Πέμπτη, 11 Αυγ, 2022

Η Ουάσινγκτον στρατιωτικοποιείται εν όψει ορκωμοσίας Μπάιντεν


Εγγραφή στο Newsletter της Epoch Times

 

Φράκτες με σπειροειδή συρματοπλέγματα, οδοφράγματα, σημεία ελέγχου ασφαλείας και βαριά οπλισμένοι φρουροί είναι αυτό που θα περίμενε κανείς σε μια στρατιωτική κατασκήνωση σε ζώνη πολέμου, όχι στο κέντρο της Ουάσινγκτον. Αλλά αυτά είναι μόνο μερικά από τα μέτρα που έχουν τεθεί σε εφαρμογή για την προετοιμασία της ορκωμοσίας του εκλεγμένου Αμερικανού προέδρου Τζο Μπάιντεν την επόμενη εβδομάδα.

Η αυξημένη ασφάλεια στην πρωτεύουσα του έθνους είναι ένα ενδεικτικό σημάδι ότι οι αρχές και οι αξιωματούχοι ανησυχούν εξαιρετικά ότι η πολιτική αναταραχή και βία που παρατηρήθηκε στις 6 Ιανουαρίου ενδέχεται να επαναληφθεί.

Οι ομοσπονδιακές αρχές δήλωσαν ότι παρακολουθούν ένα «σημαντικό ποσό … διαδικτυακών συνομιλιών» σχετικά με πιθανές απειλές στην ορκωμοσία, συμπεριλαμβανομένων ένοπλων διαμαρτυριών, πιθανών απειλών που συνδέονται με την παραβίαση στο Καπιτώλιο και άλλων τύπων πιθανών απειλών.

Η οχύρωση της πόλης, ιδίως γύρω από τον Λευκό Οίκο και το Καπιτώλιο των ΗΠΑ, ξεκίνησε τις τελευταίες ημέρες και αναμένεται να αυξηθεί έως τις 20 Ιανουαρίου.

Τα βίντεο από δημοσιογράφους, εργαζόμενους και κατοίκους της περιοχής δείχνουν το κλείσιμο των δρόμων, εργάτες που τοποθετούν χιλιόμετρα οδοφραγμάτων και περιφράξεων, καταστήματα και γραφεία που κλείνουν, καθώς και αυξημένη στρατιωτική παρουσία. Τα στρατιωτικά οχήματα φαίνονται σταθμευμένα σε δρόμους στο κέντρο της πόλης, και ένοπλοι φρουροί ελέγχουν την ταυτότητα των ατόμων που φεύγουν και εισέρχονται στην πόλη.

Συρματόπλεγμα πάνω από έναν φράκτη 2 μέτρων που περιβάλλει το αμερικανικό Καπιτώλιο, Ουάσινγκτον, 14 Ιαν. 2021. (Chip Somodevilla/Getty Images)

 

Φράκτες μπροστά από τον Νότιο Κήπο του Λευκού Οίκου, 16 Ιαν. 2021. (Michael M. Santiago/Getty Images)

 

Η πόλη, που βρίσκεται υπό μέτρα περιορισμού κυκλοφορίας και λειτουργίας καταστημάτων, χωρίστηκε σε πράσινες και κόκκινες ζώνες στο πλαίσιο του σχεδίου μεταφοράς των προεδρικών υποεπιτροπών ορκωμοσιας του 2021. Η Μυστική Υπηρεσία των ΗΠΑ δημοσίευσε μια λίστα με όλα τα κλεισίματα δρόμων στον ιστότοπό της, πολλά από τα οποία ξεκίνησαν στις 6 π.μ. το Σάββατο 16 Ιανουαρίου και έχουν προγραμματιστεί να λήξουν στις 6 π.μ. την Πέμπτη 21 Ιανουαρίου. Διάφορες γέφυρες και διαπολιτειακοί αυτοκινητόδρομοι προς την Ουάσινγκτον είναι επίσης προγραμματισμένο να κλείσουν από την Τρίτη 19 Ιανουαρίου.

Περίπου 25.000 μέλη της Εθνικής Φρουράς από τις 50 πολιτείες, τις τρεις περιοχές και την Ουάσινγκτον θα τοποθετηθούν στην πόλη την επόμενη εβδομάδα, επιβεβαίωσε ο στρατός των ΗΠΑ, δηλαδή αύξηση 5.000 ατόμων από τους αριθμούς που είχαν αναφερθεί την προηγούμενη εβδομάδα. Ο αριθμός των φρουρών που αποστέλλονται στην Ουάσινγκτον υπερβαίνει τον αριθμό των δυνάμεων των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν, ο οποίος έχει μειωθεί σε 2.500, δήλωσε το Πεντάγωνο την Παρασκευή.

Οι Εθνικοί Φρουροί έλαβαν την άδεια να οπλιστούν στις 12 Ιανουαρίου για να υποστηρίξουν την αστυνομία στο Καπιτώλιο και την πόλη, σύμφωνα με δήλωση της Εθνικής Φρουράς της πρωτεύουσας. Η έγκριση ήρθε μετά από αίτημα των ομοσπονδιακών αρχών. Στρατιώτες παρακολουθούν όλο το 24ωρο το Καπιτώλιο των Η.Π.Α. και τα στρατιώτες εκτός υπηρεσίας έχουν φωτογραφηθεί να κοιμούνται σε διαδρόμους κτηρίων.

Μέλη της Εθνικής Φρουράς φρουρούν πίσω από φράκτες που τοποθετήθηκαν γύρω από το αμερικανικό Καπιτώλιο, 16 Ιαν. 2021. (Spencer Platt/Getty Images)

 

Εθνοφρουροί από την Βιρτζίνια περπατούν κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του Καπιτωλίου πηγαίνοντας προς τα σημεία φύλαξης, Ουάσινγκτον, 16 Ιαν. 2021. (Samuel Corum/Getty Images)

 

Ο αυξημένος αριθμός των μελών της Εθνικής Φρουράς θα είναι εκεί για να συμπληρώσει τις ήδη αυξανόμενες δυνάμεις από το FBI, την Μυστική Υπηρεσία των ΗΠΑ, το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, την Αστυνομία του Καπιτωλίου των ΗΠΑ και το Μητροπολιτικό Αστυνομικό Τμήμα της πρωτεύουσας.

Πριν παραιτηθεί από το αξίωμά του, ο πρώην ενεργός γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας, Τσαντ Γουλφ, δήλωσε στις 11 Ιανουαρίου ότι είχε δώσει εντολή στην Μυστική Υπηρεσία των ΗΠΑ να ξεκινήσει επιχειρήσεις Εθνικής Εκδήλωσης Ειδικής Ασφαλείας για την ορκωμοσία από τις 13 Ιανουαρίου.

Η Διοίκηση Ασφάλειας Μεταφορών (TSA) αύξησε επίσης τα μέτρα ασφαλείας της πριν από την ορκωμοσία. Ο Διαχειριστής της TSA Ντέιβιντ Πεκόσκε δήλωσε ότι ο οργανισμός επεξεργάζεται επί του παρόντος εκατοντάδες ονόματα με υπηρεσίες επιβολής του νόμου ως μέρος μιας αξιολόγησης κινδύνου. Η υπηρεσία θα προσθέσει επιπλέον επίπεδα ασφάλειας στα τρία αεροδρόμια της περιοχής της πρωτεύουσας.

Μια γυναίκα διασχίζει τον δρόμο σε οδόφραγμα του 112 Συντάγματος Πεζικού Εθνοφρουρών της Βιρτζίνια, Ουάσινγκτον, 16 Ιαν. 2021. (Joe Raedle/Getty Images)

 

Μέλη της Εθνικής Φρουράς Πενσυλβάνια φρουρούν στην Ουάσινγκτον, 15 Ιαν. 2021.(Joe Raedle/Getty Images)

 

«Αυτά τα επίπεδα ασφάλειας περιλαμβάνουν περισσότερες ομάδες επιβολής του νόμου και ανίχνευσης εκρηκτικών με σκύλους, τυχαίων ερευνών εισόδου, αυξημένο αριθμό ειδικών ομοσπονδιακών αστυνομικών σε ορισμένες πτήσεις και πρόσθετες ομάδες πρόληψης και ανταπόκρισης (VIPR) για την παροχή μεγαλύτερης ασφάλειας σε συγκεκριμένους κόμβους σιδηροδρομικών μεταφορών», είπε ο Πεκόσκε.

Η δήμαρχος της Ουάσιγκτον Μιούριελ Μπόουσερ και αξιωματούχοι ασφαλείας προέτρεψαν επίσης τους Αμερικανούς να μείνουν σπίτι για να παρακολουθήσουν την ορκωμοσία τηλεοπτικά.

«Γνωρίζουμε ότι αυτό είναι το σωστό αίτημα για την δημόσια ασφάλεια και την δημόσια υγεία μας», είπε την Παρασκευή.

Αξιωματούχοι της πρωτεύουσας εκτιμούν ότι η ορκωμοσία θα κοστίσει περίπου 45 εκατομμύρια δολάρια λόγω των αυξημένων μέτρων ασφαλείας. Μέχρι στιγμής, το Κογκρέσο έχει εγκρίνει 34,9 εκατομμύρια δολάρια, δήλωσε ο Κρίστοφερ Ροντρίγκες, διευθυντής του Οργανισμού Εσωτερικής Ασφάλειας και Διαχείρισης Έκτακτης Ανάγκης της πρωτεύουσας, στις 15 Ιανουαρίου.

Ο Ροντρίγκεζ είπε ότι για το ποσό κρατούνται υπ’ όψιν τα ελλείμματα που είχε η πρωτεύουσα «λόγω του αυξημένου αριθμού των διαδηλώσεων σχετικά με την Πρώτη Τροπολογία» που παρατηρήθηκαν καθόλη την διάρκεια του 2020.

Το 2017, η ασφάλεια για τα εγκαίνια του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ κόστισε περίπου 27 εκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με τον Ροντρίγκες – περίπου 7 εκατομμύρια δολάρια περισσότερο από τα 19 εκατομμύρια δολάρια που είχαν εγκριθεί από το Κογκρέσο.

Πολιτικές ελευθερίες

Ο γερουσιαστής Ραντ Πωλ (Ρ-Κυ) επέκρινε τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση και οι αρχές αντέδρασαν στα γεγονότα στις 6 Ιανουαρίου, σημειώνοντας ότι οι πολιτικές ελευθερίες του ατόμου μπορούν να χαθούν «πολύ γρήγορα» σε περιόδους κρίσης.

«Γνωρίζετε τα υπουργεία. Είτε αντιδρούν λίγο είτε υπερβολικά. Νομίζω, λοιπόν, ότι υπήρχε πολύ λίγη ασφάλεια την περασμένη εβδομάδα, και τώρα πρόκειται να γίνουμε στρατιωτικοποιημένη ζώνη», είπε ο Πωλ σε συνέντευξή του στην εκπομπή «Ingraham Angle» του Fox News.

«Και ελέγχουν τους βουλευτές στην είσοδο για να δουν αν έχουν αιχμηρό μολύβι ή αιχμηρό στυλό. Λοιπόν, είναι γελοίο. Έτσι, θα δούμε τι θα συμβεί και αν είναι μόνιμο. Αλλά οι περισσότεροι άνθρωποι που γράφουν για τις πολιτικές ελευθερίες λένε ότι σε περιόδους πολέμου, ή σε περιόδους άγχους ή σε περιόδους κρίσης, οι πολιτικές μας ελευθερίες χάνονται πολύ γρήγορα.»

Σημείωσε επίσης ότι μόλις χαθούν οι πολιτικές ελευθερίες των Αμερικανών, «είναι πολύ δύσκολο να τις πάρεις πισω».

Ο γερουσιαστής Ραντ Πωλ (Ρ-Κυ) στον υπόγειο σταθμό μετρό της Γερουσίας στο Καπιτώλιο, Ουάσινγκτον, 4 Φεβ. 2020. (Charlotte Cuthbertson/The Epoch Times)

 

«Επειδή η κυβέρνηση, μόλις μεγαλώσει, δεν θέλει ποτέ να συρρικνωθεί. Αλλά ναι, πρέπει να αντισταθούμε σε αυτό. Προφανώς πρέπει να έχουμε ασφάλεια. Αλλά νομίζω ότι το να ζούμε σε μια πολιτεία εμπόλεμης κατάστασης με … έχουμε στρατεύματα στο Καπιτώλιο, μένουν στο Καπιτώλιο. Λειτουργούν και κατασκηνώνουν στο Καπιτώλιο. Καταλαβαίνω λοιπόν ότι την περασμένη εβδομάδα, δεν ήμασταν προετοιμασμένοι και αυτό ήταν ένα πραγματικό πρόβλημα και λυπάμαι για όλα όσα συνέβησαν την περασμένη εβδομάδα με αυτό, αλλά σε αυτήν την εβδομάδα, νομίζω ότι – υπάρχει κίνδυνος υπερβολικής αντίδρασης», πρόσθεσε.

