Τετάρτη, 15 Απρ, 2026

Το Ισραήλ σχεδιάζει πιθανή επιστροφή στον πόλεμο μετά το αδιέξοδο των συνομιλιών στο Ισλαμαμπάντ

Το πολεμικό συμβούλιο του Ισραήλ συνεδρίασε κατά τη διάρκεια της νύχτας για να εξετάσει σενάρια, μεταξύ των οποίων και το ενδεχόμενο αιφνιδιαστικής επίθεσης από το Ιράν, σύμφωνα με αξιωματούχους.

Ανώτεροι πολιτικοί αξιωματούχοι δήλωσαν στο Epoch Magazine στις 13 Απριλίου ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου συγκάλεσε το συμβούλιο ασφαλείας την προηγουμένη, προκειμένου να συζητηθεί ένα εύρος σεναρίων, μετά την αδυναμία εξεύρεσης κοινά αποδεκτής συμφωνίας κατά τις συνομιλίες μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν στο Ισλαμαμπάντ.

Μεταξύ των σεναρίων που εξετάστηκαν ήταν και η πιθανότητα αιφνιδιαστικής επίθεσης του Ιράν κατά του Ισραήλ, σύμφωνα με τους αξιωματούχους, οι οποίοι επεσήμαναν ότι το Ισραήλ αναμένει απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και προετοιμάζεται για όλα τα ενδεχόμενα, συμπεριλαμβανομένης της κλιμάκωσης σε περίπτωση που αποφασίσει να επαναλάβει την εκστρατεία κατά του Ιράν. Οι συζητήσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν ενώ το Ισραήλ διεξάγει ήδη επιχειρήσεις πέραν του Ιράν.

Στις 7 Απριλίου, ο Τραμπ ανακοίνωσε εκεχειρία δύο εβδομάδων. Την επομένη, οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις (IDF) εξαπέλυσαν το μεγαλύτερο συντονισμένο πλήγμα τους στον Λίβανο, στοχεύοντας περισσότερα από 100 κέντρα διοίκησης και στρατιωτικές εγκαταστάσεις της τρομοκρατικής οργάνωσης Χεζμπολάχ στη Βηρυτό, στην κοιλάδα Μπεκάα και στο νότιο τμήμα της χώρας. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζ. Ντ. Βανς δήλωσε τότε, σύμφωνα με ανάρτηση του επίσημου λογαριασμού Rapid Response του Λευκού Οίκου στην πλατφόρμα X, ότι οι Ιρανοί θεώρησαν πως η εκεχειρία περιελάμβανε και τον Λίβανο, κάτι που δεν ίσχυε, προσθέτοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν δώσει ποτέ τέτοια υπόσχεση ούτε είχαν αφήσει να εννοηθεί κάτι τέτοιο.

Ο Νετανιάχου ανέφερε στις 9 Απριλίου ότι τα πλήγματα στόχευσαν περάσματα που φέρονται να χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά χιλιάδων όπλων, ρουκετών και εκτοξευτών, καθώς και αποθήκες όπλων, εκτοξευτές και αρχηγεία της Χεζμπολάχ. Ο ηγέτης της Χεζμπολάχ Ναΐμ Κάσεμ απάντησε την επομένη ότι η οργάνωσή του θα συνεχίσει να μάχεται το Ισραήλ.

Σε ανάρτησή τους στην πλατφόρμα X, στις 12 Απριλίου, ο IDF ανέφερε ότι πραγματοποίησε επιδρομή σε νοσοκομείο στην Μπιντ Τζμπέιλ, στο νότιο Λίβανο, περίπου πέντε χιλιόμετρα από τα ισραηλινά σύνορα, όπου είχαν οχυρωθεί ένοπλοι της Χεζμπολάχ, σκοτώνοντας περίπου είκοσι ενόπλους και προχωρώντας σε κατάσχεση όπλων. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, εντοπίστηκαν «αρκετοί τρομοκράτες της Χεζμπολάχ να πραγματοποιούν επιτήρηση από παράθυρο νοσοκομείου και να πυροβολούν προς στρατιώτες του IDF». Τα στρατεύματα «εξουδετέρωσαν τους τρομοκράτες» αφότου αναγνώρισαν την απειλή. Το σχετικό οπτικό υλικό, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, δείχνει κρύπτη όπλων εντός του νοσοκομείου, υποστηρίζοντας ότι ο χώρος χρησιμοποιούνταν από τη Χεζμπολάχ ως «σημείο παρατήρησης, θέση απόκρυψης και καταφύγιο για επιχειρησιακό προσωπικό», καθώς και για τη μεταφορά και αποθήκευση οπλισμού.

