Δευτέρα, 29 Ιούν, 2026

Η κυβέρνηση Τραμπ αυξάνει την πίεση στην Κούβα με κυρώσεις και προειδοποιήσεις

Νέες κυρώσεις κατά της Κούβας ανακοίνωσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, κατηγορώντας το κομμουνιστικό καθεστώς ότι συμβάλλει στην εξαθλίωση του κουβανικού λαού και στην παρακμή της οικονομίας της χώρας, και ότι απειλεί την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, ανακοίνωσε στις 18 Μαΐου την επιβολή κυρώσεων σε αρκετές κυβερνητικές υπηρεσίες και ανώτερους αξιωματούχους της Κούβας, με στόχο την αντιμετώπιση της καταστολής στην Κούβα και των απειλών κατά της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ.

Όπως ανέφερε, επιβλήθηκαν κυρώσεις σε έντεκα μέλη της ελίτ του κουβανικού καθεστώτος και σε τρεις κυβερνητικούς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων κυβερνητικών αξιωματούχων και στρατιωτικών προσώπων που συνδέονται με τον μηχανισμό ασφαλείας της Κούβας. Σύμφωνα με τον Ρούμπιο, πολλοί από αυτούς ευθύνονται ή έχουν εμπλακεί στην καταστολή του κουβανικού λαού.

Μεταξύ των οργανισμών στους οποίους επιβλήθηκαν κυρώσεις περιλαμβάνονται το υπουργείο Εσωτερικών, που αποτελεί την κύρια υπηρεσία εσωτερικής ασφάλειας της Κούβας και είναι υπεύθυνο για την αστυνομία, τις δυνάμεις εσωτερικής ασφάλειας, τις υπηρεσίες πληροφοριών και τις φυλακές· η Εθνική Επαναστατική Αστυνομία, η οποία κατηγορείται ότι καταστέλλει διαδηλώσεις και λειτουργεί κινητές φυλακές· η Διεύθυνση Πληροφοριών της Κούβας, η βασική υπηρεσία πληροφοριών της χώρας.

Οι κυρώσεις στοχεύουν επίσης ανώτερους κυβερνητικούς αξιωματούχους της Κούβας, μεταξύ των οποίων ο Έντι Μανουέλ Σιέρα Αρίας, επικεφαλής της εθνικής αστυνομίας, ο Όσκαρ Αλεχάντρο Καλέχας Βαλκάρσε, ανώτερος αξιωματούχος του υπουργείου Εσωτερικών, και η Ροζαμπέλ Γκαμόν Βέρδε, υπουργός Δικαιοσύνης της Κούβας.

Στη λίστα περιλαμβάνονται επίσης ο Χοακίν Κίντας Σολά, υφυπουργός των Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων της Κούβας, ο Χουάν Εστέμπαν Λάσο Ερνάντες, πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης της Κούβας, ο Βισέντε ντε λα Ο Λέβυ, υπουργός Ενέργειας και Μεταλλείων, και η Μάιρα Αρεβίτς Μαρίν, υπουργός Επικοινωνιών.

Οι αμερικανικές κυρώσεις επεκτάθηκαν επίσης σε στρατιωτικούς και στελέχη του κομμουνιστικού κόμματος, μεταξύ των οποίων οι Χοσέ Μιγκέλ Γκόμες ντελ Βαλίν, Ραούλ Βιγιάρ Κέσελ, Ρομπέρτο Τομάς Μοράλες Οχέδα και Εουχένιο Αρμάντο Ραμπιλέρο Αγκιλέρα.

Οι ΗΠΑ κατηγόρησαν τους οργανισμούς και τα πρόσωπα στα οποία επιβλήθηκαν κυρώσεις ότι συμβάλλουν στην ταλαιπωρία του κουβανικού λαού και στην παρακμή της κουβανικής οικονομίας, ενώ επιτρέπουν σε ξένες χώρες να εκμεταλλεύονται την Κούβα για συλλογή πληροφοριών, στρατιωτικές επιχειρήσεις και τρομοκρατικές ενέργειες.

Βάσει των κυρώσεων, δεσμεύονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία και τα οικονομικά συμφέροντα των προσώπων και οργανισμών που βρίσκονται υπό αμερικανική δικαιοδοσία. Παράλληλα, απαγορεύεται σε Αμερικανούς πολίτες και επιχειρήσεις να πραγματοποιούν συναλλαγές μαζί τους, εκτός εάν υπάρχει ειδική άδεια από το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών.

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ προειδοποίησε επίσης ότι ξένες τράπεζες, επιχειρήσεις και ιδιώτες που πραγματοποιούν συναλλαγές με Κουβανούς αξιωματούχους που τελούν υπό κυρώσεις ή δραστηριοποιούνται στους τομείς άμυνας, ενέργειας, εξόρυξης, χρηματοοικονομικών υπηρεσιών ή ασφάλειας της Κούβας ενδέχεται επίσης να βρεθούν αντιμέτωποι με κυρώσεις.

Ο Ρούμπιο δήλωσε ότι οι νέες κυρώσεις περιορίζουν περαιτέρω την ικανότητα του κουβανικού καθεστώτος να καταπνίγει τη βούληση του κουβανικού λαού, προσθέτοντας ότι αναμένονται επιπλέον κυρώσεις τις επόμενες ημέρες και εβδομάδες.

Ανησυχίες για στρατιωτικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη

Οι δηλώσεις του Ρούμπιο έγιναν μετά από δημοσίευμα του Axios στις 17 Μαΐου, το οποίο, επικαλούμενο απόρρητες πηγές πληροφοριών, ανέφερε ότι η Κούβα απέκτησε περισσότερα από 300 στρατιωτικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη και είχε συζητήσει το ενδεχόμενο χρήσης τους κατά της αμερικανικής ναυτικής βάσης στον Κόλπο του Γκουαντάναμο, αμερικανικών πολεμικών πλοίων ή ακόμη και της Φλόριντα. Η εφημερίδα The Epoch Times δεν ήταν σε θέση να επαληθεύσει το δημοσίευμα.

Νεόδμητες σκηνές κράτησης για παράνομους μετανάστες στη Ναυτική Βάση των ΗΠΑ στον Κόλπο του Γκουαντάναμο. Κούβα, 21 Φεβρουαρίου 2025. (U.S. Navy/AFN Guantanamo Bay Public Affairs μέσω Reuters)

 

Ο υπουργός Εξωτερικών της Κούβας, Μπρούνο Ροδρίγκες, απέρριψε τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας στις 17 Μαΐου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κατασκευάζουν ένα αφήγημα προκειμένου να δικαιολογήσουν οικονομικό πόλεμο και ενδεχόμενη στρατιωτική επέμβαση εναντίον της Κούβας.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Ροδρίγκες υποστήριξε ότι, χωρίς καμία νόμιμη δικαιολογία, η αμερικανική κυβέρνηση προωθεί καθημερινά μια στημένη υπόθεση ώστε να δικαιολογήσει έναν αδυσώπητο οικονομικό πόλεμο κατά του κουβανικού λαού και μια πιθανή στρατιωτική επίθεση. Σημείωσε δε ότι συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης συμμετέχουν σε αυτήν την προσπάθεια, αναπαράγοντας συκοφαντίες και διαρρέοντας υπαινιγμούς που προέρχονται από την ίδια την αμερικανική κυβέρνηση.

Ο Κουβανός υπουργός δεν αναφέρθηκε συγκεκριμένα στο δημοσίευμα για τα στρατιωτικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη ούτε διέψευσε επισήμως ότι η Κούβα διαθέτει τέτοια οπλικά συστήματα, τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί τα τελευταία χρόνια τόσο από τη Ρωσία και το Ιράν όσο και από οργανώσεις που υποστηρίζονται από την Τεχεράνη σε διάφορες συγκρούσεις.

Ο Ροδρίγκες υποστήριξε ακόμη ότι η Κούβα ούτε απειλεί με ούτε επιθυμεί πόλεμο και ότι υπερασπίζεται την ειρήνη, ενώ είναι διατεθειμένη και προετοιμάζεται να αντιμετωπίσει εξωτερική επίθεση ασκώντας το δικαίωμα νόμιμης αυτοάμυνας που αναγνωρίζεται από τον Χάρτη του ΟΗΕ.

Η αμερικανική απάντηση

Η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει επιβεβαιώσει επισήμως τις πληροφορίες των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Ωστόσο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απάντησε με αυστηρή ανακοίνωση στις δηλώσεις της κουβανικής πλευράς.

Σε ανακοίνωσή του προς την Epoch Times, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανέφερε ότι ο πρόεδρος Τραμπ θα ενεργεί πάντοτε για την προστασία των αμερικανικών συμφερόντων και των πολιτών των ΗΠΑ από κάθε απειλή και ότι έχει ήδη λάβει ιστορικά μέτρα για την αντιμετώπιση της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης, της διακίνησης ναρκωτικών, του οργανωμένου εγκλήματος και της παρουσίας εχθρικών ξένων στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή.

Στην ίδια ανακοίνωση, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ χαρακτήρισε την Κούβα αποτυχημένο κομμουνιστικό κράτος, το οποίο επί μακρόν φιλοξενεί εχθρικές ξένες στρατιωτικές δυνάμεις, υπηρεσίες πληροφοριών και τρομοκρατικές οργανώσεις, προσθέτοντας ότι η χώρα αποτελεί σημαντική απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και ότι ο πρόεδρος Τραμπ δεν θα επιτρέψει η κατάσταση να εξελιχθεί σε μεγαλύτερη κρίση για την ασφάλεια των Αμερικανών.

Ο πρόεδρος Τραμπ έχει δηλώσει και στο παρελθόν ότι η Κούβα διώκει και βασανίζει πολιτικούς αντιπάλους, παρέχει ασφαλές καταφύγιο σε τρομοκρατικές οργανώσεις όπως η Χεζμπολάχ και η Χαμάς και συνιστά «έκτακτη απειλή για την εθνική ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ».

Την περασμένη εβδομάδα, η Κούβα υποστήριξε ότι δεν αποτελεί απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και ότι δεν υπάρχουν νόμιμοι λόγοι για να παραμείνει στον κατάλογο κρατών που υποστηρίζουν την τρομοκρατία.

Αντιδράσεις από Κούβα και Φλόριντα

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X στις 17 Μαΐου, το γραφείο του σερίφη της κομητείας Μονρόε, που καλύπτει τα νησιά Φλόριντα Κις, ανέφερε ότι ο σερίφης Ρικ Ράμσεϋ δεν είχε δεχθεί καμία ενημέρωση από ομοσπονδιακές ή πολιτειακές αρχές σχετικά με δημοσιεύματα περί πιθανής στρατιωτικής ενέργειας της Κούβας κατά της αμερικανικής βάσης στον Κόλπο του Γκουαντάναμο με χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Ο Ράμσεϋ δήλωσε πως δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας και πως θα είχε ενημερωθεί αν είχε αλλάξει κάτι και θα είχε ειδοποιήσει το κοινό.

Ο πρέσβης της Κούβας στα Ηνωμένα Έθνη, Ερνέστο Σομπερόν, ανέφερε επίσης σε ανάρτησή του στις 17 Μαΐου ότι ο λαός της Κούβας είναι έτοιμος να υπερασπιστεί το έδαφος, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία του.

Η Εύα Γκόλινγκερ, δικηγόρος και συγγραφέας με έδρα τη Νέα Υόρκη, έγραψε επίσης στην πλατφόρμα X ότι η Κούβα δεν θα ξεκινούσε ποτέ επίθεση εναντίον οποιασδήποτε χώρας, πόσο μάλλον των Ηνωμένων Πολιτειών, προσθέτοντας ωστόσο ότι η χώρα έχει δικαίωμα στην αυτοάμυνα βάσει του Διεθνούς Δικαίου εάν δεχθεί επίθεση.

Κρίση καυσίμων και οικονομική πίεση

Την ίδια ώρα, η Κούβα αντιμετωπίζει σοβαρή ενεργειακή κρίση. Ο υπουργός Ενέργειας και Μεταλλείων της χώρας, Βισέντε ντε λα Ο Λέβυ, δήλωσε στις 13 Μαΐου ότι η χώρα έχει εξαντλήσει πλήρως τα αποθέματα ντίζελ και βαρέος μαζούτ και ότι το ηλεκτρικό της δίκτυο έχει εισέλθει σε κρίσιμη κατάσταση.

Ο Λέβυ ανέφερε ότι η Κούβα δεν είχε λάβει εισαγωγές πετρελαίου από τον Δεκέμβριο, μέχρι που η Ρωσία απέστειλε τον περασμένο μήνα 100.000 τόνους αργού πετρελαίου, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 700.000 βαρέλια.

Η Κούβα εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο της Βενεζουέλας, το οποίο της προμήθευε το σοσιαλιστικό καθεστώς του πρώην ηγέτη της χώρας Νικολάς Μαδούρο. Ωστόσο, η παροχή διακόπηκε μετά την απομάκρυνσή του από την εξουσία τον Ιανουάριο και την αντικατάστασή του από τη μεταβατική ηγέτιδα Ντέλσυ Ροδρίγκες. Το Μεξικό επίσης διέκοψε τις αποστολές πετρελαίου, υπό την πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών.

