Πέμπτη, 18 Ιούν, 2026

Διαλύθηκε κατασκοπευτικό δίκτυο της Λευκορωσίας στην Ευρώπη, ανακοίνωσε η τσεχική υπηρεσία πληροφοριών

Οι υπηρεσίες πληροφοριών της Τσεχίας, της Ουγγαρίας και της Ρουμανίας εξάρθρωσαν φερόμενο ως κατασκοπευτικό δίκτυο που λειτουργούσε υπό την καθοδήγηση των λευκορωσικών μυστικών υπηρεσιών, όπως ανακοίνωσε στις 8 Σεπτεμβρίου η Υπηρεσία Πληροφοριών της Τσεχικής Δημοκρατίας (BIS).

Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση στην ιστοσελίδα της BIS, η κοινή ευρωπαϊκή ομάδα πρακτόρων εντόπισε Λευκορώσους πράκτορες και συνεργάτες που δρούσαν σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες.

Μεταξύ αυτών που ταυτοποιήθηκαν είναι και ένας ανώνυμος πρώην αξιωματούχος της Υπηρεσίας Πληροφοριών και Ασφαλείας της Μολδαβίας, ο οποίος, σύμφωνα με τη BIS, παρέδιδε διαβαθμισμένες πληροφορίες στη Λευκορωσική Κρατική Υπηρεσία Ασφαλείας, γνωστή ως KGB-RB.

Ο διευθυντής της BIS, Μίχαελ Κουντέλκα, σχολίασε την επιχείρηση, επισημαίνοντας: «Αυτή είναι μία ακόμη υπόθεση που αποδεικνύει πόσο καθοριστικής σημασίας είναι η διεθνής συνεργασία στη σημερινή κατάσταση ασφαλείας. Αποτελεί επίσης απάντηση σε όσους ισχυρίζονται ότι η συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών δήθεν δεν λειτουργεί».

Ο Κουντέλκα τόνισε ότι το δίκτυο κατασκόπων της KGB-RB κατέστη δυνατό να αναπτυχθεί χάρη στην ελεύθερη μετακίνηση προσώπων σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, λόγω της Συνθήκης Σένγκεν.

«Για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά αυτές οι εχθρικές δραστηριότητες στην Ευρώπη, είναι απαραίτητο να περιοριστεί η κίνηση διαπιστευμένων διπλωματών από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία στον χώρο Σένγκεν», υπογράμμισε χαρακτηριστικά, αφήνοντας να εννοηθεί πως Μόσχα και Μινσκ προσπαθούν να χρησιμοποιούν το διπλωματικό καθεστώς ως κάλυψη για τις κατασκοπευτικές τους δραστηριότητες.

Το Υπουργείο Εξωτερικών της Τσεχίας ανακοίνωσε πως, σε συνάρτηση με την επιχείρηση, απέλασε έναν Λευκορώσο διπλωμάτη, ο οποίος φέρεται να εργαζόταν για τις λευκορωσικές υπηρεσίες πληροφοριών. «Δεν θα ανεχθούμε την κατάχρηση της διπλωματικής κάλυψης για λογαριασμό της κατασκοπείας», ανέφερε το υπουργείο χωρίς να κατονομάζει τον διπλωμάτη.

Σε ανάλογο ύφος, ο υπουργός Εξωτερικών της Τσεχίας Γιαν Λιπάφσκι έγραψε τη Δευτέρα στην πλατφόρμα X: «Ευχαριστώ τη BIS και τη διπλωματία της Τσεχίας για τον εντοπισμό και την τιμωρία των κατασκόπων της Λευκορωσίας. Στη χώρα μας, δεν θα αφήσουμε πράκτορες να δρουν ανενόχλητοι. Θα υπερασπιστούμε τη Τσεχία».

Σύλληψη υπόπτου στη Ρουμανία

Η ρουμανική υπηρεσία καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος ανακοίνωσε στις 8 Σεπτεμβρίου τη σύλληψη ενός 47χρονου, πρώην ανώτατου στελέχους της μολδαβικής υπηρεσίας πληροφοριών, με την κατηγορία της προδοσίας.

Η Διεύθυνση για την Εξιχνίαση Οργανωμένου Εγκλήματος και Τρομοκρατίας (DIICOT) διευκρίνισε πως ο ύποπτος διέρρεε κρατικά απόρρητα στη λευκορωσική KGB από το 2024 έως τη στιγμή της σύλληψής του.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της DIICOT, μεταξύ 2024 και 2025, ο Μολδαβός ύποπτος πραγματοποίησε δύο συναντήσεις στη Βουδαπέστη, με αξιωματούχους της KGB-RB, με σκοπό «τη διαβίβαση οδηγιών και την ανταλλαγή πληρωμών για τις παρεχόμενες υπηρεσίες».

Η διευρωπαϊκή αυτή επιχείρηση βρίσκεται υπό την εποπτεία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για τη Δικαστική Συνεργασία σε Ποινικές Υποθέσεις (Eurojust).

Σύμμαχοι της Ρωσίας

Η Λευκορωσία διοικείται από τον πρόεδρο Αλεξάντερ Λουκασένκο, στενό σύμμαχο του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν. Ο Λουκασένκο υπήρξε ανώτερος γραφειοκράτης της ΕΣΣΔ κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και εξελέγη για πρώτη φορά πρόεδρος της Λευκορωσίας το 1994, θέση από την οποία παραμένει αμετακίνητος.

Ο Λευκορώσος πρόεδρος επέτρεψε στη Ρωσία να χρησιμοποιήσει το έδαφος της χώρας του ως ορμητήριο για την εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, όταν οι ρωσικές δυνάμεις εισήλθαν στην Ουκρανία από τον βορρά τις πρώτες ημέρες του πολέμου.

Το Μινσκ επέτρεψε επίσης στη Μόσχα να τοποθετήσει τακτικά πυρηνικά όπλα ρωσικής προέλευσης σε λευκορωσικό έδαφος, προκαλώντας ανησυχία σε γειτονικά κράτη, όπως η Πολωνία.

Τον Δεκέμβριο του 2023 ο Λουκασένκο δήλωσε ότι η φιλοξενία ρωσικών πυρηνικών όπλων στοχεύει στην αποτροπή απειλών από την Πολωνία, μέλος του ΝΑΤΟ. Στις 4 Μαρτίου 2025, ο Λουκασένκο και ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν υπέγραψαν συνθήκη αμοιβαίας ασφάλειας, που δεσμεύει τις δύο χώρες να συνεργάζονται στους τομείς της ασφάλειας, να αντιδρούν από κοινού σε πράξεις ή απειλές επιθετικότητας και να παρέχουν άμεση στρατιωτική, τεχνική και άλλη βοήθεια μεταξύ τους.

Η Epoch Times επικοινώνησε με την κυβέρνηση της Λευκορωσίας για κάποιο σχόλιο, αλλά δεν έλαβε απάντηση μέχρι τη στιγμή της δημοσίευσης.

Με την συμβολή των Associated Press και Κρις Σάμερς

Νορβηγικές εκλογές 2024: Σταθερότητα, δεξιά στροφή και νέα πολιτικά διλήμματα

Το Εργατικό Κόμμα, που ηγείται της κυβέρνησης της Νορβηγίας, εξασφάλισε δεύτερη συνεχόμενη θητεία ως κυβέρνηση μειοψηφίας στις εκλογές της 8ης Σεπτεμβρίου, ενώ το λαϊκιστικό Κόμμα Προόδου (Fremskrittspartiet) κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό στην ιστορία του.

Το κόμμα του πρωθυπουργού Γιόνας Γκαρ Στρέ και τέσσερις μικρότεροι προοδευτικοί εταίροι συγκέντρωσαν συνολικά 87 έδρες, ξεπερνώντας το όριο της απόλυτης πλειοψηφίας (85) στη Στορτίγκ, με καταμετρημένο το 99% των ψηφοδελτίων.

Από αυτές τις έδρες, οι 53 ανήκουν στο Εργατικό Κόμμα. Οι υπόλοιπες κατανέμονται στο Κόμμα του Κέντρου (ευρωσκεπτικιστικό και αγροτικό), το Σοσιαλιστικό Αριστερό Κόμμα (SV), το Κόκκινο Κόμμα (Rødt) και το Πράσινο Κόμμα (Miljøpartiet de Grønne).

Το Εργατικό Κόμμα θα συνεχίσει να κυβερνά ως μειοψηφία, εξαρτώμενο σε μεγάλο βαθμό από τη στήριξη των συμμάχων του για την ψήφιση κρίσιμων νομοσχεδίων, όπως οι προϋπολογισμοί.

Για να εξασφαλίσει τη συναίνεση, ο Στρέ αναμένεται να βρεθεί αντιμέτωπος με δύσκολες διαπραγματεύσεις για ζητήματα όπως οι αυξήσεις φόρων στους εύπορους, η περαιτέρω εξερεύνηση πετρελαίου και η αποεπένδυση από ισραηλινές εταιρείες που σχετίζονται με το κρατικό επενδυτικό ταμείο της χώρας, ύψους 2 τρισ. δολαρίων – το μεγαλύτερο στον κόσμο, σύμφωνα με το Sovereign Wealth Fund Institute.

«Ξέραμε ότι θα ήταν οριακά και έτσι έγινε», δήλωσε ο Στρέ σε υποστηρικτές του Εργατικού Κόμματος, πανηγυρίζοντας τη νίκη τους, σύμφωνα με τη νορβηγική οικονομική εφημερίδα Finansavisen. «Και ξέραμε ότι έπρεπε να τα δώσουμε όλα – και το κάναμε. Γι’ αυτό είναι φανταστικό να στέκομαι δίπλα σας και να σας λέω ‘‘τα καταφέραμε’’. Ανατολή, Δύση, Βοράς και Νότος, είδαμε τα αποτελέσματα. Είμαστε το κόμμα για την πόλη και την επαρχία, χέρι-χέρι», πρόσθεσε.

Στροφή προς τη δεξιά

Η ψηφοφορία της Δευτέρας ανέδειξε παράλληλα μια μετατόπιση προς τα δεξιά, καθώς το λαϊκιστικό Κόμμα Προόδου κατάφερε να κατακτήσει 48 από τις συνολικά 169 έδρες – υπερδιπλάσιες σε σύγκριση με τις προηγούμενες εκλογές.

Η ηγέτις του, Σίλβι Λίστογκ, 47 ετών, υποσχέθηκε σημαντικές μειώσεις φόρων και περιορισμό των δημόσιων δαπανών, ειδικά για την πράσινη ενέργεια και τη διεθνή βοήθεια. Έχει αναφέρει ως πολιτικά της πρότυπα τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρίγκαν, και τη Μάργκαρετ Θάτσερ, πρώτη γυναίκα πρωθυπουργό της Βρετανίας.

Η Λίστογκ χαρακτήρισε τα αποτελέσματα ως «οι καλύτερες εκλογές στα 52 χρόνια ιστορίας του κόμματος», σύμφωνα με τη νορβηγική ιστοσελίδα VG. Ωστόσο, εμφανίστηκε και επιφυλακτική, δηλώνοντας στους οπαδούς της: «Η σκιά στη χαρά είναι, βέβαια, ότι δεν καταφέραμε να έχουμε μια νέα πλειοψηφία στη Νορβηγία.

Με βάση τα αποτελέσματα που λάβαμε, η χώρα έχει μπροστά της τέσσερα δύσκολα χρόνια», όπως μετέδωσε η κρατική τηλεόραση NRK. «Βλέπουμε μια ιστορική στροφή της νορβηγικής πολιτικής προς τα αριστερά, αλλά τα επόμενα τέσσερα χρόνια, το Κόμμα Προόδου θα είναι η μεγαλύτερη δύναμη της αντιπολίτευσης στη Στορτίγκ».

Οι βασικές προκλήσεις

Η προεκλογική περίοδος κυριαρχήθηκε από θέματα όπως ο φόρος περιουσίας, οι πολεμικές συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Γάζα, καθώς και η βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου της χώρας.

Το Εργατικό Κόμμα στήριξε τη διατήρηση του φόρου περιουσίας, που συνίσταται σε προοδευτική επιβάρυνση πάνω σε καθαρή περιουσία (ακίνητα, καταθέσεις, μετοχές και επιχειρηματικά κεφάλαια), όταν αυτή υπερβαίνει τα 1,76 εκατ. νορβηγικές κορόνες. Ο ανώτατος συντελεστής του φόρου – που καταβάλλεται τόσο σε κρατικό όσο και σε δημοτικό επίπεδο – ανέρχεται στο 1,1%.

Από την πλευρά του, το Κόμμα Προόδου ζητά την κατάργηση του φόρου, υποστηρίζοντας ότι τιμωρεί επιχειρηματίες και ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων. Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτέλεσε επίσης μείζον ζήτημα για τους Νορβηγούς, καθώς η χώρα συνορεύει στον Αρκτικό με τη Ρωσία. Έρευνα του Ινστιτούτου Ειρηνευτικής Έρευνας Όσλου (PRIO) τον Αύγουστο, δείχνει πως το 59% των Νορβηγών θεωρούν πιθανό νέο πόλεμο στην Ευρώπη την επόμενη δεκαετία, έναντι 55% πέρυσι.

Η Νορβηγία, μέλος του ΝΑΤΟ, έχει ως υπουργό Οικονομικών τον Γενς Στόλτενμπεργκ, ο οποίος υπηρέτησε ως γενικός γραμματέας της Συμμαχίας από το 2014 έως το 2024.

Ο πόλεμος του Ισραήλ με τη Χαμάς και η κατάσταση στη Γάζα ενδέχεται να διαδραματίσουν ρόλο στις διαπραγματεύσεις μεταξύ του Εργατικού Κόμματος και των συμμάχων του, καθώς κόμματα όπως το Κόκκινο ζητούν περαιτέρω απεμπλοκή του κρατικού ταμείου από ισραηλινές εταιρείες.

Ήδη από τις 30 Ιουνίου, το fund έχει αποεπενδύσει από 23 ισραηλινές εταιρείες, σύμφωνα με τη Norges Bank Investment Management, που διαχειρίζεται το ταμείο, εν μέσω ανησυχιών για παραβιάσεις διεθνών κανόνων.

Τέλος, ο τομέας του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, που μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία κάλυψε τη θέση της Gazprom ως κορυφαίου προμηθευτή φυσικού αερίου στην Ευρώπη, δοκιμάζει τις αντοχές της νέας κυβέρνησης. Τα κόμματα Ρετ, Πράσινοι και SV ζητούν περιορισμό στις νέες άδειες εξόρυξης, ενώ το Κόμμα του Κέντρου τάσσεται υπέρ της περαιτέρω ανάπτυξης της βιομηχανίας.

Η ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία και η καναδική προοπτική

Η πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Ρομπέρτα Μετσόλα, δήλωσε: «Υπάρχει ζήτηση στην Ευρώπη για καναδικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο», αφήνοντας να εννοηθεί ότι τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ίσως είναι πρόθυμα να καταβάλουν υψηλότερο τίμημα για να εξασφαλίσουν «συμβατική» ενέργεια από τον Καναδά.

Υπογράμμισε, μάλιστα, την επιτακτική ανάγκη να βρεθούν αξιόπιστες ενεργειακές πηγές, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η οποία άφησε την Ε.Ε. εξαρτημένη από έναν «μη αξιόπιστο εταίρο» για την προμήθεια πετρελαίου και αερίου.

Σε πρόσφατη συνέντευξή της στο CTV Question Period, η Μετσόλα τόνισε ότι η Ε.Ε. αναζητά πλέον πιο αξιόπιστες συνεργασίες: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση εργάζεται για να απεξαρτηθεί από τη ρωσική ενέργεια, τόσο εντείνοντας τους κλιματικούς της στόχους, όσο και αναζητώντας εναλλακτικές πηγές», επισήμανε, προσθέτοντας: «Τα σχέδια για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν επαρκούν για να καλύψουν το έλλειμμα».

Συνεχίζοντας, δήλωσε: «Πού να στραφούμε; Πού να κοιτάξουμε; Οφείλουμε να κοιτάξουμε διατλαντικά», υπογραμμίζοντας ότι οι συζητήσεις για την προμήθεια ενέργειας μεταξύ Ε.Ε. και Καναδά βρίσκονται σε εξέλιξη.

Η Μετσόλα εξήγησε και τις οικονομικές παραμέτρους των νέων ενεργειακών συνεργασιών: «Το να πληρώσουμε περισσότερο για καναδικό πετρέλαιο ή αέριο μπορεί τελικά να μη βγει πιο ακριβό μακροπρόθεσμα, αν αυτό σημαίνει ότι συνεργαζόμαστε με έναν σύμμαχο και αξιόπιστο προμηθευτή».

«Στο τέλος της ημέρας, τι εννοούμε όταν μιλάμε για κόστος;», αναρωτήθηκε, δίνοντας έμφαση στο τίμημα που συνεπάγεται η αποδέσμευση από τη Ρωσία. Η Μετσόλα συμπλήρωσε: «Έχουμε επίσης ίσως ακόμη πιο αναξιόπιστους εταίρους, από τους οποίους εισάγουμε ορυκτά καύσιμα, καθώς πρέπει να κρατήσουμε χαμηλούς τους λογαριασμούς ενέργειας».

Οι χώρες της Ευρώπης βρίσκονται πλέον σε επισφαλή θέση, καθώς, όπως τόνισε η Μετσόλα, συχνά στηρίζονται σε αναξιόπιστους προμηθευτές, λόγω της γεωγραφικής εγγύτητας: «Το να είσαι κοντά γεωγραφικά δεν αποτελεί απαραίτητα και το καταλληλότερο κριτήριο για την επιλογή προμηθευτή».

Στάθηκε στη σημασία των διακρατικών σχέσεων μεταξύ συμμάχων: «Αν κάτι κυριάρχησε στη συζήτησή μας, είναι ακριβώς το ποιοι είναι οι φίλοι και οι σύμμαχοι σε μια εποχή που ο κόσμος μοιάζει να φλέγεται», τόνισε, χαρακτηρίζοντας τον Καναδά σταθερό εταίρο: «Γι’ αυτό μιλάμε για κοινές συνεργασίες. Δεν συζητάμε μόνο για άμυνα ή ασφάλεια. Συζητάμε και για στρατηγική αυτονομία, που σημαίνει επίσης αξιόπιστες και προβλέψιμες πηγές τροφοδοσίας, και ο Καναδάς είναι μέσα στο πλαίσιο αυτό».

Παράλληλα, ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ προωθεί τη σύσφιγξη των ενεργειακών και οικονομικών δεσμών με την Ευρώπη, βλέποντας σε αυτή την κατεύθυνση ευκαιρίες για καναδικά εξαγωγικά προϊόντα, ειδικά εν μέσω εμπορικών τριβών με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο υπουργός Ενέργειας, Τιμ Χότζσον, αναφέρθηκε στις δυνατότητες του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), σημειώνοντας ότι το συγκεκριμένο προϊόν μπορεί να καταστήσει τον Καναδά «ενεργειακή υπερδύναμη». Σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου, εξήγησε: «Σήμερα, γερμανικές εταιρείες εξετάζουν την προμήθεια LNG από τη δυτική ακτή, το οποίο θα ανταλλαγεί ώστε να καλυφθούν οι γερμανικές ενεργειακές ανάγκες στην περιοχή του Ατλαντικού, αξιοποιώντας έτσι την καναδική παραγωγή».

Το αυξημένο ενδιαφέρον για το LNG σηματοδοτεί στροφή από την πολιτική του πρώην πρωθυπουργού Τζάστιν Τριντό υπέρ των εναλλακτικών πηγών ενέργειας. Ο Τριντό είχε υποστηρίξει παλαιότερα ότι δεν υπάρχει επαρκής αγορά για την εξαγωγή LNG στην Ευρώπη, εκφράζοντας αμφιβολίες για τη σκοπιμότητα κατασκευής τερματικού σταθμού εξαγωγών στον Ατλαντικό, χαρακτηρίζοντας το έργο υπερβολικά δαπανηρό.

Αυτή τη στιγμή, ο Καναδάς διαθέτει μόνο έναν μεγάλο τερματικό σταθμό εξαγωγής LNG, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη επτά νέα έργα εξαγωγών και μία υποδομή στη Βρετανική Κολομβία. Ο Χότζσον εκτίμησε ότι οι παραπάνω επενδύσεις μπορεί να αγγίξουν τα 109 δισ. δολάρια, με δυνατότητα παραγωγής 50,3 εκατ. τόνων LNG ετησίως. Το επερχόμενο έργο Wood Fibre LNG στο Σκουάμις φιλοδοξεί να γίνει ο πρώτος σταθμός εξαγωγής LNG με ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα παγκοσμίως, ενώ τα υπόλοιπα project είτε βρίσκονται υπό ανάπτυξη είτε σε στάδιο έγκρισης.

