Τετάρτη, 15 Απρ, 2026

Η ολισθηρή κατηφόρα της ευθανασίας στον Καναδά: Άσκηση πίεσης να συμπεριληφθούν και τα μωρά

Σχολιασμός

Οι περισσότεροι Καναδοί διαφωνούν έντονα με την ιδέα της ευθανασίας για μωρά. Το γνωρίζουμε αυτό, επειδή κάθε φορά που το θέμα επανέρχεται, η αντίδραση της κοινής γνώμης είναι μία· άμεση φρίκη. Γιατί, λοιπόν, το θέμα επανέρχεται συνεχώς;

Το ζήτημα εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 2022, όταν ο Λουί Ρουά, από το Κολλέγιο Ιατρών του Κεμπέκ (Quebec College of Physicians – CMQ), εμφανίστηκε ενώπιον της Ειδικής Μικτής Επιτροπής του Κοινοβουλίου για την ιατρική βοήθεια στον θάνατο. Η επιτροπή εξέταζε σχέδια για την επέκταση της ιατρικής βοήθειας στον θάνατο πέρα από την τελική νόσο, ώστε να καλύπτει περιπτώσεις ψυχικής νόσου, καθώς και για να επιτρέπονται προγενέστερα αιτήματα και να συμπεριλαμβάνονται ανήλικοι με επαρκή ωριμότητα. Όμως η υποστήριξη του Ρουά προχώρησε ακόμα παρακάτω. Υπέδειξε επίσης ότι η ιατρική βοήθεια στον θάνατο θα μπορούσε να εξεταστεί για «μωρά από τη γέννηση έως την ηλικία του ενός έτους» που γεννιούνται με σοβαρές δυσμορφίες ή αναπηρίες.

Η αντίδραση του κοινού ήταν άμεσα ένα σοκ. Στο CBC Radio, η τότε ομοσπονδιακή υπουργός αρμόδια για τα θέματα αναπηρίας, Κάρλα Κουόλτροου, αντέδρασε έντονα, λέγοντας ότι δεν υπάρχει περίπτωση να το αποδεχτεί. Η αντίδραση ήταν τόσο αρνητική, ώστε ακόμη και ακτιβιστές υπέρ της ζωής θεώρησαν ότι πρόκειται για ζήτημα χωρίς συνέχεια.

Τον περασμένο Σεπτέμβριο, ωστόσο, αρκετές διεθνείς δημοσιογραφικές ιστορίες για το καναδικό πρόγραμμα ιατρικής βοήθειας στον θάνατο αναζωπύρωσαν τη συζήτηση για την ευθανασία βρεφών. Ένα εκτενές αφιέρωμα στο περιοδικό The Atlantic, με τίτλο Canada is Killing Itself  («Ο Καναδάς αυτοκτονεί»), συνέκρινε την πρόταση του Ρουά για ευθανασία βρεφών με τις πολιτικές της ναζιστικής Γερμανίας—ένα επιχείρημα που προκάλεσε άμεση οργή σε ομάδες πίεσης υπέρ της ιατρικής βοήθειας στον θάνατο. Εν συνεχεία, η βρετανική εφημερίδα Daily Mail ζήτησε από το CMQ ενημέρωση για τη θέση του και ενημερώθηκε ότι ο οργανισμός πλέον πιστεύει πως η ιατρική βοήθεια στον θάνατο μπορεί να αποτελεί κατάλληλη αντιμετώπιση για μωρά που υποφέρουν από ακραίο πόνο και ότι οι γονείς θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λάβουν αυτή τη φροντίδα για το βρέφος τους.

Είναι σαφές ότι το θέμα δεν έχει εξαφανιστεί.

Από τότε που νομιμοποιήθηκε το 2016, περισσότεροι από 76.000 Καναδοί έχουν πεθάνει μέσω ιατρικής βοήθειας στον θάνατο. Μόνο το 2024, ήταν υπεύθυνη για 16.499 θανάτους, αριθμός που αντιστοιχεί σε πάνω από το 5% όλων των θανάτων πανεθνικά και είναι αυξημένος κατά σχεδόν 7% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ο λόγος αυτής της αύξησης είναι ότι αυτό που αρχικά είχε παρουσιαστεί στους Καναδούς ως μια αυστηρά περιορισμένη επιλογή για το τέλος της ζωής των τελικώς ασθενών, πλέον περιλαμβάνει πολύ ευρύτερο φάσμα επιλογών, συμπεριλαμβανομένης της Track 2 («Διαδρομής 2»), για την οποία δεν απαιτείται πλέον ο επικείμενος θάνατος.

Με αυτό το υπόβαθρο, η ιατρική βοήθεια στον θάνατο για βρέφη δεν μπορεί να θεωρηθεί μεμονωμένη εξαίρεση. Είναι ακόμη ένα βήμα στην ολισθηρή κατηφόρα για την οποία πολλοί επικριτές προειδοποιούσαν ήδη από το 2016.

Όπως σημείωνε το άρθρο του The Atlantic, η Ολλανδία είναι σήμερα μοναδική μεταξύ των δυτικών χωρών ως προς το ότι επιτρέπει στους γιατρούς να θανατώνουν νεογέννητα που κρίνονται ότι βρίσκονται σε «απελπιστική και αφόρητη οδύνη». Ωστόσο, ορισμένοι Ολλανδοί ειδικοί της ηθικής επισημαίνουν ότι, επειδή τα μωρά δεν μπορούν να περιγράψουν τον πόνο, οι γιατροί πρέπει να συναγάγουν το επίπεδο της οδύνης τους, κάτι που είναι προφανώς ανακριβές και εξαιρετικά υποκειμενικό.

Όσο για τον ιστορικό παραλληλισμό που εξόργισε τόσο τους υποστηρικτές της ιατρικής βοήθειας στον θάνατο, είναι απολύτως ακριβής. Το πρώτο οργανωμένο κρατικό πρόγραμμα ευθανασίας για ανάπηρα βρέφη δημιουργήθηκε από τη ναζιστική Γερμανία το 1939. Εκείνη τη χρονιά, ο Αδόλφος Χίτλερ ενέκρινε τη θανάτωση ενός και μόνο σοβαρά ανάπηρου βρέφους, κατόπιν αιτήματος του πατέρα του. Αυτή η μία υπόθεση «θανάτωσης από οίκτο» τελικά μεταστάθηκε στο διαβόητο πρόγραμμα Aktion T4, το οποίο ήταν υπεύθυνο για τη δολοφονία περίπου 250.000 ανάπηρων παιδιών και ενηλίκων έως το 1945. Ο δημιουργός του Aktion T4, ο προσωπικός γιατρός του Χίτλερ Καρλ Μπραντ, εκτελέστηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η ιατρική βοήθεια στον θάνατο για βρέφη διαφέρει κατηγορηματικά από όλες τις άλλες μορφές επίσημα εγκεκριμένης ευθανασίας. Σε κάθε άλλο παράδειγμα αυτής της πολιτικής, τόσο στα ισχύοντα όσο και στα προτεινόμενα, είναι δυνατόν να ερωτηθεί ο ασθενής αν συναινεί οικειοθελώς στη διαδικασία. Ένα μωρό δεν μπορεί να συναινέσει στον τερματισμό της ίδιας του της ζωής. Αντ’ αυτού, η οδύνη πρέπει να υποτεθεί. Είναι επίσης πιθανό ότι η γονική δυσφορία ή η προσδοκία μελλοντικών βαρών θα μπορούσαν να επηρεάσουν την τελική απόφαση.

Όταν πιέζεται με ερωτήσεις, το CMQ έχει δηλώσει ότι η ιατρική βοήθεια στον θάνατο «δεν είναι ζήτημα πολιτικής, ηθικής ή θρησκείας, αλλά μάλλον ιατρικό ζήτημα». Αυτό είναι ξεκάθαρα λανθασμένο. Ο τερματισμός της ζωής ενός ανάπηρου παιδιού, ανεξάρτητα από το επίπεδο της οδύνης του, είναι αναμφίβολα ζήτημα ηθικής και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο.

Όσο για το γιατί η ιατρική βοήθεια στον θάνατο αποδείχθηκε τόσο επίμονη στον Καναδά, είναι αναγκαίο να κατανοηθεί ο σχεδόν ιεραποστολικός ζήλος των υποστηρικτών της. Ενδεικτικά είναι τα σχόλια του Τζόναθαν Ρέγκλερ, συνταξιούχου οικογενειακού γιατρού από το νησί Βανκούβερ και ενεργού παρόχου ιατρικής βοήθειας στον θάνατο, στο άρθρο του The Atlantic. Παρότι αναγνώριζε ότι αισθάνεται στιγμές δυσφορίας όταν διενεργεί υποθέσεις «Track 2», εξηγούσε ότι μπορεί να παραμερίζει τα ηθικά διλήμματα, επειδή, όπως έλεγε, μόλις αποδεχτεί κανείς ότι η ζωή δεν είναι ιερή και [ότι δεν είναι] κάτι που μπορεί να αφαιρεθεί μόνο από τον Θεό —μια ύπαρξη στην οποία ο ίδιος δεν πιστεύει— τότε κάποιοι, κατά την άποψή του, πρέπει να προχωρήσουν και να πουν ότι θα το κάνουν.

Αυτή ακριβώς η νοοτροπία «θα το κάνουμε» του καναδικού κινήματος υπέρ της ιατρικής βοήθειας στον θάνατο —που αντιμετωπίζει τη ζωή ως κάτι θεμελιωδώς μη ιερό και ανάξιο προστασίας— εξηγεί την ανάπτυξη της πρακτικής έως σήμερα και απειλεί να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή μελλοντικών αθώων μωρών. Εκτός κι αν οι Καναδοί ξυπνήσουν από τον λήθαργό τους και πουν επιτέλους: «Όχι. Μην το κάνετε».

Της Anna Farrow

Η Άννα Φάροου υπηρέτησε επί δέκα χρόνια ως διευθύντρια μη κερδοσκοπικού οργανισμού που εκπροσωπεί τους αγγλόφωνους Καθολικούς στο Κεμπέκ. Έχει γράψει για τα First Things, Catholic World Report και The Catholic Register. Η αρχική, πλήρης εκδοχή αυτού του άρθρου δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο C2Cjournal.ca.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στη συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Μια Ευρώπη υπό αναταραχή: Ισχύς, καινοτομία και συνεργασίες

Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα σε μια οριακή πολιτική και κοινωνική κατάσταση, όπου οι βεβαιότητες του παρελθόντος κλονίζονται. Οι κοινωνίες της ηπείρου εμφανίζουν έντονη πίεση για επιστροφή στην εθνική κυριαρχία και την πολιτισμική τους ταυτότητα, την ίδια στιγμή που η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αμφισβητείται. Παράλληλα, νέες απειλές και γεωπολιτικές προκλήσεις — από τον πόλεμο στα ανατολικά σύνορα έως τον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων — αναδεικνύουν τη σημασία της στρατιωτικής ισχύος και της τεχνολογικής καινοτομίας για την ασφάλεια των κρατών. Μέσα σε αυτή την ασταθή συγκυρία, χώρες όπως η Ελλάδα καλούνται να προσαρμοστούν στρατηγικά, ενισχύοντας την άμυνά τους και αναζητώντας διεθνείς συνεργασίες που θα θωρακίσουν την εθνική τους ασφάλεια. Οι κοινωνικοπολιτικές τάσεις στην Ευρώπη και η πρόσφατη επίσκεψη του Έλληνα υπουργού Άμυνας, Νίκου Δένδια στην Ιαπωνία είναι δύο φαινομενικά άσχετα γεγονότα που έχουν όμως κοινό παρονομαστή: την ανάγκη ενδυνάμωσης της αποτρεπτικής ισχύος και τη στρατηγική προσαρμογή σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο.

Πίεση για εθνική κυριαρχία και πολιτισμική ταυτότητα στην Ευρώπη

Σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη διαμορφώνεται ένα ισχυρό ρεύμα που αξιώνει την ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας και την ανάδειξη της παραδοσιακής πολιτισμικής ταυτότητας. Μετά από δεκαετίες εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και παγκοσμιοποίησης, ένα μέρος των κοινωνιών αντιδρά στον «αποχρωματισμό» — δηλαδή στην απώλεια των ιδιαίτερων εθνικών και θρησκευτικών χαρακτηριστικών τους. Πολίτες και κινήματα σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Σουηδία εκφράζουν δυσαρέσκεια για τις υπερεθνικές αποφάσεις των Βρυξελλών και την εκχώρηση αρμοδιοτήτων σε μια μη εκλεγμένη γραφειοκρατία, όπως συχνά χαρακτηρίζεται το ευρωπαϊκό θεσμικό σύστημα. Βασικό τους αίτημα είναι ο έλεγχος των σημαντικών πολιτικών — από τη μεταναστευτική πολιτική μέχρι τη δημοσιονομική διακυβέρνηση — να επιστρέψει στα εθνικά κράτη, ώστε οι λαοί να διαφυλάξουν την πολιτισμική τους κληρονομιά, τη γλώσσα, τη θρησκεία και το αξιακό τους σύστημα. Αυτή η εθνοκεντρική πίεση αντανακλάται πολιτικά στην άνοδο κομμάτων και ηγετών που υπόσχονται «ανάκτηση της ταυτότητας» και αντίσταση στη συνέχιση της ευρωπαϊκής ενοποίησης με τους σημερινούς όρους.

Την ίδια στιγμή, ένα άλλο τμήμα των ευρωπαϊκών κοινωνιών φαίνεται να έχει αποδεχθεί — ή και υποστηρίζει — το υπερεθνικό στάτους κβο. Οι πολίτες αυτοί έχουν ενσωματωθεί σε μια κοσμοπολίτικη νοοτροπία, δίνοντας μικρότερη έμφαση στις παραδοσιακές εθνικές διαφοροποιήσεις. Κάποιοι αναλυτές περιγράφουν αυτό το φαινόμενο ως «αποχαύνωση» ή αποξένωση από τις παλιές ταυτότητες: οι κοινωνίες αυτές εμφανίζονται πιο παθητικές, λιγότερο πρόθυμες να θυσιάσουν ευκολίες ή να εμπλακούν ενεργά σε εθνικούς στόχους. Για παράδειγμα, η θρησκευτική πίστη — ιδιαίτερα ο συνειδητός χριστιανισμός — έχει εξασθενήσει σε πολλές χώρες, αφαιρώντας ένα παραδοσιακό στοιχείο συνοχής. Η εξέλιξη αυτή συμβαδίζει με μια κουλτούρα ευδαιμονισμού και ατομικισμού που αφήνει σε δεύτερη μοίρα συλλογικές αξίες όπως η πατρίδα ή η θυσία για το κοινό καλό. Έτσι, στην Ευρώπη του 21ου αιώνα διαμορφώνεται μια βαθιά πόλωση: από τη μία, οι υπέρμαχοι της εθνικής ανασυγκρότησης· από την άλλη, οι υποστηρικτές μιας μεταεθνικής, ΄άχρωμης΄ Ευρώπης. Αυτές οι αντικρουόμενες δυναμικές συνυπάρχουν, καθιστώντας το κοινωνικό τοπίο εξαιρετικά σύνθετο.

Στρατιωτική ανασυγκρότηση ή κοινωνική απάθεια; Μια ευρωπαϊκή αντίφαση

Η πόλωση αυτή δεν περιορίζεται σε θεωρητικό ή πολιτισμικό επίπεδο, αλλά έχει απτές συνέπειες στις πολιτικές ασφαλείας. Καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις αυξάνονται — με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον πόλεμο στην Ουκρανία και την αναβίωση της ρωσικής απειλής — τα ευρωπαϊκά κράτη βρίσκονται υπό την πίεση να ενισχύσουν τη στρατιωτική τους ισχύ. Δηλώσεις Ευρωπαίων ηγετών και στρατιωτικών αξιωματούχων τα τελευταία χρόνια φανερώνουν ότι η ήπειρος προετοιμάζεται, έστω και θεωρητικά, για το ενδεχόμενο μιας μεγάλης σύρραξης. Πολλές χώρες δεσμεύονται να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες και υλοποιούν προγράμματα εξοπλισμού σε χρόνο-ρεκόρ, αναγνωρίζοντας ότι η μακρά περίοδος μεταψυχροπολεμικής ειρήνης ίσως φτάνει στο τέλος της. Για παράδειγμα, η Γερμανία — επί δεκαετίες απρόθυμη να επενδύσει στρατιωτικά — ανακοίνωσε ειδικό ταμείο 100 δισ. ευρώ για τις ένοπλες δυνάμεις της, ενώ χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (Πολωνία, Βαλτικές) αυξάνουν θεαματικά τη θητεία και τον εξοπλισμό τους. Αυτές οι κινήσεις αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης στρατιωτικής ανασυγκρότησης της Ευρώπης.

Ωστόσο, αυτή η στρατιωτική αφύπνιση σκοντάφτει πάνω σε μια κοινωνική απάθεια ή και αντίδραση. Καθώς πολλά ευρωπαϊκά κράτη, τις προηγούμενες δεκαετίες, κατήργησαν τη γενική στρατιωτική θητεία και επένδυσαν στο επαγγελματικό μοντέλο στρατού, οι κοινωνίες τους εξοικειώθηκαν με την ιδέα της ειρήνης ως δεδομένου αγαθού. Η προοπτική επιστροφής σε μια κατάσταση επιστράτευσης ή γενικής κινητοποίησης ξενίζει και φοβίζει σημαντική μερίδα πολιτών. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Γερμανίας, όπου πρόσφατα οργανώθηκαν διαδηλώσεις σε δεκάδες πόλεις ενάντια στο ενδεχόμενο επαναφοράς της υποχρεωτικής θητείας. Παρόμοιες αντιδράσεις σημειώνονται και αλλού, καθιστώντας σαφές ότι μεγάλα τμήματα των Ευρωπαίων πολιτών διστάζουν μπροστά στην ιδέα θυσιών για την άμυνα. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί κραυγαλέα αντίφαση: την ώρα που οι κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται πως χωρίς ισχυρές ένοπλες δυνάμεις δεν υπάρχει αποτροπή, δυσκολεύονται να πείσουν τις κοινωνίες τους για την αναγκαιότητα μέτρων όπως η αύξηση της θητείας ή η διάθεση πόρων για εξοπλισμούς. Το κόστος σε πολιτικό κεφάλαιο είναι υψηλό, καθώς κάθε απόφαση ενίσχυσης της άμυνας μπορεί να αντιμετωπιστεί με δυσπιστία ή και εχθρότητα από ψηφοφόρους που έχουν εθιστεί σε μια νοοτροπία ειρηνικής αμεριμνησίας.

Στο πλαίσιο αυτό, διαμορφώνεται ένα κρίσιμο ερώτημα για την Ευρώπη: πώς θα συμβιβαστεί η ανάγκη για ασφάλεια με την κοινωνική συνοχή; Αν η ηγεσία αποτύχει να εμπνεύσει στους πολίτες το αίσθημα του επείγοντος, η αμυντική θωράκιση θα προχωρήσει δύσκολα και αργά. Αν, από την άλλη, αγνοηθεί πλήρως η λαϊκή βούληση, ελλοχεύει ο κίνδυνος πολιτικής κρίσης και περαιτέρω ανόδου των άκρων. Το βέβαιο είναι ότι η ιστορική παρένθεση της μεταπολεμικής ειρήνης δείχνει να κλείνει. Μετά από σχεδόν τρεις γενιές που έζησαν θεωρώντας τον πόλεμο αδιανόητο, η πραγματικότητα ξαναγίνεται εύθραυστη. Ευρωπαίοι και Αμερικανοί στρατηγικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι η Ευρώπη, έχοντας υπονομευθεί πολιτισμικά και απολέσει το αγωνιστικό της φρόνημα, κινδυνεύει να βρεθεί απροετοίμαστη μπροστά στις προκλήσεις. Αν όμως οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αφυπνιστούν — είτε μέσω σταδιακής συνειδητοποίησης είτε έπειτα από κάποιο τραυματικό σοκ — δεν αποκλείεται να επανέλθουν στα ιστορικά πρότυπα, επαναφέροντας στο προσκήνιο αξίες όπως η φιλοπατρία, η συλλογική ασφάλεια και η προθυμία για θυσίες. Από αυτή την άποψη, η σημερινή αναταραχή ίσως αποδειχθεί το μεταβατικό στάδιο προς μια «νέα κανονικότητα», όπου η στρατιωτική ισχύς και η εθνική ταυτότητα θα εκτιμώνται και πάλι ως θεμέλια της ευρωπαϊκής επιβίωσης.

Η Ελλάδα μέσα στην ευρωπαϊκή δίνη

Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ευρώπης με ιδιαίτερες γεωπολιτικές ανησυχίες, βιώνει αυτές τις τάσεις με ξεχωριστό τρόπο. Από τη μια πλευρά, οι ίδιες κοινωνικές διεργασίες που παρατηρούνται στον ευρωπαϊκό Βορρά και Δυτικό κόσμο αντηχούν και στην ελληνική κοινωνία: και εδώ υπάρχει μια αυξανόμενη έμφαση στην εθνική κυριαρχία και στην προστασία της ταυτότητας, όπως μαρτυρά η δημόσια συζήτηση για το μεταναστευτικό, τη σχέση με την ΕΕ ή θέματα παιδείας και πολιτισμού. Ωστόσο, η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει και διαφορές. Η Ελλάδα γνώρισε ιστορικά τραύματα και απειλές που κράτησαν ζωντανό το αίσθημα της εγρήγορσης: η μνήμη της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, οι διαρκείς εντάσεις στο Αιγαίο, καθώς και η γεωγραφική εγγύτητα με εύφλεκτες περιοχές (Βαλκάνια, Μέση Ανατολή) έχουν διατηρήσει ψηλά το φρόνημα για άμυνα. Σε αντίθεση με πολλές δυτικοευρωπαϊκές χώρες, η στρατιωτική θητεία ουδέποτε καταργήθηκε — οι Έλληνες εξακολουθούν να θεωρούν σχεδόν αυτονόητη την υποχρέωση υπηρεσίας στην πατρίδα. Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνία, παρά τις όποιες τάσεις ατομικισμού και ευδαιμονισμού, δεν έχει αποκοπεί πλήρως από την έννοια της συλλογικής άμυνας. Η πολιτική ηγεσία διαθέτει ίσως μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων για ενίσχυση της άμυνας χωρίς τον βαθμό πολιτικού κόστους που θα αντιμετώπιζε π.χ. ένας Γερμανός ή Ισπανός ηγέτης σε ανάλογη περίπτωση.

