Μια αεροπορική επιδρομή της Σαουδικής Αραβίας αυτή την εβδομάδα στη νότια λιμενική πόλη Μουκάλα της Υεμένης, με στόχο – σύμφωνα με το Ριάντ – μια αποστολή όπλων από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα προς αποσχιστικές δυνάμεις της Υεμένης, σηματοδότησε σοβαρή κλιμάκωση της έντασης ανάμεσα στα δύο θεωρούμενες ως υπερδυνάμεις του Κόλπου.
Τα άλλοτε δύο στηρίγματα της περιφερειακής ασφάλειας, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, βλέπουν τα συμφέροντά τους να αποκλίνουν όλο και περισσότερο, από τις πολιτικές ενέργειας και το εμπόριο μέχρι τη γεωπολιτική και την επιρροή στη Μέση Ανατολή.
Η Υεμένη, όπου οι δύο χώρες είχαν επέμβει πριν από μια δεκαετία ως εταίροι, εξελίσσεται σε επικίνδυνο σημείο αντιπαράθεσης, με τις τριβές να γίνονται πλέον εμφανείς.
Από ενιαίο μέτωπο σε στρατηγική αντιζηλία
Η σύγχρονη συνεργασία Σαουδικής Αραβίας-ΗΑΕ εμπεδώθηκε στα ταραγμένα χρόνια της Αραβικής Άνοιξης το 2011, όταν οι δύο χώρες κινήθηκαν επιθετικά για να αντιμετωπίσουν ισλαμιστικά κινήματα που θεωρούσαν υπαρξιακή απειλή.
Από κοινού απέστειλαν στρατιωτικές δυνάμεις στο Μπαχρέιν για να καταστείλουν αναταραχές, ενώ αργότερα συντόνισαν τη στήριξή τους στο στρατιωτικό πραξικόπημα του 2013 στην Αίγυπτο κατά της κυβέρνησης των Αδελφών Μουσουλμάνων.
Το σύμφωνο αυτό κορυφώθηκε το 2015, όταν Ριάντ και Άμπου Ντάμπι εξαπέλυσαν κοινή στρατιωτική επέμβαση στην Υεμένη μετά την κατάληψη της πρωτεύουσας Σανάα από τους φιλοϊρανούς Χούθι και την ανατροπή της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης. Η Σαουδική Αραβία διέθεσε αεροπορική ισχύ, τα ΗΑΕ ηγήθηκαν των χερσαίων επιχειρήσεων στον νότο.
Αποκορύφωμα της συμπόρευσης αυτής αποτέλεσε το 2017, όταν οι δύο χώρες ηγήθηκαν περιφερειακού αποκλεισμού κατά του Κατάρ, με αφορμή κατηγορίες για στήριξη της τρομοκρατίας από την Ντόχα.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο πρίγκιπας διάδοχος Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και ο ηγέτης των ΗΑΕ, σεΐχης Μοχάμεντ μπιν Ζάγεντ, αναδείχθηκαν ως άριστα συντονισμένοι παράγοντες εξουσίας στον Κόλπο.
Σύμφωνα με μελέτη του 2016 με επικεφαλής τον Μπράντον Φρίντμαν του Κέντρου Μοσέ Νταγιάν στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, η εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας τη συγκεκριμένη περίοδο αποτέλεσε πολιτικό ορόσημο και ρήξη με το παρελθόν όπου κυριαρχούσε η καχυποψία.
«Από την ανεξαρτησία των ΗΑΕ το 1971, οι σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία σημαδεύονταν από δυσπιστία, προϊόν βαθιάς ιστορικής σύγκρουσης τον 18ο και 19ο αιώνα, αλλά και μιας επίμονης εδαφικής διαμάχης για την όαση Μπουράμι», σημειώνει ο Φρίντμαν.
Όμως, «τα τελευταία χρόνια, η κοινή αίσθηση απειλής και η άνοδος μιας νέας γενιάς ηγετών οδήγησαν σε ισχυρότερο υπόβαθρο για μελλοντικό συντονισμό και συνεργασία».
