Παρασκευή, 24 Απρ, 2026

Κίνα: Εκατοντάδες συλλήψεις πιστών του Φάλουν Γκονγκ το 2026 — Συνεχίζεται η σιωπηρή καταστολή

Συνολικά 796 ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ συνελήφθησαν ή παρενοχλήθηκαν στην Κίνα κατά τους δύο πρώτους μήνες του 2026, σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε το Minghui, ένα δίκτυο που παρακολουθεί τις διώξεις της πνευματικής αυτής πρακτικής.

Από τις 796 περιπτώσεις, οι 404 αφορούσαν συλλήψεις και οι 392 περιστατικά παρενόχλησης. Σε τουλάχιστον 217 περιπτώσεις πραγματοποιήθηκαν έρευνες σε σπίτια, ενώ επτά άτομα οδηγήθηκαν στα λεγόμενα «κέντρα πλύσης εγκεφάλου». Η καθυστέρηση στην καταγραφή πολλών περιστατικών αποδίδεται στη λογοκρισία και τον αυστηρό έλεγχο της πληροφόρησης από το κινεζικό καθεστώς.

Τα περιστατικά καταγράφηκαν σε 26 επαρχίες, με τη Σάντονγκ να εμφανίζει τον υψηλότερο αριθμό, συγκεντρώνοντας 336 περιπτώσεις — δηλαδή πάνω από το 40% του συνόλου. Ακολουθούν η Χεμπέι και η Λιαονίνγκ, ενώ σε πολλές ακόμη περιοχές καταγράφηκαν δεκάδες ή μεμονωμένες διώξεις.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το δημογραφικό προφίλ των θυμάτων. Από τους 173 ασκούμενους για τους οποίους υπάρχουν στοιχεία ηλικίας, η πλειονότητα είναι ηλικιωμένοι: δεκάδες βρίσκονται στη δεκαετία των 70 και των 80 ετών, ενώ καταγράφηκε ακόμη και περίπτωση γυναίκας άνω των 90 ετών. Επίσης, οι διωκόμενοι προέρχονται από διαφορετικά επαγγέλματα — εκπαιδευτικοί, μηχανικοί, δημόσιοι υπάλληλοι — γεγονός που δείχνει τη διαχρονική και οριζόντια φύση της καταστολής.

Σε πολλές περιπτώσεις, οι διώξεις ξεπερνούν τη σωματική καταστολή και επεκτείνονται στην οικονομική και κοινωνική εξόντωση. Συντάξεις αναστέλλονται, επιδόματα κόβονται και εργαζόμενοι εξαναγκάζονται να υπογράψουν δηλώσεις με τις οποίες αποκηρύσσουν την πίστη τους, συχνά υπό την απειλή της απώλειας της εργασίας.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της επαρχίας Χεϊλονγκτσιάνγκ, όπου κρατική εταιρεία εξέδωσε επίσημη ανακοίνωση που απαιτούσε από τους εργαζομένους να αποκηρύξουν το Φάλουν Γκονγκ. Αντίστοιχα, στην Τιαντζίν, εκπαιδευτικοί καλούνται να δηλώνουν πίστη στο Κομμουνιστικό Κόμμα σε ετήσια βάση, και όσοι αρνούνται τιμωρούνται επαγγελματικά.

Οι μαζικές επιχειρήσεις στη Σάντονγκ αποκαλύπτουν τη μεθοδολογία των αρχών: εισβολές σε σπίτια, κατασχέσεις προσωπικών αντικειμένων και ακόμη και εξαναγκαστική συλλογή βιομετρικών δεδομένων, όπως δείγματα αίματος και φωνής. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι επιπτώσεις ήταν τραγικές — όπως ο θάνατος άνδρα από καρδιακή προσβολή μετά από αστυνομική εισβολή στο σπίτι του.

Η πίεση προς τους ασκούμενους συχνά λαμβάνει και πιο ύπουλες μορφές. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι αρχές επιχείρησαν να εξαπατήσουν πολίτες για να τους επανασυλλάβουν, ενώ άλλοι εξαναγκάστηκαν να ζήσουν κρυμμένοι σε ακατάλληλες συνθήκες για να αποφύγουν τη σύλληψη.

Η δίωξη του Φάλουν Γκονγκ, που ξεκίνησε το 1999, συνεχίζει να παράγει ανθρώπινες τραγωδίες. Οικογένειες διαλύονται, ηλικιωμένοι στερούνται τα μέσα επιβίωσης και άνθρωποι οδηγούνται σε ψυχολογική και σωματική κατάρρευση.

Παρά τις διεθνείς καταγγελίες όλα αυτά τα χρόνια, η καταστολή παραμένει σε μεγάλο βαθμό αόρατη στο παγκόσμιο κοινό. Τα στοιχεία των πρώτων μηνών του 2026 δείχνουν ότι, πίσω από τη βιτρίνα της οικονομικής δύναμης της Κίνας, συνεχίζεται μια συστηματική και εκτεταμένη καταπάτηση θεμελιωδών ελευθεριών.

Στενά του Ορμούζ: Ανάπτυξη 2.500 Αμερικανών πεζοναυτών στη Μέση Ανατολή

Η αποστολή περίπου 2.500 Αμερικανών πεζοναυτών στη Μέση Ανατολή σηματοδοτεί μια νέα φάση στην ένταση με το Ιράν, η οποία βρίσκεται ήδη στη δεύτερη εβδομάδα της, καθώς οι ιρανικές δυνάμεις αυξάνουν τις επιθέσεις τους στα Στενά του Ορμούζ — έναν από τους πιο κρίσιμους ενεργειακούς διαύλους παγκοσμίως.

H δύναμη που αναπτύσσεται είναι η 31η Εκστρατευτική Μονάδα Πεζοναυτών (31st MEU). Η αποστολή της συνδέεται άμεσα με την αυξανόμενη ανησυχία για την ικανότητα του Ιράν να ναρκοθετήσει τα Στενά, από τα οποία διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας ροής πετρελαίου.

Οι πρόσφατοι αμερικανικοί βομβαρδισμοί φαίνεται να έχουν αναγκάσει το Ιράν να αλλάξει τακτική, αποσύροντας μεγαλύτερα πολεμικά πλοία και χρησιμοποιώντας πλέον μικρότερα, ευέλικτα ταχύπλοα που μεταφέρουν νάρκες και μπορούν να αποφεύγουν τα αεροσκάφη. Εκτιμάται ότι αυτά επιχειρούν από νησιωτικά συμπλέγματα κοντά στα Στενά, αυξάνοντας την πολυπλοκότητα της κατάστασης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η παρουσία της 31ης MEU δίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δυνατότητα να εκτελούν ταχείες επιχειρήσεις σε αυτά τα νησιά, με συνδυασμό χερσαίων δυνάμεων, αεροπορικής κάλυψης και ισχυρής υλικοτεχνικής υποστήριξης. Όπως επισημαίνουν στρατιωτικές πηγές, τέτοιες μονάδες είναι σχεδιασμένες για άμεση αντίδραση σε κρίσεις και μπορούν να αναπτυχθούν γρήγορα σε περιοχές υψηλού κινδύνου.

Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τον κίνδυνο περαιτέρω κλιμάκωσης, ιδιαίτερα μετά την ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν μεγάλη αεροπορική επιδρομή στη νήσο Χαργκ, βασικό κόμβο εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο νησί εξουδετερώθηκαν, ενώ οι πετρελαϊκές υποδομές δεν αποτέλεσαν στόχο. Οι επιχειρήσεις στο Ιράν έχουν επιφέρει σημαντική αύξηση στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, οι οποίες κατέγραψαν άνοδο της τάξεως του 40% από την έναρξη των επιχειρήσεων στα τέλη του προηγούμενου μήνα.