Πράγματι, την τελευταία δεκαετία η Ελλάδα έχει προβεί σε σημαντικά βήματα αμυντικής αναβάθμισης. Έπειτα από μια περίοδο οικονομικής κρίσης κατά την οποία οι αμυντικές δαπάνες περιορίστηκαν, η χώρα επανήλθε δυναμικά: προμηθεύτηκε προηγμένα πολεμικά αεροσκάφη (όπως τα γαλλικά Rafale), συμφώνησε στην απόκτηση νέων φρεγατών για το Πολεμικό Ναυτικό, εκσυγχρονίζει τα άρματα και τα πυραυλικά της συστήματα, ενώ συμμετέχει ενεργά σε προγράμματα της ΕΕ και του ΝΑΤΟ για ανάπτυξη προηγμένων δυνατοτήτων (όπως τα ευρωπαϊκά προγράμματα μη επανδρωμένων αεροσκαφών). Η στρατηγική προσαρμογή της Ελλάδας υπαγορεύεται από το περιβάλλον ασφαλείας: με τη γειτονική Τουρκία να εξοπλίζεται ταχύτατα και να προβάλει ηγεμονικές βλέψεις στην Ανατολική Μεσόγειο, η Αθήνα αντιλαμβάνεται ότι η αποτροπή είναι μονόδρομος. Η ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος δεν θεωρείται πολυτέλεια, αλλά αναγκαία συνθήκη για τη διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας και της ειρήνης. Υπό αυτή την έννοια, η Ελλάδα λειτουργεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ευρωπαϊκού κράτους που «πιάνει το νήμα» της ιστορίας, αναγνωρίζοντας εκ νέου — όπως σε παλαιότερες εποχές — ότι si vis pacem, para bellum (αν επιθυμείς ειρήνη, προετοιμάσου για πόλεμο).

Ελλάδα–Ιαπωνία: Δύο νησιωτικές δυνάμεις με κοινές ανησυχίες

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ενίσχυσης της αποτρεπτικής ισχύος, η Ελλάδα δεν περιορίζεται μόνο στις παραδοσιακές της συμμαχίες (ΝΑΤΟ, ΕΕ), αλλά αναζητά διεθνείς συνεργασίες που θα πολλαπλασιάσουν την ασφάλειά της. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το άνοιγμα των επαφών με την Ιαπωνία, μια χώρα μακρινή γεωγραφικά, αλλά με αξιοσημείωτες ομοιότητες σε στρατηγικό επίπεδο. Η επίσημη επίσκεψη του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια στο Τόκυο — η πρώτη τού είδους στην ιστορία των διμερών σχέσεων — ανέδειξε αυτές τις συγκλίσεις. Όπως τόνισαν και οι δύο πλευρές, η Ελλάδα και η Ιαπωνία είναι νησιωτικές χώρες με μεγάλη ναυτική παράδοση, οι οποίες αντιμετωπίζουν προκλήσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον τους.

Ο υπουργός Εθνικής ‘Αμυνας Νίκος Δένδιας με τον Ιάπωνα ομόλογό του, Σιντζίρο Κοϊζούμι. Τόκυο, 4 Δεκεμβρίου 2025. (Χ μέσω ΑΠΕ-ΜΠΕ)

 

Για την Ελλάδα, η θάλασσα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου αποτελεί ζωτικό χώρο όπου δοκιμάζεται καθημερινά η κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματά της, απέναντι σε μια αναθεωρητική Τουρκία. Αντίστοιχα, η Ιαπωνία — ένα αρχιπέλαγος στον Ειρηνικό — βρίσκεται αντιμέτωπη με τις πιέσεις της Κίνας στη Νότια Σινική Θάλασσα και τον Δυτικό Ειρηνικό, καθώς και με μια διαρκή διαφωνία με τη Ρωσία για τα νησιά Κουρίλες στον βορρά. Και οι δύο χώρες, λοιπόν, έχουν κάθε λόγο να ενδιαφέρονται για την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας και την ενίσχυση των ναυτικών τους δυνάμεων. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ιαπωνία είναι μεταξύ των χωρών που έχουν υπογράψει σημαντικές διεθνείς συνθήκες όπως η Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και η Συνθήκη του Μοντρέ (1936) — γεγονός που την καθιστά γνώριμη με τις νομικές αρχές που διέπουν το καθεστώς των στενών και των θαλασσίων οδών, θέματα κρίσιμα και για την Ελλάδα. Παρότι τα γεωπολιτικά μεγέθη διαφέρουν (η Ιαπωνία είναι οικονομική και τεχνολογική υπερδύναμη, ενώ η Ελλάδα μικρότερο μέλος μιας ευρύτερης συμμαχίας), η οπτική γωνία από την οποία βλέπουν τον κόσμο έχει ομοιότητες: αμφότερες προσβλέπουν σε μια διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες, αντιστέκονται σε μονομερείς διεκδικήσεις που απειλούν την εδαφική τους ακεραιότητα, και επενδύουν στη ναυτική ισχύ για την προστασία των συμφερόντων τους.

Ναυτική τεχνολογική καινοτομία και αμυντική αναβάθμιση

Ένα πεδίο όπου η Ελλάδα επιδιώκει να επωφεληθεί από τη συνεργασία με την Ιαπωνία είναι η τεχνολογική καινοτομία στον ναυτικό τομέα. Η Ιαπωνία διαθέτει ένα από τα πιο προηγμένα οικοσυστήματα αμυντικής τεχνολογίας παγκοσμίως, ιδιαίτερα όσον αφορά συστήματα ναυτικής άμυνας. Για πολλά χρόνια, λόγω των μεταπολεμικών περιορισμών, η ιαπωνική αμυντική βιομηχανία λειτουργούσε διακριτικά και με περιορισμένες εξαγωγές. Πρόσφατα, όμως, η πολιτική αυτή άρχισε να αλλάζει: το Τόκυο χαλαρώνει σταδιακά τους περιορισμούς που το ίδιο επέβαλλε και αναζητά ευκαιρίες συνεργασίας με εταίρους. Έχει ήδη αρχίσει να εξάγει επιλεγμένα αμυντικά προϊόντα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη συμφωνία πώλησης ιαπωνικών μη επανδρωμένων συστημάτων (drone) στην Αυστραλία, η οποία θα φάνταζε αδιανόητη πριν μερικές δεκαετίες. Επιπλέον, η Ιαπωνία συμμετέχει πλέον σε διεθνή αναπτυξιακά προγράμματα υψηλής τεχνολογίας, όπως το νέο μαχητικό αεροσκάφος 6ης γενιάς που αναπτύσσει από κοινού με τη Βρετανία και την Ιταλία. Η διάθεση της Ιαπωνίας να συνεργαστεί τεχνολογικά με άλλες δημοκρατικές χώρες ανοίγει ένα παράθυρο ευκαιρίας και για την Ελλάδα.

Κατά την επίσκεψη Δένδια, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη ναυτική τεχνολογία αιχμής. Ο Έλληνας υπουργός επισκέφθηκε ιαπωνικά κέντρα τεχνολογίας και καινοτομίας, όπου ενημερώθηκε για τις τελευταίες εξελίξεις σε υποβρύχια όπλα, προηγμένα σόναρ, μέσα ανθυποβρυχιακής άμυνας, συστήματα αυτονομίας και ρομποτικής στη θάλασσα. Οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν στο πώς τέτοιες τεχνολογίες θα μπορούσαν να έχουν εφαρμογή στο ελληνικό ναυτικό περιβάλλον — από την επιτήρηση του Αιγαίου μέχρι την προστασία κρίσιμων θαλάσσιων οδών στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ελληνική πλευρά, μάλιστα, πρότεινε τη σύνδεση του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας με το αντίστοιχο ιαπωνικό, διευκολύνοντας έτσι την ανταλλαγή γνώσης, τις επισκέψεις ειδικών και — δυνητικά — τη συμμετοχή σε κοινά ερευνητικά προγράμματα. Αν και καμία χώρα δεν παραχωρεί εύκολα τα μυστικά της (ιδίως όταν πρόκειται για ακριβοπληρωμένη τεχνολογία υψηλής ευαισθησίας), τέτοιου είδους επαφές είναι κρίσιμες για να χτιστεί εμπιστοσύνη και αμοιβαία κατανόηση.

Για την Ελλάδα, η απόκτηση πρόσβασης σε υψηλή τεχνογνωσία αποτελεί στοίχημα στρατηγικής σημασίας. Η εγχώρια αμυντική βιομηχανία, λόγω μεγέθους και περιορισμένων πόρων, δεν μπορεί να αναπτύξει αυτόνομα όλα τα σύγχρονα συστήματα που απαιτούνται. Την ίδια στιγμή, ανταγωνιστικές χώρες — όπως η Τουρκία — επενδύουν τεράστια ποσά σε έρευνα και ανάπτυξη για να αποκτήσουν εγχώρια προηγμένα οπλικά συστήματα. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα επιδιώκει ένα έξυπνο άνοιγμα: να εκμεταλλευτεί τις συνεργασίες με τεχνολογικά ανεπτυγμένες χώρες, ώστε να καλύψει το χαμένο έδαφος και να αναβαθμίσει την αποτρεπτική της ικανότητα. Η Ιαπωνία προσφέρει μια τέτοια ευκαιρία — όχι μόνο λόγω των συστημάτων που παράγει (όπως υπερσύγχρονες φρεγάτες, αντιτορπιλικά 10.000+ τόνων, ηλεκτρονικά πολέμου τελευταίας γενιάς κ.ά.), αλλά και λόγω της εμπειρίας της στο πώς μια νησιωτική χώρα μπορεί να οργανώσει την άμυνά της αποτελεσματικά. Για παράδειγμα, οι ιαπωνικές ναυπηγικές εταιρείες έχουν μακρά παράδοση και τεράστιες βιομηχανικές δυνατότητες, ενώ πολλά από τα ηλεκτρονικά και τους αισθητήρες στα πολεμικά τους πλοία είναι εγχώριας ανάπτυξης και θεωρούνται κορυφαία. Η μεταφορά μιας τέτοιας τεχνογνωσίας — έστω και μερικώς — στην Ελλάδα, θα μπορούσε να έχει πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στην αποτρεπτική ισχύ της, ειδικά στον τομέα της θάλασσας όπου διακυβεύονται ύψιστα εθνικά συμφέροντα.

Γεωπολιτικές και πολιτισμικές προεκτάσεις

Οι εξελίξεις που περιγράψαμε — από την εσωτερική πόλωση της Ευρώπης μέχρι τα νέα πλέγματα συνεργασιών — φέρουν σημαντικές γεωπολιτικές και πολιτισμικές συνέπειες. Σε γεωπολιτικό επίπεδο, γίνεται ολοένα πιο σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Αν συνεχιστεί η πίεση για επιστροφή εξουσιών στα έθνη-κράτη, ενδέχεται να δούμε μια ΕΕ πιο χαλαρή, όπου τα κράτη θα κινούνται ευέλικτα για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους, ακόμη κι εκτός κοινού πλαισίου. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα διάλυση της Ένωσης, αλλά μάλλον μια μετεξέλιξή της: τα ευρωπαϊκά κράτη ίσως αναζητήσουν μια νέα ισορροπία ανάμεσα στη συλλογικότητα και την εθνική αυτονομία. Ήδη ορισμένες κυβερνήσεις υιοθετούν πιο ανεξάρτητη στάση σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας — π.χ. η Ουγγαρία και η Πολωνία διαφοροποιούνται σε ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος, η Γαλλία προωθεί την «ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία», ενώ χώρες του Νότου καλλιεργούν σχέσεις με δυνάμεις εκτός Δύσης. Εάν λοιπόν η εθνοκεντρική στροφή συνεχιστεί, η ΕΕ θα κληθεί να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της — είτε επιτρέποντας περισσότερη διαφοροποίηση, είτε αντιμετωπίζοντας εσωτερικές ρήξεις. Σε κάθε περίπτωση, το γεωπολιτικό αποτύπωμα της Ευρώπης θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο τα κράτη-μέλη θα καταφέρουν να συμβιβάσουν την ανάγκη τους για κυριαρχία με την αξία της συνεργασίας. Μια κατακερματισμένη Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει την συνολική της ισχύ στη διεθνή σκηνή· αντίθετα, μια Ευρώπη που θα ανακάμψει δυναμικά ίσως το κάνει μέσα από την ανανέωση του εθνικού σφρίγους των μελών της.

Σε πολιτισμικό επίπεδο, οι συνέπειες είναι εξίσου βαθιές. Η ταυτότητα και το φρόνημα των ευρωπαϊκών λαών αναδεικνύονται ως παράγοντες-κλειδιά για την μελλοντική τους πορεία. Ο βαθμός που μια κοινωνία διατηρεί τις αξίες, τις μνήμες και τη συνοχή της επηρεάζει ευθέως την ικανότητά της να αντιδρά σε κρίσεις. Η διάβρωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας τις περασμένες δεκαετίες — είτε μέσω της υπερβολικής έμφασης στον ατομικισμό είτε μέσω της λήθης της ιστορικής εμπειρίας του πολέμου — μπορεί να έχει καταστήσει την κοινή γνώμη απρόθυμη να αντιμετωπίσει δυσκολίες. Η αντιμιλιταριστική κουλτούρα που κυριάρχησε σε πολλές κοινωνίες, αν και κατανοητή μετά τις φρικαλεότητες του 20ού αιώνα, σήμερα ενδέχεται να λειτουργεί ως αχίλλειος πτέρνα: χωρίς μια στοιχειώδη αποδοχή ότι η ελευθερία και η ειρήνη απαιτούν κόπο και θυσίες, οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες κινδυνεύουν να αιφνιδιαστούν από επιθετικούς αντιπάλους. Από την άλλη πλευρά, η αναζωπύρωση του εθνικού αισθήματος μπορεί μεν να αναζωογονήσει τις κοινωνίες, δίνοντάς τους στόχο και κοινή κατεύθυνση, εγκυμονεί όμως και τον κίνδυνο του υπερβολικού εθνικισμού ή της εσωστρέφειας. Το ζητούμενο είναι μια ισορροπία: η Ευρώπη να θυμηθεί τις ρίζες της και να ανακτήσει την αυτοπεποίθησή της, χωρίς να διολισθήσει σε διχασμό και ξενοφοβία.

Η Ελλάδα, με την πλούσια ιστορική και πολιτισμική της κληρονομιά, προσπαθεί να πετύχει αυτή την ισορροπία. Το στρατηγικό άνοιγμά της προς την Ιαπωνία — χώρα με επίσης ισχυρή αίσθηση παράδοσης και συλλογικού καθήκοντος — δείχνει μια διάθεση εξωστρέφειας, που όμως δεν αρνείται την ταυτότητα. Αντιθέτως, βασίζεται σε αυτήν: δύο έθνη με αυτογνωσία και συναίσθηση της ιστορίας τους συνεργάζονται, ακριβώς επειδή αναγνωρίζουν το ένα στο άλλο κοινές αξίες, όπως ο σεβασμός στην κυριαρχία, η εμμονή στην καινοτομία για την επιβίωση και η πίστη σε έναν κανόνα δικαίου που θα προστατεύει τους μικρούς απέναντι στους μεγάλους. Από αυτή την άποψη, η στρατηγική προσαρμογή κρατών σαν την Ελλάδα δεν είναι μόνο ζήτημα όπλων και συμμαχιών, αλλά και ζήτημα πολιτισμικής αυτογνωσίας: να ξέρεις ποιος είσαι, τι υπερασπίζεσαι και με ποιους μπορείς να συμπορευτείς.

Το ΚΚ Κίνας στο τιμόνι της συνόδου του ΟΗΕ για το κλίμα

Σχολιασμός

Ο μεγάλος νικητής της ετήσιας συνόδου κορυφής των Ηνωμένων Εθνών για το κλίμα φέτος δεν ήταν το παγκόσμιο κλίμα· ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ). Όμως, όχι για τους λόγους που υποστηρίζουν τα μέσα ενημέρωσης.

Περισσότερα από 50 χρόνια μετά την αντικατάσταση της ελεύθερης Δημοκρατίας της Κίνας στα Ηνωμένα Έθνη, το ΚΚΚ ήταν ο πρωταγωνιστής της ετήσιας συνόδου κορυφής του ΟΗΕ για το κλίμα. Μεταξύ συμφωνιών για την εξαγωγή περισσότερων «πράσινων» τεχνασμάτων και της παροχής «παγκόσμιας ηγεσίας», φαινόταν ξεκάθαρα ότι το ΚΚΚ καθορίζει την ατζέντα.

Η 30ή ετήσια «Διάσκεψη των Μερών» (COP30) περιελάμβανε ακόμη και κάτι σαν μασκότ που δωρίστηκε από το ΚΚΚ· ένα αποκρουστικό άγαλμα «Πνεύματος-Φύλακα Δράκου-Ιαγουάρου», ολοκληρωμένο με κέρατα διαβόλου. Οι Χριστιανοί της Βραζιλίας εξοργίστηκαν.

Όμως, η πραγματική ιστορία της COP30 είναι ο συνεχιζόμενος ανασχηματισμός της παγκόσμιας οικονομικής ισχύος — μακριά από τη μέχρι πρότινος κυρίαρχη Δύση και προς την κομμουνιστική Κίνα και τους συμμάχους της.

Από την επιβολή μεγαλύτερης οικονομικής καταστροφής στις δυτικές οικονομίες έως τη δημιουργία περισσότερης ζήτησης για «πράσινη» κινεζική σαβούρα που επιβάλλεται από δυτικές κυβερνήσεις και επιδοτείται από τους δυτικούς φορολογούμενους — το ΚΚΚ γελάει καθώς τα κέρδη του να εκτοξεύονται.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της συνόδου, πλήθη χαμογελαστών αξιωματούχων του ΚΚΚ μοίραζαν χαριτωμένα λούτρινα πάντα και βιβλία του Σι Τζινπίνγκ, ενώ αξιωματούχοι, ακτιβιστές και δημοσιογράφοι γύριζαν σαν σμήνος γύρω από το γιγαντιαίο περίπτερο του καθεστώτος στην COP30.

Σε στρατηγικό σημείο, δίπλα στην είσοδο, το «αποτύπωμα της μπότας» του ΚΚΚ στην COP30 ήταν πανταχού παρόν και «βάραινε» τις εργασίες της συνόδου.

Γλυπτό με τίτλο «Το Πνεύμα-Φύλακας Δράκος-Ιαγουάρος», που δωρίστηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, εκτίθεται στην 30ή ετήσια Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Κλίμα (COP30) στη Βραζιλία. Το κερασφόρο υβριδικό πλάσμα, που προοριζόταν να συμβολίζει έναν «φύλακα του τροπικού δάσους», προκάλεσε ανάμεικτες αντιδράσεις μεταξύ των συμμετεχόντων. (Ευγενική παραχώρηση του Alex Newman)

 

Οι διπλωμάτες του ΚΚΚ εργάστηκαν εντατικά για να εξασφαλίσουν μια παγκόσμια συμφωνία που θα ενισχύσει, σύμφωνα με το κείμενο, τις οικονομικές προοπτικές του καθεστώτος εις βάρος αυτού που άλλοτε αποκαλούνταν «Ελεύθερος Κόσμος». Το ΚΚΚ κατακλύστηκε από επαίνους για την υποτιθέμενα οραματική, πολυμερή κλιματική του ηγεσία.

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι το «ενεργειακό αποτύπωμα» του ΚΚΚ είναι πολύ μεγαλύτερο από εκείνο ολόκληρου του δυτικού κόσμου μαζί — και σύμφωνα με πολλές εκτιμήσεις εξακολουθεί να αυξάνεται. Παράλληλα, υπό το πρόσχημα της «διάσωσης του κλίματος», οι δυτικές κυβερνήσεις περιορίζουν ό,τι έχει απομείνει από τα ενεργειακά τους συστήματα και τις οικονομίες τους. Η μεσαία τάξη καταστρέφεται.

Το ΚΚΚ επικροτεί αυτή την εξέλιξη, καθώς το καθεστώς απορροφά την παραγωγική ικανότητα, τις θέσεις εργασίας και την οικονομική ισχύ που μετατοπίζονται έξω από τη Δύση.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είχε προειδοποιήσει στο Twitter, το 2012, ότι το αφήγημα της «υπερθέρμανσης του πλανήτη» «δημιουργήθηκε από και για τους Κινέζους, ώστε να καταστήσει τη μεταποίηση των ΗΠΑ μη ανταγωνιστική».

Αν αυτό ήταν το σχέδιο, λειτουργεί — και η COP30 το απέδειξε.

Παρακολουθώ συνόδους κορυφής του ΟΗΕ για το κλίμα εδώ και 15 χρόνια για το περιοδικό New American. Η επιρροή του ΚΚΚ δεν υπήρξε ποτέ τόσο απροκάλυπτη.

Παγκόσμιοι έπαινοι για την «κλιματική» ηγεσία του ΚΚΚ

Παγκόσμιοι ηγέτες, ακτιβιστές και δημοσιογράφοι έδειχναν υπερβολικό θαυμασμό για την «πεφωτισμένη» κλιματική ηγεσία του ΚΚΚ, και λόγω του μποϊκοτάζ της συνόδου από την κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Είναι απίστευτο το ότι παρόλο που το ΚΚΚ εκπέμπει περίπου τρεις φορές περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η διευθύνουσα σύμβουλος της COP30 Άνα ντε Τόνι μετά βίας συγκρατούσε τον ενθουσιασμό της.

Όπως είπε σε ξένα μέσα ενημέρωσης, η Κίνα «έχει δείξει ηγεσία» όχι μόνο πραγματοποιώντας τη δική της ενεργειακή επανάσταση, αλλά και επειδή, με την κλίμακα δυνατοτήτων της, «μπορούμε τώρα να αγοράζουμε χαμηλό άνθρακα σε ανταγωνιστικές τιμές», θεωρώντας — σωστά — ότι τα πραγματικά στοιχεία δεν θα αναφέρονταν. Προσέθεσε ότι η Κίνα είναι αποφασισμένη όχι μόνο να συνεχίσει ως «πολύ σταθερός ηγέτης» στη Συμφωνία του Παρισιού, ενισχύοντας την κλιματική διακυβέρνηση, αλλά και να αναλάβει «πολύ πρακτικές δράσεις» για να στηρίξει άλλες χώρες.

Η κυβέρνηση του Βραζιλιάνου προέδρου Λουίς Ινάσιο «Λούλα» ντα Σίλβα ανακοίνωσε πολλαπλές συμφωνίες με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας στη διάρκεια της συνόδου και επαίνεσε τον ρόλο του Πεκίνου στις κλιματικές συνομιλίες.