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανέφερε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, στις 13 Μαΐου, ότι επαναλαμβάνει δημόσια τη γενναιόδωρη προσφορά των Ηνωμένων Πολιτειών για παροχή πρόσθετης άμεσης ανθρωπιστικής βοήθειας προς τον κουβανικό λαό, και ότι εναπόκειται στο κουβανικό καθεστώς να αποφασίσει εάν θα αποδεχθεί ή αν θα αρνηθεί την προσφορά αυτή.

Ο πρόεδρος Τραμπ έγραψε επίσης την περασμένη εβδομάδα στην πλατφόρμα Truth Social ότι η Κούβα ζητούσε βοήθεια και ότι οι δύο χώρες επρόκειτο να συνομιλήσουν.

Ιστορικό και επαφές με τη CIA

Το καθεστώς στην Κούβα ιδρύθηκε το 1959, όταν αντάρτες υπό την ηγεσία του Φιντέλ Κάστρο ανέτρεψαν τον υποστηριζόμενο από τις ΗΠΑ ηγέτη Φουλχένσιο Μπατίστα. Υπό την ηγεσία του Κάστρο, το καθεστώς στράφηκε προς τον μαρξισμό-λενινισμό και εδραίωσε μονοκομματική κομμουνιστική εξουσία τα επόμενα χρόνια. Η Κούβα διατηρούσε στενή συμμαχία με τη Σοβιετική Ένωση μέχρι την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Την περασμένη εβδομάδα, ο διευθυντής της CIA, Τζον Ράτκλιφ, και άλλοι αξιωματούχοι επισκέφθηκαν την Κούβα έπειτα από πρόσκληση του κομμουνιστικού καθεστώτος της Αβάνα. Σε ξεχωριστή επίσκεψη, ο Ράτκλιφ ταξίδεψε επίσης στην Αβάνα για να συναντηθεί με Κουβανούς αξιωματούχους, μεταξύ των οποίων και ο υπουργός Εσωτερικών Λάσαρο Άλβαρες Κάσας.

Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης της 14ης Μαΐου, η αμερικανική πρεσβεία στην Κούβα παρέπεμψε την Epoch Times στον Λευκό Οίκο για σχόλιο, ενώ ο Λευκός Οίκος παρέπεμψε με τη σειρά του στη CIA. Η CIA δεν απάντησε σε αίτημα σχολιασμού της συνάντησης.

Των Emel Akan και Chris Summers

Αναβλήθηκε προγραμματισμένη επίθεση κατά του Ιράν ενώ η Τεχεράνη θεσμοθετεί έλεγχο στα Στενά

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε τη Δευτέρα ότι ο αμερικανικός στρατός δεν θα προχωρήσει σε επίθεση κατά του Ιράν, η οποία, όπως ανέφερε, είχε προγραμματιστεί για την Τρίτη, ενώ παράλληλα η Τεχεράνη προχώρησε στη δημιουργία νέας αρχής για την επίσημη διαχείριση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.

Σε ανάρτησή του στο Truth Social, ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανέφερε ότι το πλήγμα κατά του Ιράν ήταν προγραμματισμένο για την Τρίτη, αλλά ακυρώθηκε επειδή ο ίδιος και άλλοι ηγέτες πιστεύουν ότι θα επιτευχθεί συμφωνία με την Τεχεράνη. Σημείωσε δε ότι η απόφαση για αναστολή νέας στρατιωτικής δράσης ελήφθη έπειτα από παρότρυνση των ηγετών του Κατάρ, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και της Σαουδικής Αραβίας.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο Τραμπ, η συμφωνία δεν θα περιλαμβάνει πυρηνικά όπλα για το Ιράν, ενώ σημείωσε ότι έδωσε εντολή στον υπουργό Πολέμου Πητ Χέγκσεθ και στον αρχηγό του Μεικτού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων Νταν Κέιν να αναστείλουν την επίθεση της Τρίτης. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι έχει δώσει περαιτέρω εντολή να είναι έτοιμοι να προχωρήσουν σε πλήρη, μεγάλης κλίμακας επίθεση κατά του Ιράν, ανά πάσα στιγμή, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία.

Τη Δευτέρα, ο Τραμπ είχε αναφέρει στη New York Post ότι οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν συνεχίζονται, αποφεύγοντας να μιλήσει λεπτομερώς, σχολιάζοντας ότι το Ιράν επιθυμεί να επιτευχθεί συμφωνία επειδή γνωρίζει τι πρόκειται να συμβεί σύντομα.

Η εύθραυστη εκεχειρία και η νέα ένταση

Για περισσότερο από έναν μήνα, η κατάπαυση του πυρός μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν διατηρείται σε γενικές γραμμές, έπειτα από προσωρινή συμφωνία που επιτεύχθηκε τον Απρίλιο μέσω διαπραγματεύσεων με τη μεσολάβηση του Πακιστάν και κρατών του Κόλπου. Ωστόσο, οι εντάσεις παραμένουν σε υψηλό επίπεδο, με τον ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών από τις ΗΠΑ και τις ιρανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις επιτήρησης στα Στενά του Ορμούζ να συνεχίζονται.

Επιπλέον, μη επανδρωμένο αεροσκάφος προκάλεσε πυρκαγιά την Κυριακή στην περίμετρο του μοναδικού πυρηνικού σταθμού παραγωγής ενέργειας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ), κίνηση την οποία οι αρχές χαρακτήρισαν «απρόκλητη τρομοκρατική επίθεση». Δεν αποδόθηκαν ευθύνες σε κανέναν, ωστόσο το περιστατικό ανέδειξε τον κίνδυνο αναζωπύρωσης του πολέμου, καθώς Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν έδειξαν ότι είναι έτοιμοι να συγκρουστούν εκ νέου. Δεν αναφέρθηκαν τραυματισμοί ούτε διαρροή ραδιενέργειας.

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τα οποία φιλοξενούν συστήματα αεράμυνας και προσωπικό του Ισραήλ, κατηγόρησαν πρόσφατα το Ιράν για επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους, ενώ η Σαουδική Αραβία καταδίκασε την επίθεση· αργότερα ανακοίνωσε ότι αναχαίτισε τρία μη επανδρωμένα αεροσκάφη που εισήλθαν από τον εναέριο χώρο του Ιράκ.

Η νέα Αρχή στα Στενά του Ορμούζ

Οι εντάσεις έχουν αυξηθεί γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, τη ζωτικής σημασίας θαλάσσια οδό μέσω της οποίας διακινείται περίπου το 20% των παγκόσμιων αποστολών πετρελαίου. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Τεχεράνη προχώρησε στη δημιουργία της νέας Αρχής Στενών του Περσικού Κόλπου, γνωστής ως PGSA, η οποία ανακοίνωσε σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα X στις 18 Μαΐου ότι αποτελεί πλέον τη «νομική οντότητα και αρμόδια Αρχή εκπροσώπησης» για τη διαχείριση της διέλευσης μέσω των Στενών του Ορμούζ εκ μέρους της ιρανικής κυβέρνησης.

Η νέα Αρχή ανέφερε ότι τα πλοία που κινούνται εντός των ορίων των Στενών, όπως αυτά έχουν καθοριστεί από το Ιράν, θα πρέπει να συντονίζονται με τις ιρανικές αρχές και τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας, προειδοποιώντας ότι «η διέλευση χωρίς άδεια θα θεωρείται παράνομη». Η PGSA εγκαινίασε τον επίσημο λογαριασμό της στην πλατφόρμα X με ανακοίνωση ότι θα παρέχει «ενημερώσεις σε πραγματικό χρόνο», σε μια κίνηση που θεωρείται η σαφέστερη δημόσια προσπάθεια της Τεχεράνης να θεσμοθετήσει τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.

Ιρανοί αξιωματούχοι δήλωσαν ότι η νέα Αρχή θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος ενός ευρύτερου συστήματος, το οποίο θα απαιτεί από τα εμπορικά πλοία να συνεργάζονται απευθείας με την Τεχεράνη για να αποκτούν πρόσβαση στη θαλάσσια οδό. Ο Εμπραχίμ Αζίζι, πρόεδρος της επιτροπής εθνικής ασφάλειας του ιρανικού κοινοβουλίου, ανέφερε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X στις 16 Μαΐου ότι η Τεχεράνη έχει προετοιμάσει έναν «επαγγελματικό μηχανισμό» για τη διαχείριση της ναυτιλιακής κυκλοφορίας μέσω του Ορμούζ και ότι θα εισπράττονται τα απαραίτητα τέλη για τις εξειδικευμένες υπηρεσίες που παρέχονται μέσω αυτού του μηχανισμού.

Ο Αζίζι επεσήμανε ότι η διέλευση θα απαγορεύεται σε όσους συμμετέχουν στο αποκαλούμενο «σχέδιο ελευθερίας», κάνοντας αναφορά στη ναυτική πρωτοβουλία υπό αμερικανική ηγεσία που αποσκοπεί στην προστασία της εμπορικής ναυσιπλοΐας στον Κόλπο.

Οι οικονομικές επιπτώσεις και η αντίδραση των ΗΠΑ

Η σύγκρουση με το Ιράν έχει ήδη κοστίσει στις επιχειρήσεις παγκοσμίως τουλάχιστον 25 δισεκατομμύρια δολάρια, εξαιτίας της αύξησης των τιμών της ενέργειας, των προβλημάτων στις θαλάσσιες μεταφορές και των διακοπών στις αλυσίδες εφοδιασμού. Τουλάχιστον 279 εταιρείες στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και την Ασία έχουν αναφέρει τη σύγκρουση ως παράγοντα πίσω από αμυντικά επιχειρηματικά μέτρα, μεταξύ των οποίων μείωση της παραγωγής, επιπλέον χρεώσεις καυσίμων, περικοπές προσωπικού και αναστολή πληρωμών προς μετόχους.

Η ανακοίνωση της νέας ιρανικής Αρχής έγινε εν μέσω συνεχιζόμενης διεθνούς κριτικής για τις ναυτικές ενέργειες της Τεχεράνης. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει διεθνή στήριξη για ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που καταδικάζει τις επιθέσεις του Ιράν κατά της ναυσιπλοΐας, την τοποθέτηση θαλάσσιων ναρκών και τις προσπάθειες επιβολής τελών στα πλοία.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε σε ανακοίνωση, στις 5 Μαΐου, ότι το Ιράν κρατά όμηρο την παγκόσμια οικονομία μέσω των απειλών του κατά της εμπορικής ναυσιπλοΐας, προσθέτοντας ότι το ψήφισμα του ΟΗΕ θα υπερασπιστεί την ελευθερία της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.

Το ψήφισμα καλεί το Ιράν να σταματήσει τις επιθέσεις κατά πλοίων, να αποκαλύψει τις τοποθεσίες των θαλάσσιων ναρκών και να συνεργαστεί με τις διεθνείς προσπάθειες για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας. Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζ. Ντ. Βανς, δήλωσε στις 12 Μαΐου ότι η Ουάσιγκτον επιδιώκει διπλωματική λύση μέσω του ΟΗΕ, ενώ παράλληλα επέκρινε τις ενέργειες του Ιράν στον Κόλπο.

Ο πρέσβης των ΗΠΑ στον ΟΗΕ Μάικ Γουόλτς δήλωσε αργότερα, στις 13 Μαΐου, ότι 113 χώρες έχουν συνυπογράψει το σχέδιο ψηφίσματος, σημειώνοντας ότι το Ιράν είναι απομονωμένο λόγω των παράνομων ενεργειών του να ναρκοθετεί  διεθνή ύδατα και να επιβάλλει τέλη διέλευσης.

Το πυρηνικό πρόγραμμα και οι όροι της συμφωνίας

Στο πλαίσιο μιας πιθανής ειρηνευτικής συμφωνίας, ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει δηλώσει ότι επιθυμεί την παράδοση όλων των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου διαθέτει το Ιράν και τον οριστικό τερματισμό του πυρηνικού του προγράμματος, κατηγορώντας τη χώρα ότι επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων.

Το Ιράν επιμένει ότι το πρόγραμμά του έχει ειρηνικούς σκοπούς, ωστόσο έχει εμπλουτίσει ουράνιο σε επίπεδα κοντά σε εκείνο που απαιτείται για την κατασκευή πυρηνικών όπλων και θεωρείται ευρέως ότι τουλάχιστον έως το 2003 το πρόγραμμά του είχε στρατιωτική διάσταση. Η Τεχεράνη έχει επανειλημμένα περιορίσει το έργο των επιθεωρητών ατομικής ενέργειας των Ηνωμένων Εθνών, ακόμη και μετά τη δωδεκαήμερη σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ πέρυσι το καλοκαίρι.

Τη Δευτέρα, κρατικά μέσα ενημέρωσης του Ιράν μετέδωσαν δήλωση αξιωματούχου σύμφωνα με την οποία το ιρανικό καθεστώς επιθυμεί την επιστροφή των δεσμευμένων περιουσιακών του στοιχείων, ενώ υποστήριξε ότι οι απαιτήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας είναι «αντίθετες με τα δικαιώματα του ιρανικού λαού». Είπε ότι αυτό είναι παράλογο και ότι το Ιράν δεν πρόκειται να συμφωνήσει, προσθέτοντας πως οι Αμερικανοί πρέπει να κατανοήσουν ότι η χώρα δεν θα αποδεχθεί τον τερματισμό του πολέμου με αντάλλαγμα πυρηνικές δεσμεύσεις.