Παρότι η δύναμη των 2.500 πεζοναυτών θεωρείται μικρή σε σχέση με τους περίπου 50.000 Αμερικανούς στρατιώτες που βρίσκονται ήδη στην περιοχή, οι Εκστρατευτικές Μονάδες Πεζοναυτών διαθέτουν υψηλή επιχειρησιακή ευελιξία. Μπορούν να εκτελούν αποστολές όπως ταχεία ανάπτυξη δυνάμεων, συνοδεία εμπορικών πλοίων, αντιμετώπιση μη επανδρωμένων  και επιχειρήσεις ασφαλείας σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς.

Οι μονάδες αυτές αναπτύσσονται συνήθως μαζί με αποβατικά πλοία και αεροπορικά μέσα, όπως τα MV-22 Osprey και τα μαχητικά F-35, προσφέροντας ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο επιχειρήσεων από τη θάλασσα προς την ξηρά.

Η σιωπηρή επιβεβαίωση: NOTAM των ΗΠΑ αγνοεί το τουρκικό αφήγημα για την Κύπρο

Η πρόσφατη κίνηση των Ηνωμένων Πολιτειών να εκδώσουν οδηγία (NOTAM) για το FIR Λευκωσίας, καλύπτοντας το σύνολο του εναέριου χώρου της Κύπρου, δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική αεροναυτική πράξη. Αντιθέτως, αναδεικνύει με σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο η διεθνής κοινότητα — και ειδικά μια υπερδύναμη όπως οι ΗΠΑ — αντιλαμβάνεται το καθεστώς κυριαρχίας στο νησί.

Ισραηλινός ισχυρισμός για εξόντωση Λαριτζανί — Διαψεύσεις και σύγχυση για την τύχη του

Ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Ισραήλ Κατζ, ανακοίνωσε ότι ο επικεφαλής Εθνικής Ασφάλειας του Ιράν, Αλί Λαριτζανί, και ο διοικητής της παραστρατιωτικής οργάνωσης Basij, Γκολάμ Ρεζά Σολεϊμάνι, σκοτώθηκαν σε ισραηλινές επιδρομές στην Τεχεράνη κατά τη διάρκεια της νύχτας. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «ο Λαριτζάνι και ο διοικητής των Μπασίτζ εξοντώθηκαν εν μία νυκτί», προσθέτοντας ότι εντάσσονται μαζί με τον Χαμενεΐ και άλλα μέλη του λεγόμενου «άξονα του κακού» στους νεκρούς των επιχειρήσεων.

Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει καμία επίσημη επιβεβαίωση από την Τεχεράνη. Αντιθέτως, η ιρανική κρατική τηλεόραση μετέδωσε γραπτό μήνυμα του ίδιου του Αλί Λαριτζανί λίγο μετά τις ισραηλινές δηλώσεις, στο οποίο αναφερόταν σε πεσόντες ναυτικούς του πολέμου, τιμώντας τη μνήμη τους και κάνοντας λόγο για «μάρτυρες» του ιρανικού έθνους. Νωρίτερα είχαν υπάρξει πληροφορίες για ισραηλινή επιχείρηση με στόχο τον Λαριτζανί, χωρίς να είναι σαφές αν είχε επιζήσει. Ο ισραηλινός στρατός έχει επιβεβαιώσει, πάντως, τον θάνατο του επικεφαλής της Basij και άλλων αξιωματούχων της πολιτοφυλακής.

Εάν τελικά επιβεβαιωθεί ο θάνατός του, θα πρόκειται για έναν από τους υψηλότερου επιπέδου αξιωματούχους που έχουν σκοτωθεί μετά τον ανώτατο ηγέτη Αλί Χαμενεΐ. Σύμφωνα με ισραηλινές εκτιμήσεις, ο γιος του Χαμενεΐ έχει ήδη οριστεί διάδοχος, αν και φέρεται να είναι τραυματισμένος, με τον Αλί Λαριτζανί να θεωρείται μέχρι πρότινος ο πιο ισχυρός παράγοντας στην ιεραρχία εξουσίας της χώρας.

Ο Λαριτζανί θεωρείται εδώ και δεκαετίες μια από τις πιο ισχυρές και σταθερές προσωπικότητες του ιρανικού κατεστημένου. Ως επικεφαλής του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, είχε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της στρατηγικής της χώρας, ιδιαίτερα σε περίοδο πολέμου. Σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης και έχει συγγράψει έργα επηρεασμένα από τη δυτική φιλοσοφία, ενώ συνδέεται οικογενειακά με την επαναστατική ελίτ, καθώς ο πεθερός του ήταν ο σημαντικός κληρικός Μορτέζα Μοταχάρι.

Προερχόμενος από ισχυρή πολιτική οικογένεια, με αδέλφια σε κορυφαίες θέσεις της δικαστικής και νομοθετικής εξουσίας, είχε διατελέσει διοικητής των Φρουρών της Επανάστασης και διατηρούσε στενή σχέση εμπιστοσύνης με τον Αλί Χαμενεΐ επί δεκαετίες. Του είχε ανατεθεί η διαχείριση κρίσιμων ζητημάτων, όπως ο σχεδιασμός διαδοχής και η εξωτερική πολιτική, όπου έχει εκπροσωπήσει το Ιράν σε επαφές με τη Ρωσία, την Κίνα και χώρες του Κόλπου.

Μετά τα πλήγματα κατά της ηγεσίας του Ιράν στην αρχή του πολέμου, ο Λαριτζανί θεωρούνταν από πολλούς ο ισχυρότερος άνθρωπος στη χώρα, με ουσιαστικό έλεγχο στην εθνική ασφάλεια και τη στρατηγική κατεύθυνση του καθεστώτος.

Ο δρόμος της ανάκαμψης μετά από δεκαετίες σοσιαλισμού

Σχολιασμός

Αφού απομάκρυνε τον σοσιαλιστή ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, τον Ιανουάριο, η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί πλέον να ανοικοδομήσει τη χώρα ύστερα από δεκαετίες διαφθοράς, παραμέλησης και λεηλασίας.

Υπό τον Μαδούρο και τον προκάτοχό του, Ούγκο Τσάβες, η Βενεζουέλα υποβαθμίστηκε από αυτό που κάποτε ήταν η πλουσιότερη χώρα της Νότιας Αμερικής και μία από τις 20 πλουσιότερες στον κόσμο, σε «ένα αποτυχημένο πετρελαϊκό κράτος». Μεταξύ 2014 και 2021, το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της Βενεζουέλας μειώθηκε κατά περισσότερο από 70%.

Σήμερα, οι υποδομές της χώρας έχουν καταρρεύσει, το δικαστικό της σύστημα πλήττεται από διαφθορά και ευνοιοκρατία, και, δεδομένου του ιστορικού απαλλοτριώσεων ιδιωτικών περιουσιακών στοιχείων, πολλοί ξένοι επενδυτές θεωρούν ότι η χώρα «δεν προσφέρεται για επενδύσεις». Επιπλέον, μεγάλο μέρος του πλούτου και των αποταμιεύσεων της χώρας εξαϋλώθηκε, καθώς το εθνικό νόμισμα, το μπολιβάρ, υπέστη δύο περιόδους υπερπληθωρισμού, φτάνοντας στο αποκορύφωμα του 234% τον μήνα το 2018 και ξεπερνώντας εκ νέου το 150% τον μήνα το 2020.

