Δευτέρα, 29 Ιούν, 2026

Ιαπωνία: Τέλος στην πολυετή απαγόρευση εξαγωγών επιθετικών όπλων

Στις 21 Απριλίου, η Ιαπωνία ενέκρινε επισήμως την κατάργηση μιας μακροχρόνιας απαγόρευσης στις εξαγωγές όπλων, σηματοδοτώντας μια ιστορική στροφή στη μεταπολεμική της πολιτική ασφάλειας.

Η έγκριση από το υπουργικό συμβούλιο της πρωθυπουργού Σανάε Τακαΐτσι αναθεωρεί τις «Τρεις αρχές για τη μεταφορά αμυντικού εξοπλισμού και τεχνολογίας», αίροντας ουσιαστικά ένα από τα τελευταία εμπόδια για τη συμμετοχή της Ιαπωνίας στις παγκόσμιες αγορές οπλισμού.

Το μεταπολεμικό σύνταγμα της Ιαπωνίας, διαμορφωμένο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, περιόριζε τη στρατιωτική δραστηριότητα και τις εξαγωγές όπλων, καλλιεργώντας μια φιλειρηνική πολιτική και απαγορεύοντας ουσιαστικά τις πωλήσεις όπλων στο εξωτερικό.

Το 2014, η Ιαπωνία άρχισε να επιτρέπει περιορισμένες εξαγωγές μη επιθετικού εξοπλισμού. Νεότερες αλλαγές, το 2023, επέτρεψαν υπό προϋποθέσεις την πώληση ορισμένων εξαρτημάτων επιθετικών συστημάτων, μεταξύ των οποίων και πύραυλοι Patriot αμερικανικού σχεδιασμού, κυρίως με στόχο την υποστήριξη των εφοδιαστικών αλυσίδων των συμμάχων.

Η τελευταία αναθεώρηση προχωρά ένα βήμα παραπέρα, καταργώντας κατηγορηματικούς περιορισμούς και επιτρέποντας τις εξαγωγές προηγμένων συστημάτων, όπως μαχητικά αεροσκάφη και πολεμικά πλοία, αν και με κάποιους περιορισμούς.

Η Τακαΐτσι ανέφερε σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα X, στις 21 Απριλίου, ότι μέχρι τώρα οι μεταφορές στο εξωτερικό ολοκληρωμένων προϊόντων εγχώριας παραγωγής περιορίζονταν σε αποστολές διάσωσης, μεταφοράς, προειδοποίησης, επιτήρησης και ναρκοκαθάρισης, προσθέτοντας ότι με τη νέα αναθεώρηση καθίσταται πλέον δυνατή η μεταφορά όλων των αμυντικών εξοπλισμών. Παρουσίασε την αναθεώρηση ως ρεαλιστική και αμυντικού χαρακτήρα.

Σημείωσε ότι, καθώς το περιβάλλον ασφάλειας γίνεται ολοένα και πιο σοβαρό, καμία χώρα δεν μπορεί πλέον να προστατεύσει μόνη της την ειρήνη και την ασφάλειά της, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ύπαρξης εταίρων που να μπορούν να υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον στον τομέα του αμυντικού εξοπλισμού. Η δυνατότητα εξαγωγών θα ενισχύσει τις δυνατότητες των συμμάχων και θα συμβάλει στην αποτροπή συγκρούσεων.

Οι εξαγωγές θα περιορίζονται σε 17 χώρες-εταίρους με υφιστάμενες αμυντικές συμφωνίες και θα απαιτούν έγκριση από το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας της Ιαπωνίας. Το Τόκυο θα παρακολουθεί επίσης τη χρήση του εξοπλισμού, ενώ θα συνεχίσει να αποφεύγει την εξαγωγή επιθετικών όπλων σε χώρες που συμμετέχουν ενεργά σε πολεμικές συγκρούσεις.

Περιφερειακές και διεθνείς αντιδράσεις

Η αλλαγή πολιτικής έτυχε άμεσης στήριξης από βασικούς συμμάχους. Ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Ιαπωνία, Τζορτζ Γκλας, ανέφερε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X στις 21 Απριλίου ότι οι αναθεωρημένοι κανόνες θα συμβάλουν σημαντικά στην ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού.

Σύμφωνα με τον Γκλας, η απόφαση συνιστά ιστορικό βήμα που θα ενισχύσει τη συλλογική αμυντική ικανότητα και θα διασφαλίσει την ελευθερία στην περιοχή.

Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας των Φιλιππίνων, Γκιλμπέρτο Τεοντόρο, χαιρέτισε την αλλαγή, αναφέροντας σε ανακοίνωσή του στις 21 Απριλίου ότι θα προσφέρει πρόσβαση σε αμυντικό υλικό «υψηλότατης ποιότητας» και θα συμβάλει στην ενίσχυση της εσωτερικής ανθεκτικότητας, ενώ παράλληλα θα προάγει τη σταθερότητα στην περιοχή μέσω της αποτροπής.

Η Κίνα εξέφρασε έντονη αντίθεση. Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στις 20 Απριλίου, ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Γκουό Τζιακούν, προειδοποίησε ότι οι κινήσεις της Ιαπωνίας προς την κανονικοποίηση του στρατού ενέχουν τον κίνδυνο αναζωπύρωσης παλαιών εντάσεων.

Ο Τζιακούν ανέφερε ότι η αποτροπή της επανεμφάνισης του μιλιταρισμού αποτελεί υποχρέωση της Ιαπωνίας, καλώντας το Τόκυο να αντλήσει διδάγματα από την ιστορία και να παραμείνει στην πορεία της ειρηνικής ανάπτυξης.

Η Τακαΐτσι υπογράμμισε στην ανάρτησή της ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως αλλαγή στη δέσμευση της Ιαπωνίας να διατηρήσει την πορεία και τις θεμελιώδεις αρχές της ως ειρηνόφιλο έθνος, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί τα περισσότερα από 80 χρόνια μετά τον πόλεμο, επισημαίνοντας ότι, υπό το νέο σύστημα, η χώρα θα προωθεί στρατηγικά τις μεταφορές εξοπλισμού, λαμβάνοντας ακόμη πιο αυστηρές και προσεκτικές αποφάσεις σχετικά με το εάν αυτές επιτρέπονται.

Στρατηγική ασφάλειας

Ο υπουργός Άμυνας της Ιαπωνίας, Σιντζίρο Κοϊζούμι, υπέδειξε ότι η κυβέρνηση σχεδιάζει να προωθήσει ενεργά τις εξαγωγές όπλων ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής ασφάλειας.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους στις 21 Απριλίου, ανέφερε ότι η Ιαπωνία προτίθεται να προωθήσει αποτελεσματικά και στρατηγικά τη μεταφορά αμυντικού εξοπλισμού ως σημαντικό εργαλείο πολιτικής, με στόχο την ενίσχυση των συμμαχιών στον Ινδο-Ειρηνικό. Σημείωσε ότι οι μεταφορές αυτές θα συμβάλουν στη βελτίωση των δυνατοτήτων αποτροπής και αντίδρασης των συμμάχων και των χωρών με παρόμοια αντίληψη, εξυπηρετώντας τελικά και την ίδια την ασφάλεια της Ιαπωνίας.

Ο Ιάπωνας υπουργός Άμυνας Σιντζίρο Κοϊζούμι μιλά κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο υπουργείο Άμυνας στο Τόκυο, στις 7 Δεκεμβρίου 2025. (Kazuhiro Nogi/Reuters)

 

Ο επικεφαλής γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου, Μινόρου Κιχάρα, εξέφρασε παρόμοια άποψη, δηλώνοντας ότι η νέα πολιτική θα διασφαλίσει την ασφάλεια της Ιαπωνίας και θα συμβάλει περαιτέρω στην ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή και τη διεθνή κοινότητα.

Η μεταβολή της πολιτικής ευθυγραμμίζεται με τη γενικότερη στρατιωτική ενίσχυση της Ιαπωνίας υπό την κυβέρνηση της Τακαΐτσι. Τον Δεκέμβριο του 2025, το υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε αμυντικό προϋπολογισμό-ρεκόρ ύψους 784 δισεκατομμυρίων δολαρίων, στο πλαίσιο πενταετούς σχεδίου για την ενίσχυση της αποτροπής.

Η εθνική στρατηγική ασφάλειας της Ιαπωνίας, η οποία επικαιροποιήθηκε το 2022, προσδιορίζει την Κίνα ως «άνευ προηγουμένου και τη μεγαλύτερη στρατηγική πρόκληση». Οι αυξανόμενες εντάσεις στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένων των ανησυχιών για την Ταϊβάν και των θαλάσσιων διαφορών, έχουν ωθήσει το Τόκυο να ενισχύσει τη συνεργασία με συμμάχους όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιταλία.

Πρόσφατες πρωτοβουλίες περιλαμβάνουν την κοινή ανάπτυξη ενός μαχητικού αεροσκάφους επόμενης γενιάς και μια συμφωνία δισεκατομμυρίων δολαρίων για φρεγάτες με την Αυστραλία, που αποτελεί τη μεγαλύτερη εξαγωγική συμφωνία αμυντικού εξοπλισμού στην ιστορία της Ιαπωνίας.

Της Evgenia Filimianova

Με πληροφορίες από το Associated Press

Η Κούβα επιβεβαιώνει απευθείας συνομιλίες με τις ΗΠΑ

Η Κούβα επιβεβαίωσε στις 20 Απριλίου ότι πραγματοποίησε πρόσφατα απευθείας συνομιλίες με Αμερικανούς αξιωματούχους στην Αβάνα, σε μια σπάνια διπλωματική επαφή, καθώς συνεχίζονται οι εντάσεις γύρω από τους μακροχρόνιους οικονομικούς περιορισμούς που επιβάλλει η Ουάσιγκτον στο κομμουνιστικό κράτος.

Ο Αλεχάντρο Γκαρσία ντελ Τόρο, αναπληρωτής γενικός διευθυντής για θέματα ΗΠΑ στο κουβανικό υπουργείο Εξωτερικών, δήλωσε σε τοποθετήσεις που δημοσιεύθηκαν στις 20 Απριλίου στην εφημερίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κούβας Granma ότι βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ένα ευαίσθητο ζήτημα που αντιμετωπίζεται με διακριτικότητα.

Επιβεβαίωσε ότι πραγματοποιήθηκε πρόσφατα συνάντηση μεταξύ κουβανικής και αμερικανικής αντιπροσωπείας στην Κούβα, διευκρινίζοντας ότι οι συμμετέχοντες από την πλευρά των ΗΠΑ περιελάμβαναν υφυπουργούς Εξωτερικών, ενώ η κουβανική αντιπροσωπεία εκπροσωπήθηκε από αναπληρωτή υπουργού, και πρόσθεσε ότι κατά τη διάρκεια της συνάντησης καμία από τις δύο πλευρές δεν έθεσε προθεσμίες ούτε προχώρησε σε εκβιαστικές δηλώσεις, όπως είχε αναφερθεί από τον αμερικανικό Τύπο, ενώ η ανταλλαγή πληροφοριών πραγματοποιήθηκε με σεβασμό και επαγγελματισμό.