Η υπουργός Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής της Βραζιλίας Μαρίνα Σίλβα δήλωσε στην υπηρεσία «ειδήσεων» και πληροφοριών του ΚΚΚ, το Xinhua, ότι η Κίνα έχει «σημαντική συμβολή» στη μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής. Πολλοί διπλωμάτες και κορυφαίοι ακτιβιστές επανέλαβαν παρόμοια σχόλια.

Όταν ρωτήθηκε για το τεράστιο αποτύπωμα άνθρακα του ΚΚΚ, ο υπεύθυνος εκστρατειών πολιτικής, Ρομέν Ιουαλαλέν (Romain Ioualalen), από την Oil Change International — χρηματοδοτούμενη από τη δυναστεία πετρελαίου Ροκφέλλερ — υποστήριξε το καθεστώς και ζήτησε η Δύση να καταργήσει πρώτη τα ορυκτά καύσιμα.

Ο Ιουαλαλέν ισχυρίστηκε ότι η Κίνα «κάνει συγκριτικά πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια από τις ΗΠΑ και πολλές ανεπτυγμένες χώρες» να αναπτύξει την οικονομία της αποανθρακοποίησης, αναπαράγοντας ένα διαδεδομένο αλλά ψευδές αφήγημα της COP30. Σημείωσε δε ότι δεν πρέπει να ξεχνιέται η «ιστορική ευθύνη» και ότι η Κίνα άρχισε να εκπέμπει πολύ CO2 «τα τελευταία 20 χρόνια», ενώ οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί «εκπέμπουν πολύ CO2 εδώ και 100 ή 150 χρόνια».

Εν ολίγοις, πρώτα πρέπει η Δύση να δεσμευτεί σε «οικονομική αυτοκτονία» και μετά το ΚΚΚ ίσως εξετάσει το ενδεχόμενο να ακολουθήσει.

Ο Ιουαλαλέν δήλωσε ότι πρέπει οι «πλούσιες χώρες», που ακόμη παράγουν πολύ πετρέλαιο και φυσικό αέριο, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς, η Νορβηγία και η Αυστραλία, να καταργήσουν πρώτες την «ενέργεια υδρογονανθράκων».

Μιλώντας στο Reuters, ένας ανώνυμος «ανώτερος διπλωμάτης» εξήγησε ότι «η Κίνα λειτουργεί ως εγγυητής του κλιματικού καθεστώτος».

Ακόμη και Αμερικανοί πολιτικοί και μέσα ενημέρωσης προώθησαν το αφήγημα ότι το ΚΚΚ είναι «σωτήρας του κλίματος». Το NBC, για παράδειγμα, υποστήριξε ότι καθώς η κυβέρνηση των ΗΠΑ κάνει πίσω, «η Κίνα βγαίνει στο προσκήνιο ως ηγέτης στη μάχη κατά της υπερθέρμανσης του πλανήτη», επισημαίνοντας ότι διπλωμάτες του ΚΚΚ «εργάζονται στο παρασκήνιο» για να διασφαλίσουν «εποικοδομητικές συνομιλίες».

Ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας Γκάβιν Νιούσομ, που παρευρέθηκε στη σύνοδο, φέρεται να συμφώνησε, λέγοντας ότι «η Κίνα το καταλαβαίνει».

Όφελος για την Κίνα με δικό σας κόστος

Όπως ήταν αναμενόμενο, το ΚΚΚ ήταν ευχαριστημένο με το αποτέλεσμα, το οποίο βοήθησε να διαμορφωθεί και είναι γνωστό ως «Απόφαση για Παγκόσμια Συλλογική Κινητοποίηση» (Global Mutirao Decision).

Ο επικεφαλής της κινεζικής αντιπροσωπείας στην COP30, Λι Γκάο, επαίνεσε τη «σκληρά κερδισμένη» παγκόσμια συμφωνία ως απόδειξη «αλληλεγγύης».

Υποστήριξε ότι αυτή «καταδεικνύει την ισχυρή πολιτική βούληση όλων των μερών να εργαστούν μαζί, με αλληλεγγύη, για να αντιμετωπίσουν την κλιματική αλλαγή», ενώ κατηγόρησε αυτό που αποκάλεσε «αυξανόμενο μονομερισμό» και «προστατευτισμό» των αμερικανικών αρχών.

Ο Λι Γκάο και το δολοφονικό καθεστώς που υπηρετεί φέρονται να είχαν κυριολεκτικά «τρισεκατομμύρια λόγους» να πανηγυρίζουν για το σύμφωνο της COP30 που βοήθησαν να δημιουργηθεί. Για παράδειγμα, ένα από τα μεγάλα «επιτεύγματα» ήταν η δέσμευση για «τριπλασιασμό» της χρηματοδότησης για την αποκαλούμενη κλιματική προσαρμογή.

Αυτό προστίθεται στα 1,3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως σε αναδιανομή πλούτου από δυτικούς φορολογούμενους προς κλεπτοκρατίες του Τρίτου Κόσμου — που βαφτίζονται «αναπτυσσόμενες χώρες»— μέσω ενός μηχανισμού που αποκαλείται ανέντιμα «κλιματική χρηματοδότηση». Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί οι αντιπρόσωποι του ΚΚΚ ήταν ενθουσιασμένοι με τη «σκληρά κερδισμένη» παγκόσμια συμφωνία.

Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της εφημερίδας The Guardian, «τεράστια ποσά» από τα χρήματα της λεγόμενης κλιματικής χρηματοδότησης ρέουν από ό,τι έχει απομείνει από τη μεσαία τάξη της Δύσης προς την κομμουνιστική Κίνα.

Μία ακόμη μεγάλη νίκη για το ΚΚΚ είναι η αναφορά στη συμφωνία της COP30 σε έναν «προϋπολογισμό άνθρακα» για την ανθρωπότητα, τα τέσσερα πέμπτα του οποίου υποτίθεται ότι έχουν ήδη εκπεμφθεί.

Επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Δύση έχουν ήδη χρησιμοποιήσει περισσότερο από το «μερίδιο που δικαιούνται», οι αξιωματούχοι του κλίματος θεωρούν ότι το ΚΚΚ και οι σύμμαχοί του πρέπει να λάβουν το μεγαλύτερο μέρος από ό,τι απομένει. Αυτό το όραμα κατοχυρώθηκε, πλέον, σε επίσημη συμφωνία.

Άλλο ένα μεγάλο όφελος για το ΚΚΚ, όπως σημειώνεται, θα είναι η δυνατότητα να προωθήσει περισσότερες από τις «απάτες πράσινης ενέργειας», όπως ηλιακούς συλλέκτες, ανεμογεννήτριες και άλλα, προς τη Δύση. Αυτό έχει διπλό όφελος για το ΚΚΚ· αφ’ ενός εισπράττει δυτικό χρήμα πουλώντας προϊόντα που κανείς δεν θα αγόραζε σε μια ελεύθερη αγορά, αφ’ ετέρου αποδυναμώνει τις δυτικές οικονομίες καθιστώντας την ενέργεια πολύ ακριβότερη απ’ ό,τι στην Κίνα.

Φυσικά, τα εργοστάσια που παράγουν την «πράσινη» σαβούρα στην Κίνα τροφοδοτούνται ως επί το πλείστον από άνθρακα και άλλα ορυκτά καύσιμα.

Με βάση την τελευταία προσθήκη στο «κλιματικό καθεστώς» που διαπραγματεύτηκε στο Μπελέμ, η ροή πλούτου και παραγωγής από τη Δύση προς την Κίνα επιταχύνεται. Αυτό σημαίνει ότι το ΚΚΚ θα έχει περισσότερους πόρους για να συνεχίσει τη ραγδαία στρατιωτικοποίησή του, ενώ η Δύση υπονομεύει τη δική της ασφάλεια.

Το ΚΚΚ αξιοποιεί επίσης τη διαδικασία του «κλίματος» για να επεκτείνει τη διπλωματική του επιρροή και την ήπια ισχύ του. Τίποτα από αυτά δεν είναι νέο.

Στην COP28, οι δυτικές κυβερνήσεις έσπευδαν να δεσμευτούν για «σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων», δέσμευση στην οποία κατέληξαν όλες στην τελική συμφωνία εκείνης της χρονιάς. Παρά το ότι συμφώνησαν στη διατύπωση, το ΚΚΚ και αραβικές κυβερνήσεις έκαναν συμφωνίες για πετρέλαιο στη σύνοδο.

Με άλλα λόγια, οι Δυτικοί εξαπατώνται καθώς το ΚΚΚ εργάζεται για να υπονομεύσει την κυριαρχία των ΗΠΑ και να επιφέρει μια «πολυπολική» παγκόσμια τάξη.

Το ενεργειακό αποτύπωμα του ΚΚΚ σε μέγεθος δράκου

Ειρωνικά, παρότι παρουσιάζονται ως σωτήρες του κλίματος, οι βιομηχανίες του ΚΚΚ εκπέμπουν ήδη πάνω από το ένα τρίτο των παγκόσμιων εκπομπών CO2. Και αυτό το ποσοστό αυξάνεται.

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του World Population Review, η Κίνα παρήγαγε πάνω από 13,26 γιγατόνους CO2 το 2023, το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, αντίθετα, παρήγαγαν περίπου 4,68 γιγατόνους.

Αλλά ακόμη κι αυτό δεν λέει όλη την ιστορία.

Τα βιομηχανίες του ΚΚΚ εξέπεμψαν πάνω από 0,42 τόνους CO2 ανά 1.000 δολάρια ΑΕΠ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρήγαγαν, σύμφωνα με τα στοιχεία, σημαντικά λιγότερο από το μισό αυτού του αριθμού: τα ίδια 1.000 δολάρια ΑΕΠ για την αμερικανική οικονομία αντιστοιχούσαν σε λιγότερο από 0,19 τόνους.

Η μισή παγκόσμια ηλεκτροπαραγωγή από άνθρακα βρίσκεται στην Κίνα και δεν υπάρχουν σχέδια να περιοριστεί αυτό. Παρ’ όλα αυτά, προς υπεράσπιση του ΚΚΚ, το καθεστώς ήταν ανοιχτό ως προς τα σχέδιά του.

Στη σύνοδο COP21 στο Παρίσι, το 2015, η κυβέρνηση Ομπάμα δεσμεύτηκε μονομερώς να μειώσει τις εκπομπές CO2 των ΗΠΑ κατά περισσότερο από 25% έως το 2025. Και άλλες δυτικές κυβερνήσεις έδωσαν παρόμοιες υποσχέσεις. Το ΚΚΚ, αντίθετα, δεσμεύτηκε να συνεχίσει να αυξάνει τις εκπομπές του για τα επόμενα 15 χρόνια, πιθανόν με κορύφωση το 2030. Με άλλα λόγια, το καθεστώς ανακοίνωσε με υπερηφάνεια στον κόσμο ότι η παραγωγή CO2 στην Κίνα θα συνέχιζε να αυξάνεται για τουλάχιστον 15 χρόνια. Τώρα ισχυρίζεται ότι θα υπάρξει μικρή μείωση έως το 2035.

Αυτές οι πολιτικές εκτίναξαν τις τιμές ενέργειας στις ΗΠΑ, μεταφέροντας τη βιομηχανία των ΗΠΑ στην Κίνα, ενώ το καθεστώς εξέπεμπε CO2 στην ατμόσφαιρα με πρωτοφανή ρυθμό.

Οι πολιτικές της Συμφωνίας του Παρισιού επί Ομπάμα εξάλειψαν περίπου μισό εκατομμύριο θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων 200.000 στη μεταποίηση, σύμφωνα με μελέτη του ιδρύματος The Heritage Foundation. Αυτή η ζημιά μεταφράζεται σε περίπου 20.000 δολάρια χαμένου εισοδήματος για τις αμερικανικές οικογένειες έως το 2035 και σε μείωση του ΑΕΠ κατά πάνω από 2,5 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ΚΚΚ ήταν ευχαριστημένο. Κι όμως, αναμενόταν να πιστέψει ο κόσμος ότι η μετατόπιση των εκπομπών CO2 — και της παραγωγής από την οποία προέρχονται — προς την Κίνα θα βοηθούσε το «κλίμα».

Αν οι ηγέτες αυτής της διαδικασίας πίστευαν πραγματικά ότι το CO2 είναι ρύπανση που προκαλεί επικίνδυνη θέρμανση — κάτι που δεν είναι αληθές — τότε θα είχαν νιώσει αποτροπιασμό από τη Συμφωνία του Παρισιού. Αντί γι’ αυτό, πανηγύρισαν. Αν μη τι άλλο, αυτό αποδεικνύει ότι «οι από πάνω» γνωρίζουν πως «είναι όλα απάτη».

Ο δημοσιογράφος Άλεξ Νιούμαν ζητά συνέντευξη ή σχόλιο από την αντιπροσωπεία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας στην COP30, στη Βραζιλία. (Ευγενική παραχώρηση του Andrew Muller)

 

Όταν ζήτησα σχόλιο από το ΚΚΚ στο Παρίσι, έστειλαν έναν «υποτελή» να με ακολουθεί και να με φωτογραφίζει. Φέτος, αρνήθηκαν επίσης πολλαπλά αιτήματα για συνέντευξη ή σχόλιο.

Η άλλη πλευρά

Αμερικανοί συντηρητικοί αστειεύονται εδώ και καιρό για «κομμουνιστές-καρπούζια»: «πράσινοι» απ’ έξω, «κόκκινοι» από μέσα. Το ΚΚΚ και οι σύμμαχοί του φαίνεται να αντιγράφουν αυτό το εγχειρίδιο.

Το CO2 δεν είναι «ρύπανση», αλλά αέριο ζωής που εκπνέουν όλοι οι ζωντανοί άνθρωποι. Όπως είπε ο Γουίλιαμ Χάπερ του Πανεπιστημίου Πρίνστον, πρώην σύμβουλος κλίματος της πρώτης θητείας Τραμπ, το CO2 είναι «καλό για τον πλανήτη» και «οι άνθρωποι θα έπρεπε να ενθαρρύνονται να παράγουν περισσότερο από αυτό».

Σε κάθε περίπτωση, οι ανθρώπινες εκπομπές CO2 αντιπροσωπεύουν ένα κλάσμα του 1% όλων των αερίων του «θερμοκηπίου» που υπάρχουν φυσικά στην ατμόσφαιρα. Δεν υπάρχει λόγος για τους Αμερικανούς, τους Κινέζους ή οποιονδήποτε άλλο να ανησυχεί για το «αποτύπωμα άνθρακα».

Ευτυχώς, οι Αμερικανοί το αντιλαμβάνονται, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι οι περισσότεροι απορρίπτουν την υπόθεση της ανθρωπογενούς θέρμανσης.

Η φετινή σύνοδος αντιμετώπισε πρωτοφανείς αντιξοότητες. Ο δισεκατομμυριούχος Μπιλ Γκέιτς αναγνώρισε ότι η κλιματική αλλαγή δεν είναι τόσο μεγάλη απειλή όσο παρουσιάζεται.

Όπως τεκμηριώθηκε από την εφημερίδα The Epoch Times, πολλαπλές επιστημονικές μελέτες με αξιολόγηση από ομοτίμους, από κορυφαίους επιστήμονες σε μεγάλα περιοδικά τα τελευταία χρόνια, υπονόμευσαν πλήρως το σύνθημα «Η επιστήμη έχει καταλήξει».

Ο πρόεδρος Τραμπ, εν τω μεταξύ, χλεύασε το κλιματικό αφήγημα στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο, αποκαλώντας το «τη μεγαλύτερη απάτη που έχει διαπραχθεί ποτέ εις βάρος του κόσμου». Κατά τη διάρκεια της COP30, ο Τραμπ υπαινίχθηκε ότι ενδέχεται να υπάρχουν έρευνες σε εξέλιξη για μια «συνωμοσία» προώθησης του κλιματικού κινδυνολογικού λόγου.

Πριν από τη δεύτερη θητεία του, το 2022, ο Τραμπ είχε πει σε ομιλία του ότι η «αποφασιστική» ήττα της «φάρσας της κλιματικής υστερίας» πρέπει να γίνει «μία από τις πιο επείγουσες αποστολές» του κινήματος MAGA και της χώρας.

Για πρώτη φορά, η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν είχε καμία εκπροσώπηση στην ετήσια σύνοδο.

Εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δήλωσε ότι η κυβέρνηση Τραμπ αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει χρήματα φορολογουμένων για να στείλει ή να διευκολύνει οποιοδήποτε επίσημο ταξίδι για αυτή τη διάσκεψη, η οποία είναι αφιερωμένη στο να «παραλύει» την αμερικανική οικονομία και να «χρεοκοπεί» τον αμερικανικό λαό.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει αποχωρήσει από τη Συμφωνία του Παρισιού και από πολλά άλλα κλιματικά σχήματα του ΟΗΕ. Ωστόσο, οι ΗΠΑ παραμένουν μέρος της βασικής συνθήκης του 1992, γνωστής ως Πλαίσιο Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (U.N. Framework Convention on Climate Change – UNFCCC), η οποία δημιουργεί και στηρίζει ολόκληρη τη διαδικασία.

Το γεγονός αυτό υπογραμμίστηκε από πολλές εξέχουσες φωνές στην COP30. Κατά την άποψή τους, σημαίνει ότι όσα συμφωνούν η COP30 και οι επόμενες COP παραμένουν δεσμευτικά για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Πηγές που εμπλέκονται στην κλιματική πολιτική της κυβέρνησης είπαν ότι έχει υπάρξει συζήτηση για το ενδεχόμενο αποχώρησης των ΗΠΑ από τη UNFCCC. Αν ο Ντόναλντ Τραμπ ελπίζει να νικήσει πραγματικά αυτό το σχέδιο ενίσχυσης του ΚΚΚ, που μεταμφιέζεται σε πολιτική για το «κλίμα», τότε δεν υπάρχει άλλη επιλογή.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Γιατί η Ιαπωνία επιτέθηκε στο Περλ Χάρμπορ: Μια μοιραία απόφαση

Στις 7 Δεκεμβρίου 1941, μια ημερομηνία που θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη της ανθρωπότητας, 183 ιαπωνικά αεροσκάφη εμφανίστηκαν στον ουρανό του Περλ Χάρμπορ στις 07:55 π.μ., πιάνοντας εντελώς απροετοίμαστους τους Αμερικανούς. Αυτή η επίθεση δεν ήταν μια απλή στρατιωτική ενέργεια, αλλά το αποκορύφωμα μιας δεκαετίας ιαπωνικών φιλοδοξιών που τελικά οδήγησε στην είσοδο των ΗΠΑ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το όνειρο μιας αυτοκρατορίας

Η Ιαπωνία των αρχών του 20ού αιώνα είχε μεγάλες φιλοδοξίες. Όπως η Μεγάλη Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, ήθελε να χτίσει τη δική της αυτοκρατορία για να εκμεταλλευτεί φυσικούς πόρους, εργατικό δυναμικό και να δημιουργήσει νέες εμπορικές διαδρομές. Το πρόβλημα ήταν ότι η ιαπωνική χώρα δεν διέθετε τους απαραίτητους φυσικούς πόρους —  χρειαζόταν περισσότερο κάρβουνο, περισσότερο σίδηρο και κυρίως περισσότερο πετρέλαιο για να πραγματοποιήσει τις φιλοδοξίες της.

Το 1931 η Ιαπωνία έκανε το πρώτο μεγάλο βήμα, εισβάλλοντας στην κινεζική επαρχία της Μαντζουρίας. Η περιοχή αυτή διέθετε πολλούς από τους πόρους που χρειαζόταν η Ιαπωνία και της έδωσε ισχυρότερη θέση στην ασιατική ήπειρο. Τον Ιούλιο του 1937, ξέσπασε ολοκληρωτικός πόλεμος μεταξύ Ιαπωνίας και Κίνας.

Ιαπωνικά άρματα μάχης τύπου 95 και τύπου 97 της Σχολής Αρμάτων Μάχης Τσίμπα, κατά τη διάρκεια ασκήσεων, το 1940. (Public Domain)

 

Αρχικά, τα πράγματα πήγαιναν εξαιρετικά καλά για τους Ιάπωνες. Κέρδιζαν νίκη μετά τη νίκη, ενώ παράλληλα διέπρατταν μεγάλες θηριωδίες όπως ο βιασμός της Νανκίνγκ και οι τρομοκρατικοί βομβαρδισμοί κατά Κινέζων αμάχων, που προκάλεσαν ευρεία διεθνή καταδίκη. Ωστόσο, μέχρι το 1939, ο πόλεμος είχε οδηγηθεί σε αδιέξοδο, καθώς η Κίνα γινόταν όλο και πιο ισχυρή.

Στην απέναντι πλευρά του Ειρηνικού, οι ΗΠΑ παρακολουθούσαν με αυξανόμενη ανησυχία. Μετά τη συμμετοχή τους στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχαν υιοθετήσει μια ανεπίσημη πολιτική απομονωτισμού και μη παρέμβασης. Ωστόσο, η έκρηξη του πολέμου στην Ευρώπη και οι ιαπωνικές θηριωδίες στην Κίνα άρχισαν σταδιακά να επηρεάζουν την κοινή γνώμη. Αυτό επέτρεψε στον τότε πρόεδρο Φραγκλίνο Ρούζβελτ να υπογράψει νέο Νόμο Ουδετερότητας το 1939, ώστε οι ΗΠΑ να μπορούν να προμηθεύουν όπλα σε Βρετανία και Γαλλία, αν τα πλήρωναν και τα παραλάμβαναν με τα δικά τους πλοία.

Η κρίσιμη εξάρτηση από το πετρέλαιο 

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ιαπωνίας ήταν η εξάρτησή της από το πετρέλαιο. Το 1939, μόλις το 6% της πετρελαϊκής προμήθειας της προερχόταν από εγχώρια παραγωγή, ενώ περίπου το 80% προερχόταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η έλλειψη πετρελαίου θα σήμαινε καταστροφή για τη στρατιωτική εκστρατεία στην Κίνα και τις άλλες εδαφικές φιλοδοξίες της.

Οι στρατηγικές επιλογές που είχε ήταν δύο:

Βόρεια στρατηγική: Υποστηριζόταν από τον Αυτοκρατορικό Στρατό και περιελάμβανε την κατάληψη περιοχών πλούσιων σε πετρέλαιο, κάρβουνο και σίδηρο σε Κίνα, Μογγολία και Σιβηρία

Νότια στρατηγική: Υποστηριζόταν από το Αυτοκρατορικό Ναυτικό και περιελάμβανε επίθεση προς τα νότια, στη Βρετανική Μαλαισία και τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες.

Η ήττα στη μάχη του Χαλχίν Γκολ από τις σοβιετικο-μογγολικές δυνάμεις πάγωσε τα σχέδια της προς Βορράν επέκτασης.