Έχοντας περάσει δεκαετίες συμβουλεύοντας κυβερνήσεις για το πώς να διορθώσουν κατεστραμμένες οικονομίες, ο οικονομολόγος του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς, Στιβ Χάνκε (Steve Hanke), γνωστός ως «ο γιατρός του χρήματος», ανέφερε ότι έχει δει και χειρότερα. Ανέφερε στην εφημερίδα The Daily Signal ότι η Κίνα βρισκόταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση από τη Βενεζουέλα το 1979, επομένως όλα αυτά είναι εφικτά. Ωστόσο, το πρώτο κρίσιμο βήμα είναι η σταθεροποίηση ενός νομίσματος που βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Πρόσθεσε ότι εάν δεν καταφέρουν να περιορίσουν τον πληθωρισμό, ουσιαστικά δεν πρόκειται να συμβεί τίποτα σημαντικό.

Όταν ο Χάνκε ήταν σύμβουλος της Βουλγαρίας το 1997, η χώρα αντιμετώπιζε παρόμοια οικονομικά προβλήματα, συμπεριλαμβανομένου ανεξέλεγκτου πληθωρισμού και τραπεζικής κρίσης. Η λύση που πρότεινε ήταν ένα νομισματικό συμβούλιο, στο οποίο το εγχώριο νόμισμα μιας χώρας υποστηρίζεται κατά 100% από ένα ξένο αποθεματικό νόμισμα, όπως το δολάριο ΗΠΑ ή το ευρώ, με σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία.

Ο πληθωρισμός ήταν 242% τον μήνα και ότι με την εφαρμογή του νομισματικού συμβουλίου τον Ιούλιο, ο πληθωρισμός μειώθηκε αμέσως, πέφτοντας κάτω από το 10% σε ετήσια βάση. Μέσα σε ένα έτος, τα συναλλαγματικά αποθέματα της Βουλγαρίας είχαν τριπλασιαστεί, τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια είχαν μειωθεί στο 2%, το τραπεζικό σύστημα επανήλθε σε φερεγγυότητα και η οικονομία ανέκαμπτε ξανά.

Την 1η Ιανουαρίου 2026, αφού πληρούσε τις προϋποθέσεις, η Βουλγαρία εντάχθηκε στη ζώνη του ευρώ.

Ακολουθώντας αυτό το μοντέλο, σταθερότητα νομίσματος επιτεύχθηκε επίσης σε χώρες όπως η Εσθονία, η Λιθουανία και η Βοσνία. Ο Χάνκε είχε επίσης προτείνει ένα νομισματικό συμβούλιο στον τότε πρόεδρο της Βενεζουέλας, Ραφαέλ Καλντέρα, τη δεκαετία του 1990, αλλά τότε οι συνθήκες ήταν διαφορετικές.

Ανέφερε ότι το κράτος δικαίου έχει επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν θα συνιστούσε την εφαρμογή νομισματικού συμβουλίου αυτή τη στιγμή. Αντίθετα, σημείωσε ότι η Βενεζουέλα θα πρέπει να καταργήσει πλήρως το μπολιβάρ και να υιοθετήσει το δολάριο ΗΠΑ ως εθνικό νόμισμα.

Σε μια διαδικασία που ονομάζεται δολαριοποίηση, ουσιαστικά καταργείται η κεντρική τράπεζα και το τοπικό νόμισμα, αντικαθιστάμενα από το νόμισμα που θα λειτουργούσε ως αγκύρωση σε ένα σύστημα νομισματικού συμβουλίου.

Η δολαριοποίηση έχει εφαρμοστεί αποτελεσματικά στον Παναμά, το Ελ Σαλβαδόρ και τον Ισημερινό. Η Βενεζουέλα είναι ήδη ανεπίσημα δολαριοποιημένη, με εκτιμήσεις να αναφέρουν ότι περισσότερο από το ήμισυ των συναλλαγών πραγματοποιείται ήδη σε δολάρια ΗΠΑ.

Αφού επιτευχθεί μακροοικονομική σταθερότητα, η κυβέρνηση μπορεί στη συνέχεια να αρχίσει να αντιμετωπίζει σταδιακά όλα τα υπόλοιπα ζητήματα που πρέπει να επιλυθούν, ανέφερε ο Χάνκε.

Σημείωσε ότι, αν εξετάσει κανείς τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις, όπως στη Νέα Ζηλανδία ή στη Μεγάλη Βρετανία επί της πρωθυπουργού Μάργκαρετ Θάτσερ, ή την ομάδα οικονομολόγων στο Σικάγο που επηρέασε τη Χιλή, αυτές δεν πραγματοποιήθηκαν από τη μία ημέρα στην άλλη. Πρόσθεσε ότι απαιτείται οικοδόμηση εμπιστοσύνης και δυναμικής, ώστε αυτή να λειτουργήσει προωθητικά και να επιτρέψει την αντιμετώπιση των προβλημάτων ένα προς ένα.

Μεγάλο μέρος της προσοχής από τον Ιανουάριο έχει στραφεί στα τεράστια αποθέματα πετρελαίου της Βενεζουέλας, αν και τα κοιτάσματά της βρίσκονται σήμερα σε κακή κατάσταση ύστερα από δεκαετίες κακοδιαχείρισης και λεηλασίας από το κράτος.

Ο Χάνκε ανέφερε ότι ο «τσαβισμός» έχει καταστήσει ουσιαστικά άνευ αξίας τα μεγαλύτερα αποθέματα αργού πετρελαίου στον κόσμο και ότι οι δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες διστάζουν να επανεπενδύσουν.

Τον Ιανουάριο, το κοινοβούλιο της Βενεζουέλας ψήφισε νέο νόμο με στόχο το άνοιγμα του πετρελαϊκού τομέα σε ιδιωτική ανάπτυξη, ωστόσο πιθανότατα θα απαιτηθούν περισσότερα μέτρα για την προσέλκυση επενδύσεων στη χώρα. Η Βενεζουέλα πρέπει να εγκαθιδρύσει ένα αξιόπιστο νομικό σύστημα που να εγγυάται τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, όπως οι νόμοι που θέσπισε η Χιλή για τις εξορυκτικές παραχωρήσεις τη δεκαετία του 1980, σύμφωνα με τον Χάνκε.

Ανέφερε ότι ο μεταλλευτικός νόμος της Χιλής καθιέρωσε ισχυρά δικαιώματα ιδιοκτησίας και σαφείς κανόνες λειτουργίας. Μεταξύ άλλων, ο νόμος προβλέπει ότι σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από το κράτος, το κράτος υποχρεούται να καταβάλει στον ιδιοκτήτη την πλήρη παρούσα αξία των μελλοντικών ταμειακών ροών από την περιουσία που απαλλοτριώθηκε, ενώ παράλληλα ορίζει ότι οι ξένοι επενδυτές αντιμετωπίζονται ισότιμα με τους Βενεζουελάνους.

Πέρα από το πετρέλαιο, άλλοι τομείς με μεγάλες δυνατότητες περιλαμβάνουν τη γεωργία και την εξόρυξη, οι οποίοι επίσης υπέστησαν εθνικοποιήσεις υπό τον Τσάβες και τον Μαδούρο.

