Σάββατο, 04 Ιούλ, 2026

Πολλαπλασιάζονται οι αντιδράσεις κατά της εξαγωγικής στρατηγικής της Κίνας

Μετά τους δασμούς που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ στις κινεζικές εισαγωγές για να διορθώσει δεκαετίες εμπορικών ανισορροπιών, το «εγχειρίδιο εξαγωγών» του Πεκίνου βρίσκεται ξανά στο στόχαστρο διεθνώς.

Αναλυτές υποστηρίζουν ότι οι αντιδράσεις για τη στρατηγική της «φτωχοποίησης του γείτονα» — η αύξηση των εξαγωγών εις βάρος των βιομηχανιών άλλων χωρών — την οποία εφαρμόζει η Κίνα αυξάνονται, με όλο και περισσότερα κράτη να εξετάζουν νέους δασμούς και αμυντικά μέτρα εμπορικής πολιτικής.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) ετοιμάζεται για την ετήσια Κεντρική Διάσκεψη Οικονομικής Εργασίας, ενώ το πρόσφατο «15ο Πενταετές Σχέδιο» υπογραμμίζει εκ νέου τη φιλοδοξία του να οικοδομήσει μια «υπερδύναμη στη μεταποίηση». Ωστόσο, αναλυτές εκτιμούν ότι ο κόσμος πλέον στρέφεται ταχύτατα εναντίον αυτού του μοντέλου.

Παρά τους υψηλούς δασμούς των ΗΠΑ — που μειώθηκαν ελάχιστα, από 57% σε 47%, βάσει συμφωνίας στα τέλη Οκτωβρίου — η Κίνα έχει προσαρμοστεί. Από τότε που η κυβέρνηση Τραμπ αύξησε για πρώτη φορά τους δασμούς το 2017, οι Κινέζοι εξαγωγείς, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, διοχετεύουν τα προϊόντα τους μέσω χωρών χαμηλότερου εισοδήματος, μεταφέροντας τμήματα των αλυσίδων ανεφοδιασμού τους στη Νοτιοανατολική Ασία, από όπου τα στέλνουν τελικά στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τα επίσημα στοιχεία των κινεζικών τελωνείων, που δημοσιεύθηκαν στις 8 Δεκεμβρίου, αποτυπώνουν τις συνέπειες· οι εξαγωγές της Κίνας προς τις ΗΠΑ κατέρρευσαν κατά 28,6% τον Νοέμβριο σε ετήσια βάση. Παρ’ όλα αυτά, οι συνολικές εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 5,9% — ξεπερνώντας τις προσδοκίες — λόγω της εκτίναξης των αποστολών προς τα κράτη-μέλη της ASEAN και προς την ΕΕ.

Οι εισαγωγές, αντίθετα, αυξήθηκαν μόλις κατά 1,9%, πολύ χαμηλότερα από τις προβλέψεις.

Σε άρθρο του στη Wall Street Journal, στις 6 Δεκεμβρίου, ο επικεφαλής σχολιαστής οικονομικών θεμάτων Γκρεγκ Ιπ (Greg Ip) επεσήμανε ότι παρόλο που ορισμένα στοιχεία ΗΠΑ-Κίνας μπορεί να είναι αλλοιωμένα από την επίσπευση εισαγωγών στην οποία προέβησαν επιχειρήσεις πριν αυξηθούν οι δασμοί, το γενικό μοτίβο είναι σαφές.

Για πέντε συνεχόμενα χρόνια οι εξαγωγές της Κίνας αυξάνονται, ενώ οι εισαγωγές της παραμένουν στάσιμες. Κατά τον Ιπ, το Πεκίνο διευρύνει το μερίδιό του στα παγκόσμια μεταποιημένα αγαθά εις βάρος της ανάπτυξης άλλων χωρών.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ο Κινέζος ηγέτης Σι Τζινπίνγκ, σε διμερή συνάντηση στο διεθνές αεροδρόμιο Gimhae, στο Μπουσάν. Νότια Κορέα, 30 Οκτωβρίου 2025. (Evelyn Hockstein/Reuters)

 

Σε παρόμοιο συμπέρασμα κατέληξε και η Goldman Sachs σε πρόσφατη πρόβλεψή της, υποστηρίζοντας ότι η οικονομική σχέση της Κίνας με τον υπόλοιπο κόσμο έχει μετατραπεί σε αρνητικά συσχετισμένη —δηλαδή ότι τα κέρδη της Κίνας αυξάνονται την ώρα που άλλες οικονομίες υποχωρούν.

Καθώς το Πεκίνο ωθεί τη μεταποίηση σε ακόμη πιο ανταγωνιστικά επίπεδα, προειδοποίησε η εταιρεία, θα αυξηθεί και η πίεση στις βιομηχανικές οικονομίες της Ευρώπης, της Ανατολικής Ασίας, του Καναδά και του Μεξικού.

Επιδοτήσεις και πολιτική στρατηγική

Αναλυτές υποστηρίζουν ότι αυτός ο επιθετικός εξαγωγικός προσανατολισμός δεν είναι καινούργιος, αλλά ότι έχει γίνει πιο ακραίος τα τελευταία χρόνια.

Ο Έλλιοτ Φαν (Elliot Fan), καθηγητής Οικονομικών στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Ταϊβάν, ανέφερε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι το Πεκίνο έχει ωθήσει το εξαγωγοκεντρικό του μοντέλο σε «ένα ιδιαίτερα στρεβλωμένο επίπεδο», το οποίο περιλαμβάνει χειραγώγηση του κινεζικού νομίσματος και αξιοποίηση επιδοτήσεων, φοροαπαλλαγών και άλλων βιομηχανικών πολιτικών ώστε να διατηρείται τεχνητά χαμηλό το κόστος παραγωγής.

Κατά τον Φαν, αυτό οφείλεται σε δύο λόγους. Πρώτον, η οικονομία της Κίνας έχει υποχωρήσει τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα οι εξαγωγές να αποτελούν την τελευταία εναπομείνασα «μηχανή» ανάπτυξης, κάτι που προσφέρει στο καθεστώς ένα βαθμό πολιτικής νομιμότητας. Δεύτερον, το ΚΚΚ έχει συνειδητοποιήσει πως η μεταποίηση μπορεί να λειτουργήσει ως σύμβολο εθνικής ισχύος, ενώ ταυτόχρονα αποδυναμώνει τις βιομηχανίες άλλων χωρών, όπως για παράδειγμα τη ναυπηγική βιομηχανία των ΗΠΑ.

Παρατήρησε ότι αυτό το μοντέλο εφαρμόζεται εδώ και χρόνια, όμως, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν το ανέχονται πλέον, και άλλες χώρες επίσης δεν μπορούν να απορροφήσουν τις επιπτώσεις.

Ο Πολ Τσιου (Paul Chiou), αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικών στο Northeastern University, δήλωσε στην Epoch Times ότι η εξαγωγική στρατηγική της Κίνας, που βασίζεται στις χαμηλές τιμές, έχει «διαταράξει ολόκληρη την παγκόσμια οικονομική τάξη», αποδυναμώνοντας την αγορά εργασίας άλλων χωρών και μειώνοντας την καινοτομία στις ξένες μεταποιητικές βιομηχανίες.

Σύμφωνα με την ανάλυση, το μοντέλο αυτό αντανακλά και τους εσωτερικούς περιορισμούς του Πεκίνου, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατάρρευση της εγχώριας κατανάλωσης, εμβάθυνση του αποπληθωρισμού και σοβαρή βιομηχανική υπερπαραγωγή σε κλάδους όπως ο χάλυβας, τα ηλεκτρικά οχήματα και τα φωτοβολταϊκά πάνελ, μεταξύ άλλων.

Ο Τσιου επεσήμανε ότι η οικονομική στρατηγική της Κίνας παραδοσιακά δίνει προτεραιότητα στην παραγωγή αντί για την κατανάλωση.

Εργαζόμενοι σε φωτοβολταϊκές μονάδες που κατασκευάζονται για εξαγωγή, σε εργοστάσιο στο Λιανγιουνγκάνγκ, στην ανατολική κινεζική επαρχία Τζιανγκσού, στις 4 Ιανουαρίου 2024. (STR/AFP μέσω Getty Images)

 

Η αναδιοργάνωση των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού μετά την πανδημία επιτάχυνε, σύμφωνα με τον Τσιου, αυτή τη μετατόπιση. Όπως ανέφερε, ο κόσμος κατακερματίζεται σε εμπορικά μπλοκ· οι ΗΠΑ και η ΕΕ έρχονται πιο κοντά, ενώ η Κίνα στηρίζεται πιο έντονα σε χώρες που ευθυγραμμίζονται μαζί της ή είναι επίσης απομονωμένες από τη Δύση, όπως η Ρωσία, το Ιράν, η Βόρεια Κορέα και μικρά αφρικανικά κράτη που είναι ευάλωτα σε πιέσεις. Άλλες χώρες, όπως η Ινδία, η Νοτιοανατολική Ασία και τμήματα της Λατινικής Αμερικής και της Μέσης Ανατολής, προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα σε ανταγωνιστικές δυνάμεις.

Η οικοδόμηση διεθνούς αντίστασης

Η νεότερη Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας (National Security Strategy) της κυβέρνησης Τραμπ, που δημοσιεύθηκε στις 4 Δεκεμβρίου, κάλεσε σε επαναεξισορρόπηση των οικονομικών σχέσεων ΗΠΑ-Κίνας και τόνισε την αρχή της αμοιβαιότητας ώστε να αποκατασταθεί η «οικονομική ανεξαρτησία της Αμερικής».

Το έγγραφο προτρέπει συμμάχους — μεταξύ των οποίων η ΕΕ, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Αυστραλία, ο Καναδάς και το Μεξικό — να υιοθετήσουν αντίστοιχα μέτρα, υποστηρίζοντας ότι καμία περιοχή μόνη της δεν μπορεί να απορροφήσει το τεράστιο πλεόνασμα της παραγωγής της Κίνας.

Η ΕΕ φαίνεται πως ανταποκρίνεται στο κάλεσμα, σκληραίνοντας τη στάση της, όπως δείχνει και η πρόσφατη δήλωση του Γάλλου προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν, ο οποίος επιστρέφοντας από την Κίνα  διατύπωσε μία από τις ισχυρότερες προειδοποιήσεις του μέχρι σήμερα, αναφέροντας στη γαλλική οικονομική εφημερίδα Les Échos ότι το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας με την Ευρώπη δεν είναι βιώσιμο, καθώς το Πεκίνο εισάγει λιγότερα ευρωπαϊκά προϊόντα.

Ο Μακρόν ανέφερε ότι αν η Κίνα δεν αντιδράσει, μέσα στους επόμενους μήνες οι Ευρωπαίοι θα υποχρεωθούν να λάβουν ισχυρά μέτρα, ακολουθώντας το παράδειγμα των ΗΠΑ και εφαρμόζοντας δασμούς σε κινεζικά προϊόντα. Πρόσθεσε ότι είχε ήδη συζητήσει το ζήτημα με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.

Τα μεγέθη είναι αρκετά εντυπωσιακά· η Γαλλία κατέγραψε πέρυσι έλλειμμα 47 δισ. ευρώ στο εμπόριο αγαθών με την Κίνα, σύμφωνα με το Fortune Magazine, που επικαλέστηκε το γαλλικό υπουργείο Οικονομικών, ενώ κινεζικά στοιχεία έδειξαν ότι το πλεόνασμα της Κίνας με την ΕΕ έφτασε σε ιστορικό επίπεδο 122.86 δισ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους.

Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμμανουέλ Μακρόν κατά τη διάρκεια της συνάντησης που είχε με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο. Κίνα, 4 Δεκεμβρίου 2025. (Adek Berry-Pool/Getty Images)

 

Το Μεξικό, επίσης, αλλάζει πορεία: το Κογκρέσο του αναμένεται να ψηφίσει αυτή την εβδομάδα πρόταση της προέδρου Κλαούντια Σέινμπαουμ για την επιβολή νέων δασμών σε κινεζικές εισαγωγές, εξέλιξη που, όπως σημειώνεται, θεωρείται ευρέως ότι ευθυγραμμίζει περισσότερο τη χώρα με την εμπορική πολιτική των ΗΠΑ.

Ο Φαν εκτιμά ότι περισσότερες χώρες θα ακολουθήσουν, υιοθετώντας δασμολογικά και μη εμπόδια, καθώς το κινεζικό μοντέλο αποσταθεροποιεί όλο και περισσότερο τις παγκόσμιες αγορές. Κατά τον Φαν, αφού το Πεκίνο δεν είναι διατεθειμένο να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που δημιουργεί η πλεονάζουσα παραγωγή του, η κλιμάκωση της εμπορικής σύγκρουσης είναι αναπόφευκτη.

Η αντοχή του σημερινού εμπορικού μοντέλου 

Πρόσφατες αξιολογήσεις υποδηλώνουν ότι το μοντέλο ίσως έχει περιορισμένο βίο. Στον Δείκτη Βιώσιμου Εμπορίου 2025, που δημοσίευσαν το Hinrich Foundation και το World Competitiveness Center του IMD, η Κίνα κατατάχθηκε 16η ανάμεσα σε 30 μεγάλες οικονομίες, πίσω από άλλα ασιατικά οικονομικά κέντρα.

Ο δείκτης αξιολογεί χώρες με βάση την οικονομική ευελιξία, την κοινωνική ανθεκτικότητα και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα.

Ο Τσιου υποστήριξε ότι η Κίνα υποχωρεί και στους τρεις άξονες. Όπως ανέφερε, το Πεκίνο εμφανίζει μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα με μειούμενες αποδόσεις, η κατάρρευση της αγοράς ακινήτων επιδεινώνεται και οι τοπικές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν αυξανόμενους κινδύνους χρέους. Παράλληλα, οι αδύναμες δομές κοινωνικής προστασίας ωθούν το κινεζικό κοινό να αποταμιεύει αντί να καταναλώνει.

Ακατοίκητες βίλες σε προάστιο της Σενγιάνγκ, στη βορειοανατολική επαρχία Λιαονίνγκ. Κίνα, 31 Μαρτίου 2023. (Jade Gao/AFP μέσω Getty Images)

 

Κατά τον Τσιου, η προώθηση των κινεζικών εξαγωγών δεν μπορεί να προχωρήσει πολύ ακόμη. Όπως εξήγησε, βασίζεται στο δεδομένο ότι θα υπάρχουν πάντα αγοραστές στο εξωτερικό, θα υπάρχουν πάντα αγοραστές, ωστόσο η πραγματική οικονομική ευημερία εξαρτάται τελικά από την εγχώρια κατανάλωση.

]Στην Κίνα, εξήγησε, τα έσοδα από τις εξαγωγές δεν διανέμονται σε ολόκληρο τον πληθυσμό, έτσι οι απλοί πολίτες δεν απολαμβάνουν τα οφέλη της οικονομικής ανάπτυξης. Έτσι, όσο περισσότερο εξάγει η Κίνα και όσο περισσότερη παραγωγική ικανότητα χτίζει τόσο ασθενέστερη γίνεται η εγχώρια ζήτηση. Όταν οι ξένοι εμπορικοί εταίροι αυξήσουν τους εμπορικούς φραγμούς, οι κινεζικές εξαγωγές θα συναντήσουν σοβαρά εμπόδια.

Όπως σημείωσε, αν και η ενίσχυση των εξαγωγών μπορεί να λειτούργησε πριν από 30 χρόνια, οι εποχές έχουν αλλάξει και η αύξηση των εξαγωγών από μόνη της δεν μπορεί να «σώσει» την οικονομία.

Παρόμοια απαισιόδοξη εκτίμηση διατύπωσε και ο Φαν. Όπως ανέφερε, με το να διαταράσσει επανειλημμένα τους κανόνες του παγκόσμιου εμπορίου, το Πεκίνο προεξόφλησε τη διεθνή αντίδραση. Με τον καιρό, το παγκόσμιο σύστημα θα βρει μια νέα ισορροπία, πολύ λιγότερο ευνοϊκή για την Κίνα.

Κατά την εκτίμησή του, είναι αρκετά πιθανό το ΚΚΚ να βρεθεί αντιμέτωπο με μια πολύ «σκοτεινή περίοδο», επειδή όταν οι διεθνείς αγορές κλείσουν και η εγχώρια ζήτηση δεν επαρκεί, αυτό το μοντέλο είτε καταρρέει είτε εξαναγκάζεται σε μετασχηματισμό. Όπως κατέληξε, είναι ζήτημα χρόνου.

Του Michael Zhuang

Με τη συμβολή των Ning Haizhong και Yi Ru

Αυστηρότερο πλαίσιο επιστροφής μεταναστών στην ΕΕ

Την 8η Δεκεμβρίου, τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέληξαν σε πολιτική συμφωνία για ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο που φιλοδοξεί να απλοποιήσει και να επιταχύνει την επιστροφή πολιτών τρίτων χωρών που δεν έχουν νόμιμο δικαίωμα παραμονής στην ΕΕ.

Πρόκειται για έναν κανονισμό που, ως μέρος του Συμφώνου Μετανάστευσης και Ασύλου — το οποίο εγκρίθηκε τον Ιούνιο του 2024 και θα τεθεί σε εφαρμογή τον Ιούνιο του 2026 — έρχεται να διευρύνει σημαντικά τα εργαλεία διαχείρισης των παρανόμως διαμενόντων.

Ο νέος κανονισμός επιτρέπει για πρώτη φορά στα κράτη-μέλη να δημιουργήσουν «κόμβους επιστροφής» σε τρίτες χώρες, όπου οι μετανάστες θα μπορούν να μεταφέρονται όσο εκκρεμεί η επαναπροώθησή τους.

Σύμφωνα με το Συμβούλιο της ΕΕ, οποιαδήποτε χώρα εκτός ΕΕ μπορεί να επιλεγεί ως χώρα επιστροφής, υπό την προϋπόθεση ότι πληροί τα διεθνή πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και απαγόρευσης επαναπροώθησης προσώπων σε επικίνδυνες συνθήκες (non-refoulement).

Τα σχετικά συμφωνητικά θα καθορίζουν όχι μόνο τη διαδικασία αλλά και τους κανόνες διαμονής των μεταναστών και τις συνέπειες σε περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων.

Σε δηλώσεις του, ο Δανός υπουργός Μετανάστευσης, Ράσμους Στοκλουντ, εξέφρασε την ικανοποίησή του, τονίζοντας ότι «τρεις στους τέσσερις μετανάστες που λαμβάνουν διαταγές επιστροφής παραμένουν ακόμα στην ΕΕ». Επισήμανε επίσης τις αυστηρότερες διατάξεις του νέου πλαισίου, όπως τη δυνατότητα κράτησης για μεγαλύτερο διάστημα και την επιβολή μακροβιότερων απαγορεύσεων εισόδου.

Τα επίσημα στοιχεία της Eurostat για το προηγούμενο έτος καταγράφουν πάνω από 918.000 πολίτες τρίτων χωρών να διαμένουν παράνομα στην ΕΕ, ενώ 453.380 από αυτούς έλαβαν διαταγή αποχώρησης. Με τον νέο κανονισμό, όσοι λάβουν εντολή επιστροφής υποχρεώνονται να συνεργαστούν με τις αρχές, παρέχοντας βιομετρικά δεδομένα και ταξιδιωτικά έγγραφα—διαφορετικά, προβλέπονται κυρώσεις όπως στέρηση επιδομάτων, απαγόρευση πρόσβασης σε εργασία ή ακόμη και φυλάκιση.

Μετανάστες που προσπαθούν να διασχίσουν τη Μεσόγειο αντιδρούν ενώ κάθονται σε μια βάρκα καθώς διασώζονται από την ελληνική ακτοφυλακή, στα νότια παράλια της Κρήτης στις 18 Νοεμβρίου 2025. Eleftherios Elis Mitza/AFP μέσω Getty Images

 

Η ανάγκη για τέτοιες αυστηρές μεταρρυθμίσεις αντικατοπτρίζει την όλο και μεγαλύτερη πολιτική πίεση για περιορισμό των μεταναστευτικών ροών. Τον Μάιο του 2024, 15 χώρες-μέλη—ανάμεσά τους η Ελλάδα, η Ιταλία, η Δανία και η Πολωνία—κάλεσαν την ΕΕ να δώσει έμφαση στις διαδικασίες μεταφοράς αιτούντων ασύλου σε «ασφαλείς τρίτες χώρες». Ταυτόχρονα, η ιταλική κυβέρνηση, με την Τζόρτζια Μελόνι στο τιμόνι, υποστηρίζει θερμά τη διαδικασία εξωτερικής διαχείρισης αιτήσεων ασύλου.

Παράλληλα, το Συμβούλιο ανακοίνωσε ότι θα εισαχθεί μια νέα ευρωπαϊκή διαταγή επιστροφής στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν. Αυτό θα επιτρέπει στις αρχές ταχύτερη πρόσβαση σε εναρμονισμένα δεδομένα σχετικά με πρόσωπα υπό επιστροφή, ενώ προτείνεται και η αμοιβαία αναγνώριση αποφάσεων απέλασης για να αποφευχθεί το φαινόμενο μετακίνησης μεταναστών μεταξύ κρατών-μελών με σκοπό την αποφυγή απέλασης.

Ωστόσο, το νέο κανονιστικό πλαίσιο έχει προκαλέσει ανησυχίες σε οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Ολίβια Σάντμπεργκ-Ντίαζ, υπεύθυνη της Διεθνούς Αμνηστίας για θέματα μετανάστευσης στην ΕΕ, προειδοποιεί ότι τα μέτρα «αφαιρούν δικαιώματα βάσει του μεταναστευτικού καθεστώτος και αφήνουν πολλούς σε νομικό κενό», ενώ χαρακτηρίζει τα σχεδιαζόμενα κέντρα επιστροφής σε τρίτες χώρες ως «σκληρά και μη εφαρμόσιμα, με κίνδυνο παρατεταμένης κράτησης και παραβίασης του διεθνούς δικαίου».

Καθώς χιλιάδες μετανάστες αντιμετωπίζουν αβέβαιο μέλλον, η ΕΕ βρίσκεται στο μεταίχμιο διατήρησης της ασφάλειας και της λειτουργικότητας των συστημάτων της—αντιμετωπίζοντας, όμως, και τη σκληρή πραγματικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το πώς θα εξελιχθεί η ισορροπία αυτή θα κρίνει τις τύχες χιλιάδων ανθρώπων στα ευρωπαϊκά σύνορα τα επόμενα χρόνια.