Άλλοι ανησυχούν ότι το κλείδωμα της πρωτεύουσας θα μπορούσε να βλάψει επιχειρήσεις που ήδη αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης εξαιτίας των περιορισμών του ιού του ΚΚΚ.

Ο αντιπρόεδρος Μάικ Πενς κατά τη διάρκεια ενημέρωσης για την ασφάλεια την Πέμπτη δήλωσε ότι η κυβέρνηση Τραμπ έχει δεσμευτεί να διασφαλίσει μια ασφαλή μετάβαση εξουσίας στον Μπάιντεν.

«Όλοι ζήσαμε εκείνη την ημέρα – 6 Ιανουαρίου. Και όπως είπε ο πρόεδρος χθες, είμαστε δεσμευμένοι για μια ομαλή μετάβαση και μια ασφαλή ορκωμοσία. Ο αμερικανικός λαός δεν αξίζει τίποτα λιγότερο», είπε ο Πενς.

Η αστυνομία του Καπιτωλίου των ΗΠΑ ανακοίνωσε το Σάββατο ότι συνέλαβε έναν άνδρα σε ένα σημείο ελέγχου ασφαλείας την Παρασκευή, ο οποίος είχε παρουσιάσει διαβατήριο μη κυβερνητικής έκδοσης. Ο άντρας, Γουέσλυ Άλλεν Μπήλερ, 31 ετών, από την Βιρτζίνια, είχε ένα πιστόλι στο όχημά του και μια έρευνα στο αυτοκίνητό του αποκάλυψε αρκετά πυρομαχικά, ανέφεραν οι αρχές.

Έχει κατηγορηθεί για μεταφορά όπλου χωρίς άδεια, κατοχή μη εγγεγραμμένου πυροβόλου όπλου και κατοχή μη εγγεγραμμένων πυρομαχικών.

Ο Μπήλερ είπε στα ΜΜΕ μετά την απελευθέρωσή του το Σάββατο ότι εργάζεται ως μισθωτός ασφάλειας στο κέντρο της Ουάσιγκτον, σύμφωνα με την Washington Post. Είπε ότι είχε ξεχάσει ότι το όπλο του ήταν στο φορτηγό του όταν έφυγε από το σπίτι του στην Βιρτζίνια, όπου έχει άδεια οπλοκατοχής.

«Σταμάτησα σε ένα σημείο ελέγχου αφού χάθηκα στην Ουάσινγκτον επειδή είμαι από την επαρχία», είπε στην εφημερίδα. «Τους έδειξα το διαβατήριο ορκωμοσίας που μου δόθηκε.»

Ακολουθήστε μας στο Facebook @epochtimesgreece

Το Facebook θα αφαιρέσει όλο το περιεχόμενο με αναφορές στο «Stop the Steal» μέχρι την Ημέρα Ορκωμοσίας

Εγγραφή στο Newsletter της Epoch Times

Το Facebook ανακοίνωσε τη Δευτέρα ότι θα αφαιρέσει κάθε τι που περιέχει τη φράση «σταματήστε την κλοπή» μέχρι την Ημέρα Ορκωμοσίας του εκλεγμένου Προέδρου Τζο Μπάιντεν στις 20 Ιανουαρίου.

Η εταιρεία εξέδωσε δήλωση αναφέροντας ότι άρχισε να αφαιρεί περιεχόμενο που περιείχε τη φράση που χρησιμοποιείτε από υποστηρικτές του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για να αμφισβητήσει την ακεραιότητα των προεδρικών εκλογών του 2020. Οι υποστηρικτές του Τραμπ πραγματοποίησαν πολλές συγκεντρώσεις σε ολόκληρη τη χώρα με την ονομασία “Stop the Steal” μετά τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.

Η εταιρεία κοινωνικής δικτύωσης είπε ότι η κίνηση αυτή είναι μια προσπάθεια αφαίρεσης περιεχομένου που «θα μπορούσε να υποκινήσει περαιτέρω βία κατά τη διάρκεια των επόμενων εβδομάδων». Το περιεχόμενο θα αφαιρεθεί σύμφωνα με την πολιτική της εταιρείας περί Συντονισμένης Υπονόμευσης.

«Επιτρέψαμε συνομιλίες με γερές βάσεις σχετικά με τα αποτελέσματα των εκλογών και αυτό θα συνεχιστεί», δήλωσαν οι υπάλληλοι του Facebook Γκάι Ρόσεν και Μόνικα Μπίκερτ.

«Όμως, με τις συνεχείς προσπάθειες διοργάνωσης εκδηλώσεων ενάντια στο αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών των ΗΠΑ που μπορούν να οδηγήσουν σε βία και η χρήση του όρου από εκείνους που εμπλέκονται στη βίαιη εισβολή της Τετάρτης στο DC, κάνουμε αυτό το επιπλέον βήμα πριν από την ορκωμοσία».

Η είδηση έρχεται αφότου οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας αύξησαν τις προσπάθειές τους για την αστυνόμευση του περιεχομένου που ισχυρίζονται ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιθανές άσχημες καταστάσεις και εκτός διαδικτύου. Ο τελευταίος γύρος αστυνόμευσης περιεχομένου από τις εταιρείες ξεκίνησε μετά από διάφορες πολιτικές αναταραχές και βίαιες πράξεις, στιγματίζοντας τις ειρηνικές διαμαρτυρίες στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ στις 6 Ιανουαρίου.

Οι διαδηλωτές στέκονται στη βεράντα του Καπιτωλίου των ΗΠΑ σε διαδήλωση στην Ουάσινγκτον στις 6 Ιανουαρίου 2021. (Ευγενική προσφορά του Brandon Drey)

 

Μια ομάδα ταραχοποιών καθώς και μια μειοψηφία των διαδηλωτών που κυμάτιζαν αμερικανικές σημαίες και σημαίες του Τραμπ εισέβαλαν παράνομα στο κτίριο του Καπιτωλίου καθώς οι νομοθέτες μετρούσαν τις εκλεκτορικές ψήφους σε κοινή σύνοδο του Κογκρέσου. Οι συγκρούσεις της ημέρας άφησαν πέντε ανθρώπους νεκρούς – τρεις για ιατρικούς λόγους και δεκάδες αστυνομικοί τραυματίστηκαν

Το Facebook είπε ότι έχει ομάδες που εργάζονται 24/7 για να επιβάλει τις πολιτικές του όλες τις ημέρες μέχρι και τις 20 Ιανουαρίου. Είπαν ότι έχουν ήδη αφαιρέσει ένα σημαντικό αριθμό δημοσιεύσεων.

«Θα διατηρήσουμε τους Ελεγκτικούς Μηχανισμούς Ακεραιότητας τουλάχιστον έως τις 22 Ιανουαρίου για παρακολούθηση και απάντηση σε απειλές σε πραγματικό χρόνο», δήλωσε η εταιρεία.

Τα λογότυπα Facebook και Twitter εμφανίζονται σε μια βιτρίνα στη Μάλαγα της Ισπανίας, στις 4 Ιουνίου 2018. (Jon Nazca / Reuters)

 

Η εταιρεία, η οποία έχει αναστείλει επ ‘αόριστον τον λογαριασμό του Τραμπ έχει επίσης σταματήσει διαφημίσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με την πολιτική και τις εκλογές και είπε ότι θα διατηρήσει μια σειρά μέτρων και περιορισμών που έχουν τεθεί σε εφαρμογή πριν από τις εκλογές των ΗΠΑ, όπως η μη σύσταση πολιτικών ομάδων που προτρέπουν την συμμετοχή των ανθρώπων.

Θα προστεθεί μια «σύνοψη ειδήσεων» στην ενότητα ειδήσεων της πλατφόρμας, έτσι ώστε οι χρήστες της να μπορούν να «βρουν αξιόπιστα νέα» για τις 20 Ιανουαρίου, πρόσθεσε η εταιρεία.

Η στοχευμένη εποπτεία από το Facebook, το Twitter και άλλες εταιρείες της Σίλικον Βάλεϊ έχουν προκαλέσει ανησυχίες σχετικά με τα δικαιώματα της Πρώτης Τροπολογίας του Συντάγματος και την έλλειψη ελέγχου και ισορροπιών σχετικά με αποφάσεις που λαμβάνονται από μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας. Οι συζητήσεις σχετικά με τον περιορισμό ή την εξάλειψη της προστασίας της ευθύνης σύμφωνα με το Άρθρο 230 του 1996 περί Ευπρέπειας στις Επικοινωνίες για εταιρείες τεχνολογίας που έχουν εφαρμόζουν λογοκρισία ή την πολιτική συμπεριφορά έχουν συζητηθεί έντονα κατά το προηγούμενο έτος.

Η Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών (ACLU) εξέφρασε επίσης την ανησυχία της για την απόφαση του Twitter να αναστείλει τον λογαριασμό του Τραμπ, λέγοντας ότι θα μπορούσε να θέσει το παράδειγμα για μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας να λογοκρίνουν τις φωνές πολιτών.

«Καταλαβαίνουμε την επιθυμία να τον αναστείλουν μόνιμα, αλλά πρέπει όλοι να προβληματιστούν όταν εταιρείες όπως το Facebook και το Twitter ασκούν την ανεξέλεγκτη εξουσία τους να απομακρύνουν ανθρώπους από πλατφόρμες που έχουν καταστεί απαραίτητες για την ομιλία δισεκατομμυρίων ανθρώπων – ειδικά όταν οι πολιτικές πραγματικότητες διευκολύνουν αυτές τις αποφάσεις, γράφει η δήλωση της ACLU.

Η Apple, η Google και η Amazon έχουν επίσης συγκεντρώσει τα φώτα της δημοσιότητας για την απαγόρευση του μέσου κοινωνικής δικτύωσης Parler από τις υπηρεσίες τους. Η Parler, η οποία προσέλκυσε μεγάλο αριθμό κλασικών φιλελεύθερων και συντηρητικών χρηστών, υπέβαλε αγωγή εναντίον της Amazon σε μια προσπάθεια να αντιστρέψει την απόφαση της εταιρείας.

Ακολουθήστε την Janita στο Twitter: @janitakan

Τραμπ προς υποστηρικτές: «Το εκπληκτικό ταξίδι μας μόλις ξεκινά»

Εγγραφή στο Newsletter της Epoch Times

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είπε απευθυνόμενος στους Αμερικανούς ότι η θητεία του ως επικεφαλής της χώρας ήταν «η τιμή της ζωής μου», ενώ ενθάρρυνε τους υποστηρικτές του να διατηρήσουν την ελπίδα για την Αμερικανική δημοκρατία.

«Στους πολίτες της χώρας μας, η θητεία μου ως πρόεδρός σας ήταν η τιμή της ζωής μου», είπε ο Τραμπ σε σύντομο μήνυμα βίντεο που δημοσιεύθηκε το απόγευμα της Πέμπτης. «Και σε όλους τους υπέροχους υποστηρικτές μου. Γνωρίζω ότι είστε απογοητευμένοι αλλά θέλω επίσης να γνωρίζετε ότι το εκπληκτικό ταξίδι μας έχει μόλις ξεκινήσει.»

Η δήλωση ήρθε αφότου ο Τραμπ καταδίκασε την «βία» και «ανομία» της επίθεσης στο Καπιτώλιο και υποσχέθηκε να διασφαλίσει μια ομαλή μετάβαση εξουσίας στην επόμενη διοίκηση υπό τον Τζο Μπάιντεν. Το Κογκρέσο επικύρωσε τις ψήφους του Κολλεγίου Εκλεκτόρων για τον πρώην αντιπρόεδρο σε μια συναισθηματικά φορτισμένη κοινή σύνοδο που ολοκληρώθηκε περίπου στις 3 π.μ. την Πέμπτη.