Η Βενεζουέλα διαθέτει πλούσια ανεκμετάλλευτη αγροτική γη και εκτεταμένους υδάτινους πόρους γλυκού νερού, ωστόσο οι τιμές γης παραμένουν εξαιρετικά χαμηλές υπό το βάρος σοβαρού νομικού και πολιτικού κινδύνου, σύμφωνα με τον Χάνκε. Η ανασφάλεια ως προς τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, οι διαταραχές στις αγορές εισροών, οι έλεγχοι τιμών και συναλλάγματος, καθώς και η κατάρρευση των υποδομών έχουν συνδυαστικά οδηγήσει τον τομέα πολύ κάτω από το δυναμικό παραγωγής του.

Πρόσθεσε ότι υπάρχουν επίσης σημαντικά αποθέματα χρυσού, σιδηρομεταλλεύματος, βωξίτη, άνθρακα, νικελίου και ορισμένων κρίσιμων υλικών, όπως το κολτάν, αλλά, όπως και στη γεωργία, η εξόρυξη αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υποδομών.

Όσον αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Χάνκε ζήτησε τον πλήρη τερματισμό του αμερικανικού εμπάργκο.

Τόνισε ότι η πρώτη άμεση ενέργεια που θα πρέπει να αναλάβουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στη Βενεζουέλα είναι η άρση όλων των κυρώσεων, κάτι που μπορεί να γίνει κυριολεκτικά με μία υπογραφή.

Του Kevin Stocklin

Αναδημοσίευση κατόπιν άδειας από την εφημερίδα The Daily Signal, έκδοση του The Heritage Foundation.

Χτυπημένο ρωσικό δεξαμενόπλοιο στη Μεσόγειο θέτει άμεση απειλή οικολογικής καταστροφής

Επικαιροποιήθηκε στις 18 Μαρτίου 2026

Μία πλειάδα μεσογειακών κρατών, μεταξύ αυτών η Ιταλία και η Γαλλία, ανέφεραν στις 16 Μαρτίου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι εντοπίστηκε ρωσικό δεξαμενόπλοιο, φορτωμένο με υγροποιημένο φυσικό αέριο, να πλέει ακυβέρνητο στη Μεσόγειο. Όπως σημειώθηκε στην καταγγελία, η κατάσταση είναι ιδιαίτερα σοβαρή και απαιτεί άμεση αντιμετώπιση.

Το δεξαμενόπλοιο, που φέρει το όνομα Arctic Metagaz, φέρεται να ανήκει στον λεγόμενο ρωσικό ‘σκιώδη’ στόλο: ένα σύνολο γηρασμένων σκαφών επιφορτισμένων να μεταφέρουν το ρωσικό πετρέλαιο αψηφώντας τις κυρώσεις των ΗΠΑ και ΕΕ. Σύμφωνα με τις ιταλικές αρχές, μεταφέρει περί τους 900 μετρικούς τόνους πετρέλαιο ντίζελ και περί τους 60.000 μετρικούς τόνους υγροποιημένο φυσικό αέριο στις δεξαμενές του, οι οποίες είναι ακόμη άθικτες. Ωστόσο, το σκάφος έχει δεχτεί πλήγμα, ενδεχομένως από μη επανδρωμένη μονάδα, όπως μαρτυρά ένα μεγάλο σκίσιμο που υπάρχει στην αριστερή του πλευρά, το οποίο φάνηκε σε εναέρια βιντεολήψη. Το σημείο εκείνο είναι μαυρισμένο, το σκάφος γέρνει, ενώ μία ρευστή ουσία έχει χυθεί στα νερά γύρω του.

Όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα VesselFinder, το δεξαμενόπλοιο, κατασκευής 2003, αναχώρησε από το ρωσικό λιμάνι Μουρμάνσκ, στον Αρκτικό Ωκεανό. Ως τελευταίο λιμάνι του σημειώνεται το Πορτ Σάιντ, στην Αίγυπτο, στις 30 Ιανουαρίου 2026, ενώ πολλές άλλες πληροφορίες είναι αποκλεισμένες. Προ ημερών, η θέση του σημειώθηκε λίγο έξω από τα χωρικά ύδατα της Μάλτας, προς την ανατολή.

Σύμφωνα με καταγγελία της Ρωσίας, το πλήγμα προήλθε στις 3 Μαρτίου, στα ανοικτά της Λιβύης, από ουκρανικά μη επανδρωμένα σκάφη, τα οποία πυροδοτήθηκαν από τις λιβυκές ακτές. Οι ουκρανικές αρχές δεν ανέλαβαν την ευθύνη, ενώ η λιβυκή Ακτοφυλακή ανέφερε ότι τα αίτια της φωτιάς δεν ήταν ξεκάθαρα. Στο πλοίο επέβαιναν τριάντα ναύτες, οι οποίοι εγκατέλειψαν το πλοίο όταν πήρε φωτιά μετά το χτύπημα και διασώθηκαν από τη λιβυκή Ακτοφυλακή.

Η εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας, Μαρία Ζαχάροβα, επεσήμανε σε ανακοίνωση του υπουργείου ότι σύμφωνα με το Διεθνές Ναυτικό Δίκαιο η ευθύνη για τη διαχείριση της κατάστασης και την αποτροπή της περιβαλλοντικής καταστροφής εναπόκειται στις περιφερειακές χώρες, και ότι το αν θα υπάρξει εμπλοκή του ιδιοκτήτη του πλοίου ή της Ρωσίας λόγω της σημαίας του θα εξαρτηθεί από τις εξελίξεις.

Στις 18 Μαρτίου, η υπηρεσία πολιτικής προστασίας της Ιταλίας, η οποία παρακολουθεί την πορεία του δεξαμενόπλοιου, ανέφερε ότι πλέον εισήλθε στα χωρικά ύδατα της Λιβύης, γεγονός που καθιστά αυτήν τη χώρα υπεύθυνη για τη διαχείριση της κατάστασης.

Με πληροφορίες από CNN, BBC, Reuters

Η Νέα Ζηλανδία απορρίπτει επίσημα τη συνθήκη του ΠΟΥ για τις πανδημίες

Η Νέα Ζηλανδία απέρριψε επίσημα τις τροποποιήσεις των Διεθνών Υγειονομικών Κανονισμών (International Health Regulations – IHR), οι οποίοι καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη-μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) θα διαχειρίζονται μελλοντικές πανδημίες.

Το υπουργείο Υγείας της χώρας περιέγραψε τους IHR ως το κύριο διεθνές νομικό πλαίσιο για την πρόληψη και τον έλεγχο της εξάπλωσης ασθενειών μεταξύ χωρών.

Ο υπουργός Εξωτερικών Γουίνστον Πίτερς ανακοίνωσε την απόφαση μέσω της πλατφόρμας X στις 17 Μαρτίου, επισημαίνοντας ότι το κόμμα του είχε διαχρονικά υποστηρίξει πως κάθε απόφαση που αφορά την υγεία των πολιτών της Νέας Ζηλανδίας πρέπει να λαμβάνεται στο Ουέλινγκτον και όχι στη Γενεύη, προσθέτοντας ότι αγωνίστηκαν εκ μέρους των πολιτών για την πλήρη απόρριψη των συγκεκριμένων τροποποιήσεων, τηρώντας τη δέσμευσή τους να θέσουν τα εθνικά συμφέροντα σε προτεραιότητα, να διατηρήσουν την κυριαρχία στη λήψη αποφάσεων και να αντισταθούν σε παγκοσμιοποιημένους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς.

Ο Πίτερς σημείωσε επίσης ότι η μόνιμη αντιπροσωπεία της Νέας Ζηλανδίας στον ΟΗΕ είχε ενημερώσει τον γενικό διευθυντή του ΠΟΥ για την απόφαση, ενώ η απόρριψη της συνθήκης αποτέλεσε όρο για τη συμμετοχή του κόμματος New Zealand First στον σχηματισμό της σημερινής κυβέρνησης το 2023, μαζί με το κεντροδεξιό Εθνικό Κόμμα και το φιλελεύθερο κόμμα ACT.