Υβριδικές επιθέσεις με αερόστατα πυροδοτούν έκτακτα μέτρα στη Λιθουανία

Σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε εθνικό επίπεδο κήρυξε η Λιθουανία στις 9 Δεκεμβρίου, έπειτα από σειρά υβριδικών επιθέσεων με αερόστατα που μεταφέρουν λαθραία εμπορεύματα από τη γειτονική Λευκορωσία, στενό σύμμαχο της Ρωσίας. Το Υπουργείο Εσωτερικών της Λιθουανίας ανακοίνωσε ότι το μέτρο έχει στόχο τον έλεγχο της απειλής για την πολιτική αεροπορία και τα εθνικά συμφέροντα ασφαλείας.

Σύμφωνα με το Υπουργείο, κάθε βράδυ «η αστυνομία, η στρατονομία, η υπηρεσία συνοριοφυλάκων και το τελωνειακό σώμα διενεργούν εφόδους στα σύνορα, ελέγχουν οχήματα, εντοπίζουν και κατασχέτουν μετεωρολογικά αερόστατα και λαθραία φορτία».

Ο υπουργός Εσωτερικών Βλαντισλάβ Κοντραβίτσιους τόνισε πως η κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης θα επιτρέψει στο στρατιωτικό προσωπικό να δρα αποτελεσματικότερα, είτε αυτόνομα είτε σε συνεργασία με τους υπαλλήλους του Υπουργείου, για την αντιμετώπιση της απειλής.

Η απόφαση λήφθηκε μετά από δύο μήνες συνεχώς αυξανόμενων περιστατικών με αερόστατα, ακόμη και πάνω από αεροδρόμια, που οδήγησαν σε κλείσιμο του εναέριου χώρου και καθηλώσεις πτήσεων. Το Υπουργείο ανέφερε ότι από τον Οκτώβριο, «το αεροδρόμιο του Βίλνιους έχει παραμείνει κλειστό για περισσότερες από 60 ώρες, γεγονός που επηρέασε 350 πτήσεις και 51.000 επιβάτες».

Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι τα έκτακτα μέτρα δεν εφαρμόζονται σε όλη την επικράτεια, καθώς, ανάλογα με τον άνεμο, τα αερόστατα μπορεί να διασχίσουν διαφορετικούς δήμους της χώρας.

Όπως επισημαίνει η υπηρεσία, καταγεγραμμένοι ναυτιλιακοί δείκτες για τα αερόστατα αυτά έχουν εντοπιστεί κοντά στο αεροδρόμιο Βίλνιους –σε απόσταση περίπου 32 χλμ. από τα σύνορα με τη Λευκορωσία– αλλά και βαθύτερα στο εσωτερικό της χώρας, συμπεριλαμβανομένων των αεροδρομίων του Κάουνας και τοποθεσιών όπως το Σιαουλιάι και το Καντινιάι.

«Στην αντιμετώπιση αυτής της υβριδικής επίθεσης από τη Λευκορωσία οφείλουμε να λάβουμε τα αυστηρότερα μέτρα και να προστατεύσουμε τις περιοχές που πλήττονται περισσότερο», τόνισε η πρωθυπουργός της Λιθουανίας Ίνγκα Ρουντζινιάν. «Όλοι οι αρμόδιοι φορείς ενώνουν τις δυνάμεις τους για να αποτρέψουν την απειλή που συνεπάγονται τα λαθραία αερόστατα».

Στις 27 Οκτωβρίου, η Λιθουανία έκλεισε προσωρινά τα σύνορά της με τη Λευκορωσία. Η κ. Ρουντζινιάν άφησε αιχμές κατά του Μινσκ, υποστηρίζοντας ότι δεν κάνει αρκετά για να αντιμετωπίσει την εγκληματική δραστηριότητα που εκπορεύεται από το έδαφός του. Σύμφωνα με τις αρχές της Λιθουανίας, τα τσιγάρα αποτελούν το κυριότερο λαθραίο προϊόν που εισέρχεται στη χώρα με αυτόν τον τρόπο.

Από την πλευρά του, ο Λευκορώσος υπουργός Εξωτερικών Μαξίμ Ραζένκοφ χαρακτήρισε το κλείσιμο των συνόρων «πρόκληση» και υποστήριξε ότι «το πρόβλημα του λαθρεμπορίου αποτελεί διαχρονικό ζήτημα», καλώντας το Βίλνιους να επικεντρωθεί στην αντιμετώπιση οργανωμένων λιθουανικών συμμοριών που επωφελούνται από τη διακίνηση λαθραίων. Η Λευκορωσία αρνείται σταθερά οποιαδήποτε ανάμιξη στις πτήσεις αεροστάτων.

Στις 9 Δεκεμβρίου, ο Λευκορώσος πρόεδρος Αλεξάντρ Λουκασένκο διέψευσε την ανάμειξη του Μινσκ, κατηγορώντας τη Λιθουανία για πολιτικοποίηση της υπόθεσης. «Εάν επιθυμείτε φυσιολογικές σχέσεις, καθίστε στο τραπέζι και συζητήστε τα ζητήματα. Εμείς είμαστε έτοιμοι», δήλωσε σε συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας της Λευκορωσίας.

Ανάλογη έκκληση απηύθυνε και ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Ιγκόρ Σικρίτα, προτρέποντας το Βίλνιους να ανταποκριθεί σε πρόσκληση για συνομιλίες σχετικά με τις καταγγελίες περί παραβίασης εναέριου χώρου.

Την περασμένη εβδομάδα, Μινσκ και Βίλνιους ενεπλάκησαν σε διπλωματική αντιπαράθεση, αλληλοκατηγορώντας ο ένας τον άλλον για παραβιάσεις. Την 1η Δεκεμβρίου, η Λιθουανία προσέφυγε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά την αναγκαστική διακοπή λειτουργίας του αεροδρομίου Βίλνιους στις 30 Νοεμβρίου λόγω ύποπτων αεροστάτων στον εναέριο χώρο, κατηγορώντας τον Λουκασένκο ότι επιτρέπει την εγκληματική δραστηριότητα.

Την ίδια ημέρα, η Λευκορωσία κατήγγειλε τη Λιθουανία ως υπεύθυνη για την αποστολή κατασκοπευτικού drone που φέρεται να μετέφερε εξτρεμιστικό υλικό. Το Υπουργείο Εσωτερικών της Λευκορωσίας ανακοίνωσε στις 30 Νοεμβρίου πως «ένα drone εντοπίστηκε στο Γκρόντνο, στη δυτική Λευκορωσία, εξοπλισμένο με κάμερα φωτογραφίας και βίντεο, ικανή για συλλογή πληροφοριών».

Υποστήριξε δε ότι από το drone ρίχτηκαν φυλλάδια εξτρεμιστικού περιεχομένου και ότι οι ειδικοί καθόρισαν πως η εκτόξευση έγινε από το Τσάπσιουμ Ιέστις της Λιθουανίας, κοντά στα σύνορα με τη Λευκορωσία και την Πολωνία.

Το Εθνικό Κέντρο Διαχείρισης Κρίσεων της Λιθουανίας απέρριψε τις κατηγορίες της Λευκορωσίας. Εκπρόσωπος δήλωσε πως «δεν είναι η πρώτη φορά που το καθεστώς της Λευκορωσίας επινοεί ιστορίες και εκτοξεύει κατηγορίες κατά δυτικών χωρών και της Λιθουανίας».

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα Χ (πρώην Twitter) την 1η Δεκεμβρίου, ανέφερε ότι είχε συνομιλία με τον πρόεδρο της Λιθουανίας Γκιτάνας Ναουσέντα και χαρακτήρισε τη θέση στα σύνορα με τη Λευκορωσία «επιδεινούμενη». «Μια τέτοια υβριδική επίθεση από το καθεστώς του Λουκασένκο είναι απολύτως απαράδεκτη» έγραψε, προσθέτοντας ότι η Ε.Ε. προετοιμάζει νέα μέτρα στο πλαίσιο του καθεστώτος κυρώσεων.

Με πληροφορίες από Associated Press και Reuters

Νίσσι Χάμιλτον: Από θύμα, ενεργή πολέμια της εμπορίας ανθρώπων

Το μήνυμα της Νίσσι Χάμιλτον είναι ωμό, χωρίς φίλτρα και διανθισμένο με τη σοφία που αποκτά κάποιος που βιώσει την κόλαση επί της γης. Κάποτε θύμα εμπορίας ανθρώπων (trafficking) και τώρα νομοθέτης, η ίδια αποκαλεί τον εαυτό της «Rahab remix» — μια αναφορά στην πόρνη που έγινε ηρωίδα, στο βιβλίο του Ιησού του Ναυή.

Έχοντας περάσει από πολλές συμπληγάδες, η Χάμιλτον όχι μόνο επιβίωσε αλλά απέκτησε τη δύναμη και τους πόρους για να διεξάγει μια σταυροφορία υπέρ των ανθρώπων που έχουν κακοποιηθεί, μέσω του  Nissi’s Network Inc., ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού αφιερωμένου στην πρόληψη της εμπορίας ανθρώπων, την υποστήριξη των θυμάτων και την απόδοση δικαιοσύνης.

Αφηγούμενη την ιστορία της, επιδιώκει κυρίως να επισημάνει τα κενά του συστήματος που επέτρεψαν την εκμετάλλευσή της. Πώς ήταν η διαδικασία; Τι συνέβαινε εκείνη την εποχή; Το πιο σημαντικό κενό, όπως σημειώνει, ήταν η «ανυπαρξία νομοθεσίας για την εμπορία ανθρώπων, με εξαίρεση τη διεθνή εμπορία».

Από το κακό στο χειρότερο

Η ιστορία της Χάμιλτον ξεκινά στο Χιούστον. Στην ιστοσελίδα του υπουργείου Πολέμου των ΗΠΑ για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, η Χάμιλτον γράφει ότι βιάστηκε σε ηλικία 11 ετών από έναν γείτονά της, ο οποίος «συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε» μετά την κατάθεσή της εναντίον του. Καθώς δεν ήταν δυνατόν να παραμείνει στο σπίτι της, λόγω προβλημάτων της μητέρας της με τον εθισμό και την πορνεία, το δικαστήριο την τοποθέτησε σε ανάδοχη οικογένεια. Μιλώντας αργότερα για τα χρόνια που πέρασε μέσα και έξω από αυτό το σύστημα, σε συνέντευξη που έδωσε στο Πανεπιστήμιο Houston-Downtown (UHD), είπε: «Δεν συνειδητοποιούσα ότι προετοίμαζα τον εαυτό μου για την εμπορία ανθρώπων. Μου δίδασκαν ότι ήμουν ένα εμπόρευμα… ότι ήταν εντάξει να πληρώνεται κάποιος για μένα».

Αργότερα, η επιμέλεια δόθηκε στη γιαγιά της, αλλά μετά από μόλις εννέα μήνες, η γιαγιά της πέθανε από καρκίνο του μαστού. Σε ηλικία 14 ετών, η Χάμιλτον βρέθηκε μόνη σε ένα εγκαταλελειμμένο διαμέρισμα για μήνες. Τελικά, εκδιώχθηκε από μια αρχή στέγασης, που δεν την ρώτησε ποτέ για την ηλικία της, βρίσκοντας καταφύγιο σε καναπέδες φίλων πριν καταλήξει άστεγη πίσω από ένα Walmart. «Ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου για μένα — το να ζω στους δρόμους», εξηγεί στη συνέντευξη.

