Δευτέρα, 20 Απρ, 2026

Κίνα: Περιορισμοί θεωρήσεων σε Αμερικανούς αξιωματούχους για το Θιβέτ

Η κινεζική κυβέρνηση ανακοίνωσε στις 14 Απριλίου νέο κύμα περιορισμών θεωρήσεων για Αμερικανούς αξιωματούχους, ως απάντηση στις ενέργειες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των εμποδίων που συναντούν οι Αμερικανοί διπλωμάτες στην πρόσβασή τους σε θιβετιανές περιοχές της Κίνας.

Ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ανακοίνωσε στις 31 Μαρτίου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιβάλουν περιορισμούς θεωρήσεων σε αξιωματούχους του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας που «εμπλέκονται ουσιαστικά» στη διαμόρφωση ή εφαρμογή πολιτικών που περιορίζουν την πρόσβαση ξένων στην Αυτόνομη Περιοχή του Θιβέτ, σύμφωνα με τον Νόμο περί Αμοιβαίας Πρόσβασης στο Θιβέτ του 2018.

«Εδώ και πάρα πολύ καιρό, το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας αρνείται να επιτρέψει την πρόσβαση Αμερικανών διπλωματών, δημοσιογράφων και άλλων διεθνών παρατηρητών στην Αυτόνομη Περιοχή του Θιβέτ και σε άλλες θιβετιανές περιοχές της Κίνας, την ώρα που οι Κινέζοι διπλωμάτες και δημοσιογράφοι απολαμβάνουν ευρεία πρόσβαση στις Ηνωμένες Πολιτείες», ανέφερε ο Ρούμπιο σε δήλωσή του.

Υπογράμμισε ότι οι Αμερικανοί διπλωμάτες δεν μπορούν να προσφέρουν υπηρεσίες σε Αμερικανούς πολίτες που ταξιδεύουν στο Θιβέτ. «Αυτή η έλλειψη αμοιβαιότητας είναι απαράδεκτη και δεν θα γίνει ανεκτή», πρόσθεσε. «Καλώ το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας να αντιμετωπίσει άμεσα αυτό το ζήτημα και να επιτρέψει στους διπλωμάτες και άλλους φορείς ανεμπόδιστη πρόσβαση στην Αυτόνομη Περιοχή του Θιβέτ και σε λοιπές θιβετιανές περιοχές».

Την ίδια ημέρα, ο εκπρόσωπος του κινεζικού Υπουργείου Εξωτερικών Λιν Τζιαν κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες για ανάμειξη στα εσωτερικά ζητήματα της Κίνας αναφορικά με το Θιβέτ και ανακοίνωσε ότι το Πεκίνο θα επιβάλει «αντίστοιχους περιορισμούς θεωρήσεων» σε Αμερικανούς αξιωματούχους που «επιδεικνύουν προκλητική συμπεριφορά» σε ζητήματα που σχετίζονται με το Θιβέτ.

Η οργάνωση «Free Tibet» («Ελευθερώστε το Θιβέτ»), με έδρα το Λονδίνο, αντέδρασε άμεσα μέσω της πλατφόρμας X, καταγγέλλοντας τις απειλές της Κίνας περί περιορισμών θεωρήσεων. «Όσοι καταγγέλλουν την βάναυση κατοχή του Θιβέτ από το καθεστώς της Κίνας δεν είναι ‘προκλητικοί’, αλλά απαραίτητοι», τόνισε. «Καμία απαγόρευση θεωρήσεων δεν μπορεί να φιμώσει την αλήθεια ή εκείνους που υπερασπίζονται τα δικαιώματα των Θιβετιανών».

Η οργάνωση «International Campaign for Tibet» («Διεθνής Εκστρατεία για το Θιβέτ»), με έδρα την Ουάσιγκτον, χαιρέτισε την ανακοίνωση του Ρούμπιο. Η πρόεδρος της ICT, Τέντσο Γκιάτσο, δήλωσε την 1η Απριλίου: «Επαινούμε την κυβέρνηση Τραμπ που δήλωσε ξεκάθαρα ότι η αποτυχία της Κίνας να σεβαστεί την αρχή της αμοιβαιότητας είναι ‘απαράδεκτη’ και δεν θα γίνει ανεκτή».

«Αυτός ο Νόμος [περί Αμοιβαίας Πρόσβασης στο Θιβέτ] σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίσει τους περιορισμούς της Κίνας στην πρόσβαση στο Θιβέτ και ελπίζουμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν να τον αξιοποιούν ουσιαστικά, μέχρι η Κίνα να πάψει να απομονώνει τη Χώρα των Χιονιών», πρόσθεσε.

Σε έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ προς το Κογκρέσο για την πρόσβαση των ΗΠΑ σε θιβετιανές περιοχές το 2023, αναφέρεται ότι οι Αμερικανοί διπλωμάτες δεν μπορούσαν να αγοράσουν εισιτήρια αεροπλάνου ή τρένου για να εισέλθουν στο Θιβέτ χωρίς προηγούμενη επίσημη έγκριση από τις κινεζικές αρχές. Οι διπλωματικές αρχές των ΗΠΑ υπέβαλαν τρία αιτήματα για επίσημο ταξίδι στην περιοχή, αλλά κανένα δεν εγκρίθηκε.

Στα προηγούμενα χρόνια, διπλωμάτες των ΗΠΑ επισκέφθηκαν θιβετιανές περιοχές στις κινεζικές επαρχίες Σιτσουάν, Κανσού, Τσινγκχάι και Γιουνάν. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στην έκθεση, οι Κινέζοι αξιωματούχοι τους εμπόδισαν να εισέλθουν σε συγκεκριμένα μοναστήρια, έκλεισαν δρόμους και παρακολουθούσαν τις συνομιλίες τους.

Στις 14 Απριλίου, ο Γερουσιαστής Τοντ Γιανγκ (R-Ind.), μέλος της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, ανάρτησε στο X: «Εδώ και δεκαετίες, το Πεκίνο υποστηρίζει ότι το Θιβέτ υπήρξε πάντα μέρος της Κίνας. Αυτό είναι εντελώς ψευδές».

Υπενθύμισε ότι ο νόμος που πρότεινε ο ίδιος, o Tibet–China Dispute Act (Νόμος για την Επίλυσης της Διαφοράς Θιβέτ–Κίνας), έχει πλέον τεθεί σε ισχύ, απορρίπτοντας αυτές τις ανακριβείς αξιώσεις και ενισχύοντας την ευθύνη του Στέιτ Ντιπάρτμεντ να συνεργαστεί με συμμάχους για μια δίκαιη επίλυση του ζητήματος του Θιβέτ.

Ο εν λόγω νόμος, αποτέλεσμα διακομματικής συνεργασίας, υπογράφηκε από τον τότε πρόεδρο Τζο Μπάιντεν τον Ιούλιο του περασμένου έτους. Η εξόριστη κυβέρνηση του Θιβέτ, η Κεντρική Θιβετιανή Διοίκηση στην Ινδία, είχε δηλώσει τότε ότι ο νόμος αυτός θα φέρει «ελπίδα και έμπνευση» στους Θιβετιανούς σε όλο τον κόσμο.

Το ΚΚΚ εισέβαλε στο Θιβέτ το 1949 και επέβαλε στους Θιβετιανούς μια συμφωνία 17 σημείων προκειμένου να νομιμοποιηθεί η κυριαρχία του. Παρά τις θεωρητικές υποσχέσεις για αυτονομία, το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας μετέτρεψε την περιοχή σε κράτος επιτήρησης και ίδρυσε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας.

Στην ετήσια έκθεσή της για το 2025, η Επιτροπή των ΗΠΑ για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία, ανεξάρτητο ομοσπονδιακό όργανο, αναφέρει ότι το ΚΚΚ διαπράττει «πολιτιστική γενοκτονία» εις βάρος των Θιβετιανών Βουδιστών.

Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, το κινεζικό καθεστώς εκφοβίζει τις θιβετιανές κοινότητες της διασποράς μέσω παρακολούθησης, εξαναγκασμού και απειλών προς τις οικογένειές τους στην Κίνα, προκειμένου να τις φιμώσει.

Οι ΗΠΑ προειδοποιούν: Η Κίνα στοχεύει δημοσίους υπαλλήλους με ελκυστικές προσφορές εργασίας

Οι κινεζικές υπηρεσίες πληροφοριών στοχοποιούν ενεργούς και πρώην εργαζόμενους της Αμερικανικής κυβέρνησης, χρησιμοποιώντας «παραπλανητικές διαδικτυακές προτάσεις εργασίας», σύμφωνα με ανακοίνωση του Εθνικού Κέντρου Αντικατασκοπείας και Ασφαλείας (NCSC) που δημοσιεύτηκε στις 8 Απριλίου.

«Ξένες υπηρεσίες πληροφοριών, ιδιαίτερα αυτές της Κίνας, επιχειρούν να προσεγγίσουν και να στρατολογήσουν νυν και πρώην στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης, εμφανιζόμενες ως εταιρείες συμβούλων, κυνηγοί στελεχών, δεξαμενές σκέψης και άλλοι φορείς, μέσα από διαδικτυακές κοινωνικές και επαγγελματικές πλατφόρμες», σημειώνει η ανακοίνωση.