Τα μέσα ενημέρωσης, βουλευτές, πρώην αξιωματούχοι, και άλλοι επικριτές, επικρίνουν τον Τραμπ αφότου μια ομάδα εξεγερμένων και διαδηλωτών που κυμάτιζαν την Αμερικανική σημαία και την σημαία του Τραμπ, παραβίασαν το κτήριο του Καπιτωλίου. Η αναταραχή άφησε τουλάχιστον τέσσερις ανθρώπους νεκρούς – τρεις για ιατρικούς λόγους αφότου οι αρχές εκτόξευσαν δακρυγόνο για να διαλύσουν το πλήθος – και δεκάδες αστυνομικοί τραυματίστηκαν, είπε η αστυνομία της πρωτεύουσας.

Ο πρόεδρος καταδίκασε την «φρικτή επίθεση» εισβολέων στο Καπιτώλιο, λέγοντας πως «οι διαδηλωτές που παρεισέφρησαν στο Καπιτώλιο έχουν βεβηλώσει την έδρα της Αμερικανικής δημοκρατίας.»

«Σε αυτούς που ενεπλάκησαν σε πράξεις βίας και καταστροφής, δεν αντιπροσωπεύετε την χώρα μας. Και σε αυτούς που παραβίασαν τον νόμο, θα πληρώσετε.»

Αναγνώρισε ότι «αν και τα αισθήματα είναι ψηλά» μετά από μια έντονη εκλογική διαδικασία, «η ψυχολογική σας κατάσταση θα πρέπει να είναι ψύχραιμη και η ηρεμία να αποκατασταθεί. Θα πρέπει να συνεχίσουμε με την δουλειά της Αμερικής.»

Ο Τραμπ είπε πως ο μόνος στόχος του στις ενστάσεις των εκλογών του 2020 από τις 3 Νοεμβρίου, ήταν να προστατεύσει την ιερότητα της κάλπης και να προασπιστεί την Αμερικανική δημοκρατία.

«Συνεχίζω να πιστεύω πολύ έντονα ότι πρέπει να αναμορφώσουμε τους εκλογικούς μας νόμους ώστε να πιστοποιείται η ταυτότητα και η νομιμότητα όλων των ψηφοφόρων, και να διασφαλίσουμε εμπιστοσύνη σε όλες τις μελλοντικές εκλογές,» είπε ο πρόεδρος.

Ο πρόεδρος και η ομάδα του επιδίωξαν αρκετές ενστάσεις σε δικαστήρια λόγω ανησυχιών για ισχυρισμούς «παράνομων» ψήφων που κατατέθηκαν και καταμετρήθηκαν σε αρκετές πολιτείες λόγω, όπως ισχυρίζεται η εκστρατεία, αντισυνταγματικών αλλαγών του τελευταίου λεπτού στους πολιτειακούς εκλογικούς νόμους και εκλογικής απάτης.

Αν και πολλά ενοχοποιητικά στοιχεία δημοσιεύθηκαν τις πρόσφατες εβδομάδες στην μορφή των ενόρκων καταθέσεων και βεβαιώσεων ειδικών επαγγελματιών, οι ισχυρισμοί απορρίφθηκαν επανειλημμένα από τους επικεφαλής εκλογικούς αξιωματούχους και κάποιους βουλευτές. Οι επικριτές του Τραμπ και τα περισσότερα από τα καθιερωμένα μέσα ενημέρωσης, έχουν επίσης χαρακτηρίσει τους ισχυρισμούς ως «αβάσιμους».

Εν τω μεταξύ, ένα μεγάλο ποσοστό υποθέσεων που κατατέθηκαν από την εκστρατεία Τραμπ, συμμάχους της, και πολλούς ανεξάρτητους ελεγκτικούς οργανισμούς, έχουν απορριφθεί από δικαστές για διαδικαστικούς λόγους, όπως και από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ. Δικαστές σε πολλές υποθέσεις έχουν επίσης πει πως δεν έχουν πειστεί από τους ισχυρισμούς που έφερε η ομάδα του Τραμπ.

Με τις ανησυχίες του προέδρου για την εκλογική ακεραιότητα συμφωνούν αρκετοί ειδικοί και βουλευτές, και μια έρευνα των Reuters/Ipsos από τον Νοέμβριο δείχνει πως 39 τοις εκατό των Αμερικανών συμφωνούν εντόνως ή συμφωνούν σε έναν βαθμό ότι οι εκλογές του 2020 ήταν «στημένες», ενώ 54 τοις εκατό είπαν ότι διαφωνούν εντόνως ή διαφωνούν σε έναν βαθμό με την δήλωση.

Ακολουθήστε μας στο Parler @epochtimesgreece

Ακολουθήστε μας στο Facebook @epochtimesgreece

Βοηθήστε μας να διαδώσουμε την αλήθεια, μοιραστείτε αυτό το άρθρο με φίλους σας.

Το Κογκρέσο επικυρώνει τις Εκλεκτορικές ψήφους με νικητή τον Μπάιντεν

Το Κογκρέσο νωρίς την Πέμπτη επικύρωσε την ψήφο του Αμερικανικού Εκλεκτορικού Κολλεγίου για τον Τζο Μπάιντεν σε εκλογές που σκιάστηκαν από μια σειρά κατηγοριών για παρατυπίες και εκλογική νοθεία.

Με μια ανάγνωση των αποτελεσμάτων από τον αντιπρόεδρο Μάικ Πενς, ο Μπάιντεν συγκέντρωσε 306 εκλεκτορικές ψήφους, ενώ ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κέρδισε 232. Η κοινή σύνοδος του Κογκρέσου ολοκληρώθηκε μετά από ένα ταραχώδες απόγευμα της Τετάρτης, όπου μια ομάδα ταραχοποιών εισέβαλε στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ την ώρα που οι νομοθέτες συζητούσαν εάν θα απορρίψουν τις ψήφους για την Αριζόνα.

Δεν είναι σαφές ποιος υποκίνησε την παραβίαση του κτιρίου του Καπιτωλίου.

Οι πολιτικές αναταραχές ανάγκασαν και τα δύο σώματα του Κογκρέσου να αναστείλουν τις συνεδριάσεις τους και οδήγησε τους νομοθέτες να ψάχνουν για ασφαλές καταφύγιο, καθυστερώντας τη συνεδρίαση για αρκετές ώρες. Οι νομοθέτες επανέλαβαν τη διαδικασία καταμέτρησης των εκλεκτορικών ψήφων περίπου στις 8 μ.μ.

Οι Ρεπουμπλικάνοι νομοθέτες κατάφεραν να προβάλουν ενστάσεις για τις εκλεκτορικές ψήφους της Αριζόνα και της Πενσυλβάνια, αναγκάζοντας και τα δύο σώματα του Κογκρέσου να γυρίσουν πίσω στα αντίστοιχα έδρανά τους προκειμένου να συζητήσουν τους λόγους για τους οποίους αντιτίθενται στις ψήφους. Αλλά και τα δύο σώματα τελικά απέρριψαν την ένσταση και για τις δύο πολιτείες.

Για τις ψήφους της Αριζόνα, η Γερουσία ψήφισε συντριπτικά 93-6 κατά της αμφισβήτησης των ψήφων, ενώ η Βουλή ψήφισε 303-121. Ομοίως, για την Πενσυλβάνια, η Γερουσία ψήφισε 92-7 κατά της ένστασης, ενώ η Βουλή ψήφισε 282-138.

Το ντιμπέιτ στη Βουλή των Αντιπροσώπων για την Πενσυλβάνια δεν τελείωσε δίχως εντάσεις. Ορισμένα σχόλια του βουλευτή Κόνορ Λαμπ (Δημοκρατικός-Πενσιλβάνια) από το βήμα της Βουλής, τα οποία θεωρήθηκαν προκλητικά από ορισμένους, οδήγησαν σε μια λογομαχία με έναν Ρεπουμπλικάνο νομοθέτη. Ο νομοθέτης του GOP απομακρύνθηκε τελικά από την αίθουσα επειδή αρνήθηκε να αφήσει τον Λαμπ να συνεχίσει.

Ημέρα των ενστάσεων

Πριν από την κίνηση των διαδικασιών, σχεδόν 90 Ρεπουμπλικάνοι βουλευτές και 13 Γερουσιαστές είχαν δηλώσει δεσμευμένοι να αμφισβητήσουν τις ψήφους προκειμένου να προστατεύσουν την ακεραιότητα των μελλοντικών εκλογών, σύμφωνα με ένα ρεπορτάζ της Epoch Times. Αρκετές δεκάδες νομοθέτες αντιτάχθηκαν επίσης στην αμφισβήτηση των εκλεκτορικών ψήφων, συμπεριλαμβανομένων των κορυφαίων Ρεπουμπλικανών ηγετών Μιτς ΜακΚόνελ και Λίντσεϊ Γκράχαμ.

Ο Αντιπρόεδρος Μάικ Πενς προεδρεύει της επικύρωσης των ψήφων του Εκλεκτορικού Κολλεγίου κατά τη διάρκεια μιας κοινής συνόδου του Κογκρέσου για τη μέτρηση των εκλεκτορικών ψήφων στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ στην Ουάσινγκτον, στις 6 Ιανουαρίου 2021. (Kevin Dietsch / POOL / AFP μέσω Getty Images)

 

Ωστόσο, μετά την παραβίαση του κτιρίου, που άφησε τέσσερις διαδηλωτές νεκρούς και πάνω από δώδεκα αστυνομικούς τραυματίες, αρκετοί νομοθέτες ανακοίνωσαν ότι θα εγκαταλείψουν τα σχέδιά τους για αμφισβήτηση των εκλεκτορικών ψήφων, συμπεριλαμβανομένης της γερουσιαστή Κέλι Λόφλερ, η οποία είχε ηγηθεί της ένστασης στη Γεωργία.

«Δεν μπορώ τώρα με καλή συνείδηση να αντιταχθώ στην επικύρωση αυτών των εκλεκτόρων», δήλωσε η Λόφλερ σε μια σύντομη ομιλία της στη Γερουσία κατά τη διάρκεια του ντιμπέιτ για τις ψήφους της Αριζόνα μετά την επανένωση της συνεδρίασης. «Η βία, η ανομία και η πολιορκία των αιθουσών του Κογκρέσου είναι αποτρόπαια και θεωρούνται άμεση επίθεση σε αυτό που η ένσταση μου είχε σκοπό να προστατεύσει – την ιερότητα της αμερικανικής δημοκρατικής διαδικασίας».

Οι άνθρωποι καταφεύγουν στη γκαλερί της Βουλής καθώς μια ομάδα ταραχοποιών προσπαθεί να εισέλθει στην αίθουσα της Βουλής στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ στην Ουάσιγκτον στις 6 Ιανουαρίου 2021. (Andrew Harnik / AP Photo)

 

Άλλοι νομοθέτες και από τις δύο πλευρές εκμεταλλεύτηκαν επίσης την ευκαιρία να κρίνουν τη βία που μόλις είχε προκύψει. Οι Δημοκρατικοί και στα δύο σώματα χρησιμοποίησαν την ευκαιρία να κατηγορήσουν τον Τραμπ για την πολιτική αναταραχή.

Κατά τη διάρκεια της κοινής συνόδου του Κογκρέσου, τα μέλη της Βουλής προέβαλαν αντιρρήσεις για τις εκλεκτορικές ψήφους της Γεωργίας, του Μίσιγκαν, της Νεβάδα και του Ουισκόνσιν, αλλά οι ενστάσεις τους δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές από τον Πενς, καθώς δεν είχαν την υποστήριξη ενός γερουσιαστή, καθιστώντας τες σε μεγάλο βαθμό συμβολικές.

Μια διαδικασία που συνήθως θεωρείται τυπικότητα έγινε το επίκεντρο της Αμερικής, αφού η συνεδρία καταμέτρησης έλαβε αυξημένη σημασία λόγω ανησυχιών για την ακεραιότητα των εκλογών του 2020. Επτά πολιτείες έστειλαν δύο λίστες πιστοποιητικών στην Ουάσινγκτον – μία για τον Μπάιντεν και μία για τον Τραμπ – αλλά μόνο τα πιστοποιητικά για τον Μπάιντεν επικυρώθηκαν από πολιτειακούς αξιωματούχους και οι πολιτειακοί νομοθέτες δεν έχουν καταφέρει να συνεδριάσουν κατά τη διάρκεια των διακοπών, αδυνατώντας να συζητήσουν για τις ψηφοφορίες.