Η φρίκη των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων στην Κίνα: Μαρτυρίες θυμάτων

Το σοκ και το πένθος χτύπησαν τη 19χρονη Χαν Γιου τη στιγμή που μπήκε σε ένα δωμάτιο γεμάτο αστυνομικούς. Στο κέντρο του πλήθους βρισκόταν το άψυχο σώμα του πατέρα της, ο οποίος απολάμβανε άριστη υγεία μέχρι πριν από δύο μήνες, όταν οι κινεζικές αρχές τον έκλεισαν στη φυλακή.

Παρά το μακιγιάζ, τα ίχνη της ταλαιπωρίας διακρίνονταν καθαρά. Έλειπε ιστός κάτω από το αριστερό του μάτι και υπήρχαν μώλωπες γύρω από το πιγούνι του. Μαύρες ραφές κατέβαιναν από τον λαιμό του στο σώμα του.

Όταν η νεαρή προσπάθησε να ξεκουμπώσει τα ρούχα τού πατέρα της για να δει το μέγεθος της τομής, οι αστυνομικοί την έσπρωξαν βίαια έξω, ουρλιάζοντας. Μερικοί συγγενείς πρόλαβαν να σηκώσουν το πουκάμισό του και είδαν την τομή να φτάνει ως την κοιλιά. Πίεσαν την περιοχή. Δεν υπήρχαν όργανα. Ήταν γεμάτη πάγο. «Τι έκαναν με τα όργανα;»

Είκοσι ένα χρόνια αργότερα, το ίδιο αίσθημα φρίκης αναζωπυρώθηκε όταν η Χαν άκουσε τον διάλογο μεταξύ του Κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ και του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν που κατέγραψε «ανοιχτό μικρόφωνο», ο οποίος αφορούσε τις διαδοχικές μεταμοσχεύσεις οργάνων που προσφέρουν μακροζωία.

«Παλιά, οι άνθρωποι σπάνια έφταναν τα 70. Σήμερα, στα 70 είσαι ακόμα παιδί», σχολίασε ο Σι, κατά τη διάρκεια της μεγάλης στρατιωτικής παρέλασης για την επέτειο της λήξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στις 3 Σεπτεμβρίου, στο Πεκίνο.

Ο Πούτιν απάντησε μέσω του διερμηνέα του: «Με την πρόοδο της βιοτεχνολογίας, τα ανθρώπινα όργανα μπορούν να αντικαθίστανται συνεχώς, επιτρέποντάς μας να γινόμαστε όλο και νεότεροι. Ίσως και να φτάσουμε στην αθανασία. Υπολογίζεται ότι σε αυτόν τον αιώνα ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει έως τα 150», είπε λίγο πριν χαθεί το ηχητικό της ζωντανής σύνδεσης.

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν μαζί με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ, τον Βορειοκορεάτη ηγέτη Κιμ Γιονγκ Ουν και τον Πακιστανό πρωθυπουργό Σεμπάζ Σαρίφ, πριν από την στρατιωτική παρέλαση για τον εορτασμό της 80ής επετείου της νίκης επί της Ιαπωνίας και του τέλους του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στην πλατεία Τιενανμέν, στο Πεκίνο, στις 3 Σεπτεμβρίου 2025. (Alexander Kazakov/Pool/AFP μέσω Getty Images)

 

Έχουν περάσει χρόνια από τότε που διεθνείς ερευνητές, όπως το China Tribunal, κατηγόρησαν επισήμως το κινεζικό καθεστώς ότι εμπλέκεται σε μακάβριο εμπόριο μοσχευμάτων που προέρχονται από κρατουμένους συνείδησης, από τους οποίους τα αφαιρεί χωρίς τη συναίνεσή τους και με αποτέλεσμα τον θάνατό τους. 

Πολλά από τα θύματα, όπως ο πατέρας της Χαν, επιλέγονται εξαιτίας της πνευματικής διαλογιστικής πρακτικής που ασκούν, η οποία αποκαλείται Φάλουν Γκονγκ ή Φάλουν Ντάφα και έχει ως βασικές της αρχές την αλήθεια, την καλοσύνη και την ανεκτικότητα.

«Μετά από αυτό που έκαναν οι αρχές στον πατέρα μου, το να ακούω τον ανώτατο ηγέτη της Κίνας να μιλά για αέναη αντικατάσταση οργάνων ήταν συγκλονιστικό και ανατριχιαστικό», λέει η Χαν στην εφημερίδα The Epoch Times.

«Από τα λεγόμενά του, φαίνεται να υπονοεί ότι υπάρχει άφθονη προσφορά οργάνων σε αναμονή. Αναρωτιέμαι πόσοι ακόμα άνθρωποι σαν τον πατέρα μου θα χάσουν τη ζωή τους;»

Η μαύρη αγορά αφαίρεσης οργάνων ανθούσε στην Κίνα ήδη από τη δεκαετία του 1990. Με τις ευλογίες των αρχών, οι γιατροί αφαιρούσαν τα όργανα των εκτελεσμένων για μεταμοσχεύσεις.

Όμως από την αρχή της νέας χιλιετίας και την έναρξη της πανεθνικής καταστολής του Φάλουν Γκονγκ, η βιομηχανία αυτή επεκτάθηκε.Ο Κρις Σμιθ, μέλος του Κογκρέσου και σταθερός πολέμιός της από το 1998, έχει επανειλημμένα επιστήσει την προσοχή στον υπερβολικά σύντομο χρόνο αναμονής για οποιοδήποτε μόσχευμα στην Κίνα, κάτι που προσελκύει ενδιαφερόμενους από όλον τον κόσμο.

«Μπορείς να αποκτήσεις όργανο σε μια βδομάδα, γιατί ‘απλώς’ σκοτώνουν κάποιον που ταιριάζει στα αντιγόνα και στα άλλα δεδομένα σου, ώστε να μη σημειωθεί απόρριψη», είχε αναφέρει ο Σμιθ παλαιότερα στην Epoch Times«Δεν έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο, εκτός από τη ναζιστική Γερμανία. Αυτό ακριβώς έχουμε εδώ: ναζιστικές πρακτικές».

Η Χαν είναι μια από τις δύο γυναίκες που μίλησαν στην Epoch Times για την απώλεια του πατέρα τους και την κλοπή των οργάνων τους από τις κινεζικές αρχές.

Η Χαν Γιου, της οποίας ο πατέρας, Χαν Τζουνκίνγκ, ασκούμενος του Φάλουν Γκονγκ, δολοφονήθηκε στην Κίνα λόγω της πίστης του, μίλησε στην Epoch Times για τα περιστατικά που συνδέονται με την απώλειά του. Νέα Υόρκη, 7 Σεπτεμβρίου 2025. (Samira Bouaou/The Epoch Times)

 

Οι αφηγήσεις τους παρουσιάζουν κοινά στοιχεία: αιφνίδιος θάνατος, έντονη παρουσία της αστυνομίας, εμφανείς τραυματισμοί, βιαστική αποτέφρωση και αδιαπέραστο τείχος σιωπής απέναντι στα ερωτήματα της οικογένειας.

Ο πατέρας της Τζιανγκ Λι πέθανε τον Ιανουάριο του 2009, λιγότερο από 24 ώρες αφότου η οικογένειά του τον είχε δει σε σπάνια επίσκεψη στο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας του Τσονγκτσίνγκ, στη νοτιοδυτική Κίνα.

Ήταν στα μισά της μονοετούς ποινής που εξέτιε για την πίστη του και έκλαιγε μαθαίνοντας ότι στη σύζυγό του επιβλήθηκε νέα οκταετής καταδίκη – εξ ου και η απουσία της από τη συνάντηση.

Οι φύλακες άφησαν τους συγγενείς να περιμένουν επί ώρες προτού τους οδηγήσουν στο γραφείο τελετών. Εκεί, εργαζόμενος του νεκροτομείου τούς είπε τους κανόνες: απαγόρευση κινητών, φωτογραφιών και κάθε επικοινωνίας ή καταγραφής. Ο χρόνος επίσκεψης ήταν πέντε λεπτά, ούτε λεπτό περισσότερο, όπως περιγράφει η Τζιανγκ σε αναφορά της που απέστειλε στις κινεζικές αρχές, ζητώντας δικαίωση, και την οποία μοιράστηκε με την Epoch Times.

Όταν είδαν το σώμα του πατέρα της Τζιανγκ να βγαίνει από το ψυγείο του νεκροτομείου, έτρεξαν κοντά. «Το πρόσωπο, το στήθος και τα πόδια του ήταν ζεστά όταν τα ακουμπήσαμε», γράφει η Τζιανγκ στην αναφορά της.

«Ο μπαμπάς δεν είναι νεκρός. Είναι ζωντανός!», αναφώνησε η αδερφή της. Πανικόβλητοι, περίπου 24 αστυνομικοί και φύλακες έσπρωξαν την οικογένεια έξω, τραυματίζοντας το χέρι της Τζιανγκ.

«Το νοσοκομείο έχει εκδώσει πιστοποιητικό θανάτου», είπε μια υπάλληλος, όπως σημειώνει η αναφορά. Η επίσημη αιτία (οξύ καρδιακό επεισόδιο) δεν έπεισε κανέναν στην οικογένεια. Η νεκροψία, που πραγματοποιήθηκε χωρίς τη συγκατάθεση της οικογένειας, έδειξε τρία σπασμένα πλευρά – οι αρχές δήλωσαν πως ήταν αποτέλεσμα ανάνηψης.

Ένας αξιωματούχος της εισαγγελίας του Τσόνγκτσινγκ τούς είπε ότι τα όργανα του πατέρα τους έγιναν ιατρικά δείγματα.

Η Χαν Γιου κρατά μια φωτογραφία του πατέρα της, Χαν Τζουνκίνγκ, ασκούμενου του Φάλουν Γκονγκ, για τον οποίο υποψιάζεται ότι πέθανε όταν αφαιρέθηκαν τα όργανά του σε νοσοκομείο της Κίνας, όπου διωκόταν για την πίστη του. Νέα Υόρκη, 7 Σεπτεμβρίου 2025. (Samira Bouaou/The Epoch Times)

 

«Πήραν τα όργανα», δηλώνει στην Epoch Times η Τζιανγκ. «Μπορούν να πουν ό,τι θέλουν. Πώς θα μάθουμε τι τα έκαναν; Υπάρχουν τόσες ερωτήσεις – είμαστε υποχείριο στα χέρια τους».

Ο πατέρας της Χαν πέθανε το 2004. Για πολύ καιρό η Χαν αδυνατούσε να κατανοήσει τον θάνατό του. Ονειρευόταν συχνά τον πατέρα της και ξυπνούσε με κλάματα.

Το 2006, η Epoch Times έφερε στο φως το ζήτημα των εξαναγκαστικών αφαιρέσεων οργάνων στην Κίνα, χάρη σε μαρτυρίες ανθρώπων που είχαν βρεθεί πολύ κοντά στα γεγονότα.

Μία από αυτές προήλθε από μια γυναίκα που εργαζόταν σε νοσοκομείο της βορειανατολικής Κίνας, η οποία κατέθεσε πως ο χειρουργός σύζυγός της είχε αφαιρέσει κερατοειδείς από ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ. Η Χαν ανακάλυψε τα γεγονότα έναν χρόνο αργότερα – σερφάροντας στο διαδίκτυο, έπεσε πάνω σε σχετική ανάρτηση για τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων.

Όπως αφηγήθηκε στην Epoch Times, το σώμα της άρχισε να τρέμει καθώς διάβαζε. Θυμήθηκε τον πατέρα της και τη μακριά τομή στο σώμα του, κι άρχισε να κλαίει.Έκλαιγε για ώρες εκείνο το βράδυ, ώσπου έχασε τις αισθήσεις της.

Ελάχιστα μπορούν να κάνουν οι οικογένειες εντός Κίνας. Η Τζιανγκ προσπαθούσε επί έξι χρόνια να αποδοθεί δικαιοσύνη για τον θάνατο του πατέρα της. Το μόνο που έλαβε όμως ήταν αντίποινα από το καθεστώς· έχασε τη δουλειά της, ενώ η άρνηση της οικογένειας να δεχτεί εξωδικαστικό συμβιβασμό και τα επίμονα αιτήματά τους στην ανώτατη ηγεσία στο Πεκίνο προκάλεσαν συλλήψεις, ξυλοδαρμούς και συνεχή αστυνομική παρενόχληση.

Σε συνάντηση με δύο δικηγόρους, περίπου 24 αστυνομικοί εισέβαλαν, ακινητοποίησαν και πέρασαν χειροπέδες στους νομικούς, που στη συνέχεια βασανίστηκαν και ανακρίθηκαν στο αστυνομικό τμήμα. «Ο ένας βγήκε με κοψίματα στους καρπούς και αίμα στο τύμπανο του αυτιού του από επανειλημμένα χαστούκια. Τον δεύτερο τον έκλεισαν σε μεταλλικό κλουβί με τα χέρια αλυσοδεμένα ψηλά, ώσπου πρήστηκαν και μούδιασαν», αφηγήθηκαν δικηγόροι στην Epoch Times.

«Είμαστε στο έλεός τους», λέει η Τζιανγκ. «Δεν μπορούμε να ελέγξουμε ούτε τη δική μας ζωή».

Φωτογραφία της οικογένειας Τζιανγκ στην Κίνα, το 1997. (Ευγενική παραχώρηση της Τζιανγκ Λι)

 

Ένα ερώτημα για τον κόσμο  

Η συνομιλία μεταξύ Σι και Πούτιν προκάλεσε παγκόσμια αίσθηση και έφερε ξανά στο φως το ζήτημα της αφαίρεσης οργάνων – προς μεγάλη δυσαρέσκεια του καθεστώτος.

Η επίμαχη συνομιλία, που μεταδόθηκε ζωντανά από τα κινεζικά κρατικά δίκτυα σε δισεκατομμύρια θεατές, εξαφανίστηκε από το αυστηρά λογοκριμένο κινεζικό διαδίκτυο. Κάποιος χρήστης κοινωνικών δικτύων διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να στείλει στο εσωτερικό της Κίνας ούτε καν μήνυμα με τη λέξη «μακροζωία».

Επιπλέον, μέσω δικηγόρου, το κρατικό δίκτυο CCTV της Κίνας ανακάλεσε την άδεια του Reuters για τη μετάδοση του σχετικού αποσπάσματος, υποστηρίζοντας ότι το πρακτορείο υπερέβη τα όρια της συμφωνίας και παραποίησε τα γεγονότα.

«Αυτά τα μέτρα δείχνουν φόβο», επισημαίνει η Τζιανγκ. «Ποια παραποίηση; Λόγια δικά τους είναι. Και οι εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων είναι πραγματικότητα».

Η συζήτηση και η διεθνής απήχησή της φάνηκαν σουρεαλιστικές στις δύο γυναίκες. Όπως επισημαίνουν, οι δηλώσεις των εμπλεκόμενων ηγετών απηχούν μια απαξίωση για την ανθρώπινη ζωή – και αυτή ακριβώς είναι η επισφαλής μοίρα κάθε πολίτη που τελεί υπό την εξουσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας.

Η Τζιανγκ Λι κρατά μια φωτογραφία του πατέρα της, Τζιανγκ Σιτσίνγκ, επίσης ασκούμενου του Φάλουν Γκονγκ, για τον οποίο υποψιάζεται ότι πέθανε όταν αφαιρέθηκαν τα όργανά του σε νοσοκομείο της Κίνας, όπου διωκόταν για την πίστη του. Νέα Υόρκη, 7 Σεπτεμβρίου 2025. (Samira Bouaou/The Epoch Times)

 

Όμως η απροσδόκητη αποκάλυψη της συνομιλίας των Σι και Πούτιν έδωσε ελπίδα στη Τζιανγκ: «Μοιάζει μοιραίο. Για χρόνια αισθανόμουν ανήμπορη μπροστά στην πανίσχυρη εξουσία. Ίσως όμως αυτή να είναι μια ευκαιρία να ενημερωθεί ο κόσμος για τις εξαναγκαστικές αφαιρέσεις οργάνων. Αν άνθρωποι με καρδιά ακούσουν τι συμβαίνει, ίσως αποφασίσουν να δράσουν. Θα παραμείνουν αδρανείς ή θα ενωθούν για να το σταματήσουν;»

Ποικίλες και πρακτικές χρήσεις των φίλτρων του καφέ που… δεν έχουν σχέση με τον καφέ

Ήταν ένα ανόητο λάθος. Όχι μόνο αγόρασα τη μεγαλύτερη συσκευασία φίλτρων καφέ – ένα πακέτο των 1.000 – αλλά όπως διαπίστωσα πολύ αργότερα, δεν ταίριαζαν και στην καφετιέρα μου.

Τα φίλτρα καφέ δεν είναι ακριβά, έτσι δεν μπήκα στον κόπο να τα επιστρέψω στο κατάστημα. Αντ’ αυτού, άρχισα να ψάχνω τρόπους να χρησιμοποιήσω αυτά τα φίλτρα για άλλα πράγματα εκτός από την παρασκευή καφέ.

Αυτό που ανακάλυψα είναι ότι τα φίλτρα τύπου καλαθιού είναι εξαιρετικά χρήσιμα. Μου πήρε μερικά χρόνια, αλλά τελικά χρησιμοποίησα όλα τα φίλτρα που πήρα κατά λάθος, και όχι για να φιλτράρω καφέ! Έγιναν τόσο χρήσιμα που αγόρασα ξανά το ίδιο μέγεθος, αλλά αυτή τη φορά από ένα πολύ κατάστημα.

Αυτά είναι μερικά από τα πράγματα που ανακάλυψα ότι μπορώ να κάνω με ένα φίλτρο καφέ:

Κρατάνε τον φούρνο καθαρό

Καλύψτε με ένα φίλτρο καφέ το μπολ, το πιάτο ή το φαγητό που τοποθετείτε στον φούρνο μικροκυμάτων. Με αυτόν τον τρόπο, προστατεύετε τον φούρνο σας από πιτσιλιές και λαδιές.

Για τζάμια και καθρέφτες

Χρησιμοποιήστε ένα φίλτρο καφέ αντί για χχαρτί κουζίνας ή εφημερίδα για να καθαρίσετε και να γυαλίσετε έναν καθρέφτη, ένα παράθυρο, ένα γυάλινο τραπέζι ή χρώμιο. Δεν αφήνει χνούδια και είναι εξαιρετικά απορροφητικό.

Προστατεύουν τις πορσελάνες

Προστατέψτε τα ωραία σας σερβίτσια ή άλλα είδη πιατικών τοποθετώντας ένα φίλτρο ανάμεσα σε κάθε πιάτο και μπολ για να μην γλιστρούν τα κομμάτια. Μπορείτε ακόμη να τυλίξετε σε αυτά τα χριστουγεννιάτικα στολίδια σας ή άλλα πολύτιμα διακοσμητικά αντικείμενα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν τρίβονται μεταξύ τους και αποθηκεύονται με μεγαλύτερη ασφάλεια.

Προστατεύουν τον χυτοσιδήρο

Αφού καθαρίσω, στεγνώσω και λαδώσω ξανά την κατσαρόλα μου, τοποθετώ ένα φίλτρο καφέ στο κάτω μέρος της για να απορροφήσει τυχόν υγρασία που μπορεί να έχει παραμείνει.

Απορροφούν το λάδι

Όταν τηγανίζετε μπέικον, πατάτες ή οτιδήποτε άλλο σε λάδι, τοποθετήστε μερικά φίλτρα στην πιατέλα αντί για χαρτοπετσέτες ή χαρτί κουζίνας για να απορροφήσουν το λάδι όταν τα βγάλετε από το τηγάνι.

Για τα σάντουιτς, τα σουβλάκια, τα πατατάκια

Τοποθετήστε τρόφιμα που τρώτε στο χέρι και λερώνουν, όπως τάκος, μπιφτέκια, χοτ ντογκ, σουβλάκια και σάντουιτς, σε φίλτρα καφέ. Έχουν το ιδανικό μέγεθος και συγκρατούν τα υλικά που μπορεί να πέσουν όταν τα τρώνε παιδιά. Είναι εξίσου κατάλληλα για το ποπ κορν, τα πατατάκια, τους ξηρούς καρπούς.

