Η βρετανική κυβέρνηση ετοιμάζει νέες εξουσίες για τον έλεγχο του διαδικτυακού περιεχομένου σε «περιόδους κρίσης», μετά τις ταραχές στο Μπέλφαστ της Βόρειας Ιρλανδίας, οι οποίες ακολούθησαν την ευρεία διάδοση βίντεο που φαίνεται να καταγράφει επίθεση με μαχαίρι από Σουδανό αιτούντα άσυλο. Από την επίθεση τραυματίστηκε σοβαρά ένας κάτοικος της περιοχής στο κεφάλι και τον λαιμό.
Η υπουργός Τεχνολογίας Λιζ Κένταλ δήλωσε ότι την επόμενη εβδομάδα οι υπουργοί θα καταθέσουν στο Κοινοβούλιο αναθεώρηση του Νόμου για την Ασφάλεια στο Διαδίκτυο, η οποία θα απαιτεί από τις πλατφόρμες να λαμβάνουν ταχύτερα μέτρα για την αφαίρεση παράνομου περιεχομένου που διακινείται σε περιόδους κρίσης.
Σε ανάρτησή της στο X, στις 10 Ιουνίου, η Κένταλ ανέφερε ότι όσοι χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να υποκινούν βία και ταραχές παραβιάζουν τον νόμο, προσθέτοντας ότι ζήτησε ρητά από τη ρυθμιστική αρχή επικοινωνιών Ofcom να συζητήσει επειγόντως με το X και άλλες πλατφόρμες για τον τρόπο με τον οποίο θα συμμορφωθούν με τον Νόμο για την Ασφάλεια στο Διαδίκτυο.
Ο νόμος, που θεσπίστηκε από την προηγούμενη Συντηρητική κυβέρνηση ως η πρώτη ολοκληρωμένη νομοθεσία για την ασφάλεια στο διαδίκτυο παγκοσμίως, έλαβε βασιλική έγκριση τον Οκτώβριο του 2023.
Η πρωτοβουλία έπεται των ταραχών που ξέσπασαν στο Μπέλφαστ μετά την ευρεία διάδοση βίντεο που έδειχνε επίθεση με μαχαίρι που σημειώθηκε στις 8 Ιουνίου. Στο βίντεο διακρίνεται ένας άνδρας να μαχαιρώνει επανειλημμένα ένα αιμόφυρτο θύμα, ενώ παριστάμενοι φωνάζουν ζητώντας βοήθεια. Η αστυνομία χαρακτήρισε αργότερα την επίθεση «κρίσιμο περιστατικό».
Ένας 30χρονος αιτών άσυλο από το Σουδάν, ο Χάντι Αλοντίντ, εμφανίστηκε ενώπιον δικαστηρίου κατηγορούμενος για απόπειρα δολοφονίας. Το θύμα κατονομάστηκε ως Στήβεν Όγκιλβι.
Τη διάδοση του βίντεο ακολούθησαν δύο νύχτες ταραχών από κουκουλοφόρους διαδηλωτές, ορισμένοι από τους οποίους επιτέθηκαν σε αστυνομικούς και πυρπόλησαν οχήματα. Αρκετά αυτοκίνητα και ένα λεωφορείο κάηκαν, ενώ η αστυνομία χρειάστηκε να βοηθήσει μια οικογένεια να διαφύγει από φλεγόμενο σπίτι.
Σε ανοικτή επιστολή προς παρόχους διαδικτυακών υπηρεσιών στις 10 Ιουνίου, η Ofcom υποστήριξε ότι οι ταραχές στο Μπέλφαστ φαίνεται να «υποκινήθηκαν διαδικτυακά», συμπεριλαμβανομένων περιστατικών βίας με φυλετικά κίνητρα. Η ρυθμιστική αρχή ανέφερε ότι επιθυμεί να υπενθυμίσει στις πλατφόρμες πως, βάσει του Νόμου για την Ασφάλεια στο Διαδίκτυο, υποχρεούνται να ενεργούν γρήγορα για την αφαίρεση «παράνομου περιεχομένου» μόλις λάβουν γνώση της ύπαρξής του και να περιορίζουν τις πιθανότητες εμφάνισής του στις υπηρεσίες τους.
Η Ofcom δεν ανέφερε συγκεκριμένα παραδείγματα, σημείωσε όμως ότι σε αυτή την κατηγορία θα μπορούσε να περιλαμβάνεται «περιεχόμενο που συνιστά αδικήματα υποκίνησης μίσους ή πρόκλησης βίας».
Η κυβέρνηση των Εργατικών προωθεί παράλληλα ευρύτερη ρύθμιση του διαδικτύου. Ο πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ δήλωσε στις 8 Ιουνίου ότι οι εταιρείες τεχνολογίας που δραστηριοποιούνται στο Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να εμποδίσουν τα παιδιά να στέλνουν και να λαμβάνουν φωτογραφίες με άσεμνο περιεχόμενο μέσω των κινητών τους τηλεφώνων, διαφορετικά θα βρεθούν αντιμέτωπες με νομοθετικές παρεμβάσεις που θα τις υποχρεώσουν να το πράξουν.