Στις 11 Μαΐου, ο Τραμπ δήλωσε ότι η κατάπαυση του πυρός παραμένει εύθραυστη, έχοντας προηγουμένως απορρίψει πρόταση του Ιράν για τον τερματισμό της σύγκρουσης.

Των Jack Phillips και Evgenia Filimianova

Με πληροφορίες από Reuters και Associated Press

Ο ΠΟΥ προειδοποιεί για κίνδυνο περιφερειακής εξάπλωσης του ιού Έμπολα

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) κήρυξε στις 17 Μαΐου κατάσταση έκτακτης ανάγκης δημόσιας υγείας διεθνούς ενδιαφέροντος λόγω επιδημίας Έμπολα που προκαλείται από τον ιό Έμπολα Μπουντιμπούγκιο, έναν σπάνιο και λιγότερο θανατηφόρο τύπο του ιού σε σύγκριση με τον συχνότερο ιό Έμπολα του Ζαΐρ.

Η επιδημία εντοπίστηκε αρχικά στην επαρχία Ιτούρι της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, κοντά στα σύνορα με την Ουγκάντα και το Νότιο Σουδάν. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία των υγειονομικών αρχών, έχουν καταγραφεί περισσότερα από 300 ύποπτα κρούσματα και 88 θάνατοι, ενώ το CDC Αφρικής ανέφερε 336 ύποπτα περιστατικά και 87 θανάτους στο Κονγκό. Έως τις 16 Μαΐου, υπήρχαν επίσης 8 επιβεβαιωμένα κρούσματα και 246 ύποπτες περιπτώσεις που υποβάλλονταν σε εργαστηριακές εξετάσεις.

Τα περισσότερα περιστατικά έχουν καταγραφεί στις υγειονομικές ζώνες Μπούνια, Ρουαμπάρα και Μονγκμπουάλου. Ο υπουργός Υγείας του Κονγκό, Σαμουέλ-Ροζέ Καμπά, προειδοποίησε ότι το ποσοστό θνησιμότητας της τρέχουσας επιδημίας είναι ιδιαίτερα υψηλό και μπορεί να φτάσει έως και το 50%.

Ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ, Τέντρος Άντανομ Γκεμπρεγέσους, ανακοίνωσε ότι η επιδημία αποτελεί ζήτημα «διεθνούς ενδιαφέροντος» έπειτα από δύο επιβεβαιωμένα κρούσματα στην Καμπάλα της Ουγκάντας, στις 15 και 16 Μαΐου αντίστοιχα. Τα άτομα που μολύνθηκαν είχαν αφιχθεί από το Κονγκό, ενώ ένας από αυτούς έχασε τη ζωή του από τη λοίμωξη Μπουντιμπούγκιο.

Ο ΠΟΥ ανακοίνωσε επίσης μέσω της πλατφόρμας X ότι καταγράφηκε επιβεβαιωμένο εργαστηριακά κρούσμα στην πρωτεύουσα του Κονγκό, Κινσάσα, περίπου 1.000 χιλιόμετρα από το επίκεντρο της επιδημίας στην Ιτούρι, γεγονός που εντείνει τις ανησυχίες για ευρύτερη εξάπλωση. Σύμφωνα με τον οργανισμό, ο ασθενής είχε επισκεφθεί την Ιτούρι, ενώ ύποπτα περιστατικά αναφέρθηκαν και στην επαρχία Βόρειο Κίβου, μία από τις πολυπληθέστερες περιοχές της χώρας που συνορεύει με την Ιτούρι.

Ο οργανισμός υγείας των Ηνωμένων Εθνών ανέφερε ότι υπάρχουν σημαντικές αβεβαιότητες σχετικά με τον πραγματικό αριθμό των μολυσμένων ατόμων και τη γεωγραφική εξάπλωση της επιδημίας, καθώς και περιορισμένη κατανόηση των επιδημιολογικών συνδέσεων μεταξύ γνωστών και ύποπτων κρουσμάτων.

Παράλληλα, προειδοποίησε ότι τα υψηλά ποσοστά θετικών τεστ και οι αυξανόμενες αναφορές ασθενών και θανάτων στην Ιτούρι υποδεικνύουν πιθανώς μια πολύ μεγαλύτερη επιδημία από αυτήν που έχει μέχρι στιγμής εντοπιστεί και αναφερθεί, με σημαντικό τοπικό και περιφερειακό κίνδυνο εξάπλωσης.

Ο ΠΟΥ τόνισε ότι οι χώρες που συνορεύουν με το Κονγκό θεωρούνται υψηλού κινδύνου για περαιτέρω μετάδοση λόγω της κινητικότητας των πληθυσμών, των εμπορικών και ταξιδιωτικών διασυνδέσεων και της συνεχιζόμενης επιδημιολογικής αβεβαιότητας.

Ο οργανισμός ανακοίνωσε ότι προχωρά στη σύγκληση επιτροπής έκτακτης ανάγκης προκειμένου να δοθούν κατευθυντήριες οδηγίες τόσο στις χώρες της περιοχής όσο και διεθνώς για την καλύτερη αντιμετώπιση της επιδημίας. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η έξαρση «δεν πληροί τα κριτήρια πανδημικής κατάστασης έκτακτης ανάγκης».

Σύμφωνα με τις οδηγίες του ΠΟΥ, άτομα που έχουν μολυνθεί ή έχουν έρθει σε επαφή με κρούσματα της νόσου δεν θα πρέπει να ταξιδεύουν διεθνώς, εκτός εάν πρόκειται για ιατρική διακομιδή. Ο οργανισμός συνέστησε την άμεση απομόνωση των επιβεβαιωμένων περιστατικών, την καθημερινή παρακολούθηση των επαφών τους και τον περιορισμό των μετακινήσεών τους έως και 21 ημέρες μετά την έκθεση στον ιό.

Παράλληλα, ο ΠΟΥ δεν συνέστησε το κλείσιμο συνόρων ή περιορισμούς στο εμπόριο και τα ταξίδια, επισημαίνοντας ότι τέτοια μέτρα συνήθως λαμβάνονται από φόβο και δεν βασίζονται στην επιστήμη, ενώ συχνά ωθούν ανθρώπους και αγαθά σε παράνομες και μη ελεγχόμενες διαδρομές. Ωστόσο, κάλεσε τις κρατικές αρχές να συνεργαστούν με αεροπορικές εταιρείες και τουριστικές υπηρεσίες ώστε να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις οδηγίες του οργανισμού για τις διεθνείς μετακινήσεις.

Τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC) εξέδωσαν ταξιδιωτική προειδοποίηση Επιπέδου 2 για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, καλώντας τους ταξιδιώτες να λαμβάνουν ενισχυμένες προφυλάξεις. Το CDC συνέστησε στους πολίτες στην επαρχία Ιτούρι να αποφεύγουν επαφή με άτομα που παρουσιάζουν συμπτώματα όπως πυρετό, μυϊκούς πόνους και εξανθήματα, καθώς και να αποφεύγουν τις υγειονομικές εγκαταστάσεις της περιοχής.

Η αμερικανική πρεσβεία στο Κονγκό κατέταξε την επαρχία Ιτούρι στο Επίπεδο 4, δηλαδή στην κατηγορία «Μην ταξιδεύετε», λόγω της επιδημίας. Για την Ουγκάντα, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ διατηρεί ταξιδιωτική οδηγία Επιπέδου 3 — «Επανεξετάστε το ταξίδι» — ενώ το CDC εξέδωσε για τη χώρα προειδοποίηση Επιπέδου 1, δηλαδή «Τήρηση των συνηθισμένων προφυλάξεων».

Ο Έμπολα μεταδίδεται μέσω στενής επαφής με σωματικά υγρά μολυσμένων ανθρώπων, όπως αίμα και εμετός, και σπανιότερα μέσω μολυσμένων ζώων. Η περίοδος επώασης κυμαίνεται από δύο έως είκοσι μία ημέρες και η νόσος χαρακτηρίζεται από αιφνίδια εμφάνιση πυρετού, πόνων και εξάντλησης. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσει διάρροια, έμετο και ανεξήγητη αιμορραγία.

Οι υγειονομικές αρχές ανέφεραν ότι η τρέχουσα επιδημία προκαλείται από τον ιό Έμπολα Μπουντιμπούγκιο [Bundibugyo ebolavirus], για τον οποίο δεν υπάρχουν εγκεκριμένα εμβόλια ή ειδικές θεραπείες. Αν και στο παρελθόν έχουν σημειωθεί περισσότερες από είκοσι επιδημίες Έμπολα στο Κονγκό και την Ουγκάντα, αυτή είναι μόλις η τρίτη φορά που εντοπίζεται ο συγκεκριμένος τύπος του ιού.

Ο Μπουντιμπούγκιο εντοπίστηκε για πρώτη φορά στην Ουγκάντα το 2007 και η τελευταία γνωστή επιδημία του καταγράφηκε το 2012. Ιστορικά, έχει συνδεθεί με χαμηλότερο ποσοστό θνησιμότητας — περίπου 30% — αν και αυτό διαφέρει ανάλογα με την επιδημία.

Οι μεγαλύτερες επιδημίες Έμπολα σε ανθρώπους έχουν συνδεθεί κυρίως με τον ιό Έμπολα του Ζαΐρ [Zaire ebolavirus] και τον ιό Έμπολα του Σουδάν [Sudan ebolavirus], οι οποίοι παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας, που κυμαίνονται μεταξύ 50% και 90% και μεταξύ 50% και 70% αντίστοιχα. Για τον τύπο Ζαΐρ, που συχνά αποκαλείται απλώς «ιός Έμπολα», υπάρχουν διαθέσιμα εμβόλια και θεραπείες.

Ο ΠΟΥ ανέφερε ότι τα σημερινά στοιχεία εξάπλωσης παρουσιάζουν ομοιότητες με την επιδημία του 2018–2019 στις επαρχίες Βόρειο Κίβου και Ιτούρι, όταν είχε εξαπλωθεί ο πιο θανατηφόρος ιός Έμπολα του Ζαΐρ. Όπως σημείωσε ο οργανισμός, το τρέχον περιστατικό θεωρείται εξαιρετικό λόγω της έλλειψης διαθέσιμων θεραπειών και εμβολίων για τον Μπουντιμπούγκιο.

Η πιο πρόσφατη επιδημία του τύπου Ζαΐρ σημειώθηκε στο Κονγκό από τον Σεπτέμβριο έως τον Δεκέμβριο του 2025, αποτελώντας τη δέκατη έκτη επιδημία Έμπολα στη χώρα. Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, τότε πέθαναν 45 από τα 64 άτομα που είχαν μολυνθεί, με ποσοστό θνησιμότητας 70%.

Των Melanie Sun και Jack Phillips

Με πληροφορίες από το Associated Press

Μη επανδρωμένο αεροσκάφος πλήττει πυρηνικό εργοστάσιο των ΗΑΕ

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) ανακοίνωσαν στις 17 Μαΐου ότι μη επανδρωμένο αεροσκάφος έπληξε γεννήτρια στο πυρηνικό τους εργοστάσιο, προκαλώντας πυρκαγιά, ενώ είναι ακόμη σε ισχύ η εκεχειρία μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών. Καμία χώρα δεν έχει αναλάβει την ευθύνη για την επίθεση.

Το υπουργείο Άμυνας των ΗΑΕ ανέφερε ότι τρία μη επανδρωμένα αεροσκάφη εισήλθαν στη χώρα στις 17 Μαΐου από τη δυτική συνοριακή περιοχή της. Τα δύο από αυτά αναχαιτίστηκαν επιτυχώς από τα αμυντικά συστήματα, ενώ το τρίτο έπληξε ηλεκτρική γεννήτρια εκτός της εσωτερικής περιμέτρου του πυρηνικού σταθμού Μπαράκα, στην περιοχή Αλ Ντάφρα των ΗΑΕ.

Αξιωματούχοι των ΗΑΕ χαρακτήρισαν τις επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη ως τρομοκρατικές και δήλωσαν ότι διερευνούν την προέλευσή τους. Το υπουργείο Άμυνας δεν απέδωσε ευθύνες για τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και σημείωσε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα, προσθέτοντας ότι περισσότερες λεπτομέρειες θα ανακοινωθούν μετά την ολοκλήρωσή της.

Σε ανακοίνωσή του, το υπουργείο υπογράμμισε ότι τα ΗΑΕ παραμένουν προετοιμασμένα και έτοιμα να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε απειλή και ότι θα αντιταχθούν αποφασιστικά σε κάθε προσπάθεια υπονόμευσης της ασφάλειας της χώρας, με τρόπο που θα διασφαλίζει την κυριαρχία, την ασφάλεια και τη σταθερότητά της, καθώς και θα προστατεύει τα εθνικά συμφέροντα και τα επιτεύγματά της.

Η επίθεση προκάλεσε πυρκαγιά, ωστόσο δεν αναφέρθηκαν θύματα ούτε επηρεάστηκαν τα επίπεδα ραδιενέργειας, σύμφωνα με το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΑΕ. Η ρυθμιστική αρχή πυρηνικής ενέργειας της χώρας ανέφερε ότι η πυρκαγιά δεν επηρέασε την ασφάλεια του σταθμού και ότι όλες οι μονάδες λειτουργούν κανονικά.