Σκέφτηκε ότι αν έκανε ένα μωρό, η κατάστασή της ίσως βελτιωνόταν: «Αν μείνω έγκυος, μπορεί να λάβω τη βοήθεια που χρειάζομαι και οι άνθρωποι θα σταματήσουν να αγνοούν ότι είμαι άστεγη», αναφέρει στη συνέντευξη στο UHD. Αλλά αντί να λάβει βοήθεια, τα πράγματα έγιναν πολύ χειρότερα.

Έγκυος στα 15, της ασκήθηκε αγωγή από την πολιτεία του Τέξας για αστεγία όταν το μωρό της ήταν μόλις 20 ημερών. «Δεν ήξερα πώς να το αντιμετωπίσω», ομολογεί.

Αντιμέτωπη με το τελεσίγραφο του δικαστή — GED (σ.σ. εξετάσεις για απολυτήριο ισοδύναμο απολυτηρίου λυκείου), δουλειά και σταθερή στέγη ή απώλεια του παιδιού της — η Χάμιλτον δέχτηκε την προσφορά μιας «φίλης» να δουλέψει ως σερβιτόρα σε στριπτιζάδικο. Ήταν όμως μια παγίδα: η φίλη της ήταν ήδη θύμα εμπορίας ανθρώπων και ο «φίλος» της ήταν ο νταβατζής. Ουσιαστικά κρατούσε το μωρό όμηρο, απαιτώντας 200 δολάρια τη νύχτα από τη Χάμιλτον. Δεν απαιτούσε σεξ, μόνο εργασία. Εκείνη συνειδητοποίησε την εκμετάλλευση και τον εκβιασμό ότι δεν θα έπαιρνε πίσω το μωρό της αν δεν κατέβαλλε τα χρήματα.

Κάποια στιγμή, εμφανίστηκε ένας δεύτερος νταβατζής, προσποιούμενος τον ηρωικό σωτήρα, όμως μόνο για να την προδώσει. Ξεκίνησε φροντίζοντάς την, πληρώνοντας τα βασικά έξοδα για εκείνη και το παιδί και παρέχοντάς της ένα σπίτι. Μια νύχτα, νόμιζε ότι θα πήγαιναν για δείπνο. Φόρεσε το καλύτερό της φόρεμα, χωρίς να γνωρίζει ότι επρόκειτο για παγίδα.

Σύντομα έφτασαν σε ένα ξενοδοχείο και της έδωσε ένα κλειδί. Τράβηξε όπλο: «Αν δεν μου δώσεις τα λεφτά μου, θα χάσεις τη ζωή σου». Η μόνη σκέψη στο μυαλό της ήταν: «Αν δεν το κάνω, το μωρό μου δεν θα επιβιώσει».

«Έχεις τον αγοραστή, τον πωλητή… και μετά έχεις τον σκλάβο — και αυτή ήμουν εγώ», είπε στο UHD. Όντας «’εκπαιδευμένη’ και σωματικά και ψυχολογικά», όπως είπε σε άλλη συνέντευξη, στην Daily Mail, βρέθηκε παγιδευμένη στην εμπορία ανθρώπων. Επιπλέον, έμεινε ξανά έγκυος. Ήταν 16 ετών, με δύο παιδιά και μια υπόθεση που εκκρεμούσε στο δικαστικό σύστημα. Τότε ήρθε η βίαιη ανατροπή: Έγινε το πρώτο θύμα στο Τέξας που μηνύθηκε για διατροφή από τον άνδρα που την εμπορευόταν. Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό Canvas Rebel αφηγήθηκε ότι έφτιαξε τη δική της υπεράσπιση, πάλεψε και κέρδισε.

Ανοδική πορεία

Η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Η Χάμιλτον είπε στην Daily Mail ότι μέχρι τα 19 της είχε αναγκαστεί να κοιμηθεί με ~1.500 άνδρες. Ευτυχώς, ένας επίμονος στρατολόγος του Ναυτικού τελικά τράβηξε την προσοχή της, αλλάζοντας την πορεία της ζωής της.

Κατατάχθηκε κρυφά στο Ναυτικό, αλλά ο νταβατζής της την εντόπισε και έδωσε εντολή να την ξυλοκοπήσουν βάναυσα. Αυτό δεν την σταμάτησε. Το μπόνους εγγραφής των 20.000 δολαρίων που είχε κρύψει τής επέτρεψε τελικά να νοικιάσει ένα διαμέρισμα, να αγοράσει ένα αυτοκίνητο και να ξεφύγει επιτέλους από τον έλεγχό του.

Η Χάμιλτον υπηρέτησε οκτώ χρόνια στο Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης με την Blackwater κατά τη διάρκεια του Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας, πριν εργαστεί έξι χρόνια ως αξιωματικός κράτησης στο Γραφείο του Σερίφη της Κομητείας Χάρρις.

Τα προσόντα της αυξήθηκαν περαιτέρω. Απέκτησε πτυχίο στην ποινική δικαιοσύνη με ειδίκευση στην τεχνική διαχείριση, ακολουθούμενο από MBA στη λογιστική και τη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού. Της απονεμήθηκε τιμητικός διδακτορικός τίτλος στον παγκόσμιο ανθρωπισμό για το έργο της κατά της εμπορίας ανθρώπων με παιδιά που έχουν προσβληθεί από τον ιό HIV στην Ουγκάντα και χήρες από το Πακιστάν που αναγκάζονται να παντρέψουν τις κόρες τους σε ηλικία μόλις 12 ετών.

Τώρα, είναι μητέρα οκτώ παιδιών.

Παρέχοντας βοήθεια 

Η μη κερδοσκοπική οργάνωση που ίδρυσε με έδρα το Χιούστον, το Nissi’s Network Inc., δηλώνει ως αποστολή την παροχή «ολιστικής υποστήριξης και αδιαμφισβήτητης ηγετικής θέσης στην αγορά για τα παιδιά των μαστροπών, των πορνών και των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων, ώστε να έχουν την ευκαιρία να ζήσουν μια υγιή και επιτυχημένη ζωή».

Ως εκτελεστική διευθύντρια, υποστήριξε το 2021 το Texas Smart Act, ένα νόμο που παρέχει προστασία και βασικούς πόρους στα θύματα της εμπορίας ανθρώπων.

Σήμερα, η Χάμιλτον ασκεί έντονες πιέσεις για την ψήφιση του ομοσπονδιακού νόμου Trafficking Survivors Relief Act (TSRA). Το νομοσχέδιο εξακολουθεί να εκκρεμεί στο 119ο Κογκρέσο.

«Ο νόμος Trafficking Survivors Relief Act είναι αυτό που θέλω να υλοποιηθεί, γιατί όλοι χρειαζόμαστε βοήθεια, αλλά δεν χρειαζόμαστε ελεημοσύνη», μου είπε. Το δικομματικό νομοσχέδιο θα διαγράψει τα ομοσπονδιακά ποινικά μητρώα των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων που εξαναγκάστηκαν σε μη βίαια εγκλήματα.

«Ο στόχος μου είναι τα [θύματα εμπορίας ανθρώπων] να γίνουν φορολογούμενοι πολίτες και να μην συνεχίσουν οι άνθρωποι να δίνουν τα χρήματα που έχουν κερδίσει με τον κόπο τους για να ζούμε μια κανονική ζωή», μου είπε. «Αν δεν θέλετε να γίνουμε φορολογούμενοι πολίτες, τότε κάντε την εμπορία ανθρώπων αναπηρία — γιατί είναι», σημειώνει.

Πέρα από αυτό, ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που την απασχολούν σχετικά με τους νέους είναι η «προετοιμασία». Σύμφωνα με το Rape, Abuse & Incest National Network, η «προετοιμασία» είναι «η σκόπιμη πράξη της δημιουργίας μιας σχέσης εμπιστοσύνης με ένα παιδί, έναν έφηβο ή έναν ευάλωτο ενήλικα (όπως ένας ενήλικας με γνωστική δυσλειτουργία) με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευσή του». Όπως επισημαίνεται, «είναι μια διαδικασία, όχι ένα μεμονωμένο γεγονός».

Σε ένα βίντεο στο κανάλι της στο YouTube, η Χάμιλτον τονίζει ότι αυτή η διαδικασία διευκολύνεται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Δεν χρειάζεται χρόνος, επειδή το Facebook, το Instagram, το Tik Tok και το Snapchat σού επιτρέπουν να εκθέτεις όλες τις ευπάθειές σου. […] Υπάρχουν άνθρωποι που θα μελετήσουν προσεκτικά τα κενά στη ζωή σου»  προκειμένου να τα εκμεταλλευτούν. Προτρέπει τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν τι ακριβώς είναι η «προετοιμασία», επειδή ο εχθρός έχει μια στρατηγική.

Το Nissi’s Network Inc. περιγράφει τη Χάμιλτον ως «παγκόσμια ουμανίστρια, διδακτορική φοιτήτρια, βετεράνο, μητέρα και… κωμικό». Ως δημοσιογράφος, της είπα ότι δεν ήθελα να την ορίσω με βάση γεγονότα που συνέβησαν στο μακρινό παρελθόν, αλλά εκείνη ήθελε να γίνει έτσι.

«Είναι απαραίτητο να πω την ιστορία μου. [Ο Θεός] είπε ότι νικάμε τον εχθρό με τη δύναμη της μαρτυρίας μας, το αίμα του αμνού, και μη αγαπώντας τη ζωή μας υπερβολικά. Οπότε, θα το κάνω αυτό μέχρι να πεθάνω», είπε.

Επιστρέφοντας στην αναλογία με τη Ραάβ, προσθέτει με οξυδέρκεια: «Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί ακόμα αποκαλούμε τη Ραάβ πόρνη; Όταν η Ραάβ πέθανε ήταν σύζυγος, μητέρα και απολάμβανε τιμές βασίλισσας».

Της Susan D. Harris

Συνεργασίες δυτικών πανεπιστημίων με κινεζικά εργαστήρια ΑΙ, με φόντο παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Τα πανεπιστήμια των ΗΠΑ συνεργάζονται «εκτενώς» με κινεζικά εργαστήρια στην έρευνα για την τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ), κάτι που έχει επίσης διευκολύνει τη μεταφορά ευαίσθητης αμερικανικής τεχνολογίας, τη μαζική επιτήρηση Κινέζων πολιτών και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα, συμπεριλαμβανομένου αυτού που η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει χαρακτηρίσει γενοκτονία των Ουιγούρων στην περιοχή Σιντζιάνγκ, σύμφωνα με μελέτη που δημοσίευσε η εταιρεία αναλύσεων Strategy Risks σε συνεργασία με το Human Rights Foundation.

Η έκθεση, που δόθηκε στη δημοσιότητα στις 8 Δεκεμβρίου, εστιάζει σε έρευνα που έγινε για δύο κινεζικά εργαστήρια με κρατική στήριξη, τα οποία διαπιστώθηκε ότι, από το 2020 και έπειτα, συνυπέγραψαν σχεδόν 3.000 επιστημονικές εργασίες με ερευνητές του εξωτερικού, συμπεριλαμβανομένων ερευνητών κορυφαίων αμερικανικών πανεπιστημίων που λαμβάνουν κρατικές επιχορηγήσεις.

Κατονομάζονται κορυφαία πανεπιστήμια, όπως το Massachusetts Institute of Technology, το Stanford University, το Harvard University, το Princeton University, το University of Oxford και το University College London, ενώ σημειώνεται ότι υπάρχουν περισσότερα από είκοσι ακόμη ιδρύματα που χρηματοδοτούνται από δημόσιους φορείς, καθώς και από εταιρείες όπως η Amazon.