Οι διαδηλωτές συγκεντρώνονται στα σκαλιά του Καπιτωλίου των ΗΠΑ στην Ουάσινγκτον στις 6 Ιανουαρίου 2021. (Ευγενική προσφορά του Mark Simon)

 

Ο Τραμπ και οι σύμμαχοί του αμφισβητούν τα αποτελέσματα των εκλογών στις 3 Νοεμβρίου στα δικαστήρια, ισχυριζόμενοι ότι «παράνομες» ψήφοι μπήκαν στις κάλπες και μετρήθηκαν σε πολλές πολιτείες λόγω χαλαρών εκλογικών κανονισμών που άλλαξαν την τελευταία στιγμή και φερόμενης εκλογικής νοθείας.

Παρόλο που πολλές αποδείξεις κυκλοφόρησαν τις τελευταίες εβδομάδες με τη μορφή ένορκων καταθέσεων και μαρτυριών εμπειρογνωμόνων, οι ισχυρισμοί απορρίφθηκαν επανειλημμένα από κορυφαίους εκλογικούς αξιωματούχους και νομοθέτες. Κριτικοί και μέλη των μέσων ενημέρωσης χαρακτήρισαν επίσης τους ισχυρισμούς ως «αβάσιμους».

Εν τω μεταξύ, ένα μεγάλο μέρος των αγωγών που κατατέθηκαν από την εκστρατεία Τραμπ και τους συμμάχους του έχουν απορριφθεί από δικαστές για διαδικαστικούς λόγους, συμπεριλαμβανομένου του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ. Οι δικαστές σε αρκετές περιπτώσεις έχουν επίσης πει ότι δεν έχουν πειστεί από τους ισχυρισμούς που προέβαλε η ομάδα του Τραμπ.

Παρά τις δυσκολίες, ο Τραμπ και η ομάδα του συνέχισαν τις προσπάθειές τους για να αποδείξουν ότι οι εκλογές του 2020 είχαν σημαντικά προβλήματα που θα μπορούσαν να αλλάξουν τα αποτελέσματα των εκλογών σε πολλές αμφίρροπες πολιτείες.  Μέχρι τη συνεδρίαση της 6ης Ιανουαρίου, η ομάδα του είχε υποστηρίξει ότι ο Πενς είχε την εξουσία να απορρίψει τις ψήφους για τον Μπάιντεν και να τις στείλει πίσω στα νομοθετικά σώματα των πολιτειών για να αποφασίσουν ποιες ψήφους θα στείλουν στο Κογκρέσο.

Ο Τραμπ κάλεσε επανειλημμένα τον Πενς να ενεργήσει, λέγοντας ότι αν ο αντιπρόεδρος «ενεργήσει προς όφελός μας, θα κερδίσουμε την Προεδρία», σύμφωνα με δήλωση την Τετάρτη.

Ο ρόλος του Πενς συζητήθηκε έντονα τις τελευταίες ημέρες, με πολλούς κριτικούς να ισχυρίζονται ότι ο ρόλος του είναι απλώς συμβολικός, καθώς έχει μόνο τη δυνατότητα να μετρά τις ψήφους, ακόμη και αν είχε ανησυχίες για την εγκυρότητά τους.

Σε επιστολή του προς το Κογκρέσο την Τετάρτη, ο Πενς είπε ότι πιστεύει ότι το Σύνταγμα τον «περιορίζει» από την «αξίωση μονομερούς εξουσίας» για λήψη αποφάσεων σχετικά με την απόρριψη ή αποδοχή ψήφων, ακόμη και αν ανησυχεί για την ακεραιότητα των εκλογών.

Αντ ‘αυτού, είπε ότι όταν προκύπτουν διαφορές σχετικά με τις εκλογές, είναι ευθύνη των «εκπροσώπων του λαού που εξετάζουν τα αποδεικτικά στοιχεία και επιλύουν τις διαφορές μέσω δημοκρατικής διαδικασίας».

«Η κατοχή μονομερούς εξουσίας από τον Αντιπρόεδρο να αποφασίζει τους προεδρικούς αγώνες θα ήταν εντελώς αντίθετη με αυτό τον σχεδιασμό», είπε σε επιστολή του στο Κογκρέσο.

Ο Τραμπ απάντησε στην απόφαση του Πενς λέγοντας ότι ο αντιπρόεδρος «δεν είχε το θάρρος να κάνει ό,τι θα έπρεπε να είχε γίνει για να προστατεύσει τη Χώρα μας και το Σύνταγμά μας».

Ακολουθήστε την Janita στο Twitter: @janitakan

Ακολουθήστε μας στο Facebook @epochtimesgreece

Ο Κρουζ αντικρούει τους επικριτές που ζητούν τη σύλληψή του επειδή επιδιώκει εκλογικό έλεγχο

Ο γερουσιαστής Τεντ Κρουζ (Ρεπουμπλικάνος-Τέξας) την Κυριακή απάντησε στις επικρίσεις σχετικά με το σχέδιό του να αμφισβητήσει τα αποτελέσματα του Εκλεκτορικού Κολλεγίου στις 6 Ιανουαρίου, εκτός εάν διενεργηθεί ένας δεκαήμερος έκτακτος έλεγχος για την αξιολόγηση των ισχυρισμών περί εκλογικής νοθείας.

Ο Κρουζ και 10 ακόμη γερουσιαστές ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να αμφισβητήσουν τις ψήφους του Κολλεγίου των Εκλεκτόρων από αμφισβητούμενες πολιτείες λόγω ανησυχιών ότι οι εκλογές του 2020 «παρουσίασαν άνευ προηγουμένου ισχυρισμούς για εκλογική νοθεία, παραβιάσεις και χαλαρή επιβολή του εκλογικού νόμου και άλλες παρατυπίες σε όλα τα στάδια της ψηφοφορίας».

Ο γερουσιαστής από το Τέξας δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή του, ότι αφότου οι γερουσιαστές έκαναν την ανακοίνωση, οι Δημοκρατικοί άρχισαν να προτρέπουν ο Κρουζ «να συλληφθεί και να δικαστεί για τα εγκλήματα της ανταρσίας και της προδοσίας».

«Λοιπόν, ακούστε, νομίζω ότι όλοι πρέπει να ηρεμήσουμε. Νομίζω ότι πρέπει να ρίξουμε τους τόνους», δήλωσε ο Κρουζ στην Μαρία Μπαρτιρόμο του Fox News. «Είναι ήδη μια ρευστή κατάσταση. Είναι σαν ένα σπιρτόκουτο και ρίχνεις αναμμένα σπίρτα μέσα».

Είπε ότι η «υπερβολή» και η «θυμωμένη γλώσσα» που χρησιμοποιήθηκε για να απαντήσουν στη δήλωσή του δεν ήταν «χρήσιμη» και ότι ήταν ευθύνη του Κογκρέσου να εξετάσει τους ισχυρισμούς για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στις δημοκρατικές διαδικασίες για το μέλλον.

Ο Κρουζ εξήγησε ότι το σκεπτικό για τη σύσταση εκλογικής επιτροπής για τη διενέργεια έκτακτου ελέγχου ήταν να εξισορροπηθούν οι ανησυχίες και από τις δύο πλευρές. Είπε ότι πιστεύει ότι το Κογκρέσο δεν πρέπει απλώς να απορρίψει και να αγνοήσει τους ισχυρισμούς για εκλογική νοθεία, ταυτόχρονα όμως τα αποτελέσματα των εκλογών δεν πρέπει να παραμεριστούν επειδή δεν υπερισχύει ο προτιμώμενος υποψήφιος του νομοθέτη.

Είπε ότι η πρότασή του για εκλογική επιτροπή είναι μια τρίτη επιλογή που είναι προσδεμένη στο νόμο και υποστηρίζεται από ιστορικά προηγούμενα.

Επισήμανε τις προεδρικές εκλογές του 1876 μεταξύ του υποψηφίου των Ρεπουμπλικάνων Ράδερφορντ Μπ. Χέγιες και του υποψηφίου των Δημοκρατικών, Σάμουελ Τζ. Τίλντεν. Κατά τη διάρκεια αυτού του αγώνα, τρεις πολιτείες – η Λουιζιάνα, η Φλόριντα και η Νότια Καρολίνα – καθώς και μία εκλεκτορική ψήφος από το Όρεγκον παρέμειναν υπό αμφισβήτηση. Οι τρεις αμφισβητούμενες πολιτείες, οι οποίες αμφισβητήθηκαν λόγω ισχυρισμών για εκλογική νοθεία και εκλογικών παρατυπιών, υπέβαλαν δύο ομάδες εκλεκτορικών ψήφων.

Ως συμβιβασμό, το Κογκρέσο το 1877 δημιούργησε μια διμερή εκλογική επιτροπή αποτελούμενη από πέντε μέλη του Βουλής, πέντε γερουσιαστές και πέντε δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να ακούσουν τους ισχυρισμούς και να καθορίσουν που πρέπει να απονεμηθούν οι ανεκχώρητες εκλεκτορικές ψήφοι.

«Μελέτησαν τα αποδεικτικά στοιχεία, εξέτασαν τα ψηφοδέλτια και πήραν μια απόφαση με βάση το ποια είναι τα αμφισβητούμενα ψηφοδέλτια και ποια θα ήταν η έκβαση», δήλωσε ο Κρουζ.

«Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι το Κογκρέσο έχει το χρέος να κάνει το ίδιο πράγμα».

Ο γερουσιαστής του Τέξας είπε ότι πιστεύει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο είναι το «καλύτερο μέρος» για την ακρόαση ισχυρισμών για εκλογική νοθεία, αλλά επειδή η σημερινή επιτροπή έχει απορρίψει να ακούσει μερικές από τις εκλογικές διαφορές που έχουν φτάσει στις πόρτες της, είναι πλέον ευθύνη του Κογκρέσου να εξετάσει τα θέματα.

«Έχουμε ανεξάρτητη ευθύνη έναντι του Συντάγματος. Έχουμε μια ανεξάρτητη υποχρέωση για το κράτος δικαίου», είπε.

Το σχέδιο της ομάδας γερουσιαστών έρχεται αφού ο γερουσιαστή Τζος Χόλεϊ (Ρεπουμπλικάνος-Μιζούρι) και δεκάδες Ρεπουμπλικανούς-μέλη της Βουλής δήλωσαν ότι θα αμφισβητήσουν τις εκλεκτορικές ψήφους κατά τη διάρκεια της κοινής συνεδρίασης του Κογκρέσου στις 6 Ιανουαρίου, όταν οι ψήφοι θα καταμετρούνται επίσημα. Κατά τη διάρκεια αυτής της συνόδου, τα μέλη του Κογκρέσου μπορούν να αντιταχθούν σε οποιαδήποτε ψήφο.

Οι αντιρρήσεις κατά τη διάρκεια της κοινής συνόδου πρέπει να υποβληθούν γραπτώς από τουλάχιστον ένα μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων και έναν γερουσιαστή. Εάν η ένσταση για οποιοδήποτε πολιτεία πληροί αυτήν την απαίτηση, η κοινή σύνοδος διακόπτεται και κάθε Βουλή αποσύρεται στα έδρανά της για να συζητήσει το ζήτημα για δύο ώρες το πολύ. Στη συνέχεια, η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Γερουσία ψηφίζουν χωριστά για να αποδεχθούν ή να απορρίψουν την ένσταση, η οποία απαιτεί την ψήφο της πλειοψηφίας και από τις δύο Βουλές.

Εάν και οι δύο υποψήφιοι λάβουν λιγότερες από 270 εκλεκτορικές ψήφους στις 6 Ιανουαρίου, τότε ενεργοποιούνται ενδεχόμενες εκλογές στις οποίες αντιπρόσωποι κάθε πολιτείας στη Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ ψηφίζουν για τον καθορισμό του προέδρου, ενώ ο αντιπρόεδρος διορίζεται με ψηφοφορία στη Γερουσία των ΗΠΑ.

Δημοκρατικοί και αρκετοί Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές έχουν αντιταχθεί στα σχέδια αμφισβήτησης των αποτελεσμάτων του Εκλεκτορικού Κολλεγίου, συμπεριλαμβανομένων των γερουσιαστών Μιτ Ρόμνεϊ (Ρεπουμπλικάνος-Γιούτα) και Λίζα Μουρκόφσκι (Ρεπουμπλικάνος-Αλάσκα).

Ακολουθήστε την Janita στο Twitter: @janitakan

Ο Τραμπ προτρέπει τους Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές να «μιλήσουν και να πολεμήσουν για την προεδρία»

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε τους Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές να «μιλήσουν και να πολεμήσουν για την προεδρία» καθώς συνεχίζουν να αποστασιοποιούνται από τις προσπάθειες αμφισβήτησης των αποτελεσμάτων του Κολλεγίου Εκλεκτόρων στις 6 Ιανουαρίου.