Το ιαπωνικό πολεμικό πλοίο «Hashidate», εν πλω στον κόλπο της Οσάκα, το 1940. (Public Domain)

 

Με τον στρατό κολλημένο στην Κίνα, το Ναυτικό ανέλαβε τη σκυτάλη με τη Νότια Στρατηγική. Το 1940, η Ιαπωνία εισήλθε στα βόρεια τμήματα της Γαλλικής Ινδοκίνας. Οι ΗΠΑ απάντησαν επιβάλλοντας εμπάργκο σε σίδηρο, χάλυβα και χαλκό.

Τον Ιούλιο του 1941, η Ιαπωνία κατέλαβε περισσότερες περιοχές της Γαλλικής Ινδοκίνας. Αυτή τη φορά, η αμερικανική απάντηση ήταν ακόμη πιο σκληρή:

• Πάγωμα όλων των ιαπωνικών περιουσιών στις ΗΠΑ

• Εμπάργκο πετρελαίου από ΗΠΑ, Βρετανία και Ολλανδία

• Η Ιαπωνία έχασε το 94% της πετρελαϊκής προμήθειάς της

Η Ιαπωνία βρέθηκε σε κρίση. Οι ΗΠΑ απαιτούσαν άμεση αποχώρηση από την Κίνα και το Τριμερές Σύμφωνο. Για την Ιαπωνία, η αποδοχή αυτών των απαιτήσεων ισοδυναμούσε με πλήρη ήττα. Μη θέλοντας να εγκαταλείψει τις επεκτατικές φιλοδοξίες της, η Ιαπωνία έκρινε ότι η μόνη επιλογή της ήταν να καταλάβει με τη βία τους φυσικούς πόρους που χρειαζόταν. Αυτό σήμαινε επίθεση στη Βρετανική Μαλαισία και τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες.

O Ιάπωνας νάυαρχος Ισορόκου Γιαμαμότο, το 1934. Ο Γιαμαμότο σχεδίασε και διηύθυνε την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ το 194. (Hulton Archive/Getty Images)

 

Καθώς πίστευε ότι οι ΗΠΑ θα απαντούσαν με βία, αποφάσισε να αιφνιδιάσει τον Αμερικανικό Στόλο του Ειρηνικού στο Περλ Χάρμπορ. Η στρατηγική τους, που αποσκοπούσε σε έναν σύντομο πόλεμο, βασιζόταν στους εξής υπολογισμούς:

• Ο αμερικανικός στόλος θα παρέλυε

• Θα κέρδιζαν χρόνο για να οχυρωθούν αμυντικά

• Οι ΗΠΑ θα απέφευγαν να εμπλακούν σε έναν κοστοβόρο πόλεμο χιλιάδες μίλια μακριά

• Θα διαπραγματεύονταν ειρήνη που θα επέτρεπε στην Ιαπωνία να κρατήσει μέρος των ή και όλα τα κατεχόμενα εδάφη

Συνέπεια των παραπάνω, ήταν η οργάνωση της ιστορικής επίθεσης. Στις 07:55 π.μ. της 7ης Δεκεμβρίου 1941, τα ιαπωνικά αεροσκάφη εμφανίστηκαν στον ουρανό του Περλ Χάρμπορ. Η έκπληξη ήταν απόλυτη. Το πρώτο κύμα των 183 αεροσκαφών χωρίστηκε σε τρεις ομάδες: δύο ομάδες στόχευσαν τα αεροδρόμια και τα σταθμευμένα αεροσκάφη, ενώ η τρίτη επιτέθηκε στα πλοία στο λιμάνι, εστιάζοντας στα θωρηκτά.

Οι Αμερικανοί πίστευαν ότι το νερό ήταν πολύ ρηχό για επίθεση με τορπίλες, αλλά οι Ιάπωνες είχαν δημιουργήσει μία νέα τορπίλη ειδικά για τα νερά του Περλ Χάρμπορ. Μέσα στα πρώτα πέντε λεπτά, τέσσερα θωρηκτά χτυπήθηκαν, συμπεριλαμβανομένων των USS Oklahoma και USS Arizona. Το Arizona εξερράγη 10 λεπτά αργότερα, με αποτέλεσμα τον θάνατο 1.175 μελών του πληρώματος.

Σε λίγο περισσότερο από μια ώρα, οι Ιαπωνέζοι είχαν βυθίσει ή βλάψει 18 αμερικανικά πολεμικά πλοία, χτυπήσει και τα οκτώ θωρηκτά του στόλου, καταστρέψει 188 αεροσκάφη, βλάψει σοβαρά την υποδομή της βάσης. Ωστόσο, τους διέφυγαν τα τρία σημαντικότερα αμερικανικά αεροπλανοφόρα, τα οποία βρίσκονταν εκείνη την ώρα σε ασκήσεις.

Λάθη που κόστισαν ακριβά

Παρά το εντυπωσιακό πρώτο αποτέλεσμα, το ότι η Ιαπωνία επικεντρώθηκε στα θωρηκτά και όχι στις δεξαμενές καυσίμων και τα εργαστήρια επισκευών που θα επέτρεπαν στην Αμερική να συνεχίσει έναν μακρύ πόλεμο ήταν μία στρατηγική αστοχία με καταστροφικά αποτελέσματα. Επιπλέον, δεν υπολόγισαν ότι χάρη στα ρηχά νερά του λιμανιού τα βυθισμένα πλοία δεν θα βυθίζονταν βαθιά και θα ήταν εύκολο να ανακτηθούν.

Ο τότε προέδρος των ΗΠΑ Φραγκλίνος Ρούσβελτ ανακοινώνει στο Κογκρέσο την ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ. (Russell Lee/Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου/Getty Images)

 

Η επίθεση στο Περλ Χάρμπορ είχε ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που ήλπιζε η Ιαπωνία. Την επομένη, ο πρόεδρος Ρούζβελτ εκφώνησε την περίφημη ομιλία στο Κογκρέσο, ζητώντας επίσημη κήρυξη πολέμου κατά της Ιαπωνίας.

Η υποστήριξη στον απομονωτισμό εξαφανίστηκε γρήγορα. Εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες εθελοντικά εντάχθηκαν στον στρατό και η αμερικανική οικονομία μπήκε σε πολεμικό καθεστώς.

Αυτό έσβησε τις  ελπίδες της Ιαπωνίας για έναν σύντομο πόλεμο και κατέδειξε τους λανθασμένους υπολογισμούς που τελικά επέφεραν την ολοκληρωτική ήττα της.

Η θυματοποίηση ως αρετή: Ο Πασκάλ Μπρυκνέρ και η λατρεία του πόνου

Σχολιασμός

Στο βιβλίο με τίτλο I Suffer Therefore I Am:Portrait of the Victim as Hero («Υποφέρω άρα υπάρχω: Το πορτρέτο του θύματος ως ήρωα»), ο Πασκάλ Μπρυκνέρ αποκαλύπτει την «ηθική ματαιοδοξία» πίσω από την εμμονή μας με τη θυματοποίηση. Με τη συνηθισμένη του ευρυμάθεια, ο Γάλλος δοκιμιογράφος στρέφει το βλέμμα του σε έναν πολιτισμό που έχει μεταμορφώσει τον πόνο και την ταλαιπωρία σε κύρος. Αν ο Ντεκάρτ διακήρυξε «σκέφτομαι, άρα υπάρχω», η εποχή του Μπρυκνέρ απαντά: «υποφέρω, άρα υπάρχω».

Το βιβλίο ανοίγει με ένα ανέκδοτο τόσο παράλογο όσο και αποκαλυπτικό. Το 2015, ο πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ πρότεινε να απονείμει το μετάλλιο της Λεγεώνας της Τιμής στα 130 θύματα της σφαγής στο Μπατακλάν στο Παρίσι. Ο Μπρυκνέρ υποστηρίζει ότι ήταν μια αδικαιολόγητη επίδειξη συναισθηματικότητας· το να πεθάνεις τραγικά δεν είναι το ίδιο με το να ενεργήσεις ηρωικά. Εδώ, σε μικρογραφία, βρίσκεται το θέμα του· η σύγχυση της θυματοποίησης με το ηθικό μεγαλείο. Στο νέο «ανεστραμμένο Πάνθεον», ο πάσχων αντικαθιστά τον ήρωα.

Ο Μπρυκνέρ είναι ηθικολόγος με την κλασική γαλλική έννοια, απόγονος του Μονταίν και του Πασκάλ. Το βιβλίο του αποτελεί μια εκτεταμένη στοχαστική ενασχόληση με ένα και μόνο ερώτημα· τι συμβαίνει όταν η συμπόνια, η ευγενέστερη των αρετών, μετατρέπεται σε έδαφος παραπόνου;

Στη σύγχρονη Δύση, γράφει, το να επικαλείσαι βλάβη σημαίνει ότι αποκτάς «τη διττή δύναμη της ενοχοποίησης και του παραπόνου». Αλλά ποιος από εμάς δεν μπορεί να ψάξει στο παρελθόν του για να ξεθάψει κάποιο παράπονο; Μια παιδική προσβολή, έναν άκαρδο γονιό, έναν μη εμπνευσμένο δάσκαλο, έναν ψυχοπαθή γείτονα, ένα τοξικό εργασιακό περιβάλλον ή οποιονδήποτε από τους αμέτρητους λόγους που θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε για να δούμε τον εαυτό μας ως θύμα;

Ο καθένας μας, αν το θελήσει, μπορεί να επικαλεστεί κάποια βλάβη, πραγματική ή φανταστική, για να δικαιολογήσει τη δυσαρέσκειά του. Ο Μπρυκνέρ υποστηρίζει ότι η σύγχρονη φαντασία έχει μετατρέψει την καθολική αλήθεια της ανθρώπινης ατέλειας σε ένα ηθικό σύστημα επίρριψης ευθυνών. Η ταλαιπωρία δεν είναι πλέον κάτι που πρέπει να αντέχεται ή να ξεπερνιέται· αντίθετα, καλλιεργείται σκόπιμα, λειτουργώντας ως σύμβολο αρετής που σκοπεύει να αγιοποιήσει και να εξυψώσει την καθημερινή αδικία της ζωής.

Κι όμως, ακριβώς εδώ είναι που ο Μπρυκνέρ χαράσσει μια ηθική γραμμή. Η δημοκρατία, όπως πρέπει να νοείται, απαιτεί ώστε «το σφάλμα και η βλάβη να τελειώνουν με το άτομο που τα διέπραξε ή τα υπέστη». Δεν είμαστε καταδικασμένοι να διαιωνίζουμε τα λάθη των προγόνων μας· «η ανθρωπότητα αρχίζει ξανά με τον καθένα από εμάς».

Η διάγνωση είναι συντριπτική. Η θυματοποίηση έχει γίνει «η θλιβερή εκδοχή του προνομίου», μια νέα αριστοκρατία της βλάβης που απαλλάσσει τους φορείς της από ηθική λογοδοσία. Επινοεί τη φράση «επιχειρηματίες της θυματοποίησης», παρατηρώντας ότι είναι «πρώτα και κύρια επιχειρηματίες της μνήμης». Ο πάσχων γίνεται ένα είδος προνομιούχας διασημότητας, καλυμμένος από τον συνηθισμένο ηθικό έλεγχο, ενώ ο πόνος μεταμορφώνεται σε θέαμα καθαγιασμένης οδύνης, όπου το παράπονο αντικαθιστά την χάρη. Στις δημοκρατίες πρόνοιας της Δύσης, κάθε ατυχία ερμηνεύεται ως τραύμα και κάθε δυσκολία θεωρείται αδικία.

Ο Μπρυκνέρ σημειώνει ότι αυτό οδηγεί στη «δημοκρατικοποίηση του μαρτυρίου». Στο παρελθόν, άγιοι και ποιητές ίσως διεκδικούσαν θεϊκή οδύνη· σήμερα, οποιοσδήποτε συνηθισμένος πολίτης μπορεί να δηλώσει: «Κι εγώ είμαι θύμα».

Ο κατάλογος των εχθρών είναι, φυσικά, ατελείωτος — ο καπιταλισμός, η πατριαρχία, το να είσαι λευκός, η αποικιοκρατία, η ετεροκανονικότητα, τα ορυκτά καύσιμα, η οικογένεια, η εκκλησία, η παράδοση, η αρρενωπότητα, η αξιοκρατία, ακόμη και η ίδια η λογική. Σε αυτή την «ηθική οικονομία» του διαρκούς παραπόνου, κάθε θεσμός που κάποτε παρείχε νόημα γίνεται εργαλείο καταπίεσης, και κάθε ελάττωμα αφορμή για δίκαιη διαμαρτυρία. «Σε παγκόσμια κλίμακα», γράφει ο Μπρυκνέρ, «υπάρχει ένας ανταγωνισμός παραπόνων, όπου ο καθένας προσπαθεί να ‘πνίξει’ τον άλλον».

Αν και ο Μπρυκνέρ γράφει από τη Γαλλία, η κριτική του απηχεί έντονα τον Καναδά. Συμπόσιο για τη συμπλήρωση Δέκα χρόνων του Καναδικού Χάρτη Δικαιωμάτων των Θυμάτων παρατήρησε ότι πολλοί παθόντες «νιώθουν ότι η εμπειρία τους με το σύστημα τούς κάνει νέα θύματα», μετατρέποντας τη δικαιοσύνη σε μια συνεχή σκηνή παραπόνων. Στην πολιτική, ακόμη και συντηρητικοί πλέον περιγράφουν τους υποστηρικτές τους ως «θύματα της Οττάβα» ή της «ελίτ της προοδευτικής αφύπνισης», ενώ οι προοδευτικοί παρουσιάζουν όλη τη χώρα ως μια συνομοσπονδία καταπιεσμένων. Όπως είπε ένας Καναδός σχολιαστής, αυτό έχει οδηγήσει μια γενιά να «πιστεύει ότι είτε είναι καταπιεστές που ζουν σε κλεμμένη γη είτε θύματα που τους έκλεψαν τη γη και τον πολιτισμό». Στα λόγια του Μπρυκνέρ, η οδύνη έχει γίνει η κύρια πηγή ηθικού κύρους.

Τα καναδικά τελετουργικά μεταμέλειας — όπως η αναγνώριση γης πριν από δημόσιες εκδηλώσεις και οι κυβερνητικές συγγνώμες για ιστορικά λάθη — ενσαρκώνουν ακριβώς αυτό που ο Μπρυκνέρ περιγράφει ως «τη θλιβερή εκδοχή του προνομίου». Αυτές οι πράξεις μπορεί να ξεκινούν από τη συμπόνια αλλά συχνά εκφυλίζονται σε κενό «ηθικό θέατρο», όπου η μετάνοια υπερισχύει της πραγματικής αλλαγής.

Η ειρωνεία του Μπρυκνέρ διασχίζει ιδεολογικά σύνορα. Εμπαίζει τους λευκούς Αμερικανούς που γονάτισαν για να πλύνουν τα πόδια μαύρων ακτιβιστών μετά τον θάνατο του Τζορτζ Φλόυντ, σαν να μπορούσαν να εξιλεωθούν για προγονικές αμαρτίες μέσω της τελετουργικής ταπείνωσης. Γελοιοποιεί τις μετα-αποικιακές ελίτ που εκμεταλλεύονται το κληρονομημένο τραύμα ενώ καταπιέζουν τους δικούς τους ανθρώπους. Ειδικότερα, ασκεί κριτική στους δυτικούς διανοουμένους που εξιδανικεύουν τη τζιχαντιστική βία και τη δικαιολογούν ως εκδίκηση των καταπιεσμένων: «Πολλοί βρίσκουν ελαφρυντικά για τη Χαμάς. […] Οι καταπιεσμένοι έχουν κάθε δικαίωμα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να παραβούν τους στοιχειώδεις κανόνες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. […] Πριν ακονίσουν τα μαχαίρια τους, δηλώνουν θύματα για να εξασφαλίσουν άφεση».

Ο Μπρυκνέρ είναι εξίσου αμείλικτος απέναντι στο αφήγημα της «ισλαμοφοβίας», μια κατασκευασμένη αμαρτία που λειτουργεί ως ηθικός εκβιασμός, χτισμένη πάνω σε διαστρέβλωση και ιστορικό ψεύδος. Τη χαρακτηρίζει ως μια χειριστική ιδεολογία που συγχέει κάθε θεμιτή κριτική του Ισλάμ ή του ισλαμιστικού εξτρεμισμού με «ρατσισμό», φιμώνοντας την αντίθεση μέσω ενοχής και φόβου. Θυμάται μια γαλλική «αντι-ισλαμοφοβική» πορεία το 2019 όπου διαδηλωτές φορούσαν κίτρινα αστέρια δίπλα σε ημισέληνους, μια «σκανδαλώδη» σύγκριση των μουσουλμάνων στη δημοκρατική Γαλλία με τους Εβραίους υπό τον ναζισμό.

Για τους Καναδούς αναγνώστες, ο όρος «ισλαμοφοβία» έχει επίσης καθιερωθεί ως «δόγμα» στην Οττάβα, κατοχυρωμένος στο Ψήφισμα 103 και σε κυβερνητικά στρατηγικά έγγραφα που θολώνουν τα όρια ανάμεσα στο φυλετικό μίσος και τη θεμιτή συζήτηση για την ισλαμιστική ιδεολογία. Και εδώ, ο ηθικός εκβιασμός αντικαθιστά την ηθική διαύγεια· ο φόβος να προσβάλεις υποκαθιστά το καθήκον να λες την αλήθεια.

Ο Μπρυκνέρ αμφισβητεί τη σύγχρονη εμμονή με τις αποζημιώσεις. Σε όλη τη Δύση, ακτιβιστές ζητούν εκτεταμένες οικονομικές αποζημιώσεις για τη δουλεία, μια αξίωση που ο Μπρυκνέρ απορρίπτει ως «παράλογη απαίτηση». Πώς μπορούν οι ζωντανοί να εξιλεωθούν για τους νεκρούς; Δεν υπάρχει ημερομηνία λήξης στο ηθικό χρέος; Η ιδέα ενός ατελείωτου ηθικού καταλόγου, προειδοποιεί ο Μπρυκνέρ, κινδυνεύει να παγώσει σε μια νέα θεολογία του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά απογυμνωμένη από χάρη, που δεν προσφέρει καμία δυνατότητα λύτρωσης.

Το βιβλίο I Suffer Therefore I Am:Portrait of the Victim as Hero είναι ταυτόχρονα διάγνωση και προτροπή. Δεν πρόκειται για υπεράσπιση της σκληρότητας. «Η μέριμνα για τους ταπεινωμένους», γράφει ο Μπρυκνέρ, «είναι το ισχυρό σημείο του ουμανισμού. Αλλά ο εκβιασμός μέσω της θυματοποίησης είναι η άλλη όψη αυτής της προόδου». Το να υποφέρεις είναι μέρος της ανθρώπινης κατάστασης· το να κάνεις την οδύνη ταυτότητά σου σημαίνει να απεμπολήσεις την ίδια την ελευθερία και μαζί της την ελπίδα της συγχώρεσης και της ανανέωσης. Το θύμα, επιμένει, δεν πρέπει ποτέ να γίνει το μέτρο του ανθρώπου.

Του Patrick Keeney

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times

Η ελιά ως εθνικό μας κεφάλαιο – Από το σύμβολο ειρήνης στη στρατηγική για την ύπαιθρο της νέας εποχής

Η ελιά είναι κομμάτι της ταυτότητάς μας, της διατροφής, του τόπου και της ιστορίας μας. Δεν είναι τυχαίο ότι η UNESCO, το 2019, ανακήρυξε την 26η Νοεμβρίου ως Παγκόσμια Ημέρα Ελιάς, αναγνωρίζοντας τον παγκόσμιο πολιτιστικό, κοινωνικό και οικονομικό της ρόλο. Στην Ελλάδα, το ελαιόλαδο έχει ισχυρό αποτύπωμα στην οικονομία, στην παραγωγή και στην καθημερινότητά μας. Γι’ αυτό και οφείλουμε να στηρίξουμε έμπρακτα τον ελαιοκομικό τομέα, μέσα σε συνθήκες κλιματικής κρίσης, έντονων διακυμάνσεων τιμών και μεγάλων διεθνών προκλήσεων.

Η ελαιοκομία αποτελεί έναν από τους πιο δυναμικούς κλάδους της αγροτικής παραγωγής. Η παραγωγή παρθένου ελαιολάδου για το 2024 εκτιμάται περίπου στους 250.000 τόνους.

Από αυτούς, περίπου 110.000 τόνοι καλύπτουν την εγχώρια κατανάλωση, ενώ το υπόλοιπο εξάγεται, κυρίως προς άλλες χώρες της ΕΕ αλλά και προς αγορές όπως οι ΗΠΑ. Η παραγωγή βρώσιμων ελιών εκτιμάται σε ~400.000 τόνους (νωπές), εκ των οποίων γύρω στους 30.000 τόνους καταναλώνονται στην εσωτερική αγορά, με το μεγαλύτερο μέρος να κατευθύνεται προς μεταποίηση και εξαγωγή.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και των φορέων του κλάδου, το ελαιόλαδο αντιπροσωπεύει σημαντικό ποσοστό της αξίας της αγροτικής μας παραγωγής και των εξαγωγών τροφίμων. Μεγάλο μέρος της παραγωγής μας είναι εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, υψηλής ποιότητας. Αυτό το συγκριτικό πλεονέκτημα αποτελεί τη βάση για μια ακόμη πιο εξωστρεφή και καλύτερα οργανωμένη ελαιοκομία τα επόμενα χρόνια.

Στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων αξιοποιούμε στοχευμένα εργαλεία πολιτικής για τη στήριξη του ελαιοκομικού τομέα. Κεντρικό ρόλο έχουν τα επιχειρησιακά προγράμματα των Οργανώσεων Ελαιοκομικών Φορέων (ΟΕΦ). Συμμετέχουν 67 οργανώσεις, εκπροσωπώντας 10-11 χιλιάδες μέλη παραγωγούς. Τα προγράμματα αυτά χρηματοδοτούν δράσεις συλλογικής οργάνωσης, βελτίωσης της ποιότητας, πιστοποίησης, καινοτομίας, εκπαίδευσης, εξοικονόμησης πόρων και προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή.

Παράλληλα, το Πρόγραμμα Μικρών Νησιών του Αιγαίου στηρίζει τους παραδοσιακούς ελαιώνες — ουσιαστικά το σύνολο της ελαιοκαλλιέργειας στα περισσότερα νησιά πλην της Κρήτης. Για το 2024, οι επιλέξιμες εκτάσεις ανήλθαν σε περίπου 60 χιλιάδες εκτάρια και η ενίσχυση έφθασε τα 7,6 εκατ. ευρώ, εξ ολοκλήρου κοινοτική χρηματοδότηση. Με αυτόν τον τρόπο στηρίζουμε το εισόδημα των παραγωγών, αλλά και τη διατήρηση του τόπου, της βιοποικιλότητας και του νησιωτικού αγροτικού πολιτισμού.