Για τα μυρωδικά στο μαγείρεμα

Τοποθετήστε βότανα και μπαχαρικά σε ένα φίλτρο καφέ, κλείστε το σαν ένα μικρό σακουλάκι και δέστε το με ένα κομμάτι σπάγκο. Ρίξτε το στη σούπα ή στο στιφάδο και αφήστε το να σιγοβράσει για ώρες, ανάλογα με τις ανάγκες του φαγητού. Αφαιρέστε το σακουλάκι πριν σερβίρετε. Το φαγητό θα έχει πάρει όλα τα αρώματα και τις θρεπτικές ουσίες, χωρίς τα κλαδιά, τα φύλλα, τους σπόρους, και άλλα παρόμοια ανεπιθύμητα στοιχεία.

Για την κουτάλα του μαγειρέματος

Χρησιμοποιήστε φίλτρα καφέ για να ακουμπάτε το κουτάλι, τη σπάτουλα ή όποιο άλλο εργαλείο χρησιμοποιείτε για το μαγείρεμα. Απορροφούν τις σταγόνες, χωρίς να αφήνουν κομμάτια χαρτιού στις κουτάλες σας,  όπως κάνουν οι χαρτοπετσέτες.

Για σκούπισμα 

Είτε πρόκειται για μελάνι, μπογιά ή αποξηραμένα λουλούδια, όταν χρειαστεί να σκουπίσετε κάτι, χρησιμοποιήστε ένα φίλτρο καφέ. Λειτουργεί τέλεια.

Για σούρωμα

Ένα φίλτρο καφέ μπορεί να σουρώσει σούπα, κρασί που περιέχει κομμάτια φελλού, τσάι, χαμομήλι ή οποιοδήποτε άλλο υγρό θέλετε να καθαρίσετε. Τοποθετήστε το φίλτρο πάνω από ένα δοχείο και στερεώστε το με ένα λαστιχάκι. Ρίξτε το υγρό που θέλετε να σουρώσετε μέσα στο φίλτρο.

Για τους σπόρους

Θέλετε να ξεκινήσετε την καλλιέργεια σπορόφυτων εγκαίρως για την άνοιξη; Πάρτε ένα φίλτρο και βρέξτε το με νερό. Τοποθετήστε τους σπόρους που θέλετε να φυτρώσουν πάνω στο φίλτρο και διπλώστε το ώστε να καλυφθούν οι σπόροι. Τοποθετήστε το μέσα σε μια μικρή νάυλον σακούλα με φερμουάρ και αφήστε το μέχρι οι σπόροι να φυτρώσουν και να είναι έτοιμοι για φύτευση.

Της Mary Hunt

Άνοιξε η αυλαία για το 48ο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας

«Σκηνή 1: Εσωτερικό Δημοτικού Ωδείου Δράμας, νύχτα. Μια αίθουσα γεμάτη κόσμο, η σκηνή φωτισμένη από προβολείς. Ο παρουσιαστής της τελετής έναρξης έχει μόλις φωνάξει το όνομα του Γιώργου. Ανεβαίνει στη σκηνή, στέκεται πίσω από το αναλόγιο, κοιτάζει στο κοινό. Κάποιοι φοράνε κοστούμι, άλλοι φοράνε σκισμένα τζιν. Παίρνει μια βαθιά ανάσα, θυμίζει στον εαυτό του πού βρίσκεται και γιατί, και ξεκινάει.»

Με τα λόγια αυτά, ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας, Γιώργος Αγγελόπουλος, συστήθηκε στο κοινό και το καλωσόρισε στην 48η διοργάνωση, που άρχισε χθες και θα ολοκληρωθεί την ερχόμενη Κυριακή.

Μίλησε για την προετοιμασία της εβδομάδας, για τις 223 ταινίες που επιλέχθηκαν προσεκτικά ανάμεσα σε 3.714 υποβολές από όλο τον κόσμο, αλλά και για τις δράσεις επιμόρφωσης και δικτύωσης. «Ιδανικά, πρέπει να ακούγομαι πειστικός όταν τα λέω, και να ελπίζω ότι το τρέμουλο στη φωνή μου θα αποδοθεί στο τρακ και όχι σε έλλειψη σιγουριάς για το Φεστιβάλ που ετοιμάσαμε», είπε ο κος Αγγελόπουλος, κερδίζοντας θερμό χειροκρότημα. Παραδέχτηκε ότι τα λάθη είναι αναπόφευκτα σε μια τέτοια διοργάνωση, ζητώντας από το κοινό να τα επισημαίνει για τη βελτίωση του θεσμού.

Σχέδια, επενδύσεις και η επόμενη μέρα για τον θεσμό

Η μεγάλη γιορτή του σινεμά, στην ετήσια συνάντηση για τις ταινίες μικρού μήκους, πλησιάζει τα πενήντα χρόνια ζωής. Ο θεσμός, που ξεκίνησε από μια τοπική πρωτοβουλία λίγων ανθρώπων, έφτασε στο σημερινό του μέγεθος, διατηρώντας τα βασικά χαρακτηριστικά: αγάπη για το σινεμά, μικρή κινηματογραφική φόρμα, τη μυσταγωγία της σκοτεινής αίθουσας και τη φιλόξενη αγκαλιά για ανερχόμενες καλλιτεχνικές φωνές.

«Το Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας γεννήθηκε εδώ και είναι ταυτισμένο με την πόλη μας. Έχει μεγαλώσει με το πάθος των δημιουργών όλα αυτά τα χρόνια, για να κατακτήσει μια θέση ανάμεσα στα κορυφαία φεστιβάλ του κόσμου», υπογράμμισε ο πρόεδρος του Οργανισμού και δήμαρχος Δράμας, Γιώργος Παπαδόπουλος. Αναφέρθηκε σε πρωτοβουλίες που διασφαλίζουν ότι το Φεστιβάλ θα παραμείνει φάρος πολιτισμού, εξωστρέφειας και δημιουργικότητας για τη Δράμα και για ολόκληρη την Ελλάδα.

Μεταξύ αυτών, ξεχωρίζει η δημιουργία του κόμβου οπτικοακουστικών μέσων στο πρώην στρατόπεδο Ανδρικάκη, έργο αξίας άνω των 10 εκατ. ευρώ, με χρηματοδότηση από την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (6 εκατ.), το υπουργείο Πολιτισμού (1,5 εκατ.), το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας (1,5 εκατ.) και τον Δήμο Δράμας (1 εκατ.). «Πρόσφατα υπογράφηκε η σύμβαση μίσθωσης του χώρου για 30 χρόνια. Το πρώην στρατόπεδο Ανδρικάκη βρίσκεται πλέον υπό τη διαχείριση του Δήμου και σχεδιάζεται να αποτελέσει έναν υπερσύγχρονο πυρήνα κινηματογράφου, πολιτισμού και δημιουργικής βιομηχανίας. Ήδη εκπονείται η μελέτη αποκατάστασης των τεσσάρων κτιρίων και του περιβάλλοντος χώρου», πρόσθεσε ο κος Παπαδόπουλος, σημειώνοντας ότι όλες τις μελέτες έως τη δημοπράτηση του έργου χρηματοδοτεί η εταιρεία Raycap.

«Για εμάς, ο πολιτισμός είναι τρόπος ζωής. Είναι πολύτιμο αγαθό, το οποίο στηρίζουμε εμπράκτως», επεσήμανε ο περιφερειάρχης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Χριστόδουλος Τοψίδης, και εξήρε την πρωτοβουλία να παρουσιαστούν ταινίες που δημιουργήθηκαν στο κινηματογραφικό Εργαστήριο Μικρού Μήκους του Φεστιβάλ από κατοίκους της Δράμας, στις οποίες πρωταγωνιστεί η ίδια η πόλη και οι κάτοικοί της.

Ο δήμαρχος Δράμας ανακοίνωσε ότι, με τη λήξη της φετινής διοργάνωσης, θα ξεκινήσουν οι εργασίες ανακαίνισης και εκσυγχρονισμού της αίθουσας κινηματογράφου «Ολύμπια» και του αμφιθεάτρου του Δημοτικού Ωδείου, όπου πραγματοποιήθηκε η τελετή έναρξης. Το έργο, προϋπολογισμού 1,46 εκατ. ευρώ και ενταγμένο στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, θα ολοκληρωθεί έως το τέλος του έτους. «Οι εργασίες περιλαμβάνουν τεχνικό εξοπλισμό αντάξιο διεθνών διοργανώσεων, με νέα ηχητικά και φωτιστικά συστήματα, σύγχρονα καθίσματα, δάπεδα και αναβαθμισμένο κλιματισμό», είπε ο κος Παπαδόπουλος, παρά τις δυσκολίες στον κλιματισμό κατά τη διάρκεια της τελετής.

Το φετινό πρόγραμμα και οι εκπλήξεις της διοργάνωσης

Το πρόγραμμα του Φεστιβάλ περιλαμβάνει 223 ταινίες από 49 χώρες. Από αυτές, 146 μικρού μήκους ταινίες διαγωνίζονται στα επτά διαγωνιστικά τμήματα: Εθνικό, Εθνικό Σπουδαστικό, Διεθνές Διαγωνιστικό, Διεθνές Σπουδαστικό, Animation, Short & Green και Kiddo. Οι δύο ταινίες που θα αποσπάσουν τις κορυφαίες διακρίσεις στο Εθνικό και στο Διεθνές Διαγωνιστικό τμήμα θα εξασφαλίσουν αυτόματα τη συμμετοχή τους στη διαδικασία των Όσκαρ.

Οι προβολές φιλοξενούνται σε έξι φυσικούς χώρους της πόλης, σε κλειστές αίθουσες και υπαίθριους χώρους, αλλά και στη διαδικτυακή πλατφόρμα του Φεστιβάλ. «Οι ταινίες μας θα είναι προσβάσιμες δωρεάν μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας, φέρνοντας κοντά το σινεμά μικρού μήκους σε όλη την Ελλάδα», τόνισε ο αντιπρόεδρος του Φεστιβάλ, Πέτρος Παρασκευαΐδης.

Το κοινό θα έχει επίσης την ευκαιρία να παρακολουθήσει αναδρομικά αφιερώματα στις μικρού μήκους ταινίες του Άγγελου Φραντζή (1992–2014) και της Χέλενα Βίτμαν (2004-2025), με σκοπό να φέρει το κοινό σε επαφή με το πρώιμο έργο των δύο δημιουργών, όπως επιλέχθηκε από τους διοργανωτές. Οι δύο καλλιτέχνες συμμετέχουν στις κριτικές επιτροπές του Εθνικού και του Διεθνούς Διαγωνιστικού τμήματος αντίστοιχα.

Στη συνέχεια, παρουσιάστηκαν αναλυτικά οι επικεφαλής και οι επιτροπές κάθε τμήματος, με το θερμότερο χειροκρότημα να εισπράττει η κριτική επιτροπή του Kiddo, που αποτελείται από πέντε μικρούς μαθητές.

Τέλος, οι διοργανωτές απέτισαν φόρο τιμής στον Σταύρο Χασάπη, που απεβίωσε στις 5 Σεπτεμβρίου 2025. Ο Σταύρος Χασάπης, ένα από τα βασικά στελέχη της ομάδας του Φεστιβάλ και υπεύθυνος προβολών επί δύο δεκαετίες, υπηρέτησε τον θεσμό με αφοσίωση από το 1993.

Η τελετή έναρξης ολοκληρώθηκε με την προβολή της μικρού μήκους ταινίας «The Flowers Stand Silently, Witnessing» («Τα λουλούδια στέκονται σιωπηλά σαν μάρτυρες») του Τεό Παναγόπουλου.

Η Apple λανσάρει το iPhone 17 – Τέλος το «Plus», έρχεται το εξαιρετικά λεπτό «Air»

Η νέα σειρά iPhone, γνωστή ως σειρά iPhone 17, αναμένεται να παρουσιαστεί στην εκδήλωση της Apple σήμερα, 9 Σεπτεμβρίου 2025, με έναρξη στις 20:00. Αυτό σηματοδοτεί μια αλλαγή σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, με φήμες να υποδηλώνουν τη διακοπή της παραγωγής του μοντέλου «Plus» υπέρ μιας νέας εξαιρετικά λεπτής παραλλαγής «Air».

Ακολουθεί μια ανάλυση των προσδοκιών με βάση τις τελευταίες διαρροές και αναφορές — οι επίσημες λεπτομέρειες θα επιβεβαιωθούν κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης.

Μοντέλα και βασικές αλλαγές στο σχεδιασμό

  • iPhone 17: Το βασικό μοντέλο, το οποίο αναμένεται να διαθέτει κάθετη διπλή κάμερα και μικρές βελτιώσεις σε σχέση με το iPhone 16.
  • iPhone 17 Air: Ένα νέο λεπτό μοντέλο, το οποίο σύμφωνα με φήμες θα έχει πάχος μόλις 5,5 mm, οθόνη 6,6 ιντσών και ανάλυση 1.260 x 2.740. Ενδέχεται να μην διαθέτει φυσική υποδοχή SIM σε ορισμένες αγορές και να έχει οριζόντια προεξοχή κάμερας στο πίσω μέρος, παρόμοια με τη σειρά Pixel της Google.
  • iPhone 17 Pro: Μοντέλο premium με πλαίσιο από αλουμίνιο, γυάλινη εσοχή για ασύρματη φόρτιση και φωτεινότερη οθόνη για καλύτερη ορατότητα. Πιθανή υιοθέτηση οριζόντιας προεξοχής κάμερας.
  • iPhone 17 Pro Max: Το κορυφαίο μοντέλο, ελαφρώς παχύτερο στα 8,725 mm, με προηγμένες λειτουργίες κάμερας (όπως ρυθμιζόμενο διάφραγμα) και μεγαλύτερη μπαταρία. Παρά το μέγεθος, ενδέχεται να είναι ελαφρύτερο.

Οι φήμες δεν αναφέρουν σημαντικές αλλαγές στην εγκοπή Dynamic Island, αν και ορισμένες διαρροές μιλούν για μικρή μείωση. Όλα τα μοντέλα αναμένεται να διαθέτουν τσιπ της σειράς A19 (A19 Pro για τα Pro) με βελτιωμένη απόδοση, λειτουργίες τεχνητής νοημοσύνης και προηγμένες δυνατότητες βίντεο.

Σύγκριση προδιαγραφών

Ο ακόλουθος πίνακας συνοψίζει τις φημολογούμενες βασικές προδιαγραφές:

Μοντέλο Μέγεθος/ανάλυση οθόνης Πάχος Χωρητικότητα μπαταρίας Ρύθμιση κάμερας Σχόλια
iPhone 17 ~6,1 ίντσες / TBD TBD 3.692 mAh Κάθετη διπλή κάμερα Τυπικό μοντέλο εισόδου
iPhone 17 Air 6,6 ίντσες / 1.260×2.740 5,5 mm 2.800–3.149 mAh Οριζόντια προεξοχή Εξαιρετικά λεπτό, πιθανή χρήση πυριτίου υψηλής πυκνότητας
iPhone 17 Pro ~6,3 ίντσες / TBD TBD 4.252 mAh Οριζόντια προεξοχή Φωτεινότερη οθόνη, πλαίσιο από αλουμίνιο
iPhone 17 Pro Max ~6,9 ίντσες / TBD 8,725 mm 5.088 mAh Οριζόντια προεξοχή με ρυθμιζόμενο διάφραγμα Η μεγαλύτερη μπαταρία σε iPhone, μεγάλη διάρκεια ζωής

Τιμές και διαθεσιμότητα

Οι τιμές δεν έχουν επιβεβαιωθεί, αλλά οι διαρροές δείχνουν πιθανή αύξηση — την πρώτη σε επτά χρόνια — λόγω κόστους παραγωγής ή δασμών. Το κορυφαίο Pro Max εκτιμάται γύρω στις 125.000 TL στην Τουρκία. Οι προπαραγγελίες αναμένονται από τις 12 Σεπτεμβρίου, ενώ η κυκλοφορία στα τέλη Σεπτεμβρίου.

Η εκδήλωση αναμένεται να παρουσιάσει και άλλα προϊόντα, όπως το Apple Watch Series 11 και τα AirPods Pro 3. Μπορείτε να την παρακολουθήσετε ζωντανά στην ιστοσελίδα της Apple ή στο YouTube.

Η πραγματική εικόνα της ελληνικής οικονομίας σήμερα

Περισσότερο από μια δεκαετία μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, εξακολουθεί να τίθεται το ερώτημα: βιώνει η Ελλάδα ένα «success story» ή μήπως η αισιοδοξία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα; Τα τελευταία χρόνια, κυβερνητικοί αξιωματούχοι και μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν μια εικόνα ανάκαμψης, όμως τα επίσημα δεδομένα σκιαγραφούν μια διαφορετική – και συχνά ανησυχητική – πραγματικότητα. Παρά τη συνεχή παρουσία της οικονομίας στη δημόσια συζήτηση και το άγχος των πολιτών, ο μέσος Έλληνας δεν είναι επαρκώς ενημερωμένος για την πραγματική κατάσταση. Σε μια προσπάθεια να παρουσιαστούν απλά και τεκμηριωμένα τα βασικά μεγέθη και οι κοινωνικές επιπτώσεις, εξετάζουμε τις εξελίξεις σε εισοδήματα, ανταγωνιστικότητα, δημόσιο χρέος, επενδύσεις, στέγαση, υγεία, φτώχεια και πληθωρισμό. Τα στοιχεία – από Eurostat, ΕΛΣΤΑΤ, ΔΝΤ, ΟΟΣΑ και άλλες επίσημες πηγές – αποκαλύπτουν μια χώρα που μπορεί μεν να βγήκε από την ύφεση, αλλά βαδίζει προς τις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με κρίσιμους δείκτες ευημερίας.

Εισόδημα και αγοραστική δύναμη

Το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων παραμένει αισθητά χαμηλότερο από αυτό των λοιπών Ευρωπαίων. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, η πραγματική αγοραστική δύναμη στην Ελλάδα είναι από τις χαμηλότερες στην ΕΕ – χαμηλότερη ακόμη και από εκείνη πολλών παραδοσιακά φτωχότερων χωρών. Μάλιστα, η Ελλάδα είναι ήδη σημαντικά φτωχότερη από όλες τις δέκα χώρες με το χαμηλότερο εισόδημα στην ΕΕ, με μοναδική εξαίρεση τη Βουλγαρία. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το εισόδημα ενός Έλληνα μπορεί να αγοράσει στη χώρα του λιγότερα αγαθά από ό,τι το εισόδημα οποιουδήποτε άλλου Ευρωπαίου (πλην Βουλγάρου) μπορεί να αγοράσει στη δική του χώρα. Και η Βουλγαρία, σύμφωνα με τις τάσεις, πιθανότατα θα μας ξεπεράσει μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Πράγματι, σε όρους πραγματικής κατανάλωσης των νοικοκυριών, η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον στις τελευταίες θέσεις: το 2024, η κατά κεφαλήν πραγματική κατανάλωση (AIC) ήταν περίπου 25% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, συγκρίσιμη με εκείνη της Βουλγαρίας και αισθητά χαμηλότερη από χωρών όπως η Ρουμανία.

Η εικόνα αυτή γίνεται ακόμα πιο σαφής αν δούμε τη μακροχρόνια εξέλιξη των εισοδημάτων. Από την έναρξη της κρίσης μέχρι σήμερα, τα ελληνικά νοικοκυριά έχασαν σημαντικό έδαφος. Το διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα όχι μόνο δεν πλησίασε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά αντιθέτως απομακρύνθηκε: μεταξύ 2008 και 2023, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα στη χώρα μας μειώθηκε σωρευτικά κατά περίπου 18%, τη στιγμή που στον μέσο όρο της ΕΕ αυξήθηκε κατά 11%. Με άλλα λόγια, ενώ η Ευρώπη συνολικά κατέγραψε έστω μέτρια άνοδο ευημερίας, η Ελλάδα βγήκε από τη δεκαπενταετία αυτή φτωχότερη. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αντί να μικραίνει, μεγαλώνει.