«Η ισχυρή εργασιακή σχέση ανάμεσα στους ηγέτες των ΗΑΕ και της Σαουδικής Αραβίας συνέβαλε στην εμβάθυνση της στρατιωτικής τους συνεργασίας σε Λιβύη, Συρία και Υεμένη», παρατηρεί ο Φρίντμαν.
Η πολύπλευρη στήριξη των ΗΑΕ στη Λιβύη εξασφάλισε πολιτική κάλυψη και διπλωματική υποστήριξη από το Ριάντ, καθώς αμφότεροι επιδίωκαν να εμποδίσουν ισλαμιστική εξουσία στη χώρα και να περιορίσουν την επιρροή του Κατάρ. Η δημιουργία μάλιστα κοινής σαουδο-εμιρατινής επιτροπής συντονισμού με κύριο αντικείμενο τη Λιβύη αποτύπωσε αυτή την προσέγγιση, σύμφωνα με τον Φρίντμαν.
Ρήγμα στην Υεμένη
Η συνεργασία Σαουδικής Αραβίας και ΗΑΕ, ωστόσο, αποδείχθηκε βραχύβια. Όπως επισημαίνει ανάλυση του 2023 από τον Αμπντουλάχ Μπαμπούντ, πρώην ερευνητή του Carnegie Middle East Center, «η εντεινόμενη αντιπαλότητά τους εκδηλώθηκε με διαφορετικές προσεγγίσεις στις περιφερειακές συγκρούσεις, κλιμάκωση της οικονομικής ανταγωνιστικότητας και μονομερείς προσπάθειες άσκησης πολιτικής επιρροής».
Ο Μπαμπούντ εκτιμά ότι η αυξανόμενη αυτονόμηση και διεκδικητικότητα των ΗΑΕ απείλησε τις φιλοδοξίες της Σαουδικής Αραβίας και την κυριαρχία της στο Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου.
Τα πρώτα σημάδια ρήξης εμφανίστηκαν το 2018, όταν το Ριάντ παρείχε στήριξη στη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση Χαντί, την ώρα που τα ΗΑΕ άρχισαν να χρηματοδοτούν δίκτυο τοπικών παραστρατιωτικών ομάδων με στόχους που αποκλίνουν από τα συμφέροντα της ίδιας της κυβέρνησης της Υεμένης.
Το 2019, τα ΗΑΕ προχώρησαν σε σταδιακή αποχώρηση των στρατευμάτων τους, αλλά διατήρησαν την επιρροή τους μέσω τοπικών πληρεξουσίων. Την ίδια στιγμή, η Σαουδική Αραβία παρέμενε βυθισμένη σε έναν δαπανηρό και ατελέσφορο πόλεμο κατά των Χούθι.
Σε αυτό το σκηνικό, τα ΗΑΕ στήριξαν ανοιχτά το Μεταβατικό Συμβούλιο του Νότου (STC), ισχυρή αποσχιστική παράταξη που επιδιώκει την ανεξαρτησία της Νότιας Υεμένης. «Η στήριξη των ΗΑΕ στο STC υπονόμευσε τόσο το πολεμικό εγχείρημα του υπό τη σαουδική ηγεσία συνασπισμού όσο και τη νομιμότητα της κυβέρνησης Χαντί, φέρνοντας Ριάντ και Άμπου Ντάμπι σε τροχιά σύγκρουσης», παρατηρεί ο Μπαμπούντ.
Η υποστήριξη των ΗΑΕ επέτρεψε στους αυτονομιστές να καταλάβουν επανειλημμένα το στρατηγικής σημασίας λιμάνι του Άντεν, πριν τελικά – υπό την πίεση του Ριάντ – παραδώσουν εκ νέου τον έλεγχο στη νόμιμη κυβέρνηση.