Η Κούβα παρουσίασε τις συνομιλίες ως επικεντρωμένες κυρίως στη χαλάρωση της οικονομικής πίεσης από τις ΗΠΑ, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τους περιορισμούς που επηρεάζουν την ενεργειακή τροφοδοσία, με τον Γκαρσία ντελ Τόρο να αναφέρει ότι ο τερματισμός του ενεργειακού αποκλεισμού της χώρας ήταν κορυφαία προτεραιότητα για την κουβανική αντιπροσωπεία, χαρακτηρίζοντας την πολιτική αυτή ως αδικαιολόγητη συλλογική τιμωρία ολόκληρου του κουβανικού πληθυσμού και ως μορφή παγκόσμιου εκβιασμού κατά κυρίαρχων κρατών.

Η διαμάχη αντικατοπτρίζει τις ευρύτερες οικονομικές πιέσεις στο νησί, όπου οι κυλιόμενες διακοπές ρεύματος και οι ελλείψεις καυσίμων έχουν εντείνει τις αντιξοότητες για τον πληθυσμό τους τελευταίους μήνες. Η ενεργειακή κρίση της Κούβας έχει καταστεί κεντρικό ζήτημα στις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον, καθώς η κυβέρνηση επιδιώκει ανακούφιση από τις κυρώσεις που περιορίζουν την πρόσβαση σε εισαγωγές καυσίμων. Ένας βασικός της προμηθευτής, η Βενεζουέλα, έχει περιορίσει τις αποστολές πετρελαίου προς την Κούβα από τότε που οι Ηνωμένες Πολιτείες συνέλαβαν τον Νικολάς Μαδούρο, τέως ηγέτη, τον Ιανουάριο.

Οι συνομιλίες πραγματοποιούνται σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση Τραμπ έχει αυξήσει την πίεση προς την Κούβα, τόσο σε επίπεδο ρητορικής όσο και μέσω πολιτικών μέτρων. Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, δήλωσε κατά τη διάρκεια ενημέρωσης στις 8 Απριλίου ότι η κουβανική κυβέρνηση βρίσκεται σε αποδυναμωμένη κατάσταση, και διευκρίνισε ότι η πρόσφατη δήλωση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, «η Κούβα είναι η επόμενη», σήμαινε ότι το κουβανικό καθεστώς είναι καταδικασμένο να καταρρεύσει — η χώρα βρίσκεται σε ιδιαίτερα αδύναμη οικονομική και χρηματοοικονομική θέση, επεσήμανε.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει την προσέγγισή της ως άσκηση οικονομικής και διπλωματικής πίεσης και όχι ως στρατιωτική ενέργεια. Στις 27 Μαρτίου, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε από το Μαϊάμι ότι η στρατηγική του για «ειρήνη μέσω της ισχύος» βασίζεται σε έναν ισχυρό στρατό σε συνδυασμό με οικονομική επιρροή και διαπραγμάτευση.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο επανέλαβε τη σκληρή στάση του απέναντι στο πολιτικό σύστημα της Κούβας σε δηλώσεις του προς δημοσιογράφους την ίδια ημέρα, υποστηρίζοντας ότι το μόνο χειρότερο από έναν κομμουνιστή είναι ένας ανίκανος κομμουνιστής. Δήλωσε ότι το σύστημα της Κούβας πρέπει να αλλάξει ώστε η χώρα να επιτύχει οικονομική ανάπτυξη, σχολιάζοντας ότι το οικονομικό μοντέλο της χώρας είναι παράλογο και ότι ο κουβανικός λαός υποφέρει εξαιτίας των αποφάσεων της ηγεσίας και της έλλειψης μεταρρυθμίσεων.

Οι σχέσεις ΗΠΑ–Κούβας παραμένουν τεταμένες εδώ και δεκαετίες, ήδη από την επανάσταση του 1959 υπό τον Φιντέλ Κάστρο, η οποία ανέτρεψε την υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ κυβέρνηση του Φουλχένσιο Μπατίστα.

Η κατάσταση στην Κούβα έχει προσελκύσει την προσοχή και άλλων παγκόσμιων ηγετών. Σε κοινή δήλωση, στις 18 Απριλίου, οι κυβερνήσεις του Μεξικού, της Ισπανίας και της Βραζιλίας εξέφρασαν βαθιά ανησυχία για τη σοβαρή ανθρωπιστική κρίση που αντιμετωπίζει ο κουβανικός λαός και κάλεσαν σε μέτρα για την ανακούφιση των δυσκολιών με σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο.

Ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρήντριχ Μερτς δήλωσε, στις 20 Απριλίου, ότι δεν βλέπει καμία δικαιολογία για αμερικανική επέμβαση στην Κούβα, επισημαίνοντας ότι δεν φαίνεται να αποτελεί η χώρα απειλή για άλλους.

Της Evgenia Filimianova

Απίθανη η παράταση της εκεχειρίας, δηλώνει ο Τραμπ

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ — Δεν προβλέπει παράταση της εκεχειρίας με το Ιράν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία πριν από την 22α Απριλίου, σύμφωνα με δήλωσή του στο Bloomberg, στις 20 του μηνός. Η εκεχειρία ανακοινώθηκε στις 7 Απριλίου και λήγει το βράδυ της Τετάρτης, ώρα Ουάσιγκτον, ενώ αρχικά είχε οριστεί να λήξει στις 21 Απριλίου. Σε ισχύ θα παραμείνει και ο ναυτικός αποκλεισμός του Ορμούζ. «Δεν θα βιαστώ να συνάψω μια κακή συμφωνία. Έχουμε χρόνο», είπε ο Ντόναλντ Τραμπ.

Σε αυτό το διάστημα, αναμένεται να επαναληφθούν οι διαπραγματεύσεις στο Πακιστάν — είτε απόψε είτε το πρωί της Τετάρτης, σύμφωνα με τον Τραμπ — με τον ειδικό απεσταλμένο στη Μέση Ανατολή Στηβ Γουίτκοφ και τον Τζάρεντ Κούσνερ να συνοδεύουν τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζ. Ντ. Βανς. Κατά τη διάρκεια του σαββατοκύριακου, δεν υπήρξαν σαφή σημάδια άμεσων διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.

Ο αποκλεισμός του πορθμού του Ορμούζ από τις ΗΠΑ ξεκίνησε στις 13 Απριλίου και, όπως δήλωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ στο Truth Social, οι οικονομικές συνέπειες για το Ιράν είναι δυσβάσταχτες: «Χάνουν 500 εκατομμύρια δολάρια την ημέρα — ένα ποσό που δεν μπορεί να αντέξει κανείς, ακόμη και βραχυπρόθεσμα».

Από την έναρξη του αποκλεισμού, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποτρέψει την είσοδο είκοσι επτά (27) πλοίων στον Περσικό Κόλπο, ανακοίνωσε η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) μέσω Χ, στις 20 Απριλίου. Τα πλοία σταματώνται στον Κόλπο του Ομάν, στην Αραβική Θάλασσα, και διατάζονται να επιστρέψουν στους ιρανικούς λιμένες.

Η Τεχεράνη θεωρεί τον αμερικανικό αποκλεισμό ως παραβίαση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός και αντέδρασε πυροβολώντας ένα γαλλικό πλοίο και ένα βρετανικό φορτηγό στις 18 Απριλίου. Όπως σημείωσε ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Μοτσταμπά Χαμενεΐ σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης το σαββατοκύριακο, το ιρανικό ναυτικό είναι έτοιμο να επιφέρει «νέες πικρές ήττες» στους εχθρούς του. Την επομένη, ο Τραμπ κατηγόρησε το Ιράν ότι παραβίασε την εκεχειρία, ενώ ο αμερικανικός στρατός άνοιξε πυρ εναντίον ενός φορτηγού πλοίου υπό ιρανική σημαία που κατευθυνόταν προς το λιμάνι Μπαντάρ Αμπάς του Ιράν, μετά από μια αντιπαράθεση. Σε βίντεο που κοινοποίησε η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ, διακρίνονται πεζοναύτες να κατεβαίνουν από ελικόπτερα στο πλοίο με σχοινιά.

Ο ιρανικός στρατός δήλωσε ότι το πλοίο ταξίδευε από την Κίνα και κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες για πειρατεία, όπως μετέδωσαν κρατικά μέσα ενημέρωσης. Η Κίνα, ο μεγαλύτερος αγοραστής ιρανικού αργού πετρελαίου, χαρακτήρισε την επίθεση ως «αναγκαστική αναχαίτιση» και εξέφρασε την ανησυχία της για παρόμοιες κινήσεις, σύμφωνα με το κινεζικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Xinhua. Ο ηγέτης του κινεζικού καθεστώτος Σι Τζινπίνγκ ζήτησε να συνεχιστεί απρόσκοπτα η θαλάσσια κυκλοφορία στην περιοχή και προέτρεψε για επίλυση του ζητήματος με πολιτικά και διπλωματικά μέσα.

Τα ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης, επικαλούμενα το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας, ανέφεραν ότι ο έλεγχος της Τεχεράνης επί του Ορμούζ περιλαμβάνει την απαίτηση πληρωμών για υπηρεσίες ασφάλειας, προστασίας και περιβαλλοντικής προστασίας. Το συμβούλιο ανέφερε επίσης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν υποβάλει νέες προτάσεις μετά από συνομιλίες με τη μεσολάβηση του Πακιστάν τις τελευταίες ημέρες, τις οποίες το Ιράν εξακολουθούσε να εξετάζει.

Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγκάι, δήλωσε ότι «δεν υπάρχουν σχέδια για τον επόμενο γύρο διαπραγματεύσεων» και τόνισε ότι το Ιράν θα «δώσει προτεραιότητα στα εθνικά συμφέροντα και οφέλη». Ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Σαΐντ Χατιμπζαντέ, δήλωσε ότι δεν έχει καθοριστεί χρονοδιάγραμμα για περαιτέρω διαπραγματεύσεις, προσθέτοντας ότι πρέπει πρώτα να συμφωνηθεί ένα βασικό πλαίσιο, σύμφωνα με το Associated Press.

Η σκληρή στάση της Τεχεράνης μεγαλώνει την αβεβαιότητα και δίνει τροφή στις ανησυχίες ότι οι μεταφορές πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω του Ορμούζ θα αργήσουν να επανέλθουν, με αποτέλεσμα οι τιμές του πετρελαίου να αυξάνονται στις 20 Απριλίου κατά περίπου 5%: η τιμή του αργού Brent έφτασε σχεδόν τα 95 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ η τιμή του West Texas Intermediate ανέβηκε στα 87 δολάρια περίπου ανά βαρέλι. Η ναυτιλιακή κίνηση μέσω του Ορμούζ έχει σχεδόν σταματήσει, με μόνο τρεις διελεύσεις να καταγράφονται σε διάστημα 12 ωρών, σύμφωνα με ναυτιλιακά στοιχεία.