Ισραηλινός στρατιωτικός αξιωματούχος δήλωσε στο Reuters, στις 13 Απριλίου, ότι αναμένεται εντός ημερών να επιτευχθεί πλήρης επιχειρησιακός έλεγχος της πόλης Μπιντ Τζμπέιλ, στον νότιο Λίβανο.

Σύμφωνα με έκθεση του Κογκρέσου του 2024, η Χεζμπολάχ («Κόμμα του Θεού») είναι σιιτική λιβανική παραστρατιωτική οργάνωση που υποστηρίζεται από το Ιράν και έχει χαρακτηριστεί από τις ΗΠΑ ως ξένη τρομοκρατική οργάνωση. Η έκθεση αναφέρει ότι η Χεζμπολάχ συνεργάζεται με το ιρανικό καθεστώς, βοηθώντας την Τεχεράνη να «προβάλλει ισχύ στην περιοχή, να εκπαιδεύει συμμαχικές πολιτοφυλακές (φέρεται να περιλαμβάνεται και η Χαμάς), απειλώντας συμφέροντα και συμμάχους των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή»· επισημαίνεται δε ότι η Χεζμπολάχ χρησιμοποιεί την παρουσία του Ισραήλ στα Αγροκτήματα Σεμπά και σε άλλες αμφισβητούμενες περιοχές στη συνοριακή ζώνη Λιβάνου–Συρίας–Ισραήλ ως δικαιολογία για τις επιθέσεις της κατά του Ισραήλ.

Πρόσφατα, ο Τραμπ υπαινίχθηκε πιθανή κλιμάκωση, δηλώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες και ότι ο στρατός τους θα ολοκληρώσει αυτό που ξεκίνησε στο Ιράν. Στις 12 Απριλίου, ανέφερε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις θα «εντοπίζουν και θα παρεμποδίζουν κάθε πλοίο σε διεθνή ύδατα που έχει καταβάλει τέλος στο Ιράν» και θα εμποδίζουν πλοία να εισέρχονται ή να εξέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ, υπογραμμίζοντας ότι κανένα πλοίο που καταβάλλει παράνομο τέλος δεν θα έχει ασφαλή διέλευση στην ανοικτή θάλασσα. Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ διευκρίνισε αργότερα ότι ο αποκλεισμός θα ισχύει συγκεκριμένα για πλοία που εισέρχονται ή εξέρχονται από ιρανικά λιμάνια και όχι για τη γενικότερη εμπορική κίνηση που διέρχεται από τον πορθμό.

Το Ιράν χαρακτήρισε την κίνηση αυτή παράνομο περιορισμό της ελευθερίας των διεθνών υδάτων και προειδοποίησε για ευρύτερες συνέπειες.

Την περασμένη εβδομάδα, η Τεχεράνη φέρεται να επέβαλε σε ορισμένα πλοία τέλος ύψους 2 εκατομμυρίων δολαρίων για τη διέλευσή τους από τα Στενά του Ορμούζ, με πέντε πλοία να έχουν καταβάλει το ποσό. Ο Τραμπ τόνισε ότι δεν προτίθεται να επιτρέψει στο ιρανικό καθεστώς να αποκομίζει κέρδη από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό, κάτι που δεν συνέβαινε πριν από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.

Με τη συμβολή των Jacki Thrapp, Jack Phillips, Tom Gantert και πληροφορίες από το Reuters

Γερμανικό δικαστήριο διατάσσει το X να παραδώσει δεδομένα για τις ουγγρικές εκλογές σε ερευνητές

Δικαστήριο στη Γερμανία διέταξε στις 17 Φεβρουαρίου την πλατφόρμα X, ιδιοκτησίας του Έλον Μασκ, να παραδώσει σε ερευνητές δεδομένα που σχετίζονται με τις επικείμενες εκλογές στην Ουγγαρία για έλεγχο, σε μια υπόθεση που ενδέχεται να έχει ευρύτερες επιπτώσεις ως προς την εφαρμογή των νέων τεχνολογικών κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η αγωγή κατατέθηκε από τη Democracy Reporting International (DRI), οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών με έδρα το Βερολίνο, η οποία χρηματοδοτείται από προγράμματα της Ένωσης και από εθνικές κυβερνήσεις, της Γερμανίας και της Ολλανδίας περιλαμβανομένων, και διεξάγει έρευνες για τον πολιτικό διάλογο στο διαδίκτυο.

