Παρασκευή, 24 Απρ, 2026

Ασφάλεια αποθεμάτων πετρελαίου διαβεβαιώνει o ΙΕΑ εν μέσω κρίσης στα Στενά του Ορμούζ

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (International Energy Agency – IEA) ανακοίνωσε στις 16 Μαρτίου ότι διαθέτει άφθονα αποθέματα πετρελαίου για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, καθώς οι εντάσεις εντείνονται λόγω της σύγκρουσης μεταξύ Ιράν, Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ.

Ο εκτελεστικός διευθυντής του ΙΕΑ, Φατίχ Μπιρόλ, δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου στο Παρίσι ότι μετά την απελευθέρωση περίπου 400 εκατομμυρίων βαρελιών, η οποία ξεκίνησε στις 11 Μαρτίου, το συνολικό απόθεμα υπερβαίνει τα 1,4 δισεκατομμύρια βαρέλια.

«Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να προχωρήσουμε και σε περαιτέρω δράσεις, εφόσον χρειαστεί», ανέφερε χαρακτηριστικά. Ο Μπιρόλ τόνισε ότι ο συνεχιζόμενος πόλεμος έχει ήδη προκαλέσει τη μεγαλύτερη διακοπή προσφοράς στην ιστορία της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου: «Ο όγκος του πετρελαίου που έχει πλέον τεθεί εκτός κυκλοφορίας ξεπερνά ακόμη και το επίπεδο των απωλειών της πετρελαϊκής κρίσης του 1973, καθώς και κάθε μεγάλο σοκ από τότε».

Προσέθεσε δε ότι αυτές οι αναταράξεις επηρεάζουν και τις παγκόσμιες προμήθειες υγροποιημένου φυσικού αερίου, δημιουργώντας σοβαρούς κινδύνους για την ενεργειακή ασφάλεια, την οικονομική προσιτότητα και την παγκόσμια οικονομία.

Ωστόσο, ο Μπιρόλ διαβεβαίωσε ότι οι ενέργειες που υιοθέτησε ήδη ο ΙΕΑ, και ειδικότερα η άνευ προηγουμένου απελευθέρωση αποθεμάτων στις 11 Μαρτίου, είχαν σημαντικό αντίκτυπο στις αγορές. «Οι τιμές του πετρελαίου σήμερα είναι σημαντικά χαμηλότερες σε σχέση με πριν από μία εβδομάδα», παρατήρησε, προειδοποιώντας ωστόσο πως η απελευθέρωση αποθεμάτων μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση αλλά δεν αποτελεί βιώσιμη λύση.

«Το σημαντικότερο για την επιστροφή στη σταθερή ροή πετρελαίου και φυσικού αερίου είναι η επανέναρξη της ναυσιπλοΐας διαμέσου των Στενών του Ορμούζ», υπογράμμισε. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει εντείνει τις πιέσεις προς τους συμμάχους της Ουάσιγκτον για να διασφαλίσουν τη ζωτικής σημασίας αυτή θαλάσσια οδό, από την οποία διέρχεται το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου. Στις 15 Μαρτίου, ο Τραμπ δήλωσε πως κάλεσε επτά περίπου χώρες που εξαρτώνται από τη θαλάσσια αυτή δίοδο να συνδράμουν στην προστασία της.

Την επομένη, ο Αμερικανός πρόεδρος εξέφρασε την ελπίδα ότι η Κίνα, η Γαλλία, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και το Ηνωμένο Βασίλειο θα αποστείλουν πλοία για τη φύλαξη του πορθμού, ενώ οι αμερικανικές δυνάμεις συνεχίζουν να στοχεύουν τα εναπομείναντα ναυτικά μέσα του Ιράν.

Ωστόσο, μέχρι σήμερα, η Γερμανία, η Ισπανία και η Ιταλία απορρίπτουν τη συμμετοχή σε οποιαδήποτε αποστολή στον Κόλπο, τουλάχιστον προς το παρόν. Άλλες χώρες, ανάμεσά τους η Βρετανία και η Δανία, δήλωσαν ότι εξετάζουν τρόπους συνδρομής, δίνοντας όμως έμφαση στην ανάγκη αποκλιμάκωσης και αποφυγής περαιτέρω εμπλοκής στη σύγκρουση.

Όσον αφορά τις τιμές του πετρελαίου, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για το Brent άγγιξαν υψηλό 106,50 δολαρίων ανά βαρέλι στην απογευματινή διαπραγμάτευση της 15ης Μαρτίου, αφού στις 8 Μαρτίου είχαν φτάσει σχεδόν τα 120 δολάρια, για να υποχωρήσουν στα χαμηλά των 80 δολαρίων στις 10 του ίδιου μήνα.

Ακολούθησε νέα άνοδος, με το Brent να κλείνει στα 103,89 δολάρια στις 13 Μαρτίου· στις 15 Μαρτίου έφτασε ξανά τα 106,50 προτού υποχωρήσει στα 103,93 δολάρια στις 9:55 μ.μ. (ώρα Ανατολικών ΗΠΑ). Σήμερα, 16 Μαρτίου, η τιμή έκλεισε στα 101,50 δολάρια το βαρέλι στις 11:35 μ.μ. (ώρα Ανατολικών ΗΠΑ).

Παρά τη πρόσφατη αποκλιμάκωση των τιμών, το τμήμα ανάλυσης της ING Bank, INGthink, θεωρεί ότι οι παρεμβάσεις του ΙΕΑ δεν αρκούν για να αποκαταστήσουν πλήρως το έλλειμμα στην αγορά πετρελαίου που προκάλεσε ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ. Η INGthink χαρακτήρισε την απελευθέρωση των 400 εκατομμυρίων βαρελιών από τον ΙΕΑ ως προσωρινό μέτρο, σημειώνοντας ότι επαρκεί για λίγο περισσότερο από 25 ημέρες διακοπής ροής, με τα αποθέματα να προωθούνται στην αγορά με βραδύτερο ρυθμό.

Όπως σχολίασαν: «Αν και αναμένεται να υπάρξει αύξηση προσφοράς, ειδικά από τις ΗΠΑ, κάτι τέτοιο θα είναι πολύ αργά και σε ανεπαρκή ποσότητα. Η επιπλέον προσφορά από τις Ηνωμένες Πολιτείες θα χρειαστεί τουλάχιστον έξι μήνες για να τεθεί σε λειτουργία και ο όγκος θα καλύψει μόνο ένα μικρό μέρος των απωλειών που παρατηρούνται σήμερα».

Το INGthink εκτιμά ότι, στη χειρότερη περίπτωση, οι ροές ενέργειας ενδέχεται να έχουν σχεδόν διακοπεί μέχρι το τέλος Μαΐου, με σταδιακή ανάκαμψη μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου και τις τιμές του πετρελαίου να ενδέχεται να φτάσουν ιστορικά υψηλά. Τονίζουν ότι οι τιμές ίσως χρειαστεί να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα για να σταθεροποιηθεί η αγορά μέσω της καταστροφής ζήτησης, δεδομένων των περιορισμένων δυνατοτήτων αύξησης της προσφοράς.

Η ΕΕ εξετάζει κινήσεις για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ

Οι υπουργοί Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνεδρίασαν στις Βρυξέλλες στις 16 Μαρτίου, με αιχμή τις διεθνείς επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν και κυρίαρχο θέμα το de facto κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.

Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εντείνει τις πιέσεις προς τους συμμάχους για την ασφάλεια της κρίσιμης ναυτιλιακής αρτηρίας, από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.

Ο Τραμπ δήλωσε στις 15 Μαρτίου: «Έχω ζητήσει από περίπου επτά χώρες που εξαρτώνται από το πέρασμα να συνεισφέρουν στην προστασία του». Την προηγουμένη είχε αναφέρει: «Ελπίζω η Κίνα, η Γαλλία, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα και το Ηνωμένο Βασίλειο να αποστείλουν πλοία προκειμένου να συνδράμουν στην επιτήρηση των Στενών του Ορμούζ, ενώ οι αμερικανικές δυνάμεις συνεχίζουν να στοχεύουν ό,τι απομένει από τις ναυτικές δυνατότητες του Ιράν».

Πριν από τη σύνοδο της 16ης Μαρτίου, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλλας, δήλωσε ότι «η Ένωση εξετάζει τρόπους για την αποκατάσταση της θαλάσσιας κυκλοφορίας στα Στενά». Η Κάλλας ανέφερε ότι είχε συνομιλήσει με τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, για το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας θαλάσσιας διευθέτησης στα πρότυπα της συμφωνίας εξαγωγής σιτηρών στη Μαύρη Θάλασσα, προκειμένου να επανεκκινήσουν οι μεταφορές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Όπως εξήγησε, «η συμφωνία στη Μαύρη Θάλασσα ήταν μια πολεμική συμφωνία που επέτρεψε στην Ουκρανία να εξάγει τρόφιμα με ασφάλεια παρά τον ναυτικό αποκλεισμό της Ρωσίας. Με τη μεσολάβηση του 2022, δημιουργήθηκε προστατευμένος θαλάσσιος διάδρομος από τα ουκρανικά λιμάνια στη Μαύρη Θάλασσα».