Το NCSC τονίζει ότι αυτές οι προσφορές εργασίας και οι ηλεκτρονικές προσεγγίσεις έχουν γίνει «πιο προηγμένες και πιο περίτεχνες», στοχεύοντας ειδικά άτομα με εμπειρία στην αμερικανική κυβέρνηση, που ψάχνουν για νέες επαγγελματικές ευκαιρίες.

«Οι νυν και πρώην ομοσπονδιακοί υπάλληλοι πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί με αυτές τις προσεγγίσεις και να κατανοούν τις ενδεχόμενες επιπτώσεις από τυχόν εμπλοκή τους. Οι κάτοχοι διαβαθμισμένων αδειών υπενθυμίζεται ότι έχουν νομική υποχρέωση να προστατεύουν ευαίσθητες πληροφορίες και μετά την αποχώρησή τους από υπηρεσία της κυβέρνησης των ΗΠΑ», τονίζει το κέντρο.

Η προειδοποίηση αυτή έρχεται στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων προσπαθειών του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ) να επηρεάσει και να διεισδύσει σε διάφορους τομείς της αμερικανικής κοινωνίας.

Προηγούμενες προειδοποιήσεις έχουν εκδοθεί επίσης από το FBI, το οποίο έχει σημειώσει στην ιστοσελίδα του ότι οι κινεζικές μυστικές υπηρεσίες χρησιμοποιούν ψεύτικα προφίλ στα κοινωνικά δίκτυα, προκειμένου να προσεγγίσουν άτομα με πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες.

Ύποπτα σημάδια και ανησυχητικές πρακτικές

Το NCSC υπογραμμίζει την ανάγκη εγρήγορσης απέναντι σε διάφορες ενδείξεις, όπως για παράδειγμα θέσεις εργασίας που ακούγονται «υπερβολικά καλές για να είναι αληθινές». Τέτοιες προσφορές συχνά υπόσχονται ευέλικτα ωράρια εργασίας και ασυνήθιστα υψηλές αμοιβές.

Μια άλλη συνήθης πρακτική είναι η προσφορά «αποκλειστικών ευκαιριών εργασίας» με ταχεία διαδικασία πρόσληψης και άμεσης πληρωμής, η οποία ολοκληρώνεται μέσα σε λίγες εβδομάδες αντί για πολλούς μήνες.

Το κέντρο συμβουλεύει τους υποψήφιους εργαζόμενους να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν οι υποτιθέμενοι «στρατολόγοι» εκφράζουν υπερβολική προθυμία ή επιχειρούν να μεταφέρουν άμεσα τη συζήτηση από κάποια καθιερωμένη επαγγελματική πλατφόρμα επικοινωνίας σε έναν πιο ασφαλή ή λιγότερο παρακολουθούμενο τρόπο επικοινωνίας.

«Στην αρχή, οι στρατολόγοι ενδέχεται να ζητήσουν κάποιες αθώες και μη ευαίσθητες πληροφορίες. Στη συνέχεια όμως, μπορεί να απαιτήσουν αναφορές που περιέχουν μη δημοσιευμένα ή ευαίσθητα δεδομένα», επισημαίνει η ανακοίνωση.

Το NCSC αναφέρεται επίσης στην υπόθεση του υποκελευστή του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, Τόμας Ζάο, ο οποίος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 27 μηνών τον Ιανουάριο του 2024. Ο Ζάο πούλησε σε αξιωματικό των κινεζικών υπηρεσιών πληροφοριών απόρρητες πληροφορίες με αντάλλαγμα περίπου 15.000 δολάρια, έπειτα από προσέγγιση που έγινε αρχικά μέσω κοινωνικών δικτύων.

Μεταξύ άλλων υποθέσεων κατασκοπείας αναφέρονται και δύο πρώην πράκτορες της CIA, οι οποίοι κρίθηκαν ένοχοι επειδή κατασκόπευαν υπέρ της Κίνας. Ο ένας καταδικάστηκε σε φυλάκιση 10 ετών το 2024, ενώ ο άλλος καταδικάστηκε σε φυλάκιση 20 ετών το 2019.

Όπως τονίζει το NCSC, για την αποφυγή τέτοιων απειλών, συστήνεται στους πολίτες να επιβεβαιώνουν πάντα την ταυτότητα των ατόμων πριν αποδεχθούν αιτήματα σύνδεσης στο διαδίκτυο, και να είναι προσεκτικοί με τη δημοσιοποίηση πληροφοριών που θα μπορούσαν να προσελκύσουν ανεπιθύμητη προσοχή.

Προειδοποιήσεις και από τις Αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις

Παρόμοιες προειδοποιήσεις έχουν εκδοθεί και από τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ. Η βάση Fort Eisenhower στη Γεωργία εξέδωσε τον Ιούνιο του 2024 σχετική ανακοίνωση, καλώντας τους στρατιώτες να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στις προσφορές εργασίας.

«Ξένες δυνάμεις κάνουν ευρεία χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και προσφορών θέσεων εργασίας, που μπορεί να φαίνονται νόμιμες, για να αποσπάσουν ευαίσθητες πληροφορίες από στελέχη του στρατού και τις οικογένειές τους», ανέφερε η ανακοίνωση.

Η Αμερικανική Ακτοφυλακή επίσης προειδοποίησε τον Μάιο του 2024, σημειώνοντας ότι πράκτορες ξένων χωρών όπως η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα προσεγγίζουν προσωπικό της μέσω LinkedIn, Indeed και Facebook, προσπαθώντας να αποκτήσουν πληροφορίες για επιχειρήσεις και τεχνολογία.

Ο Αρχικελευστής Χιθ Τζόουνς της Αμερικανικής Ακτοφυλακής κάλεσε το προσωπικό να αντιμετωπίζει με επαγρύπνηση τέτοιες ύποπτες προσεγγίσεις και να τις αναφέρει άμεσα: «Οι μέθοδοι των αντιπάλων μας εξελίσσονται συνεχώς, και η εγρήγορσή σας συνιστά βασικό παράγοντα προστασίας της ευρύτερης στρατιωτικής κοινότητας».

Η G7 καταδικάζει τις κινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από την Ταϊβάν

Οι υπουργοί Εξωτερικών των χωρών της G7 καταδίκασαν τις πρόσφατες στρατιωτικές ασκήσεις της Κίνας γύρω από την Ταϊβάν, χαρακτηρίζοντάς τες ως «προκλητικές ενέργειες» που απειλούν την παγκόσμια ασφάλεια.

Σε κοινή ανακοίνωση που εκδόθηκε στις 6 Απριλίου, οι επικεφαλής της διπλωματίας από τον Καναδά, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ιαπωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες δήλωσαν ότι τόσο οι ίδιες οι χώρες όσο και η ευρύτερη διεθνής κοινότητα έχουν συμφέρον στη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στα Στενά της Ταϊβάν.

Τόνισαν επίσης την αντίθεσή τους σε κάθε μονομερή ενέργεια που απειλεί την ειρήνη και τη σταθερότητα, είτε με τη χρήση βίας είτε μέσω εξαναγκασμού.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας έχει θέσει ως στόχο την κατάληψη της Ταϊβάν, υποστηρίζοντας ότι το αυτοδιοικούμενο νησί αποτελεί μέρος της κινεζικής επικράτειας. Στο πλαίσιο αυτό, το Πεκίνο ασκεί πίεση στην Ταϊβάν μέσω διπλωματικών, οικονομικών και στρατιωτικών μέσων, επικαλούμενο λόγους εθνικού συμφέροντος.

Οι πρόσφατες κινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις μεγάλης κλίμακας διήρκεσαν δύο ημέρες και ολοκληρώθηκαν στις 2 Απριλίου. Σε αυτές συμμετείχαν το πολεμικό ναυτικό, η ακτοφυλακή, δυνάμεις ξηράς, αέρος και πυραυλικές μονάδες, ενώ περιλάμβαναν και βολές μακράς εμβέλειας με πραγματικά πυρά στη Θάλασσα της Ανατολικής Κίνας.

Οι υπουργοί της G7 προειδοποίησαν ότι οι ολοένα και πιο συχνές και αποσταθεροποιητικές ενέργειες του Πεκίνου αυξάνουν την ένταση στα Στενά και θέτουν σε κίνδυνο την παγκόσμια ασφάλεια και ευημερία. Πρόσθεσαν ότι οι χώρες της G7 συνεχίζουν να ενθαρρύνουν την ειρηνική επίλυση των διαφορών μέσω εποικοδομητικού διαλόγου μεταξύ των δύο πλευρών.