Η απόφαση του Εφετείου Βερολίνου στις 18 Φεβρουαρίου βασίστηκε στον Κανονισμό για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Digital Services Act – DSA), ο οποίος παρέχει σε «πιστοποιημένους ερευνητές» πρόσβαση σε ορισμένα δεδομένα πλατφορμών για ερευνητικούς σκοπούς.

Ο Μίχαελ Μέγιερ-Ρεζέντε (Michael Meyer-Resende), εκτελεστικός διευθυντής της DRI, επιβεβαίωσε την απόφαση στην εφημερίδα The Epoch Times μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Όπως ανέφερε, η DRI διεξάγει έρευνα δημοσίου συμφέροντος για τις διαδικτυακές συζητήσεις γύρω από εκλογές σε πολλές χώρες και υπογράμμισε ότι ο διαδικτυακός χώρος δεν πρέπει να αποτελεί «μαύρο κουτί». Πρόσθεσε ότι για να επιτελέσει η DRI το έργο της απαιτείται ουσιαστική πρόσβαση στα δημόσια δεδομένα των πλατφορμών και ότι η συγκεκριμένη απόφαση επιβεβαιώνει το σχετικό δικαίωμα, εκφράζοντας την προσδοκία ότι το X θα παράσχει επιτέλους αυτή την πρόσβαση.

Ο Μασκ, σε ανάρτησή του στο X στις 18 Φεβρουαρίου, απαντώντας στην είδηση, δήλωσε ότι η εταιρεία δημοσιοποιεί τον αλγόριθμό της και διερωτήθηκε τι περισσότερο ζητούν.

Η απόφαση θα ακολουθηθεί πλέον από περαιτέρω δικαστικές διαδικασίες, προκειμένου να καθοριστεί ο τρόπος πρόσβασης και μεταφοράς των δεδομένων. Η ετυμηγορία ενδέχεται να αποτελέσει προηγούμενο για άλλους οργανισμούς που θα επιδιώξουν να προσφύγουν στη Γερμανία ζητώντας πρόσβαση σε δεδομένα πλατφορμών βάσει του άρθρου 40(12) του Κανονισμού για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες ή να κριθεί εάν τέτοιες υποθέσεις πρέπει να εκδικάζονται στην Ιρλανδία, όπου βρίσκεται η ευρωπαϊκή έδρα του X.

Προηγήθηκε παρόμοια προσφυγή το 2025, όταν η DRI και η Society for Civil Rights δεν είχαν καταφέρει να εξασφαλίσουν αντίστοιχα δεδομένα από το X για τις ομοσπονδιακές εκλογές της Γερμανίας το 2025. Τότε, η DRI είχε δηλώσει ότι στόχος της ήταν να χρησιμοποιήσει τα δεδομένα του X για να μελετήσει την επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στις επικείμενες εκλογές για την Μπούντεσταγκ (γερμανική Βουλή) και να ενισχύσει τη διαφάνεια σχετικά με ενδεχόμενες παρεμβάσεις πριν από την ψηφοφορία. Υποστήριζε επίσης ότι η πρόσβαση σε σχετικά στατιστικά στοιχεία αποτρέπει τη διάδοση παραπληροφόρησης.

Το X ανέφερε ότι θεωρεί πως η απόφαση παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα δίκαιης διαδικασίας, τα οποία κατοχυρώνονται από το Γερμανικό Σύνταγμα. Η εταιρεία κοινωνικής δικτύωσης δήλωσε ακόμη ότι είναι προσηλωμένη στην υπεράσπιση αυτών των δικαιωμάτων μέσω της δικαστικής οδού και ότι δεν θα υποχωρήσει απέναντι σε αυτό που χαρακτήρισε αδικία. Η Epoch Times επικοινώνησε με το X για σχόλιο.

Η Ουγγαρία θα διεξαγάγει τις γενικές εκλογές της στις 12 Απριλίου. Ο ηγέτης της ουγγρικής αντιπολίτευσης Πέτερ Μαγιάρ ξεκίνησε την προεκλογική εκστρατεία του κόμματός του στη Βουδαπέστη στις 15 Φεβρουαρίου.

Ο Μαγιάρ, πρώην μέλος του κυβερνώντος κόμματος Fidesz υπό την ηγεσία του πρωθυπουργού Βίκτορ Ορμπάν, ίδρυσε το 2024 το κεντροδεξιό κόμμα Tisza, μετά τη ρήξη του με την κυβέρνηση. Το Fidesz βρίσκεται στην εξουσία από το 2010. Σε σειρά αναρτήσεών του στο X στις 14 Φεβρουαρίου, ο Μαγιάρ ανέφερε ότι είχε συναντήσεις με περίπου δώδεκα Ευρωπαίους ηγέτες κατά τη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου στη Γερμανία την προηγούμενη εβδομάδα, μεταξύ των οποίων ο πρωθυπουργός της Κροατίας Αντρέι Πλένκοβιτς, ο πρωθυπουργός της Πολωνίας Ντόναλντ Τουσκ, ο πρόεδρος της Φινλανδίας Αλεξάντερ Στουμπ και ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρήντριχ Μερτς.