Η Νέα Ζηλανδία είναι συμβαλλόμενο μέρος στους IHR από την καθιέρωσή τους το 2005.

Λεπτομέρειες της συνθήκης

Οι νέες τροποποιήσεις του ΠΟΥ εγκρίθηκαν τον Ιούνιο του 2024, ωστόσο δεν ήταν δεσμευτικές για τα κράτη-μέλη, δίνοντας σε όσα διαφωνούσαν τη δυνατότητα να εξαιρεθούν χωρίς να αποχωρήσουν από τον οργανισμό.

Κατά την έγκρισή τους, ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ, Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους, είχε δηλώσει ότι η απόφαση αντανακλά την κοινή επιθυμία των κρατών-μελών να προστατεύσουν τόσο τους δικούς τους πολίτες όσο και τον παγκόσμιο πληθυσμό από τους κοινούς κινδύνους των υγειονομικών κρίσεων και των μελλοντικών πανδημιών, επισημαίνοντας ότι η προσέγγιση βασίζεται στη δέσμευση για ισότητα, στην κατανόηση ότι οι απειλές για την υγεία δεν αναγνωρίζουν εθνικά σύνορα και ότι η προετοιμασία αποτελεί συλλογική προσπάθεια.

Το έγγραφο 62 σελίδων (pdf) εισάγει τον ορισμό της «έκτακτης ανάγκης λόγω πανδημίας», η οποία ενεργοποιεί υποχρεώσεις διεθνούς συνεργασίας. Οι χώρες που θα αποδέχονταν τις τροποποιήσεις θα όφειλαν να αναφέρουν πιθανές υγειονομικές κρίσεις εντός 24 ωρών από τη στιγμή που θα λάμβαναν γνώση, να ανταποκρίνονται σε αιτήματα του ΠΟΥ σε αντίστοιχο χρονικό διάστημα και να διαβουλεύονται με τον οργανισμό για κατάλληλα υγειονομικά μέτρα ακόμη και σε περιπτώσεις που δεν απαιτείται επίσημη ειδοποίηση αλλά ενδέχεται να υφίσταται κίνδυνος.

Παράλληλα, παρέχεται στον γενικό διευθυντή του ΠΟΥ η εξουσία να κηρύσσει καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων των πανδημιών, γεγονός που υποχρεώνει τα κράτη να εφαρμόζουν άμεσες και αποτελεσματικές δημόσιες υγειονομικές παρεμβάσεις, όπως απομόνωση, καραντίνα, εμβολιασμό και θεραπεία.

Ορισμένες διατάξεις επιβάλλουν υποχρεωτικές δεσμεύσεις στα κράτη, όπως η δημιουργία εθνικής αρχής IHR που θα συντονίζει την εφαρμογή των κανονισμών, καθώς και, εφόσον απαιτείται, η προσαρμογή της εσωτερικής νομοθεσίας ή διοικητικής οργάνωσης, ενώ οι κυβερνήσεις υποχρεούνται να αναπτύξουν σχέδια αντιμετώπισης, λαμβάνοντας τεχνική καθοδήγηση από τον ΠΟΥ.

Αντιδράσεις στην ανακοίνωση

Ομάδες όπως το Voice for Freedom και το NZ Doctors Speaking Out with Science (NZDOS) εξέφρασαν τη στήριξή τους στην ανακοίνωση του Πίτερς, με το NZDOS να αποτελεί ένωση επαγγελματιών υγείας που αμφισβητούν την ασφάλεια των εμβολίων κατά της COVID-19.

Από την άλλη πλευρά, η Έλεν Πετούσης-Χάρρις, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Όκλαντ και συνδιευθύντρια του Global Vaccine Data Network, υποστήριξε ότι, αν και ο Πίτερς ορθά τόνισε τη σημασία της εθνικής κυριαρχίας και της διαφάνειας στις διεθνείς συμφωνίες, ο ισχυρισμός ότι η συμφωνία του ΠΟΥ απειλεί αυτή την κυριαρχία δεν συνάδει με το πραγματικό περιεχόμενο του κειμένου. Αντιθέτως, η συνθήκη φροντίζει να επιβεβαιώνει τον έλεγχο των κρατών επί των αποφάσεων δημόσιας υγείας και παρομοιάζοντάς τη με ένα παγκόσμιο σύστημα συναγερμού πυρκαγιάς, με κοινά μέσα και σχέδια διαφυγής, ώστε καμία χώρα να μην αντιμετωπίζει μόνη της μια τέτοια κρίση.

Ο υπουργός Υγείας Σιμεόν Μπράουν δεν έχει σχολιάσει το μέτρο, ενώ ο πρωθυπουργός Κρίστοφερ Λάξον βρίσκεται στο εξωτερικό.

Του Rex Widerstrom

Η Κούβα αντιμέτωπη με γενικευμένη διακοπή ρεύματος και βαθιά ενεργειακή κρίση

Αξιωματούχοι στην Κούβα ανέφεραν τη Δευτέρα γενικευμένη διακοπή ρεύματος σε ολόκληρο το νησί, καθώς η ενεργειακή και οικονομική κρίση βαθαίνει και το ηλεκτρικό δίκτυο συνεχίζει να καταρρέει.

Το υπουργείο Ενέργειας και Μεταλλείων ανέφερε στην πλατφόρμα X ότι σημειώθηκε «πλήρης αποσύνδεση» του ηλεκτρικού συστήματος και ότι διεξάγεται έρευνα, διευκρινίζοντας πως δεν υπήρξαν βλάβες στις μονάδες που λειτουργούσαν τη στιγμή της κατάρρευσης.

Ο αρμόδιος διευθυντής για την ηλεκτρική ενέργεια του υπουργείου, Λάσαρο Γκέρα, δήλωσε σε κρατικά μέσα ότι συνεργεία προσπαθούσαν να επανεκκινήσουν θερμοηλεκτρικούς σταθμούς, κρίσιμους για την αποκατάσταση της ηλεκτροδότησης, επισημαίνοντας ότι η διαδικασία πρέπει να γίνει σταδιακά ώστε να αποφευχθούν νέες αστοχίες, καθώς τα αποδυναμωμένα συστήματα είναι πιο ευάλωτα.

Πρόκειται για το τρίτο μεγάλο μπλακάουτ στην Κούβα μέσα σε τέσσερις μήνες.

Ο Τομάς Νταβίντ Βελάσκες Φελίπε, 61 ετών, κάτοικος Αβάνας, ανέφερε ότι οι συνεχείς διακοπές ρεύματος τον οδηγούν στο συμπέρασμα πως όσοι μπορούν θα πρέπει να εγκαταλείψουν τη χώρα, καθώς το λιγοστό φαγητό που διαθέτουν χαλάει και ο πληθυσμός είναι πλέον πολύ ηλικιωμένος για να συνεχίσει να υποφέρει.

Μέχρι το βράδυ της Δευτέρας, τα κρατικά μέσα μετέδιδαν ότι είχε αποκατασταθεί η ηλεκτροδότηση στο 5% των κατοίκων της Αβάνας, δηλαδή περίπου 42.000 καταναλωτές, καθώς και σε αρκετά νοσοκομεία σε όλο το νησί. Οι αρχές ανέφεραν ότι επόμενη προτεραιότητα είναι ο τομέας των επικοινωνιών, προειδοποιώντας ταυτόχρονα ότι τα περιορισμένα κυκλώματα που έχουν επανέλθει ενδέχεται να καταρρεύσουν εκ νέου.