Η στήριξη, όμως, δεν εξαντλείται στις ενισχύσεις. Ενισχύουμε την προστασία από αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, ώστε οι παραγωγοί να έχουν πιο δίκαιους όρους συνεργασίας στην αλυσίδα τροφίμων. Σε συνεργασία με τον ΕΦΕΤ και τις τοπικές ΔΑΟΚ, ενδυναμώνουμε τους ελέγχους ποιότητας και ασφάλειας, ώστε το ελληνικό ελαιόλαδο και οι επιτραπέζιες ελιές να παραμένουν συνώνυμα αξιοπιστίας για τον καταναλωτή.

Προωθούμε, επίσης, την υποχρεωτική δήλωση συγκομιδής και το ελαιοκομικό κτηματολόγιο, ώστε να διαθέτουμε καλύτερα δεδομένα, περισσότερη διαφάνεια και ισχυρότερη ιχνηλασιμότητα.

Η ελιά και το ελαιόλαδο βρίσκονται στον πυρήνα της μεσογειακής διατροφής αναγνωρισμένης ως άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO, όμως στη χώρα μας αποτελεί και ένα ισχυρό χαρτί ανάπτυξης: για την ενίσχυση των ΠΟΠ/ΠΓΕ προϊόντων, για τη σύνδεση της ελαιοκομίας με τον τουρισμό και τον ελαιοτουρισμό, για την προώθηση της πράσινης μετάβασης με έξυπνη άρδευση, εξοικονόμηση ενέργειας και κυκλική αξιοποίηση των παραπροϊόντων.

Με σεβασμό στην παράδοση και αποφασιστικότητα, μπορούμε να κάνουμε την ελληνική ελιά και το ελληνικό ελαιόλαδο ακόμη πιο ισχυρά σύμβολα της χώρας μας στον κόσμο και ακόμη πιο σταθερό στήριγμα για τους ανθρώπους που ζουν από αυτή.

‘Αρθρο του Γενικού Γραμματέα Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, Σπύρου Πρωτοψάλτη

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι απόψεις του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις θέσεις της εφημερίδας The Epoch Times.

 

Κούβα 2025: Η κατάρρευση του τελευταίου μύθου

Η Κούβα βρίσκεται στη σκοτεινότερη στιγμή της σύγχρονης ιστορίας της. Η οικονομική κατάρρευση, η εθνική αιμορραγία της μετανάστευσης και η ολοκληρωτική καταστολή οδηγούν τη χώρα σε ένα μέλλον που μοιάζει να έχει προδιαγραφεί από άλλες κομμουνιστικές δικτατορίες.

Πίσω από την κουρασμένη προπαγάνδα περί «σοσιαλιστικών επιτευγμάτων», ένας λαός πεινά, εξαντλείται και σιωπά.

Η Κούβα βιώνει σήμερα μια καθολική κρίση που δεν αφορά μόνο την οικονομία αλλά και την ίδια τη δυνατότητα του λαού να επιβιώσει. Το νησί μοιάζει παγιδευμένο σε ένα σύστημα που απορρίπτει κάθε αλλαγή, ένα σύστημα που οι ίδιοι οι πολίτες χαρακτηρίζουν «αδιόρθωτο».

Πίσω από την επίσημη αφήγηση περί «σοσιαλιστικής ανθεκτικότητας» και «λαϊκής κυριαρχίας», η πραγματικότητα είναι μια: η χώρα καταρρέει.

Για δεκαετίες, η κουβανική κυβέρνηση θεμελίωσε την εξουσία της πάνω σε τρεις βασικούς άξονες προπαγάνδας: τον μύθο της οικονομικής πολιορκίας, τον μύθο της κορυφαίας κοινωνικής πρόνοιας και τον μύθο της εθνικής αξιοπρέπειας.

Ο μύθος της οικονομικής πολιορκίας

Το καθεστώς επιρρίπτει όλες τις ευθύνες στο αμερικανικό εμπάργκο. Όμως σήμερα η ίδια η κυβέρνηση εισάγει σχεδόν όλα τα αγαθά, εμποδίζει ιδιωτικές επενδύσεις, κρατά τον πληθυσμό δέσμιο σε κρατικά μονοπώλια.

Η «πολιορκία» λειτουργεί κυρίως στο εσωτερικό. Η οικονομική ελευθερία θεωρείται απειλή για το καθεστώς.

Από τη δεκαετία του 1960, η κουβανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η οικονομική δυσπραγία και η φτώχεια είναι αποτέλεσμα κυρίως των κυρώσεων των ΗΠΑ. Η αφήγηση παρουσιάζει τις ΗΠΑ ως μόνιμο εχθρό, υπεύθυνο για την έλλειψη τροφίμων, καυσίμων και τεχνολογίας, και την Κούβα ως αμυνόμενο έθνος που θυσιάζει την ευημερία της για την «ανεξαρτησία» και την «αντιιμπεριαλιστική αντίσταση», με τη φτώχεια ως ηρωικό μέτρο.

Όμως ποια είναι η πραγματικότητα της οικονομίας; Ανίκανη πολιτική διαχείριση, διαφθορά και γραφειοκρατία, περιορισμοί στον ιδιωτικό τομέα.

Η Κούβα ακολουθεί μια κεντρικά ελεγχόμενη οικονομία, όπου η κρατική παραγωγή δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του πληθυσμού. Για παράδειγμα, η παραγωγή ζάχαρης έχει καταρρεύσει από 8 εκατομμύρια τόνους το 1989 σε 150.000 τόνους σήμερα, με τις εισαγωγές να αντικαθιστούν σχεδόν όλη την εγχώρια ζάχαρη.

Τα κρατικά καταστήματα συχνά έχουν άδεια ράφια, ενώ η διανομή βασικών αγαθών είναι αναποτελεσματική. Η αναποτελεσματικότητα δεν είναι συνέπεια αποκλειστικά των κυρώσεων αλλά κυρίως εσωτερικής κακοδιαχείρισης.

Μέχρι πρόσφατα οι ιδιωτικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις ήταν απαγορευμένες. Η μικρή άνοδος του ιδιωτικού τομέα δείχνει ότι η οικονομία μπορεί να ξαναζωντανέψει αν οι πολίτες έχουν χώρο για επιχειρηματική δράση.

Ο μύθος της κορυφαίας κοινωνικής πρόνοιας

Η επίσημη αφήγηση μιλά για δωρεάν υγεία και παιδεία. Όμως ποια είναι η πραγματικότητα;

Το 70% των πολιτών πεινάει, το 89% ζει σε ακραία φτώχεια. Τα φαρμακεία είναι άδεια, τα νοσοκομεία εγκαταλελειμμένα. Οι γιατροί μεταναστεύουν κατά χιλιάδες ή στέλνονται σε χώρες-συμμάχους ως «εξαγώγιμο πολιτικό κεφάλαιο».

Το κοινωνικό κράτος έχει μετατραπεί σε κέλυφος προπαγάνδας. Η κυβέρνηση παρουσιάζει κάθε διαφωνία ως «πράξη προδοσίας» και «εξυπηρέτηση ξένων συμφερόντων».

Η κρατική τηλεόραση επιτίθεται καθημερινά σε όσους ζητούν μεταρρυθμίσεις. Το μήνυμα είναι σαφές: «Ελευθερία σημαίνει χάος, το καθεστώς σημαίνει ασφάλεια». Η κυβέρνηση παρουσιάζει την έλλειψη ως επιτυχία, πείθοντας τον λαό πως θυσιάζεται για το «υψηλό ιδανικό του σοσιαλισμού». Η Κούβα εμφανίζεται ως «ηθικά ανώτερη από τις καπιταλιστικές κοινωνίες», παρόλο που οι πολίτες υποφέρουν καθημερινά.

Ο μύθος αυτός ενισχύει τη νομιμοποίηση του καθεστώτος και μειώνει την αντίδραση της κοινωνίας: «Υποφέρουμε, αλλά για το κοινό καλό».

Ο μύθος της εθνικής αξιοπρέπειας

Η κουβανική κυβέρνηση παρουσιάζει την Κούβα ως «ανεξάρτητο και ηθικά ανώτερο κράτος» που αντιστέκεται στον ιμπεριαλισμό, κυρίως των ΗΠΑ.

Η φτώχεια, οι ελλείψεις και οι δυσκολίες παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα «αξιοπρεπούς αντίστασης» και όχι κακής διακυβέρνησης. Ο λαός εμφανίζεται ως ήρωας που θυσιάζεται για την προάσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας.

Οι πολίτες καλούνται να αντέχουν διακοπές ρεύματος, έλλειψη τροφίμων και χαμηλούς μισθούς με το σκεπτικό ότι «οι θυσίες μας κάνουν τη χώρα ισχυρή».

Η εθνική αξιοπρέπεια συνδέεται άρρηκτα με την πίστη στο καθεστώς. Η αμφισβήτηση του κράτους θεωρείται προδοσία διότι υπονομεύει την εθνική τιμή.

Ο μύθος χρησιμοποιείται για να καλλιεργήσει την υποταγή και την αδράνεια. Οι πολίτες αποθαρρύνονται να αμφισβητήσουν τις πολιτικές ή να απαιτήσουν αλλαγή, γιατί κάθε αντίσταση θεωρείται επίθεση κατά της εθνικής τιμής.

Το αφήγημα είναι: « Η Κούβα είναι περήφανη επειδή επιβιώνει παρά τις πιέσεις των ΗΠΑ».

Αριθμοί που σοκάρουν

Η καθημερινότητα των πολιτών έχει γίνει ένας ατελείωτος αγώνας επιβίωσης. Ο επίσημος μέσος μισθός είναι 6.506 πέσος (περίπου 14 δολάρια στη μαύρη αγορά). Οι μισθοί σε κρατικές υπηρεσίες (καθαριστές, φύλακες, κλπ) είναι 2.500 πέσος, λιγότερο από 5 δολάρια. Μια καρτέλα 30 αυγών κοστίζει 2.800 πέσος δηλαδή περισσότερο από έναν μηνιαίο μισθό. Ένα κιλό ρύζι και ένα κιλό φασόλια κοστίζουν όσο σχεδόν δέκα ημερομίσθια.

Το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα του ΟΗΕ έχει πλέον ενεργοποιηθεί για να αποτρέψει την παιδική πείνα, μια πραγματικότητα που μέχρι πρόσφατα θα έμοιαζε αδιανόητη.

Ρεύμα και νερό λειτουργούν με μεγάλη αστάθεια. Στις περισσότερες περιοχές, όπου τα μπλακ-άουτ διαρκούν πάνω από 4 ώρες ημερησίως και οι διακοπές νερού είναι επίσης συχνές, ακόμη και το μαγείρεμα γίνεται μια πολυτέλεια.

Η δημόσια συγκοινωνία βρίσκεται σε αποσύνθεση. Τα λεωφορεία είναι ελάχιστα, τα καύσιμα δυσεύρετα και πανάκριβα. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι ανθρώπους που προσπαθούν να κάνουν ωτοστόπ, ενώ όσοι διαθέτουν αυτοκίνητα συχνά δεν βρίσκουν καύσιμα ή απλώς δεν μπορούν να τα πληρώσουν. Τα πρατήρια δεν λειτουργούν τακτικά και οι οδηγοί περιμένουν ακόμη και μια εβδομάδα για να πάρουν μια μικρή ποσότητα βενζίνης, την οποία πληρώνουν σε τιμή πολλαπλάσια του μισθού τους. Η εικόνα των άδειων δρόμων, ακόμη και σε κεντρικούς αυτοκινητοδρόμους, μαρτυρά το μέγεθος της κρίσης.

Για πολλούς Κουβανούς, σύμφωνα με τον Economist, η μόνη διέξοδος για την επιβίωσή τους είναι τα εμβάσματα που λαμβάνουν από συγγενείς που έχουν στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με ανεξάρτητες κοινωνικές έρευνες, το 89% των νοικοκυριών ζει σε ακραία φτώχεια, ενώ το 70% των πολιτών παραλείπει τουλάχιστον ένα γεύμα την ημέρα. Μόλις το 3% βρίσκει τα απαραίτητα φάρμακα. Χιλιάδες ηλικιωμένοι ζουν ωριαία με συντάξεις των 4.500 πέσος (γύρω στα 10 δολάρια), ενώ αναγκάζονται να επιλέγουν ανάμεσα σε φαγητό και φάρμακα.

Η μετανάστευση έχει πάρει πρωτοφανείς διαστάσεις. Από το 2020, έχουν εγκαταλείψει τη χώρα περίπου 2,75 εκατομμύρια άνθρωποι. Περίπου, δηλαδή, το ¼ του πληθυσμού τα τελευταία πέντε χρόνια. Ο δείκτης των γεννήσεων κατρακύλησε στο 1,29 παιδί ανά γυναίκα.

Το αποτέλεσμα; Έλλειψη γιατρών, δασκάλων, τεχνικών, ακόμη και χορευτών στο διάσημο μπαλέτο της Αβάνας.

Μια οικονομία σε αποσύνθεση

Σύμφωνα με στοιχεία που παρέχει ο Economist, το ΑΕΠ έχει υποχωρήσει κατά 11% από το 2019. Ο πληθωρισμός αγγίζει το 15%. Το πέσο έχασε σχεδόν όλη του την αξία, πέφτοντας από 20 σε 450 πέσος/δολάριο

Ο τουρισμός που υποτίθεται πως θα αποτελούσε σανίδα σωτηρίας μετά την πανδημία, παραμένει στάσιμος. Στο κέντρο της Αβάνας, εγκαταλελειμμένα κτίρια γκρεμίζονται μπροστά στα μάτια των ντόπιων.

Από το 2021 επιτρέπονται ιδιωτικές μικρές και μεσαίες (ΜμΕ) επιχειρήσεις, οι οποίες καλύπτουν πάνω από το 50% του λιανεμπορίου και απασχολούν πάνω από το ⅓ των εργαζομένων. Τα τελευταία χρόνια, η Κούβα αναγκάστηκε να επιτρέψει έναν μικρό αριθμό ιδιωτικών ΜμΕ, γιατί το κράτος δεν μπορεί πια να καλύψει τις ανάγκες του πληθυσμού.

Αυτός ο ιδιωτικός τομέας είναι τώρα η μόνη ζωντανή πηγή ανάπτυξης στη χώρα.

Όμως η κυβέρνηση επιβάλλει συνεχώς ασαφείς κανόνες και μπλοκάρει επενδύσεις με τον φόβο ότι η οικονομική ελευθερία θα οδηγήσει σε πολιτική αλλαγή.

Ο Ραούλ Κάστρο, αν κι έχει αποσυρθεί, ασκεί ακόμα μεγάλη επιρροή και εμποδίζει τις μεταρρυθμίσεις. Ο πρόεδρος Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ θεωρείται αδύναμος και παθητικός, εγκλωβισμένος σε ένα μοντέλο που δεν λειτουργεί πλέον ούτε θεωρητικά.

Οι μαζικές διαδηλώσεις του 2021 και του 2024, που έδειξαν ότι οι πολίτες επιθυμούν αλλαγή, καταπνίγηκαν βίαια. Η απάντηση του καθεστώτος: μαζικές συλλήψεις, στρατιωτικοποίηση των πόλεων, λογοκρισία του διαδικτύου, εξόντωση της αντιπολίτευσης.

Η οργανωμένη αντιπολίτευση έχει αποδεκατιστεί, ενώ η κοινωνική κόπωση έχει παγώσει τη διάθεση για διεκδίκηση αλλαγής.

Τι αποκαλύπτει η καθημερινότητα

«Δεν έχω δει ποτέ τόσους ανθρώπους να φεύγουν όπως τώρα», λέει η Βάλια Ροντρίγκεζ, ετών 42, κάτοικος Αβάνας. «Φυσικά, οποιοσδήποτε Κουβανός θα ήθελε να φύγει. Σε αυτή τη χώρα με αυτή την κυβέρνηση δεν μπορείς να ζήσεις… Αν δεν είχα γεννήσει, θα είχα ήδη φύγει, επειδή η κατάσταση είναι μη βιώσιμη».

Η Ντανιέλλα Καστίγιο, 18 ετών, φοιτήτρια, περιγράφει την καθημερινότητα στην Αβάνα: «Η κατάσταση με τις διακοπές ρεύματος είναι τραγική… Φτάνουμε στο σπίτι εξαντλημένοι, δεν υπάρχει ρεύμα, και πολλές φορές πρέπει να περιμένουμε να ξανάρθει — αν ξανάρθει — για να μπορέσουμε να φάμε, για να μπορέσουμε να διαβάσουμε».

«Είναι τρελό για τον καθένα», αναφέρει ο Ραούλ Ερνέστο Γκουτιέρρες για το μαζικό μπλακ-άουτ .Στην επαρχία πρέπει να μαγειρεύουμε με κάρβουνο και με ξύλα. Είναι πολύ αγχωτικό και επίσης απογοητευτικό».

Υπάρχουν παραλληλισμοί που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε. Η κουβανική κρίση δεν είναι μοναδική. Μοιράζεται κοινά χαρακτηριστικά με άλλα καθεστώτα που υποσχέθηκαν «λαϊκό παράδεισο».

Σοβιετική Ένωση (προ του 1991)

  • Οικονομική στασιμότητα
  • Λογοκρισία και καταστολή
  • Έλλειψη βασικών αγαθών
  • Μαζική αδυναμία του κράτους να διατηρήσει παραγωγή
  • Τελικό αποτέλεσμα: κατάρρευση του συστήματος

Βόρεια Κορέα

  • Η μαζική φτώχεια μεταμφιέζεται σε «ηρωική αντίσταση» και παρουσιάζεται ως απόδειξη πατριωτισμού.
  • Η ελίτ ζει απομονωμένη, ενώ ο λαός βρίσκεται στα όρια της επιβίωσης.

Αυτό είναι βασικό χαρακτηριστικό πολλών ολοκληρωτικών καθεστώτων, αντί να διορθώσουν τα λάθη τους, ζητούν από τον λαό να τα θεωρήσει προτέρημα.

Μια τέτοια ρητορική έχει αναπτυχθεί και στην Κούβα. «Αν το τίμημα αυτής της στάσης της χώρας μας ήταν […] να εξαφανιστεί ολόκληρος ο πληθυσμός από προσώπου γης — αν αυτό ήταν δυνατό — θα προτιμούσαμε αυτό από το να αποδεχτούμε εκείνη την τάξη πραγμάτων και εκείνους τους νόμους που ο ιμπεριαλισμός επιθυμεί να επιβάλει στον κόσμο», είχε αναφέρει ο Φιντέλ Κάστρο σε ομιλία του το 1967.

Η Κούβα μοιάζει να πλησιάζει επικίνδυνα αυτό το πρότυπο.

Βενεζουέλα

  • Υπερπληθωρισμός
  • Μαζική έξοδος ανθρώπων
  • Κατάρρευση παραγωγής.

Η Κούβα πλέον καταγράφει μεγαλύτερες μαζικές μεταναστευτικές ροές από πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Το τέλος της αυταπάτης

Ο ιδιωτικός τομέας — η μικρή σπίθα ελευθερίας — κινείται με δυσκολία. Παρ’ όλα αυτά, ήδη καλύπτει μεγάλο μέρος της απασχόλησης και του λιανεμπορίου. Χρειάζεται η αυτονομία, η οικονομική συλλογική δράση, η αναγνώριση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ο μικροεπιχειρηματίας της Αβάνας το θέτει καθαρά: «Πληρώνουμε φόρους, δημιουργούμε θέσεις εργασίας, αποτελούμε μέρος της οικονομίας της χώρας […] Χωρίς ιδιωτικό τομέα σήμερα η μετανάστευση θα μπορούσε να είναι ακόμη μεγαλύτερη, η φυγή των ικανών και ταλαντούχων ανθρώπων το ίδιο, οι άστεγοι ακόμη περισσότεροι».

Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι απόψεις του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις θέσεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Δικαιοσύνη και δημοκρατία σε δοκιμασία, στην Ελλάδα του 2025

Η πρόσφατη σύγκρουση ανάμεσα σε μια μάχιμη ποινικολόγο και το ανώτερο συνδικαλιστικό όργανο των δικαστών στην Ελλάδα έφερε στο προσκήνιο κρίσιμα ζητήματα για τη λειτουργία της δικαιοσύνης και τα όρια της δημοκρατίας. Η ποινικολόγος Βάσω Πανταζή – συνήγορος υπεράσπισης σε μια πολύκροτη δίκη – βρέθηκε στο στόχαστρο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕνΔΕ) λόγω δηλώσεών της για δικαστική απόφαση. Ωστόσο, όπως η ίδια επισημαίνει, είχε την αμέριστη στήριξη του νομικού κόσμου στον αγώνα της απέναντι σε αυτήν την επίθεση. Το περιστατικό αυτό αποτελεί αφετηρία για μια ευρύτερη συζήτηση: πόσο ανεξάρτητη είναι σήμερα η δικαιοσύνη στην Ελλάδα; Τηρούνται τα θεμελιώδη νομικά κεκτημένα, όπως το τεκμήριο της αθωότητας; Και πώς δοκιμάζεται η ποιότητα της δημοκρατίας όταν οι θεσμοί ταλανίζονται από πολιτικές παρεμβάσεις και κοινωνικές αντιφάσεις;

Η Πανταζή και η αντιπαράθεση με την Ένωση Δικαστών

Αφορμή για τη δημόσια αντιπαράθεση ήταν η υπόθεση του Ηλία Κασιδιάρη, πρωτόδικα καταδικασμένου ως ηγετικού στελέχους της Χρυσής Αυγής, τον οποίο υπερασπίζεται η Βάσω Πανταζή. Σε ραδιοφωνική συνέντευξή της, η δικηγόρος δεν δίστασε να χαρακτηρίσει ως «δικαστικό πραξικόπημα» την απόφαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαμίας που απέρριψε – για πέμπτη φορά – το αίτημα αποφυλάκισης του πελάτη της, καταγγέλλοντας μάλιστα ότι οι δικαστές «δέχθηκαν πολιτική παρέμβαση» στην υπόθεση. Επιπλέον, απέδωσε στον πρόεδρο του δικαστικού συμβουλίου ιδεολογικές προκαταλήψεις, αποκαλώντας τον ειρωνικά «δικαιωματιστή».

