Ethics in Washington (CREW) κατά της ομοσπονδιακής διοίκησης και του DOGE.

Ο ρόλος του DOGE και οι θέσεις των δύο πλευρών

Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται η φύση και ο ρόλος του DOGE. Σύμφωνα με το σκεπτικό της κυβέρνησης, το Department of Government Efficiency λειτουργεί ως «συμβουλευτικό όργανο» εντός του εκτελεστικού κλάδου και «δεν συνιστά κυβερνητικό οργανισμό» κατά τη συνταγματική και θεσμική ερμηνεία. Ο γενικός εισαγγελέας Ντ. Τζον Σάουερ ανέφερε χαρακτηριστικά πως «το DOGE λειτουργεί ως συμβουλευτικό όργανο στην εκτελεστική εξουσία και δεν αποτελεί οργανισμό».

Αντίθετα, η οργάνωση CREW υποστηρίζει ότι η δομή και η λειτουργία του DOGE παραπέμπουν σε καθεστώς τυπικής κυβερνητικής υπηρεσίας· συνεπώς, θα έπρεπε να υπόκειται σε διαφάνεια και λογοδοσία, μεταξύ άλλων και με το άνοιγμα των σχετικών αρχείων στην κοινή γνώμη.

Το κατώτερο ομοσπονδιακό δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα επιχειρήματα των διαδίκων, επέτρεψε περιορισμένη δικαστική διερεύνηση προκειμένου να διακριβωθεί το θεσμικό καθεστώς του DOGE. Πάντως, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ακόμη και αυτή η διερεύνηση υπερβαίνει τα όρια των προβλεπόμενων αρμοδιοτήτων και διακυβεύει τη διακριτική ευχέρεια της εκτελεστικής εξουσίας.

Συνταγματικές προεκτάσεις και πολιτικές επιπτώσεις

Η υπόθεση αγγίζει ευρύτερα συνταγματικά ζητήματα που σχετίζονται με τη διάκριση των εξουσιών και τον καθορισμό του τι συνιστά διοικητικό όργανο της ομόσπονδης κυβέρνησης των ΗΠΑ. Εάν το Ανώτατο Δικαστήριο δεχθεί το αίτημα της διοίκησης Τραμπ, θα ανασταλεί προσωρινά η συλλογή στοιχείων για το DOGE μέχρι την τελική δικαστική κρίση.

Η αντιπαράθεση αυτή έρχεται σε μία περίοδο όπου ζητήματα διαφάνειας στη δημόσια διοίκηση και δημόσιος έλεγχος παραμένουν στον πυρήνα του πολιτικού διαλόγου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκπρόσωποι του Δημοκρατικού Κόμματος έχουν πολλές φορές επισημάνει τη σημασία της διαφάνειας στα κυβερνητικά όργανα, ενώ από την πλευρά των Ρεπουμπλικάνων τονίζεται η προστασία της εκτελεστικής διακριτικής ευχέρειας και ο περιορισμός των εξωτερικών παρεμβάσεων στον εκτελεστικό βραχίονα.

Στο επόμενο διάστημα, το Ανώτατο Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί τόσο ως προς το αίτημα αναστολής όσο και, σε βάθος χρόνου, ως προς τον ορισμό και τα όρια των κυβερνητικών οργάνων στις ΗΠΑ.

Ιστορικό και επόμενα βήματα

Η υπόθεση αναδύθηκε στη δημόσια σφαίρα έπειτα από νομική προσφυγή της CREW, που είναι γνωστή για τις παρεμβάσεις της σε ζητήματα ηθικής και χρηστής διακυβέρνησης στην Ουάσιγκτον. Οι εξελίξεις αναμένονται με ενδιαφέρον, καθώς θα αποτελέσουν ενδεικτικό προηγούμενο για την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία και τα μέσα δικαστικού ελέγχου.