Κατάρρευση του δικτύου και πολιτικές πιέσεις

Το παλαιωμένο ηλεκτρικό δίκτυο της Κούβας έχει υποστεί σοβαρή φθορά τα τελευταία χρόνια, προκαλώντας καθημερινές διακοπές ρεύματος και συχνότερα γενικευμένα μπλακάουτ. Η κυβέρνηση αποδίδει μέρος της κρίσης σε ενεργειακό αποκλεισμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά την προειδοποίηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ τον Ιανουάριο ότι θα επιβληθούν δασμοί σε χώρες που πωλούν ή παρέχουν πετρέλαιο στην Κούβα.

Η αμερικανική πλευρά ζητά την απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων και τη μετάβαση σε πολιτική και οικονομική φιλελευθεροποίηση ως αντάλλαγμα για άρση των κυρώσεων, ενώ έχει αναφερθεί και στο ενδεχόμενο «φιλικής ανάληψης» της χώρας.

Τη Δευτέρα, ο Τραμπ δήλωσε ότι θεωρεί πιθανό να έχει την «τιμή να αναλάβει την Κούβα», εκτιμώντας ότι θα μπορούσε είτε να την απελευθερώσει είτε να την καταλάβει και χαρακτηρίζοντάς την «πολύ αποδυναμωμένο έθνος».

Σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο και πηγή με γνώση των συνομιλιών μεταξύ Ουάσιγκτον και Αβάνας, οι οποίοι μίλησαν υπό τον όρο της ανωνυμίας, η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει την αποχώρηση του Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ από την εξουσία, χωρίς να διευκρινίζεται ποιος θα μπορούσε να τον διαδεχθεί.

Η επιδίωξη αυτή επιβεβαιώθηκε λίγες ημέρες αφότου ο ίδιος ο Κουβανός πρόεδρος είχε αναγνωρίσει δημοσίως ότι υπήρξαν επαφές με την αμερικανική κυβέρνηση, ενώ η σχετική πληροφορία είχε δημοσιευθεί νωρίτερα την ίδια ημέρα από την εφημερίδα The New York Times.

Ο καθηγητής του American University, Ουίλιαμ ΛεοΓκράντε, ο οποίος παρακολουθεί επί χρόνια την κατάσταση στην Κούβα, σημείωσε ότι το ενεργειακό δίκτυο δεν έχει συντηρηθεί επαρκώς και ότι οι υποδομές του έχουν ξεπεράσει κατά πολύ τη διάρκεια ζωής τους, προσθέτοντας ότι οι τεχνικοί καταφέρνουν με ιδιαίτερη επινοητικότητα να το διατηρούν σε λειτουργία.

Αν μειωθεί δραστικά η κατανάλωση και ενισχυθούν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η χώρα θα μπορούσε να συνεχίσει για κάποιο διάστημα χωρίς εισαγωγές πετρελαίου, προειδοποιώντας ωστόσο ότι αυτό θα συνεπαγόταν διαρκή επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης, πιθανή πλήρη κατάρρευση της οικονομίας και κοινωνικό χάος με ενδεχόμενη μαζική μετανάστευση. Για την επιτάχυνση της ανάπτυξης της ηλιακής ενέργειας, πρόσθεσε ότι θα απαιτηθεί σημαντική αύξηση της υποστήριξης από άλλες χώρες, κυρίως την Κίνα.

Ο Ντίας-Κανέλ δήλωσε την Παρασκευή ότι η χώρα δεν έχει λάβει αποστολές πετρελαίου επί τρεις μήνες και λειτουργεί με ηλιακή ενέργεια, φυσικό αέριο και θερμοηλεκτρικούς σταθμούς, ενώ ανέφερε ότι έχουν αναβληθεί χειρουργικές επεμβάσεις για δεκάδες χιλιάδες πολίτες.

Επιπτώσεις στην καθημερινότητα

Η Γιαϊμισέλ Σάντσες Πένια, 48 ετών, δήλωσε ότι τα τρόφιμα που αγοράζει με χρήματα που της στέλνει ο γιος της από τις Ηνωμένες Πολιτείες χαλάνε συνεχώς, προσθέτοντας ότι οι διακοπές ρεύματος επηρεάζουν σοβαρά και τη 72χρονη μητέρα της, η οποία υποφέρει καθημερινά.

Παρόμοια εικόνα περιέγραψε και η 71χρονη Μερσέντες Βελάσκες, η οποία ανέφερε ότι περιμένουν να δουν τι θα συμβεί, σημειώνοντας ότι αναγκάστηκε να μοιράσει μέρος φαγητού όσο ήταν ακόμη φρέσκο για να μη χαλάσει, καθώς τα πάντα αλλοιώνονται.

Μία εκτεταμένη διακοπή ρεύματος πριν από περίπου μία εβδομάδα έπληξε τη δυτική Κούβα, αφήνοντας εκατομμύρια χωρίς ρεύμα, ενώ ακόμη ένα είχε σημειωθεί στις αρχές Δεκεμβρίου. Οι κρίσιμες αποστολές πετρελαίου από τη Βενεζουέλα διακόπηκαν μετά από ενέργειες των Ηνωμένων Πολιτειών στις αρχές Ιανουαρίου και τη σύλληψη του τότε προέδρου της χώρας, Νικολάς Μαδούρο.

Παρότι η Κούβα παράγει περίπου το 40% του πετρελαίου της και καλύπτει μέρος των ενεργειακών της αναγκών, αυτό δεν επαρκεί, καθώς το ηλεκτρικό δίκτυο συνεχίζει να καταρρέει. Ο ΛεοΓκράντε επισήμανε ότι η κυβέρνηση δεν διαθέτει επαρκές συνάλλαγμα για την εισαγωγή ανταλλακτικών ή την αναβάθμιση των εγκαταστάσεων, κάνοντας λόγο για έναν συνδυασμό παραγόντων που οδηγεί σε κατάρρευση, ενώ πρόσθεσε ότι η χρήση βαρέος πετρελαίου στους θερμοηλεκτρικούς σταθμούς επιταχύνει τη διάβρωση του εξοπλισμού.

Ο αναπληρωτής πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικού Εμπορίου και Ξένων Επενδύσεων, Όσκαρ Πέρες-Ολίβα Φράγα, δήλωσε ότι η Κούβα παραμένει ανοικτή σε εμπορικές συναλλαγές με αμερικανικές εταιρείες, παρά τους περιορισμούς του εμπάργκο, και ότι προωθούνται νέα μέτρα για την ενίσχυση της οικονομίας.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η δυνατότητα για Κουβανούς του εξωτερικού να γίνουν εταίροι ή ιδιοκτήτες ιδιωτικών επιχειρήσεων και να συμμετέχουν σε μεγάλης κλίμακας έργα, όπως υποδομές, καθώς και να συνεργάζονται με κρατικές και ιδιωτικές οντότητες.

Παράλληλα, ανέφερε ότι θα παραχωρηθεί γη υπό καθεστώς επικαρπίας για την ανάπτυξη έργων και ότι οι Κουβανοί του εξωτερικού θα μπορούν να ανοίγουν τραπεζικούς λογαριασμούς σε ξένο νόμισμα σε κουβανικές τράπεζες, διευκολύνοντας τις συναλλαγές.