Οι δηλώσεις του Μαγιάρ έγιναν μία ημέρα αφότου ο Ορμπάν είχε υποστηρίξει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστά μεγαλύτερη απειλή για την Ουγγαρία από ό,τι η Ρωσία. Μιλώντας σε υποστηρικτές του στις 14 Φεβρουαρίου, ο Ορμπάν ανέφερε ότι θα πρέπει να γίνει αποδεκτό πως όσοι αγαπούν την ελευθερία δεν θα πρέπει να φοβούνται την Ανατολή, αλλά τις Βρυξέλλες, και να στρέφουν το ανήσυχο βλέμμα τους προς τις Βρυξέλλες. Πρόσθεσε ότι το σύνθημα «Πούτιν, Πούτιν, Πούτιν» είναι χονδροειδές και επιπόλαιο, ενώ οι Βρυξέλλες αποτελούν απτή πραγματικότητα και άμεση πηγή κινδύνου, επισημαίνοντας ότι κανείς δεν φανταζόταν κάτι τέτοιο πριν από 20 χρόνια, αλλά αυτή είναι η πικρή αλήθεια και δεν πρόκειται να γίνει ανεκτή.

Οι σχέσεις μεταξύ Βουδαπέστης και Βρυξελλών έχουν επιδεινωθεί τα τελευταία χρόνια. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει παγώσει περισσότερα από 6,3 δισεκατομμύρια ευρώ σε κονδύλια που προορίζονταν για την Ουγγαρία, επικαλούμενη ανησυχίες για ζητήματα διαφθοράς και δημοκρατικών προτύπων.

Νέα ενεργειακή στρατηγική στη Γαλλία με έμφαση στην πυρηνική ενέργεια

Η Γαλλία υιοθέτησε νέο ενεργειακό νόμο που προβλέπει την επέκταση της πυρηνικής ενέργειας, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας για τη σταδιακή απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.

Στο πλαίσιο του νέου προγράμματος PPE3, η Γαλλία στοχεύει να μειώσει τη χρήση ορυκτών καυσίμων κατά 45% μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια και να καταργήσει τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα έως το τέλος του 2027, σύμφωνα με το κυβερνητικό έγγραφο ενεργειακού σχεδιασμού.

Ο νόμος προωθήθηκε με κυβερνητικό διάταγμα στις 13 Φεβρουαρίου.

Το μεγαλύτερο σε εκλογική δύναμη κόμμα της Γαλλίας, ο δεξιός Εθνικός Συναγερμός, ανακοίνωσε ότι θα προσβάλει τον ενεργειακό νόμο τόσο δικαστικά όσο και στο κοινοβούλιο, υποστηρίζοντας ότι υιοθετήθηκε παρανόμως και ότι στην ουσία επιβλήθηκε στη Γαλλία από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Ο υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας Ρολάν Λεσκίρ δήλωσε σε δημοσιογράφους ότι η χώρα πρέπει να σταματήσει τις εσωτερικές διαμάχες και ότι χρειάζεται τόσο την πυρηνική ενέργεια όσο και τις ανανεώσιμες πηγές, προσθέτοντας ότι η πυρηνική ενέργεια αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του ηλεκτρικού συστήματος της χώρας. Ο Λεσκίρ ανέφερε ότι ο πρώτος νέος αντιδραστήρας στο πλαίσιο του προγράμματος αναμένεται να εγκαινιαστεί έως το 2038.

Η Γαλλία διαθέτει ιδιαίτερα ανεπτυγμένο και μακροχρόνιο πρόγραμμα πυρηνικής ενέργειας· ο πρώτος εμπορικός πυρηνικός αντιδραστήρας της συνδέθηκε με το ηλεκτρικό δίκτυο το 1963. Περίπου το 70% της ηλεκτροπαραγωγής της χώρας προέρχεται από πυρηνική ενέργεια, ποσοστό που αποτελεί το υψηλότερο παγκοσμίως.