«Κατέστη σαφές πως ο απώτερος στόχος των ΗΑΕ στην Υεμένη δεν ήταν η αποκατάσταση της κυβέρνησης Χαντί, αλλά η εδραίωση ελέγχου στα στρατηγικά θαλάσσια περάσματα της χώρας», καταλήγει ο Μπαμπούντ, χαρακτηρίζοντας την εξέλιξη αυτή ως απαρχή της τρέχουσας γεωστρατηγικής αντιπαλότητας μεταξύ Ριάντ και Άμπου Ντάμπι.
Οικονομικός και διπλωματικός ανταγωνισμός
Πέραν της Υεμένης, οι σχέσεις των δύο χωρών επιβαρύνθηκαν από την όξυνση του οικονομικού ανταγωνισμού. Το 2021, το Ριάντ αμφισβήτησε τον κυρίαρχο ρόλο του Ντουμπάι ως εμπορικού κέντρου της περιοχής, ζητώντας από τις ξένες εταιρείες να μεταφέρουν την έδρα τους στη Σαουδική Αραβία αν θέλουν να διατηρήσουν κρατικές συμβάσεις.
Την ίδια χρονιά, εκδηλώθηκε δημόσια αντιπαράθεση στον ΟΠΕΚ, όταν τα ΗΑΕ μπλόκαραν συμφωνία που υποστήριζε το Ριάντ, απαιτώντας αύξηση του βασικού ορίου παραγωγής πετρελαίου.
Σε διπλωματικό επίπεδο, τα ΗΑΕ προχώρησαν πιο γρήγορα από τη Σαουδική Αραβία στην ομαλοποίηση των σχέσεων με το Ισραήλ μέσω των Συμφωνιών του Αβραάμ το 2020, κερδίζοντας μοναδικό διπλωματικό δίαυλο με την Ουάσιγκτον, τον οποίο το Ριάντ απέφυγε λόγω του ρόλου του ως θεματοφύλακα των ιερών του Ισλάμ.
H Σαουδική Αραβία φιλοξένησε συνομιλίες κατάπαυσης του πυρός με στήριξη στον εθνικό στρατό, ενώ ειδικοί του ΟΗΕ κατηγόρησαν τα ΗΑΕ ότι στηρίζουν την αντίπαλη παραστρατιωτική οργάνωση Rapid Support Forces, ισχυρισμούς που το Άμπου Ντάμπι αρνείται.
Σε όλο το φάσμα της ευρύτερης περιοχής της Ερυθράς Θάλασσας, η Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ συχνά στηρίζουν εχθρικές δυνάμεις μέσα στους ίδιους περιφερειακούς πολέμους.
Η ένταση κλιμακώθηκε περαιτέρω τον Δεκέμβριο, όταν οι δυνάμεις του STC, με την υποστήριξη των ΗΑΕ, προωθήθηκαν στο νότιο τμήμα της Υεμένης, καταλαμβάνοντας υποδομές στην πλούσια σε πετρέλαιο επαρχία Χαντραμάουτ, την οποία μέχρι τότε έλεγχαν δυνάμεις πιστές στο Ριάντ.
Στις 30 Δεκεμβρίου, σαουδαραβικά μαχητικά έπληξαν το λιμάνι της Μουκάλα, με το Ριάντ να επισημαίνει ότι ο στόχος ήταν αποστολή όπλων που είχαν αποσταλεί από τα ΗΑΕ προς τις αυτονομιστικές δυνάμεις.
Αμέσως μετά, η Σαουδική Αραβία ζήτησε την αποχώρηση των εμιρατινών δυνάμεων από την Υεμένη εντός 24 ωρών και διαμήνυσε ότι η εθνική της ασφάλεια αποτελεί απαραβίαστη «κόκκινη γραμμή».
Λίγες ώρες αργότερα, τα ΗΑΕ ανακοίνωσαν την απόσυρση των εναπομεινάντων δυνάμεών τους από τη χώρα, απορρίπτοντας παράλληλα τις σαουδαραβικές αιτιάσεις περί αποστολής όπλων ή υποστήριξης σε υεμενίτικες παρατάξεις.
Με τη συμβολή του Reuters