Ο πυρηνικός σταθμός Μπαράκα, αξίας 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων, κατασκευάστηκε από τα ΗΑΕ με τη βοήθεια της Νότιας Κορέας και τέθηκε σε λειτουργία το 2020. Πρόκειται για το μοναδικό πυρηνικό εργοστάσιο στον αραβικό κόσμο και μπορεί να καλύψει το ένα τέταρτο των ενεργειακών αναγκών των ΗΑΕ, μιας πλούσιας πετρελαιοπαραγωγού χώρας που φιλοξενεί το σημαντικό εμπορικό, τουριστικό και χρηματοοικονομικό κέντρο του Ντουμπάι.

Διεθνείς αντιδράσεις και διπλωματικές επαφές

Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, δήλωσε ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Νοτιοκορεάτη ομόλογό του. Παράλληλα, ο επικεφαλής της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ), του πυρηνικού εποπτικού οργανισμού του ΟΗΕ με έδρα τη Βιέννη, συναντήθηκε με τον αναπληρωτή πρωθυπουργό των ΗΑΕ, Αμπντάλα μπιν Ζαγέντ, σύμφωνα με ανάρτηση του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΑΕ στην πλατφόρμα X.

Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΑΕ σημείωσε επίσης ότι ο Ζαγέντ δήλωσε στον επικεφαλής της ΔΟΑΕ, Ραφαέλ Γκρόσσι, πως καταδίκασε έντονα τη «δόλια τρομοκρατική επίθεση» (sic) που προκάλεσε πυρκαγιά σε ηλεκτρική γεννήτρια.

Παρότι μέχρι στιγμής κανείς δεν έχει αναλάβει την ευθύνη, τα ΗΑΕ κατηγόρησαν το Ιράν ότι εξαπέλυσε επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους τις τελευταίες ημέρες, εν μέσω της έντασης γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, που βρίσκονται ακόμη υπό το έλεγχο του Ιράν, ενώ παράλληλα ισχύει και ο ναυτικός αποκλεισμός των ΗΠΑ.

Από την έναρξη της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η Τεχεράνη έχει εξαπολύσει μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους κατά των ΗΑΕ, εμπορικών πλοίων στην περιοχή και άλλων αραβικών κρατών του Κόλπου, δικαιολογώντας τις επιθέσεις αυτές με τον ισχυρισμό ότι οι χώρες αυτές στηρίζουν την αμερικανική προσπάθεια εναντίον του Ιράν.

Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, τα ΗΑΕ ανακοίνωσαν ότι δέχθηκαν πυρά από το Ιράν και ότι αντιμετώπισαν ενεργά ιρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους. Σύμφωνα με αξιωματούχους, το Ιράν επιτέθηκε επίσης περίπου την ίδια χρονική περίοδο στη βασική πετρελαϊκή εγκατάσταση και βιομηχανική ζώνη των ΗΑΕ, γνωστή ως Φουτζάιρα.

Τα ΗΑΕ και το Ισραήλ έχουν επιβεβαιώσει ότι η αραβική χώρα του Κόλπου φιλοξενεί αντιαεροπορικά συστήματα και προσωπικό από το Ισραήλ.

Νέες προειδοποιήσεις Τραμπ 

Αν και η εκεχειρία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν φαίνεται να εξακολουθεί να τηρείται, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε νέα ειρηνευτική πρόταση της Τεχεράνης και άφησε να εννοηθεί  ότι ενδέχεται να επαναληφθούν οι εχθροπραξίες.

Ο Τραμπ δήλωσε επίσης σε δημοσιογράφους μέσα στο προεδρικό αεροσκάφος πως είτε οι Ηνωμένες Πολιτείες είτε η Κίνα θα μπορούσαν να εισέλθουν στο Ιράν για να απομακρύνουν αυτό που χαρακτήρισε «πυρηνική σκόνη», αναφερόμενος στο εμπλουτισμένο ουράνιο που είχε θαφτεί κάτω από ερείπια των εγκαταστάσεων που δέχτηκαν τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα το καλοκαίρι του 2025.

Στις 17 Μαΐου, ο Τραμπ απηύθυνε νέα προειδοποίηση προς την ηγεσία του Ιράν, λέγοντας ότι η Τεχεράνη πρέπει να κινηθεί γρήγορα, διαφορετικά «δεν θα απομείνει τίποτα». Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ανέφερε ότι ο χρόνος μετρά αντίστροφα για το Ιράν.

Την ίδια ημέρα, Ιρανοί αξιωματούχοι άφησαν να εννοηθεί ότι είναι προετοιμασμένοι για επανέναρξη της σύγκρουσης. Ο Ιρανός στρατιωτικός αξιωματούχος Αμπολφάζλ Σεκαρτσί ανέφερε σε ανακοίνωση ότι μελλοντικά αμερικανικά πλήγματα κατά του Ιράν θα αντιμετωπιστούν με σφοδρά χτυπήματα και προειδοποίησε ότι αυτό θα οδηγήσει την κυβέρνηση Τραμπ σε ένα «αυτοδημιούργητο τέλμα», σύμφωνα με το ημιεπίσημο πρακτορείο ειδήσεων IRNA.

Η Ουάσιγκτον καλεί την Τεχεράνη να διαλύσει το πυρηνικό της πρόγραμμα και να εγκαταλείψει τον έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ. Από την πλευρά του, το Ιράν ζητά αποζημιώσεις για τις ζημιές του πολέμου, τερματισμό του αμερικανικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών και παύση των συγκρούσεων σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου του Λιβάνου, όπου το Ισραήλ πολεμά την τρομοκρατική οργάνωση Χεζμπολάχ, την οποία υποστηρίζει το ισλαμικό καθεστώς του Ιράν.

Πριν ανακοινωθεί η εκεχειρία τον περασμένο μήνα, ο Τραμπ είχε προειδοποιήσει ότι θα έπληττε ιρανικές γέφυρες και εργοστάσια ηλεκτρικής ενέργειας εάν η ιρανική κυβέρνηση δεν κατέληγε σε συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Άνοδος στις διεθνείς τιμές πετρελαίου

Η επίθεση στα ΗΑΕ προκάλεσε επίσης αναταραχή στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Οι τιμές του πετρελαίου σημείωσαν σημαντική άνοδο στις 18 Μαΐου μετά το πλήγμα κοντά στο πυρηνικό εργοστάσιο των ΗΑΕ και την κλιμάκωση της έντασης γύρω από το Ιράν.

Το διεθνές σημείο αναφοράς Brent αυξήθηκε κατά 1,85% στις 18 Μαΐου, φτάνοντας τα 111,29 δολάρια το βαρέλι, στο υψηλότερο επίπεδο από τις 5 Μαΐου. Την ίδια στιγμή, το αμερικανικό αργό West Texas Intermediate ξεπέρασε τα 107 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας άνοδο 2,19%.

Με τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν έχουν περιέλθει σε αδιέξοδο, οι ανησυχίες γύρω από τον πόλεμο με το Ιράν ωθούν υψηλότερα τις τιμές του πετρελαίου,

Των Jack Phillips και Aldgra Fredly

Με πληροφορίες από Reuters και Associated Press

Εκδηλώσεις και μηνύματα ευγνωμοσύνης για την Παγκόσμια Ημέρα Φάλουν Ντάφα

Στις 13 Μαΐου, ασκούμενοι και υποστηρικτές από 58 χώρες και περιοχές απέστειλαν ευχές στον ιδρυτή του Φάλουν Γκονγκ, κ. Λι Χονγκτζί, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Φάλουν Ντάφα.

Η 13η Μαΐου σηματοδότησε την 27η Παγκόσμια Ημέρα Φάλουν Ντάφα και τα γενέθλια του ιδρυτή του Φάλουν Γκονγκ, κ. Λι Χονγκτζί. Παράλληλα, τιμήθηκε η 34η επέτειος από τη δημόσια παρουσίαση της πνευματικής άσκησης στο Τσανγκτσούν της Κίνας, το 1992.

Ασκούμενοι και υποστηρικτές του Φάλουν Γκονγκ από 58 χώρες και περιοχές απέστειλαν χιλιάδες ευχές, κάρτες, βίντεο, έργα τέχνης, μουσικές ηχογραφήσεις, ποιήματα, ζωγραφιές και καλλιγραφικά έργα στο Minghui.org, ιστότοπο που λειτουργεί ως πλατφόρμα για τους ασκούμενους του Φάλουν Γκονγκ παγκοσμίως ώστε να μοιράζονται εμπειρίες και να δημοσιεύουν πληροφορίες σχετικά με την άσκηση.

Πολλοί ήταν αυτοί που εξέφρασαν βαθιά ευγνωμοσύνη για τις διδασκαλίες που είχαν καθοριστική επίδραση στη ζωή τους.

Το Φάλουν Γκονγκ, γνωστό και ως Φάλουν Ντάφα, είναι μια παραδοσιακή πνευματική πρακτική που συνδυάζει ήπιες ασκήσεις και διαλογισμό με διδασκαλίες για την ηθική καλλιέργεια. Παρουσιάστηκε από τον κ. Λι Χονγκτζί στις 13 Μαΐου 1992 και βασίζεται στις αρχές της αλήθειας, της καλοσύνης και της ανεκτικότητας.

Η άσκηση προσφέρεται δωρεάν σε όλο τον κόσμο. Από το 1992 έχει εξαπλωθεί σε περισσότερες από 100 χώρες και περιοχές, ενώ το βασικό βιβλίο «Τζούαν Φάλουν» έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 50 γλώσσες. Σε διεθνές επίπεδο έχει λάβει δεκάδες χιλιάδες βραβεία και τιμητικές διακηρύξεις.

Ευχές από την Κίνα

Στην ηπειρωτική Κίνα, όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) διώκει το Φάλουν Γκονγκ από το 1999, οι ανοιχτοί εορτασμοί είναι αδύνατοι. Για λόγους ασφαλείας, οι ασκούμενοι απέστειλαν ανώνυμα τις ευχές τους στο Minghui.org.

Τα μηνύματα προέρχονταν από ένα ευρύ φάσμα της κοινωνίας —μεταξύ άλλων γιατρούς και νοσηλευτές, εκπαιδευτικούς, δημόσιους υπαλλήλους, επαγγελματίες του χρηματοοικονομικού τομέα, στρατιωτικούς και βετεράνους, εργάτες, αγρότες, φοιτητές και συνταξιούχους— και κάλυπταν 31 επαρχίες, δήμους και αυτόνομες περιοχές.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις ευχές ασκούμενων που εξακολουθούν να βρίσκονται φυλακισμένοι ή κρατούμενοι σε κέντρα κράτησης σε επαρχίες όπως η Χεϊλονγκτζιάνγκ, η Τζιλίν, η Λιαονίνγκ, η Σαντόνγκ, η Σιτσουάν και η Χεμπέι. Παρά τις σκληρές συνθήκες, κατάφεραν να αποστείλουν τις ευχές τους.

Εορτασμοί και προσωπικές ιστορίες

Ασκούμενοι στο εξωτερικό πραγματοποίησαν ανοιχτές εκδηλώσεις με παρελάσεις, συγκεντρώσεις, τραγούδια, χορούς και πολιτιστικές δραστηριότητες σε πόλεις της Βόρειας Αμερικής, της Ευρώπης, της Αυστραλίας και της Ασίας. Πολλοί απέστειλαν επίσης προσωπικά μηνύματα στο Minghui.org, ενώ ορισμένοι μοιράστηκαν τις εμπειρίες τους με την εφημερίδα The Epoch Times.

Ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ συμμετέχουν σε παρέλαση για τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Φάλουν Ντάφα και ζητούν τον τερματισμό των διώξεων στην Κίνα, στη Νέα Υόρκη, στις 13 Μαΐου 2026. (Samira Bouaou/The Epoch Times)

 

Ο Έρικ Μέλτζερ, επιχειρηματίας με έδρα την Ουάσιγκτον που άρχισε να ασκείται πριν από 26 χρόνια, δήλωσε στην Epoch Times ότι η προσήλωση στις αρχές της αλήθειας, της καλοσύνης και της ανεκτικότητας έχει διαμορφώσει βαθιά την καθημερινότητά του τόσο στις καλές όσο και στις δύσκολες στιγμές. Όπως ανέφερε, αισθάνεται ιδιαίτερα ευγνώμων προς τον Δάσκαλο Λι επειδή κατέστησε δημόσια διαθέσιμο το Φάλουν Ντάφα και επειδή ο ίδιος το γνώρισε όταν ακόμη φοιτούσε στο λύκειο.

Η Κριστίν Κόνορ, βελονίστρια στο Λος Άντζελες, δήλωσε ότι άρχισε να ασκείται το 2011 αφού ενημερώθηκε για τις διώξεις και συγκινήθηκε από τη σταθερή πίστη των ασκούμενων. Όπως είπε στην Epoch Times, η ζωή της μεταμορφώνεται και έχει πλέον ακολουθήσει έναν εντελώς νέο δρόμο. Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Φάλουν Ντάφα, ευχήθηκε χρόνια πολλά στον ιδρυτή της πρακτικής. Παράλληλα, εξέφρασε τις ευχαριστίες της για την απεριόριστη συμπόνια και για όλα όσα [ο κ. Λι Χονγκτζί] έχει προσφέρει στους ασκούμενους.