Οι οργανισμοί αυτοί δεν απάντησαν στα ερωτήματα της εφημερίδας The Epoch Times έως τη δημοσίευση του άρθρου.

Σύμφωνα με την έκθεση, «η παρούσα έκθεση δείχνει ότι τα δυτικά πανεπιστήμια και οι δημόσιοι χρηματοδότες συνδέονται στενά με τα εργαστήρια ΑΙ που αποτελούν προτεραιότητα του κινεζικού κράτους, μέσω ανοικτής αλλά ανεπαρκώς ελεγχόμενης συνεργασίας». Επιπλέον, αναφέρεται ότι «η γνώση κινείται απρόσκοπτα πέρα από τα σύνορα, ακόμη και όταν τα ιδρύματα που την παραλαμβάνουν είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με ένα αυταρχικό κράτος».

Εργαστήρια υποστηριζόμενα από το ΚΚΚ

Τα δύο εργαστήρια στο επίκεντρο είναι το Zhejiang Lab και το Shanghai Artificial Intelligence Research Institute (SAIRI), δύο «πλουσιοπάροχα χρηματοδοτούμενοι, υπό την επίβλεψη του Κόμματος» οργανισμοί, που, σύμφωνα με την έκθεση, είναι ενσωματωμένοι στο σύστημα του καθεστώτος για την επιτήρηση.

Το Zhejiang Lab ιδρύθηκε το 2017 από την επαρχιακή κυβέρνηση της Τζετζιάνγκ, το κρατικό Zhejiang University και την Alibaba. Σύμφωνα με την έκθεση, έλαβε 1,25 δισ. δολάρια σε χρηματοδότηση από την επαρχιακή κυβέρνηση, κατά το διάστημα 2021-2023. Συνεργάζεται επίσης με αρκετούς κρατικά υποστηριζόμενους φορείς, όπως ο όμιλος China Electronics Technology Group Corp., στον οποίο οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις επειδή κατασκεύασε την Integrated Joint Operations Platform, που περιγράφεται ως η «ραχοκοκαλιά» του συστήματος κοινωνικής πιστοληπτικής αξιολόγησης του κινεζικού καθεστώτος.

Το SAIRI ιδρύθηκε από το κρατικό Shanghai Jiao Tong University το 2018 και από το 2020, σύμφωνα με την έκθεση, διοικείται από τον Λου Τζουν, ανώτερο επιστήμονα της China Electronics Technology Group Corp., στην οποία έχουν επιβληθεί κυρώσεις. Το SAIRI ερευνά την υπολογιστική όραση, την παρακολούθηση, την εφαρμοσμένη απεικόνιση και άλλες τεχνολογίες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παρακολούθηση ομάδων.

Μεταξύ των συνεργατών του περιλαμβάνονται η Huawei και το Third Research Institute του κινεζικού υπουργείου Δημόσιας Ασφάλειας, που, σύμφωνα με την έκθεση, είναι αρμόδιο για τεχνική επιτήρηση και ψηφιακή εγκληματολογία.

Το 2023, το SAIRI συνέβαλε στην ανάπτυξη του πρώτου συστήματος εκπαίδευσης σκοποβολής με υποβοήθηση ΑΙ και, το 2024, υπέγραψε συμβάσεις με δύο εταιρείες — την iFlytek και τη SenseTime — οι οποίες κατασκευάζουν πλατφόρμες αναγνώρισης προσώπου και «έξυπνης αστυνόμευσης». Και οι δύο εταιρείες έχουν δεχθεί κυρώσεις για παροχή βοήθειας στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ), στο πλαίσιο της γενοκτονίας των Ουιγούρων στην περιοχή Σιντζιάνγκ.

Τα πανεπιστήμια της Δύσης και τα χρήματα των φορολογουμένων

Σύμφωνα με την έκθεση, τα δύο εργαστήρια δημοσίευσαν 11.000 επιστημονικές εργασίες από το 2020 έως τον Αύγουστο του 2025, εκ των οποίων οι ~3.000 έγιναν σε συνεργασία με επιστήμονες από το εξωτερικό.

Όπως αναφέρεται στην έκθεση, «το Zhejiang Lab και το SAIRI αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου συστήματος κρατικών εργαστηρίων ΑΙ, που χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό, καθοδηγούνται πολιτικά και συνδέονται με φορείς άμυνας και ασφάλειας. […] Η κλίμακα και η διεθνής τους εμβέλεια δείχνουν ότι οι προβληματικές συνεργασίες δεν είναι μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά συστημικά χαρακτηριστικά της αρχιτεκτονικής έρευνας ΑΙ της Κίνας».

Σε μία εργασία του 2022, την οποία συνυπογράφουν ερευνητές του Massachusetts Institute of Technology και χρηματοδοτεί πρόγραμμα επιχορηγήσεων της Defense Advanced Research Projects Agency του Πενταγώνου, εξετάζεται προηγμένη οπτική μετατόπιση φάσης, την οποία, σύμφωνα με την έκθεση, χρησιμοποιούν συστήματα απεικόνισης και ανίχνευσης που αξιοποιούνται σε στρατιωτική αναγνώριση, δορυφορική επιτήρηση και βιομετρική παρακολούθηση.

Σε μία εργασία του 2024, την οποία συνυπογράφουν ερευνητές του Carnegie Mellon University και χρηματοδοτεί το U.S. National Science Foundation και το Office of Naval Research, εξετάζεται η παρακολούθηση πολλαπλών αντικειμένων, την οποία οι αναλυτές περιέγραψαν ως «βασικό καταλύτη της αυτοματοποιημένης επιτήρησης».

Το πανεπιστήμιο δεν απάντησε σε ερώτημα της Epoch Times έως τη δημοσίευση του άρθρου.

Σε εργασία του 2021, που συνυπογράφεται με ερευνητές του Harvard University, μελετώνται προηγμένα οπτικά συστήματα και η υπολογιστική όραση.

Σύμφωνα με την έκθεση, «οι συνεργασίες του Zhejiang Lab με αυτά τα πανεπιστήμια δείχνουν πώς η δυτική τεχνογνωσία εντάσσεται σε ερευνητικές κατευθύνσεις που ευθυγραμμίζονται με τις προτεραιότητες της Κίνας σε ζητήματα ασφάλειας και επιτήρησης», ενώ γίνεται αναφορά στους στενούς δεσμούς του εργαστηρίου με έναν θεμελιώδη οργανισμό που συμβάλλει στη γενοκτονία των Ουιγούρων.

Όπως σημειώνεται στην έκθεση, «ο κίνδυνος προκύπτει από τη δομική ενσωμάτωση σε κρατικούς αμυντικούς φορείς που κατηγορούνται για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όχι από το επιστημονικό πλαίσιο των ίδιων των έργων».

Το 2021, το SAIRI συνεργάστηκε με αρκετούς δυτικούς φορείς για το QDTrack, το οποίο αναλύει και μπορεί να παρακολουθεί ανθρώπους ή αντικείμενα σε διαφορετικά βίντεο, κάτι που, σύμφωνα με την έκθεση, αποτελεί βασική λειτουργία της τεχνολογίας μαζικής επιτήρησης. Το 2023, συνεργάστηκε με αρκετά αμερικανικά πανεπιστήμια για την ανάπτυξη του AlphaTracker, ενός εργαλείου ανάλυσης συμπεριφοράς ζώων, που διαθέτει επίσης λειτουργίες αναγνώρισης ταυτότητας και παρακολούθησης αντικειμένων.

Σύμφωνα με την έκθεση, τα δυτικά αυτά ιδρύματα λαμβάνουν συχνά κρατικές επιχορηγήσεις, όπως προκύπτει δημόσια από τις ίδιες τις εργασίες. Τα κινεζικά εργαστήρια δεν εμφανίζονται ως αποδέκτες των επιχορηγήσεων, όμως, όπως αναφέρει η έκθεση, ωφελούνται μέσω των συνεργασιών με τα δυτικά ιδρύματα, παρακάμπτοντας διαδικασίες δέουσας επιμέλειας.

Κατά την έκθεση, «η εικόνα που προκύπτει είναι ότι δυτικοί δημόσιοι πόροι εμπλέκονται επανειλημμένα σε ερευνητικές συνεργασίες με εργαστήρια εντεταγμένα στον μηχανισμό ασφαλείας της Κίνας».

Η έκθεση εστιάζει σε κινεζικούς οργανισμούς με ρητούς δεσμούς με το κινεζικό καθεστώς ή τον στρατό, ωστόσο, σύμφωνα με το κείμενο, οι ερευνητές προειδοποίησαν ότι ακόμη και ιδρύματα που δεν εμφανίζονται ως άμεσα υποστηριζόμενα από το καθεστώς υποχρεούνται σε παροχή πληροφοριών σε αυτό, βάσει διαφόρων κινεζικών νόμων εθνικής ασφάλειας.

Κενό ηθικής

Οι αναλυτές διαπίστωσαν ότι μόνο τρία κέντρα δεοντολογίας για την τεχνητή νοημοσύνη έχουν καταδικάσει τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττει το κινεζικό καθεστώς: το βρετανικό Ada Lovelace Institute τον Ιούνιο του 2022, το Stanford’s Institute for Human-Centered Artificial Intelligence τον Αύγουστο του 2023 και το AI Now Institute το 2019.

Σύμφωνα με την έκθεση, «τα δυτικά ινστιτούτα δεοντολογίας για την τεχνητή νοημοσύνη έχουν σε μεγάλο βαθμό αποφύγει να αντιμετωπίσουν τη χρήση της ΑΙ στην Κίνα για καταστολή». Προστίθεται ότι «η σιωπή αυτή δεν αντανακλά άγνοια, αλλά ένα κενό στη διακυβέρνηση και την ευθύνη».

Οι συντάκτες της έκθεσης προειδοποίησαν ότι η συνεχιζόμενη σιωπή μπορεί να συμβάλει στο να «κανονικοποιηθούν» οι συνεργασίες με κινεζικούς κρατικά υποστηριζόμενους φορείς και η συνενοχή στη συμβολή προς το καθεστώς επιτήρησης. Η έκθεση καλεί τα ινστιτούτα δεοντολογίας — οργανισμούς που ιδρύθηκαν για να «εξετάζουν τους κινδύνους των προηγμένων τεχνολογιών» — να εκδώσουν κατευθυντήριες οδηγίες για τον κίνδυνο παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων που ενέχει η συνεργασία με κινεζικά εργαστήρια.

Οι συντάκτες της έκθεσης ζήτησαν να επαναπροσδιοριστεί η δέουσα επιμέλεια ώστε να περιλαμβάνει και τα ανθρώπινα δικαιώματα, να καταστεί υποχρεωτική η διαφάνεια στις ερευνητικές συνεργασίες, να τεθούν δικλίδες ασφαλείας για συνεργασία με ιδρύματα που συνδέονται με την επιτήρηση και να υπάρξει ηγεσία δεοντολογίας στον κλάδο. Παράλληλα, συνέστησαν στις κυβερνήσεις να αναθεωρήσουν πολιτικές ώστε να κλείσει το κενό εθνικής ασφάλειας που, σύμφωνα με την έκθεση, εμφανίζεται σε αυτές τις συνεργασίες.

Όπως καταλήγει η έκθεση, «εάν κυβερνήσεις, πανεπιστήμια και φορείς δεοντολογίας δεν υιοθετήσουν τέτοια μέτρα, οι συνεργασίες με εργαστήρια τεχνητής νοημοσύνης που αποτελούν προτεραιότητα του κινεζικού κράτους θα συνεχιστούν με βάση τους σημερινούς κανόνες».