«Ώρα για τους Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές να μιλήσουν και να πολεμήσουν για την προεδρία, όπως θα έκαναν οι Δημοκρατικοί αν είχαν πραγματικά κερδίσει», έγραψε ο Τραμπ στις 26 Δεκεμβρίου σε μια σειρά δημοσιεύσεων στο Twitter.

«Η αποδείξεις είναι αναμφισβήτητες! Μαζικές εμφανίσεις ψηφοδελτίων αργά το βράδυ σε αμφίρροπες πολιτείες, γέμισμα κάλπης (σε βίντεο), διπλοί ψηφοφόροι, νεκροί ψηφοφόροι, ψεύτικες υπογραφές, λαθρομετανάστες ψηφοφόροι, απαγόρευση σε Ρεπουμπλικανούς επόπτες της εκλογικής διαδικασίας, ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΨΗΦΟΙ ΑΠΟ ΨΗΦΟΦΟΡΟΥΣ (δείτε Ντιτρόιτ και Φιλαδέλφεια), και πολλά περισσότερα. Οι αριθμοί είναι πολύ μεγαλύτεροι από ό,τι είναι απαραίτητο για να κερδίσεις τις αμφίρροπες πολιτείες, και δεν μπορούν καν να αμφισβητηθούν.

«Τα δικαστήρια είναι διεφθαρμένα, το FBI και η “Δικαιοσύνη” δεν έκαναν την δουλειά τους, και το εκλογικό σύστημα των Ηνωμένων Πολιτειών μοιάζει με αυτό μιας τριτοκοσμικής χώρας. Η ελευθερία του Τύπου έχει εξαφανιστεί εδώ και πολύ καιρό, έχουν γίνει Fake News, και τώρα έχουμε και την Big Tech (με το άρθρο 230) να αντιμετωπίσουμε.

«Αλλά όταν όλα τελειώσουν, και αυτή η χρονική περίοδος γίνει ένα ακόμη άσχημο κεφάλαιο στην ιστορία της Χώρας μας, ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ».

Ο πρόεδρος έχει εντείνει την κριτική του προς τους Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές τις τελευταίες ημέρες λόγω της απροθυμίας τους να υποστηρίξουν τις προσπάθειες αμφισβήτησης των ψήφων των προεδρικών εκλεκτόρων σε αμφίρροπες πολιτείες, κατά τη διάρκεια της κοινής συνεδρίασης του Κογκρέσου στις 6 Ιανουαρίου, όπου ο Αντιπρόεδρος Μάικ Πενς – ως πρόεδρος της Γερουσίας – θα υπηρετήσει ως ο προεδρεύων.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ εκλέγεται από αξιωματούχους εκλέκτορες, και όχι απευθείας από τους πολίτες.

Αρκετά μέλη της Βουλής έχουν δεσμευτεί να αντιταχθούν στις εκλεκτορικές ψήφους για τον υποψήφιο του Δημοκρατικού κόμματος, Τζο Μπάιντεν, στις κρίσιμες πολιτείες, σε μια προσπάθεια να πυροδοτήσουν επαναληπτική εκλογή των εκλεκτόρων. Σε αυτό το σενάριο, κάθε πολιτειακή αντιπροσωπεία στη Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, ψηφίζει μία ενιαία ψήφο για τον καθορισμό του προέδρου, ενώ ο αντιπρόεδρος αποφασίζεται με ψηφοφορία στη Γερουσία των ΗΠΑ.

Αλλά προτού ανακοινωθεί αυτή η νέα εκλογική διαδικασία, μια ένσταση πρέπει να γίνει αποδεκτή. Οι ενστάσεις κατά τη διάρκεια της κοινής συνόδου πρέπει να υποβληθούν γραπτώς από τουλάχιστον ένα μέλος της Βουλής και έναν γερουσιαστή. Εάν η ένσταση πληροί τις προϋποθέσεις, η κοινή συνεδρίαση σταματά και κάθε τμήμα της Βουλής αποσύρεται στην αίθουσά του για να συζητήσει για την ένσταση για δύο ώρες το μέγιστο. Στη συνέχεια, η Βουλή και η Γερουσία ψηφίζουν η κάθε μία για να αποδεχτούν ή να απορρίψουν την ένσταση, η οποία απαιτεί πλειοψηφία και από τα δύο σώματα.

Εάν το ένα σώμα αποδεχτεί και το άλλο απορρίψει, τότε σύμφωνα με τον ομοσπονδιακό νόμο, «οι ψήφοι των εκλεκτόρων των οποίων ο διορισμός θα πρέπει να έχει πιστοποιηθεί από τον εκτελεστικό επικεφαλής της πολιτείας, με τη σφραγίδα του, θα καταμετρηθούν».

Ο βουλευτής Μο Μπρουκς (Ρ-Αλα.) ξεκίνησε την προσπάθεια αυτήν, όταν ανακοίνωσε την πρόθεσή του να αντιταχθεί στις εκλεκτορικές ψήφους τον Ιανουάριο. Έκτοτε, όλο και περισσότεροι Ρεπουμπλικανοί βουλευτές έχουν εκφράσει την πρόθεσή τους να αντιταχθούν στις εκλεκτορικές ψήφους κατά τη διάρκεια της μελλοντικής συνόδου, συμπεριλαμβανομένων των βουλευτών Ματ Γκετζ (Ρ-Φλα.), Τζόντυ Χάις (Ρ-Γα.), Λανς Γκούντεν (Ρ-Τέξας), Μπράιαν Μπέιμπιν (Ρ-Τέξας), Τεντ Μπαντ (Ρ-Β.Κ.) και Άντυ Μπιγγς (Ρ-Αριζ.), και ο νεοεκλεγείς Μάντισον Κόθορν (Ρ-Β.Κ.).

Μέχρι στιγμής, δεν υπήρξαν γερουσιαστές που έχουν δεσμευτεί δημόσια να αμφισβητήσουν τα αποτελέσματα μιας πολιτείας, αλλά ο νεοεκλεγείς Γερουσιαστής Τόμμυ Τάμπερβιλ (Ρ-Αλα.) έχει πει ότι ίσως συμμετάσχει στην προγραμματισμένη ένσταση των βουλευτών. Ορισμένοι γερουσιαστές από τους Ρεπουμπλικανούς, συμπεριλαμβανομένου του επικεφαλής πλειοψηφίας, Γερουσιαστή Μιτς ΜακΚόννελλ (Ρ-Κυ.), έχουν καταστήσει σαφές ότι θα ήθελαν να αποφύγουν έναν τέτοιον αγώνα, και ενδέχεται να προσπαθήσουν να πείσουν τον Τάμπερβιλ να μην ενταχθεί.

«Τελικά, κάθε γερουσιαστής θα πρέπει να πάρει την δική του απόφαση σχετικά με αυτό, αλλά νομίζω ότι θα υπάρχουν άνθρωποι, ναι, που θα επικοινωνήσουν μαζί του απλώς για να μάθουν» τι θα κάνει ο Τάμπερβιλ, είπε ο Ρεπουμπλικανός Γουίπ Τζον Τουν (Ν.Ντ.) στην εφημερίδα Hill.

«Ελπίζω στο τέλος ότι όλοι οι γερουσιαστές θα καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι αυτές οι εκλογές πρέπει να τελειώσουν και είναι καιρός να προχωρήσουμε», πρόσθεσε ο Τουν.

Νωρίτερα στις 26 Δεκεμβρίου, ο Τραμπ εξέφρασε την απογοήτευσή του για τον ΜακΚόννελλ και το Ρεπουμπλικανικό κόμμα για την έλλειψη υποστήριξής τους, παρόλο που οι εκλογικές προσφυγές δεν έχουν επιλυθεί ακόμα.

«Εάν σε έναν προεδρικό υποψήφιο των Δημοκρατικών συνέβαινε Απάτη και Κλοπή Εκλογών, με αποδεικτικά στοιχεία για αυτές τις πράξεις σε βαθμό που δεν έχουμε ξαναδεί, οι γερουσιαστές των Δημοκρατικών θα το θεωρούσαν πράξη πολέμου, και θα πολεμούσαν μέχρι θανάτου. Ο Μιτς και οι Ρεπουμπλικανοί δεν κάνουν ΤΙΠΟΤΑ, απλά θέλουν να το αφήσουν να περάσει. ΔΕΝ ΠΟΛΕΜΟΥΝ!» έγραψε στο Twitter.

Ο Τραμπ και η εκστρατεία του αγωνίζονται ενάντια στον χρόνο αναζητώντας μια επικύρωση από τα δικαστήρια για μια σειρά ενοχοποιητικών στοιχείων που λένε ότι εγείρουν ερωτήματα σχετικά με το εάν οι εκλογές του 2020 υπέστησαν απάτη, καθώς και [επικύρωση της μη νομιμότητας] των αλλαγών τελευταίας στιγμής της συνταγματικής νομοθεσίας, με την μορφή μέτρων ασφάλειας που σχετίζονται με την πανδημία. Εάν είναι επιτυχείς, ο Αμερικανός πρόεδρος αναζητά να ονομαστούν ψηφοδέλτια ως μη έγκυρα, και η βουλή κάθε πολιτείας να μπορεί να αποφασίσει ποια ομάδα Εκλεκτορικών Ψήφων [των Δημοκρατικών ή των Ρεπουμπλικανών] θα πρέπει να θεωρηθεί νόμιμη στις 6 Ιανουαρίου.

Κατατέθηκαν εκλεκτορικοί ψήφοι Ρεπουμπλικανών, όχι μόνο σε πολιτείες που νίκησαν οι Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι, αλλά και σε κρίσιμες πολιτείες που επικυρώθηκε νίκη των Δημοκρατικών υποψηφίων, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί νομοθέτες θέλησαν να αφήσουν μια νομική διέξοδο στον πρόεδρο Τραμπ, για αμφισβήτηση των εκλεκτορικών ψήφων στις 6 Ιανουαρίου. Η πράξη αυτή έγινε, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί πολιτειακοί νομοθέτες ισχυρίζονται ότι η νίκη των Δημοκρατικών σε αυτές τις πολιτείες οφείλεται σε εκλογική απάτη.

Ανώτεροι εκλογικοί αξιωματούχοι έχουν επανειλημμένα αρνηθεί ισχυρισμούς εκλογικής απάτης, ενώ κριτικοί και μέλη των μέσων ενημέρωσης έχουν χαρακτηρίσει τους ισχυρισμούς «αβάσιμους». Μέχρι σήμερα, ένας μεγάλος αριθμός νομικών προσφυγών που είχαν κατατεθεί σε δικαστήρια, έχουν απορριφθεί από δικαστές για διαδικαστικούς λόγους, συμπεριλαμβανομένου του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook @epochtimesgreece

Βοηθήστε μας να διαδώσουμε την αλήθεια, μοιραστείτε αυτό το άρθρο με φίλους σας.

«Γνωρίζει το Κογκρέσο ότι έτσι αρχίζει ο κομμουνισμός;»: Ο Τραμπ καταδικάζει την αστυνόμευση του ελεύθερου λόγου από την Big Tech

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επανέλαβε την παραμονή των Χριστουγέννων, τις ανησυχίες του για την λογοκρισία που επιβάλλουν οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας (Big Tech), μία μέρα αφότου έθεσε βέτο σε ένα νομοσχέδιο στρατιωτικών δαπανών, λόγω της αποτυχίας του Κογκρέσου να αφαιρέσει προστασίες ευθύνης για τις εταιρείες κοινωνικών μέσων της Σίλικον Βάλεϊ.

«Το Twitter βάζει μανιωδώς επισημάνσεις, προσπαθώντας σκληρά να καταστείλει ακόμα και την αλήθεια. Απλώς δείχνει πόσο επικίνδυνοι είναι, που καταπνίγουν επίτηδες τον ελεύθερο λόγο. Πολύ επικίνδυνοι για την Χώρα μας. Γνωρίζει το Κογκρέσο ότι έτσι αρχίζει ο κομμουνισμός;» είπε ο Τραμπ σε ανάρτηση στο Twitter το βράδυ της Πέμπτης.

«Cancel Culture [Πολιτισμός Απαξίωσης] στο χειρότερό του. Τερματίστε το Άρθρο 230!» είπε.