Η Άννα Χου, στο Τορόντο, άρχισε να ασκείται το 2016 αφού είχε παρακολουθήσει αρκετές παρελάσεις του Φάλουν Γκονγκ. Δήλωσε στην Epoch Times ότι η πρακτική μετέτρεψε τη μέχρι τότε τεταμένη σχέση με τη μητέρα της σε μια σχέση αληθινής αγάπης και φροντίδας. Πρόσθεσε ότι και η κόρη της άρχισε επίσης να ασκείται έπειτα από συμμετοχή σε εκδηλώσεις.

Ο Έντμουντ Μπέκες, ανώτερο στέλεχος της γαλακτοκομικής βιομηχανίας στην Αυστραλία με 37 χρόνια εργασίας σε πολυεθνική εταιρεία, ασκείται μόλις λίγους μήνες, ωστόσο δήλωσε ότι ήδη αισθάνεται σαφείς θετικές αλλαγές τόσο στο σώμα όσο και στο πνεύμα. Περιέγραψε τις βασικές αρχές της πρακτικής ως «πολύ όμορφες» και ωφέλιμες για την ψυχική ισορροπία, καθώς βοηθούν κάποιον να παραμένει ήρεμος και χαλαρός ακόμη και σε αγχωτικές επαγγελματικές συνθήκες.

Μηνύματα στήριξης και από μη ασκούμενους

Πολλοί άνθρωποι που δεν ασκούν το Φάλουν Γκονγκ εξέφρασαν επίσης την εκτίμησή τους προς τον κ. Λι Χονγκτζί.

Ο Ράο Σινγκ, πρώην μέλος της κινεζικής Ένοπλης Αστυνομίας που ζει πλέον στην Ευρώπη, δήλωσε στην Epoch Times ότι οι αρχές της αλήθειας, της καλοσύνης και της ανεκτικότητας εκφράζουν αξίες οι οποίες απουσιάζουν έντονα από την Κίνα υπό το κομμουνιστικό καθεστώς. Ευχήθηκε επίσης ασφάλεια και ευημερία στον κ. Λι και σε όλους τους ασκούμενους.

Ο Γου Τσισουάν, 31 ετών, πρώην επόπτης δημόσιας υγείας από την πόλη Τανγκσάν της επαρχίας Χεμπέι, ο οποίος ζει πλέον στις Ηνωμένες Πολιτείες, δήλωσε στην Epoch Times ότι ευχήθηκε χρόνια πολλά στον κ. Λι. Παράλληλα, απέδωσε εύσημα στα λογισμικά εργαλεία που έχουν αναπτύξει ασκούμενοι του Φάλουν Γκονγκ, σημειώνοντας ότι βοήθησαν ανθρώπους όπως ο ίδιος να αποκτήσουν πρόσβαση σε μη λογοκριμένες πληροφορίες στο διαδίκτυο. Ο Γου επεσήμανε ότι οι αρχές της πρακτικής έχουν θετική αξία για την προσωπική ηθική και τις κοινωνικές σχέσεις, ανεξάρτητα από το αν κάποιος ακολουθεί ή όχι τις ασκήσεις.

Φωτογραφίες και ευχετήριες κάρτες

Το Minghui.org δημοσίευσε εκατοντάδες φωτογραφίες από ευχετήριες κάρτες, χειροποίητα έργα τέχνης, ζωγραφιές και έργα καλλιγραφίας που εστάλησαν από όλο τον κόσμο. Πολλές κάρτες ήταν εμπνευσμένες από παραδοσιακά κινεζικά καλλιτεχνικά πρότυπα και εξέφραζαν σεβασμό και ευγνωμοσύνη. Οι εκδηλώσεις στο εξωτερικό παρήγαγαν επίσης ζωντανές φωτογραφίες από παραστάσεις και ομαδικούς εορτασμούς, γεμάτους πολύχρωμα πανό και χαρούμενους συμμετέχοντες.

Με αφορμή τη σημαντική αυτή ημέρα, τόσο οι ασκούμενοι όσο και οι υποστηρικτές υπογράμμισαν την οικουμενική απήχηση των διδασκαλιών του Φάλουν Γκονγκ και εξέφρασαν την ελπίδα ότι ακόμη περισσότεροι άνθρωποι θα ωφεληθούν από τις ηθικές του αρχές τα επόμενα χρόνια.

Του Arthur Zhang

Οι υγειονομικές αρχές σε επιφυλακή για τον ιό Έμπολα στο Κονγκό

Νέο ξέσπασμα του ιού Έμπολα επιβεβαιώθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (Κονγκό), ενώ υγειονομικές αρχές ανακοίνωσαν ότι παρακολουθούν παράλληλα και επιδημιολογικές εξελίξεις στην Ουγκάντα. Τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων της Αφρικής (CDC Αφρικής) ανακοίνωσαν στις 15 Μαΐου ότι έχουν καταγραφεί 246 ύποπτα κρούσματα και 65 θάνατοι στο Κονγκό, μεταξύ των οποίων τέσσερις θάνατοι από εργαστηριακά επιβεβαιωμένα κρούσματα.

Σύμφωνα με το CDC Αφρικής, οι προκαταρκτικοί έλεγχοι επιβεβαίωσαν την παρουσία του ιού Έμπολα σε δεκατρία από τα είκοσι δείγματα που εξετάστηκαν. Τα πρώτα αποτελέσματα δείχνουν ότι πρόκειται για μη-ζαϊρικό στέλεχος του ιού, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη γενετική ανάλυση για τον ακριβέστερο χαρακτηρισμό του στελέχους. Το ξέσπασμα εντοπίστηκε αρχικά στην επαρχία Ιτούρι, στο βορειοανατολικό τμήμα του Κονγκό, περιοχή που συνορεύει με την Ουγκάντα και το Νότιο Σουδάν (Δημοκρατία του Νότιου Σουδάν), ενώ ορισμένα από τα ύποπτα κρούσματα έχουν καταγραφεί στην πόλη Μπουνία, πρωτεύουσα της επαρχίας.

Οι αφρικανικές υγειονομικές αρχές προειδοποίησαν ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος περαιτέρω εξάπλωσης της επιδημίας λόγω της υψηλής πυκνότητας πληθυσμού, των έντονων μετακινήσεων μεταξύ των παραμεθόριων περιοχών και των ανεπαρκών διαδικασιών ελέγχου λοιμώξεων.

Την ίδια στιγμή, τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC) ανακοίνωσαν ότι παρέχουν τεχνική βοήθεια στις κυβερνήσεις της Ουγκάντας και του Κονγκό μέσω των τοπικών γραφείων τους, καθώς παρακολουθούν την εξέλιξη της επιδημίας.

Ο εκτελών χρέη διευθυντή του CDC, Τζέι Μπατατσάρια, δήλωσε κατά τη διάρκεια ενημέρωσης δημοσιογράφων ότι η υπηρεσία διαθέτει εκτεταμένη εμπειρία και τεχνογνωσία στην αντιμετώπιση επιδημιών Έμπολα και συνεργάζεται στενά με το υπουργείο Υγείας του Κονγκό για τη στήριξη των επιχειρήσεων αντιμετώπισης της επιδημίας.

Προσέθεσε ότι η κυβέρνηση της Ουγκάντας επιβεβαίωσε επίσης ξέσπασμα Έμπολα στη χώρα και ότι το CDC συντονίζεται με το τοπικό γραφείο και τους συνεργάτες του στην περιοχή για την παρακολούθηση και την υποστήριξη της προσπάθειας περιορισμού της επιδημίας. Σύμφωνα με τον Μπατατσάρια, τα κλιμάκια του CDC στην Αφρική παραμένουν πλήρως στελεχωμένα και εξοπλισμένα, ενώ η υπηρεσία είναι έτοιμη να ενεργοποιήσει επιπλέον πόρους, εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο.

Αξιωματούχοι του CDC Αφρικής ανέφεραν επίσης ότι προετοιμάζεται επείγουσα συντονιστική συνάντηση με τη συμμετοχή αρχών από το Κονγκό, την Ουγκάντα και το Νότιο Σουδάν, καθώς και διεθνών οργανισμών και φορέων, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), το CDC των ΗΠΑ και η φαρμακευτική εταιρεία Merck, προκειμένου να καθοριστούν οι προτεραιότητες αντιμετώπισης της νέας επιδημίας.

Ο γενικός διευθυντής του CDC Αφρικής, Δρ Ζαν Κασεγιά, ανέφερε σε ανακοίνωσή του ότι ο οργανισμός στέκεται αλληλέγγυος προς την κυβέρνηση και τον λαό του Κονγκό στην αντιμετώπιση της επιδημίας. Όπως σημείωσε, λόγω της αυξημένης μετακίνησης πληθυσμών μεταξύ των πληγεισών περιοχών και των γειτονικών χωρών, απαιτείται άμεσος περιφερειακός συντονισμός. Πρόσθεσε ότι το CDC Αφρικής συνεργάζεται με το Κονγκό, την Ουγκάντα, το Νότιο Σουδάν και άλλους εταίρους για την ενίσχυση της επιτήρησης, της ετοιμότητας και της αντίδρασης, με στόχο τον όσο το δυνατόν ταχύτερο περιορισμό της επιδημίας.

Ο Έμπολα είναι σπάνια αλλά ιδιαίτερα θανατηφόρα ασθένεια, που προκαλείται από μόλυνση με ορθοεμπολαϊό. Ο ιός μεταδίδεται μέσω άμεσης επαφής με μολυσμένα άτομα ή με αίμα και άλλα σωματικά υγρά, μέσω επαφής με μολυσμένα πτώματα, καθώς και μέσω αντικειμένων που φέρουν μολυσμένα βιολογικά υγρά. Στα συμπτώματα της νόσου περιλαμβάνονται πυρετός, διάρροια και επιληπτικές κρίσεις, ενώ σύμφωνα με τον ΠΟΥ το μέσο ποσοστό θνησιμότητας ανέρχεται περίπου στο 50%.

Ο ιός Έμπολα ταυτοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1976 στο Κονγκό, χώρα της κεντρικής Αφρικής με περίπου 109 εκατομμύρια κατοίκους. Η νόσος εμφανίζεται περιοδικά εδώ και δεκαετίες στην κεντρική και ανατολική Αφρική, και συχνά συνδέεται με επαφή με μολυσμένη άγρια πανίδα ή ανθρώπινα λείψανα σε απομακρυσμένες περιοχές ή εμπόλεμες ζώνες. Το πιο πρόσφατο ξέσπασμα στο Κονγκό κηρύχθηκε λήξαν στα τέλη του 2025, αφού προκάλεσε τον θάνατο 43 ανθρώπων από τα 53 επιβεβαιωμένα κρούσματα.

Οι αμερικανικές υγειονομικές αρχές ανέφεραν ότι ο κίνδυνος για το κοινό στις ΗΠΑ παραμένει χαμηλός, ωστόσο κάλεσαν τους ταξιδιώτες να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις καθώς συνεχίζονται οι προσπάθειες ταυτοποίησης του στελέχους του ιού. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχει κατατάξει την επαρχία Ιτούρι σε ταξιδιωτική οδηγία Επιπέδου 4, που σημαίνει ότι οι Αμερικανοί πολίτες δεν θα πρέπει να ταξιδεύουν στην περιοχή, καθώς η αμερικανική κυβέρνηση αδυνατεί να παρέχει υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης λόγω κινδύνων ασφαλείας.

Ο ΠΟΥ συνιστά στους πολίτες, κατά τη διάρκεια επιδημιών, να αποφεύγουν την επαφή με ύποπτα κρούσματα, να μην έρχονται σε επαφή με πτώματα ανθρώπων που εμφάνισαν συμπτώματα και πέθαναν χωρίς τα κατάλληλα μέτρα προστασίας και να πλένουν συχνά τα χέρια τους. Παράλληλα, το CDC Αφρικής συνέστησε την αποφυγή επαφής με άτομα που θεωρούνται ύποπτα κρούσματα Έμπολα, την άμεση αναφορά οποιωνδήποτε συμπτωμάτων στις αρχές και την υποστήριξη των ομάδων που συμμετέχουν στην αντιμετώπιση της επιδημίας.

Οι υγειονομικές αρχές τόνισαν ακόμη ότι όσοι ενδέχεται να έχουν εκτεθεί στον ιό θα πρέπει να αποφεύγουν την άμεση επαφή με συμπτωματικά άτομα ή με τα προσωπικά τους αντικείμενα, να αναζητούν άμεσα ιατρική φροντίδα σε περίπτωση εμφάνισης σχετικών συμπτωμάτων μετά από ταξίδι και να ακολουθούν τις οδηγίες πρόληψης για την ελονοσία, καθώς τα αρχικά συμπτώματα των δύο ασθενειών μπορεί να είναι παρόμοια.

Οι ταξιδιώτες καλούνται επίσης να παρακολουθούν την κατάσταση της υγείας τους για είκοσι μία (21) ημέρες μετά την αποχώρησή τους από τις πληγείσες περιοχές.