Εκπρόσωπος της κινεζικής πρεσβείας στον Καναδά κατηγόρησε τις χώρες της G7 για παρέμβαση στα εσωτερικά της Κίνας, με αφορμή την κοινή δήλωσή τους για την Ταϊβάν. Ο ίδιος ανέφερε ότι οι στρατιωτικές ασκήσεις της Κίνας αποτελούν «αυστηρή τιμωρία» κατά του προέδρου της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, και «αυστηρή προειδοποίηση» προς τις δυνάμεις που υποστηρίζουν την ανεξαρτησία του νησιού.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας χαρακτηρίζει τον πρόεδρο Λάι και την προκάτοχό του, Τσάι Ινγκ-γουέν, «αποσχιστές», καθώς και οι δύο έχουν ταχθεί υπέρ της υπεράσπισης της κυριαρχίας της Ταϊβάν.

Το αντιπροσωπευτικό γραφείο της Ταϊβάν στον Καναδά εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του προς τις χώρες της G7 μέσω ανάρτησης στην πλατφόρμα X. Υποστήριξε ότι η αποφασιστικότητα που επιδεικνύουν οι δημοκρατίες αποτελεί την καλύτερη αποτροπή, καθώς η ειρήνη είναι κοινό συμφέρον και κανείς δεν ωφελείται από τη σύγκρουση.

Στο στόχαστρο οι «υπολογισμένες κλιμακώσεις» του Πεκίνου

Οι τελευταίες στρατιωτικές ασκήσεις της Κίνας προκάλεσαν ευρεία διεθνή καταδίκη. Στις 4 Απριλίου, η Διακοινοβουλευτική Συμμαχία για την Κίνα (Inter-Parliamentary Alliance on China), που αποτελείται από βουλευτές διαφόρων χωρών, εξέδωσε δήλωση με την οποία καταδίκασε έντονα τις ενέργειες του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού της Κίνας γύρω από την Ταϊβάν.

Η Συμμαχία σημείωσε ότι επί μακρόν οι «υπολογισμένες κλιμακώσεις» του Πεκίνου γύρω από την Ταϊβάν περνούσαν απαρατήρητες, όμως πλέον δεν μπορεί να παραμένει αδρανής καθώς διαβρώνεται το status quo, με συνέπειες για τον λαό της Ταϊβάν και τη διεθνή σταθερότητα.

Τόνισε επίσης ότι η ασφάλεια της Ταϊβάν και η ασφάλεια της παγκόσμιας οικονομίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και ζήτησε ένα διεθνώς συμφωνημένο πακέτο συντονισμένων οικονομικών και πολιτικών μέτρων, ώστε να αποτραπεί περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση από το Πεκίνο.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο, ο Ιάπωνας ομόλογός του Ιουάγια Τακέσι και ο Νοτιοκορεάτης υπουργός Εξωτερικών Τσο Τάε-γιουλ συναντήθηκαν πρόσφατα στις Βρυξέλλες. Σε κοινή τους δήλωση καταδίκασαν τις κινεζικές ασκήσεις και υπογράμμισαν τη σημασία της διατήρησης της ειρήνης και της σταθερότητας στα Στενά της Ταϊβάν ως αναπόσπαστου στοιχείου της ασφάλειας και ευημερίας της διεθνούς κοινότητας.

Έκθεση του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (Center for Strategic and International Studies-CSIS) που δημοσιεύτηκε πέρυσι, ανέφερε ότι μια σύγκρουση στα Στενά της Ταϊβάν θα είχε εκτεταμένες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, καθώς το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα αντιπροσώπευε περισσότερο από το ένα πέμπτο του διεθνούς θαλάσσιου εμπορίου το 2022—περίπου 2,45 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Ο Ντέιβιντ Περντού, υποψήφιος του Ντόναλντ Τραμπ για τη θέση του πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Κίνα, κατά την ακρόασή του στη Γερουσία στις 3 Απριλίου, δήλωσε στη γραπτή του κατάθεση ότι θα υποστήριζε τον Νόμο για τις Σχέσεις με την Ταϊβάν ως πρεσβευτής.

Ο Περντιού ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν προσηλωμένες σε μια ειρηνική λύση που να είναι αποδεκτή από τους λαούς και των δύο πλευρών των Στενών, και εξέφρασε την αντίθεση της Ουάσιγκτον σε κάθε μονομερή αλλαγή του υφιστάμενου καθεστώτος.

Οι ΗΠΑ και η Ταϊβάν δεν διατηρούν επίσημες διπλωματικές σχέσεις, καθώς η Ουάσιγκτον τερμάτισε τους δεσμούς με την Ταϊπέι υπέρ του Πεκίνου το 1979. Ωστόσο, η σχέση τους παραμένει στενή μέσω του Νόμου για τις Σχέσεις με την Ταϊβάν, ο οποίος υπογράφηκε από τον τότε πρόεδρο Τζίμι Κάρτερ και επιτρέπει την πώληση αμυντικού εξοπλισμού στην Ταϊβάν. Ο νόμος προέβλεψε επίσης την ίδρυση του Αμερικανικού Ινστιτούτου στην Ταϊβάν, το οποίο λειτουργεί ως ντε φάκτο πρεσβεία των ΗΠΑ στο νησί.

ΗΠΑ και ΕΕ ανησυχούν για τις στρατιωτικές ασκήσεις της Κίνας κοντά στην Ταϊβάν

Η κυβέρνηση Τραμπ και η Ευρωπαϊκή Ένωση εκφράζουν ανησυχία για τις ευρείας κλίμακας στρατιωτικές ασκήσεις της Κίνας στον εναέριο χώρο και στα ύδατα γύρω από την Ταϊβάν.

Οι στρατιωτικές αυτές ασκήσεις, στις οποίες συμμετείχαν το κινεζικό Πολεμικό Ναυτικό, η Αεροπορία, οι Χερσαίες και Πυραυλικές Δυνάμεις, ξεκίνησαν την 1η Απριλίου. Στις 2 Απριλίου συνεχίστηκαν με πραγματικά πυρά μεγάλου βεληνεκούς στην Ανατολική Σινική Θάλασσα.

Το προεδρικό γραφείο της Ταϊβάν επέκρινε σφοδρά το κινεζικό καθεστώς, χαρακτηρίζοντάς το «διεθνώς αναγνωρισμένο ταραξία» που καταφεύγει σε στρατιωτικές προκλήσεις και παρενοχλήσεις στη «γκρίζα ζώνη» των θαλασσών, προκαλώντας ευθέως τη διεθνή τάξη και σταθερότητα.

Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λίβιτ, δήλωσε την 1η Απριλίου ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ «τονίζει τη σημασία διατήρησης της ειρήνης στο στενό της Ταϊβάν, ενθαρρύνοντας την ειρηνική επίλυση των διαφορών και επαναλαμβάνοντας την αντίθεσή του σε κάθε μονομερή προσπάθεια μεταβολής του status quo διά της βίας ή εξαναγκασμού».

Η Τάμι Μπρους, εκπρόσωπος του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών, αναφέρθηκε σε δήλωσή της επίσης την 1η Απριλίου τονίζοντας ότι «οι επιθετικές στρατιωτικές δραστηριότητες και η ρητορική της Κίνας αυξάνουν την ένταση και απειλούν την ασφάλεια της περιοχής και την παγκόσμια ευημερία».

«Απέναντι στις τακτικές εκφοβισμού και την αποσταθεροποιητική συμπεριφορά του Πεκίνου, η σταθερή δέσμευση των ΗΠΑ στους συμμάχους και εταίρους τους, συμπεριλαμβανομένης της Ταϊβάν, παραμένει απαρασάλευτη», πρόσθεσε η κ. Μπρους.

Από την πλευρά του, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικής Δράσης, διπλωματικό όργανο της ΕΕ, απηύθυνε έκκληση για αυτοσυγκράτηση, υπογραμμίζοντας ότι «η ΕΕ έχει άμεσο συμφέρον στην διατήρηση του status quo στο στενό της Ταϊβάν και αντιτίθεται σε μονομερείς ενέργειες διά της βίας ή του εξαναγκασμού».

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας αντιμετωπίζει την Ταϊβάν ως κινεζικό έδαφος και έχει απειλήσει επανειλημμένα να την προσαρτήσει δια της βίας, παρά το γεγονός ότι η Ταϊβάν λειτουργεί ως ανεξάρτητο κράτος, με δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, σύνταγμα και ανεξάρτητες στρατιωτικές δυνάμεις.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τον σημαντικότερο σύμμαχο και προμηθευτή εξοπλισμών της Ταϊβάν, παρόλο που οι δύο χώρες δεν διατηρούν επίσημες διπλωματικές σχέσεις.

Η κλιμάκωση των στρατιωτικών ασκήσεων

Το Πεκίνο αρχικά δεν έδωσε επίσημη ονομασία στις ασκήσεις της 1ης Απριλίου. Ωστόσο, στις 2 Απριλίου, η ανατολική στρατιωτική διοίκηση της Κίνας ανακοίνωσε την ονομασία «Strait Thunder-2025A» για τις ασκήσεις με πραγματικά πυρά στην Ανατολική Σινική Θάλασσα.

«Οι ασκήσεις περιλάμβαναν πλήγματα ακριβείας κατά προσομοιωμένων στόχων σε λιμενικές εγκαταστάσεις και δομές ενέργειας, με τα επιθυμητά αποτελέσματα να επιτυγχάνονται», δήλωσε η διοίκηση χωρίς να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες.