Η Κάλλας υπογράμμισε ότι «το κλείσιμο του Ορμούζ εγκυμονεί κινδύνους πολύ ευρύτερους από τις αγορές ενέργειας» και προειδοποίησε πως διακυβεύεται και η εξαγωγή λιπασμάτων. «Εάν υπάρξει έλλειψη λιπασμάτων φέτος, θα αντιμετωπίσουμε και επισιτιστική κρίση του χρόνου», τόνισε.

Οι Ευρωπαίοι υπουργοί επρόκειτο επίσης να εξετάσουν το ενδεχόμενο διεύρυνσης της ευρωπαϊκής ναυτικής αποστολής Aspides, η οποία σήμερα προστατεύει πλοία από επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα. Όπως σημείωσε η Κάλλας, «οποιαδήποτε απόφαση απαιτεί συναίνεση των κρατών-μελών».

Παγκόσμια αντίδραση

O Βρετανός πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ συζήτησε τις επιπτώσεις του διαρκούς αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ στη διεθνή ναυτιλία και το ζήτημα της επαναλειτουργίας του περάσματος με τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Καναδό πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϋ, όπως ανακοίνωσε η Ντάουνινγκ Στρητ στις 15 Μαρτίου.

Ο Στάρμερ δήλωσε σε συνέντευξη, στις 16 Μαρτίου: «Το Λονδίνο συνεργάζεται με άλλες χώρες, ευρωπαϊκών συμπεριλαμβανομένων, για να διαμορφώσει ένα ρεαλιστικό, συλλογικό σχέδιο επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ. Τελικά, οφείλουμε να ανοίξουμε τα Στενά του Ορμούζ ώστε να διασφαλιστεί η σταθερότητα στην αγορά. Αυτό, όμως, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Συνεργαζόμαστε με όλους τους συμμάχους μας, συμπεριλαμβανομένων των Ευρωπαίων εταίρων, ώστε να συγκροτηθεί ένα εφαρμόσιμο και συλλογικό σχέδιο για την ταχεία αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στην περιοχή και τον περιορισμό των οικονομικών συνεπειών». Επεσήμανε ότι δεν έχουν ληφθεί αποφάσεις και ξεκαθάρισε πως κάθε ενέργεια θα χρειαστεί την ευρύτερη δυνατή συναίνεση, ενώ διευκρίνισε ότι οι συζητήσεις συνεχίζονται και πως το ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο των επαφών του με τον Τραμπ.

Κάποιες από τις σύμμαχες χώρες των ΗΠΑ εμφανίζονται απρόθυμες να στείλουν ναυτικές δυνάμεις. Η πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Σανάε Τακαΐτσι, είπε στη Βουλή στις 16 Μαρτίου πως «η Ιαπωνία δεν έχει λάβει απόφαση για αποστολή πλοίων, επικαλούμενη συνταγματικούς περιορισμούς». Η Αυστραλία δήλωσε ότι δεν θα στείλει το πολεμικό της ναυτικό, ενώ η Νότια Κορέα σημείωσε ότι εξετάζει προσεκτικά το αίτημα του Τραμπ.

ΝΑΤΟ

Ο Τραμπ προειδοποίησε επίσης το μέλλον του ΝΑΤΟ είναι δυσοίωνο, εάν τα κράτη-μέλη του δεν συνδράμουν τις ΗΠΑ για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Σε συνέντευξή του στους Financial Times, στις 15 Μαρτίου, υπέδειξε πως οι σύμμαχοι θα μπορούσαν να βοηθήσουν στέλνοντας ναρκαλιευτικά, επισημαίνοντας ότι «το Ιράν τοποθετεί νάρκες στη θάλασσα προκαλώντας ενόχληση».

Ευρωπαίοι αξιωματούχοι ανέφεραν στις 16 Μαρτίου ότι το ΝΑΤΟ δύσκολα μπορεί να έχει ενεργό ρόλο στην ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ, καθώς ο θαλάσσιος αυτός διάδρομος υπάγεται εκτός της επίσημης γεωγραφικής περιοχής δράσης της Συμμαχίας.

Η Κάλλας δήλωσε: «Παρότι υπήρξαν επαφές με το ΝΑΤΟ, η επιχειρησιακή δράση στον Περσικό Κόλπο είναι εκτός των αρμοδιοτήτων του», προσθέτοντας ότι «δεν υπάρχει καμία χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ στα Στενά του Ορμούζ».

Αντίστοιχα, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Γιόχαν Βάντεφουλ, δήλωσε στις 16 Μαρτίου: «Δεν έχω δει καμία ένδειξη ότι η Συμμαχία έχει λάβει οποιαδήποτε απόφαση επί του ζητήματος ή ότι θα αναλάβει ευθύνες για το πέρασμα», τονίζοντας πως μια τέτοια ενέργεια θα απαιτούσε ξεχωριστή πολιτική εντολή.

Ο Βάντεφουλ, που είχε μόλις επιστρέψει από περιοδεία στη Μέση Ανατολή, περιέγραψε τους ηγέτες της περιοχής ως ιδιαίτερα ανήσυχους για τις ιρανικές επιθέσεις σε χώρες που δεν είναι άμεσα εμπλεκόμενες στις αμερικανοϊσραηλινές επιχειρήσεις. Κάλεσε Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ να καταστήσουν σαφές πότε θα θεωρήσουν ότι έχουν επιτύχει τους στρατιωτικούς τους στόχους, εκτιμώντας ότι κάτι τέτοιο θα επέτρεπε τη χάραξη ενός ευρύτερου πλαισίου περιφερειακής ασφάλειας με τη συμμετοχή γειτονικών κρατών αλλά και της ίδιας της Τεχεράνης.

Ο Βάντεφουλ τόνισε πως «το Ιράν αποτελεί σημαντική απειλή για τη σταθερότητα της περιοχής και το παγκόσμιο εμπόριο», και πρότεινε την επιβολή κυρώσεων σε όσους ευθύνονται για τον αποκλεισμό του πορθμού. Προειδοποίησε ακόμη πως ενδεχόμενες διακοπές της ναυσιπλοΐας στον Κόλπο θα μπορούσαν να οδηγήσουν και σε άνοδο των τιμών τροφίμων παγκοσμίως, λόγω διακίνησης λιπασμάτων από την περιοχή.

Ομοίως, ο Κηρ Στάρμερ σχολίασε πως «το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ ουδέποτε θεωρήθηκε αποστολή του ΝΑΤΟ και απαιτεί μια συμμαχία εταίρων».

Τραμπ: Αρκετές χώρες θα στείλουν πολεμικά πλοία στα Στενά του Ορμούζ

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε ότι αρκετές χώρες πρόκειται να αποστείλουν πολεμικά πλοία για να συνδράμουν το αμερικανικό ναυτικό στη συνοδεία εμπορικών πλοίων μέσω των Στενών του Ορμούζ. Ωστόσο, εξέφρασε την απογοήτευσή του διότι βασικές χώρες του ΝΑΤΟ, και κυρίως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γερμανία, δεν έχουν ανταποκριθεί στο κάλεσμά του για κοινή επιχείρηση.

«Πολλές χώρες μού έχουν πει ότι είναι καθ’ οδόν», ανέφερε ο Τραμπ κατά τη διάρκεια γεύματος στο Trump-Kennedy Center for the Performing Arts. «Κάποιες είναι ιδιαίτερα ενθουσιώδεις. Μερικές από αυτές είναι χώρες που έχουμε βοηθήσει επί πολλά χρόνια».

Ο Τραμπ σημείωσε ότι ο Βρετανός πρωθυπουργός, Κηρ Στάρμερ, αρνήθηκε το αίτημά του να σταλούν δύο βρετανικά αεροπλανοφόρα στη Θάλασσα της Αραβίας ή στην ανατολική Μεσόγειο, ενώ αντιθέτως ο Γάλλος πρόεδρος, Εμμανουέλ Μακρόν, υπήρξε περισσότερο συνεργάσιμος: «Σε κλίμακα 0-10, θα έλεγε πως ήταν στο 8», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Σε ερώτηση για το ποιες χώρες έχουν δεσμευτεί να στείλουν πλοία, ο Τραμπ απέφυγε να δώσει λεπτομέρειες: «Δεν θα πω ακόμη, αλλά σύντομα θα κάνουμε ανακοινώσεις. Πρέπει να πω ότι υπάρχουν μερικές χώρες με πραγματικό ενθουσιασμό. Ήδη ξεκίνησαν να φτάνουν. Ξέρετε, παίρνει λίγο χρόνο να φτάσουν εκεί».

Υπογράμμισε, επίσης, πως οι ΗΠΑ μπορούν να διαχειριστούν την κατάσταση μόνες τους, αλλά αυτό που θέλει να δει είναι η αντίδραση των άλλων χωρών: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να το κάνουν μόνες τους. Δεν χρειαζόμαστε κανέναν. Είμαστε το ισχυρότερο έθνος στον κόσμο», τόνισε, παρατηρώντας: «Εδώ και χρόνια λέω πως αν ποτέ τους χρειαζόμασταν πραγματικά, δεν θα μας παραστέκονταν».