Ρόμπερτ Κέννεντυ Τζ.: Η επιρροή της Κίνας στον ΠΟΥ κατά την πανδημία ήταν βασικός λόγος της αποχώρησης των ΗΠΑ

Ο υπουργός Υγείας Ρόμπερτ Φ. Κέννεντυ Τζ. απευθυνόμενος προς τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) στις 20 Μαΐου, υποστηρίξε ότι η πολιτική εμπλοκή του οργανισμού—και συγκεκριμένα η «αδικαιολόγητη επιρροή» του κινεζικού κομμουνιστικού καθεστώτος κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19—αποτελεί βασικό λόγο για την απόφαση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες από τον οργανισμό.

Σε βίντεο, ο Κέννεντυ ανέφερε ότι, μετατρεπόμενος σε «εργαλείο της πολιτικής», ο ΠΟΥ απομακρύνθηκε από την αποστολή του για την προάσπιση της υγείας και της υγειονομικής ασφάλειας. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό έγινε ιδιαίτερα εμφανές κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όταν ο ΠΟΥ—υπό πίεση από την Κίνα—παρέλειψε να δημοσιοποιήσει κρίσιμες πληροφορίες σε καίριες χρονικές στιγμές.

Ο Κέννεντυ σημείωσε ότι το κινεζικό καθεστώς δεν έχει αναγνωρίσει πως η πανδημία ξεκίνησε από την Κίνα, ενώ πρόσφατα έδωσε στη δημοσιότητα έκθεση που υποστηρίζει ότι η προέλευση του ιού εντοπίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Υποστήριξε, επίσης, ότι το Πεκίνο συγκάλυψε το ξέσπασμα της επιδημίας το 2019, γεγονός που οδήγησε σε καθυστέρηση της παγκόσμιας αντίδρασης. Έγγραφα που δημοσιεύθηκαν το 2024 από επιτροπή του αμερικανικού Κογκρέσου αποκάλυψαν ότι ερευνητής με έδρα την Κίνα είχε χαρτογραφήσει τη γενετική ακολουθία του ιού SARS-CoV-2 δύο εβδομάδες προτού κοινοποιηθεί διεθνώς.

Ο Κέννεντυ άσκησε κριτική στον ΠΟΥ για το ότι δεν προχώρησε σε αξιολόγηση και διόρθωση των ανεπαρκειών που παρουσιάστηκαν κατά την πανδημία. Όπως ανέφερε, η παγκόσμια συνεργασία στον τομέα της υγείας παραμένει κρίσιμη προτεραιότητα τόσο για τον ίδιο όσο και για τον πρόεδρο Τραμπ, ωστόσο, κατά την εκτίμησή του, δεν λειτουργεί αποτελεσματικά υπό την παρούσα μορφή του ΠΟΥ. Τόνισε ότι ο οργανισμός δεν έχει ακόμη αναγνωρίσει τις αποτυχίες του στη διαχείριση της κρίσης, πολλώ δε μάλλον να προβεί σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις.

Ο υπουργός Υγείας χαρακτήρισε τη Συμφωνία για τις Πανδημίες, την οποία ενέκρινε η Γενική Συνέλευση του ΠΟΥ στις 20 Μαΐου, ως ένα μέσο που «εμπεδώνει τις δυσλειτουργίες» της αντίδρασης του οργανισμού το 2020. Η συμφωνία προβλέπει διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούν τα κράτη-μέλη για την πρόληψη και την αντιμετώπιση πανδημιών, μεταξύ άλλων σε θέματα προγραμμάτων πρόληψης, ρόλου των παρασκευαστών εμβολίων και εκστρατειών ενημέρωσης του κοινού. Κριτική ασκήθηκε από ορισμένους που θεωρούν ότι το σύμφωνο παρέχει υπερβολικές εξουσίες στον ΠΟΥ εις βάρος της εθνικής κυριαρχίας, ενώ κάποια άρθρα του εκτιμάται ότι αγγίζουν τα όρια της παρακολούθησης των πολιτών.

Ο Τζέι Μπατατσάρια, νυν διευθυντής των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ, είχε προηγουμένως εκφράσει ανησυχίες ότι μια τέτοια συμφωνία ενδέχεται να υπερκεράσει την εθνική κυριαρχία και να επιταχύνει την εφαρμογή αυταρχικών πολιτικών.

