Κυριακή, 28 Ιούν, 2026

Ο Φιλιππίνες χαλαρώνουν τους ταξιδιωτικούς περιορισμούς για κρατικούς αξιωματούχους προς την Ταϊβάν

Με ιδιαίτερα θετικό τρόπο υποδέχθηκε η Ταϊβάν την απόφαση της κυβέρνησης των Φιλιππίνων να χαλαρώσει τα αυστηρά ταξιδιωτικά μέτρα που ίσχυαν εδώ και δεκαετίες για τους κρατικούς αξιωματούχους της προς την Ταϊβάν, αλλά και να επιτρέψει με μεγαλύτερη ευκολία τις επισκέψεις Ταϊβανών αξιωματούχων στη χώρα.

Η σχετική εντολή, γνωστή ως Εγκύκλιος Υπομνήματος Αριθ. 82, υπογράφηκε στις 15 Απριλίου από τον εκτελεστικό γραμματέα Λούκας Μπερσαμίν εκ μέρους του προέδρου της χώρας, Φερνινάντο Μάρκος Τζούνιορ. Η εγκύκλιος, που έγινε γνωστή στις 21 Απριλίου, αναφέρει πως οι αλλαγές στοχεύουν στην «αξιοποίηση ευκαιριών ανάπτυξης και επέκτασης σε τομείς προτεραιότητας για επενδύσεις στις Φιλιππίνες».

Αν και Μανίλα και Ταϊπέι δεν διατηρούν επίσημες διπλωματικές σχέσεις, οι δύο πλευρές έχουν αναπτύξει ένα άτυπο δίκτυο επικοινωνίας δια μέσω των αντίστοιχων οικονομο-πολιτιστικών γραφείων τόσο στην πρωτεύουσα της κάθε χώρας. Η συνεργασία των δύο χωρών, τα τελευταία χρόνια, εκτυλίσσεται σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης στρατιωτικής πίεσης από το Πεκίνο.

Με τη νέα εγκύκλιο, περιορίζονται σημαντικά οι περιορισμοί που είχαν επιβληθεί από το Προεδρικό Διάταγμα 313 της Κορασόν Ακίνο το 1987, με το οποίο απαγορευόταν σε κάθε Φιλιππινέζο αξιωματούχο να επισκεφθεί επίσημα την Ταϊβάν ή να πραγματοποιήσει επαφές με Ταϊβανούς αξιωματούχους χωρίς την έγκριση του Υπουργείου Εξωτερικών. Το διάταγμα εκείνο επαναλάμβανε τη διπλωματική αναγνώριση της Κίνας από τις Φιλιππίνες και υπογράμμιζε πως «η Ταϊβάν αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της κινεζικής επικράτειας».

Με τις νέες ρυθμίσεις του Μάρκος, η απαγόρευση μετακινήσεων για επίσημους λόγους περιορίζεται πλέον μόνο στις εξής θέσεις: πρόεδρος, αντιπρόεδρος, υπουργός εξωτερικών και υπουργός άμυνας των Φιλιππίνων.

Όλοι οι υπόλοιποι κρατικοί αξιωματούχοι θα μπορούν πλέον να μεταβαίνουν στην Ταϊβάν για «οικονομικούς, εμπορικούς και επενδυτικούς σκοπούς», αλλά υποχρεούνται να χρησιμοποιούν απλό διαβατήριο, χωρίς τον επίσημο τίτλο της θέσης τους. Πριν από το ταξίδι τους, θα πρέπει να ενημερώνουν το Οικονομικό και Πολιτιστικό Γραφείο της Μανίλα στην Ταϊπέι (MECO) για τον σκοπό της επίσκεψης, ενώ υποχρεούνται μετά το πέρας να υποβάλλουν σχετική έκθεση τόσο στο MECO όσο και στο Υπουργείο Εξωτερικών της Φιλιππίνων.

Αντίστοιχα, υπηρεσίες και αξιωματούχοι της κυβέρνησης των Φιλιππίνων δύνανται να φιλοξενούν ταϊβανέζικες αντιπροσωπείες για λόγους εμπορίου ή επενδύσεων, κατόπιν σχετικής ενημέρωσης στο MECO πέντε ημέρες πριν, ενώ απαιτείται και υποβολή απολογιστικής έκθεσης μετά την επίσκεψη.

Σημειώνεται όμως ρητά ότι «οποιαδήποτε υπογραφή συμφωνίας, μνημονίου συνεργασίας, ανταλλαγής ρηματικών διακοινώσεων ή παρόμοιων εγγράφων με ταϊβανικούς οργανισμούς θα πρέπει να γίνεται μόνο με προηγούμενη άδεια του ΥΠΕΞ».

Ο υπουργός Εξωτερικών της Ταϊβάν, Λιν Τσια-Λουνγκ, καλωσόρισε την απόφαση της Μανίλας, εκτιμώντας πως πρόκειται για ένα σημαντικό βήμα που στηρίζει την προσπάθεια της Ταϊβάν για ενίσχυση της ουσιαστικής συνεργασίας με τις Φιλιππίνες. Όπως τόνισε το υπουργείο, η Ταϊβάν αποτελεί την όγδοη μεγαλύτερη αγορά εξαγωγών για τις Φιλιππίνες, ένατη ως εμπορικός εταίρος και δέκατη ως πηγή εισαγωγών.

Η Ταϊβάν, υπογραμμίζει το υπουργείο, θα συνεχίσει να συνεργάζεται με τις Φιλιππίνες και άλλες δημοκρατικές χώρες της περιοχής για την περιφερειακή ευημερία, ειρήνη και σταθερότητα.

Σε σχετική ανακοίνωση στις 21 Απριλίου, το Οικονομικό και Πολιτιστικό Γραφείο της Μανίλας (MECO) επισήμανε πως η χαλάρωση των περιορισμών «θα μειώσει τα εμπόδια και θα ενισχύσει τη διαφάνεια ώστε να προσελκύσει περισσότερες ταϊβανέζικες επενδύσεις, προωθώντας ταυτόχρονα κοινούς στόχους, όπως ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού, καινοτομία και βιώσιμη ανάπτυξη.»

«Φέτος συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από τις διμερείς σχέσεις Φιλιππίνων-Ταϊβάν, και είναι η κατάλληλη στιγμή να προχωρήσουμε σε βαθύτερη και πιο παραγωγική συνεργασία που θα ωφελήσει όλες τις πλευρές, με διασφαλισμένες τις προτεραιότητες δημόσιου συμφέροντος,» προσθέτει το MECO.

Αξίζει να σημειωθεί πως, τον Ιανουάριο του 2024, η Κίνα αντέδρασε έντονα όταν ο πρόεδρος Μάρκος συνεχάρη, μέσω κοινωνικών δικτύων, τον νικητή των ταϊβανέζικων προεδρικών εκλογών. Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών κατηγόρησε τότε τον Μάρκος για «κραυγαλέα παρέμβαση στα εσωτερικά της Κίνας» και κάλεσε τον πρέσβη των Φιλιππίνων στο Πεκίνο για αυστηρό διάβημα.

Η Κίνα εξακολουθεί να θεωρεί την Ταϊβάν αναπόσπαστο μέρος της επικράτειάς της, χωρίς να αναγνωρίζει τη νομιμότητα της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης της Ταϊβάν. Ωστόσο, στην πράξη, η Ταϊβάν λειτουργεί ως πλήρως αυτοδιοικούμενο κράτος, με δικό της στρατό, σύνταγμα και εθνικό νόμισμα.

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ κατηγορεί κινεζική δορυφορική εταιρεία για υποστήριξη των Χούθι

Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών απέρριψε τον αυτοχαρακτηρισμό της Κίνας ως «παγκόσμιου ειρηνοποιού», κατηγορώντας μία κινεζική δορυφορική εταιρεία, που υποστηρίζεται από το Πεκίνο, ότι προσφέρει άμεση υποστήριξη στις επιθέσεις της τρομοκρατικής οργάνωσης Χούθι, η οποία στηρίζεται από το Ιράν, εναντίον αμερικανικών συμφερόντων.

Κατά την καθιερωμένη ενημέρωση της 17ης Απριλίου, η εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Τάμι Μπρους επιβεβαίωσε ότι: «Η εταιρεία Chang Guang Satellite Technology παρέχει άμεση υποστήριξη στους Χούθι. Αυτή η ενέργεια είναι απαράδεκτη».