Στις 15 Μαρτίου, ο Τραμπ ανέφερε ότι ζήτησε βοήθεια από επτά χώρες, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το συγκεκριμένο πέρασμα, μεταξύ αυτών από την Κίνα, τη Γαλλία, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και το Ηνωμένο Βασίλειο. Επεσήμανε ότι οι ΗΠΑ πλέον εισάγουν ελάχιστο πετρέλαιο από τον Περσικό Κόλπο, σε αντίθεση με την Ιαπωνία, που βασίζεται κατά 95% στις εισαγωγές της από εκεί, και την Κίνα που καλύπτει το 90% των αναγκών της.

Η πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Σανάε Τακαΐτσι, αναμένεται να επισκεφτεί την Ουάσιγκτον για να συναντηθεί με τον Τραμπ την Πέμπτη. Εν τω μεταξύ, χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ όπως η Γερμανία, η Ισπανία και η Ιταλία απέρριψαν το αίτημα των ΗΠΑ για συνδρομή.

Ο υπουργός Άμυνας της Γερμανίας, Μπόρις Πιστόριους, αμφισβήτησε την αποτελεσματικότητα της αποστολής περισσότερων ευρωπαϊκών πολεμικών πλοίων: «Τι περισσότερο θα μπορούσαν να κάνουν μερικές ευρωπαϊκές φρεγάτες, που δεν μπορεί να κάνει το πανίσχυρο αμερικανικό ναυτικό;» διερωτήθηκε.

Ο αντιπρόεδρος της ιταλικής κυβέρνησης, Ματέο Σαλβίνι, κατέστησε σαφές ότι «η αποστολή στρατιωτικών πλοίων σε εμπόλεμη ζώνη θα ισοδυναμούσε με συμμετοχή στον πόλεμο».

Ο Αμερικανός πρόεδρος επέκρινε την επιφυλακτικότητα των Βρετανών, αναφέροντας: «Ο Στάρμερ μου είπε χθες ότι θα συναντιόταν με την ομάδα του για να αποφασίσουν, και του απάντησα ότι δεν χρειάζεται να συναντηθεί με την ομάδα.

«Είσαι πρωθυπουργός, μπορείς να πάρεις την απόφαση μόνος σου. Γιατί πρέπει να κάνεις σύσκεψη για να αποφασίσεις αν θα μας στείλεις ναρκαλιευτικά ή άλλα σκάφη;» είπε ο Τραμπ.

«Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου» — Ο εμβληματικός πίνακας του Ντελακρουά σε μουσείο του Μεσολογγίου

Ένα μείζον καλλιτεχνικό και πολιτιστικό γεγονός για τη χώρα μας έλαβε χώρα στις 14 Μαρτίου, όταν το Ξενοκράτειο Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσολογγίου υποδέχτηκε τον εμβληματικό πίνακα του Ευγένιου Ντελακρουά «Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου» (La Grèce sur les ruines de Missolonghi), με αφορμή τον εορτασμό των 200 χρόνων από την Έξοδο του Μεσολογγίου.

Ο πίνακας παραχωρήθηκε από το Μουσείο Καλών Τεχνών του Μπορντώ και θα παραμείνει στο Ξενοκράτειο έως τον Νοέμβριο 2026. Πρόκειται για ένα σπουδαίο έργο, του οποίου η αξία δεν περιορίζεται στο εικαστικό πεδίο, αλλά αποτελεί και σύμβολο του αγώνα της Ελλάδας και έργο που συνέβαλε στην αφύπνιση του φιλελληνικού αισθήματος στην Ευρώπη και την παροχή βοήθειας στην Ελληνική Επανάσταση.

Ο Ντελακρουά, ο οποίος είχε ήδη δημιουργήσει πίνακα με θέμα τη σφαγή της Χίου το 1824, ζωντανεύοντας για το ευρωπαϊκό κοινό τη σκληρότητα των Οθωμανών και τον τρόμο που σκόρπισαν στο νησί για αντίποινα, έπαιξε μείζονα ρόλο στη διάδοση του φιλελληνισμού κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Η συμπάθεια που αναπτύχθηκε υπέρ του ελληνικού αγώνα για την ανεξαρτησία και τη σύσταση ενός χριστιανικού και δημοκρατικού κράτους οδήγησε αφ’ ενός στη συγκέντρωση πόρων απαραίτητων για τις πολεμικές επιχειρήσεις αφ’ ετέρου στη μεταστροφή των μεγάλων δυνάμεων της εποχής και την υποστήριξη της απαλλαγής από την οθωμανική κυριαρχία.

Ευγένιος Ντελακρουά, «Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου», 1826. Λάδι σε καμβά, 213 x 142 εκ. Μουσείο Καλών Τεχνών του Μπορντώ, Γαλλία. (Public Domain)

 

«Η επιλογή του Μεσολογγίου από τον Ντελακρουά δεν υπήρξε τυχαία. Η τρίτη Πολιορκία και η Έξοδος του 1826 συγκλόνισαν την Ευρώπη και προσέδωσαν στην πόλη μια μοναδική θέση στη συλλογική μνήμη των φιλελλήνων. Οι μήνες της πείνας, η αντίσταση μέχρις εσχάτων και η συνειδητή απόφαση των κατοίκων να μην παραδοθούν, αλλά να πραγματοποιήσουν μια καταδικασμένη, αλλά ταυτόχρονα λυτρωτική και πνευματικά απελευθερωτική έξοδο προς το θάνατο και συγχρόνως προς την αθανασία, μετέτρεψαν το Μεσολόγγι σε σύμβολο ηθικού μεγαλείου και αυτοθυσίας», δήλωσε η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη σε συνέντευξη Τύπου που έδωσε με αφορμή την άφιξη του πίνακα.

Αργότερα, το Μεσολόγγι ονομάστηκε Ιερά Πόλη. Αυτή η ονομασία, σημείωσε η υπουργός, «δεν ήταν απλώς τιμητική. Αποτύπωνε την εδραιωμένη αντίληψη ότι εκεί συντελέστηκε μια πράξη απόλυτης υπέρβασης, όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αναμετρήθηκε και στάθηκε ισότιμη με την Ιστορία. Αυτήν ακριβώς τη βαθύτερη ηθική διάσταση συλλαμβάνει ο Ντελακρουά. Το έργο του δεν αφηγείται μόνον γεγονότα, αλλά αποτυπώνει και αναδεικνύει τη βαθύτερη πνευματική ουσία και το πολιτισμικό υπόβαθρο του Αγώνα».

Η παρουσία του έργου στο Ξενοκράτειο προσφέρει στο ελληνικό κοινό την ευκαιρία να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι τη δύναμη της σύνθεσης του Ευγένιου Ντελακρουά. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1830, ο ίδιος ζωγράφισε τη μορφή της Ελευθερίας, με τη σημαία της Δημοκρατικής Γαλλίας στο χέρι, να οδηγεί τον λαό στην κατάκτηση της δικής του ελευθερίας, σε μια σύνθεση γεμάτη δυναμισμό και κίνηση. Οι δύο επαναστάσεις είναι άλλωστε στενά συνυφασμένες, καθώς ο απελευθερωτικός άνεμος της Γαλλικής Επανάστασης του 1789, που διαδόθηκε τα κατοπινά χρόνια στην Ευρώπη, ενέπνευσε ανθρώπους όπως ο Ρήγας Βελεστινλής και ο Αδαμάντιος Κοραής να προωθήσουν την ιδέα της απελευθέρωσης και των Ελλήνων.

Το Μεσολόγγι συνδέεται και με έναν ακόμη εξέχοντα φιλέλληνα, τον Άγγλο Ρομαντικό ποιητή Λόρδο Βύρωνα, ο οποίος απεβίωσε εκεί σε ηλικία 36 ετών, υποκύπτοντας σε υψηλό πυρετό που ανέπτυξε. Ο Βύρων υποστήριξε και έμπρακτα και οικονομικά την εξέγερση των Ελλήνων και θεωρείται από τους σημαντικότερους ευεργέτες της Επανάστασης. Στην Ελλάδα έφθασε το 1823, περνώντας από την Κεφαλλονιά. Όταν εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι, ήρθε σε επαφή με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, και σχημάτισε ιδιωτικό στρατό από σαράντα Σουλιώτες.

