Δευτέρα, 04 Μαΐ, 2026

Η Γενική Εισαγγελέας Μπόντι ανακοινώνει προσφυγή κατά του Μέιν για τη συμμετοχή αγοριών σε γυναικεία αθλήματα

Το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ ζητά από ομοσπονδιακό δικαστήριο να εκδώσει διαταγή που θα απαιτεί από τα σχολεία της πολιτείας του Μέιν να σταματήσουν άμεσα τη συμμετοχή διεμφυλικών αγοριών σε γυναικεία αθλήματα και να επιστρέψουν όλα τα αθλητικά ρεκόρ και τους τίτλους στις νόμιμες, θηλυκές κατόχους.

Η ομοσπονδιακή υπηρεσία θα εξετάσει επίσης το ενδεχόμενο αναδρομικής ανάκλησης της χρηματοδότησης σε σχολικές περιφέρειες που δεν έχουν συμμορφωθεί στο παρελθόν με τις διατάξεις του «Τίτλου IX» (Title IX), όπως ανακοίνωσε η Γενική Εισαγγελέας Παμ Μπόντι σε συνέντευξη Τύπου, στις 16 Απριλίου, στην Ουάσιγκτον. «Πρόκειται για βασικά πράγματα», δήλωσε η Μπόντι. «Αφορά τον αθλητισμό των γυναικών. Αφορά επίσης την προσωπική ασφάλεια των νεαρών γυναικών.»

Δίπλα της βρίσκονταν η υπουργός Παιδείας Λίντα ΜακΜάχον και η πολιτειακή βουλευτής του Μέιν, Λόρελ Λίμπι, η οποία είχε τιμωρηθεί από το Δημοκρατικό πλειοψηφικό σώμα της πολιτειακής Βουλής για τη δημοσίευση της ταυτότητας και φωτογραφιών διεμφυλικού αθλητή του Λυκείου Greely, που φέτος κέρδισε τον πολιτειακό τίτλο στο άλμα επί κοντώ σε κλειστό στίβο.

Στη σκηνή εμφανίστηκαν και μαθήτριες που είχαν αγωνιστεί με διεμφυλικά αγόρια, μαζί με την πρώην κολυμβήτρια του NCAA, Ράιλι Γκέινς, η οποία έφερε το ζήτημα σε εθνικό επίπεδο όταν έχασε το πρωτάθλημα από διεμφυλικό άνδρα που αγωνιζόταν στην κατηγορία ανδρών μέχρι την τελευταία του χρονιά.

Η Μπόντι ανέφερε ότι διεμφυλικός αθλητής του Μέιν κέρδισε επίσης τον πολιτειακό τίτλο ανωμάλου δρόμου το περασμένο φθινόπωρο στην κατηγορία των γυναικών και διακρίθηκε σε πολιτειακούς αγώνες σκι κατά τη διάρκεια του χειμώνα. «Αυτό στέρησε τη θέση από νέα κορίτσια στον γυναικείο αθλητισμό», δήλωσε η Μπόντι. «Ντροπή του». Η ίδια δεν αποκάλυψε σε ποιο δικαστήριο κατατέθηκε η ομοσπονδιακή αγωγή.

Σε ξεχωριστή υπόθεση σχετική με το ίδιο ζήτημα, δικαστής διέταξε την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να αποδεσμεύσει χρηματοδότηση του υπουργείου Γεωργίας προς τα σχολεία.

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε εκδώσει εκτελεστικά διατάγματα που διευκρίνιζαν τις διατάξεις του Τίτλου IX και απαγόρευαν σε άνδρες να αγωνίζονται σε γυναικείες κατηγορίες. Το NCAA έχει ήδη συμμορφωθεί, ενώ Ρεπουμπλικανοί βουλευτές στη Βουλή των Αντιπροσώπων εργάζονται για την ψήφιση νόμου που θα ενσωματώνει τον σχετικό κανονισμό.

Ο Γενικός Εισαγγελέας του Μέιν έχει ήδη ενημερώσει την Μπόντι ότι η Πολιτεία του δεν προτίθεται να συμμορφωθεί με τη διαταγή. Οι διευθυντές των σχολείων δήλωσαν στις κοινότητές τους ότι, μέχρι νεωτέρας, θα συνεχίσουν να εφαρμόζουν την πολιτειακή νομοθεσία, η οποία είναι αντίθετη με το εκτελεστικό διάταγμα του Τραμπ.

Ο Τραμπ είχε δημόσια αντιπαράθεση με την κυβερνήτη του Μέιν, Τζάνετ Μιλς, σε συνάντηση κυβερνητών στο Καπιτώλιο τον Φεβρουάριο, προειδοποιώντας την ότι θα διακόψει τη χρηματοδότηση εάν συνεχίσει να αγνοεί το εκτελεστικό του διάταγμα.

Σε πολιτειακό επίπεδο, η σχολική κοινότητα του Λυκείου Greely έχει εκφράσει δημόσια τη στήριξή της προς όλους τους διεμφυλικούς αθλητές, συμπεριλαμβανομένου του πρωταθλητή στο άλμα επί κοντώ, ασκώντας κριτική στον Τραμπ και στο NCAA για τη συμμόρφωσή του. Ωστόσο, η Λίμπι εξακολουθεί να λαμβάνει σημαντική υποστήριξη μέσω των κοινωνικών της δικτύων, δηλώνοντας ότι η πλειονότητα των πολιτών του Μέιν δεν εγκρίνει τη συμμετοχή ανδρών στον γυναικείο αθλητισμό.

«Οι Δημοκρατικοί του Μέιν έχουν γίνει ακόμα πιο αφοσιωμένοι στην άκρα αριστερή τους ατζέντα, και τώρα οι μαθητές και οι οικογένειες κινδυνεύουν να χάσουν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια ομοσπονδιακής χρηματοδότησης», ανέφερε η Λίμπι σε δήλωσή της στην Epoch Times. «Η ριζοσπαστική ιδεολογία τους περί φύλου θέτει σε κίνδυνο τη συνέχιση του γυναικείου αθλητισμού και επιβάλλει τιμωρίες στους μαθητές του Μέιν ενάντια στη βούληση των πολιτών του».

Η κυβερνήτης Μιλς εξέδωσε ανακοίνωση μετά τη συνέντευξη Τύπου της Μπόντι, στην οποία κατηγορεί τον Τραμπ και το υπουργείο Δικαιοσύνης για πολιτικά υποκινούμενες ενέργειες. «Όπως έχω πει και στο παρελθόν, δεν πρόκειται απλώς για το ποιος μπορεί να αγωνιστεί στο γήπεδο. Πρόκειται για το αν ένας Πρόεδρος μπορεί να επιβάλλει τη βούλησή του, αδιαφορώντας για το κράτος δικαίου που διέπει το έθνος μας. Πιστεύω ότι δεν μπορεί», δήλωσε η Μιλς.

Του Aaron Gifford

Ο Ρούμπιο ανακοινώνει το κλείσιμο του γραφείου που παρακολουθεί ξένη παραπληροφόρηση λόγω ανησυχιών λογοκρισίας

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο ανακοίνωσε στις 16 Απριλίου το κλείσιμο γραφείου στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ που παρακολουθούσε ξένη παραπληροφόρηση, λέγοντας ότι είχε λογοκρίνει τους Αμερικανούς.

Ο Ρούμπιο, σε άρθρο του για το Federalist, κατηγόρησε το γραφείο Counter Foreign Information Manipulation and Interference, παλαιότερα γνωστό ως Global Engagement Center (GEC), και το προσωπικό του ότι χρησιμοποίησαν τα δολάρια των φορολογουμένων για να επιβάλουν λογοκρισία, ιδιαίτερα σε διαδικτυακές συντηρητικές φωνές.

Μίλησε επίσης για την είδηση ​​κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης που μεταδόθηκε ζωντανά στον ιστότοπο του υπουργείου, λέγοντας: «Τερματίσαμε τη λογοκρισία που επιχορηγήθηκε από την κυβέρνηση στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω του Στέιτ Ντιπάρτμεντ».

Αρχικά ιδρύθηκε ως Αντιτρομοκρατικό Κέντρο Επικοινωνίας το 2007 για να ξεριζώνει τις αφηγήσεις της Αλ Κάιντα και άλλων τρομοκρατικών οργανώσεων, και έγινε GEC το 2016 υπό την κυβέρνηση Ομπάμα με την αποστολή να διευρύνει τις προσπάθειες για την αντιμετώπιση της ξένης παραπληροφόρησης.

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα του, η οποία έχει αρχειοθετηθεί στον ιστότοπο του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, αποστολή του κέντρου ήταν «να κατευθύνει, να καθοδηγήσει, να συγχρονίσει, να ενσωματώσει και να συντονίσει τις προσπάθειες της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης των ΗΠΑ να αναγνωρίσει, να κατανοήσει, να αποκαλύψει και να αντιμετωπίσει τις προσπάθειες ξένης κρατικής και μη κρατικής προπαγάνδας και παραπληροφόρησης που στοχεύουν να υπονομεύσουν ή να επηρεάσουν όλες τις πολιτικές των Ηνωμένων Πολιτειών.»