Σε κυβερνητική ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στις 13 Φεβρουαρίου, η Γαλλία παρουσίασε τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή της στρατηγική. Το σχέδιο προβλέπει την κατασκευή έξι νέων πυρηνικών αντιδραστήρων τύπου EPR2, με δυνατότητα προσθήκης ακόμη οκτώ σε μεταγενέστερο στάδιο. Η πρώτη θέση σε λειτουργία των νέων αντιδραστήρων προγραμματίζεται να ξεκινήσει το 2038.

Η στρατηγική περιλαμβάνει επίσης την εδραίωση και την παράταση της διάρκειας ζωής του υφιστάμενου πυρηνικού στόλου της Γαλλίας, που αριθμεί 57 αντιδραστήρες, παράλληλα με μέτρα για τη βελτιστοποίηση της απόδοσης του σημερινού συστήματος. Η κυβέρνηση θέτει ως στόχο η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνική ενέργεια να φτάσει τις 380 τεραβατώρες (TWh) έως το 2030.

Το αναθεωρημένο γαλλικό ενεργειακό σχέδιο προβλέπει στόχο 15 γιγαβάτ (GW) υπεράκτιας αιολικής ισχύος έως το 2035, ο οποίος χαρακτηρίζεται «μετρημένος και ρεαλιστικός», ώστε να ευθυγραμμίζεται με τις βιομηχανικές δυνατότητες και τους περιορισμούς του δικτύου και των υποδομών.

Ο στόχος αυτός είναι χαμηλότερος από εκείνον τόσο του Ηνωμένου Βασιλείου όσο και της Γερμανίας.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, στόχος 43–50 γιγαβάτ υπεράκτιας αιολικής ισχύος έως το 2030 αποτελεί κεντρικό στοιχείο της πολιτικής, σε ευθυγράμμιση με τον Νόμο για την Κλιματική Αλλαγή του 2008, ο οποίος απαιτεί από την κυβέρνηση να θέσει νομικά δεσμευτικό στόχο για μηδενικές καθαρές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έως το 2050. Το Ηνωμένο Βασίλειο συγκαταλέγεται στις ελάχιστες χώρες που έχουν ενσωματώσει στόχους μηδενικών εκπομπών στη νομοθεσία μέσω ρητής νομικής υποχρέωσης.

Οι επίσημοι στόχοι της Γερμανίας για την υπεράκτια αιολική ενέργεια είναι επίσης σημαντικά υψηλότεροι από εκείνους της Γαλλίας, καθώς προβλέπουν τουλάχιστον 40 γιγαβάτ υπεράκτιας αιολικής ισχύος έως το 2035 βάσει των ισχυόντων πλαισίων πολιτικής.

Η επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του Εθνικού Συναγερμού, Μαρίν Λεπέν, επέκρινε τον νόμο και υποστήριξε ότι το PPE3 υιοθετήθηκε υπό πίεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Δήλωσε ότι θα κινηθεί διαδικαστικά και νομικά κατά του ενεργειακού διατάγματος της κυβέρνησης.

Σε ανακοίνωσή της στις 21 Φεβρουαρίου, ανέφερε ότι, στην ουσία, το PPE3 επιβεβαιώνει μια έκρηξη του κόστους και, κατά συνέπεια, των τιμών της ενέργειας στη Γαλλία, προκαλώντας αλυσιδωτές καταστροφικές συνέπειες για ολόκληρη την οικονομία και την αγοραστική δύναμη των οικογενειών.

Σε ανάρτησή της στις 21 Φεβρουαρίου στην πλατφόρμα X, πρόσθεσε ότι το σχέδιο θα κοστίσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε επιβαρύνσεις, φόρους και άλλες επιδοτήσεις, εις βάρος της αγοραστικής δύναμης των Γάλλων και της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Υποστήριξε επίσης ότι δεν πρόκειται για αναβίωση της πυρηνικής ενέργειας, αλλά για μαζική επιτάχυνση της εγκατάστασης χερσαίων και θαλάσσιων ανεμογεννητριών που καταστρέφουν τα τοπία, μαζί με φωτοβολταϊκά κινεζικής κατασκευής.

Με πληροφορίες από το Reuters

Κάλεσμα για μείωση γραφειοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Ευρωπαίοι ηγέτες δήλωσαν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση κινδυνεύει να μείνει ακόμη πιο πίσω από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, εάν δεν προχωρήσει γρήγορα σε μείωση της γραφειοκρατίας και σε απλοποίηση των κανονισμών.

Οι δηλώσεις έγιναν καθώς πολιτικοί και επιχειρηματικοί παράγοντες της Ευρωπαϊκής Ένωσης συναντήθηκαν στη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Βιομηχανίας στις 11 Φεβρουαρίου, στην Αμβέρσα του Βελγίου, για να συζητήσουν τρόπους ενίσχυσης της οικονομικής ανταγωνιστικότητας της Ένωσης.

Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δήλωσε στις 11 Φεβρουαρίου ότι «είναι ώρα η Ευρώπη να δράσει γρήγορα και αποφασιστικά». Το χάσμα ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες διευρυνόταν και ότι η Κίνα κάλυπτε τη διαφορά. Τα τελευταία 20 χρόνια η Κίνα αναπτυσσόταν κατά περίπου 8% τον χρόνο, οι Ηνωμένες Πολιτείες κατά 2% και η Ευρωπαϊκή Ένωση κατά μέσο όρο μόλις κατά 1%, προσθέτοντας ότι η Ένωση έπρεπε να κλείσει αυτό τώρα.

Τόνισε ότι έπρεπε να υπάρξει απορρύθμιση σε κάθε τομέα και κάλεσε σε μια «ρυθμιστική εκκαθάριση από μηδενική βάση», υποστηρίζοντας ότι οι μικρές διορθώσεις στη νομοθεσία δεν επαρκούσαν και ότι χρειαζόταν συστηματική επανεξέταση ολόκληρου του συνόλου της υφιστάμενης νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στην εναρκτήρια ομιλία της στην εκδήλωση, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δήλωσε ότι είχε έρθει «η ώρα για μια βαθιά ρυθμιστική γενική εκκαθάριση, σε όλα τα επίπεδα». Σήμερα μπορεί να απαιτείται περισσότερος χρόνος για την έκδοση άδειας ενός νέου εργοστασίου από ό,τι για την κατασκευή του.

Η φον ντερ Λάιεν αναφέρθηκε στην πρακτική της «υπερ-ενσωμάτωσης», δηλαδή της υπερβολικής εφαρμογής των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε εθνικό επίπεδο, με την προσθήκη πρόσθετων υποχρεώσεων που δεν απαιτούνται από το ενωσιακό δίκαιο. Ως παράδειγμα, είπε ότι ένα φορτηγό στο Βέλγιο μπορούσε να ζυγίζει έως 44 τόνους, αλλά, όταν περνούσε στη Γαλλία, διασχίζοντας ένα σύνορο που ουσιαστικά δεν υφίστατο πλέον, μπορούσε να μεταφέρει μόνο έως 40 μετρικούς τόνους. Πρόσθεσε ότι, τον Ιούνιο του 2023, προτάθηκε νομοθεσία για την εναρμόνιση αυτού του ζητήματος, αλλά ότι σχεδόν δύο χρόνια αργότερα το θέμα εξακολουθούσε να βρίσκεται υπό συζήτηση από τους νομοθέτες.

Η φον ντερ Λάιεν είπε ότι η μεταφορά αποβλήτων από ένα κράτος-μέλος σε άλλο θα έπρεπε να είναι αποτελεσματική, εύκολη και γρήγορη, όμως οι διαφορετικές εθνικές πρακτικές την καθιστούσαν εξαιρετικά περίπλοκη.

Ανέφερε ότι ορισμένα κράτη-μέλη, για παράδειγμα, δέχονταν αλληλογραφία μόνο μέσω φαξ, προσθέτοντας ότι μπορούσαν να περάσουν αρκετοί μήνες μέχρι οι έμποροι να πάρουν «πράσινο φως» από τις αρχές, ανάλογα με τους διαφορετικούς κανόνες των διαφορετικών κρατών-μελών.

Η φον ντερ Λάιεν δήλωσε ότι η Κίνα πλέον εξήγε «σχεδόν διπλάσια» καθαρή τεχνολογία σε σχέση με την Ευρώπη. Είπε ότι η Ευρώπη θα έπρεπε να συνεχίσει το σχέδιο απανθρακοποίησης, αναφέροντας ότι μια Βιομηχανική Τράπεζα Απανθρακοποίησης ύψους 100 δισ. ευρώ θα χρηματοδοτούσε την «απανθρακοποίηση» του τρόπου με τον οποίο λειτουργούσαν οι κλίβανοι, λιώνονταν τα μέταλλα ή αναμειγνύονταν τα χημικά.

Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε στους δημοσιογράφους στις 12 Φεβρουαρίου ότι υπήρχε κοινή αίσθηση επείγοντος πως η Ευρώπη έπρεπε να δράσει. Μίλησε στο κάστρο Άλντεν Μπίεσεν στο Βέλγιο, όπου συναντήθηκε με τους 27 αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων της Ένωσης για να συζητήσουν τρόπους ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας.