Των Zachary Stieber και Kimberly Hayek

Τι έδωσε η διήμερη σύνοδος Τραμπ–Σι

Στις 15 Μαΐου ολοκληρώθηκε η διήμερη σύνοδος μεταξύ του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και του ηγέτη της Κίνας Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, συζητήθηκε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, από νέες δεσμεύσεις αγορών έως τις τεταμένες καταστάσεις στο Ιράν και την Ταϊβάν, καθώς και ζητήματα κρατήσεων και ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ο Σι υποδέχθηκε τον Τραμπ στις 14 Μαΐου με μεγαλοπρεπή τελετή έξω από τη Μεγάλη Αίθουσα του Λαού, στην άκρη της πλατείας Τιενανμέν. Τη δεύτερη ημέρα της επίσκεψης, πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις στο Τζονγκνανχάι, το αυστηρά φυλασσόμενο συγκρότημα ηγεσίας που λειτουργεί ως έδρα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ).

Ακολουθούν τα βασικά συμπεράσματα από το ταξίδι του Τραμπ στην Κίνα.

Αυστηρά μέτρα ασφαλείας

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο Λευκός Οίκος έλαβε επιπλέον προφυλάξεις για να μειώσει τον κίνδυνο παρακολούθησης, κυβερνοεισβολών ή κλοπής δεδομένων από το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας.

Πριν αναχωρήσουν από την Κίνα, στελέχη του Λευκού Οίκου συγκέντρωσαν όλα τα διακριτικά και τις κονκάρδες που είχαν δοθεί στους δημοσιογράφους που ταξίδευαν μαζί με τον πρόεδρο, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της δημοσιογραφικής ομάδας του Λευκού Οίκου. Συνήθως οι δημοσιογράφοι δεν υποχρεούνται να επιστρέφουν τέτοια αντικείμενα που παρέχονται από τις χώρες υποδοχής.

Στελέχη του Λευκού Οίκου εθεάθησαν να πετούν τα συγκεντρωμένα διακριτικά, τις κονκάρδες και τα προσωρινά κινητά τηλέφωνα μίας χρήσης σε κάδο στη βάση της σκάλας πριν επιβιβαστούν στο προεδρικό αεροσκάφος, σύμφωνα με την Έμιλυ Γκούντιν, δημοσιογράφο της New York Post. Η Γκούντιν έγραψε στην πλατφόρμα X ότι δεν επιτράπηκε να μεταφερθεί τίποτα από την Κίνα μέσα στο αεροσκάφος.

Παρόμοια μέτρα εφαρμόστηκαν και πριν από την είσοδο στην Κίνα. Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι που συνόδευαν τον πρόεδρο υποχρεώθηκαν να αφήσουν πίσω τα προσωπικά τους τηλέφωνα και φορητούς υπολογιστές πριν εισέλθουν στο Πεκίνο. Αντ’ αυτών, τους δόθηκαν προσωρινά κινητά τηλέφωνα μίας χρήσης για ελεγχόμενη και περιορισμένη χρήση.

Τζίμμυ Λάι

Ο Τραμπ δήλωσε στους δημοσιογράφους μέσα στο Air Force One ότι η απελευθέρωση του πολιτικού κρατουμένου Τζίμμυ Λάι είναι ένα «δύσκολο ζήτημα» για τον Σι, μειώνοντας τις ελπίδες για σημαντική πρόοδο σχετικά με την απελευθέρωση του φιλοδημοκρατικού μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης από το Χονγκ Κονγκ. Ο 78χρονος Λάι καταδικάστηκε τον Φεβρουάριο σε είκοσι χρόνια φυλάκισης βάσει του νόμου εθνικής ασφάλειας του Χονγκ Κονγκ.

Ωστόσο, ο Τραμπ ανέφερε ότι ο Σι εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο απελευθέρωσης του κρατούμενου πάστορα Έζρα Τζιν Μινγκρί.

Κατά τη διάρκεια ενημέρωσης Τύπου, ο Γκούο Τζιακούν, εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών του κινεζικού καθεστώτος, απάντησε σε ερωτήσεις σχετικά με τον Λάι μετά την αναχώρηση του Τραμπ στις 15 Μαΐου. Ο Γκούο δήλωσε ότι οι υποθέσεις του Χονγκ Κονγκ αποτελούν εσωτερική υπόθεση της Κίνας και ότι η κεντρική κυβέρνηση στηρίζει σταθερά τις δικαστικές αρχές του Χονγκ Κονγκ στην άσκηση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τον νόμο.

Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε επίσης στο NBC News στις 15 Μαΐου ότι ο Τραμπ είχε θέσει στον Σι το ζήτημα της απελευθέρωσης του Λάι. Ο Ρούμπιο σημείωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ήθελαν να δουν τον Λάι να απελευθερώνεται και ότι πρόκειται ουσιαστικά για ανθρωπιστικό ζήτημα λόγω της ηλικίας και της κατάστασης της υγείας του.

Στις 13 Μαΐου, η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Γερουσία των ΗΠΑ είχαν εγκρίνει ψηφίσματα με τα οποία καλούσαν τον Τραμπ να θέσει στον Σι το ζήτημα πέντε πολιτικών κρατουμένων: του Λάι, των Κινέζων παστόρων Τζιν Μινγκρί και Γκάο Τσουανφού, της συζύγου του Γκάο, Πανγκ Γιου, και της συνταξιούχου Ουιγούρας γιατρού Γκουλσάν Αμπάς.

Νέες συμφωνίες 

Η Κίνα συμφώνησε να αγοράσει σόγια, ενεργειακά προϊόντα και αεροσκάφη Boeing από τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τη συνάντηση των δύο ηγετών στις 14 Μαΐου, την πρώτη ημέρα της συνόδου, σύμφωνα με δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ.

Σε συνέντευξή του στον παρουσιαστή του Fox News Σον Χάννιτυ στις 14 Μαΐου, ο Τραμπ ανέφερε ότι η Κίνα συμφώνησε να προχωρήσει σε μεγάλη αγορά αμερικανικών αγροτικών προϊόντων, ιδιαίτερα σόγιας, η οποία αποτελεί το σημαντικότερο αμερικανικό εξαγώγιμο προϊόν προς την κινεζική αγορά. Ο Τραμπ δήλωσε ότι την προηγούμενη φορά είχαν υπογραφεί περίπου 36 συμφωνίες, ενώ αυτή τη φορά η συμφωνία είναι πολύ μεγαλύτερη, προσθέτοντας ότι η Κίνα πρόκειται να αγοράσει μεγάλες ποσότητες σόγιας και αγροτικών προϊόντων από τους Αμερικανούς.

Σχετικά με περαιτέρω αγροτικές συμφωνίες, ο Γκούο Τζιακούν δήλωσε ότι η Κίνα είναι πρόθυμη να συνεργαστεί με την Ουάσιγκτον για την εφαρμογή της «σημαντικής συναίνεσης» που επιτεύχθηκε από τους δύο ηγέτες, να επεκτείνει τη συνεργασία και να επιτύχει αμοιβαία επωφελή αποτελέσματα.

Το 2025, οι κινεζικές εισαγωγές είχαν περιοριστεί αρκετά, στο πλαίσιο του δασμολογικού ‘πολέμου’ που είχε εκτυλιχθεί μεταξύ των δύο χωρών.

Ο Τραμπ επιβεβαίωσε τη δέσμευση της Κίνας για αγορά διακοσίων αεροσκαφών της Boeing, δηλώνοντας στους δημοσιογράφους ότι ο αριθμός ενδέχεται να αυξηθεί έως και στα 750 αεροσκάφη, και ότι τα αεροσκάφη θα διαθέτουν κινητήρες της GE Aerospace. Ωστόσο, ο Γκούο απέφυγε να επιβεβαιώσει ρητά τη συμφωνία για τα Boeing όταν ρωτήθηκε σχετικά, λέγοντας ότι η ουσία των οικονομικών και εμπορικών σχέσεων ΗΠΑ–Κίνας είναι το αμοιβαίο όφελος.

Σύμφωνα με τον Τραμπ, ο Σι ανταποκρίθηκε θετικά και στην πρόταση να αγοράζει το Πεκίνο πετρέλαιο και υγροποιημένο φυσικό αέριο από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε στον Χάννιτυ ότι κινεζικά πλοία θα αρχίσουν να κατευθύνονται  προς το Τέξας, τη Λουιζιάνα και την Αλάσκα και ότι θεωρεί πως αυτό ήταν ακόμη ένα κρίσιμο σημείο της συμφωνίας.

Ο εμπορικός αντιπρόσωπος των ΗΠΑ Τζέιμισον Γκρηρ επιβεβαίωσε σε συνέντευξή του στο Bloomberg στις 15 Μαΐου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα θα δημιουργήσουν ένα «Συμβούλιο Εμπορίου» για τη διαχείριση των εμπορικών ροών μη ευαίσθητων αγαθών.

Το θέμα των δασμών δεν συζητήθηκε, όπως είπε ο Τραμπ δήλωσε στους δημοσιογράφους που τον συνόδευαν στο προεδρικό αεροσκάφος, σχολιάζοντας ότι η Κίνα πληρώνει ήδη σημαντικούς δασμούς.

Ιράν

Σύμφωνα με τον Τραμπ, ο Σι συμφώνησε κατά τη διάρκεια των συνομιλιών ότι η Τεχεράνη πρέπει να ανοίξει εκ νέου τα Στενά του Ορμούζ. Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε επίσης ότι και οι δύο χώρες συμφώνησαν πως το Ιράν δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικό όπλο.

Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, ο Τραμπ και η ομάδα του ξεκαθάρισαν στο Πεκίνο ότι η ελεύθερη διέλευση από το Ορμούζ είναι προς το συμφέρον της Κίνας. Ο Τραμπ δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι δεν ζήτησε από τον Σι να ασκήσει πίεση στο Ιράν καθώς πιστεύει πως ο Σι θα ήθελε ούτως ή άλλως να δει τα Στενά να ανοίγουν ξανά.

Η Κίνα είναι ο βασικός αγοραστής ιρανικού αργού πετρελαίου. Το 2024, περίπου το 10% των εισαγωγών της προερχόταν από το Ιράν, ενώ περίπου το 90% των εξαγωγών αργού πετρελαίου της Τεχεράνης κατευθυνόταν προς την Κίνα, σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ. Ο Τραμπ δήλωσε στον Χάννιτυ ότι το κινεζικό καθεστώς δεν σκοπεύει να σταματήσει να αγοράζει ενέργεια από το Ιράν, ενώ στους δημοσιογράφους στο Air Force One ανέφερε ότι θα αποφασίσει τις επόμενες ημέρες αν θα άρει τις κυρώσεις κατά κινεζικών πετρελαϊκών εταιρειών που αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο.

Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, οι κινεζικές αρχές έδωσαν εντολή σε όλες τις εταιρείες να αγνοήσουν τις αμερικανικές κυρώσεις κατά πέντε κινεζικών διυλιστηρίων που κατηγορούνται για αγορά ιρανικού πετρελαίου.

Αν και οι συναλλαγές σε πετρέλαιο θα συνεχιστούν, ο Τραμπ είπε ότι ο Σι δεσμεύτηκε να μην παράσχει στρατιωτικό εξοπλισμό στο Ιράν.

Το Ιράν προμηθευόταν μεγάλο μέρος του στρατιωτικού εξοπλισμού και των συμβατικών όπλων του από την Κίνα τη δεκαετία του 1980, όμως λόγω αυξημένου διεθνούς ελέγχου τέτοιες μεταφορές σταμάτησαν σε μεγάλο βαθμό την τελευταία δεκαετία.

Έκθεση του Μαρτίου από την Επιτροπή Οικονομικής και Ασφαλείας ΗΠΑ–Κίνας ανέφερε ότι η συνεργασία του κινεζικού καθεστώτος με το Ιράν έχει μετατοπιστεί προς την πώληση τεχνολογιών διπλής χρήσης, δηλαδή με πολιτικές και στρατιωτικές εφαρμογές, συμπεριλαμβανομένων τεχνολογιών σχετικών με την ανάπτυξη πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Ταϊβάν

Οι πάγιες πολιτικές της Ουάσιγκτον για την Ταϊβάν παραμένουν αμετάβλητες μετά τη συνάντηση Τραμπ–Σι.

Ο Τραμπ δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι αρνήθηκε να ξεκαθαρίσει τη θέση του για την Ταϊβάν όταν ο Σι τον ρώτησε αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα υπερασπιστούν το νησί. Ο Σι του έθεσε προσωπικά το ερώτημα και εκείνος απάντησε ότι δεν συζητά δημόσια τέτοια ζητήματα.

Αναφορικά με τις πωλήσεις όπλων προς την Ταϊβάν, ο Τραμπ δήλωσε ότι θα λάβει απόφαση «σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα».

Ο Σι υιοθέτησε επιθετική στάση απέναντι στην Ταϊβάν, προειδοποιώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι «πρέπει να επιδείξουν ιδιαίτερη προσοχή στον χειρισμό του ζητήματος», σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών της Κίνας μετά τις συνομιλίες των δύο ηγετών. Ο Σι προειδοποίησε ότι, αν το θέμα αντιμετωπιστεί σωστά, οι διμερείς σχέσεις θα διατηρήσουν συνολική σταθερότητα· διαφορετικά, οι δύο χώρες θα οδηγηθούν σε σύγκρουση ή ακόμη και σε αντιπαράθεση.