Πηγή: The Associated Press

Ο Τραμπ αναβάλλει την επίσκεψη στην Κίνα λόγω του πολέμου στο Ιράν

Καθώς ο πόλεμος στο Ιράν συνεχίζεται, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι επιδιώκει την αναβολή της προγραμματισμένης συνάντησης με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ κατά περίπου έναν μήνα, επικαλούμενος την ανάγκη να παραμείνει στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όπως ανέφερε στις 16 Μαρτίου, από τον Λευκό Οίκο, θα επιθυμούσε να επισκεφθεί το Πεκίνο και οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε επικοινωνία με την Κίνα, ωστόσο, λόγω του πολέμου στο Ιράν, θεωρεί απαραίτητη την παρουσία του στη χώρα. Σημείωσε ότι έχει ζητηθεί μια μηνιαία αναβολή της συνάντησης και ότι προσβλέπει στη μελλοντική πραγματοποίησή της. Η σύνοδος αρχικά είχε προγραμματιστεί να διεξαχθεί στο Πεκίνο από τις 31 Μαρτίου έως τις 2 Απριλίου.

Ο Τραμπ σημείωσε ότι η κυβέρνησή του διατηρεί πολύ καλή σχέση με την Κίνα, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η απόφαση για αναβολή δεν αποτελεί τακτική ούτε εξυπηρετεί κάποια σκοπιμότητα, αλλά σχετίζεται με την πραγματικότητα ενός εν εξελίξει πολέμου και την ανάγκη να βρίσκεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Διευκρίνισε ότι η καθυστέρηση ενδέχεται να είναι περιορισμένη.

Στο πλαίσιο των αμερικανικών επιχειρήσεων στο Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει καλέσει την Κίνα να στηρίξει τις προσπάθειες για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, τα οποία έχει κλείσει το Ιράν για τα αμερικανικά και συμμαχικά τους πλοία. Ωστόσο, μέχρι στιγμής το Πεκίνο δεν έχει ανταποκριθεί άμεσα.

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ, διευκρίνισε στις 16 Μαρτίου ότι η αναβολή της συνάντησης δεν συνδέεται με την ανταπόκριση της Κίνας στο αίτημα των ΗΠΑ για τα Στενά. Σε συνέντευξή του στο CNBC από το Παρίσι, ανέφερε ότι τυχόν καθυστέρηση θα οφείλεται σε ζητήματα εφοδιασμού και όχι ως απαίτηση προς την Κίνα να αναλάβει την αστυνόμευση της περιοχής, προσθέτοντας ότι οποιαδήποτε αναπροσαρμογή του προγράμματος θα γίνει καθαρά για οργανωτικούς λόγους.

Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, ανέφερε επίσης ότι οι ημερομηνίες ενδέχεται να αλλάξουν, τονίζοντας ότι, ως αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, η βασική προτεραιότητα του προέδρου είναι η διασφάλιση της συνέχισης της επιχείρησης «Epic Fury».

Το Ιράν επιχείρησε να διαταράξει τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται περίπου το 1/5 της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου και τα οποία είναι κρίσιμης σημασίας για τις ενεργειακές εισαγωγές της Κίνας. Οι εξελίξεις προκάλεσαν έντονες ανησυχίες για τις διεθνείς αγορές, με το πετρέλαιο Brent να διαμορφώνεται στις 16 Μαρτίου περίπου στα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ σε επόμενη φάση οι τιμές έφθασαν τα 106 δολάρια.

Εκτός από την Κίνα. ο Τραμπ κάλεσε και άλλες χώρες που εξαρτώνται από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό να συμβάλουν στην ασφάλειά της, σημειώνοντας ότι είναι εύλογο όσοι επωφελούνται από τα Στενά να βοηθήσουν ώστε να αποτραπούν αρνητικές εξελίξεις. Συγκεκριμένα, ζήτησε από κράτη να αποστείλουν πολεμικά πλοία για τη συνοδεία εμπορικών πλοίων στην περιοχή, αναφέροντας ότι ορισμένες χώρες έχουν ήδη εκφράσει έντονη προθυμία να συμμετάσχουν, ενώ άφησε να εννοηθεί ότι άλλες ενδέχεται να τον απογοητεύσουν.

Σε ανάρτησή του στις 15 Μαρτίου, κατονόμασε την Κίνα, τη Γαλλία, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και το Ηνωμένο Βασίλειο ως χώρες από τις οποίες προσδοκά στήριξη. Ωστόσο, σύμφωνα με τον πολιτικό αναλυτή και ειδικό σε θέματα Κίνας, Γκόρντον Τσανγκ (Gordon Chang), το Πεκίνο είναι απίθανο να ανταποκριθεί, εκτιμώντας ότι αν δεν επιβληθεί ουσιαστικό κόστος στην Κίνα, δεν πρόκειται να βοηθήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες στο ζήτημα του Ιράν.

Από την πλευρά του Πεκίνου, ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Λιν Τζιαν απέφυγε να απαντήσει ευθέως στο αίτημα των ΗΠΑ. Αναγνώρισε την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ και κάλεσε όλα τα μέρη να σταματήσουν άμεσα τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, χωρίς να αναφερθεί στην αποστολή πολεμικών πλοίων. Σε σχετική ερώτηση για το εάν η Κίνα έχει λάβει αίτημα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, επανέλαβε ότι το Πεκίνο διατηρεί επικοινωνία με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη σχετικά με την κατάσταση στο Ιράν. Σχετικά με την πιθανή αναβολή της συνάντησης, ο Λιν ανέφερε ότι το Πεκίνο διατηρεί επικοινωνία με την Ουάσιγκτον για την επίσκεψη του Αμερικανού προέδρου.

Ο καθηγητής πολιτικών επιστημών και διεθνών σπουδών στο Πανεπιστήμιο St. Thomas στο Χιούστον, Γε Γιαο-Γιουάν (Yeh Yao-Yuan), δήλωσε ότι η Κίνα δεν είναι βέβαιη για το πώς θα εξελιχθεί το Ιράν μετά το τέλος του πολέμου, εκτιμώντας ότι το Πεκίνο ελπίζει πως η Τεχεράνη θα παραμείνει προσανατολισμένη προς την Κίνα και δεν θα στραφεί προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Τσανγκ εκτιμά ότι εάν η Κίνα θεωρεί πως ο Τραμπ επικρατεί στον πόλεμο, ενδέχεται να μην επιθυμεί την παρουσία του στο Πεκίνο, υπογραμμίζοντας ότι υπάρχει διστακτικότητα. Παράλληλα, υπήρξαν εκτιμήσεις ότι η σύνοδος ενδέχεται να επηρεαστεί από τα κοινά στρατιωτικά πλήγματα ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν, τα οποία οδήγησαν στον θάνατο του ηγέτη του καθεστώτος, Αλί Χαμενεΐ. Πρόκειται για τη δεύτερη φορά μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες που πλήττεται καθεστώς φιλικό προς το Πεκίνο, μετά τη σύλληψη του ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, τον Ιανουάριο.

Σε συνέντευξη Τύπου, την 1η Μαρτίου, ο κορυφαίος διπλωμάτης της Κίνας Ουάνγκ Γι είχε δηλώσει ότι ο πόλεμος στο Ιράν δεν θα επηρεάσει την επικείμενη σύνοδο, υπογραμμίζοντας τη σημασία της διατήρησης υψηλού επιπέδου επαφών μεταξύ Πεκίνου και Ουάσιγκτον. Χαρακτήρισε τον πόλεμο ως εξέλιξη που δεν θα έπρεπε να είχε συμβεί, αποφεύγοντας να κατονομάσει τις Ηνωμένες Πολιτείες, σε μια προσπάθεια να μην επιδεινωθούν περαιτέρω οι διμερείς σχέσεις.