Ο Τραμπ και η διοίκησή του έχουν επανειλημμένα υπογραμμίσει τους κινδύνους της μη ισορροπημένης επίβλεψης περιεχομένου που δημιουργούν οι χρήστες στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, ισχυριζόμενοι πως οι εταιρείες έχουν συμπεριφορά που περιορίζει τις συντηρητικές απόψεις και καταπνίγει τον ελεύθερο λόγο. Ο πρόεδρος και το υπουργείο Δικαιοσύνης έχουν προτρέψει το Κογκρέσο να ανακαλέσει τις νομικές προστασίες υπό το Άρθρο 230 του Νόμου Ευπρέπειας Επικοινωνιών του 1996, για εταιρείες που εφαρμόζουν λογοκρισία ή έχουν πολιτική συμπεριφορά.

Το Άρθρο 230 γενικά εξαιρεί τις διαδικτυακές πλατφόρμες από ευθύνη για περιεχόμενο που αναρτάται από τους χρήστες τους, αν και μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες για περιεχόμενο που παραβιάζει νόμους ενάντια στην εμπορία ανθρώπων ή προστασίας πνευματικής ιδιοκτησίας.

Ο νόμος επιτρέπει σε εταιρείες να αποκρύπτουν περιεχόμενο «με καλή πρόθεση» αν το θεωρούν «αισχρό, βρώμικο, εξαιρετικά βίαιο, ικανό πρόκλησης ζημίας, ή με άλλον τρόπο αμφισβητούμενο.» Οι προστασίες ωστόσο, δεν προορίζονταν για υπηρεσίες που πράττουν περισσότερο ως εκδότες και όχι διαδικτυακές πλατφόρμες, είπε ο εξερχόμενος Γενικός Εισαγγελέας Γουίλιαμ Μπαρ σε ομιλία του τον Μάιο.

Κοντά στις εκλογές του Νοεμβρίου και μετά από αυτές, το Twitter αύξησε την αστυνόμευση αναρτήσεων του προέδρου και άλλων χρηστών, λόγω ισχυρισμών εκλογικής απάτης. Σε μια ενημέρωση της 12ης Νοεμβρίου, η εταιρεία κοινωνικών μέσων είπε ότι είχε επισυνάψει ετικέτες, προειδοποιήσεις, και άλλους περιορισμούς σε περίπου 300.000 αναρτήσεις από τις 27 Οκτωβρίου έως τις 11 Νοεμβρίου, για περιεχόμενο που κατηγοριοποίησε ως «αμφισβητούμενο και που μπορεί πιθανώς να οδηγήσει σε λάθος συμπεράσματα.» Αυτός ο αριθμός αντιπροσωπεύει περίπου το 0,2 τοις εκατό όλων των αναρτήσεων σχετικών με τις αμερικανικές εκλογές που δημοσιεύθηκαν την ίδια περίοδο.

Μια σειρά αναρτήσεων του Τραμπ που μιλούσαν για εκλογική απάτη επισημάνθηκαν με: «Αυτός ο ισχυρισμός εκλογικής απάτης είναι αμφισβητούμενος.» Για παράδειγμα, το Twitter επισήμανε την ανάρτηση του Τραμπ της 22ας Νοεμβρίου που έλεγε: «Σε ορισμένες αμφίρροπες πολιτείες, υπήρχαν περισσότερες ψήφοι από ψηφοφόρους, και σε μεγάλους αριθμούς. Αυτό δεν έχει και μεγάλη σημασία; Απαγόρευσαν πρόσβαση σε επιβλέποντες της εκλογικής διαδικασίας, ψήφισαν για ανθρώπους που δεν το γνώριζαν, ψεύτικα ψηφοδέλτια, και πολύ περισσότερα. Τέτοια φριχτή συμπεριφορά. Θα νικήσουμε!»

Μετά τις 14 Δεκεμβρίου, ο γίγαντας κοινωνικής δικτύωσης επισυνάπτει το εξής κείμενο σε κάποιες αναρτήσεις: «Εκλογικοί αξιωματούχοι έχουν επικυρώσει τον Τζο Μπάιντεν ως νικητή των Αμερικανικών προεδρικών εκλογών», παρόλο που υπάρχουν νομικές προσφυγές κατά των αποτελεσμάτων των εκλογών του 2020 – αρκετές από τις οποίες έχουν φτάσει στο Ανώτατο Δικαστήριο – οι οποίες δεν έχουν ακόμα επιλυθεί.

Την Τετάρτη, ο Τραμπ τήρησε την υπόσχεσή του να σταματήσει ένα νομοσχέδιο στρατιωτικών δαπανών, τον Νόμο Επικύρωσης Εθνικής Ασφαλείας (ΝΕΕΑ), επειδή δεν έγιναν αλλαγές στο άρθρο 230, μεταξύ άλλων λόγων. Χαρακτήρισε επίσης τον νόμο «δώρο» στο Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα και την Ρωσία.

«Δυστυχώς, ο Νόμος δεν περιέχει κρίσιμα μέτρα εθνικής ασφαλείας, περιέχει διατάξεις που δεν σέβονται τους αποστράτους και την στρατιωτική μας ιστορία, και αντιτίθεται σε προσπάθειες της διοίκησής μου να βάλει την Αμερική πρώτη στην εθνική μας ασφάλεια και στις δράσεις εξωτερικής πολιτικής», είπε σε δήλωση της 23ης Δεκεμβρίου.

Το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, ήταν επίσης ενεργό στην παρότρυνση των βουλευτών να σκεφτούν για αλλαγές σε αυτό που ονόμασε «χωρίς νόημα στο σήμερα» νόμο. Σύστησαν μια σειρά προτάσεων νωρίτερα αυτόν τον χρόνο, που θα περιόριζαν τις ευρείες νομικές προστασίες σε διαδικτυακές πλατφόρμες, σε μια προσπάθεια να πιέσουν τους γίγαντες τεχνολογίας να αντιμετωπίσουν το παράνομο υλικό ενώ επιβλέπουν το περιεχόμενο υπεύθυνα.

Προέτρεψε επίσης τους βουλευτές να σκεφτούν να προτείνουν μέτρα για την ενημέρωση του άρθρου 230, όταν τον Οκτώβριο το Twitter άρχισε να λογοκρίνει μια σειρά ερευνητικών άρθρων αποκαλύψεων της New York Post, σχετικά με τους ισχυρισμούς επιχειρηματικών συμφωνιών του Χάντερ Μπάιντεν, γιο του Δημοκρατικού προεδρικού υποψηφίου Τζο Μπάιντεν.

«Τα γεγονότα των προσφάτων ημερών κάνουν την μεταρρύθμιση ακόμα πιο επείγουσα», έγραψε ο αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας Στήβεν Ι. Μπόυντ σε επιστολή (pdf) που απέκτησαν μέσα ενημέρωσης. «Οι σημερινές μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες έχουν τεράστια δύναμη επί των διαθέσιμων πληροφοριών και απόψεων των Αμερικανών. Είναι συνεπώς κρίσιμο ότι θα είναι ειλικρινείς και διαφανείς προς τους χρήστες τους σχετικά με το πως χρησιμοποιούν αυτήν την δύναμη. Και όταν δεν είναι, είναι κρίσιμο να μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες.»

Ακολουθήστε μας στο Facebook @epochtimesgreece

Βοηθήστε μας να διαδώσουμε την αλήθεια, μοιραστείτε αυτό το άρθρο με φίλους σας.

Τζέννα Έλλις στους Αμερικανούς: «Μην απογοητεύεστε, δεν έχει τελειώσει ακόμα»

Η νομική σύμβουλος του Τραμπ, Τζέννα Έλλις, προέτρεψε την Τετάρτη τον αμερικανικό λαό που ενδιαφέρεται για την ακεραιότητα των εκλογών να έχει ελπίδα στις συνεχιζόμενες προσπάθειες που στοχεύουν στην αποκάλυψη παρατυπιών και ισχυρισμών απάτης.

«Θα ήθελα απλώς να πω στον αμερικανικό λαό: Μην απογοητεύεστε. Αυτό δεν έχει τελειώσει ακόμα. Και έχουμε απολύτως κάθε πρόθεση να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για την ακεραιότητα των εκλογών», δήλωσε η Έλλις στους Ηγέτες της Αμερικανικής Σκέψης, της Epoch Times.

Η νομική ομάδα του Τραμπ, με επικεφαλής τον πρώην δήμαρχο της Νέας Υόρκης Ρούντι Τζουλιάνι, αγωνίζεται ενάντια στον χρόνο για να διασφαλίσει την διατήρηση της αξίας της κάλπης. Η ομάδα και οι συνεργάτες της συλλέγουν στοιχεία προς παρουσίαση σε δικαστήρια, για να διασφαλίσουν ότι όλες οι ανησυχίες σχετικά με τις εκλογικές παρατυπίες και τους ισχυρισμούς αντισυνταγματικών ενεργειών που ανέφεραν κρατικοί και εκλογικοί αξιωματούχοι στις εκλογές του 2020, διερευνώνται για να εξασφαλιστεί εμπιστοσύνη στο εκλογικό αποτέλεσμα για όλους.

Το Κολλέγιο Εκλεκτόρων ψήφισε στις 14 Δεκεμβρίου, με τον Δημοκρατικό Τζο Μπάιντεν να λαμβάνει 306 ψήφους, ενώ ο Τραμπ 232. Ρεπουμπλικανοί εκλέκτορες σε αρκετές υπό δικαστικές έρευνες πολιτείες, ψήφισαν για τον Τραμπ και τον αντιπρόεδρο Μάικ Πενς, ώστε να διατηρήσουν τις νομικές επιλογές του προέδρου ανοιχτές από τώρα έως τον Ιανουάριο.

Και τα δύο τμήματα του Κογκρέσου συναντώνται στις 6 Ιανουαρίου για την καταμέτρηση των ψήφων του Κολλεγίου Εκλεκτόρων. Η ημέρα ονομασίας προέδρου είναι στις 20 Ιανουαρίου, όπου σύμφωνα με το Αμερικανικό Σύνταγμα, λαμβάνει χώρα η μετάβαση εξουσίας.

Παρόλο που η 14η Δεκεμβρίου, ημέρα που οι εκλέκτορες του προέδρου των ΗΠΑ εκδίδουν τις ψήφους τους για τον πρόεδρο, έχει περάσει, η Έλλις υποστηρίζει ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει ακόμη χρόνο να αμφισβητήσει τα εκλογικά αποτελέσματα και ότι τα νομοθετικά σώματα των πολιτειών έχουν ακόμη χρόνο να αποφασίσουν ποια ομάδα ψήφων από διαμαχόμενες ομάδες βουλευτών θα στείλουν στο Κογκρέσο στις 6 Ιανουαρίου, την ημέρα κατά την οποία μετρώνται οι ψήφοι του Κολλεγίου Εκλεκτόρων.

Αυτό γίνεται αφότου Ρεπουμπλικανοί εκλέκτορες σε επτά πολιτείες έδωσαν μια δεύτερη εναλλακτική ομάδα ψήφων υπέρ του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, δημιουργώντας μια νέα πρόκληση για το Κογκρέσο όταν πρόκειται να καταμετρήσει τις ψήφους τον επόμενο μήνα. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι αυτές οι ψήφοι είναι απλώς συμβολικές και δεν έχουν νομική ισχύ. Ωστόσο, οι εναλλακτικές ψήφοι έχουν γίνει αποδεκτές από το Κογκρέσο στο παρελθόν.

Στο αμερικανικό εκλογικό σύστημα, οι πολίτες επιλέγουν τους εκλέκτορες, Δημοκρατικούς ή Ρεπουμπλικανούς για παράδειγμα, και στην συνέχεια οι εκλέκτορες ψηφίζουν τον πρόεδρο των ΗΠΑ.

Το 1960, οι Δημοκρατικοί έδωσαν με επιτυχία ένα εναλλακτικό σύνολο ψήφων για τον Τζον Φ. Κένεντι στη Χαβάη, αφού ο κυβερνήτης της πολιτείας πιστοποίησε τους εκλέκτορες για τον Ρίτσαρντ Νίξον εν μέσω δεύτερης καταμέτρησης. Το Κογκρέσο μέτρησε τελικά τις ψήφους των εκλεκτόρων του Κένεντι, οι οποίες επίσης υπογράφηκαν από τον κυβερνήτη, παρόλο που δεν είχε ανακηρυχθεί νικητής στις εκλογές μέχρι 11 ημέρες μετά την πιστοποίηση των εκλεκτόρων του Νίξον.