Στο έργο του Ντελακρουά, η μορφή που συμβολίζει την Ελλάδα είναι μία κραταιά γυναικεία μορφή, η οποία στέκεται ευθυτενής πάνω από τα ερείπια. Με το λευκό της δέρμα, ρούχο και σκουφί ξεχωρίζει από το ζοφερό φόντο, όπου μετά βίας διαφαίνεται ένας σαρικοφόρος πολεμιστής του οθωμανικού στρατού, ντυμένος στα κόκκινα και μαύρα. Τα χέρια της γυναίκας είναι ανοικτά, το ίδιο και η πουκαμίσα της στο στήθος — είναι ευάλωτη, είναι άοπλη, δείχνει την καταστροφή, μας προσκαλεί να κοιτάξουμε. Μας προσκαλεί, δεν μας παρακαλεί. Το βλέμμα και η στάση της δεν προδίδουν αδυναμία, το αντίθετο. Αποπνέουν δύναμη, αποφασιστικότητα και βεβαιότητα. Η λιτή χρωματική παλέτα και οι μεγάλες αντιθέσεις φωτός και σκιάς επιτείνουν την ένταση που κρύβεται κάτω από την εξωτερική ακινησία της σκηνής.

«Ο πίνακας […] αποτελεί αυθεντική εικαστική μαρτυρία ενός ανθρώπου που, χωρίς να έχει έρθει ποτέ στο Μεσολόγγι, κατάφερε να αποδώσει τη βαθύτερη αλήθειά του και να συλλάβει την ψυχή του με έναν μοναδικό τρόπο», δήλωσε η Ολυμπία Βικάτου, διευθύντρια Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου, η οποία είχε την ιδέα για τον προσωρινό δανεισμό του έργου. «Στην επετειακή χρονιά των 200 χρόνων, η έλευση του πίνακα, για πρώτη φορά στο Μεσολόγγι, στον τόπο που του έδωσε πνοή, είναι μια υπέρτατη στιγμή. Η παρουσία του αποκτά σχεδόν τελετουργική διάσταση, καθώς έρχεται ως προσκεκλημένο της ίδιας της ιστορίας. Μάρτυρας, σύμβολο και υπενθύμιση ότι η θυσία των αγωνιστών δεν έσβησε ποτέ από τον παγκόσμιο χάρτη της μνήμης και της ιστορίας», συμπλήρωσε η κα Βικάτου.

Με πληροφορίες από το ΑΠΕ-ΜΠΕ

«Τα ίχνη της Γραμμικής Β»: Ομιλία του Μανώλη Σταυρακάκη στο Επιγραφικό Μουσείο

Η Ένωση Αρχαιολόγων Ελλάδας ΗΩΣ και το Επιγραφικό Μουσείο διοργανώνουν διάλεξη του κυρίου Μανώλη Σταυρακάκη, Επίκουρου Καθηγητή της Σχολής Αρχιτεκτόνων του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνίου, με τίτλο «Τα ίχνη της Γραμμικής Β», την Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026 και ώρα 19:00, στην Αίθουσα Διαλέξεων του Επιγραφικού Μουσείου.

Ποια είναι η σχέση μεταξύ της αποκρυπτογράφησης της Γραμμικής Β από τον Μάικλ Βέντρις και της αρχιτεκτονικής του; Η ομιλία επιχειρεί, μέσω μιας αναλογικής ανάγνωσης της αποκρυπτογράφησης (Γραφή) και της αρχιτεκτονικής (Σχέδιο), να δείξει πώς επηρέασε η μια διεργασία την άλλη. Θα εστιάσει τόσο στο ζήτημα της αποκρυπτογράφησης όσο και στο ζήτημα της αρχιτεκτονικής αναπαράστασης: τι είναι αυτό που θα μπορούσε κανείς να ορίσει ως αρχιτεκτονικό σε μια μη αρχιτεκτονική λειτουργία;

Ο Μανώλης Σταυρακάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης και σπούδασε αρχιτεκτονική στην Αθήνα (ΕΜΠ), τη Νέα Υόρκη (AAD, Columbia University) και το Λονδίνο (PhD, Architectural Association). Δίδαξε αρχιτεκτονικό σχεδιασμό και θεωρία της αρχιτεκτονικής στην Αrchitectural Association και στη σχολή αρχιτεκτονικής The Bartlett, UCL μεταξύ 2011 και 2021. Από το 2021 είναι Επίκουρος Καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ και εργάζεται ως αρχιτέκτονας με έδρα την Αθήνα.

 * * * * *

Σύνδεσμος διαδικτυακής παρακολούθησης:

https://us06web.zoom.us/j/84272483089?pwd=SaFM5vF2CiXWfmHvbGuUmgF9KQKske.1

* * * * *

Επιγραφικό Μουσείο

Τοσίτσα 1, 106 82 Αθήνα

210 82 32 950, 210 88 47 577

e-mail: ema@culture.gr

Τάκερ Κάρλσον, Ιράν και η στρατηγική παραπλάνηση της Ουάσιγκτον

Τα τελευταία χρόνια η δημόσια εικόνα του Τάκερ Κάρλσον έχει μεταβληθεί σημαντικά. Ο άνθρωπος που για χρόνια εμφανιζόταν ως ένας από τους πιο ένθερμους εκφραστές του αμερικανικού πατριωτισμού και της παραδοσιακής δεξιάς στις Ηνωμένες Πολιτείες, βρέθηκε σταδιακά στο επίκεντρο μιας έντονης διεθνούς συζήτησης: μήπως η ρητορική του ευθυγραμμίζεται, συνειδητά ή ασυνείδητα, με τα συμφέροντα αντιπάλων της Δύσης;

Η αφετηρία αυτής της συζήτησης βρίσκεται στην ιδιαίτερα επιθετική κριτική που άσκησε στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Σε πολλές παρεμβάσεις του υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον εμπλέκεται σε πολέμους που δεν υπηρετούν τα πραγματικά συμφέροντα του αμερικανικού λαού. Κατηγόρησε επανειλημμένα το πολιτικό κατεστημένο για στρατιωτικό παρεμβατισμό, ενώ υποστήριξε ότι η προτεραιότητα των ΗΠΑ θα έπρεπε να είναι η εσωτερική συνοχή.

Η στάση αυτή, αν και έχει βαθιές ρίζες στην αποκαλούμενη «απομονωτική» σχολή σκέψης του αμερικανικού συντηρητισμού, άρχισε να προκαλεί αντιδράσεις όταν συνδυάστηκε με την επιεική στάση του απέναντι στη Ρωσία. Η κορύφωση αυτής της τάσης ήταν η συνέντευξη που πήρε από τον Βλαντίμιρ Πούτιν στη Μόσχα το 2024, μια κίνηση που δίχασε, καθώς χαρακτηρίστηκε από κάποιους ως δημοσιογραφικό επίτευγμα και από άλλους ως προπαγανδιστικό βήμα του Κρεμλίνου.

Σε αυτό το πλαίσιο, επικριτές του άρχισαν να επισημαίνουν ότι η ρητορική του συμβάλλει στη διάδοση αφηγημάτων που εξυπηρετούν γεωπολιτικούς αντιπάλους των ΗΠΑ, ανοίγοντας τη συζήτηση περί πιθανής ξένης επιρροής. Μια τέτοια διάσταση προσέθεσε ο τότε Καναδός πρωθυπουργός Τζάστιν Τρυντώ, ο οποίος σε δημόσια ακρόαση δήλωσε ότι το ρωσικό δίκτυο RT χρηματοδοτεί διαδικτυακές προσωπικότητες, αναφέροντας ονομαστικά τον Τάκερ Κάρλσον. Αν και το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης έχει όντως περιγράψει μηχανισμούς ρωσικής χρηματοδότησης προς Αμερικανούς παραγωγούς περιεχομένου για την ενίσχυση εσωτερικών διχασμών, για την περίπτωση του Κάρλσον δεν έχουν παρουσιαστεί αποδεικτικά στοιχεία, καθιστώντας τη δήλωση Τρυντώ έναν καταγεγραμμένο ισχυρισμό και όχι αποδεδειγμένο γεγονός.

Πιο συγκεκριμένη, ωστόσο, είναι η καταγραφή που αφορά το Κατάρ. Στα επίσημα αρχεία του αμερικανικού μηχανισμού FARA — που καταγράφει όσους ενεργούν για λογαριασμό ξένων κυβερνήσεων — εμφανίζεται επαφή μεταξύ του συστήματος του «Tucker Carlson Show» και εταιρείας που λειτουργεί ως καταγεγραμμένος πράκτορας του Κατάρ. Το αντικείμενο αφορούσε την εικόνα του Κατάρ και την ένταση γύρω από πιθανό πόλεμο με το Ιράν. Αν και αυτό δεν αποδεικνύει άμεση χρηματοδότηση του ίδιου του παρουσιαστή, επιβεβαιώνει την επαφή του με καμπάνιες επιρροής.

Το ζήτημα του Ιράν αποτέλεσε το κρισιμότερο σημείο καμπής, φέρνοντάς τον σε ανοιχτή ρήξη ακόμη και με τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο Κάρλσον πίεσε συστηματικά υπέρ της μη εμπλοκής των ΗΠΑ, χαρακτήρισε μια ενδεχόμενη επίθεση «αποκρουστική» και κατηγόρησε ως «warmongers» όσους προωθούσαν στρατιωτική δράση. Μάλιστα, επεδίωξε ενεργό ρόλο στο πληροφοριακό πεδίο παίρνοντας συνέντευξη από τον Ιρανό πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν. Ο Τραμπ απάντησε με σκληρή κριτική, δηλώνοντας ότι ο παρουσιαστής «έχει χάσει τον δρόμο του» και δεν εκφράζει πλέον το δόγμα «America First».