Στις 20 Μαΐου, ο Κέννεντυ απηύθυνε έκκληση για «συστημική μεταρρύθμιση» του ΠΟΥ και για μια «νέα εποχή συνεργασίας» μεταξύ των υπουργών Υγείας παγκοσμίως. Παρότρυνε τους αρμόδιους αξιωματούχους και τον ίδιο τον ΠΟΥ να εκλάβουν την αποχώρηση των ΗΠΑ ως προειδοποιητικό μήνυμα. Επανέλαβε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν καλύψει το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης του οργανισμού τα τελευταία 25 χρόνια και εξέφρασε την επιθυμία του να δει τον ΠΟΥ να επαναπροσανατολίζεται στην παγκόσμια υγεία με τρόπο που να είναι «δίκαιος, αποτελεσματικός και διαφανής» για όλα τα κράτη-μέλη.

Ο προϋπολογισμός του ΠΟΥ

Η απόσυρση των ΗΠΑ δημιουργεί χρηματοδοτικό κενό στον ΠΟΥ. Στις 19 Μαΐου, ο γενικός διευθυντής του οργανισμού, Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους, παρουσίασε στους εκπροσώπους των κρατών-μελών το αίτημα για προϋπολογισμό ύψους 2,1 δισ. δολαρίων ετησίως, δηλώνοντας ότι το ποσό είναι περιορισμένο σε σχέση με την έκταση και τη σημασία της αποστολής του οργανισμού, ο οποίος δραστηριοποιείται σε 150 χώρες.

Ο Γκεμπρεγέσους ανέφερε ότι ο συνολικός προϋπολογισμός των 4,2 δισ. δολαρίων για την περίοδο 2026–2027 είναι αισθητά μειωμένος σε σύγκριση με τον εγκεκριμένο προϋπολογισμό των 6,83 δισ. δολαρίων για τα έτη 2024–2025. Υπογράμμισε ότι το ποσό των 2,1 δισ. αντιστοιχεί στις παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες κάθε οκτώ ώρες, είναι ίσο με την αξία ενός βομβαρδιστικού stealth και αποτελεί το ένα τέταρτο των ετήσιων διαφημιστικών δαπανών της καπνοβιομηχανίας—σε προϊόντα που, όπως επεσήμανε, προκαλούν θανάτους. Καταλήγοντας, σχολίασε ότι «κάποιος φαίνεται να έχει αλλάξει τις τιμές σε ό,τι έχει πραγματική αξία στον κόσμο μας».

Στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης, ο αντιπρόεδρος της Κίνας, Λίου Γκουοτζόνγκ, δήλωσε στη Γενεύη ότι η χώρα του θα προσφέρει επιπλέον 500 εκατομμύρια δολάρια στον ΠΟΥ για την επόμενη πενταετία.

Της Catherine Yang

Με πληροφορίες από Associated Press και Reuters

Ο Μπάιντεν υποβλήθηκε τελευταία φορά σε έλεγχο για καρκίνο του προστάτη το 2014, σύμφωνα με το γραφείο του

Ο τελευταίος γνωστός έλεγχος του προέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν για καρκίνο του προστάτη έγινε το 2014, ενώ ήταν ακόμη αντιπρόεδρος κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Ομπάμα, ανέφερε το γραφείο του σε ανακοίνωσή του.

«Πριν από την Παρασκευή, ο Πρόεδρος Μπάιντεν δεν είχε ποτέ διαγνωστεί με καρκίνο του προστάτη», ανέφερε το γραφείο του πρώην προέδρου.

Η δήλωση διευκρίνισε ότι ο Μπάιντεν, 82 ετών, δεν είχε υποβληθεί σε εξέταση αίματος PSA — η οποία μπορεί να ανιχνεύσει σημάδια καρκίνου του προστάτη — για πάνω από μια δεκαετία, σύμφωνα με τις ιατρικές συμβουλές ελέγχου για την πάθηση σε ενήλικες ηλικίας 70 ετών και άνω.