Οι Ρεπουμπλικανοί στις επτά πολιτείες δήλωσαν ότι το σκεπτικό τους για την αποστολή διαμαχόμενων εκλεκτόρων στο Κογκρέσο ήταν να διατηρήσουν τη νομική αξίωση του Τραμπ στις εκλογές, καθώς η ομάδα του εργάζεται σε νομικές αγωγές σχετικά με την καταμέτρηση «παράνομων ψήφων». Τα γραφεία του υπουργού Εξωτερικών της Νεβάδας και της Πενσυλβανίας είπαν στην Epoch Times ότι έλαβαν μόνο τα πιστοποιητικά ψήφων των Δημοκρατικών και όχι των Ρεπουμπλικανών.

Η Έλλις καλεί τους πολιτειακούς νομοθέτες στις αμφισβητούμενες πολιτείες να διεξαγάγουν εκλεκτορική σύνοδο για να εξετάσουν ενοχοποιητικά στοιχεία για πιθανή εκλογική απάτη και να εγκρίνουν ψήφισμα για αποστολή των ψήφων των Ρεπουμπλικανών εκλεκτόρων.

«Εάν μια πολιτεία είναι πρόθυμη να το κάνει αυτό, νομίζω ότι θα ακολουθήσουν και άλλες», είπε.

Πιστεύει επίσης ότι είναι ευθύνη κάθε Αμερικανού να προστατεύει τις ελεύθερες και δίκαιες εκλογές, σημειώνοντας ότι υπάρχει μια ομάδα Αμερικανών που θα ήθελαν να αποδείξουν την αλήθεια ή μη των ισχυρισμών.

«Είναι καθήκον, ωστόσο, για κάθε Αμερικανό – ανεξάρτητα από το ποιον ψηφίσατε, είτε σας αρέσει είτε όχι το αποτέλεσμα αυτών των εκλογών – να σταματήσετε οποιαδήποτε εξαπάτηση, να σταματήσετε οποιαδήποτε ανομία, να σταματήσετε οτιδήποτε παραβιάζει το Σύνταγμα των ΗΠΑ για να διασφαλίσετε ότι θα υπάρχουν ελεύθερες και δίκαιες εκλογές», είπε. «Νομίζω ότι υπάρχει μια κίνηση μεταξύ του αμερικανικού λαού που θέλει πραγματικά να βρει την αλήθεια αυτών των ερωτήσεων.»

Πρόσθεσε ότι κάθε πολιτειακό νομοθετικό σώμα πρέπει επίσης να εξετάσει τους δικούς του νόμους και τη δική του διοίκηση για να διασφαλίσει την ακεραιότητα των ψήφων.

Η Έλλις είπε ότι οι Αμερικανοί έχουν τον τελικό λόγο στο να κρατούν τους ηγέτες τους υπόλογους για τις πράξεις τους, και υπάρχει μια σειρά ενεργειών που μπορούν να ληφθούν για να διασφαλιστεί ότι οι πολιτικοί θα υπόκεινται τις συνέπειες άνομων πράξεων.

«Μπορούμε να το κάνουμε αυτό όχι μόνο επικοινωνώντας μαζί τους και πιέζοντάς τους να συνεχίσουν αυτόν τον αγώνα, όχι μόνο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αλλά και να διασφαλίσουμε ότι οι εκλεγμένοι αξιωματούχοι μας γνωρίζουν ότι αυτό περιμένουμε από αυτούς – να πάρουν στα σοβαρά την ακεραιότητα των εκλογών», είπε.

Είπε ότι οι Αμερικανοί σε ορισμένες από τις αμφισβητούμενες πολιτείες θα μπορούσαν επίσης να εξετάσουν το ενδεχόμενο να εκκινήσουν αιτήσεις ανάκλησης – μια διαδικασία που επιτρέπει στους πολίτες να ανακαλούν και να αντικαθιστούν κρατικούς υπαλλήλους πριν από τη λήξη της θητείας τους. Η αίτηση απαιτεί έναν συγκεκριμένο αριθμό υπογραφών σε μια καθορισμένη χρονική περίοδο. Εάν συλλεχθεί ένας έγκυρος αριθμός υπογραφών, τότε μπορεί να πραγματοποιηθεί εκλογική διαδικασία ανάκλησης. Διαφορετικές πολιτείες έχουν διαφορετικούς κανόνες για αυτήν τη διαδικασία.

«Και λοιπόν τώρα, όταν εξετάζουμε τα πολιτειακά νομοθετικά σώματα, εάν αυτός ο κλάδος αποτύχει, τότε εναπόκειται σε “Εμάς τους Ανθρώπους”* να διασφαλίσουμε ότι θα λάβουν χώρα οι συνταγματικές διαδικασίες, ότι στη συνέχεια μπορούμε να αλλάξουμε εκείνους που έχουν την εξουσία, διότι κανένα άτομο στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν δικαιούται εξ ορισμού κρατική εξουσία», είπε.

Ο Ivan Pentchoukov συνέβαλε σε αυτό το άρθρο.

*: Η εναρκτήρια φράση του Αμερικανικού Συντάγματος.

Ακολουθήστε μας στο Facebook @epochtimesgreece

Βοηθήστε μας να διαδώσουμε την αλήθεια, μοιραστείτε αυτό το άρθρο με φίλους σας.

Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή του Τέξας

Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ απέρριψε την Παρασκευή την προσφυγή του Τέξας με σκοπό να αμφισβητήσει τα αποτελέσματα των εκλογών του 2020 σε τέσσερις πολιτείες.

Μέσω δικαστικής απόφασης, οι δικαστές απέρριψαν το αίτημα του Τέξας να μηνύσει την Πενσυλβάνια, τη Γεωργία, το Μίσιγκαν και το Ουισκόνσιν, θεωρώντας ότι το Τέξας στερείται νομικής υπόστασης – και ικανότητας – να μηνύσει βάσει του Συντάγματος, επειδή δεν έχει δείξει βάσιμο ενδιαφέρον να παρέμβει στον τρόπο με τον οποίο άλλες πολιτείες χειρίζονται τις εκλογές τους.

«Το Τέξας δεν έχει επιδείξει ένα δικαστικά αισθητό ενδιαφέρον για τον τρόπο με τον οποίο μια άλλη πολιτεία διεξάγει τις εκλογές της», αναφέρει η απόφαση (pdf) «Όλες οι υπόλοιπες εκκρεμείς προτάσεις απορρίπτονται ως αμφιλεγόμενες».

Ο δικαστής Σάμουελ Αλίτο εξέδωσε ξεχωριστή δήλωση όπου αναφέρει ότι θα είχε δεχτεί το αίτημα του Τέξας να μηνύσει, αλλά όχι την προκαταρκτική απόφαση, καθώς πιστεύει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αναλάβει οποιαδήποτε υπόθεση που εμπίπτει στην «αρχική δικαιοδοσία» του, το οποίο σημαίνει ότι το δικαστήριο μπορεί να παράσχει τη δυνατότητα ακρόασης μιας υπόθεσης για πρώτη φορά σε αντίθεση με την αναθεώρηση μιας απόφασης ενός κατώτερου δικαστηρίου. Η δικαστής Κλάρενς Τόμας ακολούθησε τον Αλίτο στη δήλωσή του.

«Κατά την άποψή μου, δεν έχουμε τη διακριτική ευχέρεια να αρνηθούμε την υποβολή αγωγής σε περίπτωση που εμπίπτει στην αρχική μας δικαιοδοσία. … Ως εκ τούτου, θα παραχωρούσα στην πρόταση να υποβάλει την καταγγελία, αλλά δεν θα παραχωρούσα άλλα μέτρα, και δεν εκφράζω καμία άποψη για κανένα άλλο ζήτημα», έγραψε ο Αλίτο στη δήλωσή του. Δεν αναφέρθηκε στα ερωτήματα της υπόθεσης.

Η αμερικανική σημαία κυματίζει μπροστά από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ στην Ουάσιγκτον στις 13 Φεβρουαρίου 2016. (Drew Angerer / Getty Images)

Ο Γενικός Εισαγγελέας του Τέξας, Κεν Πάξτον και ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν απάντησαν αμέσως σε αίτημα για σχολιασμό της Epoch Times.

Ο πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ρούντι Τζουλιάνι, ο οποίος ηγείται των νομικών προσπαθειών της εκστρατείας Ταμπ, δήλωσε στο Newsmax ότι πιστεύει ότι η απόφαση του δικαστηρίου να απορρίψει την υπόθεση ήταν ένα «φοβερό λάθος».

«Το χειρότερο μέρος αυτού είναι, βασικά, το δικαστήριο λέει, θέλουμε να μείνουμε έξω από αυτό και… δεν θέλουν να τους δώσουν ακρόαση, δεν θέλουν ο αμερικανικός λαός να ακούσει τα γεγονότα», είπε ο Τζουλιάνι.

Πρόσθεσε ότι από τη στιγμή που το δικαστήριο απέρριψε την υπόθεση βάσει νομικής υπόστασης, ο πρόεδρος και ορισμένοι εκλέκτορες θα μπορούσαν να φέρουν μια άλλη υπόθεση στα περιφερειακά δικαστήρια, ισχυριζόμενοι τα ίδια γεγονότα.

«Αυτά τα γεγονότα θα παραμείνουν στην ιστορία, εκτός αν επιλυθούν. Πρέπει να ακουστούν, πρέπει να μεταδοθούν και κάποιος πρέπει να λάβει απόφαση για το αν είναι αλήθεια ή ψέμα. Και κάποιο δικαστήριο θα πρέπει να βρει το θάρρος να λάβει αυτή την απόφαση », πρόσθεσε.

Ο Ρούντι Τζουλιάνι κρατάει ένα επιστολικό ψηφοδέλτιο καθώς μιλά στον Τύπο για διάφορες αγωγές που σχετίζονται με τις εκλογές του 2020, εντός της έδρας της Εθνικής Επιτροπής των Ρεπουμπλικανών στην Ουάσινγκτον, στις 19 Νοεμβρίου 2020. (Drew Angerer / Getty Images)

 

Ο Πάξτον δημοσίευσε μια δήλωση λίγο μετά την δικαστική απόφαση, περιγράφοντας την ως «ατυχής».

«Είναι ατυχές που το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε να μην αναλάβει αυτήν την υπόθεση και να καθορίσει τη συνταγματικότητα της αποτυχίας αυτών των τεσσάρων πολιτειών να ακολουθήσουν τον ομοσπονδιακό και πολιτειακό νόμο για τις εκλογές. Θα συνεχίσω να υπερασπίζομαι ακούραστα την ακεραιότητα και την ασφάλεια των εκλογών μας και να λογοδοτώ σε όσους αποφεύγουν τη θέσπιση εκλογικού νόμου για δική τους ευκολία», έγραψε.

Η πολιτεία του Τέξας ζήτησε άδεια από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 7 Δεκεμβρίου να μηνύσει τις τέσσερις αμφίρροπες πολιτείες σε μια προσπάθεια προστασίας της ακεραιότητας των εκλογών του 2020.

Το Τέξας κατηγόρησε τις τέσσερις πολιτείες για αλλαγή εκλογικών νόμων κατά παράβαση της ρήτρας των εκλογέων του Συντάγματος των ΗΠΑ, άνιση μεταχείριση των ψηφοφόρων και πρόκληση εκλογικών παρατυπιών χαλαρώνοντας την ακεραιότητα της εκλογικής διαδικασίας σύμφωνα με το πολιτειακό δίκαιο, ανοίγοντας με αυτόν τον τρόπο τις «στρόφιγγες» της νοθείας.

Το Τέξας ήλπιζε να λάβει δήλωση από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι οι τέσσερις πολιτείες διεξήγαγαν τις εκλογές τους το 2020 κατά παράβαση του Συντάγματος των ΗΠΑ. Ζήτησε επίσης από το δικαστήριο να απαγορεύσει την καταμέτρηση των ψήφων του Εκλεκτορικού Κολεγίου των τεσσάρων πολιτειών. Για τις εναγόμενες πολιτείες που έχουν ήδη διορίσει εκλέκτορες, η αγωγή ζητούσε από τους δικαστές να διατάξουν τους πολιτειακούς νομοθέτες να διορίσουν νέους εκλέκτορες σύμφωνα με το Σύνταγμα των ΗΠΑ.

Αρκετοί γενικοί εισαγγελείς από τις εναγόμενες πολιτείες απάντησαν στην απόφαση. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Πενσυλβάνιας Τζος Σαπίρο είπε, «Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ διαπίστωσε αυτήν την ηθική κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και η ταχεία άρνησή του θα έπρεπε να κάνει τον καθένα που σκέφτεται περαιτέρω επιθέσεις κατά των εκλογών μας να το σκεφτεί διπλά».