Αυτή η ρήξη αναδεικνύει ένα βαθύτερο παρασκήνιο. Εκείνη την περίοδο, μέσα από μια σειρά δημόσιων τοποθετήσεων, αναφορών και έμμεσων επικοινωνιών, ο Κάρλσον φάνηκε να πιέζει επίμονα προς την πλευρά του Τραμπ για ένα συγκεκριμένο θέμα: αν οι Ηνωμένες Πολιτείες επρόκειτο να χτυπήσουν το Ιράν. Ήταν μια αγωνιώδης προσπάθεια να αποσπαστεί μια συγκεκριμένη πληροφορία για το εάν επίκειται στρατιωτική ενέργεια. Ο Τραμπ, ωστόσο, απέφυγε να δώσει ξεκάθαρη απάντηση. Κράτησε τα χαρτιά του κλειστά μέσα από διφορούμενες δηλώσεις, αφήνοντας να εννοηθεί ότι τίποτα δεν ήταν δεδομένο.

Ακριβώς εκεί βρίσκεται το γεωπολιτικό ενδιαφέρον της υπόθεσης. Σε μια περίοδο τεράστιας διεθνούς έντασης, κάθε ένδειξη για τις αμερικανικές προθέσεις είχε ζωτική σημασία για την Τεχεράνη. Γιατί ένας δημοσιογράφος που δηλώνει πατριώτης προσπαθούσε τόσο έντονα να αναγκάσει την ηγεσία να ανοίξει τα χαρτιά της δημόσια; Οι επικριτές βλέπουν πίσω από αυτό έναν σχολιαστή που επιχείρησε να παίξει ένα πολιτικό παιχνίδι πληροφόρησης, ευνοώντας, έστω και ακούσια, τους αντιπάλους της Δύσης.

Και εδώ εμφανίζεται η πραγματική στρατηγική ειρωνεία. Ο χειρισμός του Τραμπ, που αρνήθηκε να υποκύψει στην επικοινωνιακή πίεση του Κάρλσον, δεν ήταν απλώς ένας διπλωματικός ελιγμός, αλλά ένα κλασικό στρατήγημα παραπλάνησης. Αφήνοντας τη δημόσια σφαίρα να πιστέψει ότι μια άμεση απόφαση για επίθεση δεν ήταν στο τραπέζι, δημιούργησε μια αίσθηση ασφάλειας. Αυτή η θολή εικόνα λειτούργησε ως κρίσιμος παράγοντας, επιτρέποντας στον στόχο της αμερικανικής στρατηγικής να παραμείνει εκτεθειμένος.

Την αξία και την αναγκαιότητα αυτού του στρατηγήματος ήρθε να υπογραμμίσει με τον πιο εμφατικό τρόπο η δήλωση του Αμερικανού Υπουργού Άμυνας. Τόνισε ότι λεπτομέρειες για στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν μπορούν να αποκαλύπτονται δημοσίως, ακριβώς επειδή οι αντίπαλοι παρακολουθούν στενά κάθε δήλωση για να προσαρμόσουν την άμυνά τους. Όπως σημείωσε, η αποκάλυψη τέτοιων πληροφοριών θα ήταν ανεύθυνη, καθώς πρόκειται για αποστολές υψηλής διαβάθμισης. Οποιαδήποτε προαναγγελία ή διαρροή προθέσεων — πόσο μάλλον μια δημόσια επιβεβαίωση — θα ακύρωνε τον στρατιωτικό σχεδιασμό, λειτουργώντας ουσιαστικά ως προειδοποίηση προς τον εχθρό.

Αν ο Τραμπ είχε υποκύψει στην επικοινωνιακή πίεση και είχε αφήσει να διαφανεί ότι επίκειται στρατιωτικό πλήγμα, η ηγεσία του ιρανικού καθεστώτος θα είχε λάβει άμεσα μέτρα προστασίας. Το πρόσωπο ή οι εγκαταστάσεις που βρίσκονταν στο στόχαστρο θα είχαν προστατευτεί, εξανεμίζοντας το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Υπό αυτή την έννοια, η πολιτική αντιπαράθεση και οι δημόσιες δηλώσεις δεν είναι απλώς τηλεοπτικά γεγονότα, αλλά κρίσιμα επεισόδια σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό παιχνίδι πληροφόρησης. Ένα παιχνίδι όπου η καλύτερη στρατηγική δεν αποκαλύπτεται, αλλά αφήνει πίσω της απαντήσεις παραπλάνησης και πολλά ερωτήματα.

Οι απόψεις που διατυπώνονται σε αυτό το άρθρο είναι απόψεις του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Η αυξανόμενη σκιά της Κίνας στη σύγκρουση Ηνωμένες Πολιτείες–Ιράν

Οι εντάσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ιράν και του Ισραήλ αποτελούν εδώ και δεκαετίες έναν από τους βασικούς άξονες αστάθειας στη Μέση Ανατολή. Οι λόγοι της αντιπαράθεσης έχουν συνδεθεί κατά καιρούς με το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, την ανάπτυξη βαλλιστικών πυραύλων και τη στήριξη ένοπλων οργανώσεων στην περιοχή. Ωστόσο, σύμφωνα με αναλυτές και πρώην αξιωματούχους ασφαλείας, μια επιπλέον διάσταση της κρίσης κερδίζει ολοένα μεγαλύτερη προσοχή: ο ρόλος της Κίνας και η αυξανόμενη συνεργασία της με το Ιράν.

Καθώς ο παγκόσμιος συσχετισμός δυνάμεων μεταβάλλεται, ειδικοί εκτιμούν ότι οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή δεν μπορούν πλέον να εξεταστούν μόνο ως περιφερειακή αντιπαράθεση. Αντίθετα, αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης γεωπολιτικής δυναμικής που συνδέεται με τον ανταγωνισμό μεταξύ μεγάλων δυνάμεων.

Οι βασικές ανησυχίες της Ουάσιγκτον

Η Ουάσιγκτον έχει επανειλημμένα εκφράσει ανησυχίες σχετικά με τις στρατιωτικές και περιφερειακές δραστηριότητες της Τεχεράνης. Σύμφωνα με δηλώσεις Αμερικανών αξιωματούχων, το Ιράν κατηγορείται ότι διατηρεί πολιτικές που απειλούν τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή και την ασφάλεια συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι κυριότερες ανησυχίες περιλαμβάνουν:

  • Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τη συνέχιση του εμπλουτισμού ουρανίου.
  • Την ανάπτυξη και δοκιμή βαλλιστικών πυραύλων.
  • Τη στήριξη και χρηματοδότηση ένοπλων οργανώσεων στη Μέση Ανατολή.
  • Τη ρητορική και τις πολιτικές που χαρακτηρίζονται εχθρικές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους.

Οι εντάσεις αυτές έχουν οδηγήσει σε εκτεταμένες οικονομικές κυρώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες δυτικές χώρες, καθώς και σε συνεχείς διπλωματικές προσπάθειες για περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης.

Σημαντικό σημείο στις διπλωματικές προσπάθειες αποτέλεσε η συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν το 2015, γνωστό ως Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA). Η συμφωνία προέβλεπε περιορισμούς στις πυρηνικές δραστηριότητες του Ιράν με αντάλλαγμα την άρση ορισμένων κυρώσεων. Ωστόσο, οι εξελίξεις των τελευταίων ετών έχουν οδηγήσει σε αυξημένη αβεβαιότητα σχετικά με το μέλλον της συμφωνίας.

Για πολλά χρόνια, οι Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες επέβαλαν οικονομικές κυρώσεις με στόχο να ασκήσουν πίεση στο καθεστώς του Ιράν ώστε να εγκαταλείψει το πυρηνικό του πρόγραμμα και να περιορίσει άλλες δραστηριότητες που θεωρούνται απειλητικές.

Ως απάντηση, το Ιράν στράφηκε προς την Κίνα, η οποία τώρα αγοράζει περίπου το 90% των Ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου, και μάλιστα με σημαντική έκπτωση. Η ιρανική κυβέρνηση πλέον εξαρτάται από την Κίνα για περίπου το 25% του προϋπολογισμού της. Χωρίς αυτά τα χρήματα, το καθεστώς θα δυσκολευόταν να παραμείνει στην εξουσία.

Η στενή συνεργασία Πεκίνου και Τεχεράνης

Παράλληλα με τις εξελίξεις αυτές, η συνεργασία μεταξύ Κίνας και Ιράν έχει ενισχυθεί σημαντικά. Το 2021, οι δύο χώρες υπέγραψαν μια μακροπρόθεσμη στρατηγική συμφωνία συνεργασίας διάρκειας 25 ετών, η οποία περιλαμβάνει επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές, μεταφορές και τεχνολογία. Η συμφωνία αυτή θεωρείται από πολλούς αναλυτές ως ένδειξη της πρόθεσης της Κίνας να ενισχύσει την παρουσία της στη Μέση Ανατολή.