Η ίδια τόνισε: «Η Κίνα προσπαθεί σταθερά να προβάλει τον εαυτό της ως παγκόσμιο ειρηνευτή. Ωστόσο, είναι προφανές ότι το Πεκίνο και κινεζικές εταιρείες παρέχουν ουσιώδη οικονομική και τεχνική υποστήριξη σε καθεστώτα όπως η Ρωσία, η Βόρεια Κορέα και το Ιράν, καθώς και στους proxy συμμάχους τους. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας συνεχίζει να ενισχύει αυτά τα καθεστώτα, είτε μέσω της παροχής διπλής χρήσης τεχνολογίας στη Ρωσία για τη διατήρηση του πολέμου στην Ουκρανία, είτε μέσω της ανάπτυξης βαλλιστικών πυραύλων στη Βόρεια Κορέα, είτε μέσω της στήριξης της τρομοκρατίας από το Ιράν σε όλη τη Μέση Ανατολή».

Η Μπρους υπογράμμισε ότι η αμερικανική κυβέρνηση είχε πραγματοποιήσει ιδιωτικές επαφές με το Πεκίνο για το ζήτημα, αλλά η υποστήριξη της κινεζικής εταιρείας προς τους Χούθι συνεχίστηκε. «Οι πράξεις τους, όπως και η υποστήριξη του Πεκίνου προς την εν λόγω εταιρεία, αποτελούν ακόμη ένα παράδειγμα των κενών ισχυρισμών της Κίνας περί ειρήνης», δήλωσε χαρακτηριστικά. «Καλούμε τους εταίρους μας να κρίνουν το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας και τις κινεζικές εταιρείες βάσει των πράξεών τους και όχι των κούφιων λόγων τους».

Παράλληλα, επισήμανε ότι προτεραιότητα του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ είναι η αποκατάσταση της ελευθερίας ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρόκειται να ανεχθούν καμία υποστήριξη προς ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις», δήλωσε.

Από τις 15 Μαρτίου, ο αμερικανικός στρατός πραγματοποιεί επιθέσεις κατά στόχων των Χούθι στην Υεμένη, κατ’ εντολή του προέδρου Τραμπ, ο οποίος έχει δεσμευθεί για χρήση «συντριπτικής φονικής δύναμης» προκειμένου να αποκατασταθεί η ελευθερία της ναυσιπλοΐας στην περιοχή.

Στις 17 Απριλίου, η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι κατέστρεψε το λιμάνι καυσίμων Ρας Ίσα στην Υεμένη, αναφέροντας πως χρησιμοποιούνταν από τους Χούθι ως πηγή χρηματοδότησης και ανεφοδιασμού. Σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα Χ, η διοίκηση προειδοποίησε: «Οι Χούθι, τα ιρανικά αφεντικά τους και όσοι εν γνώσει τους διευκολύνουν τις τρομοκρατικές τους ενέργειες πρέπει να καταλάβουν ότι ο κόσμος δεν πρόκειται να αποδεχθεί το λαθρεμπόριο καυσίμων και πολεμικού υλικού προς τρομοκρατικές οργανώσεις».

Ο βουλευτής Τζο Γουίλσον (R-S.C.), μέλος των Επιτροπών Ενόπλων Δυνάμεων και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, αντέδρασε μέσω της ίδιας πλατφόρμας, γράφοντας: «Συνδέστε τις τελείες: ο εγκληματίας πολέμου Πούτιν, το ΚΚΚ και το τρομοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης συνεργάζονται για να στηρίξουν τους τρομοκράτες Χούθι κατά του λαού και της κυβέρνησης της Υεμένης. Κανόνας της βίας αντί του κράτους δικαίου».

Στενοί δεσμοί με το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας

Σύμφωνα με έκθεση του 2024 από το China Aerospace Studies Institute, think tank της Αεροπορίας των ΗΠΑ, η εταιρεία Chang Guang Satellite Technology (CGST) «διατηρεί στενές σχέσεις με την κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας και τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (PLA)».

Η έκθεση παρουσιάζει αποδείξεις για τις στρατιωτικές διασυνδέσεις της εταιρείας. Αναφέρεται ότι η ανάπτυξη των δορυφόρων παρατήρησης «Jilin» βασίστηκε στη στρατηγική «στρατιωτικής-πολιτικής σύντηξης» (Military-Civil Fusion-MCF) του Πεκίνου, όπως αυτή διατυπώθηκε από τις αρχές της επαρχίας Jilin και το Τμήμα Ανάπτυξης Εξοπλισμών της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής της Κίνας.

Στην επίσημη ιστοσελίδα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ αναφέρεται ότι η Κίνα χρησιμοποιεί τη στρατηγική MCF για να μετατρέψει τον PLA σε «στρατό παγκόσμιας κλάσης» μέχρι το 2049. Η στρατηγική περιλαμβάνει την απόκτηση τεχνογνωσίας, ερευνητικών αποτελεσμάτων και τεχνολογίας από στόχους ανά τον κόσμο με «μυστικό και αδιαφανή τρόπο».

Η ίδια έκθεση καταγράφει επίσης συνεργασία της CGST με τη Δύναμη Στρατηγικής Υποστήριξης (PLA Strategic Support Force-PLASSF) του PLA σε τουλάχιστον ένα μεγάλο έργο πολιτικού μηχανικού. Η PLASSF καταργήθηκε το 2024 στο πλαίσιο αναδιοργάνωσης και αντικαταστάθηκε από τρεις νέους φορείς: τη Διαστημική Δύναμη, τη Δύναμη Κυβερνοχώρου και τη Δύναμη Πληροφοριακής Υποστήριξης του PLA. Η CGST εποπτεύεται από κομματική επιτροπή του ΚΚΚ με επικεφαλής τον γραμματέα Τζια Χονγκουάνγκ, κάτι που, σύμφωνα με την έκθεση, επιβεβαιώνει τους δεσμούς της εταιρείας με το Κόμμα.

Η έκθεση εξέτασε επίσης τις «κατευθυντήριες γραμμές του ΚΚΚ» που έχει αναρτήσει η εταιρεία στον ιστότοπό της, στις οποίες αναφέρεται ότι το κομματικό της τμήμα πρέπει να «υπηρετεί την κεντρική αποστολή του Κόμματος». «Λαμβάνοντας υπόψη την έμφαση που δίνεται στο ΚΚΚ και τον κεντρικό ρόλο της Κομματικής Επιτροπής στον κινεζικό ιστότοπο της εταιρείας, είναι αξιοσημείωτο ότι δεν γίνεται καμία αναφορά στο ΚΚΚ στην αγγλόφωνη έκδοση του ιστότοπου», τονίζει η έκθεση.

Το 2023, η CGST υποδέχθηκε τον Κινέζο πρωθυπουργό Λι Τσιανγκ, ο οποίος κάλεσε την εταιρεία να «υλοποιήσει τις οδηγίες» του ηγέτη του ΚΚΚ Σι Τζινπίνγκ. «Η εταιρεία είχε ισχυρή στήριξη από τον PLA στα πρώτα της χρόνια και οι δορυφόροι της έχουν σαφείς εφαρμογές στην ανίχνευση εχθρικών πλοίων στη θάλασσα», σημειώνεται.

Η CGST, σύμφωνα με το Ινστιτούτο, αποτελεί παράδειγμα των συνεχώς αυξανόμενων δυνατοτήτων της Κίνας στο διάστημα και της μείωσης του τεχνολογικού χάσματος με τις Ηνωμένες Πολιτείες — μια εξέλιξη που θα πρέπει να ανησυχεί τους Αμερικανούς υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.

Κάτοικος Μέριλαντ παραδέχεται την ενοχή του για σχέδιο που επέτρεψε κινεζική πρόσβαση σε απόρρητα συστήματα των ΗΠΑ

Ένας κάτοικος του Μέριλαντ παραδέχτηκε την ενοχή του σχετικά με τη συμμετοχή του σε απάτη, μέσω της οποίας οι συνεργοί του στην Κίνα απέκτησαν πρόσβαση σε ευαίσθητα κυβερνητικά συστήματα των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (FAA), σύμφωνα με ανακοίνωση των ομοσπονδιακών εισαγγελικών αρχών.

Πρόκειται για τον 40χρονο Μινχ Φουόνγκ Νγκοκ Βονγκ από την πόλη Μπούι στο Μέριλαντ, ο οποίος, στις 15 Απριλίου, δήλωσε ένοχος για κατηγορία συνομωσίας με σκοπό τη διαδικτυακή απάτη, σύμφωνα με την ανακοίνωση του Γραφείου του Εισαγγελέα της Περιφέρειας του Μέριλαντ. Ο Βονγκ, γεννημένος στο Βιετνάμ, έχει λάβει αμερικανική υπηκοότητα και συνεργάστηκε με άλλα άτομα, συμπεριλαμβανομένου ενός συνεργού, γνωστού με το ψευδώνυμο «William James», ο οποίος βρισκόταν στην πόλη Σενγιάνγκ, στη βορειοανατολική Κίνα.