Της Catherine Yang

Η άνθηση της ΑΙ δοκιμάζει τα αποθέματα νερού — Προειδοποίηση για τα κέντρα δεδομένων

Η βιομηχανία κοινής ωφελείας στην Αυστραλία προειδοποιεί ότι η σημερινή υδροδότηση της χώρας δεν επαρκεί για να καλύψει την εκρηκτική ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων και της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ).

Η Ένωση Υπηρεσιών Ύδρευσης της Αυστραλίας (Water Services Association of Australia – WSAA), κορυφαίος φορέας του κλάδου, αναφέρει ότι οι εταιρείες που αναπτύσσουν κέντρα δεδομένων ζητούν περίπου 5 έως 40 εκατομμύρια λίτρα νερού την ημέρα για την ψύξη των εγκαταστάσεών τους.

Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί σε 70.000 έως 80.000 νοικοκυριά ή σε 16 πισίνες ολυμπιακών διαστάσεων.

Τα κέντρα δεδομένων, τα οποία αποθηκεύουν πληροφορίες για φορείς από κυβερνήσεις έως επιχειρήσεις, ανακυκλώνουν νερό στο εσωτερικό τους ώστε να ψύχουν τους εξυπηρετητές και να αποτρέπουν την υπερθέρμανση. Ωστόσο, η ανάπτυξη της ΑΙ — η οποία απαιτεί πολύ μεγαλύτερη υπολογιστική ισχύ, περισσότερο αποθηκευτικό χώρο και περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια — αυξάνει επίσης τις βασικές απαιτήσεις των κέντρων δεδομένων.

Σύμφωνα με εκτίμηση της WSAA, έως το 2030 τα κέντρα δεδομένων μόνο στο Σύδνεϋ υπολογίζεται ότι θα χρησιμοποιούν 10,5 δισεκατομμύρια λίτρα νερού τον χρόνο (1,9% της παροχής της Sydney Water). Έως το 2035, η κατανάλωση αναμένεται να εκτιναχθεί στα 90 δισεκατομμύρια λίτρα τον χρόνο, ποσότητα που ισοδυναμεί με 15% έως 20% της συνολικής παροχής.

Το Σύδνεϋ θεωρείται, κατά κοινή εκτίμηση, η τεχνολογική «πρωτεύουσα» της Αυστραλίας, με 90 κέντρα δεδομένων σήμερα στην πολιτεία της Νέας Νότιας Ουαλίας (NSW), ενώ ακολουθεί η Βικτώρια με 40. Η έκθεση σημειώνει ότι τα μελλοντικά έργα κέντρων δεδομένων μπορεί να είναι πολύ πιο μεγάλα και ενεργοβόρα.

Ο Άνταμ Λόβελ, εκτελεστικός διευθυντής της WSAA, υπογράμμισε ότι πρέπει η Αυστραλία να σχεδιάσει προσεκτικά τη χρήση των υδάτινων πόρων της. Ανέφερε ότι η χώρα βρίσκεται σε καλή θέση ώστε να εξελιχθεί σε παγκόσμιο κόμβο κέντρων δεδομένων και ότι αυτό δεν χρειάζεται να γίνει εις βάρος των υδάτινων πόρων της.

Όπως σημείωσε, αυτό που είναι κρίσιμο είναι να βοηθηθεί ο κλάδος να γίνει «έξυπνος» χρήστης νερού. Υπογράμμισε ακόμη ότι η Αυστραλία έχει ιστορικό ανάπτυξης καινοτόμων λύσεων, ώστε να διασφαλίζεται αξιόπιστη πρόσβαση σε υδροδότηση, από τους βιομηχανικούς χρήστες έως τους οικιακούς καταναλωτές.

Η έκθεση περιελάμβανε πέντε συστάσεις, μεταξύ των οποίων η εφαρμογή προτύπων αποδοτικότητας, η ανακύκλωση νερού, η μεγαλύτερη διαφάνεια μέσω δημοσίευσης μετρήσεων για τη χρήση νερού και ενέργειας, η έγκαιρη συνεργασία ανάμεσα σε κέντρα δεδομένων και εταιρείες ύδρευσης, καθώς και η δημιουργία νέων πλαισίων για τις αναπτύξεις.

Οι Πράσινοι εκφράζουν ανησυχίες 

Η Άμπιγκεϊλ Μπόυντ, βουλευτής των Πρασίνων στο Νομοθετικό Συμβούλιο της Νέας Νότιας Ουαλίας, εξέφρασε την ανησυχία της για τη χρήση νερού από τα κέντρα δεδομένων στα τέλη Νοεμβρίου.

Κατά τη διάρκεια της Ώρας Ερωτήσεων στο κοινοβούλιο της Νέας Νότιας Ουαλίας, είπε ότι η πιο πρόσφατη απόφαση του Ανεξάρτητου Δικαστηρίου Τιμών και Ρυθμίσεων (Independent Pricing and Regulatory Tribunal – IPART) για τις τιμές του νερού στο Σύδνεϋ αναφέρει ότι η Sydney Water εκτιμά πως οι ανάγκες νερού των κέντρων δεδομένων θα μπορούσαν να φτάσουν έως και τα 250 μεγαλίτρα την ημέρα έως το 2035, προκειμένου να τροφοδοτηθεί η έκρηξη των προϊόντων τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό θα σήμαινε πως σχεδόν το 20% της συνολικής χρήσης νερού της Sydney Water θα καταναλωνόταν από τα κέντρα δεδομένων, επεσήμανε (pdf).

Στη συνέχεια, ρώτησε τι κάνει η αρμόδια υπουργός για να προωθήσει μια πιο υπεύθυνη προσέγγιση στην τεχνητή νοημοσύνη και στην ανάπτυξη κέντρων δεδομένων, προκειμένου νέες υποδομές — όπως οι συνδέσεις ύδρευσης — να ιεραρχούνται κατάλληλα υπέρ της στέγασης και να μην τροφοδοτούν την τελευταία «τεχνολογική φούσκα».

Η Ρόουζ Τζάκσον, υπουργός της κυβέρνησης των Εργατικών αρμόδια για το νερό και τη στέγαση, απάντησε ότι η Sydney Water δεν είχε δώσει προτεραιότητα σε κεφαλαιουχικές επενδύσεις για κέντρα δεδομένων και ότι οι στόχοι για τη στέγαση αποτελούν προτεραιότητα.

Συνέχισε αναφέροντας ότι η κυβέρνηση βρίσκεται σε συνεργατικές συζητήσεις με τη Sydney Water και με παρόχους ενέργειας, επειδή ορισμένες από τις πιέσεις που ανέδειξε η βουλευτής, σε σχέση με το νερό, συνδέονται επίσης με την ενέργεια και με το να διασφαλιστεί ότι η Νέα Νότια Ουαλία είναι «ανοιχτή για επιχειρήσεις» και ότι στηρίζει τις μελλοντικές οικονομικές ανάγκες του τεχνολογικού κλάδου. Συμπλήρωσε ότι η κυβέρνηση θέλει η Νέα Νότια Ουαλία να είναι τόπος όπου γίνονται επενδύσεις, ώστε η πολιτεία να βρίσκεται στην αιχμή των αναδυόμενων τεχνολογιών και να μπορεί να αξιοποιήσει τα οφέλη τους.

Η υπουργός ανέφερε επίσης ότι η Sydney Water διερευνά μια σειρά από καινοτόμες ευκαιρίες, ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί η ανάπτυξη κέντρων δεδομένων χωρίς να ασκηθεί πίεση στην κεφαλαιουχική υλοποίηση που έχει ιεραρχηθεί για τη στέγαση. Σημείωσε ακόμη ότι ενδεχομένως να αλλάξουν οι ανάγκες νερού των κέντρων δεδομένων, καθώς βελτιώνεται η τεχνολογία.

Ομοσπονδιακοί και πολιτειακοί υπουργοί αναμένεται να συζητήσουν τις αυξανόμενες ανάγκες νερού της χώρας στο Μπρίσμπεϊν, στις 12 Δεκεμβρίου, στο πλαίσιο του νεοδημοσιευμένου εθνικού σχεδίου της κυβέρνησης για την τεχνητή νοημοσύνη.

Του Jerry Zhu

Κλιμάκωση έντασης Ιαπωνίας-Κίνας λόγω αεροπορικών επεισοδίων στην Οκινάουα

Η Ιαπωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενη ένταση στις σχέσεις της με την Κίνα, μετά από καταγγελίες για στοχοποίηση ραντάρ μεταξύ μαχητικών αεροσκαφών το περασμένο Σαββατοκύριακο. Σύμφωνα με πληροφορίες, δύο κινεζικά μαχητικά J-15 φέρονται να στόχευσαν με τα ραντάρ τους ιαπωνικά F-15 κοντά στην Οκινάουα, γεγονός που οδήγησε σε επίσημη διαμαρτυρία του Τόκιο προς το Πεκίνο, με τη στήριξη και της Καμπέρας.

Το ιαπωνικό Υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε ότι τα περιστατικά σημειώθηκαν το Σάββατο, σε διεθνή εναέριο χώρο νοτιοανατολικά της Οκινάουα. Επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρξε ζημιά σε ιαπωνικά αεροσκάφη και ότι τα κινεζικά μαχητικά δεν παραβίασαν τον εναέριο χώρο της Ιαπωνίας.

Ο Υπουργός Άμυνας της Ιαπωνίας, Σιντζίρο Κοϊζούμι, δήλωσε: «Η στοχοποίηση με ραντάρ αποτέλεσε μια επικίνδυνη ενέργεια, που υπερέβη τα όρια της ασφαλούς πτήσης των αεροσκαφών». Τόνισε την έντονη διαμαρτυρία της Ιαπωνίας και κάλεσε την Κίνα να αποτρέψει την επανάληψη ανάλογων περιστατικών, κατά τη διάρκεια κοινής συνέντευξης Τύπου με τον Αυστραλό αναπληρωτή υπουργό Άμυνας, Ρίτσαρντ Μέρλις.

Παράλληλα, ο Ιάπωνας υφυπουργός Εξωτερικών, Τακαχίρο Φουνακόσι, κάλεσε τον Κινέζο πρέσβη Γου Τζιανγκχάο προκειμένου να του εκφράσει επίσημα τη «σθεναρή διαμαρτυρία» για τα συμβάντα. Σύμφωνα με τον Κοϊζούμι, και τα δύο περιστατικά αφορούσαν μαχητικά J-15 που είχαν απονηωθεί από το κινεζικό αεροπλανοφόρο Λιαονίνγκ.

Το πρώτο συνέβη μεταξύ 16:32 και 16:35, όταν ένα J-15 στόχευσε διακεκομμένα με το ραντάρ του ένα F-15 της Ιαπωνικής Αεροπορίας Αυτοάμυνας. Το δεύτερο επεισόδιο σημειώθηκε μεταξύ 18:37 και 19:08, με άλλο J-15 να στοχοποιεί επανειλημμένα ένα ακόμη ιαπωνικό F-15.

Ο Ρίτσαρντ Μέρλις σχολίασε μετά τη συνάντησή του με τον Κοϊζούμι ότι οι ενέργειες του κινεζικού καθεστώτος στην περιοχή συχνά δεν συνάδουν με μια τάξη βασισμένη σε κανόνες. Υπογράμμισε: «Το εθνικό συμφέρον της Αυστραλίας επικεντρώνεται στη διαφύλαξη της ελευθερίας ναυσιπλοΐας και στην προάσπιση του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS). Έχουμε σοβαρές ανησυχίες για τις τελευταίες ενέργειες της Κίνας».