Ο Μακρόν είπε ότι έπρεπε να υπάρξει γρήγορη δράση και συγκεκριμένες αποφάσεις έως τον Ιούνιο, προσθέτοντας ότι, αν σε ορισμένους τομείς δεν υπήρχε πρόοδος και από τα 27 κράτη μαζί, υπήρχε το δικαίωμα επιλογής ενισχυμένης συνεργασίας μεταξύ λιγότερων κρατών-μελών, ώστε να προχωρήσουν ταχύτερα.

Στη συνάντηση, ο Βέλγος πρωθυπουργός Μπαρτ ντε Βέβερ δήλωσε ότι το βασικό ζήτημα για την ευρωπαϊκή βιομηχανία αυτή τη στιγμή ήταν το ενεργειακό κόστος. Είπε ότι η Ευρώπη δεν ήταν ανταγωνιστική και ότι υπήρχε κίνδυνος να χαθούν η πετροχημική βιομηχανία, η χαλυβουργία, τα μέταλλα, προσθέτοντας ότι όλα αυτά αποτελούσαν τη βάση κάθε ευημερίας. Ο ντε Βέβερ πρόσφατα άσκησε κριτική στην «πράσινη μετάβαση» της Ευρώπης, προειδοποιώντας ότι οι τρέχουσες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το κλίμα και την ενέργεια επιτάχυναν την αποβιομηχάνιση.

Σε ομιλία του στις 29 Ιανουαρίου, σε εκδήλωση για το μέλλον της Ευρώπης που διοργάνωσαν οι βελγικές εφημερίδες De Tijd και L’Echo, ο ντε Βέβερ είπε ότι η Ευρώπη είχε κάνει μια σειρά από «δογματικές επιλογές» στην ενέργεια και στο κλίμα, οι οποίες αποδυνάμωσαν τη βιομηχανική της βάση. Ανέφερε ότι, με απόλυτο ρεαλισμό, η απανθρακοποίηση της Ευρώπης θα γινόταν συνώνυμη της αποβιομηχάνισης της Ευρώπης και ότι αυτό ήδη συνέβαινε, προσθέτοντας ότι η Ευρώπη ήταν εξαρτημένη από τα φθηνά ορυκτά καύσιμα που έρεαν από τη Ρωσία.

Πρόσθεσε ότι η Κίνα επωφελούνταν από τον πόλεμο, καθώς εξασφάλιζε φθηνό πετρέλαιο και φθηνό φυσικό αέριο, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν στήριζαν πλέον την Ουκρανία, ότι πωλούσαν στην Ευρώπη όπλα και ότι η Ευρώπη έμενε με τους λογαριασμούς και με υπέρογκες τιμές ενέργειας.

Με πληροφορίες από το Reuters

Διχασμός στην Ευρώπη για την απανθρακοποίηση — Αιτήματα για πιο ανταγωνιστική βιομηχανία

Ανήσυχοι για τη διεύρυνση του χάσματος ανταγωνιστικότητας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, κορυφαίοι Ευρωπαίοι ηγέτες κάλεσαν για άμεση μείωση της γραφειοκρατίας και απλοποίηση της νομοθεσίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό ήταν το μήνυμα που κυριάρχησε στη Σύνοδο της Ευρωπαϊκής Βιομηχανίας που πραγματοποιήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου στην Αμβέρσα του Βελγίου, συγκεντρώνοντας πολιτικούς και εκπροσώπους της επιχειρηματικής κοινότητας με στόχο την ενίσχυση της οικονομικής ανταγωνιστικότητας της ΕΕ.

Ο Γερμανός καγκελάριος Φρήντριχ Μερτς τόνισε την επείγουσα ανάγκη αποφασιστικής δράσης: «Έχει έρθει η ώρα να δράσει η Ευρώπη — να δράσει γρήγορα και αποφασιστικά. Το χάσμα ανάπτυξης με τις ΗΠΑ διευρύνεται, ενώ η Κίνα μας πλησιάζει. Τρία μόνο στοιχεία: την τελευταία εικοσαετία, η Κίνα αναπτύχθηκε κατά περίπου 8% ετησίως, οι ΗΠΑ κατά 2%, ενώ η ΕΕ μόνο κατά 1% κατά μέσο όρο. Πρέπει να καλύψουμε αυτό το κενό — και πρέπει να το κάνουμε τώρα».

Ο κος Μερτς ζήτησε πλήρη αναμόρφωση του ρυθμιστικού πλαισίου: «Χρειάζεται απελευθέρωση της αγοράς σε κάθε τομέα. Καλώ για ένα ρυθμιστικό καθαρό χαρτί — οι επιμέρους διορθώσεις δεν αρκούν. Πρέπει να επανεξετάσουμε συνολικά και συστηματικά όλη την ισχύουσα νομοθεσία της ΕΕ».