Στις 18 Μαΐου, το προσωπικό γραφείο του Μπάιντεν ανακοίνωσε ότι είχε διαγνωστεί με μια «επιθετική μορφή» καρκίνου του προστάτη που είχε κάνει μετάσταση στα οστά — υποδεικνύοντας καρκίνο σε προχωρημένο στάδιο. Σύμφωνα με τη δήλωση, αυτή η μορφή καρκίνου ήταν «ευαίσθητη στις ορμόνες», γεγονός που καθιστούσε ευκολότερη τη διαχείριση της πάθησης.

Οι καρκίνοι του προστάτη βαθμολογούνται ως προς την επιθετικότητα με βάση αυτό που είναι γνωστό ως βαθμολογία Gleason, η οποία κυμαίνεται από 6 έως 10, με το 10 να είναι η πιο επιθετική. Το γραφείο του Μπάιντεν δήλωσε ότι η βαθμολογία του ήταν εννέα.

Η είδηση ​​​​άμεσα έθεσε ερωτήματα μεταξύ ορισμένων σχετικά με το πώς ο καρκίνος δεν είχε διαγνωστεί για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα στον ογδοντάχρονο, ο οποίος λάμβανε ετήσιους ελέγχους ενώ βρισκόταν στο Οβάλ Γραφείο.

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στις 19 Μαΐου, η γραμματέας Τύπου του Λευκού Οίκου Κάρολαϊν Λέβιτ ρωτήθηκε εάν η διάγνωση του Μπάιντεν εγείρει ανησυχίες σχετικά με την ικανότητα των γιατρών του Λευκού Οίκου, με έναν δημοσιογράφο να υπονοεί ότι μπορεί να «έχασαν τα πρώιμα στάδια» του καρκίνου του προστάτη του Μπάιντεν.

«Όχι όσον αφορά τον Πρόεδρο Τραμπ», δήλωσε η Λέβιτ σε απάντηση. «Ο γιατρός του Λευκού Οίκου που έχουμε εδώ είναι εκπληκτικός και η ομάδα των γιατρών που φροντίζουν τον πρόεδρο, ιδιαίτερα στο Ιατρικό Κέντρο Walter Reed, είναι εξαιρετική».

Στην πρώτη του δημόσια δήλωση για το θέμα, ο Μπάιντεν, του οποίου ο γιος Μπο Μπάιντεν πέθανε από όγκο στον εγκέφαλο το 2015, έγραψε σε μια ανάρτηση στο X με μια φωτογραφία του εαυτού του και της συζύγου του Τζιλ Μπάιντεν: «Ο καρκίνος μας αγγίζει όλους. Όπως τόσοι πολλοί από εσάς, έτσι και εγώ και η Τζιλ μάθαμε ότι είμαστε πιο δυνατοί στα σπασμένα σημεία. Σας ευχαριστούμε που μας στηρίζετε με αγάπη και υποστήριξη».

Έλαβε θύελλα υποστήριξης τόσο από Ρεπουμπλικάνους όσο και από Δημοκρατικούς.

Η πρώην αντιπρόεδρος Καμάλα Χάρις δήλωσε σε μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι αυτή και ο σύζυγός της κρατούν τον Μπάιντεν και την οικογένειά του στις «καρδιές και τις προσευχές» τους.
«Ξέρω ότι θα αντιμετωπίσει αυτή την πρόκληση με την ίδια δύναμη, ανθεκτικότητα και αισιοδοξία που πάντα καθόριζαν τη ζωή και την ηγεσία του. Ελπίζουμε για πλήρη και ταχεία ανάρρωση», έγραψε.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έστειλε επίσης γρήγορα τις ευχές του στον πρώην αντίπαλό του για την προεδρία, λέγοντας σε μια ανάρτηση στο Truth Social: «Η Μελάνια και εγώ είμαστε λυπημένοι που ακούσαμε για την πρόσφατη ιατρική διάγνωση του Τζο Μπάιντεν. Εκφράζουμε τις θερμότερες και καλύτερες ευχές μας στην Τζιλ και την οικογένειά του και ευχόμαστε στον Τζο γρήγορη και επιτυχημένη ανάρρωση».