Όταν ρωτήθηκε αν η προειδοποίηση του Σι για την Ταϊβάν ήταν η πιο αυστηρή μέχρι σήμερα, ο Γκρηρ δήλωσε στο Bloomberg ότι ο τόνος στις συναντήσεις στην Κίνα διέφερε από τις δημόσιες δηλώσεις που εξέδωσαν οι Κινέζοι αξιωματούχοι. Όπως εξήγησε, υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι διμερείς συνομιλίες και στις ανακοινώσεις του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, το οποίο υιοθετεί προσέγγιση «πολεμιστή λύκου».

Το κομμουνιστικό καθεστώς της Κίνας θεωρεί τη δημοκρατική, αυτόνομη Ταϊβάν κινεζική επαρχία, παρότι δεν έχει κυβερνήσει ποτέ το νησί. Το Πεκίνο απαιτεί από τις χώρες να τηρούν την αρχή της «Μίας Κίνας», βάσει της οποίας το καθεστώς διεκδικεί κυριαρχία επί της Ταϊβάν.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες τηρούν επί μακρόν την πολιτική «Μίας Κίνας», αναγνωρίζοντας ότι υπάρχει μόνο μία Κίνα, χωρίς ωστόσο να αναγνωρίζουν την κυριαρχία του Πεκίνου επί της Ταϊβάν. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον παραμένει ο βασικός προμηθευτής όπλων της Ταϊβάν βάσει του Νόμου για τις Σχέσεις με την Ταϊβάν.

Ο Ρούμπιο δήλωσε στο NBC News στις 15 Μαΐου ότι η αμερικανική πολιτική απέναντι στην Ταϊβάν παραμένει αμετάβλητη και προειδοποίησε ότι θα αποτελούσε «τρομερό λάθος» αν το Πεκίνο επιχειρούσε να καταλάβει την Ταϊβάν με στρατιωτικά μέσα.

Μια προτεινόμενη αμερικανική πώληση όπλων ύψους 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων προς την Ταϊβάν αναμένει την έγκριση του Τραμπ, ο οποίος είχε προηγουμένως εγκρίνει πακέτο οπλισμού ύψους 11,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το νησί τον Δεκέμβριο του 2025.

Των Emel Akan,Frank Fang και Dorothy Li

Με τη συμβολή του Andrew Moran

Κρίσιμη η κατάσταση στην Κούβα λόγω της έλλειψης καυσίμων

Ο υπουργός Ενέργειας και Μεταλλείων της Κούβας δήλωσε στις 13 Μαΐου ότι η χώρα έχει εξαντλήσει πλήρως τα αποθέματα ντίζελ και μαζούτ και ότι το ηλεκτρικό της δίκτυο έχει εισέλθει σε «κρίσιμη» κατάσταση. Η Αβάνα αντιμετωπίζει τις χειρότερες κυλιόμενες διακοπές ρεύματος των τελευταίων δεκαετιών, καθώς ο αμερικανικός αποκλεισμός έχει καταστήσει την προμήθεια καυσίμων αδύνατη.

Ο υπουργός Ενέργειας και Μεταλλείων της Κούβας, Βισέντε ντε λα Ο Λέβυ, δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου που μεταδόθηκε από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της χώρας ότι δεν υπάρχουν καθόλου καύσιμα και καθόλου ντίζελ, τονίζοντας ότι τα αποθέματα έχουν εξαντληθεί. Ανέφερε ακόμη ότι οι καθημερινές διακοπές ρεύματος επηρεάζουν εκατομμύρια Κουβανούς.

Στις 13 Μαΐου, έλαβε χώρα μεγάλη διαδήλωση, σε πολλές συνοικίες, με τον κόσμο να κλείνει δρόμους με φλεγόμενα σκουπίδια φωνάζοντας συνθήματα όπως «Ανάψτε τα φώτα!» και «Ο λαός, ενωμένος, δεν θα ηττηθεί ποτέ».

Ο υπουργός δήλωσε ότι η χώρα δεν είχε εισαγάγει πετρέλαιο από τον Δεκέμβριο, μέχρι που η Ρωσία έστειλε 100.000 τόνους αργού πετρελαίου τον περασμένο μήνα, ποσότητα που αντιστοιχεί σε 700.000 βαρέλια περίπου.

Η Κούβα βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στο πετρέλαιο της Βενεζουέλας, το οποίο της παρείχε το καθεστώς του τέως ηγέτη της χώρας, Νικολάς Μαδούρο. Η απομάκρυνσή  του από την εξουσία και η αντικατάστασή του από την αντιπρόεδρο  Ντέλσυ Ροντρίγκες είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή αυτής της προμήθειας. Το Μεξικό επίσης σταμάτησε να στέλνει πετρέλαιο, υπό πίεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η αμερικανική πρόταση

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανέφερε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, στις 13 Μαΐου ότι «επαναλαμβάνει δημόσια τη γενναιόδωρη προσφορά των Ηνωμένων Πολιτειών για πρόσθετη άμεση ανθρωπιστική βοήθεια προς τον κουβανικό λαό». Σύμφωνα με την ανάρτηση, το κουβανικό καθεστώς πρέπει να αποφασίσει αν θα αποδεχθεί την προσφορά ή αν θα αρνηθεί βοήθεια που σώζει ζωές Κουβανών, οι οποίοι τη χρειάζεται απεγνωσμένα.

Ο ντε λα Ο Λέβυ δήλωσε ότι η Κούβα είναι ανοιχτή σε οποιονδήποτε θέλει να της πουλήσει καύσιμα, αλλά ανέφερε ότι η σύγκρουση με το Ιράν και η αύξηση των τιμών του πετρελαίου περιπλέκουν τις διαπραγματεύσεις.

Το καθεστώς στην Κούβα ιδρύθηκε το 1959, όταν αντάρτες υπό την ηγεσία του Φιντέλ Κάστρο ανέτρεψαν τον υποστηριζόμενο από τις Ηνωμένες Πολιτείες ηγέτη Φουλχένσιο Μπατίστα. Ο Κάστρο εδραίωσε κυβέρνηση σύμφωνα με τα πρότυπα του μαρξισμού-λενινισμού, ασκώντας μονοκομματική κομμουνιστική εξουσία τα επόμενα χρόνια. Η Κούβα είχε στενή συμμαχία με τη Σοβιετική Ένωση, μέχρι την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Ο Φιντέλ Κάστρο απευθύνεται στο πλήθος, στο Καμαγουέι. Κούβα, 4 Ιανουαρίου 1959. (Hulton Archive/Getty Images)

 

Μετά από τον θάνατο του Κάστρο το 2016 — αλλά και προηγουμένως — το κομμουνιστικό καθεστώς της Κούβας επιχείρησε να εισαγάγει ορισμένες μεταρρυθμίσεις της αγοράς με στόχο την ενθάρρυνση της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. Ένας νόμος περί ξένων επενδύσεων το 2014 άνοιξε το μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας, μείωσε τους φόρους κατά περίπου 50% και παρείχε μεγαλύτερη ευελιξία ως προς την πλειοψηφική ιδιοκτησία ξένων επενδυτών σε κοινοπραξίες με το κράτος, σε σύγκριση με προηγούμενο νόμο της δεκαετίας του 1990.

Το 2017, η χώρα υπέγραψε νέες συμφωνίες αξίας άνω των 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ποσό περίπου διπλάσιο από κάθε προηγούμενη. Μια ειδική αναπτυξιακή ζώνη κινεζικού τύπου άνοιξε επίσης στο Μαριέλ, δυτικά της Αβάνας, προσφέροντας επιπλέον φορολογικές και τελωνειακές ελαφρύνσεις, ενώ τα περισσότερα έργα ανήκουν εξ ολοκλήρου στους επενδυτές.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει καταστήσει την Κούβα βασικό στόχο της δεύτερης θητείας του, αυξάνοντας την πίεση προς την Αβάνα μέσω κυρώσεων και πετρελαϊκού αποκλεισμού, και έχει καταστήσει σαφές ότι η Αβάνα αποτελεί τον επόμενο στόχο, μετά τη σύλληψη του Μαδούρο από τον αμερικανικό στρατό τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους.

Καθώς αναχωρούσε αυτή την εβδομάδα για το ταξίδι του στην Κίνα, ο Τραμπ δήλωσε ότι η Κούβα δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση, χαρακτηρίζοντάς την «αποτυχημένο» κράτος, και αναφέροντας ότι το θέμα θα συζητηθεί «την κατάλληλη στιγμή». Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, έγραψε ότι η Κούβα ζητά βοήθεια και ότι θα υπάρξουν συνομιλίες.

Ο ντε λα Ο Λέβυ δήλωσε ότι οι διακοπές ρεύματος αυξήθηκαν δραματικά αυτή την εβδομάδα, με πολλές συνοικίες της Αβάνας να μένουν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα έως και 22 ώρες την ημέρα. Η κουβανική πρωτεύουσα αντιμετωπίζει επίσης ελλείψεις τροφίμων και φαρμάκων. Δήλωσε επίσης ότι το ηλεκτρικό δίκτυο λειτουργεί αποκλειστικά με αργό πετρέλαιο που παράγεται στην Κούβα, φυσικό αέριο και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Η ηλιακή ενέργεια δεν επαρκεί

Η Κούβα έχει εγκαταστήσει περισσότερα από 1.300 μεγαβάτ ηλιακής ενέργειας τα τελευταία δύο χρόνια, όμως ο ντε λα Ο Λέβυ ανέφερε ότι η αδυναμία του δικτύου την αναγκάζει να περιορίζει την εισροή ενέργειας ώστε να αποφεύγονται επικίνδυνες διακυμάνσεις. Ο υπουργός δήλωσε ότι η χώρα βρίσκεται στο τελικό στάδιο εγκατάστασης μεγάλων συστημάτων μπαταριών για τη σταθεροποίηση του δικτύου, κάτι που θα επιτρέψει την αξιοποίηση μεγαλύτερης ποσότητας ηλιακής ενέργειας.

Τεχνικοί εγκαθιστούν ηλιακά πάνελ στην ταράτσα πολυκατοικίας στο Ματάνσας. Κούβα, 13 Απριλίου 2026. (AFP μέσω Getty Images)

 

Στις 7 Μαΐου, τα Ηνωμένα Έθνη δημοσίευσαν ανακοίνωση — βασισμένη στις απόψεις τριών ειδικών εισηγητών του ΟΗΕ — στην οποία χαρακτηρίζουν τον αμερικανικό αποκλεισμό καυσίμων προς την Κούβα παράνομο βάσει του Διεθνούς Δικαίου.

Όπως αναφέρουν ειδικοί, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιβάλλουν στην Κούβα «ενεργειακή ασφυξία», μια κατάσταση κατά την οποία η έλλειψη καυσίμων παρακωλύει τη λειτουργία βασικών υπηρεσιών που απαιτούνται για μια αξιοπρεπή ζωή. Αυτός ο παράνομος αποκλεισμός όχι μόνο διαταράσσει την καθημερινότητα των ανθρώπων, αλλά υπονομεύει και το δικαίωμά τους σε στοιχειώδεις δραστηριότητες.

Η εφημερίδα The Epoch Times επικοινώνησε με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ για σχόλιο, αλλά δεν έλαβε απάντηση έως τη στιγμή της δημοσίευσης.

Του Chris Summers

Με πληροφορίες από το Reuters

Ρωσία: Αναγνώριση και συνεργασία με την κυβέρνηση των Ταλιμπάν

Ανώτερος Ρώσος αξιωματούχος δήλωσε ότι η Μόσχα αναπτύσσει πλήρως συνεργασία με την ηγεσία των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν. Η Ρωσία έγινε πέρυσι η πρώτη χώρα που αναγνώρισε επίσημα την ισλαμιστική κυβέρνηση των Ταλιμπάν, η οποία κατέλαβε την εξουσία τον Αύγουστο του 2021, καθώς οι αμερικανικές δυνάμεις αποχωρούσαν από το Αφγανιστάν μετά από εικοσαετή σύγκρουση.

Ο γραμματέας του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας, Σεργκέι Σοϊγκού, δήλωσε, σύμφωνα με το ρωσικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων TASS στις 14 Μαΐου, ότι η Ρωσία «αναγνώρισε το Ισλαμικό Εμιράτο του Αφγανιστάν τον Ιούλιο του 2025 και εγκαθίδρυσε έναν πραγματιστικό διάλογο με τους Ταλιμπάν».

Ο Σοϊγκού δήλωσε κατά τη διάρκεια συνάντησης του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) στο Μπισκέκ του Κιργιστάν, ότι η Ρωσία προχωρά σταθερά στην οικοδόμηση συνεργασίας σε όλα τα επίπεδα, από πολιτικές επαφές και συντονισμό σε ζητήματα ασφαλείας έως εμπορική, οικονομική, πολιτιστική και ανθρωπιστική συνεργασία. Σημείωσε ακόμη ότι η Μόσχα είναι πεπεισμένη πως η συνεργασία με την Καμπούλ εξυπηρετεί τον στόχο για ασφάλεια και οικονομική ανάπτυξη της περιοχής και ότι θεωρεί πως ο SCO θα πρέπει επίσης να επαναφέρει την ομάδα που ήταν σε επαφή με την Καμπούλ.

Ο SCO είναι ένας οργανισμός δέκα κρατών-μελών που περιλαμβάνει την Κίνα, την Ινδία, το Ιράν, το Πακιστάν και αρκετά πρώην σοβιετικά κράτη.