«Ο κ. Βονγκ έθεσε σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών και την ασφάλεια των πολιτών της, εμπλεκόμενος ενεργά σε αυτό το εγκληματικό σχέδιο. Οι ενέργειές του επέτρεψαν την πρόσβαση μη εξουσιοδοτημένων ατόμων σε απόρρητα κυβερνητικά δίκτυα και ζητήματα εθνικής άμυνας», δήλωσε η Κέλι Ο. Χέις, Ομοσπονδιακή Εισαγγελέας Μέριλαντ.

Σύμφωνα με τις εισαγγελικές αρχές, στις 30 Ιανουαρίου 2023, ο συνεργός από την Κίνα κατέθεσε ψευδές βιογραφικό στο όνομα του Βονγκ, διεκδικώντας θέση προγραμματιστή διαδικτυακών εφαρμογών σε εταιρεία λογισμικού της Βιρτζίνια. Η θέση απαιτούσε ο υποψήφιος να είναι αποκλειστικά Αμερικανός πολίτης.

Η εν λόγω εταιρεία, που στο κατηγορητήριο αναφέρεται μόνο ως «Εταιρεία 1», παρείχε υπηρεσίες ανάπτυξης λογισμικού σε διάφορες κυβερνητικές υπηρεσίες των ΗΠΑ. Στο ψεύτικο βιογραφικό αναφερόταν ότι ο Βονγκ κατείχε πτυχίο Επιστημών και 16 χρόνια εμπειρίας ως ανάπτυξη λογισμικού, κάτι που δεν ίσχυε, καθώς ο Βονγκ δεν είχε ούτε πτυχίο ούτε σχετική εμπειρία στον τομέα.

Τον επόμενο μήνα, ο συνεργός από την Κίνα πραγματοποίησε διαδικτυακή συνέντευξη για τη θέση, προσποιούμενος ότι ήταν ο Βονγκ. Στις 28 Μαρτίου 2023, ο ίδιος ο Βονγκ συμμετείχε προσωπικά μέσω βιντεοκλήσης σε συνέντευξη με τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας, παρουσιάζοντας το αμερικανικό του διαβατήριο και το δίπλωμα οδήγησης του Μέριλαντ, επιβεβαιώνοντας έτσι την υποτιθέμενη ταυτότητα και υπηκοότητα.

Μετά την πρόσληψή του στην εταιρεία, ο Βονγκ ανέλαβε καθήκοντα σε συμβόλαιο της FAA, η οποία του χορήγησε κάρτα προσωπικής ταυτοποίησης, που επέτρεπε την είσοδο στις εγκαταστάσεις και την πρόσβαση στα πληροφοριακά συστήματα της υπηρεσίας. Το εν λόγω συμβόλαιο αφορούσε λογισμικό που χρησιμοποιείται από διάφορες υπηρεσίες της χώρας για τη διαχείριση απόρρητων πληροφοριών που σχετίζονται με την εθνική άμυνα.

Η εταιρεία τού έδωσε φορητό υπολογιστή εργασίας, στον οποίο ο Βονγκ εγκατέστησε λογισμικό απομακρυσμένης πρόσβασης, επιτρέποντας στον συνεργό του που διέμενε στην Κίνα να αποκτήσεις πρόσβαση στη συσκευή.

«Από την Κίνα, ο συνεργός εκτέλεσε εργασίες ανάπτυξης λογισμικού και συμμετείχε διαδικτυακά σε συσκέψεις με εκπροσώπους της FAA, προσποιούμενος ότι ήταν ο Βονγκ που εργαζόταν εξ αποστάσεως από το Μέριλαντ», αποκαλύπτει το κατηγορητήριο.

Ο Βονγκ έστειλε μέρος των χρημάτων από τα 28.000 δολάρια που εισέπραξε από την εταιρεία στον Κινέζο συνεργό και σε άλλους συμμετέχοντες στο σχέδιο. Ως μέρος της συμφωνίας ενοχής, παραδέχτηκε πως η συγκεκριμένη εταιρεία δεν ήταν η μοναδική που εξαπάτησε. Από το 2021 ως το 2024, αποκόμισε εργασιακές αμοιβές που ξεπερνούν τα 970.000 δολάρια χρησιμοποιώντας πλαστά πιστοποιητικά και στοιχεία, εξαπατώντας συνολικά τουλάχιστον 13 αμερικανικές εταιρείες.

Αρκετές από αυτές τις εταιρείες συνεργάστηκαν με κρατικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, επιτρέποντας ακούσια στους συνεργάτες του στην Κίνα να αποκτούν πρόσβαση σε απόρρητα συστήματα.

«Το FBI προειδοποιεί ότι αντίστοιχα εγκλήματα αυξάνονται παγκοσμίως. Οι δράστες υποδύονται τεχνικούς πληροφορικής για να αποκτήσουν παράνομη πρόσβαση σε συστήματα και να υποκλέψουν ευαίσθητες πληροφορίες. Επιπλέον, οι πληρωμές από αυτές τις απάτες συχνά καταλήγουν να χρηματοδοτούν ξένους αντιπάλους», σημείωσε ο Ουίλιαμ ΝτελΜπάνιο, ειδικός πράκτορας επικεφαλής του FBI στη Βαλτιμόρη.

Ο Βονγκ αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως 20 ετών. Η ανακοίνωση της ποινής του είναι προγραμματισμένη για τις 28 Αυγούστου.

Η Epoch Times επικοινώνησε με τον δικηγόρο του κατηγορούμενου, αλλά δεν έλαβε απάντηση μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης.

Κίνα: Περιορισμοί θεωρήσεων σε Αμερικανούς αξιωματούχους για το Θιβέτ

Η κινεζική κυβέρνηση ανακοίνωσε στις 14 Απριλίου νέο κύμα περιορισμών θεωρήσεων για Αμερικανούς αξιωματούχους, ως απάντηση στις ενέργειες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των εμποδίων που συναντούν οι Αμερικανοί διπλωμάτες στην πρόσβασή τους σε θιβετιανές περιοχές της Κίνας.

Ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ανακοίνωσε στις 31 Μαρτίου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιβάλουν περιορισμούς θεωρήσεων σε αξιωματούχους του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας που «εμπλέκονται ουσιαστικά» στη διαμόρφωση ή εφαρμογή πολιτικών που περιορίζουν την πρόσβαση ξένων στην Αυτόνομη Περιοχή του Θιβέτ, σύμφωνα με τον Νόμο περί Αμοιβαίας Πρόσβασης στο Θιβέτ του 2018.

«Εδώ και πάρα πολύ καιρό, το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας αρνείται να επιτρέψει την πρόσβαση Αμερικανών διπλωματών, δημοσιογράφων και άλλων διεθνών παρατηρητών στην Αυτόνομη Περιοχή του Θιβέτ και σε άλλες θιβετιανές περιοχές της Κίνας, την ώρα που οι Κινέζοι διπλωμάτες και δημοσιογράφοι απολαμβάνουν ευρεία πρόσβαση στις Ηνωμένες Πολιτείες», ανέφερε ο Ρούμπιο σε δήλωσή του.

Υπογράμμισε ότι οι Αμερικανοί διπλωμάτες δεν μπορούν να προσφέρουν υπηρεσίες σε Αμερικανούς πολίτες που ταξιδεύουν στο Θιβέτ. «Αυτή η έλλειψη αμοιβαιότητας είναι απαράδεκτη και δεν θα γίνει ανεκτή», πρόσθεσε. «Καλώ το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας να αντιμετωπίσει άμεσα αυτό το ζήτημα και να επιτρέψει στους διπλωμάτες και άλλους φορείς ανεμπόδιστη πρόσβαση στην Αυτόνομη Περιοχή του Θιβέτ και σε λοιπές θιβετιανές περιοχές».

Την ίδια ημέρα, ο εκπρόσωπος του κινεζικού Υπουργείου Εξωτερικών Λιν Τζιαν κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες για ανάμειξη στα εσωτερικά ζητήματα της Κίνας αναφορικά με το Θιβέτ και ανακοίνωσε ότι το Πεκίνο θα επιβάλει «αντίστοιχους περιορισμούς θεωρήσεων» σε Αμερικανούς αξιωματούχους που «επιδεικνύουν προκλητική συμπεριφορά» σε ζητήματα που σχετίζονται με το Θιβέτ.

Η οργάνωση «Free Tibet» («Ελευθερώστε το Θιβέτ»), με έδρα το Λονδίνο, αντέδρασε άμεσα μέσω της πλατφόρμας X, καταγγέλλοντας τις απειλές της Κίνας περί περιορισμών θεωρήσεων. «Όσοι καταγγέλλουν την βάναυση κατοχή του Θιβέτ από το καθεστώς της Κίνας δεν είναι ‘προκλητικοί’, αλλά απαραίτητοι», τόνισε. «Καμία απαγόρευση θεωρήσεων δεν μπορεί να φιμώσει την αλήθεια ή εκείνους που υπερασπίζονται τα δικαιώματα των Θιβετιανών».