Και οι δύο χώρες επιμένουν στη διατήρηση ενός ελεύθερου και ανοιχτού Ινδο-Ειρηνικού. Ως απάντηση στις κατηγορίες, εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών αρνήθηκε τη στοχοποίηση με ραντάρ και χαρακτήρισε αβάσιμη τη διαμαρτυρία της Ιαπωνίας, προσθέτοντας ότι το Πεκίνο έχει καταθέσει αντίστοιχη διαμαρτυρία τόσο στο Πεκίνο όσο και στο Τόκιο.

Το περιστατικό με τα ραντάρ έχει οξύνει περαιτέρω τις ανησυχίες στο Τόκιο για τη στάση των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων γύρω από την Ταϊβάν και την Ανατολική Σινική Θάλασσα. Η Ιαπωνίδα πρωθυπουργός Σαναέ Τακαΐτσι δήλωσε τον προηγούμενο μήνα ότι ενδεχόμενη κινεζική επίθεση στην Ταϊβάν θα μπορούσε να θέσει την Ιαπωνία αντιμέτωπη με μια «κατάσταση απειλής για την εθνική επιβίωση», κάτι που θα νομιμοποιούσε στρατιωτική κινητοποίηση υπέρ της Ταϊβάν και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η αντίδραση του Πεκίνου στις δηλώσεις Τακαΐτσι ήταν άμεση, επιβάλλοντας οικονομικά αντίμετρα. Παρά τις πιέσεις από το Πεκίνο, η Ιαπωνίδα πρωθυπουργός εμμένει στις θέσεις της, ενώ Ιάπωνες βουλευτές διαφόρων πολιτικών αποχρώσεων καταδίκασαν τις απειλές του κινεζικού καθεστώτος κατά της Ιαπωνίας.

Στις 5 Δεκεμβρίου, Ιάπωνες και Ταϊβανέζοι αξιωματούχοι έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου για την αύξηση των επιχειρήσεων του κινεζικού στρατού και της ακτοφυλακής στα γειτονικά ύδατα.

Τόσο ο Κοϊζούμι όσο και η εκπρόσωπος της προεδρίας της Ταϊβάν, Κάρεν Κούα, επεσήμαναν την εντατικοποίηση των κινεζικών αναπτύξεων μεγάλης κλίμακας στην Ανατολική Σινική Θάλασσα ως ανησυχητική εξέλιξη που απαιτεί αυξημένη επαγρύπνηση.

Με τη συμβολή της Τζανγκ Τινγκ

Η Συρία γιορτάζει την πρώτη επέτειο μετά την ανατροπή Άσαντ

Η Συρία γιόρτασε την πρώτη επέτειο από την ανατροπή του πρώην προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ στις 8 Δεκεμβρίου, βάζοντας τέλος σε δεκαετίες μπααθικής κυριαρχίας και έτη εμφυλίου πολέμου.

Ο Σύρος πρόεδρος Άχμεντ αλ Σαρά απευθυνόμενος σε πιστούς αμέσως μετά την πρωινή προσευχή στο τέμενος των Ομεϋαδών στη Δαμασκό τόνισε πως η κυβέρνησή του θα συνεχίσει τις προσπάθειες για την ανοικοδόμηση της χώρας μετά τον πόλεμο, συμπεριλαμβανομένης της αποκατάστασης των κρατικών θεσμών σε ολόκληρη τη Συρία. Σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων SANA, ο Σαρά δήλωσε πως «οι Σύροι θα αντιμετωπίσουν ενωμένοι τις προκλήσεις του μέλλοντος» και κάλεσε για εθνική ενότητα.

Ο ίδιος μαζί με υπουργούς της κυβέρνησής του παρέστησαν σε στρατιωτική παρέλαση στη λεωφόρο Μεζζά της Δαμασκού τιμώντας την επέτειο, όπως μετέδωσε το SANA. Το πρακτορείο ανέφερε επίσης πως χιλιάδες Σύροι συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Ομεϋαδών, στο κέντρο της πρωτεύουσας, για να γιορτάσουν.

Πέρυσι, οι αντάρτες υπό την ηγεσία της ισλαμιστικής οργάνωσης Χαγιάτ Ταχρίρ αλ-Σαμ, με επικεφαλής τον Σαρά, κατέλαβαν τη Δαμασκό και κήρυξαν το τέλος μια κυριαρχίας άνω των 50 ετών του καθεστώτος Άσαντ και του Μπααθικού Κόμματος στη Συρία.

Η ανατροπή σημειώθηκε έπειτα από δεκατρία χρόνια εμφυλίου, που πυροδοτήθηκε από την Αραβική Άνοιξη του 2011 και το κύμα δημοκρατικών διαδηλώσεων και εξεγέρσεων. Ο Άσαντ διέφυγε στη Μόσχα.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν είχε τότε χαιρετίσει την πτώση του καθεστώτος, δηλώνοντας: «Αυτό το καθεστώς βασάνισε, κακοποίησε και σκότωσε κυριολεκτικά εκατοντάδες χιλιάδες αθώους Σύρους. Η πτώση του αποτελεί πράξη στοιχειώδους δικαιοσύνης». Ο τότε πρόεδρος είχε δεσμευθεί για ανθρωπιστική βοήθεια προς τη Συρία.

Στους μήνες που ακολούθησαν, οι ΗΠΑ αλλά και άλλοι διεθνείς ηγέτες ήραν κυρώσεις, δεσμεύτηκαν για επενδύσεις και συζήτησαν προγράμματα ανοικοδόμησης της χώρας. Η Χαγιάτ Ταχρίρ αλ-Σαμ (HTS) είχε ξεκινήσει ως Μέτωπο αλ-Νάσρ, θυγατρική της Αλ Κάιντα του Οσάμα μπιν Λάντεν. Η οργάνωση χαρακτηρίστηκε ξένη τρομοκρατική οργάνωση από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ το 2018, αλλά αφαιρέθηκε από τη σχετική λίστα φέτος.

Τον περασμένο Δεκέμβριο, οι ΗΠΑ απέσυραν αμοιβή ύψους 10 εκατ. δολαρίων για πληροφορίες σχετικά με τη σύλληψη του Σαρά, ο οποίος ήταν γνωστός ως Αμπού Μοχάμεντ αλ-Γκουλάνι και Μοχάμεντ αλ-Τζιλάνι.

Η απόφαση συνέπεσε με αμερικανική διπλωματική επίσκεψη στη Συρία στις 20 Δεκεμβρίου 2024. Η διαγραμμένη πλέον ανακοίνωση για τη σύλληψη του Σαρά ανέφερε τον ρόλο του στην ίδρυση του Μετώπου αλ-Νάσρ και τη μετέπειτα μετεξέλιξή του σε HTS, σημειώνοντας ότι η οργάνωση εμπλέκεται σε απαγωγές και δολοφονίες – μεταξύ άλλων, και τον φόνο 20 Δρούζων στο Ιντλίμπ το 2015.

Αναλαμβάνοντας την προεδρία, ο Σαρά επισκέφθηκε και απέσπασε τη στήριξη διαφόρων χωρών της περιοχής, μεταξύ των οποίων Τουρκία, Κατάρ, Σαουδική Αραβία, Μπαχρέιν και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Τον Μάιο, αναγνωρίστηκε και από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ έπειτα από συνάντηση των δύο ηγετών στη Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας.

Ως πρόεδρος, ο Σαρά έχει επανειλημμένως δεσμευτεί να προστατέψει τις εθνοθρησκευτικές μειονότητες της Συρίας και να προωθήσει δημοκρατική, συμπεριληπτική διακυβέρνηση.

Συνάντηση Τραμπ – Σαρά

Στις 10 Νοεμβρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υποδέχθηκε τον Σαρά στον Λευκό Οίκο. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες αφότου οι ΗΠΑ και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών ήραν τις κυρώσεις για τρομοκρατία κατά του Σύρου ηγέτη.

Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ δήλωσε στις 4 Νοεμβρίου πως η συνάντηση εντάσσεται στις πρωτοβουλίες του Τραμπ να προσεγγίζει ηγέτες απ’ όλο τον κόσμο με σκοπό την ειρήνη. Λίγο πριν, ο Τραμπ είχε δηλώσει: «Η Συρία έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο. Πιστεύω ότι τα καταφέρνει πολύ καλά. Είναι δύσκολη γειτονιά κι αυτός είναι σκληρός ηγέτης, αλλά τα πήγα πολύ καλά μαζί του».

Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο Πρόεδρος της Συρίας Αχμέντ αλ-Σαράα (αριστερά) στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου στις 10 Νοεμβρίου 2025. @realDonaldTrump μέσω Truth Social

 

Μετά τη συνάντηση, η Συρία συμφώνησε να ενταχθεί στη συμμαχία υπό αμερικανική ηγεσία για την καταπολέμηση του ISIS. Ο υπουργός Πληροφοριών της Συρίας, Χάμζα αλ Μουστάφα, ανακοίνωσε τη 10η Νοεμβρίου πως η χώρα υπέγραψε πολιτική διακήρυξη συνεργασίας με την Παγκόσμια Συμμαχία για την Καταπολέμηση του ISIS, μια συμμαχία στην οποία συμμετέχουν 89 εταίροι για την αντιμετώπιση του ISIS στο Ιράκ, στη Συρία και διεθνώς, επιβεβαιώνοντας τη δέσμευση της Συρίας στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας και στη στήριξη της περιφερειακής σταθερότητας.

Ο Μουστάφα διευκρίνισε σε ανάρτησή του στο X ότι «η συμφωνία είναι πολιτική και έως τώρα δεν περιλαμβάνει στρατιωτική διάσταση». Υψηλόβαθμος αξιωματούχος της αμερικανικής κυβέρνησης επιβεβαίωσε επίσης στην Epoch Times τη συμμετοχή της Συρίας στον διεθνή συνασπισμό.

Ο Αχμέτ αλ-Σαρά, γνωστός και με το ψευδώνυμο Αμπού Μοχάμεντ αλ-Γκολάνι, μιλάει στο τζαμί Ουμαγιάδ στη Δαμασκό της Συρίας, στις 8 Δεκεμβρίου 2024. Ομάρ Αλμπάμ/The Canadian Press/AP

 

Σε συνέντευξή του στο Fox News, που μεταδόθηκε στις 10 Νοεμβρίου, ο αλ Σαρά τόνισε: «Η Συρία εισέρχεται σε μια νέα εποχή στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ», υπογραμμίζοντας τη βούληση της Δαμασκού να καθιερωθεί ως γεωπολιτικός εταίρος.

«Στόχος είναι η Συρία να μην θεωρείται πλέον απειλή στην ασφάλεια, αλλά να αποτελεί γεωπολιτικό σύμμαχο και πεδίο για μεγάλες αμερικανικές επενδύσεις, ιδίως στον τομέα της εξόρυξης φυσικού αερίου», είπε, σύμφωνα με μετάφραση του πρακτορείου SANA.