«Δεν στοχεύουμε το αμερικανικό κοινό», είπε ο Ντάνιελ Κίματζ, υπάλληλος του κέντρου, κατά τη διάρκεια προηγούμενης κατάθεσης. «Η GEC ασχολείται με τις ενέργειες ξένων παραγόντων προπαγάνδας. Εκεί σταματά το ενδιαφέρον της GEC. Δεν επεκτείνεται στην ομιλία των Αμερικανών.»

Η Epoch Times ανέφερε ότι το κέντρο επρόκειτο να κλείσει τις τελευταίες ημέρες της κυβέρνησης Μπάιντεν τον Δεκέμβριο του 2024. Βρέθηκε στο επίκεντρο πολλών νομικών υποθέσεων για τη συμμετοχή του σε μια πρωτοβουλία που ονομάζεται Election Integrity Partnership (EIP), η οποία προσπαθούσε να επισημάνει την εκλογική παραπληροφόρηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ο Ρούμπιο είπε στο δημοσίευμά του ότι «η GEC υποτίθεται ότι ήταν ήδη νεκρή» και ότι οι προκάτοχοί του υπό την κυβέρνηση Μπάιντεν άλλαξαν το όνομα του κέντρου σε Γραφείο Χειρισμού και Παρέμβασης Ξένων Πληροφοριών με την ελπίδα ότι θα επιζήσει από τη μετάβαση διατηρώντας τον ίδιο κατάλογο εργαζομένων.

Αναφέρθηκε στη δουλειά της GEC με το EIP και σημείωσε ότι ο επικεφαλής του κέντρου, Ρίτσαρντ Στένγκελ, στην εισαγωγή του βιβλίου του «Information Wars», παρομοίασε τον τρόπο που μιλάει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ με αυτόν των τρομοκρατών ή των ρωσικών εκστρατειών παραπληροφόρησης.

Στο άρθρο του, ο Ρούμπιο κατηγόρησε επίσης την GEC ότι κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19 προωθούσε την άποψη ότι οι εικασίες για την προέλευση του κορωνοϊού, οι υποθέσεις ότι είναι ένα κατασκευασμένο βιοόπλο ή ότι προέρχεται από έρευνες βιολογικού εργαστηρίου της Γουχάν ήταν ρωσική παραπληροφόρηση και ξένη προπαγάνδα.

Αντί να επανεγκαταστήσει το γραφείο, ο Ρούμπιο πήρε θέση ενάντια σε αυτό που αποκάλεσε «βιομηχανία παραπληροφόρησης» και την ιδέα ότι ο αμερικανικός λαός έπρεπε να προστατεύεται από τα ψέματα στο διαδίκτυο.

Ταυτόχρονα, είπε ότι ήταν βέβαιος ότι το τμήμα του θα μπορούσε να συνεχίσει να αγρυπνεί ενάντια στην κομμουνιστική Κίνα και άλλα έθνη με αυξανόμενη αυταρχική λογοκρισία χωρίς αυτό το γραφείο.

«Ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπιστεί η παραπληροφόρηση είναι η ελευθερία του λόγου – είναι να βεβαιωθείτε πως ό,τι είναι αληθινό έχει ίσες ή και μεγαλύτερες ευκαιρίες επικοινωνίας με ό,τι δεν είναι αλήθεια», είπε ο Ρούμπιο κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. «Το μάθαμε με τον δύσκολο τρόπο.»

Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν τις εμπορικές συνομιλίες ως μοχλό πίεσης κατά της Κίνας

Η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να ενσωματώσει έναν νέο όρο στις εμπορικές διαπραγματεύσεις της με σχεδόν 70 χώρες, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, ζητώντας από αυτές να περιορίσουν τις εμπορικές και οικονομικές τους σχέσεις με την Κίνα με αντάλλαγμα μειώσεις στους αμερικανικούς δασμούς.

Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου, με γνώση των διαπραγματεύσεων, δήλωσε στην Epoch Times ότι δεν μπορεί να επιβεβαιώσει το δημοσίευμα, αλλά ούτε και να το διαψεύσει. Δεν προέβη σε περαιτέρω σχόλια σχετικά με τη στρατηγική της κυβέρνησης.

Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, Αμερικανοί αξιωματούχοι ζητούν από άλλες χώρες να απαγορεύσουν τις μεταφορτώσεις, μια πρακτική κατά την οποία κινεζικά προϊόντα υφίστανται ελάχιστη επεξεργασία ή απλώς αλλάζουν ετικέτα σε τρίτες χώρες και στη συνέχεια προωθούνται στις ΗΠΑ.

Μια άλλη στρατηγική που προωθεί η Ουάσιγκτον είναι η αποτροπή της μετεγκατάστασης κινεζικών επιχειρήσεων σε τρίτες χώρες με σκοπό την παράκαμψη των αμερικανικών δασμών. Παράλληλα, καλεί τις κυβερνήσεις να μην επιτρέπουν την εισροή φθηνών κινεζικών προϊόντων στις αγορές τους — μια πρακτική που ήδη πολλές χώρες έχουν αρχίσει να αντιμετωπίζουν.

Στις 2 Απριλίου, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την επιβολή βασικού δασμού 10% σε σχεδόν όλες τις χώρες και πρόσθετους, αμοιβαίους δασμούς σε βασικούς εμπορικούς εταίρους όπως η Ιαπωνία, το Βιετνάμ, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Κίνα.

Αργότερα ανακοίνωσε τρίμηνη αναστολή της εφαρμογής των αμοιβαίων δασμών για τις χώρες που έδειξαν διάθεση για διαπραγματεύσεις, διατηρώντας ωστόσο τον βασικό δασμό του 10%. Διευκρίνισε ότι η αναστολή αυτή δεν θα ισχύσει για τις εισαγωγές από την Κίνα, κατηγορώντας το Πεκίνο για αντίποινα.

Αυτή τη στιγμή, οι δασμοί των ΗΠΑ σε πολλά κινεζικά προϊόντα φθάνουν το 145%. Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, κάποια προϊόντα, όπως τα ηλεκτρικά οχήματα και οι σύριγγες, υπόκεινται σε δασμούς έως και 245%, λόγω συνδυαστικών επιβαρύνσεων: αμοιβαίοι δασμοί, επιπλέον μέτρα για πρόδρομες ουσίες φαιντανύλης προερχόμενες από την Κίνα, και οι δασμοί του Άρθρου 301 που επιβλήθηκαν τόσο από την κυβέρνηση Τραμπ όσο και από εκείνη του Μπάιντεν, και κυμαίνονται μεταξύ 7,5% και 100%.

Τα τελευταία χρόνια έχει καταγραφεί αύξηση των μεταφορτώσεων από κινεζικές εταιρείες ως μέσο αποφυγής των αμερικανικών δασμών. Ο Τραμπ έχει αναφερθεί στην πρόθεσή του να κλείσει αυτά τα «παραθυράκια» και έχει καλέσει δημοσίως το Μεξικό να αυξήσει τους δασμούς του στα κινεζικά προϊόντα, ώστε να μην χρησιμοποιείται ως «πίσω πόρτα» για την πρόσβαση των κινεζικών αγαθών στην αμερικανική αγορά.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει επίσης δηλώσει ότι είναι πρόθυμος να μειώσει ή να αναστείλει τους δασμούς, εάν η Κίνα δεχθεί να διαπραγματευτεί. Το Πεκίνο, ωστόσο, απέρριψε δημοσίως την πρόταση.

«Η μπάλα είναι στο γήπεδο της Κίνας. Η Κίνα πρέπει να κάνει μια συμφωνία μαζί μας», δήλωσε η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στις 15 Απριλίου. «Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε συμφωνία μαζί τους. Η Κίνα δεν διαφέρει από τις υπόλοιπες χώρες, εκτός του ότι είναι μεγαλύτερη», πρόσθεσε, τονίζοντας ότι η κινεζική οικονομία εξαρτάται από τον Αμερικανό καταναλωτή.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο ισπανόφωνο πρόγραμμα Fox Noticias, ο Τραμπ δήλωσε ότι ενδέχεται να ζητήσει από άλλες χώρες να επιλέξουν μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, απαντώντας σε ερώτηση για την απόφαση του Παναμά να μην ανανεώσει τη συμφωνία του με την Κίνα στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Ένας δρόμος, μία ζώνη». Τον Φεβρουάριο, ο Παναμάς ανακοίνωσε την αποχώρησή του από το παγκόσμιο επενδυτικό και υποδομικό πρόγραμμα, πλήττοντας τις φιλοδοξίες του Πεκίνου.

Τις τελευταίες ημέρες, το Πεκίνο έχει ξεκινήσει μία εκστρατεία για την ενίσχυση των διμερών σχέσεων με εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, σε μια προσπάθεια να απομονώσει την Ουάσιγκτον. Στην πρόσφατη επίσκεψή του στο Βιετνάμ, στις 14 και 15 Απριλίου, ο Κινέζος ηγέτης Σι Τζινπίνγκ επεδίωξε να προωθήσει την Κίνα ως σταθερό εμπορικό εταίρο, καλώντας για ενίσχυση των σχέσεων και παροτρύνοντας το Ανόι να αντισταθεί στον «μονομερή εκφοβισμό».

Στις 11 Απριλίου, ο Σι είχε υποδεχθεί στο Πεκίνο τον Ισπανό πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ, στον οποίο δήλωσε ότι «σε έναν εμπορικό πόλεμο δεν υπάρχουν νικητές». Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, κάλεσε την Κίνα και την Ευρωπαϊκή Ένωση να ενώσουν τις δυνάμεις τους για την προστασία της παγκοσμιοποίησης.

Ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα συμμετάσχει μαζί με τους υπουργούς Οικονομικών και Εμπορίου στις διαπραγματεύσεις με Ιάπωνες αξιωματούχους στις 16 Απριλίου. «Η Ιαπωνία έρχεται σήμερα για να διαπραγματευτεί δασμούς, το κόστος στρατιωτικής υποστήριξης και τη ‘ΔΙΚΑΙΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗ’», έγραψε στην πλατφόρμα Truth Social. «Ελπίζω να καταλήξουμε σε κάτι καλό (ΥΠΕΡΟΧΟ!) για την Ιαπωνία και τις ΗΠΑ!»

Κάτοικος Μέριλαντ παραδέχεται την ενοχή του για σχέδιο που επέτρεψε κινεζική πρόσβαση σε απόρρητα συστήματα των ΗΠΑ

Ένας κάτοικος του Μέριλαντ παραδέχτηκε την ενοχή του σχετικά με τη συμμετοχή του σε απάτη, μέσω της οποίας οι συνεργοί του στην Κίνα απέκτησαν πρόσβαση σε ευαίσθητα κυβερνητικά συστήματα των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (FAA), σύμφωνα με ανακοίνωση των ομοσπονδιακών εισαγγελικών αρχών.

Πρόκειται για τον 40χρονο Μινχ Φουόνγκ Νγκοκ Βονγκ από την πόλη Μπούι στο Μέριλαντ, ο οποίος, στις 15 Απριλίου, δήλωσε ένοχος για κατηγορία συνομωσίας με σκοπό τη διαδικτυακή απάτη, σύμφωνα με την ανακοίνωση του Γραφείου του Εισαγγελέα της Περιφέρειας του Μέριλαντ. Ο Βονγκ, γεννημένος στο Βιετνάμ, έχει λάβει αμερικανική υπηκοότητα και συνεργάστηκε με άλλα άτομα, συμπεριλαμβανομένου ενός συνεργού, γνωστού με το ψευδώνυμο «William James», ο οποίος βρισκόταν στην πόλη Σενγιάνγκ, στη βορειοανατολική Κίνα.

«Ο κ. Βονγκ έθεσε σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών και την ασφάλεια των πολιτών της, εμπλεκόμενος ενεργά σε αυτό το εγκληματικό σχέδιο. Οι ενέργειές του επέτρεψαν την πρόσβαση μη εξουσιοδοτημένων ατόμων σε απόρρητα κυβερνητικά δίκτυα και ζητήματα εθνικής άμυνας», δήλωσε η Κέλι Ο. Χέις, Ομοσπονδιακή Εισαγγελέας Μέριλαντ.

Σύμφωνα με τις εισαγγελικές αρχές, στις 30 Ιανουαρίου 2023, ο συνεργός από την Κίνα κατέθεσε ψευδές βιογραφικό στο όνομα του Βονγκ, διεκδικώντας θέση προγραμματιστή διαδικτυακών εφαρμογών σε εταιρεία λογισμικού της Βιρτζίνια. Η θέση απαιτούσε ο υποψήφιος να είναι αποκλειστικά Αμερικανός πολίτης.

Η εν λόγω εταιρεία, που στο κατηγορητήριο αναφέρεται μόνο ως «Εταιρεία 1», παρείχε υπηρεσίες ανάπτυξης λογισμικού σε διάφορες κυβερνητικές υπηρεσίες των ΗΠΑ. Στο ψεύτικο βιογραφικό αναφερόταν ότι ο Βονγκ κατείχε πτυχίο Επιστημών και 16 χρόνια εμπειρίας ως ανάπτυξη λογισμικού, κάτι που δεν ίσχυε, καθώς ο Βονγκ δεν είχε ούτε πτυχίο ούτε σχετική εμπειρία στον τομέα.

Τον επόμενο μήνα, ο συνεργός από την Κίνα πραγματοποίησε διαδικτυακή συνέντευξη για τη θέση, προσποιούμενος ότι ήταν ο Βονγκ. Στις 28 Μαρτίου 2023, ο ίδιος ο Βονγκ συμμετείχε προσωπικά μέσω βιντεοκλήσης σε συνέντευξη με τον διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας, παρουσιάζοντας το αμερικανικό του διαβατήριο και το δίπλωμα οδήγησης του Μέριλαντ, επιβεβαιώνοντας έτσι την υποτιθέμενη ταυτότητα και υπηκοότητα.

Μετά την πρόσληψή του στην εταιρεία, ο Βονγκ ανέλαβε καθήκοντα σε συμβόλαιο της FAA, η οποία του χορήγησε κάρτα προσωπικής ταυτοποίησης, που επέτρεπε την είσοδο στις εγκαταστάσεις και την πρόσβαση στα πληροφοριακά συστήματα της υπηρεσίας. Το εν λόγω συμβόλαιο αφορούσε λογισμικό που χρησιμοποιείται από διάφορες υπηρεσίες της χώρας για τη διαχείριση απόρρητων πληροφοριών που σχετίζονται με την εθνική άμυνα.

Η εταιρεία τού έδωσε φορητό υπολογιστή εργασίας, στον οποίο ο Βονγκ εγκατέστησε λογισμικό απομακρυσμένης πρόσβασης, επιτρέποντας στον συνεργό του που διέμενε στην Κίνα να αποκτήσεις πρόσβαση στη συσκευή.

«Από την Κίνα, ο συνεργός εκτέλεσε εργασίες ανάπτυξης λογισμικού και συμμετείχε διαδικτυακά σε συσκέψεις με εκπροσώπους της FAA, προσποιούμενος ότι ήταν ο Βονγκ που εργαζόταν εξ αποστάσεως από το Μέριλαντ», αποκαλύπτει το κατηγορητήριο.

Ο Βονγκ έστειλε μέρος των χρημάτων από τα 28.000 δολάρια που εισέπραξε από την εταιρεία στον Κινέζο συνεργό και σε άλλους συμμετέχοντες στο σχέδιο. Ως μέρος της συμφωνίας ενοχής, παραδέχτηκε πως η συγκεκριμένη εταιρεία δεν ήταν η μοναδική που εξαπάτησε. Από το 2021 ως το 2024, αποκόμισε εργασιακές αμοιβές που ξεπερνούν τα 970.000 δολάρια χρησιμοποιώντας πλαστά πιστοποιητικά και στοιχεία, εξαπατώντας συνολικά τουλάχιστον 13 αμερικανικές εταιρείες.

Αρκετές από αυτές τις εταιρείες συνεργάστηκαν με κρατικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, επιτρέποντας ακούσια στους συνεργάτες του στην Κίνα να αποκτούν πρόσβαση σε απόρρητα συστήματα.

«Το FBI προειδοποιεί ότι αντίστοιχα εγκλήματα αυξάνονται παγκοσμίως. Οι δράστες υποδύονται τεχνικούς πληροφορικής για να αποκτήσουν παράνομη πρόσβαση σε συστήματα και να υποκλέψουν ευαίσθητες πληροφορίες. Επιπλέον, οι πληρωμές από αυτές τις απάτες συχνά καταλήγουν να χρηματοδοτούν ξένους αντιπάλους», σημείωσε ο Ουίλιαμ ΝτελΜπάνιο, ειδικός πράκτορας επικεφαλής του FBI στη Βαλτιμόρη.

Ο Βονγκ αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης έως 20 ετών. Η ανακοίνωση της ποινής του είναι προγραμματισμένη για τις 28 Αυγούστου.

Η Epoch Times επικοινώνησε με τον δικηγόρο του κατηγορούμενου, αλλά δεν έλαβε απάντηση μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης.

Ο Τραμπ υπογράφει διάταγμα για μεταφορά ομοσπονδιακών υπηρεσιών εκτός Ουάσιγκτον

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, υπέγραψε στις 15 Απριλίου εκτελεστικό διάταγμα, το οποίο επιτρέπει στις ομοσπονδιακές υπηρεσίες και υπουργεία να μεταφέρουν τα γραφεία τους σε περισσότερο οικονομικούς χώρους εκτός Ουάσιγκτον, στο πλαίσιο των προσπαθειών για τη μείωση των δημοσιονομικών δαπανών.

«Ο αμερικανικός λαός είναι διασκορπισμένος σε μια έκταση που ξεπερνά τα 3,8 εκατομμύρια τετραγωνικά μίλια, σε αστικές, προαστιακές και αγροτικές περιοχές», αναφέρει το εκτελεστικό διάταγμα. «Για την παροχή υπηρεσιών υψηλής ποιότητας με τρόπο αποτελεσματικό και οικονομικά συμφέροντα, τα υπουργεία και οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες πρέπει να βρίσκονται εκεί που ζουν οι πολίτες».

Το διάταγμα Τραμπ ακυρώνει δύο παλαιότερες εντολές που είχαν υπογραφεί από τους προέδρους Τζίμι Κάρτερ και Μπιλ Κλίντον, οι οποίες απαιτούσαν από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να διατηρεί τα γραφεία της αποκλειστικά στις κεντρικές επιχειρηματικές συνοικίες.