Η οργάνωση «International Campaign for Tibet» («Διεθνής Εκστρατεία για το Θιβέτ»), με έδρα την Ουάσιγκτον, χαιρέτισε την ανακοίνωση του Ρούμπιο. Η πρόεδρος της ICT, Τέντσο Γκιάτσο, δήλωσε την 1η Απριλίου: «Επαινούμε την κυβέρνηση Τραμπ που δήλωσε ξεκάθαρα ότι η αποτυχία της Κίνας να σεβαστεί την αρχή της αμοιβαιότητας είναι ‘απαράδεκτη’ και δεν θα γίνει ανεκτή».

«Αυτός ο Νόμος [περί Αμοιβαίας Πρόσβασης στο Θιβέτ] σχεδιάστηκε για να αντιμετωπίσει τους περιορισμούς της Κίνας στην πρόσβαση στο Θιβέτ και ελπίζουμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συνεχίσουν να τον αξιοποιούν ουσιαστικά, μέχρι η Κίνα να πάψει να απομονώνει τη Χώρα των Χιονιών», πρόσθεσε.

Σε έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ προς το Κογκρέσο για την πρόσβαση των ΗΠΑ σε θιβετιανές περιοχές το 2023, αναφέρεται ότι οι Αμερικανοί διπλωμάτες δεν μπορούσαν να αγοράσουν εισιτήρια αεροπλάνου ή τρένου για να εισέλθουν στο Θιβέτ χωρίς προηγούμενη επίσημη έγκριση από τις κινεζικές αρχές. Οι διπλωματικές αρχές των ΗΠΑ υπέβαλαν τρία αιτήματα για επίσημο ταξίδι στην περιοχή, αλλά κανένα δεν εγκρίθηκε.

Στα προηγούμενα χρόνια, διπλωμάτες των ΗΠΑ επισκέφθηκαν θιβετιανές περιοχές στις κινεζικές επαρχίες Σιτσουάν, Κανσού, Τσινγκχάι και Γιουνάν. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στην έκθεση, οι Κινέζοι αξιωματούχοι τους εμπόδισαν να εισέλθουν σε συγκεκριμένα μοναστήρια, έκλεισαν δρόμους και παρακολουθούσαν τις συνομιλίες τους.

Στις 14 Απριλίου, ο Γερουσιαστής Τοντ Γιανγκ (R-Ind.), μέλος της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, ανάρτησε στο X: «Εδώ και δεκαετίες, το Πεκίνο υποστηρίζει ότι το Θιβέτ υπήρξε πάντα μέρος της Κίνας. Αυτό είναι εντελώς ψευδές».

Υπενθύμισε ότι ο νόμος που πρότεινε ο ίδιος, o Tibet–China Dispute Act (Νόμος για την Επίλυσης της Διαφοράς Θιβέτ–Κίνας), έχει πλέον τεθεί σε ισχύ, απορρίπτοντας αυτές τις ανακριβείς αξιώσεις και ενισχύοντας την ευθύνη του Στέιτ Ντιπάρτμεντ να συνεργαστεί με συμμάχους για μια δίκαιη επίλυση του ζητήματος του Θιβέτ.

Ο εν λόγω νόμος, αποτέλεσμα διακομματικής συνεργασίας, υπογράφηκε από τον τότε πρόεδρο Τζο Μπάιντεν τον Ιούλιο του περασμένου έτους. Η εξόριστη κυβέρνηση του Θιβέτ, η Κεντρική Θιβετιανή Διοίκηση στην Ινδία, είχε δηλώσει τότε ότι ο νόμος αυτός θα φέρει «ελπίδα και έμπνευση» στους Θιβετιανούς σε όλο τον κόσμο.

Το ΚΚΚ εισέβαλε στο Θιβέτ το 1949 και επέβαλε στους Θιβετιανούς μια συμφωνία 17 σημείων προκειμένου να νομιμοποιηθεί η κυριαρχία του. Παρά τις θεωρητικές υποσχέσεις για αυτονομία, το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας μετέτρεψε την περιοχή σε κράτος επιτήρησης και ίδρυσε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας.

Στην ετήσια έκθεσή της για το 2025, η Επιτροπή των ΗΠΑ για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία, ανεξάρτητο ομοσπονδιακό όργανο, αναφέρει ότι το ΚΚΚ διαπράττει «πολιτιστική γενοκτονία» εις βάρος των Θιβετιανών Βουδιστών.

Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, το κινεζικό καθεστώς εκφοβίζει τις θιβετιανές κοινότητες της διασποράς μέσω παρακολούθησης, εξαναγκασμού και απειλών προς τις οικογένειές τους στην Κίνα, προκειμένου να τις φιμώσει.

Οι ΗΠΑ προειδοποιούν: Η Κίνα στοχεύει δημοσίους υπαλλήλους με ελκυστικές προσφορές εργασίας

Οι κινεζικές υπηρεσίες πληροφοριών στοχοποιούν ενεργούς και πρώην εργαζόμενους της Αμερικανικής κυβέρνησης, χρησιμοποιώντας «παραπλανητικές διαδικτυακές προτάσεις εργασίας», σύμφωνα με ανακοίνωση του Εθνικού Κέντρου Αντικατασκοπείας και Ασφαλείας (NCSC) που δημοσιεύτηκε στις 8 Απριλίου.

«Ξένες υπηρεσίες πληροφοριών, ιδιαίτερα αυτές της Κίνας, επιχειρούν να προσεγγίσουν και να στρατολογήσουν νυν και πρώην στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης, εμφανιζόμενες ως εταιρείες συμβούλων, κυνηγοί στελεχών, δεξαμενές σκέψης και άλλοι φορείς, μέσα από διαδικτυακές κοινωνικές και επαγγελματικές πλατφόρμες», σημειώνει η ανακοίνωση.

Το NCSC τονίζει ότι αυτές οι προσφορές εργασίας και οι ηλεκτρονικές προσεγγίσεις έχουν γίνει «πιο προηγμένες και πιο περίτεχνες», στοχεύοντας ειδικά άτομα με εμπειρία στην αμερικανική κυβέρνηση, που ψάχνουν για νέες επαγγελματικές ευκαιρίες.

«Οι νυν και πρώην ομοσπονδιακοί υπάλληλοι πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί με αυτές τις προσεγγίσεις και να κατανοούν τις ενδεχόμενες επιπτώσεις από τυχόν εμπλοκή τους. Οι κάτοχοι διαβαθμισμένων αδειών υπενθυμίζεται ότι έχουν νομική υποχρέωση να προστατεύουν ευαίσθητες πληροφορίες και μετά την αποχώρησή τους από υπηρεσία της κυβέρνησης των ΗΠΑ», τονίζει το κέντρο.

Η προειδοποίηση αυτή έρχεται στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων προσπαθειών του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ) να επηρεάσει και να διεισδύσει σε διάφορους τομείς της αμερικανικής κοινωνίας.

Προηγούμενες προειδοποιήσεις έχουν εκδοθεί επίσης από το FBI, το οποίο έχει σημειώσει στην ιστοσελίδα του ότι οι κινεζικές μυστικές υπηρεσίες χρησιμοποιούν ψεύτικα προφίλ στα κοινωνικά δίκτυα, προκειμένου να προσεγγίσουν άτομα με πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες.

Ύποπτα σημάδια και ανησυχητικές πρακτικές

Το NCSC υπογραμμίζει την ανάγκη εγρήγορσης απέναντι σε διάφορες ενδείξεις, όπως για παράδειγμα θέσεις εργασίας που ακούγονται «υπερβολικά καλές για να είναι αληθινές». Τέτοιες προσφορές συχνά υπόσχονται ευέλικτα ωράρια εργασίας και ασυνήθιστα υψηλές αμοιβές.

Μια άλλη συνήθης πρακτική είναι η προσφορά «αποκλειστικών ευκαιριών εργασίας» με ταχεία διαδικασία πρόσληψης και άμεσης πληρωμής, η οποία ολοκληρώνεται μέσα σε λίγες εβδομάδες αντί για πολλούς μήνες.

Το κέντρο συμβουλεύει τους υποψήφιους εργαζόμενους να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί όταν οι υποτιθέμενοι «στρατολόγοι» εκφράζουν υπερβολική προθυμία ή επιχειρούν να μεταφέρουν άμεσα τη συζήτηση από κάποια καθιερωμένη επαγγελματική πλατφόρμα επικοινωνίας σε έναν πιο ασφαλή ή λιγότερο παρακολουθούμενο τρόπο επικοινωνίας.