Οι υψηλές τιμές των καυσίμων, ο πληθωρισμός και η πτώση των ποσοστών δημοτικότητας του Τραμπ εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ αυξάνουν την πίεση για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Ο ίδιος το διαψεύδει σε ανάρτησή του, δηλώνοντας αποφασισμένος και βέβαιος ότι μπορεί να επιτύχει μία συμφωνία ισχυρότερη από το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA/πυρηνική συμφωνία) του 2015 που διαπραγματεύτηκε ο τότε πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα. Οι ΗΠΑ αποχώρησαν από τη συμφωνία αυτή το 2018, κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, κίνηση που υποστηρίχθηκε από τους Ρεπουμπλικανούς του Κογκρέσου και τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Για τον Τραμπ, το να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να αποκτήσει πυρηνικά το Ιράν είναι ζωτικής σημασίας: «Το βασικό είναι να μην αποκτήσει το Ιράν πυρηνικά όπλα. Δεν μπορούμε να αφήσουμε το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, και αυτό υπερισχύει όλων των άλλων», δήλωσε στις 17 Απριλίου.

Πιέζοντας περαιτέρω, στις 19 Απριλίου προειδοποίησε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα καταστρέψουν κάθε γέφυρα και σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στο Ιράν, εάν η Τεχεράνη αρνηθεί τους όρους τους. Από την πλευρά του, το ισλαμιστικό καθεστώς έχει δηλώσει ότι οποιαδήποτε επίθεση των ΗΠΑ κατά των πολιτικών υποδομών του θα αντιμετωπιστεί με επιθέσεις εναντίον σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και εγκαταστάσεων αφαλάτωσης στα γειτονικά αραβικά κράτη του Κόλπου.

Του Jackson Richman

Με τη συμβολή των Emel Akan και Jack Phillips, και πληροφορίες από το Reuters

Παγκόσμιος φόρος πλούτου στο τραπέζι της πολιτικής αντιπαράθεσης

Την καταληκτική ημερομηνία υποβολής δηλώσεων, γνωστή και ως «Ημέρα Φορολογίας», διάλεξε ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ζόχραν Μαμντάνι για να διοργανώσει δημόσια συζήτηση με δύο διακεκριμένους οικονομολόγους, ζητώντας την επιβολή φόρου στους «υπερπλουσίους».

Την ίδια ημέρα, οι τρεις άνδρες — ο Μαμντάνι, ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς και ο Γάλλος οικονομολόγος Γκαμπριέλ Ζουκμάν — συνυπέγραψαν άρθρο στη βρετανική εφημερίδα The Guardian, στο οποίο χαρακτήριζαν την ανισότητα «παγκόσμια κρίση» και ζητούσαν από τους δισεκατομμυριούχους να καταβάλουν το «δίκαιο μερίδιό» τους.

Η πρόταση δεν είναι νέα. Ο Ζουκμάν, 39 ετών, την προωθεί από το 2024, όταν συμβούλευσε την προεδρία της G20 στη Βραζιλία σχετικά με έναν παγκόσμιο ελάχιστο φόρο για δισεκατομμυριούχους. Είχε ήδη αναδειχθεί το 2019, όταν οι γερουσιαστές Ελίζαμπεθ Γουόρεν και Μπέρνι Σάντερς ενσωμάτωσαν την έρευνά του για τη φοροδιαφυγή στις προεκλογικές τους εκστρατείες.

Το μέτρο εγκρίθηκε από τη Γαλλική Εθνοσυνέλευση στις αρχές του 2025, αλλά μπλοκαρίστηκε από τη Γερουσία, όπου πλειοψηφούν οι συντηρητικοί. Παρόμοια νομοθεσία προωθείται σε αρκετές πολιτείες των ΗΠΑ, ενώ περιλαμβανόταν και στην ατζέντα των συναντήσεων της 17ης και 18ης Απριλίου στη Βαρκελώνη, όπου ο πρόεδρος της Βραζιλίας Λουίς Ινάσιου Λούλα ντα Σίλβα, η πρόεδρος του Μεξικού Κλαούντια Σάινμπαουμ και ο πρόεδρος της Νότιας Αφρικής Σίριλ Ραμαφόζα συναντήθηκαν με τον Ισπανό σοσιαλιστή πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ για να συζητήσουν τις ανησυχίες τους σχετικά με την άνοδο των συντηρητικών κομμάτων.

Η επιχειρηματολογία 

Στη συζήτηση, ο Μαμντάνι, ‘δημοκρατικός σοσιαλιστής’, ζήτησε την εφαρμογή ενός «παγκόσμιου φόρου 2% στον πλούτο» ως μέρος ενός «αγώνα για έναν δικαιότερο κόσμο». Υποστήριξε ότι η ανισότητα έχει διαποτίσει την πολιτική στις πέντε περιφέρειες της Νέας Υόρκης, στις ΗΠΑ και σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ο Στίγκλιτς προχώρησε περαιτέρω, υποστηρίζοντας ότι τα τελευταία 25 χρόνια το 41% της αύξησης του πλούτου κατευθύνθηκε στο πλουσιότερο 1% του πληθυσμού, γεγονός που, σύμφωνα με τον ίδιο, οδήγησε σε «αποδυνάμωση της μεσαίας τάξης» και σε «ενίσχυση της ολιγαρχίας στην κορυφή».

Ο Ζουκμάν παρουσίασε την εκστρατεία ως «την αρχή ενός διεθνούς κινήματος για να πληρώσουν επιτέλους οι υπερπλούσιοι το δίκαιο μερίδιό τους» και χαρακτήρισε τη σύγκρουση μεταξύ «δημοκρατίας και ολιγαρχίας σε παγκόσμιο επίπεδο» ως «τη καθοριστική μάχη του 21ου αιώνα».

Ο Ζουκμάν, ο οποίος διαθέτει και γαλλική και αμερικανική υπηκοότητα, προχώρησε σε ιστορικό παραλληλισμό, δηλώνοντας στην εφημερίδα The Epoch Times ότι η Γαλλική Επανάσταση κατήργησε τα προνόμια της αριστοκρατίας και ότι σήμερα απαιτείται η κατάργηση του φορολογικού προνομίου της σύγχρονης αριστοκρατίας, δηλαδή των δισεκατομμυριούχων, οι οποίοι καταβάλλουν πολύ λιγότερους φόρους από τους υπόλοιπους πολίτες.

Στην ίδια εκδήλωση, κάλεσε τις Ηνωμένες Πολιτείες να επανασυνδεθούν με τη δική τους παράδοση στη χρήση της φορολογίας, αναφέροντας ότι οι προοδευτικοί φόροι εισοδήματος και κληρονομιάς θα πρέπει να χρηματοδοτούν δημόσια αγαθά, αλλά και να «ρυθμίζουν την ανισότητα» και να «προστατεύουν και να ενισχύουν τη δημοκρατία». Υποστήριξε επίσης ότι ο υπερβολικός πλούτος συνιστά πάντοτε υπερβολική εξουσία, η οποία διαβρώνει τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Μαθητής του σοσιαλιστή οικονομολόγου Τομά Πικεττύ, ο Ζουκμάν αποτελεί μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες προσωπικότητες στη Γαλλία. Οι επικριτές του τον χαρακτηρίζουν «ακτιβιστή της άκρας αριστεράς», επικαλούμενοι άρθρα του που στηρίζουν τα οικονομικά προγράμματα της «Νέας Οικολογικής και Κοινωνικής Λαϊκής Ένωσης» (New Ecological and Social People’s Union) και του «Νέου Λαϊκού Μετώπου» (New Popular Front) — συμμαχιών στις οποίες συμμετέχει και το κόμμα «Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λυκ Μελανσόν — καθώς και το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Φορολογίας, του οποίου είναι επικεφαλής, χρηματοδοτείται εν μέρει από τα Open Society Foundations (Ιδρύματα Ανοικτής Κοινωνίας) του Τζορτζ Σόρος.

Ο Ζουκμάν απαντά ότι αυτές οι προσωπικές επιθέσεις αντανακλούν απλώς την έλλειψη ουσιαστικών επιχειρημάτων από τους πολέμιους του μέτρου.

Μια διαφορετική διάγνωση

Ο Νικολά Λεκωσσέν, διευθυντής του Ινστιτούτου Οικονομικής και Φορολογικής Έρευνας (Institute for Economic and Fiscal Research – IREF) με έδρα το Παρίσι και ένας από τους συγγραφείς, μαζί με τον πρόεδρο του ινστιτούτου, Ζαν-Φιλίπ Ντελσόλ, του βιβλίου «Σε τι χρησιμεύουν οι πλούσιοι» («A quoi servent les riches», 2012), αμφισβητεί τόσο τα δεδομένα όσο και τα συμπεράσματα. Σύμφωνα με όσα ανέφερε στην Epoch Times, η υπόθεση ότι μια μικρή ελίτ συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου επαναλαμβάνεται εδώ και δεκαετίες από οικονομολόγους και δημοσιογράφους που επικεντρώνονται στο πλουσιότερο 1% ή ακόμη και στο 0,1% του πληθυσμού.

Υποστήριξε ότι ο γενικός πληθυσμός έχει γίνει πλουσιότερος και όχι φτωχότερος, επισημαίνοντας ότι το ποσοστό των ανθρώπων που ζουν με λιγότερα από 3 δολάρια την ημέρα μειώθηκε από 43% το 1990 σε 10% το 2025, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα.

Ανέφερε επίσης ότι η αύξηση του αριθμού των δισεκατομμυριούχων συνέπεσε με τη μείωση της φτώχειας σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ο Λεκωσσέν απέρριψε τη σημασία του ποσοστού του 1%, σχολιάζοντας ότι, αν ήθελε κανείς να οδηγηθεί σε παράλογα συμπεράσματα, θα μπορούσε να υπολογίσει τα κέρδη ενός διάσημου ποδοσφαιριστή ανά λεπτό αγώνα, κάτι που, όπως υποστήριξε, δεν έχει ουσιαστική σημασία. Όπως είπε, επιχειρηματίες όπως ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ και ο Έλον Μασκ δημιουργούν αμέτρητες θέσεις εργασίας και έχουν φέρει επαναστατικές αλλαγές, ωφελώντας κυρίως τους πληθυσμούς που εξήλθαν από τη φτώχεια.

Σύμφωνα με τον Ζουκμάν, στη δεκαετία του 1960, οι 400 πλουσιότεροι Αμερικανοί κατέβαλλαν περίπου το 50% του εισοδήματός τους σε φόρους, ενώ σήμερα το ποσοστό αυτό ανέρχεται περίπου στο 24%. Για τους Γάλλους δισεκατομμυριούχους, όπως υποστηρίζει στο βιβλίο του «Ο θρίαμβος της αδικίας: Πώς οι πλούσιοι αποφεύγουν τους φόρους και πώς μπορούν να πληρώσουν» («The Triumph of Injustice: How the Rich Dodge Taxes and How to Make Them Pay», 2019), το πραγματικό ποσοστό φτάνει περίπου το 13%, χαμηλότερο από εκείνο της μεσαίας τάξης.