Η εντολή του Κάρτερ, που είχε εκδοθεί τον Αύγουστο του 1978, είχε σκοπό την ενίσχυση των εμπορικών κέντρων των πόλεων, όμως στην πράξη εμπόδισε υπηρεσίες από το να μετεγκατασταθούν σε οικονομικότερους χώρους, σύμφωνα με το σημερινό διάταγμα του Τραμπ.

Η αντίστοιχη εντολή του Κλίντον, από τον Μάιο του 1996, στόχευε στην ενθάρρυνση της εγκατάστασης των ομοσπονδιακών υπηρεσιών σε ιστορικά κτίρια και περιοχές, ιδίως σε αστικά κέντρα. Ωστόσο, απέτυχε, όπως επισημαίνει το διάταγμα, στο να εξασφαλίσει την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα των κρατικών υπηρεσιών.

«Η ανάκληση αυτών των εντολών επαναφέρει την κοινή λογική στη διαχείριση των ομοσπονδιακών χώρων, επιτρέποντας στις υπηρεσίες να επιλέγουν εγκαταστάσεις οικονομικότερες και περισσότερο κατάλληλες για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους προς όφελος των Αμερικανών φορολογουμένων», υπογραμμίζει το εκτελεστικό διάταγμα.

Το διάταγμα του προέδρου Τραμπ καθοδηγεί τον επικεφαλής της Υπηρεσίας Γενικών Υπηρεσιών (GSA), αρμόδιας για την ομοσπονδιακή ακίνητη περιουσία, να επικαιροποιήσει τις σχετικές ρυθμίσεις και να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η διαχείριση των κρατικών χώρων να εναρμονιστεί με τη νέα πολιτική.

Οι υπηρεσίες που χρησιμοποιούν ή νοικιάζουν ομοσπονδιακούς χώρους οφείλουν να συμμορφωθούν με τη νέα αυτή οδηγία, όπως τονίζεται.

Σύμφωνα με δελτίο τύπου που εξέδωσε ο Λευκός Οίκος, η GSA σήμερα διαχειρίζεται περίπου 363 εκατομμύρια τετραγωνικά πόδια προς ενοικίαση σε 8.397 κτίρια σε πάνω από 2.200 κοινότητες στις ΗΠΑ.

Εκκρεμείς εργασίες συντήρησης σε αυτά τα κτίρια αντιστοιχούν πλέον σε περισσότερα από 17 δισεκατομμύρια δολάρια, με το κόστος συντηρήσεων να ξεπερνά συχνά την πραγματική αξία των ίδιων των ακινήτων.

Το νέο διάταγμα επιτρέπει στις ομοσπονδιακές υπηρεσίες «να επιλέγουν τα γραφεία και τις εγκαταστάσεις τους με βάση το κόστος, την καταλληλότητα και τις ανάγκες του αμερικανικού λαού», σύμφωνα με την ανακοίνωση του Λευκού Οίκου.

Σε πρόσφατες κινήσεις υπό την επίβλεψη του νεοσύστατου Υπουργείου Κυβερνητικής Αποδοτικότητας (DOGE), ακυρώθηκαν συμβάσεις εκμίσθωσης ανά τη χώρα, στο πλαίσιο της στρατηγικής περικοπών με στόχο την εξοικονόμηση 155 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό του οικονομικού έτους 2026.

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα του DOGE — το οποίο δημιουργήθηκε από τον Τραμπ με εκτελεστικό διάταγμα τον Ιανουάριο — λύθηκε πρόσφατα ένα συμβόλαιο εκμίσθωσης στο Γραφείο Διαχείρισης Υδάτινων Πόρων στην πόλη Μπόιζ, στο Άινταχο, που ήταν ύψους 1,86 εκατομμυρίων δολαρίων για κτήριο 79.869 τετραγωνικών ποδιών, με εκτιμώμενη εξοικονόμηση περίπου 18,6 εκατομμυρίων δολαρίων.

Επιπλέον, ακυρώθηκε μια σύμβαση με την Υπηρεσία Ψαριών και Άγριας Ζωής των ΗΠΑ στο Χάντλι της Μασαχουσέτης, που αφορούσε ακίνητο 72.220 τετραγωνικών ποδιών με ετήσιο κόστος 1,59 εκατ. δολάρια. Η εξοικονόμηση από τη διακοπή του συμβολαίου αυτού υπολογίζεται σε περίπου 11,6 εκατομμύρια δολάρια.

Ακόμη, τερματίστηκε σύμβαση μίσθωσης με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ (SEC) στο Λος Άντζελες, σε χώρο 57.903 τετρ. ποδιών κόστους 2,46 εκατ. δολαρίων ετησίως, με εκτίμηση συνολικής εξοικονόμησης 9,8 εκατ. δολαρίων.

Επτά χώρες αντιτίθενται στην αναθεώρηση εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ για τις εισαγωγές χαλκού

Επτά εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ αντιτάχθηκαν επισήμως σε μια ομοσπονδιακή έρευνα που εξετάζει εάν οι εισαγωγές χαλκού απειλούν την εθνική ασφάλεια.

Η Χιλή, ο Καναδάς, το Περού, η Ινδονησία, η Νότια Κορέα, η Κίνα και η Ευρωπαϊκή Ένωση υπέβαλαν γραπτά σχόλια στο υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ πριν από την προθεσμία στην 1 Απριλίου, καλώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες να μην επιβάλλουν δασμούς ή ποσοστώσεις στα προϊόντα χαλκού τους.

Κάθε κυβέρνηση υποστήριξε με επιστολές που είναι πλέον δημόσιες ότι οι εξαγωγές της ενισχύουν τις αλυσίδες εφοδιασμού των ΗΠΑ και δεν βλάπτουν την ετοιμότητα για άμυνα, ενέργεια ή υποδομές.

Η έρευνα ξεκίνησε στις 10 Μαρτίου βάσει του άρθρου 232 του νόμου για την επέκταση του εμπορίου του 1962.

Ακολουθεί εκτελεστικό διάταγμα της 25ης Φεβρουαρίου από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ που δίνει εντολή στο υπουργείο Εμπορίου να εξετάσει τις εισαγωγές χαλκού σε όλες τις μορφές τους, συμπεριλαμβανομένων των μεταλλευμάτων εξόρυξης, των συμπυκνωμάτων, του εξευγενισμένου χαλκού, των κραμάτων, των σκραπ και των παραγώγων προϊόντων.

«Ο χαλκός είναι ένα κρίσιμο υλικό απαραίτητο για την εθνική ασφάλεια, την οικονομική δύναμη και τη βιομηχανική ανθεκτικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών», αναφέρει το εκτελεστικό διάταγμα. «Ο χαλκός, το σκραπ χαλκού και τα παράγωγα προϊόντα του χαλκού διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο σε αμυντικές εφαρμογές, υποδομές και αναδυόμενες τεχνολογίες, συμπεριλαμβανομένης της καθαρής ενέργειας, των ηλεκτρικών οχημάτων και των προηγμένων ηλεκτρονικών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν σημαντικές ευπάθειες στην αλυσίδα εφοδιασμού χαλκού, με αυξανόμενη εξάρτηση από ξένες πηγές εξόρυξης, λιωμένου και εξευγενισμένου χαλκού.»

Η Χιλή, ο μεγαλύτερος προμηθευτής επεξεργασμένου χαλκού των Ηνωμένων Πολιτειών, ανέφερε σε επιστολή ότι οι εξαγωγές της είναι απαραίτητες για τις αμερικανικές βιομηχανίες.

«Οι εισαγωγές χαλκού από τη Χιλή συμβάλλουν στην ασφάλεια της εφοδιαστικής αλυσίδας των Ηνωμένων Πολιτειών και δεν αντιπροσωπεύουν κανέναν κίνδυνο για τα συμφέροντα εθνικής ασφάλειας», έγραψε στην επιστολή ο Χιλιανός πρέσβης Χουάν Γκαμπριέλ Βαλντές.

Ο Καναδάς τόνισε τον ρόλο του ως στενού συμμάχου και κορυφαίου προορισμού για τις εξαγωγές χαλκού των ΗΠΑ, σημειώνοντας ότι το διμερές εμπόριο χαλκού ωφελεί και τις δύο οικονομίες και υποστηρίζει την παραγωγή που σχετίζεται με την άμυνα.

Η καναδική κυβέρνηση, στην επιστολή της, ανέφερε ότι «οι εισαγωγές καναδικού χαλκού δεν απειλούν με κανέναν τρόπο να βλάψουν την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ».

«Στην πραγματικότητα, ισχύει το αντίθετο – οι εισαγωγές χαλκού από τον Καναδά υποστηρίζουν την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και συμπληρώνουν τις προσπάθειες των εγχώριων βιομηχανιών των ΗΠΑ για την ενίσχυση των αλυσίδων εφοδιασμού», έγραψε.

«Οι παραγωγοί χαλκού τόσο στον Καναδά όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ευάλωτοι στη χειραγώγηση της αγοράς από μη συμμάχους παραγωγούς σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού, ειδικά στον τομέα της διύλισης χαλκού. Ως εκ τούτου, ο Καναδάς συμμερίζεται το ενδιαφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών για τη μείωση της εξάρτησης από εισαγωγές από παραγωγούς που δεν λειτουργούν με ελεύθερη οικονομία, σε μη συμμαχικές χώρες»

Το Περού είπε ότι οι εξαγωγές του βοηθούν στην κάλυψη της ζήτησης των ΗΠΑ για χαλκό που χρησιμοποιείται στην καθαρή ενέργεια, τις μεταφορές και τα ηλεκτρονικά, και ανέφερε ένα μνημόνιο κατανόησης του 2024 με τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη συνεργασία σε κρίσιμα ορυκτά.