Μιλώντας κατά τη διάρκεια της London Tech Week (Εβδομάδα για την Τεχνολογία), ο Στάρμερ κάλεσε τις εταιρείες τεχνολογίας που δραστηριοποιούνται στη χώρα να εισαγάγουν μηχανισμούς ελέγχου στις συσκευές ώστε να αποτρέπεται η αποστολή και λήψη εικόνων σεξουαλικού περιεχομένου από παιδιά.
Σε εταιρείες όπως η Apple και η Google δόθηκε προθεσμία τριών μηνών για να αναπτύξουν ή να ενεργοποιήσουν τέτοια συστήματα. Οι ενήλικοι θα εξακολουθούν να μπορούν να έχουν πρόσβαση ή να κοινοποιούν τέτοιο περιεχόμενο μέσω διαδικασιών επαλήθευσης ηλικίας.
Το Signal, η εφαρμογή κρυπτογραφημένων μηνυμάτων, επέκρινε την πρόταση σε ανακοίνωσή της στις 8 Ιουνίου, μιλώντας για σάρωση «όλου του περιεχομένου σε όλες τις συσκευές που πωλούνται ή χρησιμοποιούνται στη χώρα» μέσω ενός «δυστοπικού συνδυασμού επαλήθευσης ηλικίας και σάρωσης περιεχομένου». Η εταιρεία υποστήριξε ότι η πρόταση δεν θα προστατεύσει τα παιδιά, αλλά αντίθετα θέτει σε κίνδυνο όλους τους πολίτες.
Παράλληλα, ανέφερε ότι η ιστορία δείχνει πως, μόλις εφαρμοστούν τέτοιες τεχνολογίες, ακολουθεί αναπόφευκτα αυταρχική διεύρυνση των κατηγοριών κατά του περιεχομένου και των προσώπων που τίθενται υπό παρακολούθηση. Επεσήμανε δε ότι τα εργαλεία αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για την αυτόματη αναφορά πολιτών στις κρατικές αρχές.
Η πρόεδρος της Signal, Μέρεντιθ Γουίτακερ, δήλωσε σε συνέντευξή της στο Bloomberg στις 10 Ιουνίου ότι ενδέχεται η εταιρεία να αποσύρει την εφαρμογή από το Ηνωμένο Βασίλειο.
Ο συγγραφέας, υπέρμαχος της ελευθερίας του λόγου και κωμικός Άντριου Ντόυλ υποστήριξε σε ανάρτησή του στο X, στις 10 Ιουνίου, ότι η κυβέρνηση «δεν θέλει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα· θέλει μόνο να εμποδίσει τους ανθρώπους να μιλούν γι’ αυτό», σημειώνοντας ότι το ίδιο είχε κάνει και η προηγούμενη κυβέρνηση μετά τη δολοφονία του σερ Ντέιβιντ Άμες, βουλευτή των Συντηρητικών.
Μετά τη δολοφονία του Άμες, το 2021, πολιτικοί των Τόρις είχαν ζητήσει τη θέσπιση του λεγόμενου «Νόμου του Ντέιβιντ», μιας νομοθεσίας που θα καταργούσε την ανωνυμία στο διαδίκτυο. Δράστης ήταν ο Άλι Χάρμπι Άλι, Βρετανός πολίτης σομαλικής καταγωγής, ο οποίος επιτέθηκε στον Άμες, την ώρα που ο πολιτικός βρισκόταν σε συνάντηση με ψηφοφόρους του στην εκλογική του περιφέρεια στο Λη-ον-Ση του Έσσεξ.
Ο Άλι, ο οποίος παραδέχθηκε την πίστη του στην ισλαμιστική τρομοκρατική οργάνωση ISIS, είχε προηγουμένως παραπεμφθεί στο Prevent, το κυβερνητικό πολυυπηρεσιακό πρόγραμμα που αποσκοπεί στην αποτροπή της ριζοσπαστικοποίησης ατόμων προς την τρομοκρατία.
Είχε κλείσει ραντεβού μέσω του γραφείου του βουλευτή, ισχυριζόμενος ψευδώς ότι μετακόμιζε στην περιοχή και ενδιαφερόταν για τις τοπικές εκκλησίες. Στη συνέχεια έβγαλε ένα μαχαίρι με λεπίδα περίπου 30 εκατοστών και μαχαίρωσε τον Άμες πάνω από είκοσι φορές.
Την περίοδο εκείνη, το Columbia Journalism Review είχε επισημάνει ότι οι εκκλήσεις για περιορισμό της διαδικτυακής ανωνυμίας προκάλεσαν έκπληξη σε ορισμένους παρατηρητές, καθώς ο θάνατος του Άμες δεν συνδεόταν με τη διαδικτυακή ανωνυμία ούτε καν με το διαδίκτυο.
Με τη συμβολή των Guy Birchall και Alexander Zhang