Το 2025, σύμφωνα με αναφορές, η Κίνα προμήθευσε κρίσιμες χημικές ουσίες που βοήθησαν το ιρανικό καθεστώς να κατασκευάσει χιλιάδες βαλλιστικούς πυραύλους. Έναν χρόνο αργότερα, το 2026, το Πεκίνο φέρεται να βρέθηκε κοντά σε συμφωνία για την πώληση προηγμένων πυραυλικών συστημάτων στο Ιράν, ικανών να απειλήσουν πολεμικά πλοία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Επιπλέον υπάρχουν αναφορές ότι ο ιρανικός στρατός χρησιμοποιεί κινεζικό λογισμικό, γεγονός που καθιστά δυσκολότερη τη συλλογή πληροφοριών από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και άλλες χώρες.

Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων το 2015, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους επεδίωκαν να περιορίσουν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, η Κίνα και η Ρωσία φέρονται να διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο ώστε η συμφωνία να μην περιλαμβάνει περιορισμούς στους βαλλιστικούς πυραύλους.

Η απουσία τέτοιων περιορισμών επέτρεψε στην Τεχεράνη να συνεχίσει την ανάπτυξη των πυραυλικών της δυνατοτήτων. Ως αποτέλεσμα, ο ιρανικός στρατός έχει σήμερα το μεγαλύτερο οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων στη Μέση Ανατολή, το οποίο εκτιμάται ότι ανέρχεται σε περίπου 2.000 πυραύλους.

Υπάρχει ένας πολύ σημαντικός παράγοντας σε αυτό το θέμα που πολλοί άνθρωποι έχουν παραβλέψει.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους μπορούν να αναχαιτίζουν ιρανικούς πυραύλους. Ωστόσο, οι πύραυλοι αναχαίτισης που χρησιμοποιούνται για να τους καταρρίπτουν κοστίζουν περίπου 1 έως 4 εκατομμύρια δολάρια ο καθένας και χρειάζονται πολύ χρόνο για να κατασκευαστούν.

Αντίθετα, το Ιράν μπορεί να παράγει τους δικούς του πυραύλους πολύ φθηνότερα και σε πολύ μεγαλύτερους αριθμούς.

Αν το καθεστώς του Ιράν κατασκευάσει αρκετούς πυραύλους, μπορεί να υπερφορτώσει ακόμη και τα πιο προηγμένα αμυντικά συστήματα και να προκαλέσει μαζική καταστροφή.

Τόσο οι ηγέτες των Δημοκρατικών όσο και των Ρεπουμπλικανών έχουν επανειλημμένα δηλώσει ότι πιστεύουν πως η Κίνα στοχεύει να ξεπεράσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως μεγαλύτερη παγκόσμια υπερδύναμη. Οι ανησυχίες τους επικεντρώνονται ιδιαίτερα στην πιθανότητα μιας κινεζικής στρατιωτικής ενέργειας κατά της Ταϊβάν, στενού συμμάχου των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Ταϊβάν διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην αμερικανική οικονομία, καθώς αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους προμηθευτές μικροτσίπ για αμερικανικές εταιρείες, καθιστώντας την γεωπολιτικά και οικονομικά ζωτικής σημασίας.

Σύμφωνα με ειδικούς αναλυτές η Κίνα χρησιμοποιεί το καθεστώς του Ιράν για να κρατά τον στρατό των ΗΠΑ απασχολημένο στη Μέση Ανατολή, να αποδυναμώνει τις ΗΠΑ εξαντλώντας τα χρήματα και τους πόρους τους και να κάνει πιο δύσκολο για τις ΗΠΑ να σταματήσουν μια εισβολή στην Ταϊβάν .

Με βάση αυτή την ανάλυση, οι ΗΠΑ επιδιώκουν να τερματίσουν τις σοβαρές απειλές που προέρχονται από το καθεστώς του Ιράν και να απελευθερώσουν τις στρατιωτικές τους δυνάμεις, ώστε να προστατεύσουν καλύτερα την Ταϊβάν και άλλους συμμάχους των ΗΠΑ από μια πιθανή επιθετική ενέργεια της Κίνας.

Η Μέση Ανατολή ως πεδίο παγκόσμιου ανταγωνισμού

Η Μέση Ανατολή παραμένει στρατηγικής σημασίας για τη διεθνή πολιτική λόγω των ενεργειακών της πόρων και της γεωγραφικής της θέσης. Οι θαλάσσιες οδοί της περιοχής αποτελούν βασικά σημεία διέλευσης για το παγκόσμιο εμπόριο και την ενέργεια.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αυξημένη παρουσία της Κίνας στη Μέση Ανατολή συνδέεται με ευρύτερες γεωπολιτικές φιλοδοξίες. Το Πεκίνο έχει επενδύσει σημαντικά σε έργα υποδομών και εμπορικές συμφωνίες στην περιοχή, εν μέρει στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Μία ζώνη, ένας δρόμος» (Belt and Road).

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η διατήρηση της στρατηγικής ισορροπίας στη Μέση Ανατολή παραμένει βασικός στόχος εξωτερικής πολιτικής. Η ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ Ιράν και Κίνας ενδέχεται να επηρεάσει αυτή την ισορροπία, ιδιαίτερα σε μια περίοδο αυξημένου ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Παρά τις διαφορετικές αναλύσεις, οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν ότι η ένταση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ιράν και Ισραήλ αποτελεί αποτέλεσμα πολλών παραγόντων. Ιστορικές αντιπαραθέσεις, ιδεολογικές διαφορές, περιφερειακές συγκρούσεις και στρατηγικά συμφέροντα διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα περίπλοκο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Ωστόσο, η ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ Ιράν και Κίνας αποτελεί έναν παράγοντα που ενδέχεται να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία τα επόμενα χρόνια. Καθώς το διεθνές σύστημα μεταβαίνει σταδιακά προς μια πιο πολυπολική δομή, οι συνεργασίες μεταξύ περιφερειακών και παγκόσμιων δυνάμεων αναμένεται να επηρεάσουν σημαντικά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, όπου η Κίνα εμφανίζεται ως αναδυόμενος παράγοντας ισχύος, ικανός να επηρεάσει άμεσα τις εξελίξεις.

Άνοδος στις τιμές πετρελαίου παρά την απελευθέρωση αποθεμάτων

Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του πετρελαίου Brent έφτασαν τα 106,50 δολάρια το βαρέλι αργά την Κυριακή, καθώς η σύγκρουση με το Ιράν εξακολουθεί να απειλεί τον παγκόσμιο εφοδιασμό πετρελαίου.

Την Κυριακή της προηγούμενης εβδομάδας οι τιμές είχαν αγγίξει σχεδόν τα 120 δολάρια το βαρέλι, προτού υποχωρήσουν στα 80 δολάρια έως την Τρίτη, 10 Μαρτίου. Στη συνέχεια αυξήθηκαν εκ νέου, κλείνοντας στα 103,89 δολάρια την Παρασκευή, ενώ αργά στις 15 Μαρτίου έφτασαν τα 106,50 δολάρια πριν υποχωρήσουν στα 103,93 δολάρια έως τις 21:55 (ώρα ανατολικών ΗΠΑ).

Η άνοδος σημειώθηκε παρά το γεγονός ότι ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΔΟΕ) ανακοίνωσε στις 11 Μαρτίου ότι τα κράτη-μέλη θα αποδεσμεύσουν ποσότητα-ρεκόρ 400 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου από τα στρατηγικά τους αποθέματα, εκ των οποίων τα 172 εκατομμύρια θα προέλθουν από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η ING Bank ανέφερε σε ανακοίνωσή της στις 12 Μαρτίου ότι η αγορά εξακολουθεί να ενισχύεται παρά τη μεγάλη αυτή αποδέσμευση, καθώς δεν υπάρχουν ενδείξεις αποκλιμάκωσης στον Περσικό Κόλπο και συνεπώς δεν διαφαίνεται τέλος στις διαταραχές των ροών πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ.

Καθώς οι αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις συνεχίζονται, το καθεστώς του Ιράν έχει απειλήσει ότι θα στοχοποιήσει ενεργειακές υποδομές στη Μέση Ανατολή, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο για τον εφοδιασμό και διατηρεί τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.

Την Παρασκευή οι Ηνωμένες Πολιτείες έπληξαν περισσότερους από 90 ιρανικούς στρατιωτικούς στόχους στο νησί Χαργκ, αποφεύγοντας ωστόσο τις πετρελαϊκές και ενεργειακές εγκαταστάσεις. Το νησί αποτελεί το σημαντικότερο οικονομικό περιουσιακό στοιχείο του Ιράν, καθώς από εκεί εξάγεται περίπου το 90% του πετρελαίου της χώρας. Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί προειδοποίησε το Σάββατο ότι η Τεχεράνη θα ανταποδώσει εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες ή το Ισραήλ πλήξουν τις πετρελαϊκές και ενεργειακές υποδομές της, προσθέτοντας ότι τα αντίποινα θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν επιθέσεις σε εγκαταστάσεις αμερικανικών εταιρειών στην περιοχή.