Με τη συμβολή των Εμέλ Ακάν, Ευγενία Φιλιμίνοβα, Αλ Γκραφρέντι και Άνταμ Μόροου

Οι ναυτικές δυνάμεις ΗΠΑ και Ισραήλ ξεκινούν κοινή άσκηση μιας εβδομάδας

Ξεκίνησε στις 7 Δεκεμβρίου η κοινή ναυτική άσκηση μεταξύ του Πολεμικού Ναυτικού του Ισραήλ και του Πέμπτου Στόλου των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως ανακοίνωσε ο ισραηλινός στρατός. Η άσκηση, με την ονομασία Intrinsic Defender, έχει στόχο την ενίσχυση της στρατηγικής και επιχειρησιακής συνεργασίας ανάμεσα στις δύο ναυτικές δυνάμεις, καθώς και την εξάσκηση σε αντιμετώπιση περιφερειακών απειλών, όπως ανέφεραν οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις (IDF) σε ανάρτησή τους στην πλατφόρμα Χ στις 8 Δεκεμβρίου.

Σύμφωνα με τις IDF, η άσκηση, στην οποία συμμετέχουν δεκάδες στρατιωτικοί από αμφότερες τις χώρες, θα διαρκέσει όλη την εβδομάδα.

Η διμερής εκπαίδευση ξεκίνησε μόλις δύο ημέρες μετά την εκτόξευση βαλλιστικών και πυραύλων cruise σε εικονικούς στόχους στον Κόλπο του Ομάν από το ναυτικό των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν, κατά τη διάρκεια διήμερης άσκησης που, σύμφωνα με τα ιρανικά κρατικά μέσα στις 5 Δεκεμβρίου, είχε στόχο την αντιμετώπιση «ξένων απειλών». Η εν λόγω άσκηση στην οποία μετείχαν επανδρωμένα και μη επανδρωμένα θαλάσσια μέσα, ξεκίνησε στις 4 Δεκεμβρίου στα Στενά του Ορμούζ και στον Κόλπο του Ομάν.

Η συγκυρία των ασκήσεων αντικατοπτρίζει το αυξημένο κλίμα έντασης μεταξύ Ιράν αφενός και Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών αφετέρου. Οι σχέσεις παραμένουν τεταμένες μετά τις συγκρούσεις του Ιουνίου, όπου ισραηλινές και αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις. Η αντίδραση του Ιράν ήρθε με πυραυλικές επιθέσεις κατά του Ισραήλ, προκαλώντας ανησυχία στη Δύση ως προς την πιθανότητα ευρύτερης ανάφλεξης στην περιοχή.

Ενίσχυση της ναυτικής συνεργασίας

Αμερικανικά στελέχη περιγράφουν την Intrinsic Defender ως ακρογωνιαίο λίθο για τη διαρκή ναυτική συνεργασία με το Ισραήλ. Η άσκηση παραδοσιακά εστιάζει σε θέματα θαλάσσιας ασφάλειας, εξουδετέρωσης εκρηκτικών, αλλά και στη χρήση μη επανδρωμένων συστημάτων.

Τα τελευταία χρόνια, Αμερικανοί αξιωματούχοι επισημαίνουν τη σημαντική εμπειρία του Ισραήλ σε επιχειρησιακό επίπεδο και την προοδευτική ενσωμάτωσή του στα περιφερειακά δίκτυα ασφαλείας, με ορόσημο τη μεταφορά του το 2021 στην Περιοχή Ευθύνης της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM).

Κατά την τελετή έναρξης που πραγματοποιήθηκε στη Χάιφα στις 30 Ιουλίου 2023, ο τότε επικεφαλής των Ναυτικών Δυνάμεων της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ, αντιναύαρχος Μπραντ Κούπερ, επεσήμανε: «Το Ισραήλ αποτελεί έναν από τους ικανότερους ναυτικούς μας εταίρους και οι ασκήσεις αυτές αναδεικνύουν τη διαχρονική στρατιωτική συνεργασία των τελευταίων ετών». Πρόσθεσε δε ότι «η κοινή εκπαίδευση και επιχειρησιακή δράση συμβάλλουν καθοριστικά στην ασφάλεια και σταθερότητα των θαλασσίων οδών της περιοχής».

Στη φετινή άσκηση, περισσότεροι από 50 Αμερικανοί στρατιωτικοί συμμετείχαν μαζί με Ισραηλινούς συναδέλφους τους σε αντικείμενα όπως αντιμετώπιση ναρκών, υποθαλάσσιες κατασκευές, διαχείριση παγκόσμιας υγείας και διαδικασίες νηοψίας.

Το εύρος της συνεργασίας

Το μέγεθος της άσκησης διαφέρει κάθε χρόνο. Τον Μάρτιο του 2022, η Intrinsic Defender συγκέντρωσε πάνω από 300 Αμερικανούς στρατιωτικούς και ευρύ σύνολο μέσων, συμπεριλαμβανομένης μονάδας εξουδετέρωσης εκρηκτικών του Ναυτικού ΗΠΑ, ομάδας επιχειρησιακής δράσης της Ακτοφυλακής και του αντιτορπιλικού USS Cole.

Το Cole επιχειρούσε ήδη στην περιοχή του Πέμπτου Στόλου από τις 4 Ιανουαρίου εκείνου του έτους, ως μέρος ευρύτερων επιχειρήσεων θαλάσσιας ασφάλειας σε έκταση 6,5 εκατ. τετρ. χιλιομέτρων που περιλαμβάνει τον Περσικό Κόλπο, τον Κόλπο του Ομάν, την Ερυθρά Θάλασσα και περιοχές του Ινδικού Ωκεανού. Η ζώνη καλύπτει παράλληλα τρία καίρια περάσματα: τα Στενά του Ορμούζ, τη Διώρυγα του Σουέζ και το Μπάμπ αλ-Μαντέμπ.

Με την ένταξη του Ισραήλ στη CENTCOM, τα δύο ναυτικά ενίσχυσαν τις κοινές περιπολίες στον Κόλπο της Άκαμπα, την Ερυθρά Θάλασσα και τον Κόλπο του Άντεν, ολοκληρώνοντας συνολικά 18 διμερείς ή πολυμερείς ασκήσεις στη διετία έως τα μέσα του 2023.

Ευρωπαϊκό σχέδιο για μείωση της εξάρτησης από τις κινεζικές σπάνιες γαίες

Χρειάζονται περαιτέρω βήματα για να πειστεί το Πεκίνο να χορηγήσει άδειες σπάνιων γαιών σε Γερμανούς κατασκευαστές, δήλωσε ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών στις 8 Δεκεμβρίου, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην Κίνα. «Έχουμε λάβει κάποια ενθαρρυντικά μηνύματα, αλλά απαιτείται ακόμη σημαντική δουλειά», ανέφερε ο υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ στο γερμανικό τηλεοπτικό δίκτυο ZDF.

Ο Βάντεφουλ σημείωσε: «Σε όλους αυτούς τους τομείς έχει υπάρξει ανασφάλεια, που πρέπει να εξαλειφθεί», αναφερόμενος στις συνομιλίες που είχε με τον Κινέζο υπουργό Εμπορίου για τις διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού σπανίων γαιών και ημιαγωγών.

Η Κίνα ελέγχει την προσφορά 17 σπάνιων γαιών, κρίσιμων για πολλούς κλάδους, ανάμεσά τους τα ηλεκτρικά οχήματα, η καταναλωτική ηλεκτρονική και η αμυντική τεχνολογία. Στις 7 Δεκεμβρίου, λίγο πριν το ταξίδι του, ο Βάντεφουλ δήλωσε: «Οι εμπορικοί περιορισμοί της Κίνας αποτελούν μείζον ζήτημα για τη γερμανική οικονομία και θα συζητηθούν με υπουργούς στο Πεκίνο».

Τόνισε επίσης: «Οι εμπορικοί περιορισμοί, ειδικά στις σπάνιες γαίες, προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία στις επιχειρήσεις μας, όπως και οι υπερβολικές παραγωγικές δυνατότητες στην ηλεκτροκίνηση και τον χάλυβα». Ο Βάντεφουλ πρόσθεσε ακόμη: «Η ασφάλεια και η ευημερία της Γερμανίας και της Ευρώπης είναι στενά συνδεδεμένες με την Κίνα. Συνεπώς, είναι προς το συμφέρον μας να συμμετέχουμε σε αυτόν τον διάλογο, με άμεσες και δίκαιες συζητήσεις».

Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ήδη σε μια διαδικασία εξέτασης πιθανόν τρόπων μείωσης αυτής της εξάρτησης. Στις 14 Οκτωβρίου, οι υπουργοί Εμπορίου της ΕΕ ανακοίνωσαν ότι θα συνεργαστούν με τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες της G7 προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα νέα περιοριστικά μέτρα που ανακοίνωσε το Πεκίνο στις εξαγωγές σπάνιων γαιών. Οι υπουργοί εμπορίου της Ένωσης έχουν χαρακτηρίσει τους περιορισμούς της Κίνας ως «ιδιαίτερα προβληματικούς για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και τη βιομηχανία».

Σύμφωνα με έρευνα του Εμπορικού Επιμελητηρίου της ΕΕ, που δημοσιεύτηκε την 1η Δεκεμβρίου, οι κινεζικοί περιορισμοί στις εξαγωγές ωθούν τις επιχειρήσεις να εξετάσουν τη μεταφορά της εφοδιαστικής τους αλυσίδας εκτός Κίνας. Από τα 131 μέλη που απάντησαν, οι 75 δήλωσαν ότι αναμένουν να επηρεαστούν ή έχουν ήδη επηρεαστεί από τους κινεζικούς ελέγχους. Περισσότερες από μία στις τρεις εταιρείες σκοπεύουν να συνεργαστούν με προμηθευτές για την ανάπτυξη δυνατοτήτων εκτός κινεζικής επικράτειας.

Στις 4 Δεκεμβρίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε σχέδιο για τη μείωση της εξάρτησης από την Κίνα όσον αφορά τα υλικά μπαταριών και τις σπάνιες γαίες. «Για την ενίσχυση της οικονομικής της ασφάλειας, η ΕΕ θα αξιοποιήσει τα υπάρχοντα εργαλεία της, ανεξαρτήτως του αρχικού τους σκοπού, και θα τα χρησιμοποιεί πιο προληπτικά, όπου χρειάζεται», ανέφερε η Κομισιόν.

Επιπλέον, θα ενισχυθεί η συλλογή πληροφοριών και η αναλυτική ικανότητα για τη στήριξη των ευρωπαϊκών αποφάσεων και θα βελτιωθεί ο συντονισμός με τα κράτη-μέλη και τις επιχειρήσεις. Το νέο δόγμα οικονομικής ασφάλειας της ΕΕ περιλαμβάνει οδηγίες για τον έλεγχο άμεσων ξένων επενδύσεων, την ενσωμάτωση της οικονομικής ασφάλειας στις εμπορικές έρευνες και τη χρηματοδότηση έργων που μειώνουν την εξάρτηση της ΕΕ από επιμέρους τρίτες χώρες.

Σύμφωνα με το ενημερωτικό σημείωμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ΕΕ εξαρτάται σήμερα από την Κίνα για το 90% των μόνιμων μαγνητών, το 95% της εξόρυξης σπανίων γαιών και το 100% της επεξεργασίας και ανακύκλωσης αυτών των ορυκτών. Με την υλοποίηση των υφιστάμενων έργων, η Κομισιόν προβλέπει ότι έως το 2030 τα ποσοστά εξάρτησης θα υποχωρήσουν σε 80%, 42% και 60% αντίστοιχα.

Της Victoria Friedman

Με τη συμβολή των Lily Zhou και Nicholas Zifcak, και πληροφορίες από το Reuters