Η αντίδραση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων υπήρξε πρωτοφανώς σκληρή. Με επίσημη ανακοίνωση, η Ένωση κατηγόρησε την Πανταζή για «αντιδικαστικό κρεσέντο» και απόπειρα άσκησης «αθέμιτων πιέσεων» προς τη Δικαιοσύνη. Χαρακτήρισε τους ισχυρισμούς της ως «παιδαριώδεις νομικά» και «ασύστολα ψεύδη», προαναγγέλλοντας μάλιστα ότι θα ζητήσει από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών την παραδειγματική τιμωρία της δικηγόρου. Πρόκειται για μια άνευ προηγουμένου κίνηση: πότε είδαμε θεσμικό όργανο δικαστικών λειτουργών να απαιτεί πειθαρχική δίωξη δικηγόρου απλώς επειδή εξέφρασε κριτική άποψη; Το γεγονός ότι η ΕνΔΕ κάλεσε ακόμα και πολιτικά κόμματα και δικηγορικούς συλλόγους να πάρουν θέση ενάντια σε τέτοια «εκφυλιστικά φαινόμενα», ανέβασε τους τόνους και έθεσε ζήτημα θεσμικής δεοντολογίας.

Απέναντι σε αυτήν την επίθεση, η Βάσω Πανταζή δεν έμεινε μόνη. Αντιθέτως, δηλώνει ότι θεωρεί «τιμή της» το ότι σύσσωμος ο δικηγορικός και νομικός κόσμος της χώρας στάθηκε στο πλευρό της στην αντιπαράθεση αυτή. Πράγματι, η αντίδραση του νομικού κόσμου υπήρξε άμεση: ο πρόεδρος του ΔΣΑ, Δημήτρης Βερβεσός, προχώρησε σε μια ηχηρή παρέμβαση υπερασπιζόμενος το δικαίωμα κριτικής. «Οι δικαστικές αποφάσεις δεν βρίσκονται στο απυρόβλητο», τόνισε, υπογραμμίζοντας πως η κριτική των δικαστικών ενεργειών με νομικά επιχειρήματα είναι δικαίωμα κάθε πολίτη – και πολύ περισσότερο των δικηγόρων. Η ελεύθερη έκφραση νομικών απόψεων και η κριτική στη νομολογία ανήκουν στον πυρήνα της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας του λόγου και πρέπει να γίνονται σεβαστές από όλους. Ο πρόεδρος του ΔΣΑ σημείωσε με νόημα ότι η ΕνΔΕ δείχνει υπερβάλλοντα ζήλο στη δίωξη δικηγόρων, την ώρα που δεν επιδεικνύει ανάλογη εγρήγορση για ελεγκτέες συμπεριφορές δικών της μελών ή δικαστικών λειτουργών. Με άλλα λόγια, η θεσμική ισορροπία διαταράσσεται όταν η κριτική των δικηγόρων στιγματίζεται συλλήβδην ως «αντιδικαστική» – μια πρακτική που πλήττει την έννομη τάξη και το κράτος δικαίου.

«Μεταμέλεια» εναντίον τεκμηρίου αθωότητας: Ένα επικίνδυνο παράδοξο

Στον πυρήνα της υπόθεσης Κασιδιάρη αναδείχθηκε ένα θεμελιώδες νομικό ζήτημα: η απαίτηση «μεταμέλειας» από έναν κατάδικο πρωτοδίκως ως προϋπόθεση για ευνοϊκή μεταχείριση. Το Συμβούλιο Λαμίας, απορρίπτοντας τις αιτήσεις αποφυλάκισης, ουσιαστικά κράτησε τον Κασιδιάρη προφυλακισμένο επί δυόμισι και πλέον χρόνια με το σκεπτικό ότι δεν έχει δείξει μεταμέλεια για τις πράξεις του. Όμως, ο συγκεκριμένος κρατούμενος έχει ασκήσει έφεση – δηλαδή νομίμως διεκδικεί την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και νέα κρίση από ανώτερο δικαστήριο. Το εφετείο του δεν έχει αποφανθεί ακόμη για την οριστική του ενοχή ή αθωότητα. Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, να του ζητείται να «μεταμεληθεί» για ένα αδίκημα του οποίου η δικαστική μοίρα εκκρεμεί;

Η απαίτηση αυτή εγείρει σοβαρά ζητήματα νομιμότητας και δικαιωμάτων. Όπως εύστοχα παρατηρεί η συνήγορός του, το να ζητάς από έναν πρωτόδικα καταδικασμένο να ομολογήσει μετάνοια, σημαίνει ότι τον εξαναγκάζεις να παραιτηθεί από το πανανθρώπινο δικαίωμα να μη ενοχοποιήσει τον εαυτό του, την ίδια στιγμή που το τεκμήριο της αθωότητας παραμένει ζωντανό υπέρ του. Η απαίτηση δήλωσης μεταμέλειας από υπόδικο (όχι αμετάκλητα ένοχο) αναιρεί την ουσία του τεκμηρίου αθωότητας, ένα θεμελιώδες κεκτημένο κάθε κράτους δικαίου. Πράγματι, σύμφωνα με τον Θεμελιώδη Χάρτη Δικαιωμάτων και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κανείς δεν υποχρεούται να ομολογήσει ενοχή στον ίδιο του τον εαυτό.

Η περίπτωση Κασιδιάρη δείχνει πως όταν ο δημόσιος διάλογος φορτίζεται πολιτικά, διακυβεύονται ακόμη και αυτονόητες νομικές αρχές. Είναι άξιο αναφοράς ότι ακόμη και η Εισαγγελία Πρωτοδικών Λαμίας – η αρμόδια εισαγγελική αρχή που εποπτεύει τη φυλακή – είχε προτείνει δύο φορές την αποφυλάκιση του κρατουμένου, κρίνοντας προφανώς ότι δεν συντρέχουν λόγοι περαιτέρω κράτησης. Παρ’ όλα αυτά, το δικαστικό συμβούλιο επέμεινε στη φυλάκισή του, θέτοντας μάλιστα ερωτήματα που πολλοί θα έκριναν άσχετα με τα τυπικά νομικά κριτήρια: ενδεικτικά, ο πρόεδρος ρώτησε τον Κασιδιάρη αν ίδρυσε νέο πολιτικό κόμμα, συσχετίζοντας εμμέσως την πολιτική δραστηριότητα με την επικινδυνότητά του. Πρόκειται για μια αντιμετώπιση που ενισχύει την αίσθηση πως η υπόθεση αντιμετωπίζεται με κριτήρια πέραν των καθαρά νομικών – κάτι εξαιρετικά ολισθηρό για τη θεσμική αμεροληψία.

Με λίγα λόγια, το επίμαχο ζήτημα της μεταμέλειας αναδεικνύει ένα επικίνδυνο παράδοξο: η Δικαιοσύνη απαιτεί από κάποιον να φερθεί ως ένοχος (μετανοώντας), ενώ νομικά οφείλει να τον αντιμετωπίζει ως αθώο μέχρι την τελεσίδικη κρίση. Αυτή η ανακολουθία όχι μόνο αδικεί τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο, αλλά δημιουργεί και ένα προηγούμενο που μπορεί να υπονομεύσει γενικότερα τα δικαιώματα. Αν η αρχή της αθωότητας μπορεί να καμφθεί σε «δύσκολες» ή πολιτικά φορτισμένες περιπτώσεις, τότε κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι θα τύχει δίκαιης δίκης όταν το κλίμα είναι εναντίον του.

Θεσμικές παρεμβάσεις και πολιτικοδικαστικές εντάσεις

Η υπόθεση Πανταζή/Κασιδιάρη αποτελεί μέρος ενός μεγαλύτερου κάδρου όπου η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα δοκιμάζεται από πολιτικές παρεμβάσεις και θεσμικές στρεβλώσεις. Υπάρχει ευρέως διαδεδομένη η αντίληψη ότι η δικαστική εξουσία δέχεται πιέσεις από την εκάστοτε κυβέρνηση και δεν είναι απόλυτα θωρακισμένη από πολιτικές επιρροές. Δεν είναι τυχαίο ότι η ηγεσία των ανώτατων δικαστηρίων ορίζεται από την εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία – γεγονός που πάντα τροφοδοτεί υποψίες περί συγκεκαλυμμένης εξάρτησης.

Πέρα όμως από τις θεσμοθετημένες αδυναμίες (π.χ. κυβερνητική επιλογή ηγεσίας), ανησυχητικές είναι και οι καταγγελίες για ευθείες πολιτικές παρεμβάσεις σε συγκεκριμένες δικαστικές υποθέσεις (π.χ. ηχητικό Μπαλτάκου). Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Χρήστου Τζανερίκου, ο οποίος  συγκλόνισε το δικαστικό σώμα με μια σοβαρή καταγγελία. Ανώτατος κυβερνητικός αξιωματούχος φέρεται να του ζήτησε να «κόψει» (δηλαδή να απαγορεύσει) το κόμμα του Κασιδιάρη από τις εκλογές – την εποχή που κρίνονταν η κάθοδος του κόμματος «Έλληνες» – υποσχόμενος ως αντάλλαγμα διορισμό του σε ανεξάρτητη αρχή με παχυλό μισθό. Με άλλα λόγια, ένας υψηλά ιστάμενος της εκτελεστικής εξουσίας επιχείρησε να εξαγοράσει δικαστική απόφαση, αλλοιώνοντας τη λαϊκή ετυμηγορία. Ο δικαστής Τζανερίκος δημοσιοποίησε την απόπειρα αυτή, όμως δεν υπήρξε η δέουσα συνέχεια: αντί η ίδια η Δικαιοσύνη να τον καλέσει και να διερευνήσει ποιος τον πλησίασε, η υπόθεση ουσιαστικά αποσιωπήθηκε. Όπως σκωπτικά παρατήρησε η κα Πανταζή, «εξαφανίσαμε τον Τζανερίκο» αντί να ζητήσουμε ονόματα και αποδείξεις για την καταγγελία. Το μήνυμα που λαμβάνει η κοινωνία από τέτοια περιστατικά είναι διττό: αφ’ ενός ότι ίσως πράγματι γίνονται υπόγειες παρεμβάσεις αφ’ ετέρου ότι οι θεσμοί δεν έχουν το σθένος ή τη βούληση να τις καθαρίσουν με το φως της διαφάνειας.

Εκτός από την εκτελεστική εξουσία, και η ίδια η νομοθετική εξουσία έχει εμπλακεί σε πρωτόγνωρες για τα ελληνικά χρονικά παρεμβάσεις στο εκλογικό πεδίο, με άμεσες επιπτώσεις στη δικαστική σφαίρα. Την άνοιξη του 2023, εν όψει των εθνικών εκλογών, ψηφίστηκε διάταξη (άρθρο 32 παρ.1 του εκλογικού νόμου) που επέτρεψε στο Ανώτατο Δικαστήριο να αποκλείσει από τις εκλογές πολιτικό κόμμα λόγω της de facto ηγετικής επιρροής καταδικασμένου (του φυλακισμένου Κασιδιάρη). Έτσι, το κόμμα «Έλληνες» αποκλείστηκε προληπτικά από τις εκλογές – μια κίνηση που πολλοί συνταγματολόγοι έκριναν οριακή σε σχέση με το Σύνταγμα. Ωστόσο, οι επιπτώσεις δεν σταμάτησαν εκεί: το σχέδιο του καταδικασμένου να μπει στη Βουλή μέσω «αχυρανθρώπων» οδήγησε σε περαιτέρω δικαστικές ακροβασίες. Μετά τις εκλογές, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (Εκλογοδικείο) ακύρωσε την εκλογή τριών βουλευτών του κόμματος «Σπαρτιάτες», κρίνοντας ότι η εκλογή τους ήταν άκυρη λόγω της υπόγειας σύνδεσης με τον Κασιδιάρη. Το αποτέλεσμα ήταν η νέα Βουλή να αριθμεί 297 αντί για 300 βουλευτές, καθώς οι έδρες των τριών δεν πληρώθηκαν από επιλαχόντες. Πρόκειται για μια άνευ προηγουμένου κατάσταση που προκάλεσε σάλο.  «Δεν έχει ξαναϋπάρξει στα ελληνικά χρονικά… είναι νομίζω μια νομική ντροπή το ότι δεν έχουν επαναληφθεί εκλογές για τις κενές έδρες – το να έχουμε 297 βουλευτές είναι άνω ποταμών», σχολιάζει η Βάσω Πανταζή. Η εξαιρετική αυτή παρέκκλιση από τη συνταγματική κανονικότητα (το Σύνταγμα προβλέπει 300 έδρες) εγείρει σοβαρά ερωτήματα. Έχει ασφαλώς μια λογική: να μην επιτραπεί σε κατάδικους να υπονομεύσουν τη δημοκρατία μέσω «δορυφόρων». Όμως, ταυτόχρονα δημιουργεί προηγούμενο δυνητικά επικίνδυνο: μήπως η δικαστική εξουσία υπερέβη τα όριά της, επεκτείνοντας σιωπηρά τους προβλεπόμενους περιορισμούς του εκλέγεσθαι; Δεν είναι τυχαίο ότι διακεκριμένοι συνταγματολόγοι, όπως ο καθηγητής Γ. Σωτηρέλης, χαρακτήρισαν τις εξελίξεις αυτές ως «μαύρες συνταγματικές στιγμές» για τη χώρα. Η ίδια η Πανταζή, με την ιδιότητά της ως συνηγόρου του Κασιδιάρη, σχολίασε δηκτικά πως «γράφουμε συνταγματική ιστορία με μαύρα γράμματα», διότι για πρώτη φορά αποκλείστηκε κόμμα με βάση κώλυμα εκλογιμότητας που δεν προβλέπεται ρητά από το Σύνταγμα.

Οι παραπάνω περιπτώσεις φανερώνουν μια τάση όπου η Δικαιοσύνη συμπαρασύρεται στη δίνη των πολιτικών αντιπαραθέσεων. Η μεν κυβέρνηση νομοθετεί ad hoc ρυθμίσεις για να αποκλείσει ανεπιθύμητους, τα δε δικαστήρια καλούνται να λάβουν αποφάσεις στα όρια της νομιμότητας, εισερχόμενα αναγκαστικά σε πολιτικό πεδίο. Το αποτέλεσμα είναι να δοκιμάζονται οι αντοχές των θεσμών: η ανεξαρτησία της δικαστικής κρίσης αμφισβητείται, ενώ και η ίδια η δημοκρατική αρχή της αντιπροσώπευσης τραυματίζεται (οι ψηφοφόροι των Σπαρτιατών μένουν υποεκπροσωπούμενοι, η Βουλή υπολειτουργεί με λιγότερους βουλευτές). Η μακροπρόθεσμη ζημιά θα είναι σοβαρή, αν παγιωθεί η εντύπωση ότι οι θεσμοί κάμπτονται μπροστά στις σκοπιμότητες.

Κοινωνική υποκρισία και επιλεκτική ευαισθησία

Ένα επιπλέον φαινόμενο που αναδείχθηκε μέσα από αυτές τις υποθέσεις είναι η κοινωνική υποκρισία και τα διπλά στάνταρ στον δημόσιο λόγο περί δικαιοσύνης και δικαιωμάτων. Στην Ελλάδα, όπως και αλλού, παρατηρείται συχνά να γίνεται επιλεκτική επίκληση στις αρχές του κράτους δικαίου, ανάλογα με το ποιος είναι στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Για παράδειγμα, αρκετοί προοδευτικοί πολίτες και φορείς, που σωστά υπερασπίζονται τα δικαιώματα κρατουμένων όταν πρόκειται για περιπτώσεις όπως ο Κουφοντίνας (πολυισοβίτης για τρομοκρατία, του οποίου την ανθρώπινη μεταχείριση στήριξαν πολλοί κατά την απεργία πείνας του), δείχνουν πλήρη απάθεια ή και χαιρεκακία στην περίπτωση ενός ακροδεξιού κρατουμένου όπως ο Κασιδιάρης. Η ίδια η Πανταζή, παρότι μέλος της κεντροδεξιάς, στηλιτεύει αυτήν τη μονομέρεια: δεν νοείται οι «δικαιωματιστές» να νοιάζονται μόνο για όσους έχουν «σωστό» ιδεολογικό χρώμα – τα δικαιώματα είναι οικουμενικά, χωρίς κομματικά πρόσημα. Αν, λοιπόν, διεκδικούμε ανθρωπιστική μεταχείριση και ευκαιρίες επανένταξης για καταδικασμένους που προέρχονται από τον έναν ιδεολογικό χώρο, οφείλουμε να κάνουμε το ίδιο και για όσους προέρχονται από τον αντίθετο. Διαφορετικά, η επίκληση των δικαιωμάτων μετατρέπεται σε κενό γράμμα και μέσον πολιτικής σκοπιμότητας – εντέλει, υπονομεύεται η αξιοπιστία του ίδιου του κράτους δικαίου.

Παράλληλα, αναδεικνύεται μια υποκρισία και από την ανάποδη πλευρά: το πολιτικό σύστημα εμφανίζεται αμείλικτο απέναντι σε ορισμένους παραβάτες, την ώρα που δείχνει ανοχή ή και επιβραβεύει άλλους που προέρχονται από τον «δικό του» χώρο. Ένα παράδειγμα που έφερε στο φως η Πανταζή είναι αποκαλυπτικό: Σήμερα, εν ενεργεία υπουργός της κυβέρνησης (στέλεχος της ΝΔ) που στο νεανικό του παρελθόν εθεάθη να κυκλοφορεί στο Κολωνάκι με τσεκούρι – δηλαδή είχε βίαιη ακροδεξιά δράση – εισπράττει πλήρη αποδοχή ως καθωσπρέπει δημοκράτης, νομοθετώντας μάλιστα υπέρ της Δημοκρατίας. Πρόκειται για τον υπουργό Εσωτερικών Μάκη Βορίδη, του οποίου οι ακροδεξιές «αμαρτίες» έχουν ξεπλυθεί πολιτικά με το πέρασμα των ετών. Την ίδια στιγμή, για τον έγκλειστο (και πολιτικά ανεπιθύμητο) Ηλία Κασιδιάρη, το σύστημα μοιάζει να μην αναγνωρίζει καμία προοπτική μεταμέλειας ή αλλαγής. Για κάποιους φανταζόμαστε ένα διαφορετικό μέλλον, για άλλους όχι – αυτή η φράση της Πανταζή συνοψίζει γλαφυρά το μέτρο δύο ταχυτήτων. Η κοινωνία εμφανίζεται πρόθυμη να δεχτεί ότι ένας πρώην ακροδεξιός μπορεί να «σοβαρευτεί» και να υπηρετήσει τη δημοκρατία, αλλά αμφισβητεί ότι ένας άλλος ακροδεξιός (εκτός συστήματος) μπορεί ποτέ να αλλάξει. Αυτή η επιλεκτική ευαισθησία συντηρεί έναν φαύλο κύκλο πόλωσης και ανισότητας: εντείνει τον φανατισμό και στις δύο πλευρές και δεν προωθεί καμία ουσιαστική συμφιλίωση ή κοινωνική συνοχή.

Τέλος, ένα ακόμα στοιχείο υποκρισίας έγκειται στον τρόπο που τα μέσα ενημέρωσης και το κοινό αντιμετωπίζουν αυτές τις «πολιτικοδικαστικές» υποθέσεις. Συχνά, τέτοιες δίκες-σίριαλ λειτουργούν ως βολική διέξοδος αγανάκτησης: ο κόσμος που μαστίζεται από άλλα προβλήματα εκτονώνει την οργή του βλέποντας «τερατώδεις εγκληματίες» να τιμωρούνται, αντί να εστιάζει στα δικά του δεινά. Τα μεγάλα κανάλια προβάλλουν υπερβολικά τέτοιες δίκες, ίσως επειδή γνωρίζουν ότι το κοινό εκπαιδεύεται να απαιτεί «αίμα» και παραδειγματική τιμωρία. Έτσι όμως αποπροσανατολίζεται η συζήτηση από τις ίδιες τις δυσλειτουργίες του συστήματος. Λίγοι αναρωτιούνται, για παράδειγμα, γιατί η εμπιστοσύνη των Ελλήνων πολιτών στη Δικαιοσύνη έχει πέσει σε τόσο χαμηλά επίπεδα (έρευνες δείχνουν ότι μόνο το 20% περίπου την εμπιστεύεται). Όταν η κοινή γνώμη χειραγωγείται να βλέπει τη Δικαιοσύνη ως αρένα για «κακούς», όπου το ζητούμενο είναι μόνο η εκδίκηση, τότε χάνεται το δάσος: δηλαδή η ανάγκη για ένα σύστημα δίκαιο, αποτελεσματικό και ανεξάρτητο για όλους. Η υποκρισία, λοιπόν, δεν αφορά μόνο τις αρχές, αλλά διαπερνά και την κοινωνική μας νοοτροπία έναντι των θεσμών.

Το «έγκλημα» των Τεμπών και η ατιμωρησία του συστήματος

Η συζήτηση για τη Δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία στην Ελλάδα δεν μπορεί να αγνοήσει τραγικές υποθέσεις όπου η κρατική αμέλεια και η αίσθηση ατιμωρησίας κλονίζουν την κοινωνική εμπιστοσύνη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πολύνεκρη τραγωδία στα Τέμπη (Φεβρουάριος 2023), όπου η σύγκρουση δύο τρένων ανέδειξε διαχρονικές παθογένειες και προκάλεσε γενικευμένη οργή. Η Βάσω Πανταζή, που έχει αναλάβει τη νομική εκπροσώπηση θυμάτων του δυστυχήματος, δηλώνει με έμφαση: «Τα Τέμπη δεν είναι δυστύχημα. Είναι έγκλημα πολυπαραγοντικό», για το οποίο φέρει βαρύτατη ευθύνη το ίδιο το κράτος. Και εξηγεί γιατί: επί χρόνια το πολιτικό προσωπικό κατασπαταλούσε ευρωπαϊκά κονδύλια αντί να ολοκληρώσει τα συστήματα ασφαλείας (τη λεγόμενη σύμβαση 717 για τηλεδιοίκηση σηματοδότησης). Αν αυτά λειτουργούσαν, δεν θα επαφιόμασταν σε έναν 60χρονο σταθμάρχη – που μάλιστα διορίστηκε χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα – να γυρίσει ένα κλειδί για να μη συγκρουστούν τα τρένα. Το δυστύχημα αυτό δεν ήταν «κακή στιγμή» ή μεμονωμένο ανθρώπινο λάθος· ήταν αναπόφευκτο αποτέλεσμα ενός συνδυασμού διαχρονικής ανευθυνότητας, ρουσφετιού και τεχνικής ανεπάρκειας. Γι’ αυτό και η Πανταζή το αποκαλεί συνειδητά κρατικό έγκλημα.