Λίγο μετά τα πλήγματα στο Χαργκ, ιρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη έπληξαν σημαντικό πετρελαϊκό τερματικό σταθμό στη Φουτζάιρα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Τέσσερις πηγές αναφέρουν ότι οι εργασίες φόρτωσης πετρελαίου έχουν έκτοτε επανεκκινήσει, χωρίς ωστόσο να είναι σαφές αν έχουν επιστρέψει πλήρως σε κανονικά επίπεδα.

Η Φουτζάιρα, που βρίσκεται εκτός των Στενών του Ορμούζ, αποτελεί σημείο εξαγωγής περίπου ενός εκατομμυρίου βαρελιών ημερησίως από το βασικό αργό πετρέλαιο Murban των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων — ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 1% της παγκόσμιας ζήτησης.

Ο αναλυτής του ομίλου χρηματοοικονομικών υπηρεσιών SEB Έρικ Μέγερσον (Erik Meyersson) ανέφερε σε σημείωμά του ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εξετάζουν επιλογές υψηλού κινδύνου στο έδαφος, όπως επιδρομές σε πυρηνικές εγκαταστάσεις για την κατάσχεση εμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν, την κατάληψη του πετρελαϊκού κόμβου στο νησί Χαργκ ή ακόμη και την κατοχή περιοχών του νότιου Ιράν με στόχο την προστασία των Στενών του Ορμούζ. Όλα αυτά τα σενάρια συνεπάγονται σημαντική κλιμάκωση και απαιτούν αποδοχή πολύ υψηλότερου κινδύνου.

Στις 11 Μαρτίου περιφερειακοί κυβερνητικοί φορείς κρατών του Κόλπου και κέντρα θαλάσσιας ασφάλειας ανέφεραν ότι πολλαπλά εμπορικά πλοία επλήγησαν στον Περσικό Κόλπο και στα Στενά του Ορμούζ.

Αποδέσμευση πετρελαίου από τον ΔΟΕ

Πέρα από τις ανησυχίες για τον εφοδιασμό πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή, υπάρχουν φόβοι ότι η συντονισμένη αποδέσμευση 400 εκατομμυρίων βαρελιών από τον ΔΟΕ ενδέχεται να μην επαρκεί για να αντισταθμίσει τις απώλειες εφοδιασμού που προκαλεί ο πόλεμος.

Η ING Bank ανέφερε ότι υπάρχουν ανησυχίες σχετικά με το πόσο γρήγορα θα φτάσει το πετρέλαιο αυτό στην αγορά και κατά πόσο θα επαρκέσει για να σταθεροποιήσει την κατάσταση έως ότου επανέλθουν οι ροές πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ.

Στο πλαίσιο της συντονισμένης δράσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αρχίσουν από την επόμενη εβδομάδα να αποδεσμεύουν 172 εκατομμύρια βαρέλια από τα στρατηγικά τους αποθέματα πετρελαίου, διαδικασία που αναμένεται να διαρκέσει περίπου 120 ημέρες και αντιστοιχεί σε περίπου 1,4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Εάν και οι άλλες χώρες κινηθούν σε παρόμοιο χρονικό πλαίσιο, η συνολική αποδέσμευση θα φτάσει περίπου τα 3,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως — ποσότητα που υπολείπεται σημαντικά της απώλειας εφοδιασμού που καταγράφονται στον Περσικό Κόλπο.

Σύμφωνα με την τράπεζα, ο μόνος τρόπος να υποχωρήσουν οι τιμές πετρελαίου με σταθερό τρόπο είναι να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη ροή πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ. Σε διαφορετική περίπτωση, προειδοποίησε ότι είναι πιθανό να καταγραφούν ακόμη υψηλότερες τιμές στο μέλλον.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η εθνική μέση τιμή της απλής βενζίνης έφτασε την Κυριακή τα 3,69 δολάρια ανά γαλόνι (περίπου 0,90 ευρώ ανά λίτρο), αυξημένη κατά σχεδόν 7% σε σχέση με τα 3,45 δολάρια ανά γαλόνι (περίπου 0,84 ευρώ ανά λίτρο) της προηγούμενης εβδομάδας, σύμφωνα με στοιχεία της American Automobile Association (Αμερικανικής Ένωσης Αυτοκινήτου). Στην Καλιφόρνια οι τιμές ξεπέρασαν τα 5,5 δολάρια ανά γαλόνι (περίπου 1,34 ευρώ ανά λίτρο), ενώ στην Αλάσκα, την Αριζόνα, το Όρεγκον, τη Νεβάδα, την Ουάσιγκτον και τη Χαβάη διαμορφώθηκαν πάνω από τα 4 δολάρια ανά γαλόνι (περίπου 0,98 ευρώ ανά λίτρο).

Στις 13 Μαρτίου ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ Κρις Ράιτ διέταξε την πετρελαϊκή εταιρεία Sable Offshore Corp., με έδρα το Τέξας, να επαναλάβει τις δραστηριότητές της στα ύδατα ανοιχτά της νότιας Καλιφόρνιας, επικαλούμενος τον νόμο για την αμυντική παραγωγή. Το υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ ανέφερε ότι η απόφαση ελήφθη για να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι διαταραχών στον εφοδιασμό που έχουν αφήσει την περιοχή και τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις εξαρτημένες από ξένο πετρέλαιο.

Ο Ράιτ δήλωσε ακόμη ότι η κυβέρνηση Τραμπ έχει πάντα ως πρώτη της προτεραιότητα τους Αμερικανούς και την ενεργειακή τους ασφάλεια. Την Πέμπτη πρόσθεσε ότι το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ θα επιχειρήσει να συνοδεύσει πετρελαιοφόρα πλοία μέσω των Στενών του Ορμούζ, κάτι που θα μπορούσε να ξεκινήσει εντός του μήνα.

Ο Τραμπ εξετάζει επανεκκίνηση του διαλόγου με τη Βόρεια Κορέα

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει θετικά την προοπτική επανέναρξης του διαλόγου με τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν, δήλωσε ο πρωθυπουργός της Νότιας Κορέας Κιμ Μιν-σεόκ μετά την επίσκεψή του στον Λευκό Οίκο.

Ο Κιμ Μιν-σεόκ έκανε τις δηλώσεις αυτές κατά τη διάρκεια ενημέρωσης των δημοσιογράφων στις 13 Μαρτίου, έπειτα από συνομιλία περίπου 20 λεπτών με τον Τραμπ νωρίτερα την ίδια ημέρα. Ανέφερε στους δημοσιογράφους ότι σημαντικό μέρος της συνομιλίας αφορούσε ερωτήσεις για τις απόψεις του σχετικά με ζητήματα που συνδέονται με τη Βόρεια Κορέα.

Όπως δήλωσε, η συνάντηση δεν βρισκόταν στο πρόγραμμά του στην Ουάσιγκτον. Ανέφερε ακόμη ότι οργανώθηκε αυθόρμητα κατά τη διάρκεια συνάντησης με την Πόλα Γουάιτ-Κέιν, ανώτερη σύμβουλο του Γραφείου Πίστης του Λευκού Οίκου, η οποία ανέλαβε την πρωτοβουλία να κανονίσει μια ιδιωτική συνάντηση με τον πρόεδρο στο Οβάλ Γραφείο, χωρίς διερμηνέα.

Ο Κιμ Μιν-σεόκ είπε ότι η συζήτηση ξεκίνησε με γενικές παρατηρήσεις για τη συμμαχία Νότιας Κορέας–ΗΠΑ και την ειρήνη στην κορεατική χερσόνησο, προτού στραφεί γρήγορα στη Βόρεια Κορέα. Πρόσθεσε ότι μετέφερε στον Τραμπ πως ο πρόεδρος της Νότιας Κορέας Λι Τζε-μιούνγκ θεωρεί ότι ο Τραμπ είναι ο μόνος δυτικός ηγέτης που είναι ικανός να σημειώσει πρόοδο στο ζήτημα της ειρήνης στην κορεατική χερσόνησο.

Ο Τραμπ σε κάποιο σημείο ζήτησε από συνεργάτες του να του φέρουν μια φωτογραφία από τη συνάντησή του τον Ιούνιο του 2019 με τον Βορειοκορεάτη ηγέτη στην αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη ανάμεσα στη Βόρεια και τη Νότια Κορέα. Εκείνη η συνάντηση είχε καταστήσει τον Τραμπ τον πρώτο εν ενεργεία πρόεδρο των ΗΠΑ που πάτησε σε βορειοκορεατικό έδαφος και διατηρεί καλές σχέσεις με τον πρόεδρο Κιμ Γιονγκ Ουν.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ ζήτησε από τον πρωθυπουργό της Νότιας Κορέας τη δική του άποψη για τη διπλωματία με τη Βόρεια Κορέα. Ο Κιμ Μιν-σεόκ δήλωσε ότι μοιράστηκε ορισμένες δικές του ιδέες, χωρίς ωστόσο να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες, επικαλούμενος το διπλωματικό πρωτόκολλο. Είπε πάντως πως η ρητορική της Βόρειας Κορέας φαινόταν να έχει μεταβληθεί κάπως, από διατυπώσεις που υπεδείκνυαν ότι δεν υπήρχε λόγος να μη γίνει συνάντηση, σε δηλώσεις που άφηναν να εννοηθεί ότι οι σχέσεις Πιονγκγιάνγκ-Ουάσιγκτον δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να παραμείνουν εχθρικές. Πρόσθεσε πως θα ήταν προτιμότερο να αυξηθούν οι επαφές και ο διάλογος με τη Βόρεια Κορέα, ώστε να αναβιώσει έστω και μια μικρή πιθανότητα.

Η ανταλλαγή αυτή υπογραμμίζει το συνεχιζόμενο ενδιαφέρον του Τραμπ για διπλωματία με την Πιονγκγιάνγκ, εν μέσω εικασιών ότι θα μπορούσε να επιδιώξει μια ακόμη συνάντηση με τον Κιμ Γιονγκ Ουν κατά την επικείμενη επίσκεψή του στην Κίνα για σύνοδο με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ.

Ο Τραμπ και ο Βορειοκορεάτης ηγέτης συναντήθηκαν τρεις φορές κατά την πρώτη θητεία του προέδρου των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των συνόδων στη Σιγκαπούρη τον Ιούνιο του 2018 και στο Ανόι του Βιετνάμ τον Φεβρουάριο του 2019, ενώ ακολούθησε η συνάντησή τους τον Ιούνιο του 2019 στην αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη.

Η Σεούλ έχει δηλώσει ότι θα υποδεχόταν θετικά την επανέναρξη συνομιλιών μεταξύ Ουάσιγκτον και Πιονγκγιάνγκ, ενώ παράλληλα επιμένει ότι ο μακροχρόνιος στόχος της για αποπυρηνικοποίηση της κορεατικής χερσονήσου παραμένει αμετάβλητος.

Ωστόσο, οι εντάσεις παραμένουν υψηλές· η Βόρεια Κορέα εκτόξευσε περισσότερους από δέκα βαλλιστικούς πυραύλους στις 14 Μαρτίου, εν μέσω των συνεχιζόμενων στρατιωτικών γυμνασίων ΗΠΑ–Νότιας Κορέας, σύμφωνα με τις νοτιοκορεατικές αρχές.

Κατά την παραμονή του στην Ουάσιγκτον, ο Κιμ Μιν-σεόκ συναντήθηκε επίσης με τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζ. Ντ. Βανς και τον εμπορικό αντιπρόσωπο των ΗΠΑ Τζέιμισον Γκρηρ. Ο Κιμ σημείωσε ότι οι συζητήσεις τους επικεντρώθηκαν στην έρευνα δυνάμει του Άρθρου 301 σε βάρος δεκαέξι οικονομιών, μεταξύ των οποίων η Νότια Κορέα, η Κίνα, η Ινδία και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η έρευνα αυτή αποσκοπεί στο να διαπιστωθεί αν οι οικονομίες αυτές προχώρησαν σε διαρθρωτική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα και παραγωγή στους μεταποιητικούς κλάδους, με τρόπο ζημιογόνο για τις αμερικανικές επιχειρήσεις.

Του Bill Pan

Αύξηση του καπνίσματος και του ατμίσματος μεταξύ των εφήβων στην Ελλάδα

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρώπης όπου τα τελευταία χρόνια καταγράφεται αισθητή αύξηση τόσο του κλασικού καπνίσματος όσο και της χρήσης ηλεκτρονικού τσιγάρου (άτμισμα) μεταξύ των εφήβων, σε μια περίοδο κατά την οποία αρκετές ευρωπαϊκές χώρες καταγράφουν σταδιακή μείωση της χρήσης καπνού στις νεότερες ηλικίες.

Παρότι τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι το κάπνισμα στους ενήλικες μειώνεται — αν και εξακολουθεί να κυμαίνεται γύρω στο 30% — στους εφήβους καταγράφονται ανησυχητικά επίπεδα χρήσης τόσο συμβατικών όσο και ηλεκτρονικών τσιγάρων.

Το ποσοστό των 16χρονων στην Ελλάδα που δηλώνουν ότι έχουν καπνίσει συμβατικά ή ηλεκτρονικά τσιγάρα αυξήθηκε σημαντικά, από 43% το 2019 σε 54% το 2024, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των δύο τελευταίων κύκλων της Ευρωπαϊκής Έρευνας στον Σχολικό Πληθυσμό για τη Χρήση Εξαρτησιογόνων Ουσιών και Άλλες Εξαρτητικές Συμπεριφορές (European School Survey Project on Alcohol and Other Drugs – ESPAD).

Η έρευνα ESPAD αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές επιδημιολογικές μελέτες για τις συμπεριφορές των εφήβων σε σχέση με τις εξαρτησιογόνες ουσίες και διεξάγεται περιοδικά σε δεκάδες χώρες της Ευρώπης.

Η αύξηση της χρήσης ηλεκτρονικών τσιγάρων στους εφήβους αποτελεί τάση που απασχολεί όλο και περισσότερο τις αρχές δημόσιας υγείας διεθνώς.

Νέα προϊόντα νικοτίνης και προώθηση προς τους νέους

Η φαινομενική αυτή αντίφαση — μείωση του καπνίσματος στους ενήλικες αλλά αύξηση στους εφήβους — αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στις αλλαγές που έχουν σημειωθεί στην αγορά των προϊόντων νικοτίνης.

Ο Δρ Ζοάο Μπρέντα (Dr. João Breda), επικεφαλής του Γραφείου του ΠΟΥ για την Ποιότητα της Φροντίδας και την Ασφάλεια των Ασθενών στην Αθήνα, εξηγεί ότι οι πολιτικές δημόσιας υγείας σχεδιάστηκαν αρχικά για τα προϊόντα καπνού του παρελθόντος.

Όπως αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η φορολογία, οι αντικαπνιστικοί νόμοι και οι περιορισμοί στη διαφήμιση διαμορφώθηκαν κυρίως με γνώμονα τα συμβατικά τσιγάρα. Αντίθετα, τα νεότερα προϊόντα νικοτίνης αξιοποιούν συχνά τα κενά του νομοθετικού πλαισίου.

Στην ευρωπαϊκή περιφέρεια του ΠΟΥ καταγράφεται επαναλαμβανόμενο μοτίβο προώθησης των προϊόντων προς τους νέους, με γλυκές γεύσεις, συνεργασίες με δημιουργούς περιεχομένου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χορηγίες που συνδέονται με τη μουσική και τα ψηφιακά παιχνίδια, καθώς και συσκευές που θυμίζουν οτιδήποτε άλλο εκτός από προϊόντα καπνού.

Παράλληλα, η πρόσβαση των ανηλίκων παραμένει ιδιαίτερα εύκολη, καθώς η εφαρμογή των ηλικιακών περιορισμών δεν είναι πάντα επαρκής.

Οι κίνδυνοι της νικοτίνης και οι προειδοποιήσεις των ειδικών

Ο ΠΟΥ εκφράζει έντονη ανησυχία για τη ραγδαία αύξηση της χρήσης ηλεκτρονικών τσιγάρων και προϊόντων θερμαινόμενου καπνού, ιδίως μεταξύ παιδιών και εφήβων.

Σύμφωνα με τον Δρ Μπρέντα, τα προϊόντα αυτά περιέχουν νικοτίνη, μια ιδιαίτερα εθιστική ουσία που επηρεάζει τον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο και αυξάνει τον κίνδυνο εξάρτησης σε νεαρή ηλικία.

Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι κατά την εφηβεία ο εγκέφαλος βρίσκεται ακόμη σε φάση ανάπτυξης, γεγονός που καθιστά τη νικοτίνη ιδιαίτερα επικίνδυνη, καθώς μπορεί να επηρεάσει τη μνήμη, τη συγκέντρωση και τον έλεγχο των παρορμήσεων.

Επιπλέον, το αερόλυμα των ηλεκτρονικών τσιγάρων μπορεί να περιέχει διάφορες χημικές ουσίες που ενδέχεται να είναι τοξικές για την υγεία.

Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι χωρίς αυστηρότερους ελέγχους στην πρόσβαση των ανηλίκων και περιορισμό της προώθησης των προϊόντων, η χρήση νικοτίνης στις νεαρές ηλικίες ενδέχεται να συνεχίσει να αυξάνεται.

Για τις αρχές δημόσιας υγείας, η πρόληψη της πρώιμης έκθεσης στη νικοτίνη θεωρείται κρίσιμη, καθώς οι συμπεριφορές που διαμορφώνονται στην εφηβεία επηρεάζουν συχνά τις συνήθειες του ατόμου καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