«Πρώτον, η κυβέρνηση του Περού μπορεί να επιβεβαιώσει με βεβαιότητα ότι οι περουβιανές εξαγωγές χαλκού δεν αποτελούν απειλή για την εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών», δήλωσε το Υπουργείο Εξωτερικού Εμπορίου και Τουρισμού της χώρας. «Το Περού είναι ένας αξιόπιστος εμπορικός εταίρος που συμβάλλει στην ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού χαλκού των Ηνωμένων Πολιτειών και επίσης ενισχύει την ανταγωνιστικότητα διαφόρων στρατηγικών βιομηχανιών όπως η ηλεκτρονική, η ανανεώσιμη ενέργεια και η αυτοκινητοβιομηχανία, παρέχοντας προϊόντα όπως καθόδους χαλκού, ράβδους και προφίλ χαλκού, ραφιναρισμένο σύρμα χαλκού, πλάκες χαλκού και ταινίες, δηλαδή, απαραίτητα υλικά για κρίσιμες βιομηχανίες των ΗΠΑ.»

Η Ινδονησία προειδοποίησε ότι τυχόν νέα μέτρα θα μπορούσαν να αυξήσουν το κόστος για τους κατασκευαστές των ΗΠΑ και να μειώσουν τις αμερικανικές εξαγωγές χαλκού σε Ινδονήσιους αγοραστές. Η κυβέρνηση είπε ότι οι εταιρείες των ΗΠΑ έχουν επενδύσει πολλά στον τομέα των ορυκτών της Ινδονησίας και θα αντιμετωπίσουν ανασφάλεια υπό τους νέους εμπορικούς περιορισμούς.

Η Νότια Κορέα επεσήμανε τις επενδύσεις της στην παραγωγή μπαταριών και ηλεκτρονικών ειδών με έδρα τις ΗΠΑ. Κορεάτες αξιωματούχοι δήλωσαν ότι ο χαλκός από τη Νότια Κορέα χρησιμοποιείται κυρίως στις κατασκευές και σε μη στρατιωτικές υποδομές, όχι στην άμυνα, και προειδοποίησαν ότι οι νέοι δασμοί θα μπορούσαν να βλάψουν τη βιομηχανική ανάπτυξη.

Η Κίνα χαρακτήρισε την έρευνα περιττή και είπε ότι οι εξαγωγές χαλκού της στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ελάχιστες. Δήλωσε ότι η επίκληση της εθνικής ασφάλειας σε εμπορικές διαφορές ενέχει τον κίνδυνο να υπονομεύσει την σταθερότητα της παγκόσμιας αλυσίδας εφοδιασμού.

Εν τω μεταξύ, η Ευρωπαϊκή Ένωση επανέλαβε αυτές τις ανησυχίες, δηλώνοντας ότι οι εξαγωγές της είναι ζωτικής σημασίας για τους τομείς της ενέργειας και της μεταποίησης των ΗΠΑ και δεν πρέπει να στοχεύονται.

Οι έρευνες του τμήματος 232 πρέπει να ολοκληρωθούν εντός 270 ημερών, σύμφωνα με το εκτελεστικό διάταγμα του Τραμπ, το οποίο θα θέσει την τρέχουσα αναθεώρηση σε καλό δρόμο για να ολοκληρωθεί τον Νοέμβριο.

Ο οργανισμός δεν δημοσίευσε κανένα προκαταρκτικό πόρισμα και δεν απάντησε σε αίτημα για σχολιασμό των επιστολών ή ενημέρωση κατάστασης σχετικά με την έρευνα πριν από τη δημοσίευση.

Πρώτες επιτυχίες για τον Τραμπ στο Ανώτατο Δικαστήριο

Περισσότερες από 100 αγωγές έχουν ασκηθεί κατά της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ με στόχο να εμποδίσουν πτυχές της πολιτικής του. Σε δέκα περιπτώσεις, οι νομικές αυτές διαμάχες έφτασαν στο Ανώτατο Δικαστήριο. Από αυτές, η κυβέρνηση Τραμπ έχει κερδίσει πέντε, έχει χάσει δύο, ενώ τρεις υποθέσεις που αφορούν την εκτελεστική διαταγή του Τραμπ για το δικαίωμα στην ιθαγένεια εκκρεμούν.

Σε όλες τις αποφάσεις μέχρι στιγμής, η κυβέρνηση ζήτησε προσωρινή άρση αποφάσεων κατώτερων δικαστηρίων που είχαν μπλοκάρει εκτελεστικές ενέργειες. Οι παρεμβάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου περιορίστηκαν κυρίως σε στενές νομικές ερμηνείες, χωρίς να θέτουν ευρύτερα δεδικασμένα, όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιου τύπου υποθέσεις.

Ο Τζο Λουππίνο-Εσποζίτο, επικεφαλής ομοσπονδιακής πολιτικής στο Pacific Legal Foundation, μια φιλελεύθερη νομική οργάνωση, δήλωσε στην Epoch Times: «Συνολικά, η κυβέρνηση έχει σημειώσει σημαντικές επιτυχίες στις υποθέσεις που έφτασαν στο Ανώτατο Δικαστήριο. Φαίνονται δύο ξεκάθαρες τάσεις: η απόρριψη γενικών και υπερβολικά ευρείων αποφάσεων από κατώτερα δικαστήρια, και η επιβεβαίωση της ιδέας της ενιαίας εκτελεστικής εξουσίας. Ζητήματα που αφορούν υπαλλήλους ή διορισμένους της εκτελεστικής εξουσίας, τείνουν να κρίνονται υπέρ του προέδρου.»

Υποθέσεις απελάσεων

Στις 7 Απριλίου, το Ανώτατο Δικαστήριο δικαίωσε τον Τραμπ ως προς τη χρήση του Alien Enemies Act (Νόμου περί εχθρικών αλλοδαπών) για την απέλαση μελών της βενεζουελάνικης συμμορίας Tren de Aragua.

Το δικαστήριο δεν έκρινε τη νομιμότητα της επίκλησης αυτού του νόμου του 18ου αιώνα, αλλά ανέστειλε την απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που μπλόκαρε τις απελάσεις. Έτσι, επέτρεψε την υλοποίησή τους, με την προϋπόθεση ότι η κυβέρνηση θα ενημερώνει τους απελαθέντες πριν την ώρα της πτήσης.

Η πλειοψηφία των δικαστών έκρινε ότι οι ενάγοντες προσέφυγαν στο λάθος δικαστήριο και ακολούθησαν ακατάλληλη νομική διαδικασία. Συμφώνησε με την κυβέρνηση ότι η ορθή οδός προσβολής κράτησης είναι μέσω αίτησης habeas corpus (μια νομική αρχή που προστατεύει το θεμελιώδες δικαίωμα κάθε ανθρώπου να μην κρατείται αυθαίρετα), και όχι μέσω της διαδικασίας που χρησιμοποιήθηκε.

Πριν από την απόφαση αυτή, η κυβέρνηση κινδύνευε με καταδίκη για περιφρόνηση δικαστηρίου, επειδή φέρεται να αγνόησε απόφαση περιφερειακού δικαστηρίου που απαγόρευσε τις απελάσεις. Το θέμα ενδέχεται να επιστρέψει στο Ανώτατο Δικαστήριο, καθώς κρατούμενοι έχουν ήδη καταθέσει αιτήσεις habeas corpus στη Νέα Υόρκη και στο Τέξας μετά την απόφαση του δικαστηρίου.

Ένας από τους απελαθέντες είναι υπήκοος Ελ Σαλβαδόρ, τον οποίο η κυβέρνηση χαρακτήρισε μέλος της συμμορίας MS-13. Σύμφωνα με έγγραφα του υπουργείου Δικαιοσύνης, ο άνδρας απελάθηκε στο Ελ Σαλβαδόρ αντί άλλης χώρας «λόγω διοικητικού σφάλματος», .

Ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Τζον Ρόμπερτς, είχε προσωρινά αναστείλει απόφαση ομοσπονδιακού δικαστή, η οποία απαιτούσε από την κυβέρνηση να επαναφέρει στις ΗΠΑ τον Κιλμάρ Αμπρέγκο Γκαρσία από τη φυλακή του Ελ Σαλβαδόρ. Ωστόσο, στις 10 Απριλίου, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε εντολή που εν μέρει επικύρωσε την απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου, υποχρεώνοντας την κυβέρνηση να «διευκολύνει» την επιστροφή του στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Κρατούμενοι στο Κέντρο Κράτησης για την Τρομοκρατία στην Τεκολούκα του Ελ Σαλβαδόρ, στις 4 Απριλίου 2025. (Alex Peña/Getty Images)

 

Σε συνάντηση στον Λευκό Οίκο, στις 13 Απριλίου, ανώτατα στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ δήλωσαν ότι η απόφαση για την επιστροφή του Αμπρέγκο Γκαρσία εναπόκειται στο Ελ Σαλβαδόρ.