Ακόμη πιο ανησυχητική, ωστόσο, είναι η αίσθηση μιας εκ των υστέρων συγκάλυψης γύρω από την υπόθεση των Τεμπών. Όπως επισημαίνει η δικηγόρος, υπήρξε παρέμβαση κυβερνητικών αξιωματούχων στον τόπο του εγκλήματος μόλις την επομένη ημέρα, κατά παράβαση κάθε δικονομικού κανόνα. Ο ίδιος ο στενός συνεργάτης τού τότε πρωθυπουργού βρέθηκε επί τόπου, ενώ κανονικά ο χώρος έπρεπε να είναι αποκλεισμένος από τις Αρχές. Πράγματι, όπως καταγγέλλεται, ο χώρος δεν προστατεύθηκε επαρκώς· μπήκαν εσπευσμένα μπουλντόζες και απομάκρυναν χώμα και συντρίμμια που πιθανώς περιείχαν κρίσιμα στοιχεία (π.χ. υπολείμματα υλικών). Το πιο συγκλονιστικό: ανάμεσα στα μπάζα πετάχτηκαν και ανθρώπινα οστά θυμάτων, με αποτέλεσμα οι ίδιοι οι γονείς να ψάχνουν απεγνωσμένα για τα λείψανα των παιδιών τους μέσα στα καμένα βαγόνια. Οι Αρχές έθαψαν τον χώρο κάτω από τόνους χώματος και τσιμέντου («μπάζωσαν» κυριολεκτικά τον τόπο του εγκλήματος), και μόνο εκ των υστέρων προσπάθησαν να συλλέξουν δείγματα για χημικές αναλύσεις. Εικόνες σαν κι αυτές δικαιολογούν απόλυτα το λαϊκό συναίσθημα ότι «κάτι προσπαθούν να κρύψουν». Στην κοινωνία είναι διάχυτη η πεποίθηση ότι στα Τέμπη έγινε συγκάλυψη – και αυτό το αίσθημα, ανεξάρτητα από την απόλυτη αλήθεια, είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Η υπόθεση των Τεμπών, λοιπόν, καταδεικνύει μια βαθύτερη κρίση: όταν η πολιτεία εμπλέκεται σε ένα τραγικό γεγονός, η απόδοση δικαιοσύνης συχνά σκοντάφτει σε πολιτικές σκοπιμότητες. Αντί να λογοδοτήσουν οι υπαίτιοι όλων των επιπέδων (όχι μόνο ο σταθμάρχης, αλλά και όσοι επέτρεψαν με τις παραλείψεις τους να δημιουργηθούν οι συνθήκες του δυστυχήματος), παρατηρούμε προσπάθεια περιορισμού της ευθύνης στους συνήθεις «αποδιοπομπαίους τράγους». Την ίδια στιγμή, η πολιτεία εμφανίζεται να σπεύδει να κλείσει γρήγορα την υπόθεση – κυριολεκτικά και μεταφορικά. Αυτό το μοτίβο ατιμωρησίας και συγκάλυψης δεν πλήττει απλώς τους συγγενείς των θυμάτων που δικαίως ζητούν δικαιοσύνη· πλήττει και τη δημοκρατική νομιμοποίηση των θεσμών στα μάτια του λαού. Διότι δημοκρατία δεν σημαίνει μόνο εκλογές, σημαίνει πρωτίστως λογοδοσία: κανείς δεν είναι υπεράνω των νόμων, ούτε οι κυβερνώντες ούτε οι ισχυροί οικονομικοί παράγοντες. Όταν, λοιπόν, σε μια τόσο φανερή υπόθεση υπάρχει η εντύπωση δύο μέτρων και σταθμών, η εμπιστοσύνη προς το κράτος δικαίου καταρρακώνεται. Αυτό εξηγεί γιατί η υπόθεση των Τεμπών έχει γίνει σύμβολο ευρύτερης αγανάκτησης: είναι το σημείο όπου ο κόσμος λέει «φτάνει πια» στην υποκρισία και την ατιμωρησία.

Υπερασπίζοντας το κράτος δικαίου, αναβαπτίζοντας τη δημοκρατία

Από την υπόθεση της Βάσως Πανταζή και τον δικαστικό πόλεμο γύρω από αυτήν, μέχρι τις σκοτεινές πτυχές της διαχείρισης του δυστυχήματος στα Τέμπη, ένα κοινό νήμα διαπερνά τα γεγονότα: η εύθραυστη σχέση μεταξύ θεσμών, δικαιωμάτων και δημοκρατικής νομιμότητας στην Ελλάδα του σήμερα. Είναι προφανές ότι η ελληνική δημοκρατία ταλανίζεται από εντάσεις ανάμεσα στην πολιτική και τη δικαιοσύνη, εντάσεις που απειλούν να ξεχειλώσουν τον θεσμικό μας ιστό. Όταν δικηγόροι στοχοποιούνται για τον λόγο τους, όταν δικαστές φέρονται να συναλλάσσονται παρασκηνιακά με πολιτικούς, όταν θεμελιώδη δικαιώματα κατηγορουμένων κάμπτονται για λόγους σκοπιμότητας, και όταν μεγάλα σκάνδαλα αφήνουν τη μεταχείριση των ισχυρών στο απυρόβλητο, τότε κάτι σάπιο υπάρχει στο «βασίλειο της Δανιμαρκίας» μας.

Τι μπορεί να γίνει; Πρώτα απ’ όλα, χρειάζεται μια γενναία αυτοκριτική και αφύπνιση όλης της κοινωνίας. Όπως εύστοχα σημείωσε ακόμη και η ίδια η Ένωση Δικαστών στην επίμαχη ανακοίνωσή της, «η αγωνία και η προσπάθεια να φτιάξουμε μια Δικαιοσύνη περισσότερο ανεξάρτητη και αδέσμευτη δεν πέφτει μόνο στους ώμους των δικαστών, αλλά αποτελεί ευθύνη ολόκληρης της κοινωνίας». Αυτό σημαίνει ότι και οι δικηγόροι και οι δικαστές και οι πολιτικοί, αλλά και εμείς οι πολίτες, οφείλουμε να απαιτήσουμε και να οικοδομήσουμε θεσμούς που λειτουργούν με κανόνες, διαφάνεια και λογοδοσία.

Συγκεκριμένα, απαιτούνται τολμηρές πρωτοβουλίες σε πολλά επίπεδα: θωράκιση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης (π.χ. αναθεώρηση του τρόπου επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, ώστε να αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος με την εκάστοτε κυβέρνηση)· καθιέρωση σαφών ορίων μεταξύ δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας – με μηχανισμούς που θα διερευνούν άμεσα καταγγελίες σαν του αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, προτού χαθούν στη λήθη· σεβασμός στην αντίθετη άποψη και την κριτική – οι δικαστικοί λειτουργοί πρέπει να αποδέχονται ότι το έργο τους υπόκειται σε δημόσια αξιολόγηση, και αντί να φιμώνουν τους επικριτές, να αφουγκράζονται τις εύλογες ανησυχίες· ενίσχυση της λογοδοσίας παντού – από την τιμωρία των πραγματικών υπευθύνων στα Τέμπη (όσο ψηλά κι αν βρίσκονται), μέχρι την απόδοση ευθυνών σε όσους τυχόν καταχρώνται αξιώματα στο δικαστικό σώμα ή στους μηχανισμούς ασφαλείας.

Τέλος, ας μην ξεχνάμε τη δική μας ευθύνη ως πολίτες και κοινωνία. Η δημοκρατία δεν είναι μόνο υπόθεση των «άλλων» (των πολιτικών, των δικαστών, των δικηγόρων)· είναι και δική μας. Οφείλουμε να απαιτούμε αλήθεια, διαφάνεια και δικαιοσύνη σε κάθε υπόθεση, ανεξάρτητα από το ποιον αφορά. Να μην χειροκροτούμε επιλεκτικά την καταπάτηση δικαιωμάτων επειδή αφορά τον «εχθρό» μας, διότι έτσι ανοίγουμε τον ασκό του Αιόλου για όλους. Να μην επαναπαυόμαστε όταν βλέπουμε παράγοντες του δημόσιου βίου να ξεφεύγουν ατιμώρητοι, διότι έτσι υπονομεύουμε το ίδιο το αίσθημα δικαίου που κρατά ενωμένη την κοινωνία.

Συμπερασματικά, η σημερινή κατάσταση απαιτεί ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Η Ελλάδα χρειάζεται μια δικαιοσύνη πραγματικά ανεξάρτητη, που θα εμπνέει σεβασμό και θα λειτουργεί χωρίς υποβολείς. Χρειάζεται μια δημοκρατία που δεν θα φοβάται να αντιμετωπίσει τους εχθρούς της, αλλά και που δεν θα προδίδει τις αρχές της στη διαδικασία αυτή. Το κάλεσμα για αλλαγή είναι επιτακτικό: να ενισχύσουμε την ανεξαρτησία των θεσμών, να αποκαταστήσουμε το κράτος δικαίου και να υπερασπιστούμε τη Δημοκρατία στην ουσία της. Είναι ευθύνη όλων μας – και είναι ο μόνος δρόμος για να μην ξαναγραφτούν σκοτεινές σελίδες στην ιστορία μας, αλλά λαμπρές σελίδες πραγματικής δικαιοσύνης και ελευθερίας.

Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι απόψεις του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις θέσεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Κίνα-Ρωσία-Ιράν-Βόρεια Κορέα: Η νέα πρόκληση για τον ελεύθερο κόσμο

Η πρόσφατη μεγαλειώδης στρατιωτική παρέλαση στην πλατεία Τιενανμέν και οι συνοδευτικές διπλωματικές συναντήσεις στο πλαίσιο της Συνόδου του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) αποκάλυψαν κάτι παραπάνω από μια επίδειξη όπλων. Ανέδειξαν μια ολοένα πιο ενεργή συνάθροιση αυταρχικών δυνάμεων – της Κίνας, της Ρωσίας, της Βόρειας Κορέας και του Ιράν – που δοκιμάζει τα όρια της μεταψυχροπολεμικής διεθνούς τάξης και φλερτάρει με την ιδέα αντικατάστασής της από ένα καθεστώς κανόνων επιβολής.

Ο Σι Τζινπίνγκ στάθηκε πλάι στον Βλαντίμιρ Πούτιν, τον Κιμ Γιονγκ Ουν και τον νέο πρόεδρο του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν. Ήταν μια εικόνα που δεν είχε προηγούμενο: τρεις πυρηνικές δυνάμεις και ένα κράτος που επιδιώκει να γίνει η τέταρτη, ενωμένες μπροστά στον φακό του κόσμου.

Το θέαμα που εκτυλίχθηκε πρόσφατα στο Πεκίνο ήταν μοναδικό σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη παρέλαση έχει δει ο κόσμος. Η Κίνα, για να σηματοδοτήσει την 80ή επέτειο από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, διοργάνωσε την πιο περίτεχνη επίδειξη στρατιωτικής ισχύος, επιδεικνύοντας υπερηχητικούς πυραύλους, προηγμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, μεραρχίες κυβερνοπολέμου και ένα οπλοστάσιο που δεν άφησε καμία αμφιβολία για τις φιλοδοξίες της να θεωρηθεί ως παγκόσμια στρατιωτική υπερδύναμη.

Πέρα από τα άρματα μάχης και τους υπερηχητικούς πυραύλους, το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο. Ο σχηματισμός ενός μπλοκ αυταρχικών κρατών αποφασισμένων να αμφισβητήσουν την ισορροπία ισχύος που κυριάρχησε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στέλνοντας στον κόσμο ένα μήνυμα από κοινού: ότι χτίζουν μια συμμαχία αρκετά ισχυρή για να αμφισβητήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και τους συμμάχους τους .

‘Ηταν μια δήλωση προθέσεων από έναν συνασπισμό κρατών που απορρίπτουν την τάξη πραγμάτων υπό την ηγεσία της Δύσης και επιδιώκουν να την αντικαταστήσουν με μια αυταρχική εναλλακτική λύση.

Παρότι κάθε μία από αυτές τις χώρες έχει διαφορετικά κίνητρα, οι στόχοι τους συγκλίνουν.

Η Ρωσία, μέσα από τον συνεχιζόμενο πόλεμο με την Ουκρανία, επιχειρεί να επαναφέρει την αυτοκρατορική της επιρροή.

Η Κίνα βλέπει την αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ταϊβάν ως αναπόφευκτη.

Η Βόρεια Κορέα επιζητά διεθνή αναγνώριση και προστασία μέσω της πυρηνικής της αποτροπής, δηλαδή τη δυνατότητα να απειλεί με πυρηνική επίθεση, καθιστώντας οποιαδήποτε στρατιωτική δράση εναντίον της εξαιρετικά επικίνδυνη.

Το Ιράν, τέλος, συνεχίζει να προωθεί το θεοκρατικό του μοντέλο και να εξάγει αστάθεια σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Μαζί, οι τέσσερις χώρες συνιστούν έναν νέο άξονα, όχι ιδεολογίας, αλλά σκοπιμότητας. Μοιράζονται το ίδιο όραμα: έναν κόσμο όπου η κρατική ισχύς υπερισχύει των ατομικών δικαιωμάτων, όπου η λογοκρισία αντικαθιστά τον διάλογο και όπου η δημοκρατία θεωρείται αδυναμία.

Για δεκαετίες, τα καθεστώτα αυτά κινούνται παράλληλα, αλλά χωρίς οργανωμένο συντονισμό. Σήμερα όμως, εμφανίζονται συνειδητά ενωμένα. Οι οικονομικές σχέσεις Κίνας-Ρωσίας έχουν εκτοξευθεί, ενώ η Βόρεια Κορέα προμηθεύει τον ρωσικό στρατό με πυρομαχικά και προσωπικό. Το Ιράν εξοπλίζει τη Μόσχα με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ανταλλάσσει τεχνολογίες με την Πιονγιάνγκ.

Πρόκειται για μια σχέση αμοιβαίου συμφέροντος, που βασίζεται στην επιβίωση και την αλληλοστήριξη έναντι των κυρώσεων και της διεθνούς απομόνωσης. Πρόκειται για μια πραγματιστική συμμαχία, όχι για ιδεολογική φιλία.

Η Κίνα βρίσκεται στο κέντρο αυτού του συστήματος, παρέχοντας οικονομική και τεχνολογική οξυγόνωση στους συμμάχους της. Το Πεκίνο επιδιώκει να ηγηθεί ενός πολυπολικού κόσμου όπου οι αυταρχικές δυνάμεις θα διαπραγματεύονται ως ίσες με τις δημοκρατίες ή και πάνω από αυτές.

Καμία από αυτές τις χώρες δεν βοηθά την άλλη ανιδιοτελώς. Το κάνουν γιατί έχουν κοινά οφέλη. Κάθε μέλος του «αυταρχικού κουαρτέτου» προσφέρει κάτι και παίρνει κάτι πίσω.

Η Ρωσία χρειάζεται πυρομαχικά, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και διπλωματική κάλυψη, που τα παίρνει από το Ιράν και τη Βόρια Κορέα.

Η Κίνα κερδίζει φθηνό ρωσικό πετρέλαιο και πρώτες ύλες, αλλά και έναν γεωπολιτικό εταίρο που αποσπά την προσοχή της Δύσης από τον Ειρηνικό.

Η Βόρεια Κορέα εξασφαλίζει πολιτική προστασία και οικονομική στήριξη από τη Μόσχα και το Πεκίνο.

Το Ιράν αποκτά πρόσβαση σε τεχνολογία και διεθνή υποστήριξη, σπάζοντας σταδιακά την απομόνωση που του επιβάλλει η Δύση.

Όλες αυτές οι χώρες έχουν ένα κοινό υπαρξιακό κίνητρο: φοβούνται την απομόνωση, την ανατροπή ή την κατάρρευση των καθεστώτων τους.

Η Δύση τις θεωρεί απειλές ή παραβάτες του Διεθνούς Δικαίου, επιβάλλει κυρώσεις, περιορισμούς και στρατιωτική πίεση. Επομένως, αυτές οι χώρες συσπειρώνονται μεταξύ τους για να ‘επιβιώσουν’ σε έναν κόσμο που θεωρούν εχθρικό. Για παράδειγμα: η Ρωσία μετά την εισβολή στην Ουκρανία χρειάζεται νέες αγορές και συμμάχους για να αντέξει οικονομικά. Το Ιράν προσπαθεί να διατηρήσει το καθεστώς του εν μέσω εσωτερικών αναταραχών και διεθνών πιέσεων. Η Βόρεια Κορέα ζει αποκομμένη από το διεθνές εμπόριο και χρειάζεται υποστήριξη για να αποφύγει την κατάρρευση. Η Κίνα ανησυχεί ότι η στρατηγική περικύκλωσης των ΗΠΑ θα περιορίσει την ισχύ της.

‘Ετσι, όλοι βλέπουν αυτή τη συνεργασία ως ένα είδος «ομπρέλας επιβίωσης» απέναντι στη Δύση.

Οι τέσσερις χώρες έχουν δημιουργήσει παράλληλα δίκτυα εμπορίου, τεχνολογίας και στρατιωτικής συνεργασίας, για να παρακάμψουν τις δυτικές κυρώσεις. Η Ρωσία αγοράζει ιρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη και βορειοκορεατικά πυρομαχικά παρά το εμπάργκο. Η Κίνα χρησιμεύει ως οικονομική σανίδα σωτηρίας, επιτρέποντας στη Μόσχα και στην Τεχεράνη να πουλούν πετρέλαιο ή να εισάγουν τεχνολογία μέσω τρίτων. Η Βόρεια Κορέα αποκτά συνάλλαγμα και τρόφιμα μέσω της Ρωσίας, παρακάμπτοντας τις διεθνείς κυρώσεις.

Με αυτό τον τρόπο, κάθε χώρα βοηθά την άλλη να αντέχει τις πιέσεις της Δύσης και να αποφεύγει τη  συμμόρφωση με το διεθνές σύστημα. Πρόκειται για έναν κοινό μηχανισμό επιβίωσης αυταρχικών καθεστώτων, ο οποίος μειώνει την εξάρτησή τους από τη Δύση, τις βοηθά να παρακάμπτουν τις κυρώσεις και τις ενοποιεί απέναντι σε έναν κοινό εχθρό, τη φιλελεύθερη, δημοκρατική τάξη πραγμάτων.

Από τη ρητορική στη στρατηγική σύγκλιση

Η δημόσια εικόνα αυτής της συνύπαρξης αντικατοπτρίζει βαθύτερες, πρακτικές σχέσεις: Η Ρωσία και η Βόρεια Κορέα έχουν εμβαθύνει τη στρατιωτική συνεργασία, με αναφορές για προμήθειες πυραύλων και ακόμη αποστολή δυνάμεων/προσωπικού προς τη ρωσική εκστρατεία. Τον Απρίλιο 2025 επιβεβαιώθηκε ότι η Πιονγιάνγκ απέστειλε στρατιωτικό προσωπικό στη Ρωσία. Το Ιράν προμήθευσε ευρέως μη επανδρωμένα αεροσκάφη που χρησιμοποιήθηκαν στη ρωσική εκστρατεία στην Ουκρανία, σύμφωνα με εκθέσεις για χιλιάδες επιθέσεις με ιρανικής σχεδίασης drones. Η οικονομική σχέση Κίνας-Ρωσίας συνεχίζει να ενισχύει την Μόσχα απέναντι στις δυτικές κυρώσεις, στηρίζοντας την τεχνολογία, το εμπόριο και τις χρηματοοικονομικές ροές.

Συνολικά, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι υπάρχει ένας πρακτικός πυρήνας αλληλεξάρτησης: στρατιωτική συνδρομή, ανταλλαγές τεχνολογίας, εμπορική κάλυψη και παράκαμψη κυρώσεων.

Ο συνασπισμός αυτός λειτουργεί σε πολλαπλά μέτωπα:

Ευρώπη/Ουκρανία: Η ρωσική επιθετικότητα παραμένει η κύρια πρόκληση για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και η υποστήριξη από τρίτους – π.χ. drone/υλικό από το Ιράν και βλήματα από την Πιονγιάνγκ – ενισχύει τη δυνατότητα της Μόσχας να παρατείνει και να κλιμακώσει τη σύγκρουση.

Ασία/Νότια Σινική Θάλασσα/Ταϊβάν: Η Κίνα επιτείνει την εκσυγχρονισμένη ναυτική και αεροπορική της παρουσία στη Νότια Σινική Θάλασσα και αναπτύσσει υποδομές που διευρύνουν τη στρατηγική της προβολή. Αυτό δημιουργεί πίεση στις θαλάσσιες οδεύσεις και σε συμμαχικά δόγματα στην περιοχή.

Μέση Ανατολή: Το Ιράν συνεχίζει να διατηρεί δίκτυα επιρροής (αντιστασιακές, παρακλαδικές δομές) και αμυντικές ικανότητες που χρησιμοποιούνται περιφερειακά, αλλά και ως μοχλός πίεσης στη διεθνή διπλωματία.

Παρά τις διαφορετικές εθνικές ιδεολογίες (κομμουνισμός με κινεζικά χαρακτηριστικά, ρωσικός εθνικισμός, καθεστώς του Κιμ με μοναρχικά χαρακτηριστικά, σιιτική θεοκρατία στο Ιράν), υπάρχει μια κοινή αντίληψη: η απόρριψη ή υποτίμηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας ως αξίας και η προώθηση του κράτους-ελέγχου, της ασφάλειας και της εθνικής ισχύος ως πρώτιστου κανόνα. Αυτή η κοινή αντίληψη διευκολύνει την εργαλειοποίηση τεχνοκρατικών, στρατιωτικών και οικονομικών συνεργασιών.

Η σταδιακή ενίσχυση της αλληλεξάρτησης αυτών των χωρών μειώνει την ικανότητα της Δύσης να χειριστεί ξεχωριστά κάθε απειλή. Η εικόνα που παρουσίασε το Πεκίνο ήταν μια προειδοποίηση. Αν η Δύση δεν ενεργήσει συλλογικά και αποφασιστικά κινδυνεύει να χάσει το πλεονέκτημα της προληπτικής πολιτικής, και το διεθνές πλαίσιο κανόνων μπορεί να υπονομευθεί σημαντικά. Η επιλογή είναι σαφής: δράση, ενότητα και αποτροπή ή σταδιακή αποδόμηση της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες.

Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι απόψεις του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις θέσεις της εφημερίδας The Epoch Times.