«Στην αρχή, οι στρατολόγοι ενδέχεται να ζητήσουν κάποιες αθώες και μη ευαίσθητες πληροφορίες. Στη συνέχεια όμως, μπορεί να απαιτήσουν αναφορές που περιέχουν μη δημοσιευμένα ή ευαίσθητα δεδομένα», επισημαίνει η ανακοίνωση.

Το NCSC αναφέρεται επίσης στην υπόθεση του υποκελευστή του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, Τόμας Ζάο, ο οποίος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 27 μηνών τον Ιανουάριο του 2024. Ο Ζάο πούλησε σε αξιωματικό των κινεζικών υπηρεσιών πληροφοριών απόρρητες πληροφορίες με αντάλλαγμα περίπου 15.000 δολάρια, έπειτα από προσέγγιση που έγινε αρχικά μέσω κοινωνικών δικτύων.

Μεταξύ άλλων υποθέσεων κατασκοπείας αναφέρονται και δύο πρώην πράκτορες της CIA, οι οποίοι κρίθηκαν ένοχοι επειδή κατασκόπευαν υπέρ της Κίνας. Ο ένας καταδικάστηκε σε φυλάκιση 10 ετών το 2024, ενώ ο άλλος καταδικάστηκε σε φυλάκιση 20 ετών το 2019.

Όπως τονίζει το NCSC, για την αποφυγή τέτοιων απειλών, συστήνεται στους πολίτες να επιβεβαιώνουν πάντα την ταυτότητα των ατόμων πριν αποδεχθούν αιτήματα σύνδεσης στο διαδίκτυο, και να είναι προσεκτικοί με τη δημοσιοποίηση πληροφοριών που θα μπορούσαν να προσελκύσουν ανεπιθύμητη προσοχή.

Προειδοποιήσεις και από τις Αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις

Παρόμοιες προειδοποιήσεις έχουν εκδοθεί και από τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ. Η βάση Fort Eisenhower στη Γεωργία εξέδωσε τον Ιούνιο του 2024 σχετική ανακοίνωση, καλώντας τους στρατιώτες να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στις προσφορές εργασίας.

«Ξένες δυνάμεις κάνουν ευρεία χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και προσφορών θέσεων εργασίας, που μπορεί να φαίνονται νόμιμες, για να αποσπάσουν ευαίσθητες πληροφορίες από στελέχη του στρατού και τις οικογένειές τους», ανέφερε η ανακοίνωση.

Η Αμερικανική Ακτοφυλακή επίσης προειδοποίησε τον Μάιο του 2024, σημειώνοντας ότι πράκτορες ξένων χωρών όπως η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα προσεγγίζουν προσωπικό της μέσω LinkedIn, Indeed και Facebook, προσπαθώντας να αποκτήσουν πληροφορίες για επιχειρήσεις και τεχνολογία.

Ο Αρχικελευστής Χιθ Τζόουνς της Αμερικανικής Ακτοφυλακής κάλεσε το προσωπικό να αντιμετωπίζει με επαγρύπνηση τέτοιες ύποπτες προσεγγίσεις και να τις αναφέρει άμεσα: «Οι μέθοδοι των αντιπάλων μας εξελίσσονται συνεχώς, και η εγρήγορσή σας συνιστά βασικό παράγοντα προστασίας της ευρύτερης στρατιωτικής κοινότητας».

Η G7 καταδικάζει τις κινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις γύρω από την Ταϊβάν

Οι υπουργοί Εξωτερικών των χωρών της G7 καταδίκασαν τις πρόσφατες στρατιωτικές ασκήσεις της Κίνας γύρω από την Ταϊβάν, χαρακτηρίζοντάς τες ως «προκλητικές ενέργειες» που απειλούν την παγκόσμια ασφάλεια.

Σε κοινή ανακοίνωση που εκδόθηκε στις 6 Απριλίου, οι επικεφαλής της διπλωματίας από τον Καναδά, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ιαπωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες δήλωσαν ότι τόσο οι ίδιες οι χώρες όσο και η ευρύτερη διεθνής κοινότητα έχουν συμφέρον στη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στα Στενά της Ταϊβάν.

Τόνισαν επίσης την αντίθεσή τους σε κάθε μονομερή ενέργεια που απειλεί την ειρήνη και τη σταθερότητα, είτε με τη χρήση βίας είτε μέσω εξαναγκασμού.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας έχει θέσει ως στόχο την κατάληψη της Ταϊβάν, υποστηρίζοντας ότι το αυτοδιοικούμενο νησί αποτελεί μέρος της κινεζικής επικράτειας. Στο πλαίσιο αυτό, το Πεκίνο ασκεί πίεση στην Ταϊβάν μέσω διπλωματικών, οικονομικών και στρατιωτικών μέσων, επικαλούμενο λόγους εθνικού συμφέροντος.

Οι πρόσφατες κινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις μεγάλης κλίμακας διήρκεσαν δύο ημέρες και ολοκληρώθηκαν στις 2 Απριλίου. Σε αυτές συμμετείχαν το πολεμικό ναυτικό, η ακτοφυλακή, δυνάμεις ξηράς, αέρος και πυραυλικές μονάδες, ενώ περιλάμβαναν και βολές μακράς εμβέλειας με πραγματικά πυρά στη Θάλασσα της Ανατολικής Κίνας.

Οι υπουργοί της G7 προειδοποίησαν ότι οι ολοένα και πιο συχνές και αποσταθεροποιητικές ενέργειες του Πεκίνου αυξάνουν την ένταση στα Στενά και θέτουν σε κίνδυνο την παγκόσμια ασφάλεια και ευημερία. Πρόσθεσαν ότι οι χώρες της G7 συνεχίζουν να ενθαρρύνουν την ειρηνική επίλυση των διαφορών μέσω εποικοδομητικού διαλόγου μεταξύ των δύο πλευρών.

Εκπρόσωπος της κινεζικής πρεσβείας στον Καναδά κατηγόρησε τις χώρες της G7 για παρέμβαση στα εσωτερικά της Κίνας, με αφορμή την κοινή δήλωσή τους για την Ταϊβάν. Ο ίδιος ανέφερε ότι οι στρατιωτικές ασκήσεις της Κίνας αποτελούν «αυστηρή τιμωρία» κατά του προέδρου της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, και «αυστηρή προειδοποίηση» προς τις δυνάμεις που υποστηρίζουν την ανεξαρτησία του νησιού.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας χαρακτηρίζει τον πρόεδρο Λάι και την προκάτοχό του, Τσάι Ινγκ-γουέν, «αποσχιστές», καθώς και οι δύο έχουν ταχθεί υπέρ της υπεράσπισης της κυριαρχίας της Ταϊβάν.

Το αντιπροσωπευτικό γραφείο της Ταϊβάν στον Καναδά εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του προς τις χώρες της G7 μέσω ανάρτησης στην πλατφόρμα X. Υποστήριξε ότι η αποφασιστικότητα που επιδεικνύουν οι δημοκρατίες αποτελεί την καλύτερη αποτροπή, καθώς η ειρήνη είναι κοινό συμφέρον και κανείς δεν ωφελείται από τη σύγκρουση.

Στο στόχαστρο οι «υπολογισμένες κλιμακώσεις» του Πεκίνου

Οι τελευταίες στρατιωτικές ασκήσεις της Κίνας προκάλεσαν ευρεία διεθνή καταδίκη. Στις 4 Απριλίου, η Διακοινοβουλευτική Συμμαχία για την Κίνα (Inter-Parliamentary Alliance on China), που αποτελείται από βουλευτές διαφόρων χωρών, εξέδωσε δήλωση με την οποία καταδίκασε έντονα τις ενέργειες του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού της Κίνας γύρω από την Ταϊβάν.

Η Συμμαχία σημείωσε ότι επί μακρόν οι «υπολογισμένες κλιμακώσεις» του Πεκίνου γύρω από την Ταϊβάν περνούσαν απαρατήρητες, όμως πλέον δεν μπορεί να παραμένει αδρανής καθώς διαβρώνεται το status quo, με συνέπειες για τον λαό της Ταϊβάν και τη διεθνή σταθερότητα.

Τόνισε επίσης ότι η ασφάλεια της Ταϊβάν και η ασφάλεια της παγκόσμιας οικονομίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και ζήτησε ένα διεθνώς συμφωνημένο πακέτο συντονισμένων οικονομικών και πολιτικών μέτρων, ώστε να αποτραπεί περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση από το Πεκίνο.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο, ο Ιάπωνας ομόλογός του Ιουάγια Τακέσι και ο Νοτιοκορεάτης υπουργός Εξωτερικών Τσο Τάε-γιουλ συναντήθηκαν πρόσφατα στις Βρυξέλλες. Σε κοινή τους δήλωση καταδίκασαν τις κινεζικές ασκήσεις και υπογράμμισαν τη σημασία της διατήρησης της ειρήνης και της σταθερότητας στα Στενά της Ταϊβάν ως αναπόσπαστου στοιχείου της ασφάλειας και ευημερίας της διεθνούς κοινότητας.