Η Γενική Εισαγγελέας, Παμ Μπόντι, αναφερόμενη στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δήλωσε: «Αν θέλουν να επιτρέψουν την επιστροφή του, εμείς θα τους διευκολύνουμε παρέχοντας το αεροσκάφος».

Ο υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, τόνισε: «Η εξωτερική πολιτική αποτελεί αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας. Κανένα δικαστήριο στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχει το δικαίωμα να ασκεί την εξωτερική πολιτική της χώρας.»

Ο πρόεδρος του Ελ Σαλβαδόρ Ναγίμπ Μπουκέλε, που βρισκόταν επίσης στη συνάντηση στον Λευκό Οίκο, δήλωσε ότι δεν θα επιτρέψει την επιστροφή του Αμπρέγκο Γκαρσία, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να καταστεί η υπόθεση άνευ αντικειμένου.

Δαπάνες

Μέρος της πολιτικής ατζέντας του Ντόναλντ Τραμπ περιλαμβάνει δραστικές περικοπές κρατικών δαπανών σε πολλούς ομοσπονδιακούς φορείς και υπουργεία. Νομικές προσφυγές υποστήριξαν ότι ο Τραμπ παραβίασε τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών, καθώς ανακατηύθυνε κονδύλια χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου, το οποίο έχει την αρμοδιότητα της έγκρισης των δημόσιων δαπανών.

Η κυβέρνηση αντέτεινε ότι οι προσφυγές αφορούσαν ουσιαστικά διαφορές για συμβάσεις με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Όπως και στην υπόθεση για τις απελάσεις, η κυβέρνηση υποστήριξε ότι η υπόθεση έπρεπε να εξεταστεί από άλλο δικαστήριο — το Court of Federal Claims (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Αγωγών κατά της Κυβέρνησης), το οποίο επιλαμβάνεται διαφορών που σχετίζονται με ομοσπονδιακές συμβάσεις.

Το Ανώτατο Δικαστήριο φάνηκε να συμφωνεί με αυτή τη θέση στις 4 Απριλίου, όταν ανέστειλε απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που θα ανάγκαζε την κυβέρνηση να επαναφέρει επιχορηγήσεις ύψους 65 εκατομμυρίων δολαρίων του υπουργείου Παιδείας. Η κυβέρνηση είχε παγώσει τις επιχορηγήσεις αυτές λόγω ανησυχιών ότι χρησιμοποιούνταν για την προώθηση προγραμμάτων που σχετίζονταν με τη διαφορετικότητα, την ισότητα και την ένταξη.

Η πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δήλωσε ότι η κυβέρνηση είναι πιθανό να επικρατήσει στον ισχυρισμό της ότι το κατώτερο δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να διατάξει τις πληρωμές βάσει του Administrative Procedure Act (Νόμου για τη Διοικητική Διαδικασία), στον οποίο είχαν στηρίξει την προσφυγή τους οι πολιτείες κατά της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε στον Νόμο Τάκερ, τον οποίο επικαλέστηκε η κυβέρνηση. Ο νόμος, που θεσπίστηκε το 1887, επιτρέπει την άσκηση αγωγών κατά της ομοσπονδιακής κυβέρνησης στις περιπτώσεις που αυτή έχει άρει την ασυλία της για συγκεκριμένες κατηγορίες αξιώσεων, μεταξύ των οποίων και για «ρητές ή σιωπηρές συμβάσεις» με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτές οι υποθέσεις πρέπει να εκδικάζονται από το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο στην Ουάσιγκτον.

Οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου παρευρίσκονται στην τελετή ορκωμοσίας της δεύτερης θητείας του προέδρου Τραμπ στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ στις 20 Ιανουαρίου 2025. (Melina Mara/POOL/AFP μέσω Getty Images)

 

Ωστόσο, διαφορετική ήταν η έκβαση σε άλλη υπόθεση που αφορούσε τη διανομή ομοσπονδιακών κονδυλίων. Στις 5 Μαρτίου, η πλειοψηφία των δικαστών αρνήθηκε να επιτρέψει στην κυβέρνηση να παγώσει πληρωμές εξωτερικής βοήθειας ύψους 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Στην απόφασή του, το δικαστήριο δεν παρέθεσε εκτενή αιτιολόγηση, σημείωσε ωστόσο ότι οι πληρωμές «οφείλονται για έργο που έχει ήδη ολοκληρωθεί».

Τέσσερις δικαστές διαφώνησαν με την απόφαση αυτή. Ένας από αυτούς, ο δικαστής Σάμιουελ Αλίτο, δήλωσε σχετικά: «Έμεινα έκπληκτος από την απόφαση της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου. Έχει ένας μόνο δικαστής πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο οποίος πιθανότατα δεν έχει δικαιοδοσία, την ανεξέλεγκτη εξουσία να διατάξει την Κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών να καταβάλει (και πιθανόν να χάσει οριστικά) 2 δισεκατομμύρια δολάρια από τα χρήματα των φορολογουμένων; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα έπρεπε να είναι ένα κατηγορηματικό ‘Όχι’, αλλά η πλειοψηφία του Δικαστηρίου προφανώς διαφωνεί.»

Ομοσπονδιακοί υπάλληλοι

Μέρος της νομικής αντίδρασης στην πολιτική του Τραμπ προήλθε από πρώην επικεφαλής υπηρεσιών και από εργατικά σωματεία — συγκεκριμένα για την προσπάθεια της κυβέρνησης να απολύσει μεγάλο αριθμό ομοσπονδιακών υπαλλήλων.

Στην αρχή της θητείας του Τραμπ, οι επικεφαλής του National Labor Relations Board (Ομοσπονδιακό Συμβούλιο Εργασιακών Σχέσεων) και του Merit Systems Protection Board (Συμβούλιο Προστασίας Αξιοκρατικών Διαδικασιών στο Δημόσιο) έλαβαν σύντομα ηλεκτρονικά μηνύματα με τα οποία ενημερώνονταν ότι ο πρόεδρος αποφάσισε την απομάκρυνσή τους. Προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη, ισχυριζόμενοι ότι ο Τραμπ παραβίασε την ομοσπονδιακή νομοθεσία, εν μέρει επειδή δεν παρείχε αιτιολογία για την απομάκρυνσή τους.

Μια πινακίδα του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου Εργασιακών Σχέσεων έξω από την έδρα του στην Ουάσιγκτον στις 8 Σεπτεμβρίου 2012. (Geraldshields11/CC BY-SA 3.0)

 

Η υπόθεση οδήγησε κατώτερα δικαστήρια να εμπλακούν σε μια ευρύτερη συζήτηση για την εξουσία του προέδρου να απομακρύνει αξιωματούχους — ένα ζήτημα που έχει αντιμετωπιστεί τόσο ιστορικά όσο και σε πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Δύο περιφερειακά δικαστήρια διέταξαν τον Τραμπ να επαναφέρει τους επικεφαλής των υπηρεσιών. Ωστόσο, τριμελής σύνθεση του Εφετείου της Περιφέρειας της Κολούμπια αποφάσισε υπέρ της κυβέρνησης, αναστέλλοντας τις αποφάσεις. Ακολούθως, η ολομέλεια του Εφετείου ανέτρεψε αυτή την αναστολή, οδηγώντας την κυβέρνηση να ζητήσει την παρέμβαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Στις 9 Απριλίου, ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Τζον Ρόμπερτς, εξέδωσε διαταγή με την οποία ανεστάλησαν οι αποφάσεις των κατώτερων δικαστηρίων, εν αναμονή περαιτέρω εντολής από το Δικαστήριο.

Ούτε η εν λόγω διαταγή ούτε άλλη, που αφορούσε την απόλυση δόκιμων υπαλλήλων, περιείχαν εκτενή νομική αιτιολόγηση. Στη δεύτερη περίπτωση, το Ανώτατο Δικαστήριο επέτρεψε την απόλυση δόκιμων υπαλλήλων, σημειώνοντας στις 8 Απριλίου ότι οι εννέα μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί στους οποίους είχαν προσφύγει δεν είχαν τεκμηριώσει επαρκώς ότι είχαν έννομο συμφέρον.

«Η διαταγή του Περιφερειακού Δικαστηρίου βασίστηκε αποκλειστικά στους ισχυρισμούς των εννέα μη κερδοσκοπικών οργανισμών», αναφερόταν στην απόφαση. «Όμως, σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν επαρκούν προς το παρόν για να θεμελιώσουν το έννομο συμφέρον τους.»

Του Sam Dorman

Προειδοποίηση Βανς: «Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες δεν θα μπορούσαν να υπερασπιστούν τα εδάφη τους»

Ο αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζ. Ντ. Βανς, προειδοποίησε πως τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη δεν διαθέτουν επαρκείς στρατιωτικές δυνάμεις ώστε να υπερασπιστούν αποτελεσματικά τα σύνορά τους σε περίπτωση επίθεσης, έχοντας βασιστεί για δεκαετίες στην αμερικανική στήριξη για ζητήματα ασφάλειας.

Σε συνέντευξή του στο περιοδικό UnHerd, ο 40χρονος Βανς ανέφερε χαρακτηριστικά: «Είναι σκληρό να το λέμε ανοιχτά, αλλά είναι η αλήθεια: καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μου, η ασφάλεια της Ευρώπης χρηματοδοτείται από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής».

Ο Βανς επεσήμανε πως η χρόνια έλλειψη επαρκών επενδύσεων στην άμυνα είχε ως αποτέλεσμα οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες σήμερα «να μην έχουν στρατούς που να εγγυώνται μια στοιχειώδη άμυνα», με εξαίρεση τη Βρετανία, τη Γαλλία και την Πολωνία.

Η Πολωνία, συγκεκριμένα, αναμένεται φέτος να αφιερώσει στην άμυνα το 4,7% του ΑΕΠ της, με τις ένοπλες δυνάμεις της να αριθμούν 207.500 στελέχη, γεγονός που την κατατάσσει στην τρίτη θέση εντός του ΝΑΤΟ, πίσω μόνο από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Τουρκία.

Στις 28 Μαρτίου, ο Βανς επισκέφθηκε τη Γροιλανδία, ημιαυτόνομο έδαφος της Δανίας, η οποία πρόσφατα έγινε αντικείμενο ενδιαφέροντος της κυβέρνησης Τραμπ για λόγους εθνικής ασφαλείας.

Ασκώντας κριτική στη Δανία, ο Βανς δήλωσε πως δεν έχει αφιερώσει αρκετούς πόρους στη Γροιλανδία ώστε να αντιμετωπίσει το αυξανόμενο ενδιαφέρον της Ρωσίας και της Κίνας για την περιοχή της Αρκτικής. «Θεωρώ πως θα ήσασταν πολύ πιο ασφαλείς υπό την αμερικανική αμυντική ομπρέλα απ’ ό,τι είστε τώρα υπό τη δανική», τόνισε απευθυνόμενος προς τον πληθυσμό του νησιού.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει υποστηρίξει ότι ενδεχόμενη προσάρτηση της Γροιλανδίας θα ωφελούσε στρατηγικά και οικονομικά τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει, επίσης, ζητήσει να αφιερώνουν τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ κατ’ ελάχιστο το 5% του ΑΕΠ τους για αμυντικούς σκοπούς.

Τον Ιανουάριο, εξάλλου, ο γενικός γραμματέας της συμμαχίας, Μαρκ Ρούτε, είχε εκφράσει δημόσια πως «το πρόβλημα δεν είναι οι ΗΠΑ, αλλά η Ευρώπη», υποδεικνύοντας πως στην ήπειρο υπάρχει σοβαρή υποεπένδυση στον τομέα της ασφάλειας.

Στις 6 Μαρτίου, η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, παρουσίασε το σχέδιο ενίσχυσης της ευρωπαϊκής παραγωγής εξοπλισμού, ύψους 800 δισεκατομμυρίων ευρώ, με την ονομασία ReArm Europe.

Δριμεία κριτική Βανς προς τον Ζελένσκι: «Παράλογες» οι κατηγορίες κατά των ΗΠΑ

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ εξαπέλυσε επίσης επίθεση κατά του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, με τον οποίο είχε πρόσφατη αντιπαράθεση στον Λευκό Οίκο στις 28 Φεβρουαρίου. Ο Βανς χαρακτήρισε «παράλογη και μη εποικοδομητική» την πρόσφατη δήλωση Ζελένσκι ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται έμμεσα στο πλευρό της Ρωσίας.

«Είναι παράλογο να λέει ο Ζελένσκι κάτι τέτοιο για την κυβέρνηση των ΗΠΑ, η οποία ουσιαστικά κρατά ζωντανή τη χώρα του και στηρίζει στρατιωτικά κάθε του προσπάθεια», δήλωσε ο Βανς, προσθέτοντας: «Ασφαλώς δεν βοηθά να διατυπώνονται τέτοιες κατηγορίες».

Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Βανς επικρίνει τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι κατά τη διάρκεια συνάντησης με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ στο Οβάλ Γραφείο, στις 28 Φεβρουαρίου 2025. (Saul Loeb/AFP μέσω Getty Images)

 

Ξεκαθαρίζοντας τη στάση του, ο αντιπρόεδρος τόνισε πως έχει καταδικάσει τη ρωσική εισβολή του 2022 στην Ουκρανία, αλλά παραδέχθηκε ότι έχει προσπαθήσει να κατανοήσει και τα στρατηγικά κίνητρα της Μόσχας, χωρίς αυτό να σημαίνει πως συμφωνεί με τη ρωσική πλευρά ή τη δικαιολογεί ηθικά.

Κατά την ίδια συνέντευξη, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ επεσήμανε την εγγύτητα και τις κοινές πολιτισμικές ρίζες Ευρώπης και Αμερικής. Είπε χαρακτηριστικά: «Αγαπώ τους Ευρωπαίους. Έχω επανειλημμένα τονίσει ότι η Αμερική δεν διαχωρίζει την κουλτούρα της από την ευρωπαϊκή, καθώς αποτελούμε προϊόν ευρωπαϊκών φιλοσοφιών, θρησκευτικών παραδόσεων και μεταναστευτικών κυμάτων από την ευρωπαϊκή ήπειρο.»

Ωστόσο, εξέφρασε παράλληλα τη δυσαρέσκεια της κυβέρνησης Τραμπ για ορισμένες πολιτικές των Ευρωπαίων ηγετών, ιδιαίτερα ως προς συγκεκριμένα θέματα όπως η μετανάστευση, θεωρώντας πως οι αποφάσεις των πολιτικών συχνά «αντιβαίνουν στη θέληση των ψηφοφόρων».

Τέλος, αναφέρθηκε και στο ζήτημα της ελευθερίας του λόγου και στο πώς οι Ευρωπαίοι πολιτικοί χειρίζονται τις ανησυχίες της κοινής γνώμης: «Η δημοκρατία στηρίζεται στην ιερή αρχή ότι η φωνή των πολιτών έχει σημασία. Είτε σεβόμαστε την αρχή αυτή είτε όχι – μέση λύση δεν υπάρχει.»

Πτώση στις τιμές εισαγωγών των ΗΠΑ τον Μάρτιο, εν όψει νέων δασμών

Οι τιμές των εισαγωγών στις Ηνωμένες Πολιτείες μειώθηκαν ελαφρά τον Μάρτιο, λόγω της υποχώρησης του ενεργειακού κόστους, λίγο πριν τεθούν σε ισχύ οι νέοι δασμοί της αμερικανικής κυβέρνησης.

Σύμφωνα με στοιχεία από το Γραφείο Στατιστικών Εργασίας (Bureau of Labor Statistics), οι τιμές εισαγωγών σημείωσαν πτώση 0,1% σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα, έναντι αναθεωρημένης αύξησης 0,2% τον Φεβρουάριο. Πρόκειται για την πρώτη μηνιαία μείωση από τον περασμένο Σεπτέμβριο.

Σε ετήσια βάση, οι τιμές εισαγωγών παραμένουν αυξημένες κατά 0,9%.

Οι τιμές των εισαγόμενων καυσίμων μειώθηκαν κατά 2,3%, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη μηνιαία πτώση από τον Σεπτέμβριο, όταν είχαν υποχωρήσει κατά 7,2%. Οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου ήταν ο κύριος παράγοντας αυτής της εξέλιξης.

Αντίθετα, οι τιμές εισαγωγών μη καυσίμων αυξήθηκαν κατά 0,1% για δεύτερο συνεχόμενο μήνα, υποστηριζόμενες από αυξήσεις στις τιμές κεφαλαιουχικών αγαθών, βιομηχανικών υλικών και ειδών διατροφής, ενώ περιορίστηκαν από τη μείωση στις τιμές οχημάτων και καταναλωτικών ειδών.

Οι τιμές των εξαγωγών έμειναν σταθερές τον Μάρτιο, έπειτα από ανοδική αναθεώρηση σε αύξηση 0,5% τον προηγούμενο μήνα.

Σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ο δείκτης τιμών εξαγωγών κατέγραψε άνοδο κατά 2,4%. Οι τιμές των αγροτικών προϊόντων παρέμειναν αμετάβλητες, ενώ των μη αγροτικών μειώθηκαν οριακά κατά 0,1%. Αντίθετα, οι εξαγωγές έτοιμων αγαθών, όπως τα κεφαλαιουχικά αγαθά, τα οχήματα, τα καταναλωτικά είδη, τα βιομηχανικά μηχανήματα και οι υπολογιστές, σημείωσαν αύξηση.

Τα παραπάνω στοιχεία ενισχύουν τις ενδείξεις υποχώρησης του πληθωρισμού πριν από την εφαρμογή των νέων δασμών της κυβέρνησης Τραμπ.

Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα επιβεβαιώθηκε απότομη επιβράδυνση του πληθωρισμού στο 2,4% ετησίως, ενώ ο δείκτης τιμών παραγωγού υποχώρησε κατά 0,4%. Παρόλο που αυτά τα σημάδια αποπληθωρισμού είναι ξεκάθαρα, οι αγορές εστιάζουν στην πιθανή αύξηση τιμών που μπορεί να φέρουν οι νέοι δασμοί.

«Ο αποπληθωρισμός θα έπρεπε να βρίσκεται παντού στα πρωτοσέλιδα, αλλά κανείς δεν τον προσέχει, καθώς όλοι ενδιαφέρονται για το πιθανό σοκ από τους δασμούς», δηλώνει ο Τζέημι Κοξ της εταιρείας Harris Financial Group μέσω email στην Epoch Times.