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έθιξε επίσης το ζήτημα της ρυθμιστικής μεταρρύθμισης στην εναρκτήρια ομιλία της: «Σήμερα, μπορεί να χρειάζεται περισσότερος χρόνος για τη χορήγηση άδειας σε ένα νέο εργοστάσιο απ’ ό,τι για την κατασκευή του», σημείωσε, επικρίνοντας τη συστηματική υπερβολική επιβάρυνση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας («gold-plating»).

«Ένα φορτηγό στο Βέλγιο μπορεί να ζυγίζει έως 44 τόνους. Αν όμως περάσει στη Γαλλία — διασχίζοντας ένα σύνορο που πλέον δεν υπάρχει — το όριο πέφτει στους 40 τόνους. Τον Ιούνιο του 2023 προτείναμε εναρμόνιση. Σχεδόν δύο χρόνια μετά, το θέμα βρίσκεται ακόμη υπό συζήτηση», επεσήμανε. Παράλληλα, αναφέρθηκε στις πολύπλοκες διαδικασίες διακίνησης αποβλήτων μεταξύ κρατών-μελών: «Κάποια κράτη-μέλη δέχονται, για παράδειγμα, μόνο φαξ για επίσημη επικοινωνία. Μπορεί να χρειαστούν μήνες ώσπου οι εμπορικές επιχειρήσεις να πάρουν το πράσινο φως από τις Αρχές, ανάλογα με τις κατά τόπους νομοθεσίες».

Σε ό,τι αφορά την πράσινη τεχνολογία, η φον ντερ Λάιεν παρατήρησε: «Η Κίνα πλέον εξάγει σχεδόν διπλάσια ποσότητα καθαρής τεχνολογίας από ό,τι εμείς». Τόνισε την ανάγκη να συνεχιστεί η απανθρακοποίηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, προτείνοντας τη σύσταση ειδικής «τράπεζας απανθρακοποίησης» ύψους 100 δισ. ευρώ: «Μια τράπεζα Βιομηχανικής Απανθρακοποίησης θα χρηματοδοτήσει την απανθρακοποίηση του τρόπου με τον οποίο ανάβετε φούρνους, λιώνετε μέταλλα ή αναμιγνύετε χημικά».

Στο ίδιο πνεύμα, ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμμανουέλ Μακρόν υπογράμμισε την ανάγκη ταχύτατης λήψης αποφάσεων: «Μοιραζόμαστε το αίσθημα επείγοντος· η Ευρώπη οφείλει να δράσει. Χρειαζόμαστε άμεσες, συγκεκριμένες αποφάσεις έως τον Ιούνιο. Αν σε κάποιους τομείς δεν προχωράμε ως 27, έχουμε το δικαίωμα ενισχυμένης συνεργασίας [με λιγότερα μέλη της ΕΕ] για την επιτάχυνση», δήλωσε στους δημοσιογράφους.

Ο πρωθυπουργός του Βελγίου Μπαρτ ντε Βέβερ επεσήμανε το κρίσιμο ζήτημα του ενεργειακού κόστους: «Δεν είμαστε ανταγωνιστικοί και κινδυνεύουμε να χάσουμε τη βιομηχανία της πετροχημείας, του χάλυβα, των μετάλλων — τη βάση της ευημερίας μας».

Ο ντε Βέβερ συγκαταλέγεται μεταξύ των επικριτών της ευρωπαϊκής πράσινης μετάβασης, υποστηρίζοντας πως οι υφιστάμενες πολιτικές της ΕΕ για το κλίμα και την ενέργεια οδηγούν σε αποβιομηχάνιση: «Ας είμαστε ρεαλιστές, κυρίες και κύριοι. Η απανθρακοποίηση της Ευρώπης ταυτίζεται με την αποβιομηχάνισή της — και ήδη συμβαίνει. Ήμασταν εθισμένοι στα φθηνά ορυκτά καύσιμα από τη Ρωσία. Η Κίνα ωφελείται από τον πόλεμο, παίρνει φθηνό πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Η Αμερική δεν στηρίζει πια την Ουκρανία — μας πουλάει όπλα και εμείς μένουμε με τους λογαριασμούς και τις εξωφρενικές τιμές ενέργειας», δήλωσε στη διάσκεψη «Το μέλλον της Ευρώπης» στις 29 Ιανουαρίου.

Με πληροφορίες από το Reuters