Σχέσεις Ρωσίας–Αφγανιστάν

Η Ρωσία είχε θέσει εκτός νόμου τους Ταλιμπάν, χαρακτηρίζοντάς τους τρομοκρατική οργάνωση, το 2003. Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός ήρθη τον Απρίλιο του 2025, λίγους μήνες πριν η Μόσχα αναγνωρίσει επίσημα την κυβέρνηση υπό την ηγεσία των Ταλιμπάν.

Για τη Μόσχα η συνεργασία με την Καμπούλ είναι αναγκαία, καθώς αντιμετωπίζει απειλές από ισλαμιστικές ένοπλες οργανώσεις που δραστηριοποιούνται σε διάφορες χώρες, από το Αφγανιστάν έως τη Μέση Ανατολή. Η Ρωσία έχει μακρά ιστορία εμπλοκής στο Αφγανιστάν, που ανάγεται στην ιδέα της «Μεγάλης Πατρίδας», όταν οι τσάροι ανταγωνίζονταν τη Βρετανική Αυτοκρατορία στην Ινδία για τον έλεγχο της περιοχής.

Το 1979, η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε στο Αφγανιστάν και πολέμησε σε έναν μακρόχρονο πόλεμο εναντίον των Μουτζαχεντίν, που υποστηρίζονταν από τις ΗΠΑ, πριν αποχωρήσει το 1989.

Οι Ταλιμπάν κατέλαβαν για πρώτη φορά την Καμπούλ το 1996, όμως εκδιώχθηκαν τον Νοέμβριο του 2001 από δύναμη υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, η οποία επενέβη μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 για να εξαρθρώσει τον Οσάμα μπιν Λάντεν και το δίκτυο της Αλ Κάιντα, που χρησιμοποιούσε το Αφγανιστάν ως βάση.

Τον Αύγουστο του 2021, η Καμπούλ έπεσε ξανά στα χέρια των Ταλιμπάν, τέσσερις μήνες αφότου ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν ανακοίνωσε ότι θα αποσύρει όλα τα αμερικανικά στρατεύματα από το Αφγανιστάν έως τις 11 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία

Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ δήλωσε στις 13 Μαΐου ότι οι σχέσεις ΗΠΑ–Ρωσίας δεν προχωρούν, αναφέροντας στο RT India ότι πέρα από τον τακτικό διπλωματικό διάλογο, «δεν συμβαίνει τίποτα στην πραγματικότητα».

Σύμφωνα με απομαγνητοφώνηση που παρείχε το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών, ο Λαβρόφ δήλωσε ότι οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν επί της προηγούμενης αμερικανικής διοίκησης παραμένουν σε ισχύ και ότι, επιπλέον, η κυβέρνηση Τραμπ έχει υιοθετήσει δικές της πρωτοβουλίες κατά της ρωσικής οικονομίας. Η Ρωσία εξακολουθεί να βρίσκεται υπό εκτεταμένες αμερικανικές κυρώσεις, κυρίως λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.

Ο Λαβρόφ ανέφερε επίσης ότι η Μόσχα εκτιμά το γεγονός πως ο πρόεδρος Τραμπ ξεκίνησε διάλογο τόσο με τη Ρωσία όσο και με τον πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, αναφερόμενος στη συνάντηση των δύο ηγετών στην Αλάσκα τον Αύγουστο του 2025 και τις αμερικανικές προσπάθειες στο διπλωματικό επίπεδο.

Οι συνομιλίες συνεχίζονται, με τον πρόεδρο Τραμπ να δηλώνει στις 29 Απριλίου ότι συζήτησε τηλεφωνικά με τον Πούτιν για μια παύση των εχθροπραξιών. Στις 12 Μαΐου, καθώς αναχωρούσε από τον Λευκό Οίκο για το ταξίδι του στην Κίνα, ο Τραμπ δήλωσε ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία βρίσκεται πολύ κοντά στο τέλος του και ότι αναμένει πως η Μόσχα και το Κίεβο θα καταλήξουν σε συμφωνία. Παρόμοιες δηλώσεις είχε κάνει και ο Ρώσος πρόεδρος στις 9 Μαΐου.

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι δεν συμμερίζεται αυτή την αισιοδοξία. Στις 11 Μαΐου ισχυρίστηκε ότι η Ρωσία δεν έχει πρόθεση να τερματίσει τον πόλεμο και ανακοίνωσε ότι η Ουκρανία προετοιμάζεται για νέες επιθέσεις.

Της Victoria Friedman

Με τη συμβολή του Chris Summers και πληροφορίες από το Reuters

Αντιδράσεις στον Καναδά για την επέκταση της ευθανασίας σε ψυχικά ασθενείς

Εν όψει της ετήσιας πορείας υπέρ της ζωής και κατά των αμβλώσεων και της ευθανασίας, η οργάνωση Συμμαχία για τη Ζωή [Campaign Life Coalition – CLC] κάλεσε τους βουλευτές να ψηφίσουν υπέρ νομοσχεδίου που θα σταματήσει την επέκταση του Ιατρικά Υποβοηθούμενου Θανάτου [Medical Assistance Ιn Dying – MAID], ώστε να μην περιλαμβάνει άτομα που πάσχουν από ψυχικές ασθένειες.

Ο διευθυντής πολιτικών επιχειρήσεων της CLC, Τζακ Φονσέκα [Jack Fonseca], δήλωσε, αναφερόμενος στη σχεδιαζόμενη επέκταση της MAID, ότι «η επόμενη ορολογιακή βόμβα της ευθανασίας έχει προγραμματιστεί να εκραγεί στις 17 Μαρτίου 2027, όταν η επιλεξιμότητα θα επεκταθεί αυτόματα σε ψυχικά ασθενείς ασθενείς».

Μιλώντας σε εκδήλωση στον Λόφο του Κοινοβουλίου στην Οττάβα, στις 13 Μαΐου, προσέθεσε ότι το νομοσχέδιο C-218 του Συντηρητικού Κόμματος θα εξαιρούσε όλες τις ψυχικές διαταραχές από την επιλεξιμότητα για ευθανασία και κάλεσε βουλευτές όλων των κομμάτων να το στηρίξουν. Σύμφωνα με τον Φονσέκα, «το νομοσχέδιο C-218 θα διασφάλιζε ότι ο Καναδάς συνεχίζει να δίνει προτεραιότητα στην πρόληψη της αυτοκτονίας αντί για την υποβοήθησή της».

Το καθεστώς MAID στον Καναδά είχε αρχικά προγραμματιστεί να επιτρέπει την επιλεξιμότητα Καναδών οι οποίοι πάσχουν αποκλειστικά από κάποια ψυχική ασθένεια από τις 17 Μαρτίου 2023, όμως η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει έκτοτε αναβάλει επανειλημμένα την αλλαγή, με την πιο πρόσφατη παράταση να δίνεται για τις 17 Μαρτίου 2027. Οι αναβολές προέκυψαν έπειτα από ανησυχίες παρόχων υγείας και ορισμένων επαρχιών ότι το σύστημα υγείας δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένο για ασφαλή εφαρμογή του μέτρου.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν έχει διευκρινίσει εάν θα επιτρέψει την επέκταση του MAID στους ψυχικά ασθενείς το 2027. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μαρκ Κάρνεϋ δήλωσε στις 6 Μαΐου ότι θα περιμένει τη δημοσίευση κοινοβουλευτικής έκθεσης σχετικά με την επέκταση του MAID προτού λάβει απόφαση, ενώ και ο υπουργός Δικαιοσύνης Σον Φρέιζερ ανέφερε ότι η απόφαση θα ληφθεί μετά τη δημοσίευση της έκθεσης.

Ο Φονσέκα υποστήριξε ότι η Αλμπέρτα «ηγείται της προσπάθειας» κατά της επέκτασης του MAID μέσω του Νομοσχεδίου 18, το οποίο θα περιορίζει την επιλεξιμότητα για MAID μόνο σε περιπτώσεις όπου ο φυσικός θάνατος θεωρείται εύλογα προβλέψιμος, θα απαγορεύει τον ιατρικά υποβοηθούμενο θάνατο όταν η ψυχική ασθένεια αποτελεί τη μοναδική υποκείμενη κατάσταση και θα επιβάλλει περιορισμούς στο πότε και με ποιον τρόπο οι πάροχοι υγείας μπορούν να ξεκινούν συζητήσεις για τη διαδικασία.

Σύμφωνα με τον Φονσέκα, «η πρωθυπουργός Ντάνιελ Σμιθ έδειξε τον δρόμο σε όλες τις επαρχίες. Τώρα όλες πρέπει να εισαγάγουν παρόμοια νομοθεσία ως πρώτο βήμα», καλώντας τις επαρχίες να χρησιμοποιήσουν τη «συνταγματική τους εξουσία να ρυθμίζουν, να αδειοδοτούν και να καθορίζουν ποιες διαδικασίες θεωρούνται πραγματική υγειονομική περίθαλψη».

Ανησυχίες για το MAID

Ο διευθυντής Δημοσίων Υποθέσεων και Εξωστρέφειας της CLC, Μπράνταν Τραν [Brandan Tran], δήλωσε ότι ο Καναδάς κοντεύει να ξεπεράσει τις 100.000 ευθανασίες από τότε που η διαδικασία νομιμοποιήθηκε το 2016, προσθέτοντας ότι η οργάνωση ανησυχεί για αυτό που περιγράφει ως σταδιακή επέκταση του καθεστώτος MAID στον Καναδά.

Ο Τραν επικαλέστηκε δηλώσεις μέλους του Κολεγίου Ιατρών του Κεμπέκ, το οποίο είχε αναφέρει σε κοινοβουλευτική επιτροπή το 2022 ότι η ευθανασία θα μπορούσε να κριθεί κατάλληλη ακόμη και για βρέφη έως ενός έτους με «σοβαρές δυσμορφίες και πολύ σοβαρά σύνδρομα».

Ο Τραν ανέφερε επίσης ότι η οργάνωση ανησυχεί για συστάσεις της Ειδικής Μικτής Επιτροπής του 2023 για τον Ιατρικά Υποβοηθούμενο Θάνατο, μεταξύ των οποίων και μία που αναφέρει ότι ανήλικοι που ζητούν ευθανασία θα θεωρούνται «ικανοί για τη λήψη της απόφασης», με την επιθυμία τους να υπερισχύει της απόφασης των γονέων τους.

Επιπλέον, ο Τραν υποστήριξε ότι υπάρχει ο κίνδυνος το καθεστώς MAID στον Καναδά να επιτρέψει την ευθανασία ακόμα και σ περιπτώσεις που το αίτημα «δεν θα καθοδηγείται από ασθένεια» αλλά από κοινωνικά προβλήματα όπως η φτώχεια, η έλλειψη στέγης ή η μοναξιά.

Σύμφωνα με τον Τραν, «το μέλλον που φοβόμαστε είναι ήδη εδώ. Ο θάνατος είναι αυτή τη στιγμή διαθέσιμος ως απάντηση στην κοινωνική δυστυχία αντί να είναι η έσχατη λύση».

Ο Τραν επικαλέστηκε επίσης δημοσκόπηση της Angus Reid το 2023, σύμφωνα με την οποία το 72% των Καναδών δεν υποστηρίζει την επέκταση της ευθανασίας σε ψυχικά ασθενείς. Όπως είπε, «η κοινή γνώμη προηγείται του Κοινοβουλίου σε αυτό το θέμα. Είναι καιρός το Κοινοβούλιο να ακολουθήσει».

Πορεία υπέρ της ζωής

Ο διευθυντής επικοινωνίας της CLC, Πητ Μπακλίνσκι, δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι η 29η ετήσια Πορεία για τη Ζωή [March for Life] θα πραγματοποιηθεί το μεσημέρι της 14ης Μαΐου στον Λόφο του Κοινοβουλίου.

Ο Μπακλίνσκι ανέφερε ότι χιλιάδες Καναδοί θα συγκεντρωθούν για να καλέσουν τη φιλελεύθερη κυβέρνηση να «θεσπίσει νομική προστασία για όλα τα ανθρώπινα όντα, από τη σύλληψη έως τον φυσικό θάνατο».

Σύμφωνα με τον Μπακλίνσκι, περισσότερα από 5 εκατομμύρια έμβρυα έχουν υποβληθεί σε άμβλωση στον Καναδά από τότε που οι αμβλώσεις νομιμοποιήθηκαν το 1969. Όπως δήλωσε, «στον Χάρτη των Δικαιωμάτων, ο Καναδάς και ο υπόλοιπος πολιτισμένος κόσμος αναγνωρίζουν ότι όλοι έχουν δικαίωμα στη ζωή […] ωστόσο οι αμβλώσεις στερούν αυτό το δικαίωμα από τα μικρότερα και πιο ευάλωτα μέλη της ανθρώπινης οικογένειας: τα αγέννητα παιδιά».

«Το κίνημα υπέρ της ζωής στον Καναδά παραμένει ισχυρό, ειρηνικό και αποφασισμένο», προσέθεσε. «Θα συνεχίσουμε να ερχόμαστε στον Λόφο του Κοινοβουλίου όσο χρειαστεί μέχρι οι εκλεγμένοι ηγέτες μας να ακούσουν την κραυγή του αγέννητου παιδιού και να προστατεύσουν κάθε ανθρώπινη ζωή, συμπεριλαμβανομένων των αγέννητων παιδιών, μέσω της νομοθεσίας».

Του Matthew Horwood