Το 2024, η Κίνα είχε πραγματοποιήσει άλλες δύο σημαντικές σειρές αντίστοιχων ασκήσεων, τις «Sword-2024A» και «Sword-2024B», στα ύδατα γύρω από την Ταϊβάν.

Σύμφωνα με το υπουργείο Άμυνας της Ταϊβάν, κατά το 24ωρο έως τις 6 π.μ. της 2ας Απριλίου, οι κινεζικές ασκήσεις περιελάμβαναν 76 στρατιωτικά αεροσκάφη, 15 πολεμικά πλοία και τέσσερα επιπλέον σκάφη.

Την ίδια περίοδο, τέσσερα κινεζικά σκάφη της ακτοφυλακής εισήλθαν στα χωρικά ύδατα των νησιών Ντονγκγίν και Γουτσίου του αρχιπελάγους Ματσού, τα οποία ανήκουν στην Ταϊβάν, όπως ανέφερε η ακτοφυλακή της Ταϊπέι.

Σε συνέντευξη Τύπου στις 1 Απριλίου, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Άμυνας της Ταϊβάν, Σουν Λι-φανγκ, υπογράμμισε ότι «ανεξάρτητα της ονομασίας τους, οι ασκήσεις αυτές δεν μπορούν να αποκρύψουν τον προκλητικό και απειλητικό τους χαρακτήρα έναντι του λαού της Ταϊβάν».

Ο υπουργός Εξωτερικών της Ταϊβάν, Λιν Τσια-λουνγκ, ευχαρίστησε τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη στήριξή τους στο ζήτημα και κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να εκφράσει ανησυχία για τις απειλές του Πεκίνου.

Ο Ταϊβανέζος αναλυτής Λιν Γινγκ-γιου εκτίμησε πως η Κίνα χρησιμοποιεί αυτές τις ασκήσεις για να «δοκιμάσει τα όρια των ΗΠΑ» πριν από πιθανή συνάντηση ανάμεσα στον Τραμπ και τον ηγέτη του ΚΚ Κίνας Σι Τζινπίνγκ.

Κριτική για τις κινεζικές προκλήσεις άσκησε και ο Αμερικανός γερουσιαστής Μάικλ Μακόλ, ο οποίος τόνισε ότι η επιθετικότητα της Κίνας αποτελεί απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα και τη διεθνή σταθερότητα στον Ινδο-Ειρηνικό.

ΗΠΑ: Νομοθετική πρωτοβουλία για τη στήριξη της διεθνούς θέσης της Ταϊβάν

Σε μια νέα προσπάθεια ενδυνάμωσης της διεθνούς αναγνώρισης και στήριξης της Ταϊβάν, μια δικομματική ομάδα μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων των Ηνωμένων Πολιτειών παρουσίασε νομοσχέδιο που στοχεύει στην αντιμετώπιση των προσπαθειών της Κίνας για απομόνωση της Ταϊβάν από τη διεθνή κοινότητα. Το νομοσχέδιο τιτλοφορείται ως «Πράξη Διεθνούς Αλληλεγγύης για την Ταϊβάν» (Taiwan International Solidarity Act, H.R. 2416).

Επιρροή της Κίνας στους διεθνείς οργανισμούς

Την ηγεσία της προτάσεως ανέλαβαν οι εκπρόσωποι Τζέραλντ Κόνολι και Γιανγκ Κιμ, που ανήκουν στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής. «Για πολύ καιρό, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας έχει παραποιήσει πολιτικές και διαδικασίες σε διεθνείς οργανισμούς για να προωθήσει τις αξιώσεις της κυριαρχίας της επί της Ταϊβάν, συχνά εις βάρος παγκόσμιων προσπαθειών για την υγεία, την διακυβέρνηση και την ασφάλεια», δήλωσε ο Κόνολι.

Το νομοσχέδιο επιδιώκει επίσης να τροποποιήσει την Πράξη TAIPEI (Taiwan Allies International Protection and Enhancement Initiative Act) του 2020, η οποία είχε υπογραφεί από τον τότε πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Αναγνωρίζοντας τις προσπάθειες της Κίνας να χρησιμοποιήσει την Απόφαση 2758 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (1971) για να προβάλει ότι η Ταϊβάν ανήκει στη «Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας», το νομοσχέδιο προσδιορίζει σαφώς ότι η απόφαση δεν λαμβάνει θέση για την κυριαρχία ή την εκπροσώπηση της Ταϊβάν.

Υποστήριξη των συμφερόντων της Ταϊβάν

Με βάση το νέο κείμενο του νομοσχεδίου, οι εκπρόσωποι των ΗΠΑ σε διεθνείς οργανισμούς θα ενθαρρύνονται να χρησιμοποιούν τη «φωνή, την ψήφο και την επιρροή» τους για να αντιταχθούν στις κινεζικές προσπάθειες παραποίησης δεδομένων που αφορούν την Ταϊβάν. Επίσης, το νομοσχέδιο ζητά από τους συμμάχους και εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών να συνεργαστούν για την ενίσχυση των διπλωματικών και μη διπλωματικών σχέσεων της Ταϊβάν.

Η εκπρόσωπος Γιανγκ Κιμ τόνισε ότι «η Ταϊβάν έχει αποδείξει την επιτυχία της στη δημοκρατία και την παγκόσμια υγειονομική ασφάλεια, και η άποψή της αξίζει να ακουστεί». Στηρίζοντας τη νομοθεσία, πολλοί βουλευτές από αμφότερα τα κόμματα συνυπέγραψαν την πρόταση, συμπεριλαμβανομένων των Μάικ Λόουλεζ και Ντίνα Τίτους.

Συμπληρωματικές πρωτοβουλίες για τη συνεργασία Ουάσιγκτον-Ταϊπέι

Επιπρόσθετα, η Κιμ παρουσίασε στις 28 Μαρτίου την Πράξη Ταξιδιωτικής και Τουριστικής Συνεργασίας ΗΠΑ-Ταϊβάν (H.R. 2370) με στόχο την οικονομική και εμπορική ενίσχυση της σχέσης μεταξύ των δύο χωρών. Παράλληλες προσπάθειες λαμβάνουν χώρα και στη Γερουσία μέσω παρόμοιου νομοσχεδίου (S. 733), που εισήχθη από τον Μάρσα Μπλάκμπερν  και τον Μπράιαν Σατζ.

«Η ενίσχυση του τουρισμού και της συνεργασίας θα βοηθήσει όχι μόνο την οικονομία αλλά και την αντοχή της Ταϊβάν έναντι των οικονομικών πιέσεων από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας», δήλωσε ο Βουλευτής Ράτζα Κρισναμούρθι.

Στήριξη της Ταϊβάν στη διεθνή σκηνή

Η υποστήριξη της διεθνούς κοινότητας συνεχίζει να αποτελεί προτεραιότητα για την Ταϊβάν. Σε σχετική δήλωση το υπουργείο Εξωτερικών της Ταϊβάν ανέφερε ότι η πρόταση του Κογκρέσου αποτελεί «ένα συγκεκριμένο βήμα για την αντιμετώπιση της κακόβουλης παραποίησης της Απόφασης 2758 από την Κίνα στη διεθνή σκηνή».

Η νομοθετική πρωτοβουλία αναμένεται να προκαλέσει αντιδράσεις από το Πεκίνο, το οποίο έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει τις ΗΠΑ ότι τέτοιου είδους ενέργειες θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τις διμερείς σχέσεις. Ωστόσο, η Ουάσινγκτον παραμένει σταθερή στη δέσμευση της για την υποστήριξη της Ταϊβάν και τη διασφάλιση της θέσης της στη διεθνή σκηνή.

Ηνωμένο Βασίλειο: Η κυβέρνηση δεσμεύεται να προστατεύει τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ από την κινεζική διακρατική δίωξη

Η βρετανική κυβέρνηση επικύρωσε και επίσημα τη δέσμευσή της για προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας και της ασφάλειας των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ στο έδαφός της απέναντι στις πρακτικές διακρατικής καταστολής του κινεζικού κομμουνιστικού καθεστώτος. Με δήλωσή του στις 20 Μαρτίου, ο υπουργός Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, Λόρδος Χάνσον του Φλιντ, επιβεβαίωσε την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης να προστατεύσει τις ελευθερίες των ασκουμένων και των καλλιτεχνών της ομάδας Shen Yun, η οποία έχει ιδρυθεί από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ.

Απαντώντας σε κοινοβουλευτικό ερώτημα που κατέθεσε ο Λόρδος Άλτον του Λίβερπουλ για τις πιθανές απειλές που αντιμετωπίζουν οι ασκούμενοι και οι καλλιτέχνες από το κινεζικό καθεστώς, ο Χάνσον τόνισε πως «η κυβέρνηση δεσμεύεται να προασπίζεται και να προστατεύει το δικαίωμα στην ελευθερία της θρησκείας ή πίστης, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ και της καλλιτεχνικής ομάδας τους, Shen Yun». Πρόσθεσε, επίσης, ότι οι βρετανικές αρχές «αξιολογούν συνεχώς πιθανές απειλές στο Ηνωμένο Βασίλειο και λαμβάνουν την προστασία των δικαιωμάτων και της ασφάλειας των πολιτών πολύ σοβαρά».

Το Φάλουν Γκονγκ (ή Φάλουν Ντάφα), μία παραδοσιακή κινεζική μέθοδος αυτοβελτίωσης που δίνει έμφαση στις αρχές της αλήθειας, της συμπόνιας και της ανεκτικότητας, γνώρισε τεράστια δημοτικότητα στην Κίνα τη δεκαετία του ’90, με τον αριθμό των ασκουμένων να ξεπερνά τα 70 εκατομμύρια έως τα τέλη της δεκαετίας. Το καθεστώς της Κίνας, βλέποντας τη ραγδαία ανάπτυξη της πρακτικής ως απειλή για την εξουσία του, ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1999 μία εκστρατεία καταστολής που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με πληροφορίες από το Κέντρο Πληροφοριών για το Φάλουν Ντάφα (Falun Dafa Information Center), εκατομμύρια ασκούμενοι έχουν φυλακιστεί, εκατοντάδες χιλιάδες έχουν υποστεί βασανιστήρια και μεγάλος αριθμός έχει δολοφονηθεί στα χέρια των κινεζικών αρχών.

Οι πρακτικές καταστολής του κινεζικού κομμουνιστικού καθεστώτος δεν περιορίζονται μόνο εντός της Κίνας. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η επίθεση στον εορτασμό του κινεζικού Μεσο-Φθινοπωρινού Φεστιβάλ στη Νέα Υόρκη από αγνώστους Κινέζους, γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και καταγγελίες από τοπικούς Αμερικανούς πολιτικούς.

Η καλλιτεχνική ομάδα Shen Yun, με έδρα τη Νέα Υόρκη, δημιουργήθηκε το 2006 από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ με σκοπό να αναβιώσει την αυθεντική κινεζική καλλιτεχνική παράδοση προτού αναλάβει την εξουσία το κομμουνιστικό κόμμα. Tο Shen Yun έχει δεχθεί δεκάδες απειλές, ακόμη και τηλεφωνικές προειδοποιήσεις για βομβιστικές και άλλες βίαιες ενέργειες εναντίον θεάτρων στα οποία πραγματοποιεί παραστάσεις, με τις δυτικές κυβερνήσεις να θεωρούν τις απειλές αυτές ως διασυνδεδεμένες με το καθεστώς της Κίνας.

Η βρετανική κυβέρνηση ανέφερε πως διαθέτει «διευρυμένες αρμοδιότητες για να αντιμετωπίσει τις ξένες παρεμβάσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνιστούν διακρατική καταστολή», όπως δήλωσε ο υπουργός Εσωτερικών Λόρδος Χάνσον. Επιπλέον, ανακοίνωσε την έναρξη ειδικού προγράμματος εκπαίδευσης για αστυνομικούς και προσωπικό υπηρεσιών ασφαλείας στο Ηνωμένο Βασίλειο, με στόχο να είναι σε θέση να αναγνωρίζουν αποτελεσματικότερα τις απειλές που προέρχονται από ξένες χώρες, μεταξύ των οποίων — αν και όχι αποκλειστικά — από την Κίνα.

Αν και η αρχική ανακοίνωση του υφυπουργού Ασφάλειας Νταν Τζάρβις, στις αρχές Μαρτίου, αφορούσε κυρίως τις απειλές από το ιρανικό καθεστώς σε αντιφρονούντες, είναι σαφές ότι υπάρχει μία ευρύτερη δέσμευση για την προστασία όσων απειλούνται από την καταστολή ξένων κρατών στο βρετανικό έδαφος.

Σε διεθνές επίπεδο, ειδική έκθεση της Επιτροπής των ΗΠΑ για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία, που δημοσιεύθηκε στις 25 Μαρτίου, χαρακτηρίζει την Κίνα ως έναν από τους χειρότερους παραβάτες των δικαιωμάτων θρησκευτικής ελευθερίας, και καλεί τις κυβερνήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο να συνεργαστούν ώστε να επιβάλουν στοχευμένες κυρώσεις εναντίον Κινέζων αξιωματούχων που εμπλέκονται σε τέτοιες πρακτικές.

Η πρόσφατη τοποθέτηση της βρετανικής κυβέρνησης στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς το Πεκίνο ότι οι προσπάθειές του να εκφοβίσει ακτιβιστές ή θρησκευτικές μειονότητες διεθνώς δεν θα γίνουν ανεκτές, ενισχύοντας το μήνυμα της Δύσης για διατήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αξιών.

Έκθεση προειδοποιεί για ενίσχυση κινεζικών κατασκοπευτικών επιχειρήσεων κατά της Ταϊβάν

Η Ταϊβάν θα πρέπει να ενισχύσει άμεσα τις ασφαλιστικές της δικλείδες και τους κανονισμούς αντιμετώπισης των ολοένα και πιο συστηματικών πολιτικών και κατασκοπευτικών επιχειρήσεων της Κίνας που στοχεύουν στην υπονόμευση του δημοκρατικού πολιτεύματος της νήσου, σύμφωνα με νέα έκθεση που δημοσιεύθηκε από το Ινστιτούτο Παγκόσμιας Ταϊβάν (Global Taiwan Institute).

Η έκθεση, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα την 20ή Μαρτίου, εκπονήθηκε από ερευνητές του αμερικανικού Ιδρύματος Jamestown και υπογραμμίζει πως «καμία άλλη δημοκρατία στον κόσμο δεν αντιμετωπίζει αντίστοιχης έκτασης ξένη απειλή για την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της όσο η Ταϊβάν».

Στην έκθεση αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Οι κακόβουλες προθέσεις και επιχειρήσεις επιρροής που εκπορεύονται από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) καθώς και η βλάβη που προκαλούν στην κοινωνία της Ταϊβάν είναι πραγματικές και ανησυχητικές».

Όσον αφορά τα υπάρχοντα μέτρα ασφαλείας, οι ερευνητές κρίνουν πως ορισμένες κατηγορίες –όπως η ξένη χρηματοδότηση εκλογικών εκστρατειών– χαρακτηρίζονται από ικανοποιητική αυστηρότητα, όμως ταυτόχρονα άλλοι τομείς παρουσιάζουν σαφή κενά. «Οι ποινές για κατασκοπεία είναι ασυνεπείς. Μετά τη διάλυση του στρατιωτικού ποινικού συστήματος, οι καταδικασμένοι στρατιωτικοί δεν επιτηρούνται επαρκώς», σημειώνουν οι συγγραφείς.

Επιπλέον, τονίζεται πως σήμερα δεν υπάρχει επαρκής έλεγχος σχετικά με τις επαφές που διατηρούν πολιτικοί, νομοθέτες και χαμηλόβαθμα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων με την κινεζική πλευρά, ούτε ουσιαστικός μηχανισμός επιβολής των αντίστοιχων κανονισμών.

Τα μέτωπα των κινεζικών επιχειρήσεων

Η έκθεση κατηγοριοποιεί τις κινεζικές ενέργειες υπονόμευσης σε τρεις βασικούς άξονες: επιχειρήσεις πληροφοριών, κυβερνοεπιθέσεις και επιρροή μέσω του μηχανισμού του Ενιαίου Μετώπου (United Front).

Αναφέρεται πως έως και 5.000 πολίτες της Ταϊβάν εργάζονταν το 2017 για την κινεζική κυβέρνηση περίπου, ενισχύοντας τη διείσδυση των κινεζικών μυστικών υπηρεσιών στο νησί. Παράλληλα, η Κίνα χρησιμοποιεί συστηματικά κυβερνοεπιθέσεις με στόχο την απόκτηση πολιτικών, οικονομικών αλλά και στρατιωτικών πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων και τεχνολογικών δεδομένων από τη βιομηχανία ημιαγωγών, έναν κρίσιμο τομέα για την οικονομία της Ταϊβάν.

Ο μηχανισμός Ενιαίου Μετώπου του ΚΚΚ στοχεύει ιδιαίτερα στη νεολαία, τις επιχειρήσεις και τους τοπικούς φορείς της κοινωνίας των πολιτών, κυρίως μέσω πολιτιστικών προγραμμάτων και εκπαιδευτικών ανταλλαγών.

Σύσταση για αυστηρότερο νομοθετικό πλαίσιο

Οι ερευνητές προτείνουν στην κυβέρνηση της Ταϊβάν μια σειρά μέτρων για την αντιμετώπιση των πολιτικών επιχειρήσεων του Πεκίνου. Μεταξύ αυτών είναι η αυστηρότερη ποινικοποίηση των πράξεων κατασκοπείας, η θέσπιση ενός συστήματος ασφαλείας και έγκρισης διαβαθμισμένων πληροφοριών, αλλά και η υιοθέτηση ενός καθεστώτος καταγραφής προσώπων που εργάζονται για λογαριασμό ξένων δυνάμεων, παρόμοιου με αυτό που ισχύει στις ΗΠΑ.

Η έκθεση τονίζει ακόμη την ανάγκη αυστηρότερων κανονισμών για τον έλεγχο συναντήσεων Ταϊβανών αξιωματούχων στην Κίνα, απαιτώντας την παρουσία διπλωματών και δημοσιογράφων σε κάθε συζήτηση.

Σημαντικές πολιτικές συνέπειες

Τα εν λόγω ευρήματα αναμένεται ότι θα προκαλέσουν έντονες συζητήσεις στους πολιτικούς και διπλωματικούς κύκλους της Ταϊπέι, καθώς η κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και τις λεπτές διπλωματικές σχέσεις με το Πεκίνο.

Οι προτάσεις της έκθεσης ενδέχεται να αντιμετωπίσουν αντιστάσεις από πολιτικές και επιχειρηματικές ομάδες που επιθυμούν μια πιο μετριοπαθή προσέγγιση έναντι της Κίνας, γεγονός που πιθανώς να ενισχύσει τον δημόσιο διάλογο για την κατεύθυνση της εθνικής στρατηγικής ασφαλείας της Ταϊβάν.

Σε κάθε περίπτωση, οι συστάσεις αυτές δείχνουν πως η Ταϊβάν παραμένει στο επίκεντρο μιας συνεχιζόμενης γεωπολιτικής έντασης, την οποία παρακολουθούν στενά Ηνωμένες Πολιτείες και διεθνής κοινότητα, και η αποτελεσματική αντιμετώπισή της απαιτεί εγρήγορση και ενότητα σε πολιτικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο.

ΗΠΑ: Νέο νομοσχέδιο κατά της εμπορίας οργάνων από την Κίνα

Νέες πολιτικές πρωτοβουλίες παίρνουν μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου για να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο της παράνομης εμπορίας ανθρώπινων οργάνων στην Κίνα, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι κανένας Αμερικανός πολίτης δεν θα αναγκαστεί να γίνει ακούσια συνένοχος σε αυτά τα εγκλήματα.

Το νομοσχέδιο με τίτλο «BLOCK Act» κατατέθηκε στη Βουλή των Αντιπροσώπων από τον Ρεπουμπλικανό βουλευτή Νιλ Νταν και υποστηρίζεται από άλλα δύο μέλη της Επιτροπής για την αντιμετώπιση του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ), μεταξύ των οποίων και ο πρόεδρος της επιτροπής, Τζον Μούλενααρ. Βασικός σκοπός της πρωτοβουλίας είναι να απαγορευτούν η ομοσπονδιακή χρηματοδότηση και αποζημίωση μεταμοσχεύσεων που προέρχονται από μη πιστοποιημένες πηγές, ειδικά από οργανισμούς και νοσοκομεία της Κίνας.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο εισηγητής του νομοσχεδίου, «το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας έχει μακρά ιστορία παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσα από την παράνομη και βίαιη αφαίρεση οργάνων. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στην Αμερική να συναινεί σε αυτές τις φρικιαστικές πρακτικές».

Ποινικές κυρώσεις για συνέργεια στην παράνομη αφαίρεση οργάνων

Το νομοσχέδιο περιέχει σαφή πρόβλεψη για επιβολή αυστηρών κυρώσεων στους Αμερικανούς γιατρούς και παρόχους υγείας που εν γνώσει τους συμμετέχουν σε μεταμοσχεύσεις με όργανα παράνομης προέλευσης. Ειδικότερα, ορίζει ότι οι εμπλεκόμενοι θα είναι αντιμέτωποι τόσο με αστικές κυρώσεις, που μπορεί να φτάσουν μέχρι και το τριπλάσιο του κόστους της επέμβασης, όσο και με ποινές φυλάκισης έως και δύο ετών.

Ο κος Μούλενααρ, δήλωσε αποφασιστικά: «Είναι αναγκαίο οι ΗΠΑ να στείλουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι δεν θα γίνουν συνένοχες σε αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα. Οι εμπλεκόμενοι σε τέτοιες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα βρεθούν αντιμέτωποι με αυστηρές κυρώσεις.»

Οργανωμένο έγκλημα με θύματα μειονότητες και αντιφρονούντες

Στοιχεία από ανεξάρτητες έρευνες έχουν αποκαλύψει τον πραγματικό ρόλο του κινεζικού κράτους σε αυτή την εγκληματική πρακτική. Το Ανεξάρτητο Δικαστήριο για την Κίνα (China Tribunal), που εδρεύει στο Λονδίνο, απεφάνθη το 2019 πως το Πεκίνο εδώ και χρόνια αφαιρεί με βίαιο τρόπο όργανα από φυλακισμένους για πολιτικούς, θρησκευτικούς ή άλλους λόγους. Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, τα βασικά θύματα αυτής της πρακτικής είναι οι κρατούμενοι συνείδησης, με κυριότερους τους ασκούμενους της πνευματικής πρακτικής Φάλουν Γκονγκ.

Το Φάλουν Γκονγκ είναι στόχος εξόντωσης από το κινεζικό καθεστώς από το 1999, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με το Κέντρο Πληροφόρησης Φάλουν Ντάφα, χιλιάδες άνθρωποι να έχουν βασανιστεί, φυλακιστεί και εκτελεστεί παράνομα για τα όργανά τους. Πρόσφατες έρευνες έχουν αποκαλύψει μέχρι και τη συμμετοχή εκατοντάδων Κινέζων ιατρών και νοσηλευτών, οι οποίοι πραγματοποιούν χειρουργικές επεμβάσεις αφαίρεσης ζωτικών οργάνων, χωρίς τις απαιτούμενες ιατρικές προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα τον θάνατο των ακόντων δοτών.

Οι ΗΠΑ παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους

Η συγκεκριμένη αμερικανική ομοσπονδιακή πρωτοβουλία έρχεται να προστεθεί σε αντίστοιχα νομοθετικά μέτρα σε πολιτειακό επίπεδο. Ήδη, πολιτείες όπως το Τέξας, η Γιούτα και το Άινταχο έχουν θεσπίσει νόμους που απαγορεύουν στις ασφαλιστικές εταιρίες και τα συστήματα υγείας να καλύπτουν μεταμοσχεύσεις οργάνων από την Κίνα. Παρόμοια νομοθεσία βρίσκεται υπό εξέταση και στην πολιτεία της Αριζόνα.

Η νέα αυτή νομοθετική πρωτοβουλία στις ΗΠΑ αντανακλά την αυξανόμενη ανησυχία απέναντι στη βαρβαρότητα του κινεζικού καθεστώτος και την αποφασιστικότητα της διεθνούς κοινότητας να προστατεύσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο Γκας Μπιλιράκης, ένας από τους πρωτεργάτες της νομοθεσίας: «Δεν μπορούμε να παραμείνουμε σιωπηλοί μπροστά σε αυτές τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι ευθύνη όλων μας να μη συντηρήσουμε αυτή την απάνθρωπη αγορά».

Πρόεδρος Λάι: «Η Κίνα δεν έχει δικαίωμα να εκπροσωπεί την Ταϊβάν»

ΤΑΪΠΕΙ, Ταϊβάν-Η ελευθερία και ο τρόπος ζωής της Ταϊβάν απειλούνται από τον αυταρχισμό, δήλωσε ο πρόεδρος της Ταϊβάν Λάι Τσινγκ-τε, προσθέτοντας ότι είναι αποφασισμένος να υπερασπιστεί την κυριαρχία του νησιού από την προσάρτηση ή την παραβίαση.

Ο Λάι, ο οποίος ανέλαβε τα καθήκοντά του τον Μάιο, απηύθυνε κεντρική εθνική ομιλία μπροστά από το κτίριο του Προεδρικού Γραφείου στην Ταϊπέι στις 10 Οκτωβρίου, που γιορτάζεται ως Εθνική Ημέρα στην Ταϊβάν. Φέτος, ο εορτασμός σηματοδότησε επίσης τα 113α γενέθλια της Ταϊβάν.

«Σε αυτή τη γη, η δημοκρατία και η ελευθερία αναπτύσσονται και ευδοκιμούν. Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας δεν έχει κανένα δικαίωμα να εκπροσωπεί την Ταϊβάν», δήλωσε ο Λάι, αναφερόμενος στην επίσημη ονομασία της Κίνας.

Ο Λάι επανέλαβε τη θέση της Ταϊβάν να διατηρήσει το σημερινό status quo της ειρήνης και της σταθερότητας στο στενό της Ταϊβάν, επιδιώκοντας παράλληλα ισότιμες και αξιοπρεπείς συνομιλίες με το κινεζικό κομμουνιστικό καθεστώς.

«Ως πρόεδρος, η αποστολή μου είναι να διασφαλίσω ότι το έθνος μας θα αντέξει και θα προοδεύσει», δήλωσε ο Λάι. «Θα διατηρήσω επίσης τη δέσμευση να αντισταθώ στην προσάρτηση ή την καταπάτηση της κυριαρχίας μας».

Η εχθρότητα του κινεζικού καθεστώτος προς την Ταϊβάν και το φιλελεύθερο δημοκρατικό της σύστημα έχει αυξηθεί από τότε που το Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα (Democratic Progressive Party-DPP) της Ταϊβάν ήρθε στην εξουσία το 2016, όταν η προκάτοχος του Λάι, η Τσάι Ινγκ-γουέν, ξεκίνησε την πρώτη από τις δύο θητείες της στην εξουσία. Ο Λάι, ο οποίος είναι σήμερα πρόεδρος του DPP, ήταν αντιπρόεδρος κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Τσάι.