«Ενώ αυτά τα τεχνάσματα είναι νομικά ασήμαντα, το κόστος τους για τη χώρα μας – η παραπλάνηση του κοινού σχετικά με τις ελεύθερες και δίκαιες εκλογές μας και το «σχίσιμο» του Συντάγματός μας – είναι υψηλό και δεν θα το ανεχτούμε από τις αδελφές μας πολιτείες ή από οποιονδήποτε άλλο», πρόσθεσε ο Σαπίρο.

Η Γενική Εισαγγελέας του Μίσιγκαν Ντάνα Νέσελ εξέδωσε επίσης δήλωση, λέγοντας ότι η απόφαση «είναι μια σημαντική υπενθύμιση ότι είμαστε ένα έθνος νόμων, και παρόλο που μερικοί μπορεί να υποκλίνονται στην επιθυμία ενός μόνο ατόμου, τα δικαστήρια δεν θα το κάνουν».

Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μιλά στην Διπλωματική Αίθουσα του Λευκού Οίκου στην Ουάσιγκτον, για την Ημέρα των Ευχαριστιών στις 26 Νοεμβρίου 2020. (Erin Schaff-Pool / Getty Images)

 

Ο Τραμπ και οι σύμμαχοί του είχαν δημιουργήσει μεγάλες προσδοκίες για την αγωγή του Τέξας, με τον πρόεδρο να χαρακτηρίζει την υπόθεση ως «η μεγάλη». Είχε ζητήσει από το Ανώτατο Δικαστήριο να του επιτρέψει να συμμετάσχει στην υπόθεση ως παρεμβαίνον μέρος.

Λίγες ώρες πριν από την απόφαση, ο Τραμπ έγραψε σε μια ανάρτηση στο Twitter: «Αν το Ανώτατο Δικαστήριο δείξει μεγάλη Σοφία και Θάρρος, ο Αμερικανός Λαός θα κερδίσει ίσως την πιο σημαντική υπόθεση στην ιστορία και η Εκλογική μας Διαδικασία θα γίνει σεβαστή ξανά!»

Μετά την υποβολή της αγωγής, οι γενικοί εισαγγελείς σε όλη τη χώρα άρχισαν να εκφράζουν τη θέση τους πάνω στα ζητήματα.

Δεκαεννέα Ρεπουμπλικάνοι γενικοί εισαγγελείς υποστήριξαν το Τέξας στην αγωγή. Οι πολιτείες που εκπροσωπούν είναι Μισούρι, Αλαμπάμα, Αρκάνσας, Φλόριντα, Ιντιάνα, Κάνσας, Λουιζιάνα, Μισισιπή, Μοντάνα, Νεμπράσκα, Βόρεια Ντακότα, Οκλαχόμα, Νότια Καρολίνα, Νότια Ντακότα, Τενεσί, Γιούτα, Δυτική Βιρτζίνια, Αριζόνα και Αλάσκα. Έξι από τις πολιτείες κατέθεσαν πρόταση για ένταξη στην υπόθεση ως παρεμβαίνοντα μέρη: Μισούρι, Αρκάνσας, Λουιζιάνα, Μισισιπή, Νότια Καρολίνα και Γιούτα.

Εν τω μεταξύ, 20 Δημοκρατικοί γενικοί εισαγγελείς υποστήριξαν τους κατηγορούμενους: Καλιφόρνια, Κολοράντο, Κονέκτικατ, Ντελαγουέρ, Χαβάη, Ιλινόις, Μέιν, Μέριλαντ, Μασαχουσέτη, Μινεσότα, Νεβάδα, Νιου Τζέρσεϋ, Νέο Μεξικό, Νέα Υόρκη, Βόρεια Καρολίνα, Όρεγκον, Ρόουντ Άιλαντ, Βερμόντ, Βιρτζίνια και Ουάσιγκτον. Κανένας δεν έχει υποβάλει προτάσεις για παρέμβαση.

Ο Ρεπουμπλικανός γενικός εισαγγελέας του Αϊντάχο και του Ουαϊόμινγκ αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην αγωγή. Ο Γενικός Εισαγγελέας του Ρεπουμπλικανικού Οχάιο Ντέιβ Γιοστ υπέβαλε ένα ανεξάρτητο ενημερωτικό σημείωμα, υποστηρίζοντας την επίλυση του κεντρικού ζητήματος που έθεσε το Τέξας από το δικαστήριο αλλά αντιτάχθηκε στα μέτρα που ζητήθηκαν.

Η Mimi Nguyen-Ly και ο Ivan Pentchoukov συνέβαλαν σε αυτό το άρθρο.

Ακολουθήστε την Janita στο Twitter: @janitakan

Ακολουθήστε μας στο Facebook @epochtimesgreece

17 πολιτείες προτρέπουν το Ανώτατο Δικαστήριο να εξετάσει την αγωγή του Τέξας που αμφισβητεί τα εκλογικά αποτελέσματα τεσσάρων πολιτειών

Δεκαεπτά πολιτείες παροτρύνουν το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ να αποδεχτεί το αίτημα του Τέξας να αμφισβητήσει τα εκλογικά αποτελέσματα τεσσάρων πολιτειών για το 2020.

Οι πολιτείες, με επικεφαλής τον Γενικό Εισαγγελέα του Μισούρι, Έρικ Σμιτ, υπέβαλαν υπομνήματα για την υπόθεση στις 9 Δεκεμβρίου, υπογραμμίζοντας ότι η αγωγή που υπέβαλε το Τέξας έχει μεγάλη δημόσια σημασία και απαιτεί την προσοχή του ανώτερου δικαστηρίου του έθνους.

Το Τέξας στις 7 Δεκεμβρίου υπέβαλε πρόταση ζητώντας την άδεια να μηνύσει την Πενσυλβάνια, τη Γεωργία, το Μίσιγκαν και το Ουισκόνσιν σε μια προσπάθεια να προστατεύσει την ακεραιότητα των εκλογών του 2020.

Το Τέξας ισχυρίζεται ότι οι τέσσερις πολιτείες-κλειδιά με αντισυνταγματικό τρόπο άλλαξαν τους εκλογικούς νόμους, αντιμετώπισαν με άνισο τρόπο τους ψηφοφόρους και προκάλεσαν σημαντικές παρατυπίες στις εκλογές χαλαρώνοντας τα μέτρα ακεραιότητας της ψηφοφορίας.

Εν συντομία, οι 17 πολιτείες υποστηρίζουν ότι δικαιολογείται η εξέταση της αγωγής του Τέξας από το Ανώτατο Δικαστήριο, καθώς παρουσιάζει σημαντικά συνταγματικά ζητήματα βάσει της ρήτρας των εκλογέων. Προκαλεί επίσης ανησυχίες σχετικά με την ακεραιότητα των εκλογών και την εμπιστοσύνη του κοινού στη διαχείριση των εκλογών, πρόσθεσαν.

Οι πολιτείες δήλωσαν ότι έχουν ένα έντονο ενδιαφέρον για την προστασία του διαχωρισμού των εξουσιών στον τρόπο ελέγχου των εκλογών. Όταν εκλογικοί αξιωματούχοι πραγματοποίησαν αλλαγές στους νόμους που διέπουν τις εκλογές, αυτοί οι μη νομοθετικοί παράγοντες ενδέχεται να έχουν παραβιάσει την εξουσία που παρέχεται στους πολιτειακούς νομοθέτες από τη ρήτρα των εκλογέων στο Σύνταγμα των ΗΠΑ, ισχυρίζονται.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα των ΗΠΑ, οι «χρόνοι, τόποι και τρόπος διεξαγωγής των εκλογών» μπορούν να καθορίζονται μόνο από «νομοθετικό σώμα» της πολιτείας και το «Κογκρέσο».

«Οι καταπατήσεις της εξουσίας των νομοθετικών οργάνων της πολιτείας από άλλους πολιτειακούς φορείς παραβιάζουν το διαχωρισμό των εξουσιών και απειλούν την ατομική ελευθερία», έγραψαν οι πολιτείες (pdf).

Εν τω μεταξύ, οι αλλαγές που πραγματοποίησαν οι εναγόμενες πολιτείες στους κανόνες ψηφοφορίας μέσω ταχυδρομείου κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, υποστηρίζουν οι 17 πολιτείες, πιθανότατα θα αύξανε τον κίνδυνο εκλογικής απάτης, καθώς αφαιρούν τις διασφαλίσεις που προστατεύουν από δόλια συμπεριφορά.

Πρόσθεσαν ότι η χαλάρωση των εγγυήσεων όσον αφορά τα επιστολικά ψηφοδέλτια δημιουργεί «περιττή ευπάθεια στην πραγματική απάτη και υπονομεύει την εμπιστοσύνη του κοινού στις εκλογές».

Ορισμένες από αυτές τις αλλαγές περιλαμβάνουν την κατάργηση της επαλήθευσης υπογραφής, την παράταση της προθεσμίας για τη λήψη ψηφοδελτίων μέσω ταχυδρομείου και την αποτυχία εφαρμογής σταθερών πολιτικών σε ολόκληρη την πολιτεία για τον χειρισμό των επιστολικών ψήφων, ισχυρίζεται η αγωγή του Τέξας.

«Αυτές οι αλλαγές αφαίρεσαν τις προστασίες που οι υπεύθυνοι φορείς είχαν προτείνει εδώ και δεκαετίες για να προστατεύονται από απάτη και κατάχρηση κατά την ψηφοφορία μέσω ταχυδρομείου», υποστηρίζουν οι πολιτείες.

Οι πολιτείες που υποστηρίζουν την αγωγή του Τέξας, οι οποίες έχουν Ρεπουμπλικανούς γενικούς εισαγγελείς, είναι οι Μισούρι, Αλαμπάμα, Αρκάνσας, Φλόριντα, Ιντιάνα, Κάνσας, Λουιζιάνα, Μισισιπή, Μοντάνα, Νεμπράσκα, Βόρεια Ντακότα, Οκλαχόμα, Νότια Καρολίνα, Νότια Ντακότα, Τενεσί, Γιούτα και Δυτική Βιρτζίνια.

Το Τέξας ελπίζει να λάβει δήλωση από το Ανώτατο Δικαστήριο πως οι τέσσερις πολιτείες διεξήγαγαν τις εκλογές του 2020 κατά παράβαση του Συντάγματος. Ζητά επίσης από το δικαστήριο να απαγορεύσει την καταμέτρηση των ψήφων του Κολεγίου των Εκλεκτόρων που ψηφίζουν οι τέσσερις πολιτείες. Για τα ενάγοντα κράτη που έχουν ήδη διορίσει εκλέκτορες, ζητά από το δικαστήριο να κατευθύνει τους πολιτειακούς νομοθέτες να διορίσουν νέους εκλέκτορες, σύμφωνα με το Σύνταγμα.

Εν τω μεταξύ, η πολιτειά επιδιώκει επίσης μια προκαταρκτική διαταγή ή μια προσωρινή εντολή περιορισμού για να εμποδίσει τις τέσσερις πολιτείες να λάβουν μέτρα για την πιστοποίηση των εκλογικών τους αποτελεσμάτων ή να εμποδίσουν τους προεδρικούς εκλέκτορες της πολιτείας να λάβουν οποιαδήποτε επίσημη δράση. Οι προεδρικοί εκλέκτορες πρόκειται να συναντηθούν στις 14 Δεκεμβρίου.

Το δικαστήριο διέταξε τα εναγόμενα κράτη να ανταποκριθούν στις προτάσεις του Τέξας έως τις 3 μ.μ. στις 10 Δεκεμβρίου.

Μετά την κατάθεση του υπομνήματος, ο Γενικός Εισαγγελέας της Αριζόνα Μαρκ Μπρνόβιτς (Mark Brnovich) αργότερα την ίδια ημέρα υπέβαλε αίτημα στο ανώτατο δικαστήριο για άδεια να υποβάλει το δικό του υπόμνημα προς υποστήριξη του Τέξας (pdf).

Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ζήτησε επίσης από το δικαστήριο να του επιτρέψει να προσχωρήσει στην υπόθεση του Τέξας ως ενάγων. Ο πρόεδρος στις 9 Δεκεμβρίου χαρακτήρισε την υπόθεση ως «μεγάλη», προσθέτοντας ότι η «χώρα χρειάζεται νίκη».

Αυτή η υπόθεση αναφέρεται ως Τέξας κατά Πενσυλβάνιας (22O155).

Ο Ivan Pentchoukov συνέβαλε σε αυτό το άρθρο.

Ακολουθήστε την Janita στο Twitter: @janitakan

Ακολουθήστε μας στο Facebook @epochtimesgreece