Πέρα όμως από τους μέσους όρους, έχει σημασία και η κατανομή των εισοδημάτων. Τα τελευταία χρόνια σημειώθηκε κάποια αύξηση σε ονομαστικούς μισθούς και συντάξεις, όμως ο υψηλός πληθωρισμός ροκανίζει αυτή τη βελτίωση, ιδίως για τα ασθενέστερα στρώματα. Μετά το 2021, η εκτίναξη των τιμών είχε ως αποτέλεσμα τα πραγματικά εισοδήματα των περισσότερων νοικοκυριών να υποχωρήσουν. Ο πληθωρισμός έπληξε δυσανάλογα τους χαμηλόμισθους, καθώς τα βασικά αγαθά (τροφή, λογαριασμοί, καύσιμα) αποτελούν μεγαλύτερο μέρος των δαπανών τους. Πρόσφατοι υπολογισμοί έδειξαν ότι οι αυξήσεις τιμών επιβάρυναν πολύ περισσότερο το φτωχότερο 10% των πολιτών σε σχέση με το πλουσιότερο 10%. Έτσι, αν και τα επίσημα στοιχεία δείχνουν μείωση της ανεργίας και ονομαστική άνοδο εισοδημάτων, η αγοραστική δύναμη του μέσου Έλληνα παραμένει συμπιεσμένη. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δυσκολεύεται πλέον να ανταποκριθεί σε βασικές ανάγκες, όπως θα δούμε και παρακάτω, για τη στέγαση, την υγεία και τη διατροφή.

Ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα

Μια κύρια αιτία της υστέρησης στα εισοδήματα είναι η χαμηλή ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας. Παρά τις θυσίες της τελευταίας δεκαετίας (μειώσεις μισθών, εσωτερική υποτίμηση, κλπ), η Ελλάδα δεν κατάφερε να αναβαθμίσει το παραγωγικό της μοντέλο. Αντιθέτως, υστερεί σε όλους τους δείκτες που σχετίζονται με την παραγωγικότητα, την καινοτομία και την πολυπλοκότητα των παραγόμενων προϊόντων.

Σύμφωνα με τη μέτρηση οικονομικής πολυπλοκότητας του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, η Ελλάδα βρίσκεται στον απόλυτο πάτο της ΕΕ εδώ και δεκαετίες. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα μας έχει τη χαμηλότερη ικανότητα στην Ευρώπη να παράγει σύνθετα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Δεν πρόκειται για θεωρητική έννοια: μια οικονομία που εξάγει κυρίως πρώτες ύλες ή απλά μεταποιημένα αγροτικά προϊόντα (π.χ. ελιές αντί για φαρμακευτικά παράγωγα ελιάς) δεν μπορεί να δημιουργήσει υψηλά εισοδήματα. Αντίθετα, οι ανταγωνιστικές οικονομίες είναι εκείνες που επεκτείνουν την παραγωγή τους σε πιο σύνθετα αγαθά και υπηρεσίες, αποκομίζοντας μεγαλύτερη υπεραξία. Σε αυτό το πεδίο, η Ελλάδα έχει μείνει πίσω. Δεν είναι μόνο ότι δεν παράγουμε μικροτσίπ και δορυφόρους – πολλές από τις δέκα φτωχότερες χώρες της ΕΕ έχουν ήδη προσελκύσει τέτοιου είδους βιομηχανίες. Το ανησυχητικό είναι ότι δεν έχουμε αναπτύξει ούτε μια στοιχειώδη βιομηχανική βάση μεσαίας ή υψηλής τεχνολογίας. Αυτό δεν αποτελεί απλώς «διαρθρωτικό πρόβλημα», αλλά μια στρατηγική αποτυχία: η Ελλάδα μπήκε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης χωρίς κανένα συγκροτημένο οικονομικό σχέδιο, την ώρα που γύρω της οι άλλες χώρες προοδεύουν.

Η χαμηλή παραγωγικότητα αποτυπώνεται και στους αριθμούς. Παρά το ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι δουλεύουν περισσότερες ώρες από τους περισσότερους Ευρώπαίους (σχεδόν 40 ώρες την εβδομάδα κατά μέσο όρο), η παραγωγή ανά ώρα εργασίας είναι απογοητευτικά χαμηλή. Το ΑΕΠ που παράγεται ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 60% του μέσου όρου της ΕΕ. Με άλλα λόγια, μία ώρα δουλειάς στην Ελλάδα παράγει κατά μέσο όρο 40% λιγότερη αξία από μία ώρα δουλειάς στην Ευρώπη. Αυτό εξηγεί γιατί οι μισθοί μας υστερούν: δεν είναι βιώσιμο να υπάρχουν υψηλές απολαβές όταν η παραγωγικότητα είναι τόσο χαμηλή. Οι λόγοι είναι πολλοί – από τη χαμηλή τεχνολογική ένταση και τις ελλείψεις σε υποδομές, μέχρι τις αναποτελεσματικές πρακτικές στις επιχειρήσεις και το κράτος. Ένας άλλος παράγοντας είναι ότι η μείωση της ανεργίας τα τελευταία χρόνια επιτεύχθηκε κυρίως μέσω ευέλικτων ή χαμηλόμισθων θέσεων εργασίας και όχι μέσω δημιουργίας καινοτόμων επιχειρήσεων. Η ανεργία υποχώρησε από το 28% στο ~11%, αλλά αυτό έγινε σε μεγάλο βαθμό «με το ζόρι»: οι μισθοί συγκρατήθηκαν σε χαμηλά επίπεδα και τα εργασιακά δικαιώματα περιορίστηκαν, ωθώντας πολλούς νέους ή μορφωμένους εργαζόμενους σε δουλειές κατώτερης εξειδίκευσης ή στην αναζήτηση εργασίας στο εξωτερικό (500-800 χιλιάδες νέοι Έλληνες). Αυτή η «σπατάλη προσόντων» (brain waste) αποτελεί διπλή απώλεια: αφ’ ενός νέοι με πτυχία εργάζονται ως σερβιτόροι ή ταχυμεταφορείς, αφ’ ετέρου η οικονομία στερείται τη δυναμική που θα μπορούσαν να προσφέρουν οι γνώσεις και οι δεξιότητές τους.

Επιπλέον, παρά τα πολύ χαμηλά εργασιακά κόστη (οι μισθοί στην Ελλάδα ανταγωνίζονται πλέον αυτούς σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης), οι ξένες παραγωγικές επενδύσεις παραμένουν ισχνές. Όπως παρατηρούν αναλυτές, ακόμη και με μισθούς… Βουλγαρίας, η Ελλάδα δεν καταφέρνει να προσελκύσει σημαντικές βιομηχανικές ή τεχνολογικές μονάδες . Αυτό υποδηλώνει ότι το πρόβλημα δεν είναι πλέον το εργατικό κόστος, αλλά το επιχειρηματικό περιβάλλον: πολυπλοκότητα στη γραφειοκρατία, αστάθεια στη φορολογία, δυσκαμψίες στη δικαιοσύνη, φαινόμενα διαφθοράς και ευνοιοκρατίας. Με άλλα λόγια, το επενδυτικό κλίμα θεωρείται ακόμα «νοσηρό» και αφιλόξενο σε σύγκριση με άλλες χώρες . Οι ανταγωνίστριες οικονομίες της ΕΕ έχουν καταφέρει να βελτιώσουν θεαματικά την παραγωγικότητά τους χωρίς να φτωχοποιήσουν τους εργαζομένους τους – η Ελλάδα όμως δυσκολεύεται να ακολουθήσει αυτό τον δρόμο.

Δημόσιο χρέος και αξιολόγηση

Ένα από τα πιο συζητημένα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας είναι το δημόσιο χρέος. Μετά την εκτόξευσή του στα χρόνια της κρίσης (και εκ νέου το 2020 λόγω πανδημίας), το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ ακολουθεί πτωτική τάση. Από περίπου 206% του ΑΕΠ το 2020, μειώθηκε στο 153% το 2024. Παρά τη σημαντική αυτή μείωση, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο χρέος στην ΕΕ ως ποσοστό του ΑΕΠ (μακράν δεύτερη η Ιταλία με ~144%). Ο μέσος όρος της ΕΕ είναι μόλις 76% του ΑΕΠ , ενώ οι δέκα οικονομικά ασθενέστερες χώρες διατηρούν το χρέος τους κάτω από το 50% του ΑΕΠ. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι πολλές αναπτυσσόμενες ευρωπαϊκές χώρες έχουν ακόμη περιθώριο να δανειστούν για να χρηματοδοτήσουν ανάπτυξη, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται δημοσιονομικά με την πλάτη στον τοίχο. Το υπέρμετρο βάρος του χρέους περιορίζει την ικανότητα του κράτους να δαπανήσει σε παραγωγικές επενδύσεις ή κοινωνικές παροχές, καθώς προέχει η διασφάλιση της βιωσιμότητάς του.

Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι η μείωση από το 206% στο 153% του ΑΕΠ οφείλεται αποκλειστικά σε συνετή δημοσιονομική διαχείριση και υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Η πραγματικότητα όμως είναι πιο σύνθετη: πάνω από το μισό αυτής της μείωσης οφείλεται στον υψηλό πληθωρισμό των ετών 2021-2023. Συγκεκριμένα, υπολογίζεται ότι από τις 56 ποσοστιαίες μονάδες που «έπεσε» το χρέος ως προς το ΑΕΠ, οι 32 μονάδες οφείλονται στη διόγκωση του ονομαστικού ΑΕΠ λόγω πληθωρισμού, ενώ μόνον οι 24 μονάδες προήλθαν από πραγματική ανάπτυξη και αποπληρωμή χρέους. Ο πληθωρισμός – αν και πόνεσε τα νοικοκυριά – «βοήθησε» λογιστικά στη μείωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι λύθηκε το πρόβλημα. Άλλωστε, όταν ο πληθωρισμός υποχωρήσει, ο ρυθμός μείωσης του χρέους θα επιβραδυνθεί εάν δεν υπάρχουν επαρκείς ρυθμοί ανάπτυξης.

Παρ’ όλα αυτά, το προφίλ του ελληνικού χρέους έχει βελτιωθεί σε ορισμένες κρίσιμες παραμέτρους. Χάρη στα μέτρα ελάφρυνσης των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, το μεγαλύτερο μέρος του χρέους βρίσκεται σε χέρια επίσημων δανειστών (ESM, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις) με σχετικά χαμηλά επιτόκια και μεγάλες λήξεις. Το ελληνικό Δημόσιο πληρώνει σήμερα έναν από τους χαμηλότερους τόκους στην Ευρώπη ως ποσοστό του ΑΕΠ. Το μέσο επιτόκιο εξυπηρέτησης του χρέους είναι μόλις ~1,7% ετησίως – πολύ κάτω από τα επιτόκια αγοράς. Ακόμη και τα δάνεια που πρόσφατα αποπλήρωσε πρόωρα η κυβέρνηση είχαν επιτόκιο γύρω στο 2,5%, δηλαδή φθηνότερο από το 3,5% που θα δανειζόμασταν σήμερα από τις αγορές. Αυτό εξηγεί γιατί, παρά το τεράστιο χρέος, οι ετήσιες πληρωμές τόκων δεν έχουν εκτροχιάσει τον προϋπολογισμό. Η Ελλάδα κατόρθωσε να εξέλθει από το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας και να κερδίσει την εμπιστοσύνη των αγορών. Το φθινόπωρο του 2023, οι οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης επανέφεραν τη χώρα στην επενδυτική βαθμίδα: η S&P και η Fitch αναβάθμισαν την πιστοληπτική ικανότητα σε BBB μετά από 13 χρόνια «junk» καθεστώτος , ενώ και άλλοι οίκοι (DBRS, Scope, R&I) έκαναν ανάλογες κινήσεις. Η εξέλιξη αυτή μειώνει το κόστος δανεισμού και βελτιώνει την εικόνα της οικονομίας διεθνώς.

Ωστόσο, η ψαλίδα ανάμεσα στο ύψος του χρέους και στην πιστοληπτική αξιοπιστία κρύβει ένα σημαντικό μάθημα: εκείνο που μετράει τελικά δεν είναι απλώς το πόσο χρέος έχει μια χώρα, αλλά το πώς χρησιμοποιεί το χρέος αυτό. Οι αγορές και οι οίκοι αξιολόγησης δίνουν βάρος στη βιώσιμη ανάπτυξη. Αν ο πρόσθετος δανεισμός χρηματοδοτεί παραγωγικές επενδύσεις που ενισχύουν την οικονομία, τότε μια χώρα μπορεί να γίνει πιο αξιόχρεη ακόμη κι αν αυξηθεί το χρέος της. Για παράδειγμα, εάν το Δημόσιο δανειστεί για να κατασκευάσει μια αυτοχρηματοδοτούμενη υποδομή (π.χ. μια γέφυρα ), αυτό το έργο θα αυξήσει τα έσοδα του κράτους (από φόρους, εισφορές, διόδια, κλπ) περισσότερο από το κόστος εξυπηρέτησης του δανείου. Στην περίπτωση αυτή, το επιπλέον χρέος κάνει τη χώρα πιο ισχυρή οικονομικά και όχι πιο αδύναμη. Δυστυχώς, στην Ελλάδα σπανίζουν τέτοιες περιπτώσεις. Οι περισσότερες δαπάνες χρηματοδοτήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια είτε από την υπερφορολόγηση (στην περίοδο των μνημονίων) είτε από έκτακτες ενισχύσεις (στην περίοδο της πανδημίας), χωρίς να έχουν αφήσει σημαντικό αναπτυξιακό αποτύπωμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι πρόσφατα το υπουργείο Οικονομικών αποφάσισε να αποπληρώσει πρόωρα δάνεια 1,6 δισ. ευρώ αντί να τα αξιοποιήσει παραγωγικά, παραδεχόμενο εμμέσως ότι δεν έχει ώριμα σχέδια δημόσιων επενδύσεων με απόδοση πάνω από 2-2,5% . Συνολικά, λοιπόν, το χρέος παραμένει μια βαριά κληρονομιά που περιορίζει τις επιλογές πολιτικής, παρότι το κόστος του είναι διαχειρίσιμο βραχυπρόθεσμα. Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας είναι μια θετική εξέλιξη που αντανακλά τη βελτίωση ορισμένων μεγεθών, αλλά το βάρος του χρέους εξακολουθεί να σκιάζει τις προοπτικές ανάκαμψης της χώρας.

Επενδύσεις και η δομή τους

Ένα από τα πλέον αδύναμα σημεία της ελληνικής οικονομίας είναι οι επενδύσεις. Για πάνω από μια δεκαετία, οι συνολικές επενδυτικές δαπάνες (δημόσιες και κυρίως ιδιωτικές) υποχώρησαν δραματικά. Η περίοδος 2010-2016 σφραγίστηκε από αποεπένδυση: χιλιάδες επιχειρήσεις έκλεισαν ή συρρικνώθηκαν, η ανεργία εκτοξεύτηκε και το παραγωγικό κεφάλαιο της χώρας φθάρηκε. Αν και μετά το 2017 παρατηρείται μια δειλή άνοδος των επενδύσεων, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει το χαμηλότερο ποσοστό επενδύσεων στην ΕΕ. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, οι επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου (ακαθάριστος σχηματισμός παγίου) διαμορφώνονται κάτω από το 14% του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια – τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος υπερβαίνει το 22% και χώρες όπως η Ιρλανδία ή η Πολωνία ξεπερνούν το 25-30%. Αυτό το «επενδυτικό κενό» έχει σοβαρές συνέπειες: χωρίς επενδύσεις σε εργοστάσια, εξοπλισμό, υποδομές και νέες επιχειρήσεις, δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη ανάπτυξη και δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επισημαίνει ότι παρά την πρόσφατη βελτίωση, το επίπεδο επενδύσεων στην Ελλάδα παραμένει χαμηλό και αποτελεί δομική αδυναμία που βαραίνει τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.

Εξίσου προβληματική είναι και η δομή των επενδύσεων που πραγματοποιούνται. Πού κατευθύνονται τα χρήματα που επενδύονται στην Ελλάδα; Δυστυχώς, ένα μεγάλο μέρος δεν πηγαίνει σε κλάδους που αυξάνουν την παραγωγική δυναμικότητα και τις εξαγωγές. Τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί έντονο ενδιαφέρον (ιδίως από ξένους) σε τομείς όπως τα ακίνητα και ο τουρισμός. Προγράμματα τύπου «χρυσή βίζα» προσέλκυσαν σημαντικά κεφάλαια σε αγορά ακινήτων – το 2023, οι ξένες επενδύσεις σε αγοραπωλησίες ακινήτων διπλασιάστηκαν σε σχέση με το 2022. Συνολικά, εκτιμάται ότι περίπου 1 στα 5 ευρώ Ξένων Άμεσων Επενδύσεων (FDI) πηγαίνει σε ακίνητα (αγορές/διαχείριση), ποσοστό μεγαλύτερο και από ό,τι απορροφά η μεταποίηση. Αντίθετα, οι επενδύσεις σε βιομηχανικούς τομείς, σε καινοτομία και τεχνολογία παραμένουν περιορισμένες. Για παράδειγμα, μόλις το 17% των νέων ξένων επενδύσεων το 2023 κατευθύνθηκε στη μεταποίηση – και αυτές αφορούν σε μεγάλο βαθμό εξαγορές ή επεκτάσεις υφιστάμενων μονάδων, όχι δημιουργία νέων μεγάλων εργοστασίων. Ακόμα και στον κρίσιμο τομέα της ενέργειας, οι επενδύσεις (π.χ. σε ΑΠΕ) προχωρούν, αλλά συναντούν γραφειοκρατικά εμπόδια και δεν έχουν φτάσει την απαιτούμενη κλίμακα.

Η αναπτυξιακή υστέρηση γίνεται φανερή όταν συγκρίνουμε την Ελλάδα με τις γειτονικές της χώρες. Οι δέκα φτωχότερες χώρες της ΕΕ (κυρίως στην Ανατολική Ευρώπη) κατάφεραν την τελευταία δεκαπενταετία να προσελκύσουν μαζικά παραγωγικές επενδύσεις – σε μεταποίηση, τεχνολογία, logistics, εμπόριο – γεγονός που εκτόξευσε την ανάπτυξή τους . Αντίθετα, η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να σχεδιάσει και να υλοποιήσει μια στρατηγική προσέλκυσης τέτοιων επενδύσεων. Οι περισσότερες επενδύσεις εδώ εξακολουθούν να στρέφονται σε τομείς χαμηλής παραγωγικότητας (κατανάλωση, real estate, τουριστικές υπηρεσίες) ή σε εξαγορές υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων (π.χ. αγορά κόκκινων δανείων, ιδιωτικοποιήσεις υφιστάμενων υποδομών) παρά σε δημιουργία νέων παραγωγικών δυνατοτήτων. Αυτό έχει ως συνέπεια χαμηλό αντίκτυπο στην απασχόληση και στις εξαγωγές. Είναι ενδεικτικό ότι οι ελληνικές εξαγωγές αγαθών, παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, παραμένουν κοντά στο 20% του ΑΕΠ – όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ξεπερνά το 45%. Το επενδυτικό χάσμα της Ελλάδας, που είχε υπολογιστεί μέχρι και 8% του ΑΕΠ πριν λίγα χρόνια, σταδιακά κλείνει χάρη και στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, όμως παραμένει σημαντικό εμπόδιο. Αν δεν αυξηθούν οι ιδιωτικές επενδύσεις σε παραγωγικούς τομείς, δύσκολα θα δούμε ρυθμούς ανάπτυξης τέτοιους που θα φέρουν πραγματική σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Στεγαστική κρίση

Ένα από τα πιο χειροπιαστά προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι πολίτες – ιδίως οι νεότερες γενιές – είναι η δυσκολία εξασφάλισης προσιτής στέγης. Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα έχει επιδεινωθεί, παρότι οι συνθήκες μοιάζουν εκ πρώτης όψεως ευνοϊκές: η χώρα μας είχε για χρόνια σχετικά χαμηλές τιμές κατοικιών (λόγω της κατάρρευσης 40% την περίοδο 2009-2017) και υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης. Τι έχει πάει στραβά; Η απάντηση βρίσκεται στη στασιμότητα των εισοδημάτων. Από το 2018, οι τιμές των κατοικιών έχουν πράγματι ανακάμψει και αυξάνονται – κατά περίπου 7-8% ετησίως μέχρι το 2022. Όμως, η άνοδος αυτή δεν είναι μοναδική στην Ευρώπη. Στην πραγματικότητα, σε αρκετές από τις φτωχότερες χώρες της ΕΕ οι τιμές ακινήτων αυξήθηκαν πολύ περισσότερο (καθώς ξεκινούσαν από πολύ χαμηλότερη βάση). Η διαφορά είναι ότι στις χώρες αυτές αυξήθηκαν παράλληλα και τα εισοδήματα, ενώ στην Ελλάδα τα εισοδήματα έμειναν πίσω. Έτσι, το στεγαστικό πρόβλημα εδώ δεν οφείλεται τόσο σε μια απότομη «φούσκα» τιμών όσο στο ότι το βαλάντιο του μέσου νοικοκυριού δεν μπορεί να συμβαδίσει με το κόστος στέγασης.

Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί: Οι Έλληνες δαπανούν πλέον κατά μέσο όρο το 35,2% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση (ενοίκιο ή κόστος ιδιόκτητης κατοικίας), το υψηλότερο ποσοστό σε όλη την ΕΕ . Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι σχεδόν ο μισός (περίπου 20%). Ακόμη και στις ακριβότερες αγορές κατοικιών της Ευρώπης (όπως η Δανία ή το Λουξεμβούργο), το μέσο νοικοκυριό δεν πληρώνει τόσο μεγάλο μερίδιο του εισοδήματός του για στέγη όσο στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα για τους οικονομικά ασθενέστερους, η κατάσταση είναι δραματική: σχεδόν 1 στους 3 Έλληνες που ζουν κοντά στο όριο της φτώχειας (εισόδημα <60% του μέσου όρου) δηλώνει ότι αδυνατεί να ανταποκριθεί στο κόστος στέγασης . Το ποσοστό αυτό (περίπου 32% των φτωχών) είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, όταν στην πλειονότητα των χωρών κάτω του 10% των φτωχών αντιμετωπίζουν τέτοιο πρόβλημα. Ενδεικτικό είναι επίσης ότι το στεγαστικό βάρος πλήττει πλέον και τα μεσαία στρώματα. Ένας δείκτης της λεγόμενης «στεγαστικής φτώχειας» – που μετρά όσους δυσκολεύονται με το κόστος κατοικίας παρότι δεν είναι χαμηλού εισοδήματος – δείχνει ότι και στα μεσαία και ανώτερα εισοδηματικά κλιμάκια περίπου το 15% των ανθρώπων πιέζονται σημαντικά από τα έξοδα σπιτιού. Στην υπόλοιπη Ευρώπη, τέτοια φαινόμενα έχουν σχεδόν εξαλειφθεί τα τελευταία χρόνια, αλλά στην Ελλάδα επιμένουν και παγιώνονται.

Πού οφείλεται αυτή η κατάσταση; Ένας λόγος είναι ότι, μεταμνημονιακά, δεν υπήρξε στεγαστική πολιτική με κοινωνικό πρόσημο. Τα προγράμματα κοινωνικής κατοικίας είναι ουσιαστικά ανύπαρκτα στη χώρα μας, σε αντίθεση με πολλά ευρωπαϊκά κράτη που διαθέτουν μεγάλο απόθεμα δημόσιων κατοικιών ή επιδοτούν ενεργά τα ενοίκια. Επιπλέον, ορισμένες κυβερνητικές πολιτικές φαίνεται να επιδείνωσαν το πρόβλημα. Η μαζική προώθηση της «χρυσής βίζας» (που προσέφερε άδεια διαμονής σε όσους αγόραζαν ακίνητα αξίας ≥250.000 ευρώ) ενθάρρυνε ξένους επενδυτές να αγοράσουν κατοικίες στις μεγάλες πόλεις, ανεβάζοντας τις τιμές. Παράλληλα, η έκρηξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων τύπου Airbnb – όπου ολόκληρες πολυκατοικίες πλέον λειτουργούν σαν ανεπίσημα ξενοδοχεία – απέσυρε μεγάλο αριθμό διαμερισμάτων από την παραδοσιακή αγορά ενοικίων, μειώνοντας την προσφορά και εκτοξεύοντας τα μισθώματα. Στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη οι τάσεις αυτές έχουν τεθεί υπό έλεγχο ή ήταν ηπιότερες. Αντίθετα, στην Ελλάδα οι τιμές των ενοικίων συνέχισαν να ανεβαίνουν ακόμη και το 2023, την ώρα που στην υπόλοιπη Ευρώπη άρχισαν να σταθεροποιούνται . Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η εμμονή στην προσέλκυση επενδυτών ακινήτων χωρίς δικλείδες προστασίας (π.χ. περιορισμοί στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, σταθερά φορολογικά κίνητρα για αναβάθμιση κενών κατοικιών, κλπ) εντείνει τη στεγαστική κρίση . Πρόκειται ουσιαστικά για ένα κοινωνικό ζήτημα που χρήζει άμεσης προσοχής, καθώς πλήττει τον πυρήνα της καθημερινότητας: τη δυνατότητα των ανθρώπων να έχουν αξιοπρεπή κατοικία. Οι συνέπειες φαίνονται ήδη – από τη συγκατοίκηση πολλών νεαρών ενηλίκων με τους γονείς τους μέχρι τα 30+ τους χρόνια (η Ελλάδα είναι στις πρώτες θέσεις στην ΕΕ ως προς την ηλικία αποχώρησης από την πατρική οικία), μέχρι την αύξηση του αριθμού των αστέγων στα μεγάλα αστικά κέντρα. Η στέγη, άλλοτε δεδομένη αξία στην ελληνική κοινωνία της ιδιοκατοίκησης, έχει μετατραπεί σε ζητούμενο για ολοένα μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας.

Δημόσια υγεία και φτώχεια

Η οικονομική κρίση δεν ήταν χωρίς κόστος και για το πιο θεμελιώδες αγαθό: την υγεία. Οι δημόσιες δαπάνες υγείας περικόπηκαν δραστικά την προηγούμενη δεκαετία και, παρά μια μικρή ανάκαμψη λόγω πανδημίας, παραμένουν σε συγκριτικά χαμηλό επίπεδο. Η Ελλάδα ξοδεύει περίπου 9% του ΑΕΠ για την υγεία, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ είναι γύρω στο 11% . Ακόμα πιο ανησυχητικό, όμως, είναι το πώς αυτή η υποχρηματοδότηση μεταφράζεται σε εμπειρίες των πολιτών. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό πληθυσμού στην ΕΕ με ανικανοποίητες ιατρικές ανάγκες: το 2024 περίπου 21,9% των Ελλήνων ηλικίας 16+ χρειάστηκαν ιατρική φροντίδα αλλά δεν την έλαβαν. Αυτό το ποσοστό είναι υπερτριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (~3,6%) και μακράν το υψηλότερο στην Ευρώπη. Με άλλα λόγια, 1 στους 5 συμπολίτες μας δηλώνει ότι δεν μπόρεσε να πάει σε γιατρό ή νοσοκομείο όταν το είχε ανάγκη, είτε λόγω κόστους είτε λόγω δυσκολίας πρόσβασης είτε λόγω μεγάλου χρόνου αναμονής.

Αυτό που αναδύεται είναι η εικόνα μιας πιεσμένης δημόσιας υγείας: ελλείψεις προσωπικού στα νοσοκομεία, ράντζα στους διαδρόμους, αγροτικοί γιατροί δυσεύρετοι, τεράστιες αναμονές για χειρουργεία ρουτίνας. Πολλοί ασθενείς στρέφονται αναγκαστικά στον ιδιωτικό τομέα, επιβαρύνοντας τον οικογενειακό τους προϋπολογισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα έχει από τις υψηλότερες ιδιωτικές δαπάνες υγείας (out-of-pocket) στην Ευρώπη – οι πολίτες πληρώνουν από την τσέπη τους ένα μεγάλο μέρος των ιατρικών δαπανών. Αυτό, σε συνδυασμό με τη μείωση των εισοδημάτων, οδηγεί στο απαράδεκτο φαινόμενο άνθρωποι να μην μπορούν να αγοράσουν φάρμακα ή να αναβάλουν αναγκαίες εξετάσεις γιατί δεν έχουν χρήματα. Η υγειονομική κρίση κορυφώθηκε με την πανδημία, όταν παρά τις ηρωικές προσπάθειες του προσωπικού, φάνηκε πόσο είχε αποδυναμωθεί το ΕΣΥ από τα χρόνια λιτότητας. Σήμερα, παρά τις όποιες μεταρρυθμίσεις, το σύστημα βρίσκεται σε μεταίχμιο: χρειάζεται επενδύσεις και προσωπικό για να ανταποκριθεί, ειδάλλως η υγεία θα καταστεί είδος πολυτελείας για τους λίγους.

Παράλληλα, η φτώχεια στην Ελλάδα παραμένει σε απαράδεκτα υψηλά επίπεδα για ευρωπαϊκή χώρα. Το 2022, σχεδόν 1 στους 4 Έλληνες (26,9% του πληθυσμού) βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού . Αυτός ο σύνθετος δείκτης (AROPE) περιλαμβάνει όσους έχουν εισόδημα κάτω από το 60% του διάμεσου, αντιμετωπίζουν υλικές στερήσεις ή ζουν σε οικογένειες με πολύ χαμηλή ένταση εργασίας. Η Ελλάδα είναι η τρίτη χειρότερη στην ΕΕ σε αυτόν τον δείκτη, μετά τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία . Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι το ποσοστό της σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης: το 2023, περίπου 13,5% των Ελλήνων δεν μπορούσαν να καλύψουν βασικές ανάγκες (τροφή, θέρμανση, ηλεκτρικό, βασικά αγαθά) – ποσοστό τριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (6,8%) . Και πάλι, είμαστε τρίτοι χειρότεροι στην ΕΕ, πίσω μόνο από Ρουμανία και Βουλγαρία. Αν και στα χρόνια πριν την πανδημία υπήρξε μια τάση μείωσης της φτώχειας, από το 2020 κι έπειτα αυτή η πρόοδος φαίνεται να έχει σταματήσει και, σύμφωνα με τα στοιχεία του 2023, η ακραία φτώχεια μάλιστα αυξάνεται ελαφρά. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στον υψηλό πληθωρισμό που «γονάτισε» τα φτωχά νοικοκυριά και στην ανεπαρκή στόχευση των ενισχύσεων. Η Ελλάδα διαθέτει μεν ένα δίχτυ κοινωνικής προστασίας (επιδόματα, ΕΕΕ/ΚΕΑ, συντάξεις, κλπ), όμως εξακολουθεί να παράγει φτώχεια ταχύτερα απ’ ό,τι τη μειώνει. Ο κοινωνικός ιστός δοκιμάζεται: τα ποσοστά παιδικής φτώχειας και αποστέρησης είναι ιδιαιτέρως υψηλά (πάνω από 1 στα 3 παιδιά υφίστανται υλικές στερήσεις), ενώ η ανισότητα εισοδήματος παραμένει από τις υψηλότερες στην ΕΕ.

Συνολικά, όσον αφορά υγεία και φτώχεια, η εικόνα είναι μιας χώρας όπου η οικονομική δυσπραγία μετατρέπεται σε κοινωνική κρίση. Φτωχοί και ευάλωτοι πολίτες αδυνατούν να ικανοποιήσουν βασικές ανάγκες – να ζεστάνουν το σπίτι τους, να φάνε αξιοπρεπώς, να λάβουν ιατρική περίθαλψη. Η μέριμνα του κράτους για αυτούς απέχει από το να θεωρηθεί επαρκής, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να αποτελεί αρνητική εξαίρεση στην Ευρώπη σε μια σειρά από κοινωνικούς δείκτες.

Πληθωρισμός: είδη διατροφής, ενέργεια, ενοίκια

Ο πρόσφατος πληθωρισμός λειτούργησε σαν επιταχυντής των προαναφερθέντων προβλημάτων. Η Ελλάδα, όπως και όλη η Ευρώπη, βίωσε το 2022-23 το μεγαλύτερο κύμα ακρίβειας των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών. Ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή εκτοξεύθηκε – ο μέσος πληθωρισμός το 2022 έφτασε το 9,3% (ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ), ενώ και το 2023 κυμάνθηκε κοντά στο 4% κατά μέσο όρο. Όμως, πίσω από τον γενικό δείκτη κρύβονται μεγάλες διαφοροποιήσεις σε βασικές κατηγορίες αγαθών: είδη διατροφής, καύσιμα, λογαριασμοί ρεύματος, ενοίκια. Αυτά είναι τα έξοδα που «πονούν» περισσότερο το πορτοφόλι του πολίτη, και σε αυτά ακριβώς σημειώθηκαν οι μεγαλύτερες αυξήσεις.

  • Τρόφιμα: Από τα μέσα του 2021 οι τιμές στα τρόφιμα πήραν την ανιούσα, αρχικά λόγω διεθνών παραγόντων (αυξήσεις σε ενέργεια, πρώτες ύλες, προβλήματα εφοδιασμού) και αργότερα λόγω δευτερογενών επιδράσεων. Το 2022, η ετήσια αύξηση τιμών στα τρόφιμα προσέγγισε το 10% και παρόμοια ήταν η τάξη μεγέθους και το 2023. Αυτοί οι ρυθμοί είναι πρωτόγνωροι – ιστορικά ο πληθωρισμός τροφίμων ήταν 1-3%. Ακόμη και όταν ο γενικός πληθωρισμός άρχισε να αποκλιμακώνεται στα τέλη του 2023, τα τρόφιμα συνέχισαν να ακριβαίνουν με ρυθμό ~10% σε ετήσια βάση. Αυτό σημαίνει σωρευτικά πάνω από 20% αύξηση σε δύο χρόνια σε βασικά είδη διαβίωσης όπως γαλακτοκομικά, κρέας, έλαια, ψωμί. Οι καταναλωτές το ένιωσαν έντονα στο ράφι του σούπερ μάρκετ. Η κυβέρνηση, στην προσπάθεια να ανακόψει το ράλι των τιμών, εφάρμοσε διάφορα «πρωτότυπα» μέτρα – όπως το περίφημο «καλάθι του νοικοκυριού» (μια λίστα προϊόντων με συγκράτηση τιμών) και τις θεαματικές αυτοψίες στα σούπερ μάρκετ από υπουργούς. Δυστυχώς, τα μέτρα αυτά απέτυχαν στην πράξη. Οικονομικές αναλύσεις έδειξαν ότι όχι μόνο δεν είχαν λογική βάσει των κανόνων της αγοράς, αλλά πιθανώς έφεραν και αντίθετο αποτέλεσμα , καθησυχάζοντας προσωρινά τον κόσμο ενώ οι τιμές συνέχισαν να ανεβαίνουν ανεξέλεγκτες. Τελικά, η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στα τρόφιμα ήρθε αργά (μέσα στο 2024) και σε μικρό βαθμό – οι τιμές παραμένουν σε υψηλό επίπεδο και το καλάθι της νοικοκυράς είναι σημαντικά βαρύτερο σε κόστος σε σχέση με δύο χρόνια πριν.
  • Ενέργεια: Η έκρηξη των τιμών της ενέργειας – ιδιαίτερα του ηλεκτρικού ρεύματος και των καυσίμων – επηρέασε όλη την Ευρώπη λόγω και του πολέμου στην Ουκρανία. Στην Ελλάδα όμως, οι ανατιμήσεις ήταν πρώιμες, απότομες και παρατεταμένες. Η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος για τα νοικοκυριά άρχισε να ανεβαίνει ραγδαία ήδη από το φθινόπωρο του 2021, πολύ πριν συμβεί αυτό στις περισσότερες χώρες της ΕΕ. Μέχρι το καλοκαίρι του 2022 είχε διπλασιαστεί σε σχέση με ένα έτος πριν, προκαλώντας σοκ στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Η κυβέρνηση άργησε να παρέμβει – για πολλούς μήνες οι λογαριασμοί εκτοξεύονταν με τη ρήτρα αναπροσαρμογής, ενώ άλλα κράτη εφάρμοζαν νωρίτερα πλαφόν ή γενναίες επιδοτήσεις. Τελικά, μετά από κοινωνική κατακραυγή, επιβλήθηκε ένας συνδυασμός πλαφόν στην αποζημίωση των παρόχων και επιδότησης των λογαριασμών, που αναχαίτισε τις αυξήσεις. Ωστόσο, αυτό έγινε αφού οι καταναλωτές πλήρωσαν επί μήνες υπέρογκα ποσά. Αντίστοιχα, στα καύσιμα κίνησης, η βενζίνη στην Ελλάδα παρέμεινε από τις ακριβότερες της Ευρώπης (λόγω και υψηλής φορολογίας) ξεπερνώντας τα €2 το λίτρο σε περιόδους κορύφωσης. Συνολικά, η ενεργειακή ακρίβεια στην Ελλάδα υπήρξε από τις εντονότερες στην ΕΕ, με τις τιμές να ανεβαίνουν νωρίτερα και περισσότερο, και να πέφτουν αργότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό είχε ευρύτερες συνέπειες: αύξησε το κόστος παραγωγής για τις επιχειρήσεις, επιβάρυνε δυσανάλογα τα φτωχά νοικοκυριά (που ξοδεύουν μεγαλύτερο μερίδιο του εισοδήματος σε ρεύμα και θέρμανση) και φυσικά τροφοδότησε δευτερογενή πληθωρισμό σε όλη την οικονομία.
  • Ενοίκια: Ήδη αναφερθήκαμε στη στεγαστική κρίση, αλλά αξίζει να τονιστεί η σύνδεσή της με τον πληθωρισμό. Τα ενοίκια αποτελούν μέρος του «καλαθιού» του ΔΤΚ και παρουσίασαν σημαντική άνοδο τα τελευταία δύο χρόνια. Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπου το φαινόμενο περιορίστηκε (ή μπήκαν προσωρινά όρια στις αυξήσεις ενοικίων, όπως σε πόλεις της Γερμανίας και της Ισπανίας), στην Ελλάδα τα ενοίκια συνέχισαν να αυξάνονται ανεξέλεγκτα. Ο ετήσιος ρυθμός ανόδου τους το 2022 ξεπέρασε το 5% και το 2023 συνέχισε σε υψηλά επίπεδα, παρά τη σταδιακή επιβράδυνση του γενικού πληθωρισμού. Αυτό σημαίνει ότι η κρίση στη στέγη οξύνθηκε περαιτέρω: πολλά συμβόλαια ενοικίων αναπροσαρμόστηκαν προς τα πάνω, ενώ οι νέες μισθώσεις γίνονται σε αισθητά υψηλότερες τιμές σε σχέση με λίγα χρόνια πριν. Και πάλι, ο συνδυασμός ανεπαρκούς προσφοράς κατοικιών προς ενοικίαση και αυξημένης ζήτησης από τουρίστες/επενδυτές έπαιξε ρόλο. Ειδικοί εκτιμούν ότι η πλήρης εξομάλυνση στην αγορά ενοικίων θα αργήσει, αφού δεν υπάρχει γρήγορος τρόπος να αυξηθεί το διαθέσιμο στεγαστικό απόθεμα, ενώ τα εισοδήματα δεν αναμένεται να καλύψουν εύκολα το χαμένο έδαφος. Σε κάθε περίπτωση, ο πληθωρισμός των ενοικίων καθιστά την κατοικία έναν από τους μεγαλύτερους πονοκεφάλους για τα ελληνικά νοικοκυριά.

Συνολικά, ο πληθωρισμός λειτούργησε ως «φόρος φτώχειας»: έπληξε περισσότερο όσους είχαν λιγότερα. Η Ελλάδα, που μόλις έβγαινε από τη λιτότητα, βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα νέο κύμα ακρίβειας που διέβρωσε την όποια βελτίωση στα εισοδήματα. Παρά την αποκλιμάκωση του 2023-24, οι τιμές βασικών αγαθών έχουν καθίσει σε πολύ υψηλότερο επίπεδο από το 2020. Αυτό σημαίνει ότι η αγοραστική δύναμη θα παραμείνει ασθενική και τα φτωχά νοικοκυριά θα χρειαστούν αρκετό χρόνο (και ουσιαστικές αυξήσεις εισοδημάτων) για να ανασάνουν πραγματικά.

Ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου: Ένα έργο σε τρικυμία σκανδάλων και γεωπολιτικής

Σύντομο ιστορικό: Από το όραμα στην πράξη

Η ιδέα μιας ηλεκτρικής διασύνδεσης μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ μέσω του υποθαλάσσιου καλωδίου EuroAsia Interconnector γεννήθηκε πριν από πάνω από δέκα χρόνια, με την ανακοίνωση του έργου το 2012 στη Λευκωσία. Στόχος ήταν να συνδεθούν τα ενεργειακά δίκτυα των τριών χωρών με το μακρύτερο και βαθύτερο υποθαλάσσιο καλώδιο στον κόσμο (συνολικό μήκος ~1.240 χλμ και πόντιση έως 3.000 μέτρα) . Το έργο χαρακτηρίστηκε «εμβληματικό» – θα τερμάτιζε την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου (του τελευταίου ενεργειακά απομονωμένου κράτους-μέλους της ΕΕ) και θα συνέδεε απευθείας τη Μέση Ανατολή με την Ευρώπη μέσω Ελλάδας. Από το 2013 εντάχθηκε στα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος της ΕΕ και προσέλκυσε ισχυρή ευρωπαϊκή υποστήριξη: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε επιχορήγηση-ρεκόρ €657 εκατομμυρίων μέσω του μηχανισμού Connecting Europe Facility. Οι αρχικοί στόχοι ήταν φιλόδοξοι – η πρώτη φάση 1.000 MW σχεδιαζόταν για τα μέσα της δεκαετίας του 2020, με προϋπολογισμό περίπου 1,5 δισ. ευρώ. Ωστόσο, το πέρασμα από το όραμα στην πράξη αποδείχθηκε δύσβατο, και σήμερα το έργο βρίσκεται σε κατάσταση κρίσης.

Εισαγγελική έρευνα: Χρηματοδοτήσεις, χειρισμοί και αυξήσεις κόστους

Στις πιο πρόσφατες εξελίξεις, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) έχει εμπλακεί ενεργά, διερευνώντας πιθανές ατασθαλίες στη χρηματοδότηση και τη διαχείριση του έργου. Ο ίδιος ο πρόεδρος της Κύπρου, Νίκος Χριστοδουλίδης, αποκάλυψε ότι διεξάγεται έρευνα από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τα «έργα και ημέρες» της διασύνδεσης Κύπρου-Κρήτης. Αρχικά, εκτιμήθηκε ότι το επίκεντρο ήταν η περίοδος του πρώτου διαχειριστή του έργου – μιας κυπριακής εταιρείας συμφερόντων επιχειρηματία (Φλωρίδη) – ο οποίος δεν κατάφερε να «σηκώσει» το έργο, καθώς υστερούσε σε τεχνικές και οικονομικές προϋποθέσεις. Πράγματι, η αδυναμία του αυτή είχε οδηγήσει στην αλλαγή σκυτάλης: η διαχείριση του EuroAsia Interconnector μεταβιβάστηκε το 2023 στον ΑΔΜΗΕ (τον ελληνικό Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας). Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία φέρεται να εξετάζει αν όλα έγιναν νόμιμα σε αυτή τη μεταβίβαση (μετοχών, δικαιωμάτων, κλπ).

Ωστόσο, νέες πληροφορίες υποδεικνύουν ότι η έρευνα δεν περιορίζεται εκεί. Φαίνεται να επεκτείνεται και στη διαχείριση από ελληνικής πλευράς, ειδικά όσον αφορά την απότομη αύξηση του κόστους. Το έργο ξεκίνησε με προϋπολογισμό γύρω στα €1,5 δισ., εκ των οποίων θυμίζουμε τα €657 εκατ. ήταν επιχορήγηση της Κομισιόν. Στην πορεία όμως ο προϋπολογισμός εκτοξεύθηκε κοντά στα €1,9 δισ., μια αύξηση της τάξης των €400 εκατ. (περίπου +25%). Αυτή η υπέρβαση μπορεί τεχνικά να είναι αιτιολογημένη – το EuroAsia είναι έργο τεράστιας κλίμακας και πολυπλοκότητας, το μεγαλύτερο που επιχειρήθηκε ποτέ σε τέτοιο βάθος. Παρ’ όλα αυτά, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία φέρεται να ερευνά αν ασκήθηκαν πιέσεις από την ελληνική πλευρά προς την κυπριακή (από Έλληνες αρμόδιους διαχειριστές και υπουργεία) για να αυξηθεί το κόστος κατά αυτά τα €400 εκατ. Πρόκειται για μια σοβαρή καταγγελία που, αν ισχύει, θα σημαίνει ότι δεν ήταν απλώς αντικειμενική ανάγκη η αύξηση, αλλά αποτέλεσμα χειρισμών – κάτι που ενδεχομένως υποκρύπτει ευθύνες ή συμφέροντα.

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν πορίσματα∙ όμως το ίδιο το γεγονός της έρευνας δημιουργεί σκιά. Δημοσιογραφικές πηγές επισημαίνουν ότι η εμπλοκή της ευρωπαϊκής δικαιοσύνης ήδη περιπλέκει το εγχείρημα: δίνει «λαβές, όπλα και επιχειρήματα» σε όσους αντιτίθενται στο έργο, είτε στην Ελλάδα είτε στην Κύπρο. Εύκολα θα μπορούσε κάποιος κακόπιστος να πει: «Αφού το έργο μπήκε στο μικροσκόπιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καλύτερα να το αφήσουμε – ποιος τρέχει τώρα να το υλοποιήσει με νομικές αμφιβολίες;». Με άλλα λόγια, η έρευνα αποτελεί μια ακόμη δυσάρεστη εξέλιξη, καθώς προσφέρει ένα πρόσχημα για εγκατάλειψη του έργου από πολιτικούς κύκλους που αναζητούν δικαιολογία. Αν μάλιστα η έρευνα όντως εντοπίσει «φωτιά» πίσω από τον καπνό – δηλαδή πραγματικές παρατυπίες – τότε το πλήγμα θα είναι βαρύτατο και η υλοποίηση του interconnector θα τιναχτεί στον αέρα. Σημειωτέον ότι η έρευνα δεν αποκλείεται να αγγίξει όχι μόνο εθνικούς φορείς αλλά και Ευρωπαίους αξιωματούχους: είναι εύλογο να διερευνηθεί πώς η ίδια η Κομισιόν ενέκρινε μια τόσο μεγάλη χρηματοδότηση (€657 εκατ.) σε έναν φορέα που λίγους μήνες μετά κρίθηκε ανεπαρκής σε τεχνογνωσία και οικονομική δυνατότητα. Το εύλογο ερώτημα –πώς γίνεται μια υπηρεσία της Επιτροπής να δίνει σχεδόν €700 εκατ. «στα τυφλά» και μια άλλη να διαπιστώνει ότι ο δικαιούχος δεν μπορεί να φέρει εις πέρας το έργο– μένει να απαντηθεί.

Αθήνα vs Λευκωσία: Αλληλομετάθεση ευθυνών και πολιτική παράλυση

Καθώς το έργο βαλτώνει, οι κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου έχουν εμπλακεί σε ένα παιχνίδι επίρριψης ευθυνών. Πρόσφατες δημόσιες δηλώσεις αποκάλυψαν μια ανοιχτή διαφωνία για το ποιος «φταίει» για την εμπλοκή. Ο υπουργός Οικονομικών της Κύπρου, Μάκης Κεραυνός, εξέφρασε αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα του έργου, κρίνοντας το εγχείρημα μη βιώσιμο οικονομικά βάσει κόστους και τεχνικών δεδομένων. Η τοποθέτηση αυτή –παρότι ίσως ειλικρινής ως οικονομική εκτίμηση– προκάλεσε θόρυβο που χαρακτηρίστηκε «αχρείαστος και βλαπτικός για τα εθνικά συμφέροντα». Και αυτό διότι το EuroAsia Interconnector δεν είναι ένα απλό οικονομικό project, αλλά ένα τεράστιο σχέδιο γεωπολιτικής σημασίας : η βιωσιμότητά του δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο λογιστικά, χωρίς να ληφθούν υπ’ όψιν τα στρατηγικά οφέλη.

Από την πλευρά της Ελλάδας, υπήρξε έντονη ενόχληση για τις κυπριακές αμφιβολίες. Ανεπίσημα, η Αθήνα εγκαλεί τη Λευκωσία ότι υπονομεύει μια κοινή προσπάθεια: «Δεν είναι εκεί το θέμα αν είναι βιώσιμο – εσείς έχετε υπογράψει διακρατική συμφωνία να καταβάλετε €25 εκατ. το χρόνο, για 5 χρόνια κατά την κατασκευή. Οφείλετε να τηρήσετε αυτή σας την υποχρέωση, ανεξαρτήτως βιωσιμότητας» είναι το μήνυμα προς την κυπριακή πλευρά.

Η απάντηση της Λευκωσίας ήταν εξίσου αιχμηρή: «Κι εσείς, Αθήνα, οφείλατε να έχετε ολοκληρώσει εδώ και 13 μήνες τις απαραίτητες υποθαλάσσιες έρευνες για την πόντιση του καλωδίου, πράγμα που δεν κάνατε». Υπονοεί δηλαδή η κυπριακή πλευρά ότι η ελληνική καθυστέρηση στις μελέτες βυθού (πιθανώς λόγω δισταγμού απέναντι στις τουρκικές απειλές) είναι εξίσου σοβαρή ολιγωρία. Έτσι, στήθηκε ένα σκηνικό αλληλομετάθεσης ευθυνών: Αθήνα και Λευκωσία ανταλλάσσουν κατηγορίες και κάθε πλευρά επιχειρεί να θολώσει τη δική της ευθύνη προβάλλοντας τα λάθη της άλλης. Αυτό το «blame game» δεν είναι μόνο ατελέσφορο, αλλά και επικίνδυνο. Όπως σχολίασε χαρακτηριστικά έμπειρος διπλωμάτης, ο θόρυβος αυτός είναι πέρα για πέρα ζημιογόνος για τα ευρύτερα εθνικά συμφέροντα των δύο χωρών. Αντί Αθήνα και Λευκωσία να χαράξουν ενιαία στρατηγική, εμφανίζονται διχασμένες και διστακτικές, αδυνατώντας να λάβουν ξεκάθαρες πολιτικές αποφάσεις για το μέλλον του έργου.

Από τη θετική πλευρά, αξίζει να σημειωθεί ότι ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, κινήθηκε γρήγορα για να μαζέψει τις εντυπώσεις. Διακήρυξε πως το έργο θεωρείται βιώσιμο και θα συνεχιστεί – ουσιαστικά υπερκαλύπτοντας τις δηλώσεις του ΥΠΟΙΚ Κεραυνού και επαναβεβαιώνοντας τη δέσμευση της Λευκωσίας στη διασύνδεση. Πλέον, η πίεση επανέρχεται στην Ελλάδα: η Αθήνα καλείται «να αφήσει τις φοβίες» της και να επανεκκινήσει άμεσα τις θαλάσσιες έρευνες, ενώ η Κύπρος οφείλει παράλληλα να τηρήσει τις συμφωνημένες πληρωμές προς τον ΑΔΜΗΕ. Μια τέτοια σύμπνοια ενεργειών θα ήταν το πρώτο βήμα για να ξεκολλήσει το έργο από το τέλμα της αμοιβαίας καχυποψίας.

Ο «ελέφαντας στο δωμάτιο»: Η κρυφή επιρροή της Τουρκίας

Πίσω από τις καθυστερήσεις και τις αλληλοκατηγορίες κρύβεται μια πραγματικότητα που καμία πλευρά δεν ομολογεί δημόσια: η Τουρκία. Όλοι οι εμπλεκόμενοι γνωρίζουν πως ο αστάθμητος γεωπολιτικός παράγοντας είναι η τουρκική αντίδραση, αλλά κανείς δεν θέλει να τον κατονομάσει – πρόκειται για τον περίφημο «ελέφαντα στο δωμάτιο». Γιατί τόση σιωπή; Επειδή αν επισήμως παραδεχθούν ότι το έργο δεν προχωρά λόγω Τουρκίας (δηλαδή λόγω ενός εξωγενούς γεωπολιτικού λόγου), τότε ενεργοποιείται μια δυσάρεστη ρήτρα: θεωρείται ματαίωση από ανωτέρα βία και οι καταναλωτές Ελλάδας και Κύπρου θα φορτωθούν εξ ημισείας (50-50) όλα τα έξοδα που έχει ήδη καταβάλει ο ΑΔΜΗΕ. Με απλά λόγια, αν το καλώδιο ακυρωθεί «εξαιτίας της Τουρκίας», οι δύο χώρες θα κληθούν να πληρώσουν ακριβά για ένα έργο που δεν έγινε – πολιτικά και οικονομικά κανείς δεν το θέλει αυτό. Θα σήμαινε επίσης μια επίσημη παραδοχή ήττας απέναντι στην Άγκυρα, επίσης κάτι που Αθήνα και Λευκωσία προσπαθούν να αποφύγουν με κάθε τρόπο.

Η τουρκική επιρροή, λοιπόν, παραμένει υπαρκτή αλλά ανομολόγητη. Τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους: το φθινόπωρο του 2022, όταν ξεκίνησαν οι πρώτες μετρήσεις για τη χάραξη του καλωδίου νοτίως της Κάσου, τουρκικά πολεμικά πλοία προχώρησαν σε προκλητική παρενόχληση, θεωρώντας ότι η περιοχή ανήκει στη δική τους δικαιοδοσία. Παρότι η συγκεκριμένη θαλάσσια ζώνη δεν ήταν τουρκική (βρίσκεται εντός των ΑΟΖ Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου, όπου η Τουρκία δεν έχει κανένα δικαίωμα), το ερευνητικό σκάφος αναγκάστηκε να διακόψει τις εργασίες και να αποχωρήσει. Κατά γενική ομολογία, η ελληνική πλευρά υποχώρησε υπερβολικά εύκολα απέναντι σε θεωρητικές απειλές, αντί να επιμείνει στο νόμιμο δικαίωμά της να τοποθετήσει ένα διεθνές καλώδιο. Η εξέλιξη αυτή έστειλε λάθος μήνυμα: ενθάρρυνε την Άγκυρα να πιστέψει ότι με τις τακτικές έντασης μπορεί να παγώσει το έργο. «Η Ελλάδα δεν μπορεί ούτε για ψάρεμα να πάει, πόσο μάλλον να απλώσει καλώδιο», σχολίασε Έλληνας αναλυτής, περιγράφοντας πώς τουρκικά σκάφη αλωνίζουν παράνομα με λιμενική συνοδεία ενώ οι Έλληνες φοβούνται να πλησιάσουν. Αν η Αθήνα συνεχίσει να δείχνει μια τέτοια στάση μόνιμης υποχώρησης σε κάθε τουρκική απειλή, τότε υπάρχει κίνδυνος de facto ακύρωσης κυριαρχικών δικαιωμάτων της: η χώρα κινδυνεύει να ‘ακυρωθεί’ ως παρουσία στην Αν. Μεσόγειο, αν απαρνηθεί ακόμη και το δικαίωμα να περάσει ένα καλώδιο ή να αναπτύξει υπεράκτια πάρκα λόγω τουρκικών αντιδράσεων. Γι’ αυτό και πολλοί υπογραμμίζουν ότι πρέπει επιτέλους να χαραχτεί μια σαφής κόκκινη γραμμή και η Ελλάδα να την υπερασπιστεί, δείχνοντας ότι δεν θα ανεχθεί άλλο την πρακτική της Άγκυρας να μπλοκάρει κάθε ενεργειακή πρωτοβουλία στην περιοχή.

Το πώς θα αντιμετωπιστεί η τουρκική στάση είναι βέβαια λεπτό ζήτημα. Μια άμεση ελληνοτουρκική διευθέτηση φαντάζει δύσκολη εν μέσω πάγιων διαφορών στην Ανατολική Μεσόγειο. Υπάρχει όμως η διάσταση της διεθνούς πίεσης. Δεδομένου ότι το καλώδιο είναι ευρωπαϊκό έργο, Αθήνα και Λευκωσία οφείλουν –όπως τονίζουν ειδικοί– να αξιοποιήσουν τον ευρωπαϊκό παράγοντα: να πείσουν δηλαδή την ίδια την ΕΕ να παρέμβει προς την Τουρκία . Άλλωστε, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν μπορεί να μείνει αδιάφορη όταν ένα έργο ενεργειακής υποδομής, χρηματοδοτημένο από ευρωπαϊκά ταμεία, παρεμποδίζεται από τρίτη χώρα. Όπως χαρακτηριστικά λέγεται, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν –η οποία μάλιστα ταξίδεψε στην Κύπρο το 2022 και ανακοίνωσε από εκεί τη χρηματοδότηση των €657 εκατ.– θα μπορούσε να στείλει σαφές μήνυμα: «Η διασύνδεση αυτή είναι ευρωπαϊκό έργο. Αν η Τουρκία θέλει να λογίζεται εταίρος ή μελλοντικό μέλος, δεν μπορεί να μπλοκάρει έργα ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης». Παράλληλα, τόσο η ΕΕ όσο και οι ΗΠΑ έχουν την ισχύ να ‘τραβήξουν το αυτί’ της Άγκυρας, αν υπάρξει συντονισμένη διπλωματική προσπάθεια . Οι Ηνωμένες Πολιτείες ειδικά, που τα τελευταία χρόνια επενδύουν στη γεωστρατηγική αναβάθμιση Ελλάδας και Κύπρου ως πυλώνων σταθερότητας, θα μπορούσαν να διαμηνύσουν ότι τέτοιες πρακτικές δεν γίνονται ανεκτές. Μέχρι στιγμής πάντως, η τουρκική επιρροή εξακολουθεί να λειτουργεί ως σιωπηλό βέτο: κανείς δεν μιλάει ανοιχτά γι’ αυτήν, αλλά αυτή βρίσκεται πίσω από κάθε καθυστέρηση και δισταγμό.

Διεθνές ενδιαφέρον: ΕΕ, ΗΠΑ και Ισραήλ σε ένα κρίσιμο γεωστρατηγικό σταυροδρόμι

Αν το έργο τραβά τόσο μεγάλη προσοχή, είναι επειδή ξεπερνά τα όρια Ελλάδας-Κύπρου. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο γεωστρατηγικό πλαίσιο, όπου μεγάλοι παίκτες βλέπουν σημαντικά οφέλη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση το αντιμετωπίζει ως κλειδί για την ενεργειακή της ασφάλεια και την πράσινη μετάβαση: η διασύνδεση Κρήτης-Κύπρου θα ενισχύσει την ευστάθεια του ευρωπαϊκού δικτύου, θα τερματίσει την ενεργειακή απομόνωση μιας περιοχής της ΕΕ και θα διευκολύνει την ενσωμάτωση περισσότερων ανανεώσιμων πηγών (ιδίως στην  Κύπρο και Μέση Ανατολή). Όχι τυχαία, το EuroAsia Interconnector χαρακτηρίστηκε ως έργο «μεγάλης στρατηγικής και γεωπολιτικής σημασίας» από την Κομισιόν και έτυχε γενναίας χρηματοδότησης. Είναι επίσης η πρώτη φυσική ενεργειακή υποδομή που θα συνδέσει απευθείας τη Μέση Ανατολή με την Ευρώπη – μια νέα ηλεκτρική λεωφόρος που μπορεί να μεταφέρει ρεύμα (και κατ’ επέκταση ενεργειακή ισχύ) προς δύο κατευθύνσεις . Αυτό το γεγονός από μόνο του ανεβάζει τη γεωστρατηγική αξία: ενώνει δύο ηπείρους, δημιουργεί εναλλακτικές διαδρομές ενέργειας και μειώνει την εξάρτηση της Ευρώπης από μονοπάτια που ελέγχουν ανταγωνιστικές δυνάμεις.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επίσης λόγους να υποστηρίζουν σθεναρά το έργο. Βλέπουν σε αυτό μια ευκαιρία να ενισχυθεί η ενεργειακή συνεργασία ανάμεσα σε συμμάχους-κλειδιά (Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ) και παράλληλα να μειωθεί η επιρροή χωρών όπως η Ρωσία ή το Ιράν στον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης. Ήδη από τα προηγούμενα χρόνια, η αμερικανική διπλωματία είχε δείξει την προτίμησή της σε ηλεκτρικές και ψηφιακές διασυνδέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο έναντι πιο προβληματικών λύσεων (π.χ. το πολυσυζητημένο αλλά δύσκολο έργο του αγωγού EastMed για φυσικό αέριο). Το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου ευθυγραμμίζεται με αυτή τη στρατηγική: προωθεί την ενεργειακή διαφοροποίηση και τη συνεργασία σε μια περιοχή όπου οι ΗΠΑ επιθυμούν σταθερότητα. Επιπλέον, η ενεργειακή διασύνδεση συμπληρώνει τους σχεδιασμούς για ψηφιακούς διαδρόμους (υποθαλάσσιες οπτικές ίνες) στην ίδια περιοχή, δημιουργώντας ένα δίκτυο υποδομών που ενώνει Ευρώπη και Ασία μέσω αξιόπιστων εταίρων. Δεν είναι τυχαίο ότι και οι Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν εκφραστεί θετικά: πρόκειται για μία σπάνια περίπτωση όπου τα συμφέροντα της Ουάσιγκτον, των Βρυξελλών και των χωρών της περιοχής συμπίπτουν.