Νεότερα στοιχεία αναδιαμορφώνουν τη συζήτηση, οδηγώντας τον Λεκωσσέν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί πως οι δισεκατομμυριούχοι δεν καταβάλλουν σημαντικά ποσά σε φόρους.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, στοιχεία της φορολογικής υπηρεσίας για το 2023, που δημοσιεύθηκαν στις 15 Απριλίου από το Tax Foundation, αμερικανικό ερευνητικό ίδρυμα φορολογικής πολιτικής, δείχνουν ότι το πλουσιότερο 1% των φορολογουμένων καταβάλλει πλέον το 38,4% του συνόλου των ομοσπονδιακών φόρων εισοδήματος φυσικών προσώπων, έναντι του 33,2% το 2001, με μερίδιο 20,6% του προσαρμοσμένου ακαθάριστου εισοδήματος. Το φτωχότερο μισό των φορολογουμένων αντιστοιχεί στο 12,3% του εισοδήματος και καταβάλλει το 3,3% των φόρων. Το πλουσιότερο 1% συνεισέφερε 823 δισεκατομμύρια δολάρια, σχεδόν όσα και το υπόλοιπο 95% μαζί.

Όσον αφορά τη Γαλλία, πρόσφατη ανάλυση των φορολογικών αρχών κατέδειξε ότι οι δισεκατομμυριούχοι που στοχεύει η πρόταση του Ζουκμάν καταβάλλουν κατά μέσο όρο φόρους εισοδήματος καθαρά μεταξύ 200 και 1.000 φορές υψηλότερους από τον μέσο Γάλλο φορολογούμενο σε απόλυτα μεγέθη.

Το πιο άμεσα ελέγξιμο επιχείρημα αφορά τη μετανάστευση. Ο Λεκωσσέν προειδοποίησε ότι ένας τέτοιος φόρος θα επιτάχυνε την έξοδο των επιχειρηματιών, παραπέμποντας στις εσωτερικές μετακινήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες προς πολιτείες με χαμηλότερη φορολογία.

Ο Ζουκμάν απέρριψε την ανησυχία αυτή ως προπαγάνδα, υποστηρίζοντας ότι ο μύθος και η απειλή της μετακίνησης που επικαλούνται οι πολύ πλούσιοι για να αποφύγουν τη φορολόγηση δεν πρόκειται να επιβεβαιωθούν, και σημειώνοντας ότι το βασικό συμπέρασμα των ερευνών είναι πως σχεδόν κανείς δεν μετακινείται.

Στη συζήτηση, ο Μαμντάνι υιοθέτησε παρόμοια θέση, αναφέροντας ότι ως πολιτειακός νομοθέτης είχε αντιμετωπίσει αυτό που χαρακτήρισε ως απειλή μιας υποτιθέμενης εξόδου, η οποία τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, καθώς η Νέα Υόρκη διαθέτει σήμερα περισσότερους εκατομμυριούχους σε σχέση με το παρελθόν, πριν από την επιβολή προηγούμενων φόρων στους υψηλόμισθους.

Ωστόσο, στοιχεία για τη εσωτερική μετακίνηση που δημοσιεύθηκαν στα τέλη Μαρτίου 2026 δείχνουν ότι πολιτείες με υψηλή φορολογία συνέχισαν να χάνουν σημαντικά φορολογητέα εισοδήματα σε σχέση με πολιτείες με χαμηλότερη φορολογία μεταξύ 2022 και 2023. Η Καλιφόρνια κατέγραψε καθαρή απώλεια 11,9 δισεκατομμυρίων δολαρίων, η Νέα Υόρκη 9,9 δισεκατομμυρίων, το Ιλλινόι 6 δισεκατομμυρίων και η Μασσαχουσσέττη 4 δισεκατομμυρίων.

Αντιθέτως, η Φλόριντα κατέγραψε κέρδη 20,6 δισεκατομμυρίων, το Τέξας 5,5 δισεκατομμυρίων και το Τεννεσσή 2,8 δισεκαμμυρίων — όλες πολιτείες χωρίς φόρο εισοδήματος. Στη Μασσαχουσσέττη, φορολογούμενοι με εισόδημα άνω των 200.000 δολαρίων παρείχαν το 70% των καθαρών εκροών.

Σχετικά με τον ισχυρισμό του Στίγκλιτς περί συρρίκνωσης της μεσαίας τάξης, ο Λεκωσσέν επικαλέστηκε μελέτη του American Enterprise Institute, σύμφωνα με την οποία η μεσαία τάξη δεν μειώνεται λόγω υποβάθμισης των νοικοκυριών, αλλά επειδή αυτά ανεβαίνουν οικονομικά. Το ανώτερο τμήμα της μεσαίας τάξης αυξήθηκε από 10% το 1979 σε 31% το 2024, ενώ το κατώτερο τμήμα μειώθηκε από 36% σε 31%.

Σύμφωνα με τον Στίγκλιτς, όσοι ανήκαν στη μεσαία τάξη δεν εξαφανίστηκαν, αλλά έγιναν πλουσιότεροι.

Για τον Λεκωσσέν, η πρόταση έχει ιδεολογικό χαρακτήρα. Υπενθύμισε ότι ο Καρλ Μαρξ υποστήριζε την προοδευτική φορολόγηση στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» ως βασικό εργαλείο για την προώθηση του κομμουνιστικού προγράμματος σε ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Ο Ζουκμάν και οι σύμμαχοί του δεν επιδιώκουν μεγαλύτερη ευημερία, αλλά μια «πιο δίκαιη κοινωνία», κάτι που — σύμφωνα με τον ίδιο — ισοδυναμεί με εξίσωση των τάξεων.

Ο Ζουκμάν αντέστρεψε το επιχείρημα, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι ριζοσπαστικό να ζητείται από τους υπερπλούσιους να πληρώνουν φόρους στο ίδιο επίπεδο με τον υπόλοιπο πληθυσμό, αλλά ότι ριζοσπαστική είναι η αποδοχή της σημερινής κατάστασης, όπου τους επιτρέπεται να ζουν σε μια παράλληλη κοινωνία απαλλαγμένη από φόρους.

Του Etienne Fauchaire

Η Βόρεια Κορέα εκτόξευσε βαλλιστικούς πυραύλους μικρού βεληνεκούς

Η Βόρεια Κορέα εκτόξευσε στις 19 Απριλίου βαλλιστικούς πυραύλους που κατέληξαν σε ύδατα ανοιχτά της ανατολικής της ακτής, σύμφωνα με το νοτιοκορεατικό πρακτορείο ειδήσεων Yonhap.

Η Βόρεια Κορέα έχει πραγματοποιήσει πολλαπλές δοκιμές βαλλιστικών πυραύλων μικρού βεληνεκούς το 2026, συμπεριλαμβανομένων διαδοχικών εκτοξεύσεων στις 8 Απριλίου. Η ενέργεια της 19ης Απριλίου αποτέλεσε την τέταρτη εκτόξευση πυραύλων αυτόν τον μήνα και την έβδομη μέσα στο 2026.

Οι εκτοξεύσεις σημειώθηκαν λίγες ημέρες αφότου ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, Ραφαέλ Γκρόσσι, συναντήθηκε με Νοτιοκορεάτες αξιωματούχους.

Ο Γκρόσσι ανέφερε σε ανάρτησή του, στην πλατφόρμα X, ότι η υπηρεσία του διατηρεί «βαθιά ανησυχία» για το πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας, έπειτα από συνάντηση με τον υπουργό Εξωτερικών της Νότιας Κορέας. Τόνισε τον ρόλο του οργανισμού στην παρακολούθηση και επαλήθευση της συμμόρφωσης με τους διεθνείς πυρηνικούς κανόνες, και επεσήμανε την ανάγκη επανεκκίνησης των διπλωματικών προσπαθειών, σε συμφωνία με τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Η Βόρεια Κορέα συνεχίζει να παραβιάζει τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, πραγματοποιώντας «ανοιχτό εμπλουτισμό πυρηνικού υλικού και ανάπτυξη πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς», σύμφωνα με το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων.

Το Ναυτικό Ινστιτούτο των ΗΠΑ ανέφερε σε έκθεση του Μαΐου 2025 ότι η Βόρεια Κορέα συνεχίζει να προωθεί τις φιλοδοξίες της για πυρηνικά όπλα και πυραυλικά προγράμματα, παρά τις κυρώσεις των Ηνωμένων Εθνών. Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, δηλώσεις του κομμουνιστικού καθεστώτος δείχνουν ότι επιδιώκει να αυξήσει το απόθεμα πυρηνικών όπλων και ενδέχεται να έχει συναρμολογήσει έως και 50 πυρηνικές κεφαλές.

Η χώρα είχε ήδη πραγματοποιήσει την έκτη δοκιμή πυρηνικών όπλων έως τον Σεπτέμβριο του 2017, σύμφωνα με το Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων. Την ίδια περίοδο, η Βόρεια Κορέα είχε δηλώσει ότι είχε αναπτύξει και βόμβα υδρογόνου.

Η τρέχουσα σύγκρουση στο Ιράν ενδέχεται να ενισχύει την προσήλωση της Βόρειας Κορέας στα πυρηνικά όπλα, καθώς συνεχίζει να αναπτύσσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες, σύμφωνα με την ιστοσελίδα «38 North» του Stimson Center.

Η Βόρεια Κορέα αποτελεί διαχρονικά μία από τις πιο επίμονες προκλήσεις στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, καθώς οι τελευταίες έξι προεδρικές διοικήσεις των ΗΠΑ έχουν επιχειρήσει να ανακόψουν το πυρηνικό πρόγραμμα του καθεστώτος, σύμφωνα με την Υπηρεσία Ερευνών του Κογκρέσου. Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν συναντήθηκαν τον Ιούνιο του 2018 με στόχο την οικοδόμηση σχέσης μεταξύ τους.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Νότια Κορέα διαθέτουν σύμφωνο αμοιβαίας άμυνας, ενώ χιλιάδες Αμερικανοί στρατιώτες είναι ανεπτυγμένοι στην κορεατική χερσόνησο.

Του Tom Gantert

Με πληροφορίες από το Reuters

Οι στενότεροι δεσμοί με το Πεκίνο ενέχουν κινδύνους για το Βιετνάμ

Ανάλυση ειδήσεων

Το Βιετνάμ εφαρμόζει εδώ και καιρό τη λεγόμενη «διπλωματία του μπαμπού»: ένα δόγμα που διατηρεί ανοικτές τις πόρτες προς όλα τα κράτη χωρίς να δεσμεύεται σε κάποιο συγκεκριμένο μπλοκ.

Η συνάντηση μεταξύ του ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος του Βιετνάμ Το Λαμ και του ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ δείχνει ότι το Ανόι εξακολουθεί να βλέπει το Πεκίνο ως βασικό εταίρο, ωστόσο αναλυτής επεσήμανε ότι οι αυξανόμενοι οικονομικοί δεσμοί του κινεζικού καθεστώτος και οι θαλάσσιες τακτικές σταδιακής επιβολής τετελεσμένων, γνωστές ως «τακτικές σαλαμοποίησης», του προσδίδουν μοχλό πίεσης ώστε να διαβρώνει σταδιακά την κυριαρχία του Βιετνάμ.

Ο Λαμ ολοκλήρωσε την τετραήμερη κρατική επίσκεψή του στην Κίνα στις 17 Απριλίου, με τις δύο πλευρές να δεσμεύονται, σύμφωνα με κοινή ανακοίνωση, για επέκταση της συνεργασίας στην τεχνητή νοημοσύνη, τους ημιαγωγούς και τους σιδηροδρόμους υψηλής ταχύτητας. Οι δύο χώρες υπέγραψαν επίσης συμφωνίες για κομματικές υποθέσεις, δημόσια ασφάλεια, δικαστική συνεργασία, εμπόριο, εφοδιαστικές αλυσίδες και τελωνεία.

Ο Λαμ συναντήθηκε με τον Σι στο Πεκίνο στις 15 Απριλίου και οι δύο ηγέτες συμφώνησαν να συνεχίσουν την εμβάθυνση και αναβάθμιση των διμερών σχέσεων.

Ήταν το πρώτο ταξίδι του Λαμ στο εξωτερικό μετά την εκλογή του ως αρχηγού του κράτους — ρόλο που εξασφάλισε με ομόφωνη ψήφο της Εθνοσυνέλευσης στο Ανόι στις 7 Απριλίου. Παρατηρητές εκτιμούν ότι η ανάδειξη αυτή καθιστά τον Λαμ την ισχυρότερη πολιτική προσωπικότητα του Βιετνάμ εδώ και δεκαετίες, μια εξέλιξη που προσομοιάζει ολοένα και περισσότερο στο πολιτικό μοντέλο του Πεκίνου.

Η μεταβολή αυτή συνιστά σαφή απομάκρυνση από το παραδοσιακό σύστημα συλλογικής ηγεσίας των «τεσσάρων πυλώνων», το οποίο κατανέμει την εξουσία μεταξύ του γενικού γραμματέα του κόμματος, του προέδρου του κράτους, του πρωθυπουργού και του προέδρου της Εθνοσυνέλευσης.

Εμβάθυνση κομματικών δεσμών

Ο Φαν Σουάν Ντουνγκ [Phan Xuan Dung], ανώτερος ερευνητής στο Ινστιτούτο ISEAS–Yusof Ishak στη Σιγκαπούρη, ανέφερε ότι το Πεκίνο επέλεξε μια στρατηγικά ευνοϊκή χρονική στιγμή για να φιλοξενήσει τον Λαμ, την οποία δεν είχε στη διάθεσή του εδώ και χρόνια.

Όπως δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times, η συγκέντρωση στα χέρια του Το Λαμ τόσο της θέσης του γενικού γραμματέα του κόμματος όσο και της προεδρίας σηματοδοτεί σημαντική μεταβολή στην εσωτερική ισορροπία εξουσίας στο Ανόι, την οποία το Πεκίνο παρακολουθεί στενά. Με την επίσημη υποδοχή υψηλού επιπέδου σε αυτή τη χρονική συγκυρία, το Πεκίνο υπενθυμίζει στο Ανόι τη βαθιά ιδεολογική συγγένεια μεταξύ των δύο κομμουνιστικών κομμάτων.

Σύμφωνα με τον Φαν, αυτό το κοινό ιδεολογικό υπόβαθρο λειτουργεί διαχρονικά ως παράγοντας συγκράτησης όσον αφορά το πόσο μακριά ήταν διατεθειμένο να κινηθεί το Βιετνάμ προς τη Δύση.

Ο ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος του Βιετνάμ Το Λαμ στη συνάντηση με τον Κινέζο ομόλογό του, Σι Τζινπίνγκ, στα γραφεία της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος στο Ανόι, Βιετνάμ, στις 14 Απριλίου 2025. (Nhac Nguyen/POOL/AFP μέσω Getty Images)

 

Ο Χα Χοάνγκ Χοπ (Ha Hoang Hop), πρώην πρόεδρος του συμβουλευτικού οργανισμού στο Ανόι Think Tank VietKnow και νυν ανεξάρτητος αναλυτής, επεσήμανε ότι το Βιετνάμ επιδιώκει μέσω της επίσκεψης να δείξει ότι μπορεί να συνεργάζεται με ανταγωνιστικές δυνάμεις χωρίς να εγκαταλείπει την Κίνα ως προτεραιότητα.

Σύμφωνα με τον Χοπ, αυτό καταδεικνύει ότι το Βιετνάμ εξακολουθεί να θεωρεί την Κίνα κεντρικό παράγοντα, παρά τις προσεγγίσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ιαπωνίας, και ταυτόχρονα αναδεικνύει την επιρροή του Πεκίνου στην ανώτατη ηγεσία του Ανόι.

Το Βιετνάμ εφαρμόζει εδώ και χρόνια τη «διπλωματία του μπαμπού» — έναν όρο που εισήγαγε ο εκλιπών γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος του Βιετνάμ Νγκουγιέν Φου Τρονγκ — η οποία διατηρεί ανοικτές τις πόρτες προς όλα τα κράτη χωρίς δέσμευση σε κάποιο συγκεκριμένο μπλοκ.

Στρατηγική «σαλαμοποίησης»

Ο Λαμ και ο Σι συζήτησαν το ζήτημα της Νότιας Σινικής Θάλασσας, όπου οι δύο χώρες διατηρούν εδώ και καιρό επικαλυπτόμενες διεκδικήσεις κυριαρχίας, και συμφώνησαν να διαχειριστούν τις θαλάσσιες διαφορές τους. Ωστόσο, το Πεκίνο κατασκευάζει σιωπηρά εγκαταστάσεις στον ύφαλο Αντιλόπη, στα νησιά Παρασέλ — ένα αρχιπέλαγος της Νότιας Σινικής Θάλασσας το οποίο διεκδικούν επίσης το Ανόι και η Ταϊπέι.

Ο Χοπ ανέφερε ότι η ενίσχυση της παρουσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ) συνιστά χαρακτηριστική ενέργεια «γκρίζας ζώνης», όρος που αναφέρεται σε επιθετικές τακτικές σχεδιασμένες να εκφοβίζουν τον αντίπαλο χωρίς να θεωρούνται εμπόλεμες ενέργειες.

Εξήγησε ότι το Πεκίνο μεταβάλλει σταδιακά τα δεδομένα στη θάλασσα, ‘απορροφώντας’ τις διπλωματικές διαμαρτυρίες, ενώ οι βαθύτεροι οικονομικοί δεσμοί τού προσφέρουν μεγαλύτερη δυνατότητα άσκησης στοχευμένης πίεσης.

Πλοίο της κινεζικής ακτοφυλακής καταδιώκει σκάφος της ακτοφυλακής του Βιετνάμ κοντά στο σημείο όπου εγκαθίσταται κινεζική εξέδρα γεώτρησης πετρελαίου, σε διαφιλονικούμενα ύδατα, στα ανοικτά του Βιετνάμ. Νότια Σινική Θάλασσα, 14 Μαΐου 2014. (Hoang Dinh Nam/AFP μέσω Getty Images)

 

Η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο του Βιετνάμ από το 2004, με το διμερές εμπόριο να φτάνει το ρεκόρ των 290 δισεκατομμυρίων δολαρίων (~270 δισεκατομμύρια ευρώ) το 2025, σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων της Κίνας Xinhua.

Ο Χοπ προειδοποίησε ότι ο πραγματικός κίνδυνος εντοπίζεται στις τακτικές «σαλαμοποίησης» του κινεζικού καθεστώτος. Σημείωσε ότι εάν η στρατηγική αυτή συνεχιστεί για μία δεκαετία, ενδέχεται να περιορίσει σταδιακά την επιχειρησιακή πρόσβαση του Βιετνάμ χωρίς ποτέ να προκαλέσει επίσημη αντιπαράθεση, επισημαίνοντας ότι ο κύριος κίνδυνος είναι η μακροπρόθεσμη στρατηγική κόπωση.

Ο Ντουνγκ υπογράμμισε ότι το Βιετνάμ δεν παρακολουθεί παθητικά τη συρρίκνωση του θαλάσσιου χώρου του. Ανέφερε ότι τα τελευταία χρόνια έχει επιταχύνει σημαντικά τις εργασίες επιχωμάτωσης στα νησιά Σπράτλυ, χωρίς να προκαλέσει εμφανώς αρνητικές αντιδράσεις από την Κίνα.

Σύμφωνα με έκθεση του Αυγούστου 2025 από την Πρωτοβουλία Διαφάνειας για τη Ναυτιλία στην Ασία του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (Center for Strategic and International Studies Asia Maritime Transparency Initiative), το Βιετνάμ έχει κατασκευάσει είκοσι ένα τεχνητά νησιά στα Σπράτλυ — σύμπλεγμα της Νότιας Σινικής Θάλασσας στο επίκεντρο της εδαφικής αντιπαράθεσης με την Κίνα, η οποία έχει κατασκευάσει μόλις επτά.

Ο Ντουνγκ επεσήμανε ότι τόσο το Ανόι όσο και το Πεκίνο έχουν ισχυρά κίνητρα να διατηρήσουν τους οικονομικούς δεσμούς και να διαχειριστούν τις εντάσεις στη Νότια Σινική Θάλασσα. Η διατάραξη αυτής της σχέσης ενέχει κόστος και για το Πεκίνο, επισημαίνοντας ότι ούτε το Ανόι ούτε το Πεκίνο μπορούν να αντέξουν το οικονομικό και το κόστος φήμης που θα προκαλούσε μια σοβαρή θαλάσσια κλιμάκωση.

Περιορισμένη συμμόρφωση

Ετήσια έρευνα που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο από το Ινστιτούτο ISEAS–Yusof Ishak έδειξε ότι, όταν κλήθηκαν να επιλέξουν μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων, περισσότεροι ερωτηθέντες στην Ένωση Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN) προτίμησαν την Κίνα έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών.

Σύμφωνα με την έκθεση, το 48% των ερωτηθέντων επέλεξε τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ το 52% επέλεξε την Κίνα, αυξημένο από το 47,7% του προηγούμενου έτους.

Η ASEAN αποτελείται από 11 κράτη-μέλη, συμπεριλαμβανομένων του Μπρουνέι, της Καμπότζης, της Ινδονησίας, του Λάος, της Μαλαισίας, της Μιανμάρ, των Φιλιππινών, της Σιγκαπούρης, της Ταϊλάνδης, του Βιετνάμ και του Ανατολικού Τιμόρ.

Το λογότυπο της Ένωσης Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN), πριν από την 47η Σύνοδο Κορυφής της ASEAN στην Κουάλα Λουμπούρ. Μαλαισία, 23 Οκτωβρίου 2025. (Mohd Rasfan/AFP μέσω Getty Images)

 

Ο Ντουνγκ επεσήμανε ότι τα κράτη της Νοτιοανατολικής Ασίας δεν σπεύδουν να ευθυγραμμιστούν πλήρως με το Πεκίνο, καθώς συνεχίζουν να χρησιμοποιούν την Ουάσιγκτον ως αντίβαρο στην Κίνα. Ανέφερε ότι η ανησυχία για την αυξανόμενη επιθετικότητα της Κίνας στη Νότια Σινική Θάλασσα και την εμφανή οικονομική επιρροή της παραμένει, αλλά η στρατηγική ευθυγράμμιση αποτελεί τελικά συγκριτική αξιολόγηση.

Παρά τη σημαντική επιρροή του ΚΚΚ στην περιοχή, οι εσωτερικές οικονομικές και πολιτικές πιέσεις περιορίζουν την πραγματική του ικανότητα να εξασφαλίσει συμμόρφωση σε περιφερειακό επίπεδο, σύμφωνα με τον Χοπ, ο οποίος συμπεραίνει ότι δημιουργείται ένα πραγματικό αλλά στενό περιθώριο κινήσεων για το Βιετνάμ: να αντιδράσει πιο αποφασιστικά στις πιέσεις της «γκρίζας ζώνης», να αποσπάσει συγκεκριμένες οικονομικές παραχωρήσεις και να ενισχύσει τις συνεργασίες στον τομέα της ασφάλειας. Όπως σημειώνει, το Πεκίνο δεν έχει την πολυτέλεια να επιτρέψει δεύτερο μέτωπο ανοιχτής εχθρότητας στη νότια περιφέρειά του.

Του Jarvis Lim

Νέα προσπάθεια διαλόγου ΗΠΑ–Ιράν υπό τη σκιά στρατιωτικής έντασης

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 19 Απριλίου ότι Αμερικανοί εκπρόσωποι θα φτάσουν στο Πακιστάν το βράδυ της 20ής Απριλίου, προκειμένου να προετοιμάσουν διαπραγματεύσεις με το Ιράν.

Σύμφωνα με τον Τραμπ, η Τεχεράνη παραβίασε τη συμφωνία εκεχειρίας, ανοίγοντας πυρ στις 18 Απριλίου εναντίον γαλλικού πλοίου και βρετανικού φορτηγού πλοίου στα Στενά του Ορμούζ. Παράλληλα, σημείωσε ότι το Ιράν ανακοίνωσε το κλείσιμο του πορθμού, κάτι που χαρακτήρισε παράδοξο, καθώς, όπως ανέφερε, ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός ήδη ίσχυε, προσθέτοντας ότι το Ιράν υφίσταται απώλειες περίπου 500 εκατομμυρίων δολαρίων ημερησίως.

Ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς, ο ειδικός απεσταλμένος Στηβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ αναμένεται να συμμετάσχουν στην αμερικανική αποστολή ενώ το Ιράν δεν έχει επιβεβαιώσει τη συμμετοχή του στις συνομιλίες.

Ο Τραμπ προειδοποίησε ότι, εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να στοχοποιήσουν κρίσιμες υποδομές στο Ιράν, συμπεριλαμβανομένων εργοστασίων ενέργειας και γεφυρών, επισημαίνοντας ότι θα το θεωρούσε τιμή του να πράξει τα δέοντα.

Ανέφερε επίσης ότι αμερικανικές δυνάμεις αναχαίτισαν ιρανικό φορτηγό πλοίο στον Κόλπο του Ομάν, όταν αυτό επιχείρησε να παρακάμψει τον αποκλεισμό. Όπως δήλωσε, το πλήρωμα δεν συμμορφώθηκε με τις εντολές, με αποτέλεσμα το αμερικανικό πολεμικό πλοίο να το ακινητοποιήσει πλήττοντας το μηχανοστάσιο. Όπως είπε, πεζοναύτες έχουν αναλάβει τον έλεγχο του πλοίου και εξετάζουν το φορτίο του. Το σκάφος ονομάζεται Touska και έχει μήκος ~270 μέτρα.

Το Ιράν, από την πλευρά του, δηλώνει ότι δεν είναι έτοιμο να επιστρέψει σε ειρηνευτικές συνομιλίες, εάν ο Τραμπ δεν εγκαταλείψει τη «μαξιμαλιστική» του στάση στο ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος. Ο υφυπουργός Εξωτερικών Σαΐντ Χατιμπζαντέχ ανέφερε στις 18 Απριλίου ότι απαιτείται ένα σαφές «πλαίσιο κατανόησης» πριν προχωρήσουν οι συνομιλίες και υπογράμμισε ότι το Ιράν δεν θα αποδεχθεί αυστηρότερους περιορισμούς από εκείνους που ισχύουν για άλλες χώρες βάσει του Διεθνούς Δικαίου.

Επισημάνθηκε ακόμη ότι δεν θα οριστεί ημερομηνία για νέες συνομιλίες χωρίς βασική συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, ενώ απορρίφθηκε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο μεταφοράς εμπλουτισμένου ουρανίου στις Ηνωμένες Πολιτείες, προοπτική που χαρακτηρίστηκε μη ρεαλιστική.

Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Σαΐντ Χατιμπζαντέχ παραχωρεί συνέντευξη Τύπου. Τεχεράνη, 9 Μαΐου 2022. (Atta Kenare/AFP μέσω Getty Images)

 

Το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος παραμένει βασικό σημείο τριβής. Αν και το Ιράν αρνείται ότι επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων, ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας εκτιμά ότι η χώρα διαθέτει περίπου 440 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου κατά 60%, επίπεδο κοντά στο 90% που απαιτείται για στρατιωτική χρήση.

Οι προηγούμενες συνομιλίες μεταξύ των δύο πλευρών δεν απέδωσαν καρπούς. Στις 11 Απριλίου, ο Τζ. Ντ. Βανς ηγήθηκε του κύκλου διαπραγματεύσεων χωρίς αποτέλεσμα, με βασικό εμπόδιο την άρνηση της Τεχεράνης να αποκηρύξει ρητά την επιδίωξη πυρηνικών όπλων.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν βομβαρδίσει τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις τον Ιούνιο του 2025, ενώ ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να εισέλθει στο Ιράν για να εντοπίσει και να απομακρύνει αποθέματα ουρανίου.

Η ένταση στην ευρύτερη περιοχή παραμένει υψηλή, επηρεάζοντας το Ορμούζ, που αποτελεί βασική αρτηρία για το παγκόσμιο εμπόριο ενέργειας: περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως διέρχονταν από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 20% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου.

Μετά από την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στις 28 Φεβρουαρίου, ιρανικές δυνάμεις άρχισαν να απειλούν πλοία στην περιοχή. Αν και η Τεχεράνη συμφώνησε να σταματήσει τις επιθέσεις στο πλαίσιο της δεκαπενθήμερης εκεχειρίας που ξεκίνησε στις 8 Απριλίου και λήγει περίπου στις 22 του μηνός, ο ιρανικός στρατός ανακοίνωσε στις 19 Απριλίου ότι θα περιορίσει εκ νέου τη διέλευση, ως απάντηση στον αμερικανικό αποκλεισμό.

Το Ιράν έχει καταστήσει σαφές ότι θεωρεί τον ναυτικό αποκλεισμό παραβίαση της εκεχειρίας, ενώ έχει προτείνει την επαναλειτουργία του πορθμού για εμπορικά πλοία, εφ’ όσον υπάρξει συνολική κατάπαυση του πυρός. Την ίδια στιγμή, το Ιρανικό Πρακτορείο Ειδήσεων ανέφερε ότι ο προηγούμενος γύρος συνομιλιών στο Πακιστάν δεν έδωσε καρπούς λόγω νέων απαιτήσεων από την πλευρά των ΗΠΑ.

Η ένταση παραμένει στην περιοχή: το Κέντρο Ναυτικών Επιχειρήσεων Εμπορίου του Ηνωμένου Βασιλείου ανέφερε ότι ιρανικά ταχύπλοα άνοιξαν πυρ κατά δεξαμενόπλοιου, ενώ άγνωστο βλήμα έπληξε πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων βορειοανατολικά του Ομάν, χωρίς να αναφερθούν θύματα.

Οι εξελίξεις επηρεάζουν την οικονομία, με τις τιμές καυσίμων στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αυξηθεί σημαντικά, ενώ έρευνα του Pew Research Center έδειξε ότι το 69% των Αμερικανών ανησυχεί για περαιτέρω αυξήσεις λόγω πιθανής στρατιωτικής κλιμάκωσης.

Οι σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν είναι τεταμένες εδώ και δεκαετίες, από την Ιρανική Επανάσταση του 1979. Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι στόχος της αμερικανικής πολιτικής είναι η εξάλειψη των απειλών από το Ιράν και η διασφάλιση ότι δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα.

Των Tom Gantert και Ryan Morgan

Με τη συμβολή του Tom Ozimek

Χονγκ Κονγκ: Φυλάκιση ασκούμενου του Φάλουν Γκονγκ βάσει του νόμου εθνικής ασφάλειας

Ένα δικαστήριο στο Χονγκ Κονγκ επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός έτους σε ασκούμενο του Φάλουν Γκονγκ, με βάση τον νόμο εθνικής ασφάλειας του 2024 της πόλης, κατηγορώντας τον ότι επέκρινε το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας και τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων μέσω αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Τα Πρωτοβάθμια δικαστήρια του Δυτικού Καουλούν ανακοίνωσαν στις 14 Απριλίου την καταδίκη τού 61 ετών Τσονγκ Γουάι-μαν. Κρίθηκε ένοχος για εν γνώσει δημοσίευση υλικού με «στασιαστική πρόθεση», αδίκημα βάσει του Διατάγματος για τη Διασφάλιση της Εθνικής Ασφάλειας, το οποίο είναι γνωστό τοπικά ως Άρθρο 23.

Το διάταγμα αυτό βασίστηκε σε παρόμοια νομοθεσία που επέβαλε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) στην πόλη το 2020, μετά από μαζικές διαδηλώσεις υπέρ της δημοκρατίας. Στοχεύει σε πολιτικά εγκλήματα όπως η προδοσία, η εξέγερση και η δολιοφθορά. Ενώ το Χονγκ Κονγκ και το Πεκίνο υποστήριξαν ότι το μέτρο ήταν απαραίτητο για τη σταθερότητα, επικριτές ανέφεραν ότι εδραίωσε τις προσπάθειες του κομμουνιστικού καθεστώτος να μετατρέψει την πρώην βρετανική αποικία σε μια ακόμη πόλη της ηπειρωτικής Κίνας.

Σχολιάζοντας την απόφαση, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ επεσήμανε την προσπάθεια των κινεζικών αρχών να φιμώσουν τους επικριτές και να περιορίσουν βασικές ελευθερίες μέσω νόμων εθνικής ασφάλειας τα τελευταία χρόνια. Εκπρόσωπος του υπουργείου δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι το Πεκίνο και οι αρχές του Χονγκ Κονγκ χρησιμοποιήσαν και το 2025 ευρείς νόμους εθνικής ασφάλειας για να υπονομεύσουν το κράτος δικαίου και τα προστατευόμενα δικαιώματα και ελευθερίες των πολιτών, καθώς και να προβαίνουν σε πράξεις διακρατικής καταστολής.

Σύμφωνα με δικαστικό έγγραφο, ο Τσονγκ δημοσίευσε 53 αναρτήσεις στο Facebook, τις οποίες το δικαστήριο έκρινε ότι είχαν «στασιαστικές προθέσεις», από τον Μάρτιο του 2024 έως τον Νοέμβριο του 2025.

Ο δικαστής Βίκτορ Σο, που επιλέχθηκε από τον επικεφαλής της πόλης Τζον Λι για να εκδικάζει υποθέσεις εθνικής ασφάλειας, επεσήμανε τη φωτογραφία στο προφίλ του λογαριασμού του Τσονγκ στο Facebook, η οποία έφερε το σύνθημα «Ο Ουρανός θα καταστρέψει το ΚΚΚ· ο Θεός να ευλογεί το Χονγκ Κονγκ». Ο Τσονγκ παραδέχθηκε ότι ο λογαριασμός στο Facebook, με την ονομασία Holy Raymond, του ανήκε, υποστήριξε όμως ότι απλώς ασκούσε το δικαίωμά του στην ελευθερία του λόγου. Στο δικαστήριο ανέφερε ότι οι αναρτήσεις του στόχευαν στην ευαισθητοποίηση σχετικά με «τις αδικίες του ΚΚΚ», σύμφωνα με το δικαστικό έγγραφο. Οι αναρτήσεις που επικαλέστηκαν οι εισαγγελείς περιείχαν ισχυρισμούς ότι μόνο αν πέσει το ΚΚΚ υπάρχει πραγματική ελπίδα για την Κίνα και τον κινεζικό λαό, καθώς και ότι οι δολοφονίες ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ για τα όργανά τους είναι εκτεταμένες, σύμφωνα με το τοπικό μέσο The Witness.

Ο τελευταίος ισχυρισμός υποστηρίζεται από απόφαση ανεξάρτητου δικαστηρίου με έδρα το Λονδίνο του 2019, έπειτα από έρευνα ενός έτους, σύμφωνα με την οποία οι εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων πραγματοποιούνται στην Κίνα επί χρόνια «σε σημαντική κλίμακα». Τα κύρια θύματα, σύμφωνα με τα ευρήματα, ήταν φυλακισμένοι ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ. Πρόκειται για μία παραδοσιακή κινεζική πνευματική άσκηση, γνωστή και ως Φάλουν Ντάφα, η οποία υφίσταται βίαιη δίωξη από το ΚΚΚ από το 1999, έχοντας προσελκύσει περισσότερους από 70 εκατομμύρια Κινέζους χάρη στο περιεχόμενο της διδασκαλίας της και στη θετική επίδραση που είχε στην υγεία. Η ευρεία δημοτικότητά της έκανε τον τότε ηγέτη του Κόμματος Τζιανγκ Ζεμίν, να τη θεωρήσει ως απειλή για την εξουσία του Κόμματος και διέταξε την εξάλειψή της.

Για περισσότερες από δύο δεκαετίες, οι ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ στο Χονγκ Κονγκ και αλλού ενημερώνουν τον κόσμο για τη δίωξη των ομοϊδεατών τους στην ηπειρωτική Κίνα, οι οποίοι αντιμετωπίζουν διαρκή απειλή σύλληψης, κράτησης, βασανιστηρίων και καταναγκαστικής εργασίας επειδή αρνούνται να αποκηρύξουν την πίστη τους.

Ο νόμος περί εθνικής ασφάλειας που θέσπισε το ΚΚΚ πριν από έξι χρόνια έχουν σημαντικό αντίκτυπο σε αυτές τις δραστηριότητες στην Κίνα, του Χονγκ Κονγκ περιλαμβανομένου, καθιστώντας ποινικά κολάσιμη κάθε ενέργεια που το καθεστώς κρίνει ως απόσχιση, ανατροπή, τρομοκρατία ή συνεργασία με ξένες δυνάμεις, επισύροντας ακόμη και ισόβια κάθειρξη.

Βάσει αυτού του νόμου, η αστυνομία του Χονγκ Κονγκ έχει συλλάβει 385 άτομα ως υπόπτους για δραστηριότητες που θέτουν σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια, με κατηγορίες να απαγγέλλονται σε περισσότερους από τους μισούς, όπως ανέφερε ο αρχηγός της αστυνομίας Τζο Τσόου σε συνεδρίαση του νομοθετικού συμβουλίου στις 10 Φεβρουαρίου. Ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει όσους συνελήφθησαν βάσει του νόμου εθνικής ασφάλειας που επιβλήθηκε από το Πεκίνο και του Άρθρου 23.

Των Dorothy Li και Eva Fu

Η προηγμένη τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να εκθέσει το τραπεζικό σύστημα σε κυβερνοαπειλές

Ανώτεροι οικονομικοί αξιωματούχοι από μεγάλες οικονομίες εκφράζουν ανησυχίες ότι η νεότερη γενιά μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να δημιουργήσει σημαντικούς κινδύνους για το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, αποκαλύπτοντας αδυναμίες στις άμυνες κυβερνοασφάλειας.

Ορισμένες από τις προειδοποιήσεις διατυπώθηκαν κατά τις Εαρινές Συνόδους του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και της Παγκόσμιας Τράπεζας, από τις 13 έως τις 18 Απριλίου, όπου υπουργοί Οικονομικών, κεντρικοί τραπεζίτες και ρυθμιστικές αρχές συγκεντρώθηκαν στην Ουάσιγκτον για να αξιολογήσουν τις αυξανόμενες οικονομικές και γεωπολιτικές προκλήσεις. Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκε ένα ισχυρό νέο μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης, το Claude Mythos Preview, που αναπτύχθηκε από τη νεοφυή εταιρεία Anthropic με έδρα το Σαν Φρανσίσκο.

Σε ανακοίνωσή της, στις 7 Απριλίου, η εταιρεία ανέφερε ότι το μοντέλο εντόπισε χιλιάδες ευπάθειες μηδενικής ημέρας, πολλές εκ των οποίων κρίσιμες, σε βασικά λειτουργικά συστήματα και προγράμματα περιήγησης στο διαδίκτυο, αναδεικνύοντας τη διττή φύση της προηγμένης τεχνητής νοημοσύνης, η οποία μπορεί να ενισχύει τις άμυνες αλλά και να διευκολύνει τη δράση κακόβουλων παραγόντων.

Ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Άντριου Μπέιλυ, μιλώντας στις 14 Απριλίου στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, χαρακτήρισε την ταχεία εξέλιξη των δυνατοτήτων της τεχνητής νοημοσύνης ως σημείο καμπής για τον χρηματοπιστωτικό κίνδυνο, σημειώνοντας ότι μέχρι πρόσφατα τα γεγονότα στον Κόλπο θεωρούνταν η πιο πρόσφατη πρόκληση, αλλά κατέστη σαφές ότι η Anthropic ενδέχεται να έχει βρει έναν τρόπο να «ανοίξει» συνολικά το πεδίο του κυβερνοκινδύνου.

Τόνισε ότι οι ρυθμιστικές αρχές πρέπει επειγόντως να αξιολογήσουν τις πρακτικές συνέπειες της τεχνολογίας, επισημαίνοντας ότι το βασικό ζήτημα είναι κατά πόσο η νέα εκδοχή του προϊόντος μπορεί να εντοπίζει ευπάθειες σε άλλα συστήματα που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για κυβερνοεπιθέσεις, και προσθέτοντας ότι πρόκειται για μια διαρκή και εξελισσόμενη απειλή που απαιτεί συνεχή αντιμετώπιση.

Νέες ανησυχίες

Σε ανακοίνωσή της, στις 16 Απριλίου, η Anthropic ανέφερε ότι προχωρά με προσοχή στην ανάπτυξη του Mythos, διατηρώντας περιορισμένη την κυκλοφορία του Claude Mythos Preview και δοκιμάζοντας νέα μέτρα κυβερνοασφάλειας αρχικά σε λιγότερο ισχυρά μοντέλα. Παράλληλα, σημείωσε ότι το μοντέλο Opus 4.7 περιλαμβάνει μηχανισμούς που έχουν σχεδιαστεί για να εντοπίζουν και να μπλοκάρουν αιτήματα που υποδηλώνουν απαγορευμένες ή υψηλού κινδύνου χρήσεις στον τομέα της κυβερνοασφάλειας.

Ο συνιδρυτής της εταιρείας, Τζακ Κλαρκ, ανέφερε στις 13 Απριλίου ότι το μοντέλο συζητείται με την κυβέρνηση Τραμπ, παρόλο που το Πεντάγωνο χαρακτήρισε την εταιρεία ως κίνδυνο για την αλυσίδα εφοδιασμού, περιγράφοντας το ζήτημα ως περιορισμένη διαφορά συμβάσεων και υπογραμμίζοντας την πρόθεση ενημέρωσης των κυβερνητικών αξιωματούχων για λόγους εθνικής ασφάλειας.

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ, συγκάλεσε μεγάλες τράπεζες και τον πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Τζερόμ Πάουελ, αναφέροντας στις 15 Απριλίου ότι ορισμένες τράπεζες επιδεικνύουν καλύτερες επιδόσεις στην κυβερνοασφάλεια από άλλες και ότι στόχος ήταν η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και ο καθορισμός κατεύθυνσης.

Ρυθμίσεις και οικονομικές επιπτώσεις

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, οι κεντρικές τράπεζες και οι ρυθμιστικές αρχές δοκιμάζουν ήδη με ποιους τρόπους ενδέχεται τέτοιες τεχνολογίες να επηρεάσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Η Τράπεζα της Αγγλίας ανέφερε σε επιστολή, που δημοσιεύθηκε στις 16 Απριλίου, ότι πραγματοποιεί αναλύσεις σεναρίων και προσομοιώσεις για την αξιολόγηση των κινδύνων που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, αντικρούοντας την κριτική της Επιτροπής Οικονομικών Υποθέσεων του Κοινοβουλίου ότι ακολουθεί παθητική στάση, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν ανησυχίες για κενά στο ρυθμιστικό πλαίσιο, με την πρόεδρο της επιτροπής, Μεγκ Χίλιερ, να επισημαίνει την απογοήτευση των νομοθετών για καθυστερήσεις στην εφαρμογή εποπτικών εργαλείων.

Ο Μπέιλυ υποστήριξε ότι η πολιτική χρηματοπιστωτικής σταθερότητας χρειάζεται ισχυρότερη θεσμική στήριξη, δηλώνοντας στις 14 Απριλίου ότι η ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών στον τομέα αυτό δεν είναι αρκετά ισχυρή και ζητώντας ένα ενιαίο πλαίσιο που να αντιμετωπίζει τη νομισματική και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ως αλληλένδετες, εκτιμώντας ότι ένα ενιαίο αφήγημα με έμφαση στην αξία του χρήματος θα ενίσχυε την εμπιστοσύνη στα χρηματοπιστωτικά συστήματα.

Πέρα από τους βραχυπρόθεσμους κινδύνους κυβερνοασφάλειας, οι αξιωματούχοι εξετάζουν και τις μακροπρόθεσμες οικονομικές επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης.

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, μιλώντας στις 14 Απριλίου στις συναντήσεις του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, περιέγραψε δύο παράλληλες κατευθύνσεις σκέψης, θέτοντας το ερώτημα ποιοι κίνδυνοι προκύπτουν από την τεχνητή νοημοσύνη που αναπτύσσεται σήμερα και επισημαίνοντας την ανάγκη για αυστηρές δοκιμές και μέτρα ασφαλείας, ενώ πρόσθεσε ότι οι πρόσφατες εξελίξεις έχουν καταστήσει σαφείς τόσο τις θετικές όσο και τις αρνητικές δυνατότητες εντοπισμού κινδύνων.

Υπογράμμισε επίσης την αβεβαιότητα μεταξύ των οικονομολόγων για τις επιπτώσεις στην παραγωγικότητα, την απασχόληση και την κοινωνική σταθερότητα, σημειώνοντας ότι τα πιθανά οφέλη εξαρτώνται από τη διεθνή συνεργασία και ότι ο κατακερματισμός στα δεδομένα και στα χρηματοπιστωτικά συστήματα θα μπορούσε να περιορίσει τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης.

Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, Φρανσουά-Λουί Μισό, δήλωσε στις 16 Απριλίου ότι οι τράπεζες παραμένουν επαρκώς ανθεκτικές ώστε να αντέχουν τις τρέχουσες πιέσεις, επικαλούμενος ισχυρά κεφαλαιακά και ρευστά αποθέματα, προειδοποιώντας ωστόσο ότι οι μελλοντικοί κίνδυνοι ενδέχεται να διαφέρουν σημαντικά από προηγούμενες κρίσεις και επισημαίνοντας ότι οι απειλές κυβερνοασφάλειας που συνδέονται με τις νέες τεχνολογίες βρίσκονται στο επίκεντρο των ρυθμιστικών συζητήσεων.

Της Evgenia Filimianova

Με πληροφορίες από το Reuters

Ιράν: Τα Στενά του Ορμούζ θα είναι ανοιχτά όσο διαρκεί η εκεχειρία Ισραήλ–Λιβάνου

Η εκεχειρία μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου φαίνεται να διατηρείται, ενισχύοντας τις ελπίδες για μια ευρύτερη διπλωματική διευθέτηση που θα μπορούσε να οδηγήσει στον τερματισμό της σύγκρουσης στην περιοχή. Πρόκειται για την πρώτη ουσιαστική παύση των εχθροπραξιών από την κλιμάκωση της έντασης στις αρχές Μαρτίου, μετά από συγκρούσεις μεταξύ ισραηλινών δυνάμεων και της Χεζμπολάχ.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εξέφρασε την ελπίδα η Χεζμπολάχ να τηρήσει την εκεχειρία, σημειώνοντας ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε σημαντική στιγμή για την οργάνωση και υπογραμμίζοντας την ανάγκη να σταματήσει η αιματοχυσία και να επικρατήσει ειρήνη. Σε μεταγενέστερες δηλώσεις του έκανε λόγο για πιθανή ιστορική ημέρα για τον Λίβανο, επισημαίνοντας ότι καταγράφονται θετικές εξελίξεις στην περιοχή, ενώ εκτίμησε ότι ο πόλεμος με το Ιράν εξελίσσεται ομαλά και ενδέχεται να ολοκληρωθεί σχετικά σύντομα.

Ο Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μετάβασης στο Ισλαμαμπάντ, εφόσον υπάρξει πρόοδος στις επόμενες συνομιλίες, για τις οποίες δεν έχει ακόμη οριστεί ημερομηνία. Παράλληλα, Αμερικανοί αξιωματούχοι χαρακτήρισαν την εκεχειρία εύθραυστη αλλά σημαντική, τονίζοντας ότι αποτελεί μόνο την αρχή μιας μακράς διαδικασίας, με μικρά και σταδιακά βήματα, καθώς οι πλευρές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν βαθιά έλλειψη εμπιστοσύνης.

Η συμφωνία προβλέπει διάρκεια 10 ημερών και συνδέεται με ευρύτερες προσπάθειες αποκλιμάκωσης στην περιοχή.

Τα Στενά του Ορμούζ

Στο πλαίσιο της εκεχειρίας, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Σεγιέντ Αραγτσί, ανακοίνωσε ότι οι ιρανικές δυνάμεις θα σταματήσουν να περιορίζουν τη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ για το υπόλοιπο της διάρκειάς της. Τα Στενά αποτελούν μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες παγκοσμίως και είχαν μετατραπεί σε βασικό σημείο έντασης, καθώς η Τεχεράνη είχε περιορίσει τη διέλευση σε αντίποινα για τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η διέλευση των εμπορικών πλοίων θα γίνεται μέσω συγκεκριμένης συντονισμένης διαδρομής που έχει καθοριστεί από τις ιρανικές αρχές. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ επικρότησε την εξέλιξη, εκφράζοντας ευγνωμοσύνη προς το Ιράν και σημειώνοντας ότι τα Στενά είναι πλέον πλήρως ανοιχτά για ναυσιπλοΐα.

Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός πλοίων που συνδέονται με το Ιράν θα παραμείνει σε πλήρη ισχύ μέχρι να ολοκληρωθεί η υπό διαπραγμάτευση συμφωνία με την Τεχεράνη. Ανέφερε επίσης ότι υπάρχει δέσμευση από ιρανικής πλευράς να μην κλείσουν ξανά τα Στενά και ότι δεν θα χρησιμοποιηθούν ως μέσο πίεσης στο μέλλον, ενώ σημείωσε ότι προβλέπεται απομάκρυνση τυχόν ναρκών από την περιοχή.

Η είδηση είχε άμεσο αντίκτυπο στις διεθνείς αγορές, με τις τιμές του πετρελαίου να καταγράφουν πτώση άνω του 10% και τους βασικούς χρηματιστηριακούς δείκτες των ΗΠΑ να κινούνται ανοδικά, αντανακλώντας την προσωρινή αποκλιμάκωση της έντασης.

Ωστόσο, η απαίτηση για συγκεκριμένη διαδρομή διέλευσης υποδηλώνει ότι το άνοιγμα είναι περιορισμένο και προσωρινό, συνδεδεμένο άμεσα με τη διάρκεια της εκεχειρίας.

Ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός παρακολουθεί την κατάσταση, εξετάζοντας αν διασφαλίζεται η ελευθερία ναυσιπλοΐας. Όπως επισημάνθηκε, το Ιράν έχει εισαγάγει διαφορετικό διάδρομο από τον διεθνώς αναγνωρισμένο, για τον οποίο δεν υπάρχουν ακόμη επαρκείς πληροφορίες ως προς την ασφάλεια, ενώ το καθιερωμένο σύστημα διαχωρισμού κυκλοφορίας που ισχύει από το 1968 παραμένει έτοιμο να επανενεργοποιηθεί.

Η κατάσταση στον Λίβανο

Στον Λίβανο, η κατάσταση παραμένει εύθραυστη. Οι Ένοπλες Δυνάμεις του Λιβάνου κατηγόρησαν το Ισραήλ για παραβιάσεις της εκεχειρίας, αναφέροντας επιθέσεις και διαλείποντες βομβαρδισμούς σε περιοχές του νότου και καλώντας τους πολίτες να καθυστερήσουν την επιστροφή τους.

Το Ισραήλ δεν έχει σχολιάσει τις καταγγελίες. Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει δηλώσει ότι θα διατηρήσει στρατεύματα στη ζώνη ασφαλείας στον Λίβανο, σε βάθος περίπου 9,7 χιλιομέτρων από τα σύνορα, επισημαίνοντας ότι δεν πρόκειται να αποχωρήσει από τις θέσεις που έχει καταλάβει.

Ο Νετανιάχου υπογράμμισε ότι ο βασικός στόχος της εκστρατείας —ο αφοπλισμός της Χεζμπολάχ— δεν έχει ακόμη επιτευχθεί, ενώ ανέφερε ότι μεγάλο μέρος του εκτιμώμενου οπλοστασίου της οργάνωσης, που φτάνει τις 150.000 ρουκέτες και πυραύλους, έχει ήδη καταστραφεί.

Όπως ανέφερε, η ισορροπία δυνάμεων έχει μεταβληθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να έχουν διατυπωθεί αιτήματα για απευθείας ειρηνευτικές συνομιλίες, κάτι που δεν έχει συμβεί εδώ και δεκαετίες. Παράλληλα, απέρριψε όρους που αποδίδονται στη Χεζμπολάχ, όπως η αποχώρηση του Ισραήλ και μια εκεχειρία που προβλέπει αμοιβαία αυτοσυγκράτηση.

Διεθνείς αντιδράσεις

Το Ιράν χαιρέτισε τη συμφωνία εκεχειρίας, τονίζοντας ότι ο τερματισμός των εχθροπραξιών στον Λίβανο αποτελεί βασική προϋπόθεση για μια ευρύτερη συμφωνία στην περιοχή. Ιρανός αξιωματούχος επισήμανε ότι η Τεχεράνη επιδιώκει ταυτόχρονη εκεχειρία σε όλη τη Μέση Ανατολή και υπογράμμισε την ανάγκη πλήρους αποχώρησης των ισραηλινών δυνάμεων από τον Λίβανο, στοιχείο που ενδέχεται να προκαλέσει τριβές.

Η εκεχειρία έγινε δεκτή θετικά από τη διεθνή κοινότητα. Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν εξέφρασε πλήρη στήριξη, αλλά και ανησυχία για πιθανή υπονόμευσή της λόγω συνεχιζόμενων στρατιωτικών ενεργειών. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν χαρακτήρισε την εξέλιξη ανακούφιση.

Ο πρωθυπουργός του Πακιστάν Σαχμπάζ Σαρίφ χαιρέτισε επίσης την εκεχειρία, αποδίδοντάς την σε έντονες διπλωματικές προσπάθειες, ενώ εξέφρασε την ελπίδα ότι θα ανοίξει τον δρόμο για μια βιώσιμη ειρήνη. Το Πακιστάν έχει αναδειχθεί σε βασικό διαμεσολαβητή, φιλοξενώντας συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν και συνεχίζοντας τις επαφές με την Τεχεράνη.

Αραβικές χώρες, όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, η Ιορδανία, η Αίγυπτος, το Ομάν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, χαιρέτισαν την εκεχειρία ως θετικό βήμα προς την αποκλιμάκωση και τη σταθερότητα.

Πίεση από ΗΠΑ

Παράλληλα με τις διπλωματικές κινήσεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες εντείνουν την πίεση προς το Ιράν. Το Πεντάγωνο επιβεβαίωσε την επέκταση του ναυτικού αποκλεισμού, με δυνατότητα ελέγχου και κατάσχεσης πλοίων που θεωρείται ότι υποστηρίζουν την ιρανική πολεμική προσπάθεια σε διεθνή ύδατα.

Αμερικανός στρατιωτικός αξιωματούχος προειδοποίησε ότι τα πλοία αυτά θα πρέπει να αλλάξουν πορεία ή να είναι έτοιμα για νηοψία, ακόμη και με τη χρήση προειδοποιητικών πυρών. Οι νέες οδηγίες επεκτείνουν τον ορισμό των παράνομων φορτίων πέρα από τα όπλα, ώστε να περιλαμβάνουν πετρελαϊκά προϊόντα, βιομηχανικά υλικά και αγαθά διπλής χρήσης.

Το Ιράν έχει επικρίνει έντονα τα μέτρα, προειδοποιώντας για πιθανά αντίποινα σε θαλάσσιες οδούς και ενεργειακές υποδομές.

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν συνεχίζονται παράλληλα με τις εξελίξεις στον Λίβανο, με την Ουάσιγκτον να επιμένει ότι οποιαδήποτε συμφωνία πρέπει να περιλαμβάνει τον τερματισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος και την παράδοση αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου — όρους που μέχρι στιγμής απορρίπτονται από την Τεχεράνη.

Ο πόλεμος έχει προκαλέσει σοβαρές ανθρωπιστικές συνέπειες, με περίπου 2.200 νεκρούς, περισσότερους από 7.100 τραυματίες και πάνω από 1,2 εκατομμύρια εκτοπισμένους στον Λίβανο από τις αρχές Μαρτίου, γεγονός που εντείνει την πίεση για μια συνολική λύση.

Των Tom Ozimek και Guy Birchall