Οι οικονομικές αγορές ανησυχούν ότι οι υψηλότεροι δασμοί ενδέχεται να αναζωπυρώσουν τον πληθωρισμό και να ανακόψουν την ανάπτυξη.

Πιο ήπια τακτική στο εμπόριο από τον Τραμπ

Πρόσφατες κινήσεις της κυβέρνησης Τραμπ δείχνουν ότι υπάρχει πιθανότητα ελαστικότητας στο εμπορικό μέτωπο. Ο πρόεδρος ενέκρινε αναστολή 90 ημερών για τους υψηλότερους δασμούς στο μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ, με εξαίρεση την Κίνα που θα αντιμετωπίσει δασμούς 145% σε όλα τα εισαγόμενα αγαθά.

Παράλληλα, ηλεκτρονικά προϊόντα όπως laptop, smartphone, τηλεοράσεις και τσιπ εξαιρέθηκαν προσωρινά από τους δασμούς, ανακουφίζοντας καταναλωτές και επιχειρήσεις.

Ωστόσο, ο υπουργός Εμπορίου Χάουαρντ Λούτνικ προειδοποίησε ότι αυτές οι εξαιρέσεις είναι προσωρινές, καθώς εντός ενός ή δύο μηνών οι συσκευές αυτές θα υπαχθούν σε ειδικούς δασμούς ημιαγωγών με στόχο την επαναφορά της παραγωγής πίσω στη χώρα.

Σε ερώτηση δημοσιογράφων, στις 14 Απριλίου, ο Τραμπ ανέφερε παράλληλα ότι η κυβέρνησή του εξετάζει μέτρα στήριξης των αυτοκινητοβιομηχανιών λόγω των επιπτώσεων των δασμών.

Η συζήτηση για τη «δασμοπληθωριστική» κρίση συνεχίζεται

Καθώς οι δασμοί χρειάζονται χρόνο για να φανούν ξεκάθαρα στις τιμές, ειδικοί και αξιωματούχοι ανησυχούν για την πιθανότητα στασιμοπληθωρισμού – αυξημένου πληθωρισμού και μειωμένων ρυθμών ανάπτυξης.

Τα πρακτικά της τελευταίας συνεδρίασης της Fed αποκαλύπτουν την έντονη ανησυχία για τους κινδύνους που ενέχουν οι νέοι δασμοί για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη της οικονομίας. Ο επικεφαλής της Fed, Τζερόμ Πάουελ, επιβεβαίωσε τις ανησυχίες δηλώνοντας ότι οι δασμοί πιθανόν θα αυξήσουν, έστω προσωρινά, τον πληθωρισμό.

Καταναλωτές σε ανήσυχους ρυθμούς

Στο μεταξύ, η ανησυχία των καταναλωτών ολοένα και αυξάνεται, καθώς πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν αυξημένες προσδοκίες πληθωρισμού στο μέλλον. Σύμφωνα με σχετική έρευνα του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό το ερχόμενο έτος ενισχύθηκαν στο 6,7%, ενώ μειωμένη εμφανίζεται και η καταναλωτική διάθεση σε διάφορους τομείς.

Με τα στοιχεία για τις λιανικές πωλήσεις να αναμένονται στις 16 Απριλίου και το μοντέλο GDPNow της Fed της Ατλάντα να προβλέπει συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 2,4% το πρώτο τρίμηνο, η αγορά αναμένει με αγωνία τα επόμενα στατιστικά στοιχεία, προσπαθώντας να εκτιμήσει τις συνολικές οικονομικές επιπτώσεις των νέων δασμών.

Τραμπ: «Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι των Μπάιντεν, Πούτιν και Ζελένσκι – Όλοι φέρουν ευθύνη»

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, επέρριψε τη Δευτέρα την ευθύνη για τον πόλεμο στην Ουκρανία στον Τζο Μπάιντεν, τον Βλαντίμιρ Πούτιν και τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, δηλώνοντας πως δεν είναι δικός του πόλεμος και επαναλαμβάνοντας την πρόθεσή του να τον τερματίσει γρήγορα.

Οι δηλώσεις του Τραμπ, στις 14 Απριλίου, δημοσιεύτηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και διατυπώθηκαν εκ νέου από το Οβάλ Γραφείο, μία ημέρα μετά την εμφάνιση του Ουκρανού προέδρου στην εκπομπή «60 Minutes» του CBS. Ο Ζελένσκι είχε απορρίψει τις θέσεις της κυβέρνησης Τραμπ ότι η Ουκρανία φέρει μερίδιο ευθύνης για τον πόλεμο, κάνοντάς λόγο για «παραποιημένη πραγματικότητα».

«Ο πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας είναι του Μπάιντεν, όχι δικός μου», ανήρτησε ο Τραμπ στην πλατφόρμα Truth Social. «Μόλις ήρθα, και για τέσσερα χρόνια, κατά τη θητεία μου, δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα στο να τον αποτρέψω. Ο πρόεδρος Πούτιν και όλοι οι άλλοι σέβονταν τον πρόεδρό σας!»

Ο Τραμπ κατηγόρησε τόσο τον Μπάιντεν όσο και τον Ζελένσκι που επέτρεψαν να ξεσπάσει ο πόλεμος, υποστηρίζοντας πως «υπήρχαν πολλοί τρόποι να αποτραπεί».

Αργότερα, μιλώντας σε δημοσιογράφους στο Οβάλ Γραφείο, δήλωσε πως και ο Πούτιν φέρει ευθύνη. «Ο Μπάιντεν θα μπορούσε να τον είχε σταματήσει, ο Ζελένσκι θα μπορούσε να τον είχε σταματήσει, και ο Πούτιν δεν θα έπρεπε να τον είχε ξεκινήσει ποτέ. Όλοι φέρουν ευθύνη», ανέφερε.

Ο Τραμπ δήλωσε πως η ομάδα του σημειώνει «πρόοδο» στις προσπάθειες για κατάπαυση του πυρός. Την προηγούμενη εβδομάδα, ο απεσταλμένος του στη Μέση Ανατολή, Στηβ Γουίτκοφ, συναντήθηκε με τον Πούτιν στην Αγία Πετρούπολη για να συζητήσουν μία ειρηνευτική συμφωνία με αμερικανική διαμεσολάβηση.

Αν και η Ουκρανία υποστηρίζει την πρόταση κατάπαυσης του πυρός, η Ρωσία έχει θέσει εκτεταμένες προϋποθέσεις που ουσιαστικά έχουν αναστείλει τη διαδικασία. Ο Τραμπ κάλεσε τη Ρωσία να «προχωρήσει» με τη συμφωνία ειρήνης, επισημαίνοντας το καταστροφικό ανθρώπινο κόστος ενός «τρομερού και χωρίς νόημα πολέμου».

Ο αναπληρωτής μόνιμος αντιπρόσωπος της Ρωσίας στα Ηνωμένα Έθνη, Ντμίτρι Πολιάνσκι, δήλωσε τη Δευτέρα στο κρατικό πρακτορείο Tass ότι η επίσκεψη του Γουίτκοφ θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για μελλοντική συνάντηση κορυφής μεταξύ Τραμπ και Πούτιν, αν και επίσημη κατάπαυση του πυρός πριν το Πάσχα θεωρείται απίθανη.

Οι δηλώσεις του Τραμπ έγιναν λίγες μόλις ώρες μετά από ρωσική πυραυλική επίθεση στην πόλη Σούμι της Ουκρανίας, η οποία στοίχισε τη ζωή σε τουλάχιστον 34 ανθρώπους, μεταξύ των οποίων δύο παιδιά, και τραυμάτισε περισσότερους από 100, σύμφωνα με Ουκρανούς αξιωματούχους.

Η επίθεση αυτή είναι η τελευταία μίας σειράς αεροπορικών και μη επανδρωμένων επιθέσεων, που έχουν προκαλέσει τις έντονες αντιδράσεις της διεθνούς κοινότητας. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι χαρακτήρισαν την επίθεση στο Σούμι ως ακόμη μία απόδειξη της περιφρόνησης του Πούτιν προς τις ειρηνευτικές συνομιλίες. Η υπουργός Εξωτερικών της Φινλανδίας, Ελίνα Βάλτονεν, δήλωσε ότι η επίθεση, η οποία σημειώθηκε λίγο μετά την επίσκεψη του Γουίτκοφ, «καταδεικνύει πως η Ρωσία δείχνει απόλυτη περιφρόνηση για τη διαδικασία ειρήνευσης». Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών, Ζαν-Νοέλ Μπαρό, συμφώνησε με την κριτική της, σχολιάζοντας ότι ο Πούτιν δεν έχει καμία πρόθεση να αποδεχθεί κατάπαυση του πυρός.

Ο Ζελένσκι, στη συνέντευξή του στην εκπομπή «60 Minutes», απάντησε στις κατηγορίες του Τραμπ πως η Ουκρανία δεν μπορεί να προκάλεσε τον πόλεμο, λέγοντας: «Υπάρχει επιτιθέμενος και υπάρχει θύμα. Οι Ρώσοι είναι ο επιτιθέμενος και εμείς είμαστε το θύμα».

Κάλεσε επίσης τον Τραμπ να επισκεφθεί την Ουκρανία για να διαπιστώσει την καταστροφή ιδίοις όμμασι και πρόσθεσε: «Μετά, ας καταρτίσουμε ένα σχέδιο για το πώς να τελειώσει ο πόλεμος».