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στο Ισραήλ, το οποίο αποτελεί τον τρίτο εταίρο του EuroAsia Interconnector. Το Ισραήλ «έπιασε από νωρίς το νόημα» και ενέταξε το καλώδιο αυτό στους δικούς του ευρύτερους σχεδιασμούς. Συγκεκριμένα, το παρουσίασε ως μέρος του νέου «Μεγάλου Διαδρόμου» που θα συνδέει την Ινδία με την Ευρώπη. Πρόκειται για την φιλόδοξη πρωτοβουλία India-Middle East-Europe Economic Corridor (IMEC), έναν πολυδιάστατο διάδρομο εμπορίου, ενέργειας και τεχνολογίας που συζητείται διεθνώς. Σε αυτό το πλαίσιο, το καλώδιο Ισραήλ-Κύπρου-Ελλάδας δεν είναι μια μεμονωμένη υποδομή, αλλά ένας κρίκος σε μια αλυσίδα που ξεκινά από την Ινδία και καταλήγει στην Ευρώπη. Αυτό ανεβάζει κατακόρυφα το γεωπολιτικό διακύβευμα: αν η Ελλάδα και η Κύπρος αποτύχουν να υλοποιήσουν έναν τόσο σημαντικό κρίκο, θα τεθούν ερωτήματα για τη δυνατότητά τους να συμμετέχουν σε ευρύτερα σχέδια. «Πού είναι οι Έλληνες; Δεν μπορούν να απλώσουν ένα καλώδιο – πώς θα είναι αξιόπιστοι σε ένα δίκτυο που περιλαμβάνει γεωτρήσεις, εμπορεύματα, διαδρόμους;» θα μπορούσαν να πουν διεθνείς παρατηρητές . Με άλλα λόγια, διακυβεύεται όχι μόνο ένα έργο, αλλά και η εικόνα των δύο χωρών ως εταίρων σε κοσμογονικές πρωτοβουλίες διασύνδεσης τριών ηπείρων.

Το διεθνές ενδιαφέρον αποδείχθηκε εμπράκτως και πολύ πρόσφατα: τον Ιούνιο του 2025, ο Ινδός πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι επισκέφθηκε την Κύπρο στο πλαίσιο περιοδείας, γεγονός εξαιρετικά σπάνιο (ήταν η πρώτη επίσκεψη Ινδού πρωθυπουργού εδώ και δεκαετίες) . Στο επίκεντρο των επαφών του βρέθηκε ακριβώς ο ρόλος της Κύπρου ως πύλης του νέου διαδρόμου Ινδίας-Ευρώπης. Ο Μόντι, σύμφωνα με πληροφορίες, εμφανίστηκε ιδιαίτερα θετικός και μάλιστα δεν δίστασε να αφήσει αιχμές κατά της χώρας που βάζει εμπόδια – φωτογραφίζοντας εμμέσως την Τουρκία . Η επίσκεψη αυτή έστειλε ισχυρό μήνυμα: η παγκοσμίως μεγαλύτερη δημοκρατία αναγνωρίζει τη στρατηγική αξία της Κύπρου (και κατ’ επέκταση της Ελλάδας) σε αυτό το νέο γεωοικονομικό τόξο. Τόσο ισχυρό, που ο Κύπριος πρόεδρος τον ξενάγησε στην πράσινη γραμμή της Λευκωσίας – θέλοντας να του αναδείξει τις συνέπειες της τουρκικής κατοχής στο νησί . Μέσα από αυτές τις κινήσεις, διαφαίνεται μια άτυπη συμμαχία από την Ευρώπη έως την Ασία, αποφασισμένη να υλοποιήσει τον διάδρομο ενέργειας και εμπορίου. Το τελευταίο που θα ήθελαν όλοι αυτοί οι παίκτες είναι να δουν το έργο του EuroAsia Interconnector να εκτροχιάζεται.

Τεχνικές και οικονομικές προκλήσεις: Το έργο στον αέρα

Πέρα από τα γεωπολιτικά εμπόδια, το ίδιο το έργο αντιμετωπίζει σοβαρές πρακτικές δυσχέρειες – τεχνικές, οικονομικές και διοικητικές. Ένα βασικό αγκάθι υπήρξε εξαρχής η εξεύρεση χρηματοδότησης και η ικανότητα υλοποίησης. Η αρχική ανάδοχος εταιρεία (κυπριακών συμφερόντων) δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την απαιτούμενη δανειοδότηση από ιδιωτικές τράπεζες ούτε διέθετε την απαραίτητη τεχνογνωσία για ένα τόσο εξειδικευμένο έργο. Αυτό οδήγησε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (Γενική Διεύθυνση Ενέργειας) να παρέμβει παρασκηνιακά μετά τις κυπριακές εκλογές του 2023, ζητώντας από τη Λευκωσία να απομακρύνει τον εν λόγω επιχειρηματία από το εγχείρημα. Έτσι, το φθινόπωρο του 2023 επήλθε η αλλαγή φρουράς: ο ΑΔΜΗΕ, ο ελληνικός διαχειριστής του δικτύου, ανέλαβε ως νέος φορέας υλοποίησης και promoter του έργου. Θεωρητικά, αυτή η κίνηση θα έδινε νέα ώθηση, φέρνοντας κρατικό κύρος, τεχνική εμπειρία και ευκολότερη πρόσβαση σε κεφάλαια. Όμως στην πράξη, το εγχείρημα συνέχισε να σκοντάφτει.

Ένα κρίσιμο ζήτημα παραμένει η χρηματοδοτική ασφυξία. Παρά την ευρωπαϊκή επιχορήγηση των €657 εκατ., το υπόλοιπο κόστος (άνω του €1 δισ.) πρέπει να καλυφθεί από δάνεια, ίδιους πόρους ή άλλες χρηματοδοτικές πηγές. Η απότομη άνοδος του προϋπολογισμού σε €1,9 δισ. περιέπλεξε τα πράγματα, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένων επιτοκίων. Τράπεζες εμφανίζονται διστακτικές να δανείσουν σε ένα έργο που ήδη παρουσιάζει καθυστερήσεις και πολιτικό ρίσκο. Επιπλέον, ο κακός συντονισμός Ελλάδας-Κύπρου έπληξε την αξιοπιστία του project. Χαρακτηριστικό είναι ότι η γαλλική εταιρεία που κατασκευάζει τα καλώδια (η Nexans, η οποία μάλιστα κέρδισε τον διαγωνισμό με συμβόλαιο €1,43 δισ. το 2023) αντιμετώπισε πρόβλημα πληρωμών φέτος. Σύμφωνα με πληροφορίες, η εταιρεία δεν έχει πληρωθεί από τον Ιούλιο για το κομμάτι της παραγωγής καλωδίου. Αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο το εργοστάσιο να παγώσει την κατασκευή ή ακόμη και να διαθέσει αλλού την πολύτιμη πρώτη ύλη. Έχει ήδη διαρρεύσει ότι εάν το ελληνικό έργο ναυαγήσει, το καλώδιο ίσως πουληθεί σε άλλον αγοραστή (π.χ. για κάποια διασύνδεση στη Βόρεια Θάλασσα). Με άλλα λόγια, ο χρόνος πιέζει: αν δεν υπάρξει άμεσα πρόοδος και οικονομική τακτοποίηση, τα ήδη παραγγελθέντα υλικά μπορεί να χαθούν και να πρέπει να ξεκινήσει η διαδικασία από μηδενική βάση.

Στο καθαρά τεχνικό σκέλος, οι προκλήσεις είναι μεν μεγάλες αλλά αντιμετωπίσιμες – αρκεί να υπάρξει πολιτική βούληση. Το σχέδιο προβλέπει πρωτοποριακή πόντιση καλωδίου σε βάθος 3 χιλιομέτρων, κάτι που παγκοσμίως έχει ελάχιστες φορές επιχειρηθεί. Παρ’ όλα αυτά, η τεχνολογία υπάρχει και ο ανάδοχος (Nexans) διαθέτει την απαραίτητη τεχνογνωσία. Οι γεωφυσικές μελέτες βυθού είναι μια δύσκολη αλλά εφικτή διαδικασία – ήδη μεγάλο μέρος τους έχει ολοκληρωθεί. Το πραγματικό εμπόδιο δεν είναι η φύση, αλλά η γεωπολιτική ένταση που εμποδίζει την ολοκλήρωση αυτών των μελετών στην επίμαχη θαλάσσια ζώνη. Εφόσον ξεπεραστεί η τουρκική παρενόχληση, τίποτε τεχνικό δεν φαίνεται ικανό να σταματήσει το έργο. Σημειώνεται ότι η επίσημη έναρξη της κατασκευαστικής φάσης είχε γίνει πανηγυρικά τον Οκτώβριο του 2022 στο Προεδρικό Μέγαρο της Κύπρου. Έκτοτε όμως η πρόοδος είναι μηδαμινή, με το καλώδιο να παραμένει επί ξύλου κρεμάμενο. Οι αρχικές εξαγγελίες για ολοκλήρωση το 2025 έχουν ήδη μετατεθεί για το 2028-29, σύμφωνα με νεότερους σχεδιασμούς. Κάθε μήνας καθυστέρησης καθιστά αυτό το χρονοδιάγραμμα ολοένα και πιο δυσπρόσιτο.

Εμφύλια σύγκρουση στη Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά: Εκκλησιαστικές έριδες και γεωπολιτικές προεκτάσεις

Η Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά – η αρχαιότερη εν λειτουργία Ορθόδοξη μονή παγκοσμίως – ταλανίζεται από μια πρωτοφανή εσωτερική κρίση. Οι μοναχοί της ιστορικής αδελφότητας διχάστηκαν σε αντίπαλες παρατάξεις, με επίκεντρο τον επί δεκαετίες Ηγούμενο και Αρχιεπίσκοπο Σινά Δαμιανό. Το πρόσφατο διάστημα, ένα μέρος της αδελφότητας αμφισβήτησε ανοικτά την ηγεσία του, οδηγώντας σε σκηνές εμφύλιας σύρραξης μέσα στο μοναστήρι και σε μια αλυσίδα παρεμβάσεων από εκκλησιαστικά πατριαρχεία, την ελληνική και την αιγυπτιακή κυβέρνηση. Η κρίση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όχι μόνο για θρησκευτικούς λόγους, αλλά και λόγω του γεωστρατηγικού συμβολισμού της Μονής: βρίσκεται σε αιγυπτιακό έδαφος (Χερσόνησος του Σινά), υπό καθεστώς αυτοδιοίκητου από την Ορθόδοξη Εκκλησία, και αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Το ερώτημα πλέον είναι αν θα αποκατασταθεί η εύθραυστη ειρήνη εντός της Μονής ή αν οι εξελίξεις θα σημάνουν αλλαγές στο καθεστώς και τον έλεγχό της με ευρύτερες πολιτικές προεκτάσεις.

Διχασμός των μοναχών και προσπάθεια ανατροπής του Ηγουμένου

Η αφετηρία της κρίσης εντοπίζεται στην εσωτερική διαμάχη μεταξύ του Αρχιεπισκόπου-Ηγουμένου Δαμιανού και μερίδας μοναχών της Σιναϊτικής αδελφότητας. Ο Σεβ. Δαμιανός (κατά κόσμον Δημήτριος Σαμαρτζής) ηγείται της Μονής από το 1973 και χαίρει διεθνούς κύρους, καθώς όμως έχει φτάσει την ηλικία των 90 ετών πλέον, πολλοί μέσα στη Μονή έκριναν πως αδυνατεί να συνεχίσει να διοικεί αποτελεσματικά. Τα τελευταία χρόνια βρισκόταν συχνά εκτός Σινά – στην Αθήνα ή το Κάιρο – αφήνοντας τη διαχείριση σε στενούς συνεργάτες του . Αυτό φαίνεται να αποξένωσε τον Ηγούμενο από την υπόλοιπη αδελφότητα και να καλλιέργησε δυσαρέσκεια.

Στις 30 Ιουλίου 2025, η Ιερά Σύναξη των πατέρων της Μονής (ουσιαστικά η γενική συνέλευση των μοναχών) φέρεται να έλαβε απόφαση παύσης του Δαμιανού από την ηγουμενία . Με άλλα λόγια, μια μερίδα περίπου 15 μοναχών ζήτησε την απομάκρυνση του γηραιού ηγουμένου από τη θέση του. Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος αντέδρασε έντονα: όταν κατάφερε να επιστρέψει στο μοναστήρι μαζί με τη συνοδεία του, προέκυψαν αντιπαραθέσεις στην πύλη για το αν θα του επιτραπεί η είσοδος . Σύμφωνα με μαρτυρίες, υπήρξαν φραστικές και σωματικές αψιμαχίες μεταξύ των πιστών στον ηγούμενο και της αντικαθεστωτικής ομάδας. Τελικώς, ο π. Δαμιανός και οι πιστοί του εισήλθαν και ένα μέρος της «παλιάς συνοδείας» – δηλαδή οι μοναχοί που θεωρήθηκαν «πραξικοπηματίες» – απομακρύνθηκαν από τη Μονή. Ωστόσο, οι τελευταίοι επέστρεψαν λίγο αργότερα και κατέλαβαν πάλι χώρους του μοναστηριού, κλιμακώνοντας την κρίση.

Η κατάσταση έφτασε σε αδιέξοδο με έναν Ηγούμενο ‘εγκλωβισμένο’ εντός της Μονής και τους αντικαθεστωτικούς μοναχούς να στρατοπεδεύουν στον περίβολο. Στις 30 Αυγούστου, ο π. Δαμιανός προχώρησε στο δραστικό μέτρο να διαγράψει 11 μοναχούς από το μοναχολόγιο της Μονής – δηλαδή να τους αποβάλει από την αδελφότητα – χαρακτηρίζοντάς τους «πραξικοπηματίες» και «στασιαστές» . Δήλωσε μάλιστα πως δεν θα επιτραπεί να συμμετάσχουν αυτοί οι μοναχοί σε ενδεχόμενη διαδικασία διαδοχής νέου ηγουμένου, εκτός αν υποβάλουν έγγραφη συγγνώμη για τις ενέργειές τους. Ο Αρχιεπίσκοπος, σε μια προσπάθεια πίεσης, απαγόρευσε και την είσοδο προσκυνητών/επισκεπτών στο μοναστήρι όσο οι «στασιαστές» παρέμεναν στον προαύλιο χώρο. Το σκηνικό αυτό, με τους τουρίστες να κρατούνται μακριά από ένα από τα ιερότερα μνημεία, προσέδωσε στη διένεξη χαρακτήρα ‘θρίλερ’, όπως περιγράφηκε από ελληνικά μέσα ενημέρωσης.

Η στάση του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και οι εκκλησιαστικές τριβές

Η αυτοδιοίκητη Μονή Σινά τυπικά υπάγεται πνευματικά στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, το οποίο διατηρεί την «υψηλή κυριότητα» και απλώς τελεί την ενθρόνιση του εκάστοτε νέου Αρχιεπισκόπου-Ηγουμένου όταν εκλέγεται από την αδελφότητα. Στην πράξη όμως, η Μονή λειτουργεί ως αυτόνομη και αυτοδέσποτη Εκκλησία – κάτι που ο π. Δαμιανός υπενθύμισε εμφατικά: «η Ιερά Μονή Σινά είναι αυτόνομη, αυτοδέσποτη, ελεύθερη, ασύδοτη, ακαταπάτητη, μη υποκείμενη σε οποιονδήποτε Πατριαρχικό Θρόνο», ξεκαθάρισε σε επιστολή του. Οι σχέσεις μεταξύ του Αρχιεπισκόπου Σινά και του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων ήταν διαχρονικά ψυχρές. Πρακτικά, οι μόνες επαφές περιορίζονταν σε εθιμοτυπικές ανταλλαγές ευχών και ευλογιών όταν οι Σιναΐτες μοναχοί επισκέπτονταν τα Ιεροσόλυμα. Κατά την τρέχουσα κρίση όμως, το Πατριαρχείο του Θεόφιλου Γ΄ είδε ευκαιρία να αποκτήσει πιο ενεργό ρόλο στα του Σινά.

Στις αρχές Αυγούστου, ενώ η ένταση σιγόβραζε, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων αποφάσισε να παρέμβει. Έστειλε μια τριμελή αντιπροσωπεία μοναχών (μέλη της αδελφότητας του Παναγίου Τάφου) στο Σινά με σκοπό τη διαμεσολάβηση. Επισήμως, η κίνηση παρουσιάστηκε ως προσπάθεια «εἰρήνευσης» ανάμεσα στις δύο πλευρές. Ωστόσο, διεπράχθη σοβαρό διπλωματικό ατόπημα: το Πατριαρχείο εμφανώς τάχθηκε υπέρ των «ανταρτών» μοναχών και εναντίον του Ηγουμένου. Συγκεκριμένα, στην επίσημη ιστοσελίδα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων δημοσιεύθηκε αναλυτική ενημέρωση μόνο για τη συνάντηση που είχαν οι εκπρόσωποί του με τους «Σιναΐτες Πατέρες» (την αντικαθεστωτική ομάδα των μοναχών), ενώ δεν έγινε καμία αναφορά στη συνάντηση με τον π. Δαμιανό . Με αυτό τον τρόπο, το Πατριαρχείο έδειξε έμμεσα την προτίμησή του και πήρε θέση υπέρ των μοναχών που είχαν εκδιωχθεί από τον Ηγούμενο. Σχετικά με τη συνάντηση με τον ίδιο τον Δαμιανό, αρκέστηκε να αναφέρει γενικόλογα ότι «προτρέπει και τις δύο πλευρές σε ενότητα». Η κίνηση αυτή εξόργισε τον Αρχιεπίσκοπο Σινά, που απομακρύνθηκε ακόμη περισσότερο από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων .

Η διγλωσσία και η όψιμη ανάμειξη των Ιεροσολύμων αντί να σβήσει, φούντωσε τη φωτιά. «Το Πατριαρχείο άργησε να παρέμβει, και όταν το έκανε πήρε ανοιχτά θέση, με κίνδυνο να τινάξει το τιμόνι στον αέρα», σχολίασε δηκτικά εκκλησιαστικός συντάκτης. Από την άλλη πλευρά, το Οικουμενικό Πατριαρχείο φάνηκε να κρατά διαφορετική στάση. Σε ανακοίνωσή του, στις 29 Αυγούστου, το Φανάρι στήριξε τον Δαμιανό ως τον νόμιμο εκπρόσωπο και ηγούμενο της Μονής. Αυτή η δήλωση, παρότι διακριτική, εξέφραζε τη θεσμική προσήλωση στους ιερούς κανόνες: ένας εγγεγραμμένος Αρχιεπίσκοπος δεν μπορεί να καθαιρείται αυθαίρετα από μερίδα μοναχών χωρίς κανονική διαδικασία. Η Εκκλησία της Ελλάδος επίσης παρακολούθησε με ενδιαφέρον – ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος φέρεται, σε συνεννόηση με τον Οικουμενικό Πατριάρχη, να συμμετείχε σε παρασκηνιακές ζυμώσεις για εκτόνωση της κρίσης.

Τελικά, στις 8 Σεπτεμβρίου 2025, ήρθε η αποφασιστική εξέλιξη στο εκκλησιαστικό πεδίο: το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων ανακοίνωσε επίσημα την παύση του Αρχιεπισκόπου Δαμιανού από τον θρόνο της Μονής Σινά. Η Σύνοδος των Ιεροσολύμων, σε συνεδρία της, έλαβε ομόφωνη απόφαση να κηρύξει έκπτωτο τον Δαμιανό, λαμβάνοντας υπόψη (α) την απόφαση της Σιναϊτικής Αδελφότητας της 30ής Ιουλίου (για παύση του Ηγουμένου), (β) την επίσημη έγκληση/καταγγελία που υπέβαλαν οι μοναχοί περί «κανονικών παραπτωμάτων» του Ηγουμένου, και (γ) τη νεότερη επιστολή παραίτησης που ο ίδιος ο Δαμιανός απέστειλε. Στην ανακοίνωση τονίζεται ότι από τις 12 Σεπτεμβρίου και εξής, ο σεβαστός ιεράρχης θα φέρει τον τίτλο «Αρχιεπίσκοπος πρὸην Σινά, Φαράν και Ραϊθώ» – ένδειξη σεβασμού στην προχωρημένη ηλικία του και στη διάθεσή του να διευκολύνει τις διαδικασίες διαδοχής. Το Πατριαρχείο διαβεβαίωσε πως προτεραιότητά του είναι η ειρήνη και η ενότητα της Εκκλησίας, καλώντας παράλληλα τη Σιναϊτική Αδελφότητα να προχωρήσει σύμφωνα με την παράδοση στην εκλογή νέου Προκαθημένου. Έτσι, τυπικά τουλάχιστον, έκλεισε ο κύκλος του Δαμιανού στην ηγεσία της Μονής, ύστερα από 52 χρόνια.