* * * * *

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ

1. https://www.reuters.com/world/china/factbox-who-were-foreign-leaders-chinas-military-parade-2025-09-03/

2. https://www.reuters.com/graphics/UKRAINE-CRISIS/NORTHKOREA-RUSSIA/lgvdxqjwbvo/

3. https://www.reuters.com/world/europe/ukraine-says-russia-launched-8060-iran-developed-drones-during-war-2024-09-13/

4. https://www.abc.net.au/news/2025-07-30/tracking-militarisation-in-the-south-china-sea/105473948

5. https://www.reuters.com/world/china/north-korea-expresses-full-support-russias-military-operation-ukraine-kcna-2025-10-09/

6. https://www.reuters.com/world/china/putin-hold-talks-with-xi-attend-sco-summit-military-parade-during-china-trip-2025-08-29/

7. https://www.reuters.com/world/china/north-koreas-kim-vows-full-support-russia-discusses-partnership-with-putin-2025-09-04/

8. https://www.ncnk.org/node/2479

Οι τουρκικές γενοκτονίες: Ένας αιώνας άρνησης και ατιμωρησίας

Εκατόν δέκα χρόνια μετά την έναρξη της συστηματικής εξόντωσης των Αρμενίων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Τουρκία παραμένει η μοναδική χώρα στον κόσμο που όχι μόνο αρνείται να αναγνωρίσει τις γενοκτονίες που διέπραξε, αλλά εντείνει την πολιτική καταστολής και απειλών εναντίον όποιων τολμούν να αναφέρουν την ιστορική αλήθεια. Η μελέτη των τουρκικών γενοκτονιών αποκαλύπτει μια συστηματική πολιτική εξόντωσης χριστιανικών πληθυσμών που διήρκεσε από το 1894 έως το 1923, στοιχίζοντας τη ζωή σε πάνω από 3,5 εκατομμύρια ανθρώπους.

Η σημερινή πολιτική της Άγκυρας χαρακτηρίζεται από μια διττή στρατηγική: ενώ δείχνει σχετική ανοχή στη διεθνή αναγνώριση των γενοκτονιών – θεωρώντας τες συμβολικές κινήσεις χωρίς πραγματικές συνέπειες – εντείνει την καταστολή κάθε αναφοράς σε αυτές εντός της τουρκικής επικράτειας. Αυτή η πολιτική σιωπής και άρνησης δεν αποτελεί μόνο ιστορική παραχάραξη, αλλά συνεχίζει να τροφοδοτεί νέες μορφές βίας εναντίον μειονοτήτων και αποτελεί, όπως χαρακτηριστικά έχει ειπωθεί, «τη συνέχεια της γενοκτονίας».

Η Μεγάλη Εξόντωση: 1914-1923

Η γενοκτονία των Αρμενίων: Το πρότυπο της συστηματικής καταστροφής

Η 24η Απριλίου 1915 σηματοδότησε την έναρξη αυτού που οι ιστορικοί θεωρούν την πρώτη γενοκτονία του 20ού αιώνα. Η συστηματική εξόντωση των Αρμενίων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ξεκίνησε με τη σύλληψη 250 Αρμένιων διανοούμενων στην Κωνσταντινούπολη και εξελίχθηκε σε μια καλά οργανωμένη εκστρατεία γενοκτονίας.

Οι «πορείες θανάτου» που ακολούθησαν οδήγησαν εκατοντάδες χιλιάδες Αρμενίους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη συριακή έρημο, όπου οι περισσότεροι πέθαναν από την πείνα, τις ασθένειες και τις συνεχείς σφαγές. Σύμφωνα με τα επίσημα οθωμανικά στοιχεία που δημοσιεύθηκαν το 1919, 800.000 Αρμένιοι σκοτώθηκαν, ενώ σύγχρονες εκτιμήσεις υπολογίζουν ότι έχασαν τη ζωή τους 1,2-1,5 εκατομμύρια Αρμένιοι.

Τα έγγραφα του Ταλάτ Πασά, που δημοσιεύτηκαν το 1983, αποκαλύπτουν ότι από τους 1.256.000 Αρμενίους που ζούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1915, μόνο 284.157 είχαν απομείνει το 1917. Αυτή η δραματική μείωση αντανακλά το συστηματικό χαρακτήρα της γενοκτονίας, που περιελάμβανε όχι μόνο άμεσες σφαγές αλλά και καταναγκαστική ισλαμοποίηση γυναικών και παιδιών.

Η γενοκτονία των Ελλήνων: Η καταστροφή χιλιετηρίδων παρουσίας

Η συστηματική εξόντωση των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας άρχισε το 1914 και διήρκεσε έως το 1923, οδηγώντας στον αφανισμό χιλιετηρίδων ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Η γενοκτονία των Ποντίων αποτέλεσε ξεχωριστό κεφάλαιο αυτής της τραγωδίας, καθώς οι Έλληνες του Πόντου διατηρούσαν συνεχή παρουσία στην περιοχή από τον 7ο αιώνα π.Χ.

Έλληνες πρόσφυγες που μεταβαίνουν από το Χαρπούτ στην Τραπεζούντα, το 1922, τμήμα ενός καραβανιού 5.000 ψυχών. Φωτογραφία από το βιβλίο του Τάσου Καστόπουλου «Πόλεμος και Εθνοκάθαρση: Η ξεχασμένη πλευρά μιας δεκαετούς εθνικής εξόρμησης (1912-1922)», που κυκλοφόρησε το 1925. (C. D. Morris/Public Domain)

 

Σύμφωνα με την εκτενή μελέτη του ιστορικού Χάρη Τσιρκινίδη, ο συνολικός αριθμός των θυμάτων της ελληνικής γενοκτονίας ανέρχεται στο 1.574.235. Ο ερευνητής χωρίζει τη γενοκτονία σε τρεις φάσεις: την πρώτη φάση του 1914 με 284.172 θύματα, τη δεύτερη φάση κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου με 490.063 θύματα, και την τρίτη φάση της κεμαλικής περιόδου με 800.000 θύματα.

Οι μέθοδοι εξόντωσης περιελάμβαναν τα τάγματα εργασίας, όπου οι άνδρες στρατεύσιμης ηλικίας εργάζονταν μέχρι θανάτου με ποσοστό θνησιμότητας που έφτανε το 90%. Βρετανός αξιωματικός πληροφοριών εκτίμησε ότι «η ζωή ενός Έλληνα σε ένα τάγμα εργασίας διαρκεί περίπου δύο μήνες».

Η γενοκτονία των Ασσυρίων: Το Σπαθί

Η γενοκτονία των Ασσυρίων, γνωστή στη συριακή γλώσσα ως «Sayfo» (Σπαθί), οδήγησε στον αφανισμό 750.000 Ασσυρίων/Σύρων χριστιανών. Οι Ασσύριοι, που ζούσαν κυρίως στις ορεινές και απομακρυσμένες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Περσίας, στοχοποιήθηκαν λόγω της χριστιανικής τους ταυτότητας και του αγώνα τους για ανεξαρτησία.

Οι μαζικές σφαγές αμάχων ξεκίνησαν κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής του Αζερμπαϊτζάν από τον Ιανουάριο ως τον Μάιο του 1915, όπου διαπράχθηκαν σφαγές από οθωμανικές δυνάμεις και Κούρδους. Στην επαρχία Μπιτλίς, οθωμανικά στρατεύματα που επέστρεφαν από την Περσία ενώθηκαν με τοπικές κουρδικές φυλές για να σφάξουν τον τοπικό χριστιανικό πληθυσμό.

Η ιδιαιτερότητα της ασσυριακής γενοκτονίας έγκειται στο γεγονός ότι, σε αντίθεση με τις άλλες δύο, δεν έχει λάβει επίσημη εθνική ή διεθνή αναγνώριση, και πολλές αναφορές συζητούν την ασσυριακή γενοκτονία μόνο ως μέρος των μεγαλύτερων γεγονότων που περιλαμβάνονται στην αρμένικη γενοκτονία.

Άλλες ιστορικές παραβάσεις: Η ευρύτερη πολιτική εξόντωσης

Η γενοκτονία των Τσερκεσίων: Το ξεχασμένο έγκλημα του 19ου αιώνα

Παρότι δεν διαπράχθηκε από την Οθωμανική αλλά από τη Ρωσική Αυτοκρατορία, η γενοκτονία των Τσερκεσίων αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την κατανόηση των δημογραφικών αλλαγών στην περιοχή. Οι Τσερκέσιοι που σκοτώθηκαν ή εκτοπίστηκαν από τη Ρωσική Αυτοκρατορία τον 19ο αιώνα κυμαίνονταν στο 1-1,5 εκατομμύριο άτομα, με μόλις το 3-5% του αρχικού πληθυσμού να παραμένει στην πατρίδα.

Η πλειονότητα των επιζώντων Τσερκεσίων κατέφυγε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου χρησιμοποιήθηκαν από τις οθωμανικές αρχές ως ‘αντίβαρο’ σε χριστιανικές περιοχές που διεκδικούσαν ανεξαρτησία. Αυτή η πολιτική μετεγκατάστασης μουσουλμανικών πληθυσμών σε χριστιανικές περιοχές θα αποτελούσε αργότερα μέρος της στρατηγικής δημογραφικής αλλαγής που εφάρμοσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η καταστολή των αλεβιτών: Αιώνες διώξεων

Οι διώξεις των αλεβιτών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ανάγονται στον 14ο αιώνα, με την πιο γνωστή περίοδο να σχετίζεται με τη βασιλεία του σουλτάνου Σελίμ Α΄ (1512-1520). Οι αλεβίτες, που αποτελούν μειονότητα εντός του Ισλάμ, διώχθηκαν γενικά λόγω της συμπάθειας τους προς τη βασιλική δυναστεία των Σαφαβιδών, στην Περσία.

Η γενοκτονία του Ντερσίμ το 1937-1938 από το τουρκικό κράτος αποτελεί το πιο σκοτεινό κεφάλαιο αυτής της ιστορίας. Εκατοντάδες χιλιάδες αλεβίτες Κούρδοι σκοτώθηκαν και χιλιάδες αναγκάστηκαν να ζήσουν στα βουνά σε συνθήκες φτώχειας. Οι αλεβίτες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν διακρίσεις στη σύγχρονη Τουρκία, με τα θρησκευτικά τους κέντρα να μην αναγνωρίζονται επίσημα από το κράτος.

Η καταπίεση των Κούρδων: Συνεχιζόμενη πολιτική αφομοίωσης

Η τουρκική πολιτική εναντίον των Κούρδων χαρακτηρίζεται από συστηματικές προσπάθειες αφομοίωσης και καταστολής της κουρδικής ταυτότητας. Από την έναρξη της ένοπλης σύγκρουσης το 1984 μεταξύ του τουρκικού στρατού και του PKK, περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Κούρδοι εκτοπίστηκαν βιαίως από αγροτικές και αστικές περιοχές στην ανατολική και νοτιοανατολική Τουρκία.

Μέχρι το 1996, το κράτος διατήρησε τον έλεγχο της νοτιοανατολικής Τουρκίας μέσω της βίαιης εκκένωσης πάνω από 3.000 κουρδικών χωριών, προκαλώντας την εξαθλίωση 3 εκατομμυρίων ανθρώπων. Οι συστηματικές καταστροφές χωριών αποτέλεσαν βασικό παράγοντα στη γρήγορη αστικοποίηση της Τουρκίας τις τελευταίες δεκαετίες.

Η σημερινή κατάσταση: Άρνηση, απειλές και διεθνής πίεση

Η Τουρκία παραμένει η μόνη χώρα που αρνείται συστηματικά την αναγνώριση των γενοκτονιών που διέπραξε η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτή η άρνηση δεν αποτελεί απλώς ιστορική διαφωνία, αλλά συνειδητή πολιτική στρατηγική που έχει ως στόχο τη διατήρηση του εθνικού αφηγήματος και την αποφυγή νομικών και πολιτικών συνεπειών.

Η βασική επιχειρηματολογία της άρνησης παραμένει σταθερή: «Δεν υπήρξε γενοκτονία, και οι Αρμένιοι φταίνε για αυτήν». Αυτή η αντιφατική στάση αποκαλύπτει τη βαθιά ριζωμένη νοοτροπία που χαρακτηρίζει την τουρκική προσέγγιση στο ζήτημα.

Από τη δεκαετία του 1960, η Τουρκία ανέπτυξε μια πολυεπίπεδη στρατηγική άρνησης που περιλαμβάνει την επιρροή δημοσιογράφων, εκπαιδευτικών και δημόσιων αξιωματούχων, με την παρουσίαση «της άλλης πλευράς της ιστορίας». Ξένοι ακαδημαϊκοί ενθαρρύνθηκαν να αναθεωρήσουν το αρχείο της γενοκτονίας, παρουσιάζοντας μια εκδοχή που κατηγορούσε κυρίως τους Αρμενίους ή, σε μια άλλη εκδοχή, τις πολεμικές συνθήκες που στοίχισαν τη ζωή σε περισσότερους Τούρκους παρά Αρμενίους.

Το άρθρο 301 του Τουρκικού Ποινικού Κώδικα, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 2005, καθιστά παράνομη την προσβολή της Τουρκίας, της τουρκικής εθνότητας ή των τουρκικών κυβερνητικών θεσμών. Από την εφαρμογή του, έχουν απαγγελθεί κατηγορίες σε περισσότερες από 60 υποθέσεις, πολλές από τις οποίες αφορούν δημοσιευμένες ή προφορικές απόψεις που αμφισβητούν την επίσημη εκδοχή ευαίσθητων ζητημάτων, όπως η πραγματικότητα της αρμένικης γενοκτονίας.

Παρότι το άρθρο τροποποιήθηκε το 2008 αντικαθιστώντας τον όρο «τουρκικότητα» με τον όρο «τουρκικό έθνος» και μειώνοντας τη μέγιστη ποινή από τρία σε δύο χρόνια, εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή απειλή για την ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία. Το 2022, έντεκα πρώην μέλη της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής του HDP κατηγορήθηκαν βάσει του άρθρου 301 για δήλωση που έκαναν για τη γενοκτονία των Αρμενίων στις 24 Απριλίου 2021.

Παρά την εντατική διπλωματική πίεση της Τουρκίας, τριάντα τέσσερις χώρες έχουν επίσημα αναγνωρίσει τη γενοκτονία των Αρμενίων, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας. Η Ουρουγουάη ήταν η πρώτη χώρα που αναγνώρισε τη γενοκτονία το 1965, ενώ οι ΗΠΑ την αναγνώρισαν επίσημα το 2021.

Η αντίδραση της Τουρκίας στις διεθνείς αναγνωρίσεις χαρακτηρίζεται από τυποποιημένες δηλώσεις καταδίκης, όπως ότι η δήλωση θα «ανοίξει ένα βαθύ τραύμα που υπονομεύει την αμοιβαία εμπιστοσύνη και φιλία». Ωστόσο, αυτές οι αντιδράσεις σπάνια οδηγούν σε ουσιαστικές διπλωματικές κυρώσεις, καθώς η Τουρκία αναγνωρίζει ότι οι οικονομικές και στρατηγικές της σχέσεις με τις χώρες αυτές είναι σημαντικότερες από την ιστορική αναγνώριση.

Ένα από τα πιο χτυπητά παραδείγματα της τουρκικής υποκρισίας αποτελεί η απόφαση της χώρας να συμμετάσχει στην υπόθεση της Νότιας Αφρικής εναντίον του Ισραήλ για τη φερόμενη γενοκτονία στη Γάζα, στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η Τουρκία, που αρνείται τις δικές της γενοκτονίες για έναν αιώνα, παρουσιάζεται τώρα ως υπερασπιστής της Σύμβασης Γενοκτονίας του 1948.

Αυτή η κίνηση προκάλεσε εσωτερικές ανησυχίες στην Τουρκία, καθώς η αντιπολίτευση προειδοποίησε ότι το άρθρο 63 του Καταστατικού του ΔΔΧ θα μπορούσε να δώσει τις ίδιες δικαστικές εξουσίες σε άλλα κράτη που ενδεχομένως να μηνύσουν την Τουρκία για παρόμοιες κατηγορίες.

Νομικές και πολιτικές συνέπειες

Τα στρατοδικεία που διεξήχθησαν στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ 1919 και 1922 από την οθωμανική κυβέρνηση αναγνώρισαν επίσημα τις σφαγές των Αρμενίων ως «εγκλήματα πολέμου» και καταδίκασαν τους δράστες σε θάνατο. Αυτές οι δίκες αποτέλεσαν την πρώτη προσπάθεια δίωξης υπεύθυνων γενοκτονίας στην ιστορία.

Οι δίκες επικεντρώθηκαν στους διοργανωτές της γενοκτονίας, σε αυτούς που διεξήγαγαν τις εκκαθαρίσεις στις επαρχίες, και αυτούς που εμπλέκονταν σε «οικονομικά εγκλήματα». Ο Ταλάτ, ο Εβέρ, ο Τζεμάλ και ο Δρ Ναζίμ καταδικάστηκαν για «φόνο πρώτου βαθμού μεγάλης κλίμακας» και καταδικάστηκαν σε θάνατο ερήμην. Ωστόσο, το 1921, κατά την ανάκαμψη του Τουρκικού Εθνικιστικού Κινήματος, δόθηκε αμνηστία σε όσους κρίθηκαν ένοχοι. Αυτή η αμνηστία εξασφάλισε την ατιμωρησία των δραστών και έθεσε το προηγούμενο για τη μετέπειτα πολιτική άρνησης.

Παρά τα χρόνια που έχουν περάσει, περισσότερα από εκατό, οι νομικές δυνατότητες για την αντιμετώπιση της τουρκικής ευθύνης δεν έχουν εξαντληθεί. Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης θα μπορούσε θεωρητικά να ασχοληθεί με το ζήτημα, καθώς η Σύμβαση Γενοκτονίας θεωρείται ενδεικτική του υφιστάμενου εθιμικού του Διεθνούς Δικαίου.

Ωστόσο, οι πρακτικές προκλήσεις είναι τεράστιες. Η Τουρκία θα μπορούσε να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου βάσει της νομικής συνέχειας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Επιπλέον, το ζήτημα της χρονικής δικαιοδοσίας θα αποτελούσε βασικό εμπόδιο, καθώς η Σύμβαση Γενοκτονίας υπεγράφη το 1948.

Η άρνηση της γενοκτονίας δεν αποτελεί μόνο ιστορικό ζήτημα αλλά επηρεάζει άμεσα τη σύγχρονη τουρκική πολιτική. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, η άρνηση της γενοκτονίας «εξορθολογίζει τη βίαιη δίωξη των θρησκευτικών και εθνικών μειονοτήτων» και αποευαισθητοποιεί τον πληθυσμό σε σχέση με μελλοντικά επεισόδια μαζικής βίας.

Μέχρι το τουρκικό κράτος να αναγνωρίσει τη γενοκτονία, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο να την επαναλάβει. Αυτή η προειδοποίηση αποτελεί ιδιαίτερα επίκαιρη δεδομένων της πρόσφατης δράσης της Τουρκίας στη Συρία, στο Αρτσάχ και εναντίον κουρδικών πληθυσμών.

Διεθνείς συνέπειες και μελλοντικές προκλήσεις

Η άρνηση της γενοκτονίας από την Τουρκία έχει γίνει μια βασική παράμετρος των διεθνών σχέσεων στην περιοχή. Χώρες όπως το Ισραήλ και η Μεγάλη Βρετανία αποφεύγουν την αναγνώριση της γενοκτονίας για να μην βλάψουν τις σχέσεις τους με την Άγκυρα. Η συνενοχή των διεθνών δρώντων, όπως την έχουν χαρακτηρίσει ιστορικοί, επιτρέπει στην Τουρκία να συνεχίζει την πολιτική άρνησης χωρίς ουσιαστικές συνέπειες.

Η στρατηγική σημασία της Τουρκίας ως μέλους του ΝΑΤΟ και η γεωπολιτική της θέση στη Μέση Ανατολή τής παρέχουν σημαντικό έρεισμα για να επιμένει στην άρνηση των γεγονότων. Ωστόσο, αυτή η κατάσταση μπορεί να αλλάξει καθώς η Τουρκία γίνεται ολοένα πιο αυταρχική και απομακρύνεται από τους δυτικούς συμμάχους της.

Παρά την επίσημη πολιτική άρνησης, σημαντικό τμήμα της τουρκικής κοινωνίας αρχίζει να αναγνωρίζει την ιστορική αλήθεια. Μια δημοσκόπηση του 2014 από το τουρκικό ερευνητικό ίδρυμα EDAM έδειξε ότι το 9% των Τούρκων πολιτών αναγνωρίζει τη γενοκτονία. Αν και το ποσοστό είναι χαμηλό, αντιπροσωπεύει μια σημαντική αλλαγή στη συνείδηση.

Ιστορίες τουρκικών οικογενειών που ανακαλύπτουν την κρυφή τους αρμένικη κληρονομιά ή υποστηρίζουν προσπάθειες ανοικοδόμησης αρμένικων εκκλησιών δείχνουν ότι η επίσημη εκδοχή δεν είναι πλέον αποδεκτή. Αυτοί οι «ηγέτες της σκέψης» δρουν, μερικές φορές με σοβαρό προσωπικό κίνδυνο, για το καλό της χώρας τους και από αγάπη για την πατρίδα τους.

Το μέλλον της δικαιοσύνης

Η αναγνώριση των τουρκικών γενοκτονιών δεν αποτελεί μόνο ιστορική ανάγκη αλλά και προϋπόθεση για τη δημοκρατική εξέλιξη της Τουρκίας. Όπως έχουν επισημάνει ερευνητές, η συνεχιζόμενη άρνηση εμποδίζει την Τουρκία να επιτύχει πλήρη δημοκρατία που να περιλαμβάνει πλουραλισμό και ανθρώπινα δικαιώματα.

Η «μόλυνση της πολιτικής κουλτούρας ολόκληρων κοινωνιών, όπου η βία και οι απειλές γίνονται μέρος μιας πολιτικής άσκησης που υποβαθμίζει τα βασικά δικαιώματα και τη δημοκρατική πρακτική, δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστον». Όπως είχε πει ο Πάπας Φραγκίσκος κατά την αναγνώριση της αρμένικης γενοκτονίας τον Απρίλιο του 2015, «η απόκρυψη ή η άρνηση του κακού είναι σαν να αφήνουμε ένα τραύμα να αιμορραγεί χωρίς να το επιδέσουμε».

Η διεθνής κοινότητα έχει την υποχρέωση να συνεχίσει να πιέζει την Τουρκία για την αναγνώριση των γενοκτονιών που διέπραξε. Μόνο μέσω της αναγνώρισης, της συγγνώμης και της αποζημίωσης μπορεί να επιτευχθεί πραγματική συμφιλίωση και να αποφευχθούν μελλοντικές τραγωδίες. Ο αιώνας της άρνησης και της ατιμωρησίας πρέπει να τελειώσει – τόσο για χάρη των θυμάτων όσο και για το μέλλον της περιοχής.

Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι απόψεις του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις θέσεις της εφημερίδας The Epoch Times.