Έκθεση του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (Center for Strategic and International Studies-CSIS) που δημοσιεύτηκε πέρυσι, ανέφερε ότι μια σύγκρουση στα Στενά της Ταϊβάν θα είχε εκτεταμένες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, καθώς το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα αντιπροσώπευε περισσότερο από το ένα πέμπτο του διεθνούς θαλάσσιου εμπορίου το 2022—περίπου 2,45 τρισεκατομμύρια δολάρια.

Ο Ντέιβιντ Περντού, υποψήφιος του Ντόναλντ Τραμπ για τη θέση του πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Κίνα, κατά την ακρόασή του στη Γερουσία στις 3 Απριλίου, δήλωσε στη γραπτή του κατάθεση ότι θα υποστήριζε τον Νόμο για τις Σχέσεις με την Ταϊβάν ως πρεσβευτής.

Ο Περντιού ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν προσηλωμένες σε μια ειρηνική λύση που να είναι αποδεκτή από τους λαούς και των δύο πλευρών των Στενών, και εξέφρασε την αντίθεση της Ουάσιγκτον σε κάθε μονομερή αλλαγή του υφιστάμενου καθεστώτος.

Οι ΗΠΑ και η Ταϊβάν δεν διατηρούν επίσημες διπλωματικές σχέσεις, καθώς η Ουάσιγκτον τερμάτισε τους δεσμούς με την Ταϊπέι υπέρ του Πεκίνου το 1979. Ωστόσο, η σχέση τους παραμένει στενή μέσω του Νόμου για τις Σχέσεις με την Ταϊβάν, ο οποίος υπογράφηκε από τον τότε πρόεδρο Τζίμι Κάρτερ και επιτρέπει την πώληση αμυντικού εξοπλισμού στην Ταϊβάν. Ο νόμος προέβλεψε επίσης την ίδρυση του Αμερικανικού Ινστιτούτου στην Ταϊβάν, το οποίο λειτουργεί ως ντε φάκτο πρεσβεία των ΗΠΑ στο νησί.

ΗΠΑ και ΕΕ ανησυχούν για τις στρατιωτικές ασκήσεις της Κίνας κοντά στην Ταϊβάν

Η κυβέρνηση Τραμπ και η Ευρωπαϊκή Ένωση εκφράζουν ανησυχία για τις ευρείας κλίμακας στρατιωτικές ασκήσεις της Κίνας στον εναέριο χώρο και στα ύδατα γύρω από την Ταϊβάν.

Οι στρατιωτικές αυτές ασκήσεις, στις οποίες συμμετείχαν το κινεζικό Πολεμικό Ναυτικό, η Αεροπορία, οι Χερσαίες και Πυραυλικές Δυνάμεις, ξεκίνησαν την 1η Απριλίου. Στις 2 Απριλίου συνεχίστηκαν με πραγματικά πυρά μεγάλου βεληνεκούς στην Ανατολική Σινική Θάλασσα.

Το προεδρικό γραφείο της Ταϊβάν επέκρινε σφοδρά το κινεζικό καθεστώς, χαρακτηρίζοντάς το «διεθνώς αναγνωρισμένο ταραξία» που καταφεύγει σε στρατιωτικές προκλήσεις και παρενοχλήσεις στη «γκρίζα ζώνη» των θαλασσών, προκαλώντας ευθέως τη διεθνή τάξη και σταθερότητα.

Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λίβιτ, δήλωσε την 1η Απριλίου ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ «τονίζει τη σημασία διατήρησης της ειρήνης στο στενό της Ταϊβάν, ενθαρρύνοντας την ειρηνική επίλυση των διαφορών και επαναλαμβάνοντας την αντίθεσή του σε κάθε μονομερή προσπάθεια μεταβολής του status quo διά της βίας ή εξαναγκασμού».

Η Τάμι Μπρους, εκπρόσωπος του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών, αναφέρθηκε σε δήλωσή της επίσης την 1η Απριλίου τονίζοντας ότι «οι επιθετικές στρατιωτικές δραστηριότητες και η ρητορική της Κίνας αυξάνουν την ένταση και απειλούν την ασφάλεια της περιοχής και την παγκόσμια ευημερία».

«Απέναντι στις τακτικές εκφοβισμού και την αποσταθεροποιητική συμπεριφορά του Πεκίνου, η σταθερή δέσμευση των ΗΠΑ στους συμμάχους και εταίρους τους, συμπεριλαμβανομένης της Ταϊβάν, παραμένει απαρασάλευτη», πρόσθεσε η κ. Μπρους.

Από την πλευρά του, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικής Δράσης, διπλωματικό όργανο της ΕΕ, απηύθυνε έκκληση για αυτοσυγκράτηση, υπογραμμίζοντας ότι «η ΕΕ έχει άμεσο συμφέρον στην διατήρηση του status quo στο στενό της Ταϊβάν και αντιτίθεται σε μονομερείς ενέργειες διά της βίας ή του εξαναγκασμού».

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας αντιμετωπίζει την Ταϊβάν ως κινεζικό έδαφος και έχει απειλήσει επανειλημμένα να την προσαρτήσει δια της βίας, παρά το γεγονός ότι η Ταϊβάν λειτουργεί ως ανεξάρτητο κράτος, με δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, σύνταγμα και ανεξάρτητες στρατιωτικές δυνάμεις.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τον σημαντικότερο σύμμαχο και προμηθευτή εξοπλισμών της Ταϊβάν, παρόλο που οι δύο χώρες δεν διατηρούν επίσημες διπλωματικές σχέσεις.

Η κλιμάκωση των στρατιωτικών ασκήσεων

Το Πεκίνο αρχικά δεν έδωσε επίσημη ονομασία στις ασκήσεις της 1ης Απριλίου. Ωστόσο, στις 2 Απριλίου, η ανατολική στρατιωτική διοίκηση της Κίνας ανακοίνωσε την ονομασία «Strait Thunder-2025A» για τις ασκήσεις με πραγματικά πυρά στην Ανατολική Σινική Θάλασσα.

«Οι ασκήσεις περιλάμβαναν πλήγματα ακριβείας κατά προσομοιωμένων στόχων σε λιμενικές εγκαταστάσεις και δομές ενέργειας, με τα επιθυμητά αποτελέσματα να επιτυγχάνονται», δήλωσε η διοίκηση χωρίς να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες.

Το 2024, η Κίνα είχε πραγματοποιήσει άλλες δύο σημαντικές σειρές αντίστοιχων ασκήσεων, τις «Sword-2024A» και «Sword-2024B», στα ύδατα γύρω από την Ταϊβάν.

Σύμφωνα με το υπουργείο Άμυνας της Ταϊβάν, κατά το 24ωρο έως τις 6 π.μ. της 2ας Απριλίου, οι κινεζικές ασκήσεις περιελάμβαναν 76 στρατιωτικά αεροσκάφη, 15 πολεμικά πλοία και τέσσερα επιπλέον σκάφη.

Την ίδια περίοδο, τέσσερα κινεζικά σκάφη της ακτοφυλακής εισήλθαν στα χωρικά ύδατα των νησιών Ντονγκγίν και Γουτσίου του αρχιπελάγους Ματσού, τα οποία ανήκουν στην Ταϊβάν, όπως ανέφερε η ακτοφυλακή της Ταϊπέι.

Σε συνέντευξη Τύπου στις 1 Απριλίου, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Άμυνας της Ταϊβάν, Σουν Λι-φανγκ, υπογράμμισε ότι «ανεξάρτητα της ονομασίας τους, οι ασκήσεις αυτές δεν μπορούν να αποκρύψουν τον προκλητικό και απειλητικό τους χαρακτήρα έναντι του λαού της Ταϊβάν».

Ο υπουργός Εξωτερικών της Ταϊβάν, Λιν Τσια-λουνγκ, ευχαρίστησε τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη στήριξή τους στο ζήτημα και κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να εκφράσει ανησυχία για τις απειλές του Πεκίνου.

Ο Ταϊβανέζος αναλυτής Λιν Γινγκ-γιου εκτίμησε πως η Κίνα χρησιμοποιεί αυτές τις ασκήσεις για να «δοκιμάσει τα όρια των ΗΠΑ» πριν από πιθανή συνάντηση ανάμεσα στον Τραμπ και τον ηγέτη του ΚΚ Κίνας Σι Τζινπίνγκ.

Κριτική για τις κινεζικές προκλήσεις άσκησε και ο Αμερικανός γερουσιαστής Μάικλ Μακόλ, ο οποίος τόνισε ότι η επιθετικότητα της Κίνας αποτελεί απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα και τη διεθνή σταθερότητα στον Ινδο-Ειρηνικό.