Το κινεζικό καθεστώς θεωρεί τόσο την Τσάι όσο και τον Λάι «αυτονομιστές», μια φράση που χρησιμοποιεί συχνά το Πεκίνο για κάθε πολίτη της Ταϊβάν που υπερασπίζεται την κυριαρχία του νησιού.

Ο Λάι δήλωσε ότι η κυβέρνησή του θα ήθελε να συνεργαστεί με το κινεζικό καθεστώς σε θέματα όπως η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, η καταπολέμηση των μολυσματικών ασθενειών και η διατήρηση της περιφερειακής ασφάλειας.

Προέτρεψε την Κίνα να «ανταποκριθεί στις προσδοκίες της διεθνούς κοινότητας» και να εφαρμόσει την επιρροή της για να τερματίσει την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή.

«Η Ταϊβάν αντιμετωπίζει αδυσώπητες προκλήσεις και οι προκλήσεις του κόσμου είναι εξίσου και δικές μας», δήλωσε ο Λάι. «Και ο επεκτεινόμενος αυταρχισμός θέτει πλήθος προκλήσεων στη διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες, απειλώντας τον σκληρά κερδισμένο ελεύθερο και δημοκρατικό τρόπο ζωής μας.»

Είπε ότι η κυβέρνησή του θα επικεντρωθεί στην ανάπτυξη πέντε «αξιόπιστων βιομηχανικών τομέων», δηλαδή ημιαγωγών, τεχνητής νοημοσύνης, στρατιωτικών, ασφάλειας και επιτήρησης και επικοινωνιών επόμενης γενιάς.

Πριν από την ομιλία του, ο Λάι συναντήθηκε με περισσότερους από 140 ξένους προσκεκλημένους στο Προεδρικό Γραφείο, μεταξύ των οποίων και οι ρεπουμπλικανοί Ντέμπι Λέσκο (R-Ariz.), Άντι Μπιγκς (R-Ariz.) και Κάρολ Μίλερ (R-W.Va.). Οι τρεις Αμερικανοί νομοθέτες έφτασαν στην Ταϊβάν στις 6 Οκτωβρίου.

 

«Ηρεμία και ορθολογισμός»

Ο κινεζικός στρατός έχει αυξήσει τις δραστηριότητές του γύρω από την Ταϊβάν τα τελευταία χρόνια. Οι ενέργειές του περιλαμβάνουν αεροπορικές πτήσεις, ναυτική ανάπτυξη και ασκήσεις με πραγματικά πυρά. Μόλις λίγες ημέρες μετά την ορκωμοσία του Λάι τον Μάιο, η Κίνα ξεκίνησε αυτό που αποκάλεσε «τιμωρητικά» στρατιωτικά γυμνάσια γύρω από το νησί.

Πριν ο Λάι εκφωνήσει την ομιλία του στις 10 Οκτωβρίου, Ταϊβανέζοι και Δυτικοί αξιωματούχοι προειδοποίησαν ότι η Κίνα θα μπορούσε να οργανώσει περισσότερες στρατιωτικές ασκήσεις ως απάντηση στην ομιλία του.

«Παρόλο που δεν έχουμε δει σημαντική στρατιωτική δραστηριότητα ή ασκήσεις μετά από προηγούμενες ομιλίες της 10/10, είμαστε προετοιμασμένοι ότι το Πεκίνο μπορεί να επιλέξει να το χρησιμοποιήσει ως πρόσχημα φέτος», δήλωσε ανώτερος αξιωματούχος της αμερικανικής κυβέρνησης στις 9 Οκτωβρίου. «Δεν βλέπουμε καμία δικαιολογία για να χρησιμοποιηθεί με αυτόν τον τρόπο ένας ετήσιος εορτασμός ρουτίνας. Τέτοιες καταναγκαστικές ενέργειες εναντίον της Ταϊβάν και στο πλαίσιο των σχέσεων Κίνας-Ταϊβάν, κατά την άποψή μας, υπονομεύουν τη σταθερότητα μεταξύ των χωρών».

Πέρυσι, ο διευθυντής της CIA Γουίλιαμ Μπερνς δήλωσε ότι ο ηγέτης του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ είχε δώσει εντολή στον στρατό της Κίνας να είναι έτοιμος μέχρι το 2027 να πραγματοποιήσει μια επιτυχημένη εισβολή στην Ταϊβάν.

Παρά τη στρατιωτική επιθετικότητα της Κίνας, οι περισσότεροι Ταϊβανέζοι δεν πιστεύουν ότι η Κίνα θα εισβάλει στο νησί τα επόμενα πέντε χρόνια, σύμφωνα με δημοσκόπηση που δημοσίευσε η κορυφαία στρατιωτική δεξαμενή σκέψης της Ταϊβάν, το Ινστιτούτο Έρευνας για την Εθνική Άμυνα και Ασφάλεια (Institute for National Defence and Security Research-INDSR), στις 9 Οκτωβρίου.

Η δημοσκόπηση έδειξε ότι το 61% των πολιτών θεωρεί «απίθανο ή πολύ απίθανο» να εξαπολύσει η Κίνα επίθεση στην Ταϊβάν κατά την επόμενη πενταετία. Στη δημοσκόπηση συμμετείχαν περίπου 1.200 άτομα τον Σεπτέμβριο.

«Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν πιστεύουν ότι οι εδαφικές φιλοδοξίες της Κίνας θα εκδηλωθούν με τη μορφή επίθεσης στην Ταϊβάν», δήλωσε η ερευνήτρια του INDSR Κριστίνα Τσεν. «Οι περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν τις εδαφικές φιλοδοξίες της Κίνας ως σοβαρή απειλή».

Η Τσεν πρόσθεσε ότι οι κάτοικοι της Ταϊβάν ανησυχούν επίσης για άλλες κινεζικές απειλές, όπως οι στρατιωτικές ασκήσεις και οι εκστρατείες προπαγάνδας.

«Αυτό σημαίνει ότι οι κάτοικοι της Ταϊβάν έχουν επίγνωση της απειλής, αλλά παραμένουν ήρεμοι και λογικοί με τις προσδοκίες ενός επικείμενου πολέμου», δήλωσε το INDSR.

Περισσότερο από το 67% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι θα αντεπιτεθούν αν η Κίνα επιτεθεί, αλλά οι ερωτηθέντες ήταν σχεδόν εξίσου διχασμένοι σχετικά με το αν ο στρατός της Ταϊβάν είναι ικανός να υπερασπιστεί το νησί.

Η έρευνα διαπίστωσε επίσης διχασμό των απόψεων σχετικά με το αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα βοηθούσαν στην υπεράσπιση της Ταϊβάν: το 74% πίστευε ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ ήταν πιθανό να βοηθήσει «έμμεσα» την Ταϊβάν παρέχοντας τρόφιμα, ιατρικές προμήθειες και όπλα, ενώ το 52% πίστευε ότι ο αμερικανικός στρατός θα έστελνε τις ένοπλες δυνάμεις του για να επέμβει.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ταϊβάν δεν είναι επί του παρόντος επίσημοι σύμμαχοι και η Ουάσινγκτον διατηρεί εδώ και καιρό μια πολιτική «στρατηγικής ασάφειας», που σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι σκόπιμα ασαφείς στο ερώτημα αν θα έρθουν να υπερασπιστούν την Ταϊβάν.

 

«Απομονώστε το νησί»

Η Αμρίτα Τζας, επίκουρη καθηγήτρια στην Ακαδημία Ανώτατης Εκπαίδευσης Μανιπάλ της Ινδίας, έγραψε σε πρόσφατη ανάλυσή της ότι οι στρατιωτικές ασκήσεις της Κίνας γύρω από την Ταϊβάν έχουν γίνει πιο εξελιγμένες τα τελευταία χρόνια, με την αυξανόμενη χρήση προηγμένων τεχνολογιών όπως τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

«Οι στρατιωτικές ασκήσεις της Κίνας παρουσιάζουν μια σαφή τάση να είναι «συχνές, έντονες, μεγάλης κλίμακας και πολυτομεακές» στη φύση τους – με διπλό στόχο να επιδείξουν την ικανότητα της Κίνας να αποκλείσει και να απομονώσει το νησί και να εκφράσουν τη δυσαρέσκεια του Πεκίνου για οποιαδήποτε αντιληπτή κίνηση προς την ανεξαρτησία της Ταϊβάν», έγραψε στην ανάλυση, που δημοσιεύθηκε από το Global Taiwan Institute με έδρα την Ουάσιγκτον στις 2 Οκτωβρίου.

Η Ταϊβάν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές τροφίμων και ενέργειας για τον πληθυσμό της, που ανέρχεται σε περίπου 23 εκατομμύρια ανθρώπους, και τυχόν διαταραχές στις αγορές αυτές θα είχαν βαρύτατο αντίκτυπο στην οικονομία της.

Το Ινστιτούτο Ειρήνης των ΗΠΑ, σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου, δήλωσε ότι η Κίνα θα πλήξει τη δική της οικονομία εάν αποφασίσει να επιβάλει θαλάσσιο και αεροπορικό αποκλεισμό στην Ταϊβάν.

Σύμφωνα με το άρθρο, ο αποκλεισμός της Κίνας «πιθανότατα θα σταματούσε τις αποστολές των προηγμένων μικροτσίπ που χρειάζεται η κινεζική οικονομία για να συμβαδίζει τεχνολογικά με τις ΗΠΑ, για να μην αναφέρουμε ότι υπονομεύει την οικονομική ολοκλήρωση που επιδιώκει με το νησί».

«Αν η Κίνα μπλοκάρει τις εξαγωγές από ένα νησί που αντιπροσωπεύει περίπου το 90% της πιο προηγμένης ικανότητας ημιαγωγών στον κόσμο», αναφέρει το άρθρο, «οι ΗΠΑ θα μπορούσαν πιθανώς να αντλήσουν ευρεία υποστήριξη για αντίποινα από τις δικές τους ενέργειες, ενδεχομένως ακόμη και πιέζοντας την Κίνα σε διάφορα θαλάσσια σημεία ελέγχου».

Εάν το κινεζικό καθεστώς εισέβαλε στην Ταϊβάν, η Κίνα θα έχανε ξένα κεφάλαια, κρίσιμη τεχνολογία και φορολογικά έσοδα, επιφέροντας σημαντικό πλήγμα στην οικονομία της, προστίθεται στο άρθρο.

Του Frank Fang

 

Το Reuters συνέβαλε σε αυτό το άρθρο.

Νέο παγκόσμιο αίτημα παροτρύνει τα κράτη να δράσουν ενάντια στις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων στην κομμουνιστική Κίνα

Ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων καλούν την G7 και άλλες χώρες να αναλάβουν δράση ενάντια στο έγκλημα των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων από ζωντανούς κρατούμενους συνείδησης, κυρίως από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ, το οποίο διαπράττεται στα σύγχρονα νοσοκομεία της Κίνας.

Οι Γιατροί Ενάντια στις Εξαναγκαστικές Αφαιρέσεις Οργάνων (Doctors Against Forced Organ Harvesting – DAFOH) με έδρα την Ουάσιγκτον και ο Διεθνής Συνασπισμός για τον Τερματισμό της Κατάχρησης Μεταμοσχεύσεων στην Κίνα (International Coalition to End Transplant Abuse in China – ETAC) ξεκίνησαν ένα παγκόσμιο αίτημα, που έχει ως στόχο να διαπεράσει το «μεγάλο τείχος σιωπής που έχτισε το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) γύρω από τη φρίκη» των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων, σύμφωνα με δήλωση της 22ης Ιουλίου.

«Μετά από πάνω από δύο δεκαετίες δολοφονιών ασκούμενων του Φάλουν Γκονγκ για τα όργανά τους, σε μια αδυσώπητη γενοκτονία μέσω φθοράς, ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα επείγον συνειδησιακό ζήτημα: θα παραμείνουμε σιωπηλοί και θα ενθαρρύνουμε τους αυτουργούς στο Πεκίνο ή θα ορθώσουμε με κουράγιο το ανάστημά μας και θα πούμε σταθερά πως κανένα ανθρώπινο ον δεν πρέπει να δολοφονείται για τα όργανά του/της και πως δεν θα πρέπει να επιτρέψουμε σε καμία χώρα, περιλαμβανομένης της Κίνας, να παραμένει ατιμώρητη για τέτοιου είδους εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας;», ανέφερε σε δήλωσή του ο εκτελεστικός διευθυντής των DAFOH Δρ Τόρστεν Τρέυ.

«Για να επικρατήσει η ανθρώπινη αξιοπρέπεια σε αυτόν τον κόσμο, πρέπει να σταματήσουμε τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων τώρα.»

Οι ισχυρισμοί για εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων από ζωντανούς ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ που κρατούνται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης πρωτοεμφανίστηκαν το 2006, επτά χρόνια αφού το ΚΚΚ εξαπέλυσε μια διεθνή εκστρατεία για την εξάλειψη της ομάδας, φοβούμενο πως η δημοτικότητα της εξάσκησης αποτελούσε απειλή για την αυταρχική διακυβέρνησή του.

Το Φάλουν Γκονγκ, γνωστό και ως Φάλουν Ντάφα, συστήθηκε στο κοινό της Κίνας το 1992. Η πρακτική αποτελείται από αργές ασκήσεις διαλογισμού και ηθικές διδαχές βασισμένες στις αρχές της αλήθειας, της καλοσύνης και της ανεκτικότητας. Σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις, τουλάχιστον 70 εκατομμύρια άνθρωποι ασκούσαν την πρακτική έως το 1999.

Η δίωξη συνεχίζεται αμείωτη μέχρι και σήμερα, ενώ εκατομμύρια ασκούμενοι έχουν τεθεί υπό κράτηση σε φυλακές, στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και άλλες εγκαταστάσεις, με εκατοντάδες χιλιάδες να βασανίζονται ενώ είναι φυλακισμένοι και αναρίθμητοι να δολοφονούνται, σύμφωνα με το Κέντρο Πληροφόρησης Φάλουν Ντάφα.

Από το 2015, το Πεκίνο υποστηρίζει πως παρέχει όργανα μόνο από εθελοντές δότες, αλλά ερευνητές έχουν καταρρίψει τον ισχυρισμό. Μελέτη του 2019, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό του BMC Ιατρικές Ηθικές (Medical Ethics), ανακάλυψε αδιάσειστα στοιχεία πως το κινεζικό καθεστώς είχε δημιουργήσει πλαστά δεδομένα σχετικά με τις δωρεές οργάνων.

Επίσης το 2019, το Δικαστήριο για την Κίνα με έδρα το Λονδίνο αποφάσισε πως το καθεστώς αφαιρεί βιαίως τα όργανα από κρατούμενους συνείδησης χωρίς τη συναίνεσή τους, για χρόνια, «σε σημαντική κλίμακα», με τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ να αποτελούν την κύρια πηγή οργάνων.

Το ΚΚΚ χρησιμοποιεί την οικονομική και διπλωματική του δύναμη για να φιμώνει τους ανθρώπους, ώστε να μην μιλούν για τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων. Σε συνέντευξη που παραχώρησε τον περασμένο χρόνο στο NTD, θυγατρική εταιρεία μέσων ενημέρωσης των Epoch Times, ο Δρ Τρέυ είπε πως το ΚΚΚ είχε ξεκινήσει ένα «εκλεπτυσμένο δίκτυο επιρροής», που αποτρέπει την πληροφόρηση του κοινού γύρω από αυτά τα εγκλήματα.

Πέρα από την G7, το αίτημα καλεί επίσης την Αργεντινή, την Αυστραλία, την Ινδία, το Ισραήλ, το Μεξικό, τη Νότια Κορέα και την Ταϊβάν να αναλάβουν δράση για να διευθετηθεί το ζήτημα.

Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να «κάνουν μια κοινή δήλωση καταδικάζοντας την πρακτική [της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας] των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων, ζητώντας τον άμεσο τερματισμό και την εφαρμογή ενός διακυβερνητικού σχεδίου δράσης», δηλώνει το αίτημα.

Το σχέδιο δράσης θα πρέπει να περιλαμβάνει μέτρα για την προστασία των πολιτών από την πραγματοποίηση μεταμοσχεύσεων στην Κίνα, την απαγόρευση ανταλλαγής οιασδήποτε πρακτικής σχετικά με τις μεταμοσχεύσεις με τη χώρα και την έναρξη ετήσιων βουλευτικών ακροάσεων, σύμφωνα με το αίτημα.

Επιπροσθέτως, το αίτημα καλεί για την έναρξη «ερευνών για τον προσδιορισμό της ευθύνης σχετικά με οποιεσδήποτε πράξεις είναι αντίθετες στους όρους της Σύμβασης Γενοκτονίας που διαπράχθηκαν ενάντια σε ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ, σε Ουιγούρους και άλλους στη ΛΔΚ.»

«Ο κόσμος πρέπει να σταματήσει να κάνει τα στραβά μάτια στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που συμβαίνουν στην Κίνα. Αθώοι κρατούμενοι συνείδησης δολοφονήθηκαν και συνεχίζουν να δολοφονούνται για τα όργανά τους, τα οποία χρησιμοποιούνται σε μεταμοσχεύσεις», είπε σε δήλωσή της η Γουέντυ Ρότζερς, διακεκριμένη καθηγήτρια από το Πανεπιστήμιο Μακουάρι της Αυστραλίας και πρόεδρος της Διεθνούς Συμβουλευτικής Επιτροπής του ETAC.

«Οι G7 έχουν την ευκαιρία να δείξουν ηγετικό ρόλο πάνω στο θέμα, τους προτρέπω να αναλάβουν δράση.»

Του Frank Fang

Μετάφραση: Βλαδίμηρος Αλεξάντρωφ

Επιμέλεια: Αλία Ζάε