Σύμφωνα με πληροφορίες από πηγές στην Κίνα που είχαν μιλήσει στην εφημερίδα The Epoch Times, το κινεζικό καθεστώς είχε υποτιμήσει την πιθανότητα αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης στο Ιράν. Ο Τσανγκ εκτίμησε ότι η Κίνα ήδη εκτοπίζεται από τη Μέση Ανατολή λόγω των κινήσεων του Τραμπ, σημειώνοντας ότι η κατάσταση δεν είναι ευνοϊκή για το Πεκίνο, καθώς το Ιράν αποτελούσε τον βασικό του σύμμαχο στην περιοχή και οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να τον αποδυναμώσουν.

Την ίδια περίοδο, η Γερουσία των ΗΠΑ μπλόκαρε μέτρα που αποσκοπούσαν στον περιορισμό των στρατιωτικών ενεργειών του προέδρου κατά του Ιράν.

Των Emel Akan, Dorothy Li και Kimberly Hayek

Ασαφές το μοτίβο των επιθέσεων στα Στενά του Ορμούζ, σύμφωνα με τη Lloyd’s

Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, δήλωσε στις 16 Μαρτίου ότι τα Στενά του Ορμούζ, μια στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδός κρίσιμη για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως, είναι κλειστά για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και τους συμμάχους τους, αλλά παραμένουν ανοικτά για άλλες χώρες.

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, ανέφερε ότι οι Αμερικανοί ζητούν από άλλες χώρες να συνδράμουν ώστε τα Στενά να παραμείνουν ανοικτά, σημειώνοντας ότι, από την οπτική της Τεχεράνης, αυτά είναι ήδη ανοικτά και διευκρινίζοντας ότι είναι κλειστά μόνο για τους εχθρούς του Ιράν, δηλαδή για όσους προχώρησαν σε επιθετικές ενέργειες κατά της χώρας και για τους συμμάχους τους.

Οι δηλώσεις αυτές έγιναν μετά την έκκληση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, για τη συγκρότηση συμμαχίας χωρών που έχουν επηρεαστεί από τις επιθέσεις του ιρανικού καθεστώτος σε πλοία, προκειμένου να συμμετάσχουν σε περιπολίες στα Στενά.

Η Lloyd’s List Intelligence, η οποία εκδίδει ναυτιλιακές αναλύσεις από το 1734, ανέφερε σε ανάλυση της 16ης Μαρτίου ότι οι επιθέσεις του Ιράν σε πλοία δεν παρουσιάζουν σαφή μοτίβο. Οι επιθέσεις σε πλοία εντός και γύρω από τα Στενά του Ορμούζ φαίνεται να είναι τυχαίες και προσανατολισμένες περισσότερο στη διατάραξη της ναυσιπλοΐας παρά στη στόχευση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών ή εθνικών ταυτοτήτων.

Η Lloyd’s ανέφερε ότι εξέτασε την ιδιοκτησία, τη διαχείριση και το εμπορικό ιστορικό καθενός από τα δεκαέξι πλοία που επλήγησαν στον Περσικό Κόλπο, στα Στενά του Ορμούζ και στον Κόλπο του Ομάν από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου. Ένα από τα πλοία που δέχθηκαν πυρά ήταν ρυμουλκό που διαχειρίζεται η Abu Dhabi Ports και είχε αποσταλεί για να βοηθήσει πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων που είχε πληγεί από πύραυλο στα Στενά.

Στην ανάλυση σημειώνεται ότι από τα υπόλοιπα δεκαπέντε πλοία, τα οκτώ ήταν πλήρως ή μερικώς φορτωμένα, ενώ τα επτά βρίσκονταν σε κατάσταση έρματος, γεγονός που δείχνει ότι οι ιρανικές επιθέσεις δεν στοχεύουν συγκεκριμένα πλοία με βάση το φορτίο τους. Η κατάσταση έρματος υποδηλώνει απουσία φορτίου και την ύπαρξη μόνο πρόσθετου βάρους για λόγους σταθερότητας.

Από τα πλοία που δέχθηκαν επιθέσεις, τα δώδεκα έφεραν διαφορετικές σημαίες και μόνο ένα έφερε σημαία των ΗΠΑ. Ωστόσο, ο συντάκτης της ανάλυσης επεσήμανε ότι καθώς χώρες αρχίζουν να διαπραγματεύονται με το Ιράν για την ασφαλή διέλευση των πλοίων τους από τα Στενά, ενδέχεται να προκύψει στο μέλλον μια προσέγγιση αξιολόγησης κινδύνου με βάση την εθνική ταυτότητα των πλοίων.

Ο Αραγτσί δήλωσε στο CBS, στις 15 Μαρτίου, ότι την Τεχεράνη έχουν προσεγγίσει αρκετές χώρες που επιδιώκουν να εξασφαλίσουν ασφαλή διέλευση για τα πλοία τους από τη στρατηγική αυτή θαλάσσια οδό, διευκρινίζοντας ότι οι αποφάσεις θα ληφθούν από τον ιρανικό στρατό. Σημείωσε ότι οι ιρανικές δυνάμεις έχουν ήδη επιτρέψει σε μια ομάδα πλοίων από διάφορες χώρες να περάσουν από τα Στενά, χωρίς ωστόσο να κατονομάσει τις χώρες αυτές, επισημαίνοντας ότι η χώρα του είναι ανοιχτή σε συζητήσεις με κράτη που επιθυμούν να διασφαλίσουν τη διέλευση των πλοίων τους.

Έκκληση Τραμπ για βοήθεια

Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 15 Μαρτίου ότι ζήτησε από περίπου επτά χώρες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό να συμβάλουν στην ασφάλειά της. Είχε προηγουμένως κατονομάσει την Κίνα, τη Γαλλία, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και το Ηνωμένο Βασίλειο ως χώρες από τις οποίες προσδοκά την ανάπτυξη πλοίων, ενώ οι αμερικανικές δυνάμεις συνεχίζουν να στοχεύουν ό,τι απομένει από τις ναυτικές δυνατότητες του Ιράν. Η έκκληση Τραμπ έτυχε στήριξης από ορισμένες χώρες, ενώ άλλες την απέρριψαν.

Στις 16 Μαρτίου, ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Κηρ Στάρμερ, δήλωσε ότι η Ντάουνινγκ Στριτ συνεργάζεται με συμμάχους στην Ευρώπη και στην περιοχή του Κόλπου για την εκπόνηση σχεδίου επαναλειτουργίας της θαλάσσιας οδού, χωρίς όμως να δεσμευτεί για αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων.

Την ίδια ημέρα, η επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Κάγια Κάλλας, ανέφερε ότι οι υπουργοί θα εξετάσουν πιθανές συνεισφορές από τη ναυτική αποστολή Aspides της Ένωσης, επισημαίνοντας ότι οποιαδήποτε επιχείρηση θα εξαρτηθεί από τη βούληση των κρατών-μελών.

Η Ισπανία δήλωσε ότι δεν θα συμμετάσχει σε καμία στρατιωτική αποστολή στην περιοχή, καθώς θεωρεί τον πόλεμο με το Ιράν παράνομο.

Η Αυστραλία απέκλεισε, επίσης, το ενδεχόμενο αποστολής ναυτικών δυνάμεων.

Της Victoria Friedman

Με τη συμβολή των Evgenia Filimianova και Aldgra Fredly και πληροφορίες από το Reuters