ΗΠΑ: Νομοθετική πρωτοβουλία για τη στήριξη της διεθνούς θέσης της Ταϊβάν

Σε μια νέα προσπάθεια ενδυνάμωσης της διεθνούς αναγνώρισης και στήριξης της Ταϊβάν, μια δικομματική ομάδα μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων των Ηνωμένων Πολιτειών παρουσίασε νομοσχέδιο που στοχεύει στην αντιμετώπιση των προσπαθειών της Κίνας για απομόνωση της Ταϊβάν από τη διεθνή κοινότητα. Το νομοσχέδιο τιτλοφορείται ως «Πράξη Διεθνούς Αλληλεγγύης για την Ταϊβάν» (Taiwan International Solidarity Act, H.R. 2416).

Επιρροή της Κίνας στους διεθνείς οργανισμούς

Την ηγεσία της προτάσεως ανέλαβαν οι εκπρόσωποι Τζέραλντ Κόνολι και Γιανγκ Κιμ, που ανήκουν στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής. «Για πολύ καιρό, η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας έχει παραποιήσει πολιτικές και διαδικασίες σε διεθνείς οργανισμούς για να προωθήσει τις αξιώσεις της κυριαρχίας της επί της Ταϊβάν, συχνά εις βάρος παγκόσμιων προσπαθειών για την υγεία, την διακυβέρνηση και την ασφάλεια», δήλωσε ο Κόνολι.

Το νομοσχέδιο επιδιώκει επίσης να τροποποιήσει την Πράξη TAIPEI (Taiwan Allies International Protection and Enhancement Initiative Act) του 2020, η οποία είχε υπογραφεί από τον τότε πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Αναγνωρίζοντας τις προσπάθειες της Κίνας να χρησιμοποιήσει την Απόφαση 2758 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (1971) για να προβάλει ότι η Ταϊβάν ανήκει στη «Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας», το νομοσχέδιο προσδιορίζει σαφώς ότι η απόφαση δεν λαμβάνει θέση για την κυριαρχία ή την εκπροσώπηση της Ταϊβάν.

Υποστήριξη των συμφερόντων της Ταϊβάν

Με βάση το νέο κείμενο του νομοσχεδίου, οι εκπρόσωποι των ΗΠΑ σε διεθνείς οργανισμούς θα ενθαρρύνονται να χρησιμοποιούν τη «φωνή, την ψήφο και την επιρροή» τους για να αντιταχθούν στις κινεζικές προσπάθειες παραποίησης δεδομένων που αφορούν την Ταϊβάν. Επίσης, το νομοσχέδιο ζητά από τους συμμάχους και εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών να συνεργαστούν για την ενίσχυση των διπλωματικών και μη διπλωματικών σχέσεων της Ταϊβάν.

Η εκπρόσωπος Γιανγκ Κιμ τόνισε ότι «η Ταϊβάν έχει αποδείξει την επιτυχία της στη δημοκρατία και την παγκόσμια υγειονομική ασφάλεια, και η άποψή της αξίζει να ακουστεί». Στηρίζοντας τη νομοθεσία, πολλοί βουλευτές από αμφότερα τα κόμματα συνυπέγραψαν την πρόταση, συμπεριλαμβανομένων των Μάικ Λόουλεζ και Ντίνα Τίτους.

Συμπληρωματικές πρωτοβουλίες για τη συνεργασία Ουάσιγκτον-Ταϊπέι

Επιπρόσθετα, η Κιμ παρουσίασε στις 28 Μαρτίου την Πράξη Ταξιδιωτικής και Τουριστικής Συνεργασίας ΗΠΑ-Ταϊβάν (H.R. 2370) με στόχο την οικονομική και εμπορική ενίσχυση της σχέσης μεταξύ των δύο χωρών. Παράλληλες προσπάθειες λαμβάνουν χώρα και στη Γερουσία μέσω παρόμοιου νομοσχεδίου (S. 733), που εισήχθη από τον Μάρσα Μπλάκμπερν  και τον Μπράιαν Σατζ.

«Η ενίσχυση του τουρισμού και της συνεργασίας θα βοηθήσει όχι μόνο την οικονομία αλλά και την αντοχή της Ταϊβάν έναντι των οικονομικών πιέσεων από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας», δήλωσε ο Βουλευτής Ράτζα Κρισναμούρθι.

Στήριξη της Ταϊβάν στη διεθνή σκηνή

Η υποστήριξη της διεθνούς κοινότητας συνεχίζει να αποτελεί προτεραιότητα για την Ταϊβάν. Σε σχετική δήλωση το υπουργείο Εξωτερικών της Ταϊβάν ανέφερε ότι η πρόταση του Κογκρέσου αποτελεί «ένα συγκεκριμένο βήμα για την αντιμετώπιση της κακόβουλης παραποίησης της Απόφασης 2758 από την Κίνα στη διεθνή σκηνή».

Η νομοθετική πρωτοβουλία αναμένεται να προκαλέσει αντιδράσεις από το Πεκίνο, το οποίο έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει τις ΗΠΑ ότι τέτοιου είδους ενέργειες θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά τις διμερείς σχέσεις. Ωστόσο, η Ουάσινγκτον παραμένει σταθερή στη δέσμευση της για την υποστήριξη της Ταϊβάν και τη διασφάλιση της θέσης της στη διεθνή σκηνή.

Ηνωμένο Βασίλειο: Η κυβέρνηση δεσμεύεται να προστατεύει τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ από την κινεζική διακρατική δίωξη

Η βρετανική κυβέρνηση επικύρωσε και επίσημα τη δέσμευσή της για προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας και της ασφάλειας των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ στο έδαφός της απέναντι στις πρακτικές διακρατικής καταστολής του κινεζικού κομμουνιστικού καθεστώτος. Με δήλωσή του στις 20 Μαρτίου, ο υπουργός Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, Λόρδος Χάνσον του Φλιντ, επιβεβαίωσε την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης να προστατεύσει τις ελευθερίες των ασκουμένων και των καλλιτεχνών της ομάδας Shen Yun, η οποία έχει ιδρυθεί από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ.

Απαντώντας σε κοινοβουλευτικό ερώτημα που κατέθεσε ο Λόρδος Άλτον του Λίβερπουλ για τις πιθανές απειλές που αντιμετωπίζουν οι ασκούμενοι και οι καλλιτέχνες από το κινεζικό καθεστώς, ο Χάνσον τόνισε πως «η κυβέρνηση δεσμεύεται να προασπίζεται και να προστατεύει το δικαίωμα στην ελευθερία της θρησκείας ή πίστης, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των ασκουμένων του Φάλουν Γκονγκ και της καλλιτεχνικής ομάδας τους, Shen Yun». Πρόσθεσε, επίσης, ότι οι βρετανικές αρχές «αξιολογούν συνεχώς πιθανές απειλές στο Ηνωμένο Βασίλειο και λαμβάνουν την προστασία των δικαιωμάτων και της ασφάλειας των πολιτών πολύ σοβαρά».

Το Φάλουν Γκονγκ (ή Φάλουν Ντάφα), μία παραδοσιακή κινεζική μέθοδος αυτοβελτίωσης που δίνει έμφαση στις αρχές της αλήθειας, της συμπόνιας και της ανεκτικότητας, γνώρισε τεράστια δημοτικότητα στην Κίνα τη δεκαετία του ’90, με τον αριθμό των ασκουμένων να ξεπερνά τα 70 εκατομμύρια έως τα τέλη της δεκαετίας. Το καθεστώς της Κίνας, βλέποντας τη ραγδαία ανάπτυξη της πρακτικής ως απειλή για την εξουσία του, ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1999 μία εκστρατεία καταστολής που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με πληροφορίες από το Κέντρο Πληροφοριών για το Φάλουν Ντάφα (Falun Dafa Information Center), εκατομμύρια ασκούμενοι έχουν φυλακιστεί, εκατοντάδες χιλιάδες έχουν υποστεί βασανιστήρια και μεγάλος αριθμός έχει δολοφονηθεί στα χέρια των κινεζικών αρχών.

Οι πρακτικές καταστολής του κινεζικού κομμουνιστικού καθεστώτος δεν περιορίζονται μόνο εντός της Κίνας. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η επίθεση στον εορτασμό του κινεζικού Μεσο-Φθινοπωρινού Φεστιβάλ στη Νέα Υόρκη από αγνώστους Κινέζους, γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και καταγγελίες από τοπικούς Αμερικανούς πολιτικούς.