Ο ρόλος της Αιγύπτου: Φιλελεύθερες διακηρύξεις ή προσπάθεια ελέγχου;

Πίσω από την εσωτερική εκκλησιαστική διαμάχη, πολλοί βλέπουν να διαδραματίζεται μια παράλληλη σκακιέρα γεωπολιτικών συμφερόντων. Η Μονή Σινά, εκτός από πνευματικό προπύργιο της Ορθοδοξίας, είναι τοποθετημένη σε αιγυπτιακό έδαφος (Νότιο Σινά) και υπόκειται στην κρατική κυριαρχία της Αιγύπτου. Το Κάιρο ανέκαθεν τηρούσε μια προσεκτική στάση, αναγνωρίζοντας το ιδιότυπο καθεστώς θρησκευτικής αυτονομίας της Μονής και την τεράστια πολιτιστική της αξία. Επισήμως, οι αιγυπτιακές αρχές δηλώνουν ότι σέβονται απόλυτα την θρησκευτική ελευθερία του τόπου – άλλωστε η Μονή είναι Μνημείο UNESCO – και επιθυμούν άριστες σχέσεις με την ελληνική κυβέρνηση . Ωστόσο, παρασκηνιακά, η κρίση στο Σινά φαίνεται να έδωσε στην Αίγυπτο μια ευκαιρία ή πρόφαση να αυξήσει τον έλεγχό της στην περιοχή. «Πολλοί κατηγορούν τον π. Δαμιανό ότι, με τον τρόπο του, ανοίγει την κερκόπορτα για να εισέλθει η Αίγυπτος στο μοναστήρι – κάτι που η Αίγυπτος αποζητά εναγωνίως, ψάχνει την αφορμή», σχολίασε εύστοχα ο δημοσιογράφος Δημήτρης Λυκούδης.

Πράγματι, εδώ και λίγα χρόνια, η κυβέρνηση του προέδρου Σίσι έχει εξαγγείλει ένα φιλόδοξο σχέδιο τουριστικής «ανάπλασης» του Νότιου Σινά, με έμφαση και στην περιοχή της Αγίας Αικατερίνης. Το πρότζεκτ, που αποκαλείται «Η Μεγάλη Μεταμόρφωση», στοχεύει στην προσέλκυση έως και 30 εκατομμυρίων τουριστών ως το 2028, με τεράστια οικονομικά οφέλη για την Αίγυπτο. Παρουσιάστηκε μάλιστα ως «δώρο της Αιγύπτου στον κόσμο και σε όλες τις θρησκείες» και «απαραίτητη βιώσιμη ανάπτυξη» για την τοπική οικονομία. Στην πράξη, όμως, εγείρονται σοβαρές ανησυχίες: το BBC κατέγραψε φόβους ότι η μαζική τουριστική ανάπτυξη θα αλλοιώσει την πολιτιστική και θρησκευτική κληρονομιά του Όρους Σινά, επιβάλλοντας αλλαγές χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της τοπικής κοινότητας των Βεδουίνων. Ο ίδιος ο Δαμιανός είχε προειδοποιήσει ότι ο πραγματικός σκοπός της αιγυπτιακής πλευράς δεν είναι απλώς η διατήρηση του θρησκευτικού χαρακτήρα της περιοχής – όπως διακηρύσσει – αλλά η οικειοποίηση του χώρου και η μετατροπή του σε αξιοθέατο τύπου ‘θρησκευτικής Ντίσνεϋλαντ’ . Η Μονή, με τα κειμήλια και το κύρος της, βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των βλέψεων, καθώς η ‘μουσειοποίησή’ της θα απέφερε εκατομμύρια στα αιγυπτιακά ταμεία μέσω του τουρισμού.

Η νομική αντιπαράθεση δεν άργησε να ξεσπάσει. Τον Μάιο του 2025 σημειώθηκε μια εξέλιξη-σταθμός: στις 28/5/2025 δικαστήριο της Αιγύπτου (Εφετείο Ισμαηλίας) εξέδωσε απόφαση η οποία – όπως καταγγέλουν οι μοναχοί – ανέτρεπε το από αιώνων καθεστώς της Μονής. Η απόφαση αυτή ερμηνεύεται ότι ανοίγει τον δρόμο για την υπαγωγή της Μονής σε καθεστώς μουσείου (μουσειοποίηση) και τη μετατροπή της σε τουριστικό αξιοθέατο ‘φολκλόρ’. Οι ακριβείς λεπτομέρειες δεν δημοσιοποιήθηκαν, αλλά είναι σαφές ότι το αιγυπτιακό κράτος δοκίμασε τα όρια της αυτονομίας της Μονής μέσω της δικαστικής οδού. Η πλευρά Δαμιανού αντέδρασε εντόνως, υποβάλλοντας εφέσεις και κινητοποιώντας τη διεθνή κοινή γνώμη. Ήδη από τον Ιούλιο, ο νομικός Νικόλας Φαραντούρης (σύμβουλος της ελληνικής κυβέρνησης) απευθύνθηκε στην UNESCO ζητώντας να προστατευθεί το status της Αγίας Αικατερίνης. Το ζήτημα έλαβε διεθνή δημοσιότητα.

Στην Ελλάδα, η κρίση αυτή ερμηνεύτηκε και ως δοκιμασία ισχύος μεταξύ Αθήνας και Καΐρου για την πολιτιστική κληρονομιά. Ως απάντηση στη δικαστική απειλή, η ελληνική κυβέρνηση έλαβε μια ασυνήθιστη πρωτοβουλία: την 1η Αυγούστου 2025 ψήφισε νόμο που αναγνωρίζει για πρώτη φορά νομική προσωπικότητα στη Μονή Σινά εντός της ελληνικής έννομης τάξης. Συγκροτήθηκε ειδικό Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, με ευρεία διακομματική στήριξη στη Βουλή, ώστε το μοναστήρι «από την ανυπαρξία να οδηγηθεί στην ύπαρξη» σε επίπεδο νομικών συναλλαγών . Όπως εξήγησε η αρμόδια υφυπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη, η Μονή δεν έχει μέχρι σήμερα νομική προσωπικότητα στην Αίγυπτο – και η ικανοποίηση αυτού του αιτήματος αποτελεί κρίσιμο σκέλος της λύσης. «Είναι ο μίτος της Αριάδνης» σημείωσε, υποδηλώνοντας ότι η αναγνώριση του μοναστηριού στην Ελλάδα θα ενισχύσει την ελληνική θέση απέναντι στο Κάιρο. Πράγματι, στην Αθήνα εκτιμούν ότι η κίνηση αυτή λειτουργεί ως μοχλός πίεσης προς την αιγυπτιακή πλευρά για να αποδώσει και εκεί ανάλογα δικαιώματα στη Μονή, θωρακίζοντας τη λειτουργία της.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και εντός της Σιναϊτικής Αδελφότητας, οι απόψεις διχάστηκαν ως προς τη στάση έναντι της Αιγύπτου. Ο στενός συνεργάτης του Δαμιανού, επίσκοπος Πορφύριος (εκπρόσωπος της Μονής στην Αθήνα), καυτηρίασε δημοσίως την «αντικανονική πράξη» των δεκαπέντε μοναχών να ζητήσουν παύση ηγουμένου «στην κορύφωση του πολέμου» – παρομοιάζοντας δηκτικά ότι «όταν ο πόλεμος μαίνεται και κάποιοι θέτουν θέμα στρατηγού, η μοίρα του πολέμου είναι προδιαγεγραμμένη». Με άλλα λόγια, θεώρησε ότι οι «στασιαστές» μοναχοί επέλεξαν τη χειρότερη δυνατή συγκυρία (εν μέσω επίθεσης στα κεκτημένα της Μονής) για να προκαλέσουν ηγετικό κενό. Υπονόησε δε ότι ορισμένοι εξ αυτών ίσως ενήργησαν απερίσκεπτα, διευκολύνοντας άθελά τους τους αιγυπτιακούς σχεδιασμούς. Αυτό φάνηκε και από την παράγραφο Δ της επιστολής παραίτησης του Δαμιανού: δήλωσε ότι αίρει τα επιτίμια και δέχεται πίσω τους έντεκα μοναχούς, εφόσον δείξουν «έμπρακτη μεταμέλεια» δηλώνοντας ρητά την αντίθεσή τους στην απόφαση του αιγυπτιακού δικαστηρίου της 28/5/2025 και αποδεχθούν τον νέο ελληνικό νόμο 5224/2025. Ουσιαστικά, ο απερχόμενος ηγούμενος απαίτησε από τους πρώην αντιπάλους του να ταχθούν ξεκάθαρα υπέρ της υπεράσπισης του ειδικού καθεστώτος της Μονής. Αυτό φανερώνει ότι, σε τελική ανάλυση, και οι δύο «αντιμαχόμενες» πλευρές στο εσωτερικό της Μονής συνειδητοποιούν πως η απειλή εξωτερικής παρέμβασης (κρατικής ή πατριαρχικής) είναι η πλέον επικίνδυνη εξέλιξη.

Η ελληνική διπλωματική παρέμβαση και η λύση της «τιμητικής αποχώρησης»

Καθ’ όλη τη διάρκεια του θέρους, η ελληνική πολιτεία βάδισε σε τεντωμένο σκοινί: αφ’ ενός δεν επιθυμούσε να εμπλακεί ανοιχτά στα εσωτερικά εκκλησιαστικά ζητήματα μιας αυτοδιοίκητης Μονής, αφ’ ετέρου ανησυχούσε για τον κίνδυνο να χρησιμοποιηθεί η αναταραχή ως πρόσχημα από την Αίγυπτο για περαιτέρω παρέμβαση. «Παρακολουθούμε στενά, αλλά δεν εμπλεκόμαστε στα εσωτερικά της Μονής, καθώς ενέχουν τον κίνδυνο περαιτέρω περιπλοκής μιας υπόθεσης που προσπαθούμε να διαχειριστούμε σε συνεργασία με τις αιγυπτιακές αρχές», δήλωσε διπλωματικά ο ΥΠΕΞ Γιώργος Γεραπετρίτης. Στο παρασκήνιο, όμως, στήθηκε ένας έντονος διπλωματικός μαραθώνιος. Πληροφορίες αναφέρουν ότι πραγματοποιήθηκαν αλλεπάλληλες συσκέψεις στα ελληνικά υπουργεία Εξωτερικών και Παιδείας, όπου όλοι οι επιτελείς κατέληξαν ότι ο π. Δαμιανός, με την αδιάλλακτη στάση του, «προκαλούσε μόνον προβλήματα» και ότι η εξομάλυνση θα ερχόταν μόνο μέσω διαδοχής. Ακόμη και προσωπικοί φίλοι και σύμμαχοι του Αρχιεπισκόπου εντός κυβέρνησης άρχισαν να αποσύρουν τη σιωπηρή υποστήριξή τους, διαπιστώνοντας ότι ο ίδιος είχε καταστεί μέρος του προβλήματος.

Το πρώτο βήμα ήταν να βρεθεί μια φόρμουλα «τιμητικής εξόδου» για τον πολύπειρο ιεράρχη, ώστε να αποφευχθεί η εικόνα ήττας. Ο ίδιος ο Δαμιανός, αντιλαμβανόμενος ίσως την απομόνωσή του, αποφάσισε να συναινέσει σε μια ομαλή μετάβαση. Τη Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2025, με μια ιστορική επιστολή/ανακοίνωση, ο Αρχιεπίσκοπος Σινά προανήγγειλε την παραίτησή του από την Ηγουμενία και την Αρχιεπισκοπή. Στο κείμενο –διατύπωση σπάνιας ειλικρίνειας– ανέφερε ότι στις 12/9/2025 θα υποβάλει την παραίτησή του στη Σύναξη των Πατέρων, «ώστε να διευκολυνθεί η έως τότε λειτουργία της Μονής». Προκήρυξε δε Γενική Συνέλευση των μοναχών για την Κυριακή 14/9/2025, με μοναδικό θέμα την εκλογή νέου Ηγουμένου και Αρχιεπισκόπου Σινά. Ο 91 ετών ιεράρχης τόνισε την ανάγκη ενότητας της διασπασμένης αδελφότητας και ξεκαθάρισε ότι λόγοι υγείας δεν του επιτρέπουν να προεδρεύσει ο ίδιος – παραδίδοντας έτσι τα ηνία της διαδικασίας.

Η κρίσιμη τελευταία πράξη εκτυλίχθηκε με μια συντονισμένη επιχείρηση «εκκένωσης»: τις πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου, ελληνικό κυβερνητικό αεροσκάφος ναυλώθηκε για να μεταβεί στο Σινά. Το πρωί της 5ης Σεπτεμβρίου, μια ειδική πτήση Aegean απογειώθηκε από την Αθήνα με προορισμό το Σαρμ Ελ Σέιχ. Επικεφαλής ήταν η υφυπουργός Εξωτερικών Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου και ο γενικός γραμματέας Θρησκευμάτων Γιώργος Καλαντζής, οι οποίοι μετέβησαν στο απομονωμένο μοναστήρι με αποστολή τη «σωστή παραλαβή» του Αρχιεπισκόπου και όσων μοναχών ή Ελλήνων πολιτών επιθυμούσαν να αποχωρήσουν. Η διπλωματική αυτή κίνηση είχε προσυμφωνηθεί με το Κάιρο, ώστε να μη φανεί ως παραβίαση της αιγυπτιακής κυριαρχίας. Πράγματι, την αυγή της 6ης Σεπτεμβρίου, το αεροσκάφος προσγειώθηκε στην Αθήνα μεταφέροντας τον π. Δαμιανό και άλλους εννέα μοναχούς από τη Μονή. Το ελληνικό ΥΠΕΞ ανακοίνωσε επίσημα ότι «η Ι.Μ. λειτουργεί κανονικά και είναι επισκέψιμη» πλέον – σηματοδοτώντας τη λήξη του ‘εμπάργκο’ επισκεπτών – και πως εντός των επόμενων ημερών θα δρομολογηθούν οι διαδικασίες για τη διαδοχή του Αρχιεπισκόπου Σινά, «σε εφαρμογή της δημόσια εκπεφρασμένης βούλησής του».

Καθ’ οδόν προς την οριστική λύση, αξίζει να επισημανθούν δύο λεπτομέρειες: πρώτον, ο Δαμιανός δεν παρέστη (ούτε επρόκειτο να παραστεί) στη συνεδρίαση της Συνόδου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στις 8/9, όπου είχε κληθεί για απολογία. Η ήδη δρομολογημένη αναχώρησή του για Αθήνα κατέστησε σαφές ότι η διαφορά θα λυνόταν ερήμην του, σε ανώτερο επίπεδο. Δεύτερον, ο Αρχιεπίσκοπος Σινά φρόντισε στην επιστολή του να αφήσει αιχμές κατά «εκκλησιαστικών κύκλων» που επιχειρούν παρεμβάσεις στη Μονή. Ήταν μια σαφής βολή προς όσους θεώρησε ότι υποκίνησαν ή εκμεταλλεύτηκαν την κρίση – δηλαδή, κυρίως το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Παράλληλα, όμως, υπογράμμισε «τον καθοριστικό ρόλο της Ελλάδας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη στήριξη της Ορθοδοξίας στη Μ. Ανατολή», αναγνωρίζοντας έτσι τη στήριξη που έλαβε από Αθήνα και Φανάρι.

Σχέσεις με τους Βεδουίνους: Το άτυπο κλειδί ισχύος

Ένα από τα ισχυρότερα ‘χαρτιά’ του Αρχιεπισκόπου Δαμιανού υπήρξε ανέκαθεν η άριστη σχέση του με τη ντόπια φυλή Βεδουίνων που διαβιοί γύρω από τη Μονή. Από την εποχή του Ιουστινιανού (6ος αιώνας) μέχρι σήμερα, η φυλή των Τζεμπελίγια έχει αναλάβει παραδοσιακά την προστασία και εξυπηρέτηση του μοναστηριού της Αγίας Αικατερίνης. Οι Βεδουίνοι του Σινά – οι περισσότεροι φτωχοί και περιθωριοποιημένοι – εξασφαλίζουν τα προς το ζην εργαζόμενοι για τη Μονή, ως φύλακες, αγωγιάτες, αρτοποιοί, εργάτες ή οδηγοί στην έρημο. Ο π. Δαμιανός φρόντισε επί δεκαετίες να καλλιεργήσει δεσμούς εμπιστοσύνης με αυτούς τους ανθρώπους. Όπως σημειώνουν γνώστες της Μονής, «ο π. Δαμιανός διατηρεί άριστες σχέσεις με τους Βεδουίνους… Το σύνολο των Βεδουίνων ζει διότι στο παρελθόν ή στο παρόν έχουν μία σχέση συνεργασίας με το μοναστήρι… Αυτή τη σχέση την ‘υπογράφει’ ο π. Δαμιανός». Με άλλα λόγια, οι ντόπιοι εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από τον Ηγούμενο, ο οποίος ενέκρινε όλες τις προσλήψεις και αναθέσεις εργασιών.

Αυτό το άτυπο πλέγμα συμμαχιών λειτούργησε ως ασπίδα για τη Μονή, ιδιαίτερα σε χαλεπούς καιρούς. Οι Βεδουίνοι θεωρούν ιερό χρέος την υπεράσπιση του μοναστηριού – και υπάρχουν καταγεγραμμένα περιστατικά στο παρελθόν όπου απέκρουσαν επίδοξους εισβολείς ή ειδοποίησαν εγκαίρως για κινδύνους. Στην παρούσα κρίση, η στάση των Βεδουίνων ήταν διακριτική αλλά κρίσιμη: παρέμειναν πιστοί στην κανονική ηγεσία του μοναστηριού, συνεχίζοντας την τροφοδοσία του με τρόφιμα και φάρμακα ακόμα και όταν οι πύλες ήταν κλειστές για άλλους. Είναι αξιοσημείωτο ότι, παρά τις έριδες, δεν αναφέρθηκε καμία σύγκρουση μοναχών-Βεδουίνων – κάτι που θα μπορούσε να έχει ανάψει επικίνδυνα φυτίλια στην περιοχή. Αυτό αποδίδεται στην πολιτική φρόνηση του Δαμιανού: ακόμη και οι αντίπαλοι μοναχοί δύσκολα θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν τις αγαθές σχέσεις με τη φυλή που εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα της Μονής. Για την επόμενη μέρα, λοιπόν, θεωρείται μείζον ζητούμενο η διατήρηση της στήριξης των Βεδουίνων. Κάθε νέος Ηγούμενος θα χρειαστεί να κερδίσει και τη δική τους εμπιστοσύνη – μια παράμετρος αφανής μεν, πλην όμως ζωτική για την ομαλότητα στο Θεοβάδιστο Όρος.

Προοπτικές για το μέλλον 

Η αποχώρηση του Αρχιεπισκόπου Δαμιανού – είτε ως παραίτηση είτε ως καθαίρεση, αναλόγως της οπτικής – ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της Μονής Σινά. Για πρώτη φορά μετά από μισό αιώνα, η αδελφότητα θα εκλέξει νέο ηγέτη. Η διαδικασία προβλέπεται να διεξαχθεί στις 14 Σεπτεμβρίου 2025 εντός της Μονής, παρουσίᾳ όλων των μοναχών (συμπεριλαμβανομένων και των μέχρι πρότινος «διαγραμμένων», αφού ο Δαμιανός ήρε τις ποινές). Αν όλα κυλήσουν ομαλά, το πιθανότερο είναι η εκλογή ενός νεότερου σε ηλικία ηγουμένου από το υπάρχον δυναμικό της Μονής, πιθανώς κάποιου που θα χαίρει ευρείας αποδοχής ως συμβιβαστική λύση. Η ενότητα της Σιναϊτικής Αδελφότητας είναι το πρώτιστο ζητούμενο – «η Γενική Συνέλευση πρέπει να καταστεί σημείο ενότητας και εκκίνησης για μια νέα περίοδο στη μακραίωνη ζωή της Μονής» τόνισε χαρακτηριστικά ο απερχόμενος ηγούμενος.