Η καλλιτεχνική ομάδα Shen Yun, με έδρα τη Νέα Υόρκη, δημιουργήθηκε το 2006 από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ με σκοπό να αναβιώσει την αυθεντική κινεζική καλλιτεχνική παράδοση προτού αναλάβει την εξουσία το κομμουνιστικό κόμμα. Tο Shen Yun έχει δεχθεί δεκάδες απειλές, ακόμη και τηλεφωνικές προειδοποιήσεις για βομβιστικές και άλλες βίαιες ενέργειες εναντίον θεάτρων στα οποία πραγματοποιεί παραστάσεις, με τις δυτικές κυβερνήσεις να θεωρούν τις απειλές αυτές ως διασυνδεδεμένες με το καθεστώς της Κίνας.

Η βρετανική κυβέρνηση ανέφερε πως διαθέτει «διευρυμένες αρμοδιότητες για να αντιμετωπίσει τις ξένες παρεμβάσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνιστούν διακρατική καταστολή», όπως δήλωσε ο υπουργός Εσωτερικών Λόρδος Χάνσον. Επιπλέον, ανακοίνωσε την έναρξη ειδικού προγράμματος εκπαίδευσης για αστυνομικούς και προσωπικό υπηρεσιών ασφαλείας στο Ηνωμένο Βασίλειο, με στόχο να είναι σε θέση να αναγνωρίζουν αποτελεσματικότερα τις απειλές που προέρχονται από ξένες χώρες, μεταξύ των οποίων — αν και όχι αποκλειστικά — από την Κίνα.

Αν και η αρχική ανακοίνωση του υφυπουργού Ασφάλειας Νταν Τζάρβις, στις αρχές Μαρτίου, αφορούσε κυρίως τις απειλές από το ιρανικό καθεστώς σε αντιφρονούντες, είναι σαφές ότι υπάρχει μία ευρύτερη δέσμευση για την προστασία όσων απειλούνται από την καταστολή ξένων κρατών στο βρετανικό έδαφος.

Σε διεθνές επίπεδο, ειδική έκθεση της Επιτροπής των ΗΠΑ για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία, που δημοσιεύθηκε στις 25 Μαρτίου, χαρακτηρίζει την Κίνα ως έναν από τους χειρότερους παραβάτες των δικαιωμάτων θρησκευτικής ελευθερίας, και καλεί τις κυβερνήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο να συνεργαστούν ώστε να επιβάλουν στοχευμένες κυρώσεις εναντίον Κινέζων αξιωματούχων που εμπλέκονται σε τέτοιες πρακτικές.

Η πρόσφατη τοποθέτηση της βρετανικής κυβέρνησης στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς το Πεκίνο ότι οι προσπάθειές του να εκφοβίσει ακτιβιστές ή θρησκευτικές μειονότητες διεθνώς δεν θα γίνουν ανεκτές, ενισχύοντας το μήνυμα της Δύσης για διατήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αξιών.

Έκθεση προειδοποιεί για ενίσχυση κινεζικών κατασκοπευτικών επιχειρήσεων κατά της Ταϊβάν

Η Ταϊβάν θα πρέπει να ενισχύσει άμεσα τις ασφαλιστικές της δικλείδες και τους κανονισμούς αντιμετώπισης των ολοένα και πιο συστηματικών πολιτικών και κατασκοπευτικών επιχειρήσεων της Κίνας που στοχεύουν στην υπονόμευση του δημοκρατικού πολιτεύματος της νήσου, σύμφωνα με νέα έκθεση που δημοσιεύθηκε από το Ινστιτούτο Παγκόσμιας Ταϊβάν (Global Taiwan Institute).

Η έκθεση, η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα την 20ή Μαρτίου, εκπονήθηκε από ερευνητές του αμερικανικού Ιδρύματος Jamestown και υπογραμμίζει πως «καμία άλλη δημοκρατία στον κόσμο δεν αντιμετωπίζει αντίστοιχης έκτασης ξένη απειλή για την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της όσο η Ταϊβάν».

Στην έκθεση αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Οι κακόβουλες προθέσεις και επιχειρήσεις επιρροής που εκπορεύονται από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ) καθώς και η βλάβη που προκαλούν στην κοινωνία της Ταϊβάν είναι πραγματικές και ανησυχητικές».

Όσον αφορά τα υπάρχοντα μέτρα ασφαλείας, οι ερευνητές κρίνουν πως ορισμένες κατηγορίες –όπως η ξένη χρηματοδότηση εκλογικών εκστρατειών– χαρακτηρίζονται από ικανοποιητική αυστηρότητα, όμως ταυτόχρονα άλλοι τομείς παρουσιάζουν σαφή κενά. «Οι ποινές για κατασκοπεία είναι ασυνεπείς. Μετά τη διάλυση του στρατιωτικού ποινικού συστήματος, οι καταδικασμένοι στρατιωτικοί δεν επιτηρούνται επαρκώς», σημειώνουν οι συγγραφείς.

Επιπλέον, τονίζεται πως σήμερα δεν υπάρχει επαρκής έλεγχος σχετικά με τις επαφές που διατηρούν πολιτικοί, νομοθέτες και χαμηλόβαθμα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων με την κινεζική πλευρά, ούτε ουσιαστικός μηχανισμός επιβολής των αντίστοιχων κανονισμών.

Τα μέτωπα των κινεζικών επιχειρήσεων

Η έκθεση κατηγοριοποιεί τις κινεζικές ενέργειες υπονόμευσης σε τρεις βασικούς άξονες: επιχειρήσεις πληροφοριών, κυβερνοεπιθέσεις και επιρροή μέσω του μηχανισμού του Ενιαίου Μετώπου (United Front).

Αναφέρεται πως έως και 5.000 πολίτες της Ταϊβάν εργάζονταν το 2017 για την κινεζική κυβέρνηση περίπου, ενισχύοντας τη διείσδυση των κινεζικών μυστικών υπηρεσιών στο νησί. Παράλληλα, η Κίνα χρησιμοποιεί συστηματικά κυβερνοεπιθέσεις με στόχο την απόκτηση πολιτικών, οικονομικών αλλά και στρατιωτικών πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων και τεχνολογικών δεδομένων από τη βιομηχανία ημιαγωγών, έναν κρίσιμο τομέα για την οικονομία της Ταϊβάν.

Ο μηχανισμός Ενιαίου Μετώπου του ΚΚΚ στοχεύει ιδιαίτερα στη νεολαία, τις επιχειρήσεις και τους τοπικούς φορείς της κοινωνίας των πολιτών, κυρίως μέσω πολιτιστικών προγραμμάτων και εκπαιδευτικών ανταλλαγών.

Σύσταση για αυστηρότερο νομοθετικό πλαίσιο

Οι ερευνητές προτείνουν στην κυβέρνηση της Ταϊβάν μια σειρά μέτρων για την αντιμετώπιση των πολιτικών επιχειρήσεων του Πεκίνου. Μεταξύ αυτών είναι η αυστηρότερη ποινικοποίηση των πράξεων κατασκοπείας, η θέσπιση ενός συστήματος ασφαλείας και έγκρισης διαβαθμισμένων πληροφοριών, αλλά και η υιοθέτηση ενός καθεστώτος καταγραφής προσώπων που εργάζονται για λογαριασμό ξένων δυνάμεων, παρόμοιου με αυτό που ισχύει στις ΗΠΑ.

Η έκθεση τονίζει ακόμη την ανάγκη αυστηρότερων κανονισμών για τον έλεγχο συναντήσεων Ταϊβανών αξιωματούχων στην Κίνα, απαιτώντας την παρουσία διπλωματών και δημοσιογράφων σε κάθε συζήτηση.

Σημαντικές πολιτικές συνέπειες

Τα εν λόγω ευρήματα αναμένεται ότι θα προκαλέσουν έντονες συζητήσεις στους πολιτικούς και διπλωματικούς κύκλους της Ταϊπέι, καθώς η κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και τις λεπτές διπλωματικές σχέσεις με το Πεκίνο.

Οι προτάσεις της έκθεσης ενδέχεται να αντιμετωπίσουν αντιστάσεις από πολιτικές και επιχειρηματικές ομάδες που επιθυμούν μια πιο μετριοπαθή προσέγγιση έναντι της Κίνας, γεγονός που πιθανώς να ενισχύσει τον δημόσιο διάλογο για την κατεύθυνση της εθνικής στρατηγικής ασφαλείας της Ταϊβάν.

Σε κάθε περίπτωση, οι συστάσεις αυτές δείχνουν πως η Ταϊβάν παραμένει στο επίκεντρο μιας συνεχιζόμενης γεωπολιτικής έντασης, την οποία παρακολουθούν στενά Ηνωμένες Πολιτείες και διεθνής κοινότητα, και η αποτελεσματική αντιμετώπισή της απαιτεί εγρήγορση και ενότητα σε πολιτικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο.