Η Ρουμανία προσέρχεται στις κάλπες την Κυριακή για τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών, εν μέσω της σοβαρότερης πολιτικής κρίσης που έχει βιώσει η χώρα μετά την πτώση του κομμουνιστή δικτάτορα Νικολάε Τσαουσέσκου το 1989.
Η εκλογική διαδικασία πραγματοποιείται με σημαντική καθυστέρηση σε σχέση με τον αρχικό προγραμματισμό, καθώς το ανώτατο δικαστήριο του Βουκουρεστίου είχε ακυρώσει τις προηγούμενες εκλογές. Εκείνες είχαν διεξαχθεί στις 6 Δεκεμβρίου του 2024, με τον συντηρητικό εξωσυστημικό Κάλιν Γκεορτζέσκου να προηγείται, προκαλώντας σοκ στην πολιτική ελίτ. Το δικαστήριο ακύρωσε το αποτέλεσμα λόγω σοβαρών καταγγελιών για εκλογικές παρατυπίες και καταγγελιών για ρωσική παρέμβαση υπέρ του Γκεορτζέσκου, ο οποίος πλέον ερευνάται και δεν έχει δικαίωμα συμμετοχής. Η Μόσχα έχει αρνηθεί οποιαδήποτε ανάμειξη.
Στην εκλογική διαδικασία συμμετέχουν έντεκα υποψήφιοι, ωστόσο, μόνον πέντε θεωρούνται με αξιώσεις να φτάσουν στον προεδρικό θώκο. Αν κανείς υποψήφιος δεν συγκεντρώσει πάνω από το 50% των ψήφων, θα διεξαχθεί δεύτερος γύρος στις 18 Μαΐου.
Το διακύβευμα των εκλογών
Ο προσανατολισμός της χώρας και η βαθιά δυσαρέσκεια προς το πολιτικό προσωπικό κυριαρχούν στον προεκλογικό διάλογο. Σαφή διαχωριστική γραμμή διαμορφώνουν οι κύριοι μονομάχοι: τόσο ο Σιμιόν όσο και ο Πόντα κρατούν σαφώς εθνικιστική στάση, εκφράζοντας αντιρρήσεις στη συνεχιζόμενη στήριξη προς την Ουκρανία. Πιθανή νίκη του Σιμιόν, που θεωρείται ο «πολιτικός κληρονόμος» του αποκλεισμένου Γκεορτζέσκου, αναμένεται να ανησυχήσει τόσο την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και το ΝΑΤΟ. Βέβαια, αν και έχει επικρίνει τον όγκο βοήθειας προς το Κίεβο, ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν «εγκληματία πολέμου».
Από την άλλη πλευρά, οι Νταν και Αντονέσκου έχουν διατυπώσει ξεκάθαρα φιλοευρωπαϊκές και φιλονατοϊκές θέσεις και επιμένουν στη διατήρηση της στήριξης προς την Ουκρανία, στοχεύοντας στον περαιτέρω ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Ρουμανίας αντί μιας στροφής στον εθνικισμό ή την επιρροή της Μόσχας. Στο ίδιο μήκος κύματος και η Λασκονί, αν και οι πιθανότητές της έχουν συρρικνωθεί ιδιαίτερα μετά την υποστήριξη του κόμματός της προς τον Νταν.
Ο καθηγητής ψηφιακής διπλωματίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Κορνήλιου Μπιόλα, σημειώνει πως διακυβεύεται ο στρατηγικός προσανατολισμός της χώρας. Τονίζει ότι, αν δεν επιδειχθεί προσοχή στην κάλπη, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να διακοπεί η ευρωπαϊκή πορεία της Ρουμανίας. Από την πλευρά του, ο καθηγητής Βαλεντίν Ναούμεσκου του Πανεπιστημίου Babeș-Bolyai της Κλουζ, υπογραμμίζει πως το ζητούμενο είναι η υπέρβαση του θεσμικού αδιεξόδου στη ρουμανική δημοκρατία, ιδιαίτερα μετά την απροσδόκητη ακύρωση των προηγούμενων εκλογών.
Ποιος θα είναι ο νικητής;
Σύμφωνα με τον Ναούμεσκου, τα δημοσκοπικά δεδομένα δείχνουν ότι ο Σιμιόν είναι σχεδόν βέβαιο πως θα περάσει στον δεύτερο γύρο, με τις προθέσεις ψήφου να ξεπερνούν το 30%. Μάχη στήθος με στήθος αναμένεται μεταξύ Κριν Αντονέσκου και Νίκουσoρ Νταν για την άλλη θέση στον δεύτερο γύρο, καθώς οι δύο κινούνται γύρω στο 21-22%.
Ποιοι είναι οι υποψήφιοι;
– Τζορτζ Σιμιόν (38 ετών): Επικεφαλής της Εθνικιστικής Συμμαχίας για την Ένωση των Ρουμάνων (AUR). Αντιτίθεται στη στρατιωτική στήριξη της Ουκρανίας, ασκεί κριτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση και δηλώνει υποστηρικτής του Τραμπ. Ερευνάται για θέματα χρηματοδότησης της προεκλογικής του καμπάνιας.
– Κριν Αντονέσκου (65 ετών): Πρώην ηγέτης του κυβερνητικού συνασπισμού και του Φιλελεύθερου Κόμματος. Υπέρ της αύξησης των αμυντικών δαπανών, της συνέχισης της βοήθειας προς την Ουκρανία και της στενής συνεργασίας με ΕΕ και ΝΑΤΟ.
– Νίκουσoρ Νταν (55 ετών): Με δύο θητείες ως δήμαρχος Βουκουρεστίου, κατεβαίνει ως ανεξάρτητος κεντρώος. Η προεκλογική του ατζέντα επικεντρώνεται στην καταπολέμηση της διαφθοράς και στην αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 3,5% του ΑΕΠ ως το 2030.
– Βίκτορ Πόντα (52 ετών): Πρώην πρωθυπουργός που έχει κάνει στροφή στον εθνικισμό και αυτοπροσδιορίζεται ως «Ρουμανία Πρώτα». Προτείνει σημαντική αύξηση αμυντικών κονδυλίων και επικρίνεται για τις παλαιότερες σχέσεις του με τις ακυρωθείσες εκλογές.
– Ελένα Λασκονί (52 ετών): Δήμαρχος του Καμπουλούνγκ και «ασημένιο μετάλλιο» στις εκλογές του Δεκεμβρίου. Οι πιθανότητές της έχουν μειωθεί, καθώς η ηγεσία του κόμματός της υποστηρίζει πλέον τον Νταν. Παραμένει υπέρμαχος της ενίσχυσης της άμυνας και της συνεχιζόμενης βοήθειας προς την Ουκρανία.
Σε έναν καθημερινό αγώνα για τη στέγη έχουν αναγκαστεί να επιδίδονται οι κάτοικοι της Ισπανίας και της Ιταλίας, δύο από τους πιο δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς της Ευρώπης. Η εύρεση οικονομικής και μακροχρόνιας στέγασης μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε πολυτέλεια, επιβαρύνοντας νοικοκυριά και επαγγελματίες.
Σύμφωνα με μελέτες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Τράπεζας της Ισπανίας, η κρίση στην ισπανική αγορά κατοικίας ξεκίνησε με την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων το 2008, για να ακολουθήσει μια σχεδόν παγωμένη οικοδομική δραστηριότητα έως το 2023.
Αντίστοιχα, στην Ιταλία, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Οικονομικών Άλεξ Ταμπαρόκ του πανεπιστημίου George Mason, οι κυβερνητικές πολιτικές της πανδημίας ενίσχυσαν το φαινόμενο των ακριβών οικοδομικών υλικών, με τα ενοίκια να εκτοξεύονται, καθώς πολλοί ιδιοκτήτες στρέφονται σε βραχυχρόνιες μισθώσεις για τουρισμό.
Οι ίδιοι οι κάτοικοι περιγράφουν με γλαφυρότητα τις δυσκολίες: την αδυναμία να καλύψουν βασικές ανάγκες και το ερώτημα εάν, τελικά, θα μπορέσουν να διατηρήσουν ένα σπίτι πάνω από το κεφάλι τους.
Λίγα μόλις βήματα από το κέντρο της Μαδρίτης, στον κοσμοπολίτικο δρόμο Gran Via, ο Αντρές Φερνάντεθ δηλώνει ενθουσιασμένος αλλά και αγχωμένος με τη μετακόμισή του στην πρωτεύουσα της Ισπανίας.
«Εδώ υπάρχουν δουλειές, όντως βγάζει νόημα να έρθεις, αλλά το κόστος στέγασης απλώς δεν αντέχεται», είπε στην Epoch Times.
Ο Φερνάντεθ άφησε τη Βαρκελώνη για μια δεκαετία στην Αργεντινή, και επέστρεψε πρόσφατα στην Ισπανία μετά το τέλος των σπουδών του. Για έναν νέο πολιτικό μηχανικό σαν κι αυτόν, οι επαγγελματικές προοπτικές στην πατρίδα του είναι καλύτερες από ό,τι στη Λατινική Αμερική, αλλά το ζήτημα της στέγασης παραμένει ανυπέρβλητο εμπόδιο.
«Οι μισθοί είναι καλύτεροι εδώ, αλλά τα ενοίκια σε «τσακίζουν», τονίζει.
Έτσι, αναγκάζεται να συγκατοικήσει με δύο ακόμη άτομα σε διαμέρισμα στη συνοικία Chueca, κάτι που αποτελεί πλέον κανόνα για όσους θέλουν να ζήσουν στην ισπανική πρωτεύουσα – κυρίως λόγω των δυσθεώρητων ενοικίων.
Η ισχυρή αγορά εργασίας και η ακμάζουσα τεχνολογική σκηνή φέρνουν νέους επαγγελματίες στη Μαδρίτη, αλλά το βιοτικό κόστος αποτελεί μόνιμη «αγκάθι».
Σύμφωνα με το site ακινήτων Idealista, η Μαδρίτη διατηρεί τη δεύτερη υψηλότερη μέση τιμή ενοικίων στη χώρα – πρώτη στη σχετική λίστα βρίσκεται πάντα η Βαρκελώνη.
Πολυώροφη κατοικία κατά μήκος της οδού Gran Via στη Μαδρίτη, στις 28 Μαρτίου 2025. Autumn Spredemann/The Epoch Times
Η προσφορά και η ζήτηση στην Ισπανία
Ταυτόχρονα, ενοικιαστές και ιδιοκτήτες ακινήτων υποφέρουν από την εκτόξευση των τιμών και τη μείωση της διαθεσιμότητας κατοικιών.
Από τον Δεκέμβριο του 2020, τα διαθέσιμα προς μακροχρόνια μίσθωση ακίνητα έχουν μειωθεί κατά 56%, ενώ τα ενοίκια αυξήθηκαν κατά περίπου 30%.
Στη Μαδρίτη, το απόθεμα προς ενοικίαση κατοικιών έφθασε να είναι μειωμένο κατά 71% μεταξύ 2020 και 2024, με τις τιμές να έχουν αυξηθεί κατά 44% από τον Δεκέμβριο του 2020 έως τον Φεβρουάριο του 2025, σύμφωνα με στοιχεία του Idealista.
Προβλήματα αντιμετωπίζουν και οι υποψήφιοι αγοραστές, με νέα στοιχεία να δείχνουν άνοδο κατά 10% στις τιμές των μεταχειρισμένων κατοικιών τον περασμένο Νοέμβριο, φθάνοντας τα περίπου 2.400 δολάρια ανά τετραγωνικό, το υψηλότερο ποσοστό από το 2006.
Στο κομμάτι της ενοικίασης, ένα επιπλωμένο στούντιο 21 τετραγωνικών μέτρων στη Μαδρίτη διατίθεται πλέον ακόμη και προς 1.448 δολάρια το μήνα μαζί με βασικούς λογαριασμούς.
Ο Αντρές Φερνάντεθ, με τη σειρά του, μοιράζεται 450 δολάρια το μήνα για ένα ιδιωτικό δωμάτιο, χωρίς όμως να περιλαμβάνονται ρεύμα, νερό ή ίντερνετ.
Η αύξηση του κόστους κοινωφελών υπηρεσιών επιβαρύνει όλο και περισσότερο, ιδιαίτερα τους ιδιοκτήτες που διατηρούν επιχειρήσεις.
«Οι λογαριασμοί ρεύματος έχουν φτάσει σε εξωφρενικά επίπεδα», λέει χαρακτηριστικά η Καμίλα, η οποία διατηρεί δύο τουριστικά καταλύματα στην Παμπλόνα – ένα boutique ξενοδοχείο κι ένα hostel κοντά στο περίφημο Camino de Santiago.
Η Καμίλα εξηγεί πως, λόγω κόστους, είναι πλέον υποχρεωμένη να περιορίζει αυστηρά τη χρήση ρεύματος και κλιματισμού στις δυο επιχειρήσεις της. «Έχουμε καθορίσει το θερμοστάτη του air condition και της θέρμανσης σε σταθερές τιμές – οι πελάτες δεν μπορούν να τα αλλάξουν. Τους ζητούμε να κλείνουν πάντα τα φώτα και τα κλιματιστικά όταν φεύγουν από το δωμάτιο», περιγράφει.
«Δεν μας αρέσει να φαινόμαστε τσιγκούνηδες απέναντι στους πελάτες, αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση με αυτά τα κόστη. Οι λογαριασμοί και τα έξοδα αυξάνονται συνεχώς και αναγκαστικά κάνουμε ανατιμήσεις, αλλιώς το ξενοδοχείο μας θα έκλεινε», προσθέτει.
Ακόμη και το κόστος για να προσφέρει Wi-Fi αυξήθηκε αισθητά το τελευταίο έτος.
Το 2021 η ισπανική κυβέρνηση είχε μειώσει τον ΦΠΑ στο ρεύμα στο 10% για όσο η τιμή στην χονδρική παρέμενε πάνω από 51 δολάρια ανά μεγαβατώρα. Όμως, με την πτώση των τιμών ο ΦΠΑ ξαναγύρισε στο 21%, επιβαρύνοντας και πάλι τους λογαριασμούς.
Σπίτια κατά μήκος ενός καναλιού στη Βενετία της Ιταλίας, στις 28 Απριλίου 2025. Autumn Spredemann/The Epoch Times
Το παράδειγμα της Βενετίας
Αντίστοιχα, στην Ιταλία η κατάσταση είναι εξίσου ασφυκτική, με τα ενοίκια να παραμένουν υψηλά, το κόστος διαβίωσης δυσβάσταχτο και τους μισθούς να μην ακολουθούν την άνοδο των εξόδων.
Η Βενετία, κορυφαίος τουριστικός προορισμός, αποτελεί ακραίο παράδειγμα: «Για έναν Ιταλό είναι αδύνατο να ζήσει στη Βενετία», τονίζει ο Ντάνιελ Μαρίνο, που αν και κατάγεται από τα περίχωρα του Μιλάνου, ζει και εργάζεται σήμερα στη μικρή αλλά υπερπλήρη τουριστικά πόλη.
«Δεν βρίσκεις σπίτι ούτε όταν είσαι ντόπιος – κι αν βρεις, θες πάνω από 900 ευρώ για να μένεις σε ένα μικρό, όχι ιδιαίτερα άνετο δωμάτιο», εξηγεί.
Ο Μαρίνο στάθηκε τυχερός: βρέθηκε εκεί μέσω πανεπιστημιακού προγράμματος που παρείχε φοιτητική στέγαση και πρακτική άσκηση στη φιλοξενία με μικρή οικονομική ενίσχυση. «Αν έπρεπε να πληρώσω ενοίκιο μόνος μου, θα πήγαινε όλη μου η επιδότηση», τονίζει. «Το ζήτημα αφορά όλη την τοπική κοινωνία. Οι περισσότεροι που δουλεύουν στη Βενετία, δεν αντέχουν να ζήσουν εδώ λόγω κόστους στέγασης».
Μοναδική εξαίρεση όσοι έχουν κληρονομήσει ακίνητο από την οικογένειά τους.
Η λύση για τους περισσότερους είναι οι γειτονιές της «στεριάς» – στο Μαργκέρα, το Καμπάλτο ή το Μέστρε – όμως ούτε αυτές είναι φθηνές και έχουν, όπως λέει ο Μαρίνο, «περιοχές με περισσότερη εγκληματικότητα».
Επιπλέον, η Βενετία έχει το υψηλότερο τέλος αποκομιδής απορριμμάτων στην Ιταλία – κάτι που, σύμφωνα με τον Μαρίνο, πολλοί δεν το γνωρίζουν πριν μετακομίσουν στη «Γαληνοτάτη».
A placard identifies a property as a holiday rental in Venice on April 28, 2025. Autumn Spredemann/The Epoch Times
Ο παράγοντας του τουρισμού
Ακόμη, κι αν βρεθούν τα χρήματα, ελάχιστοι ιδιοκτήτες εντός της Βενετίας επιλέγουν να ενοικιάζουν μακροχρόνια. «Αν είχα διαμέρισμα εδώ, γιατί να το δώσω 900 ευρώ τον μήνα σε κάποιον σαν κι εμένα, όταν με τουρίστες το κερδίζω σε μία εβδομάδα;», λέει χαρακτηριστικά.
Η έκρηξη των βραχυχρόνιων τουριστικών μισθώσεων έχει δημιουργήσει σοβαρές κοινωνικές τριβές σε Ιταλία και Ισπανία. Η αύξηση της τηλεργασίας και η στροφή των επισκεπτών σε ενοικιαζόμενα διαμερίσματα ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο τη ζήτηση για τέτοιου είδους ακίνητα.
Τον Μάιο, χιλιάδες Ισπανοί βγήκαν στους δρόμους σε δεκάδες πόλεις, διαμαρτυρόμενοι για τα υψηλά ενοίκια λόγω της άνθησης των τουριστικών ενοικιάσεων. Πόλεις όπως η Μάλαγα, η Μαδρίτη, η Σεβίλλη και το Αλικάντε επέβαλαν πλέον περιορισμούς ή ακόμη και απαγορεύσεις στις βραχυχρόνιες μισθώσεις.
Παρόμοιες κινητοποιήσεις και στην Ιταλία: πέρσι στη Ρώμη, κάτοικοι κατέστρεψαν κλειδαριές διαμερισμάτων που προορίζονται αποκλειστικά για τουριστική εκμετάλλευση – ενώ το ίδιο συνέβη και στη Φλωρεντία και το Μιλάνο, οδηγώντας την κυβέρνηση να απαγορεύσει τη λειτουργία συστημάτων αυτοεξυπηρέτησης (self-check in) για τους τουριστικούς ξενώνες.
Πίσω από τις βιτρίνες
Η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται συχνά στην τουριστική χρήση των ακινήτων, ωστόσο τόσο η Καμίλα όσο και ο Μαρίνο υποστηρίζουν πως πρόκειται μόνο για ένα σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος.
«Η οικοδομική δραστηριότητα δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας», λέει η Καμίλα, επισημαίνοντας ότι ακόμα και στην Παμπλόνα, τις πίεσης στέγης ενισχύει η τουριστική αγορά.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ισπανίας, σημαντικοί παράγοντες της κρίσης είναι, εκτός από τα βραχυχρόνια ενοικιαζόμενα, η μείωση ανακαινίσεων, η εναλλαγή της χρήσης ακινήτων, η έλλειψη εργατικών χεριών στον κατασκευαστικό τομέα, τα αυξημένα κόστη κατασκευής και η χαμηλή επένδυση σε ανάπτυξη γης.
Η Ισπανία βίωσε μια οικοδομική έκρηξη από το 1995 ως το 2008, ακολουθούμενη από βαθιά κρίση και «πάγωμα» της αγοράς μέχρι το 2015. Ο ρυθμός αύξησης των νοικοκυριών ξεπέρασε την ανέγερση νέων κατοικιών, με αποτέλεσμα, όπως προειδοποιεί η Τράπεζα της Ισπανίας, η έλλειψη να φτάσει στις 600.000 κατοικίες το 2025.
Στην Ιταλία, το πρόβλημα περιπλέκεται επιπλέον από την παράδοση ιδιοκατοίκησης: πάνω από το 75% των νοικοκυριών κατέχουν δικό τους σπίτι, αλλά τα κόστη επισκευών και συντήρησης έχουν γίνει απαγορευτικά.
Οι υποψήφιοι νέοι ιδιοκτήτες βλέπουν τις τιμές να έχουν ανέβει κατά τουλάχιστον 16% από το 2019, τη στιγμή που το χρηματοπιστωτικό σύστημα στηρίζεται περισσότερο στη βοήθεια της οικογένειας και λιγότερο στον τραπεζικό δανεισμό, όπως σημειώνει και σχετική έκθεση του ΟΟΣΑ.
Η Ιταλία, επισημαίνει ο Μαρίνο, δεν είναι απλώς «υποχρηματοδοτημένη» κατασκευαστικά: «Το κόστος συντήρησης των παλιών σπιτιών έχει απογειωθεί με τον πληθωρισμό. Κανείς δεν αντέχει να ανακαινίσει παλιά όμορφα σπίτια, αλλά ούτε και να αγοράσει καινούργιο… Μπορείς να βάλεις φόρους σε ξένους αγοραστές ή ενοικιαστές όσο θες – το πρόβλημα είναι τα συνολικά κόστη που ανεβάζουν τις τελικές τιμές. Δεν είναι κάτι που λύνεται απλά».
Το σύμπλεγμα αυτό των παραγόντων φέρνει Ισπανούς και Ιταλούς σε αδιέξοδο – ενώ νέες γενιές, αλλά και όσοι επιστρέφουν από το εξωτερικό, βρίσκονται αντιμέτωποι με το σταθερό ερώτημα: πού θα βρουν σπίτι να ζήσουν;
Σημαντική στροφή στις σχέσεις Ουκρανίας–ΗΠΑ σηματοδοτεί η πρόσφατη συνάντηση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι με τον Ντόναλντ Τραμπ στο Βατικανό, με τον Ουκρανό πρόεδρο να χαρακτηρίζει την επαφή ως την «πιο ουσιαστική» που έχουν πραγματοποιήσει μέχρι σήμερα.
Μιλώντας στους δημοσιογράφους στο Κίεβο στις 2 Μαΐου, ο Ζελένσκι τόνισε ότι η συνάντηση με τον Τραμπ—στο περιθώριο της κηδείας του Πάπα Φραγκίσκου στις 26 Απριλίου—άλλαξε το κλίμα μεταξύ των δύο ηγετών, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον στην ουσία των ζητημάτων.
«Πιστεύω πως η συνομιλία μας με τον Πρόεδρο Τραμπ ήταν η καλύτερη έως τώρα. Ίσως ήταν η πιο σύντομη, όμως σίγουρα η πιο ουσιαστική. Με απόλυτο σεβασμό προς τις ομάδες μας, η απευθείας συζήτηση απέδωσε τα μέγιστα», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Ουκρανός πρόεδρος.
Η τετ α τετ συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε ιδιαίτερο χώρο εντός της Βασιλικής του Αγίου Πέτρου, με τους δύο ηγέτες να παραμερίζουν τις διπλωματικές τυπικότητες και να επιτυγχάνουν, όπως είπε ο Ζελένσκι, «την κατάλληλη ατμόσφαιρα για ουσιαστικό διάλογο».
Σε βιντεοσκοπημένο μήνυμά του, ανήμερα της υπογραφής της πολυαναμενόμενης συμφωνίας ΗΠΑ–Ουκρανίας για τα στρατηγικά ορυκτά, ο Ζελένσκι συνέχισε να πλέκει το εγκώμιο της συνάντησης με τον Τραμπ, χαρακτηρίζοντάς τη «σημαντική» και γεμάτη περιεχόμενο.
«Αναμένουμε περαιτέρω απτά αποτελέσματα από την επαφή μας. Η συνάντηση ήταν ουσιαστική — εκμεταλλευτήκαμε και το τελευταίο λεπτό. Τον ευχαριστώ για αυτό, όπως και τις ομάδες μας, τόσο της Ουκρανίας όσο και των ΗΠΑ. Η προετοιμασία της συμφωνίας έγινε με επαγγελματισμό, παρά τις δυσκολίες», σημείωσε.
Υπενθυμίζεται ότι η διαπραγμάτευση για τη συμφωνία ορυκτών μεταξύ ΗΠΑ και Ουκρανίας εξελισσόταν με εντάσεις τις εβδομάδες που ακολούθησαν την επίσκεψη Ζελένσκι στον Λευκό Οίκο στα τέλη Φεβρουαρίου.
Ο ίδιος ο Ζελένσκι χαρακτήρισε την υπογραφή της συμφωνίας ως το πρώτο συγκεκριμένο αποτέλεσμα της συνάντησης στο Βατικανό, τονίζοντας πως αυτή η εξέλιξη έχει ιστορικό χαρακτήρα για τη χώρα του.
«Είναι το πρώτο χειροπιαστό αποτέλεσμα εκείνης της συνάντησης — κάτι που καθιστά τη στιγμή πραγματικά ιστορική», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Βάσει των όρων της συμφωνίας, θεσπίζεται νέο επενδυτικό ταμείο για την ενίσχυση της ανοικοδόμησης, της βιομηχανικής ανάπτυξης και της αμυντικής υποδομής στην Ουκρανία. Η εποπτεία θα ασκείται από μικτό συμβούλιο με ίσο αριθμό Ουκρανών και Αμερικανών εκπροσώπων.
Ο Ουκρανός πρόεδρος κάλεσε την ουκρανική Βουλή (Βερχόβνα Ράντα) να επικυρώσει άμεσα τη συμφωνία, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για «πραγματική ισότιμη συνεργασία» που θα αποφέρει οικονομικά οφέλη και στις δύο πλευρές, θωρακίζοντας παράλληλα την κυριαρχία της χώρας.
Οι τοποθετήσεις Ζελένσκι έρχονται σε μια περίοδο που οι Ηνωμένες Πολιτείες δηλώνουν στροφή στη διαμεσολαβητική τους τακτική όσον αφορά τη σύγκρουση Ουκρανίας–Ρωσίας. Όπως ανέφερε εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στην Ουάσιγκτον την 1η Μαΐου, η αμερικανική κυβέρνηση εξακολουθεί να στηρίζει την ειρηνευτική διαδικασία, αλλά δεν προτίθεται πλέον να διαδραματίζει τον ρόλο του βασικού μεσολαβητή. «Η προσέγγισή μας πλέον αλλάζει — δεν είμαστε εμείς οι διαμεσολαβητές… Η απόφαση και οι πρωτοβουλίες πλέον βαραίνουν τις δύο πλευρές», υπογράμμισε η Τάμι Μπρους.
«Τώρα είναι η ώρα να παρουσιάσουν και να αναπτύξουν σαφείς ιδέες για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Εναπόκειται πλέον σε αυτούς», πρόσθεσε χαρακτηριστικά.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ντόναλντ Τραμπ, στην προεκλογική του εκστρατεία για το 2024, είχε θέσει ως βασική προτεραιότητα τη γρήγορη διευθέτηση του ουκρανικού μετώπου, υποσχόμενος ότι θα επιτύχει συμφωνία ειρήνης σε μικρό χρονικό διάστημα. Την περασμένη εβδομάδα, από τη Ρώμη, λίγο πριν τη συνάντησή του με τον Ζελένσκι, δήλωσε ότι Μόσχα και Κίεβο βρίσκονται «πολύ κοντά σε συμφωνία», καθώς τα βασικά ζητήματα έχουν, κατά δήλωσή του, συμφωνηθεί.
«Οι δύο πλευρές είναι πολύ κοντά σε συμφωνία — πρέπει πια να συναντηθούν σε ανώτατο επίπεδο για να κλείσουν τη διαπραγμάτευση», ανέφερε σε ανάρτησή του στο Truth Social.
Παράλληλα, ο Τραμπ έχει αφήσει να εννοηθεί πως μια ειρηνευτική λύση θα περιλαμβάνει εδαφικούς συμβιβασμούς εκ μέρους της Ουκρανίας—κάτι που ο Ζελένσκι εξακολουθεί να απορρίπτει κατηγορηματικά.
Οι πρόσφατες διπλωματικές επαφές του Πεκίνου με χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας—περιλαμβανομένης της περιοδείας του Κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ σε Βιετνάμ, Μαλαισία και Καμπότζη—οδήγησαν σε ανταλλαγές και δεσμεύσεις για εμβάθυνση της οικονομικής συνεργασίας. Ωστόσο, οι προσπάθειες του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ) να οικοδομήσει κοινό μέτωπο κατά των αυστηρότερων εμπορικών πολιτικών των ΗΠΑ έχουν αποδώσει λιγότερο.
Κατά την πρώτη του διεθνή περιοδεία για το 2025, από τις 14 έως τις 18 Απριλίου, ο Σι υπέγραψε δεκάδες συμφωνίες με τις χώρες που επισκέφθηκε. Πολλές από αυτές ήταν μνημόνια συνεργασίας σε τομείς όπως οι υποδομές, η τεχνητή νοημοσύνη, η γεωργία και το εμπόριο.
Ταυτόχρονα, κυβερνήσεις της Νοτιοανατολικής Ασίας προχωρούν σε κινήσεις για τη σύναψη συμφωνιών με την Ουάσιγκτον, μετά την απόφαση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να αναστείλει για τρεις μήνες την εφαρμογή των αμοιβαίων δασμών που αφορούν δεκάδες χώρες παγκοσμίως.
Πέραν της ενίσχυσης των δικών τους βιομηχανικών βάσεων, οι χώρες της περιοχής έχουν καταστεί ελκυστικοί προορισμοί για Κινέζους κατασκευαστές που επιδιώκουν να παρακάμψουν τους αμερικανικούς δασμούς. Οι κατασκευαστές αυτοί εξάγουν προϊόντα και πρώτες ύλες στις χώρες αυτές, οι οποίες στη συνέχεια μεταπωλούν τα αγαθά στις ΗΠΑ μέσω διαδικασίας γνωστής ως «μεταφόρτωση».
Ο όγκος εμπορίου μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας έφτασε τα 476,8 δισ. δολάρια το 2024, εκ των οποίων τα 124,6 δισ. δολάρια αντιστοιχούν σε αμερικανικές εξαγωγές, σύμφωνα με το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ. Την ίδια χρονιά, το διμερές εμπόριο μεταξύ Κίνας και Νοτιοανατολικής Ασίας αυξήθηκε στα 982,3 δισ. δολάρια, σύμφωνα με το κινεζικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Xinhua. Ωστόσο, έκθεση του Asia Society Policy Institute που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο σημειώνει ότι, παρότι οι κινεζικές εξαγωγές προς την περιοχή συνεχίζουν να αυξάνονται, οι εισαγωγές αγαθών από τις χώρες αυτές παραμένουν σχεδόν στάσιμες.
Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν εκφράσει ανησυχίες για το φαινόμενο της μεταφόρτωσης, το οποίο εντάθηκε μετά την επιβολή δασμών στις κινεζικές εισαγωγές κατά την πρώτη θητεία Τραμπ. Το ζήτημα αυτό, σε συνδυασμό με την αύξηση των εισαγωγών αμερικανικών προϊόντων, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα στις εμπορικές διαπραγματεύσεις με τις χώρες της περιοχής.
Μακρινό το ενδεχόμενο αντι-αμερικανικού άξονα
Ο καθηγητής Σουν Κούο-σιάνγκ, από το Τμήμα Διεθνών Σχέσεων και Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Νανχουά στην Ταϊβάν, δήλωσε στην κινεζική έκδοση της Epoch Times ότι οι κινήσεις του ΚΚΚ αποσκοπούν στο να καλλιεργήσουν ένα ενιαίο μέτωπο απέναντι στις ΗΠΑ και να καθιερώσουν την Κίνα ως κυρίαρχη δύναμη στη Νοτιοανατολική Ασία.
Οι αμερικανικοί δασμοί στα προϊόντα από Βιετνάμ, Μαλαισία και Καμπότζη είχαν αρχικά καθοριστεί στο 46%, 24% και 49% αντίστοιχα, αλλά μειώθηκαν στο γενικό επίπεδο του 10% στις 9 Απριλίου.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κρατάει ένα διάγραμμα ενώ μιλάει κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης για την ανακοίνωση του εμπορίου με τίτλο «Make America Wealthy Again» στον Κήπο των Ρόδων του Λευκού Οίκου στην Ουάσινγκτον, στις 2 Απριλίου 2025. (Chip Somodevilla/Getty Images)
Σε συνέντευξη Τύπου στις 17 Απριλίου, ο εκπρόσωπος του κινεζικού Υπουργείου Εμπορίου, Χε Γιαντόνγκ, αποφεύγοντας άμεση αναφορά στους αμερικανικούς δασμούς, ανέφερε ότι η περιοδεία του Σι αποτέλεσε ευκαιρία για ενίσχυση της συνεργασίας με γειτονικές χώρες και για την οικοδόμηση ισχυρότερων αλυσίδων εφοδιασμού.
Παρότι ο Σι έτυχε θερμής υποδοχής, ο καθηγητής Σουν εκτιμά ότι η προσπάθεια του Πεκίνου να συγκροτήσει «κάποιου είδους αντι-αμερικανική συμμαχία» δύσκολα θα ευδοκιμήσει, καθώς οι χώρες της περιοχής «προτιμούν να κρατούν αποστάσεις από την Κίνα και να υιοθετούν μια πραγματιστική διπλωματική στάση» βασισμένη στα θεμελιώδη εθνικά τους συμφέροντα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας αποδίδουν μεγαλύτερη αξία στις εμπορικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και στις ευκαιρίες που απορρέουν από αυτές, προσεγγίζοντας με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα τις πρωτοβουλίες του Πεκίνου. Όπως τόνισε, «ανησυχούν μήπως μια υπερβολικά φιλοκινεζική στάση προκαλέσει κυρώσεις από τις ΗΠΑ» και δεν είναι διατεθειμένες να θυσιάσουν την οικονομική τους διαπραγματευτική ισχύ για να εξυπηρετήσουν τους στρατηγικούς στόχους του ΚΚΚ.
Εντατικοί έλεγχοι σε «μεταφορτώσεις» κινεζικών προϊόντων
Οι χώρες που επισκέφθηκε ο Σι Τζινπίνγκ εμφανίστηκαν διστακτικές στο να επαναλάβουν τη ρητορική του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ) κατά των Ηνωμένων Πολιτειών.
Στις 18 Απριλίου, τελευταία ημέρα της περιοδείας του Κινέζου ηγέτη, ο Βιετναμέζος πρωθυπουργός Φαμ Μιν Τσιν υπογράμμισε τον «ιδιαίτερο δεσμό» της χώρας του με τις ΗΠΑ, σημειώνοντας ότι το Ανόι έχει «σε μεγάλο βαθμό ανταποκριθεί στις ανησυχίες των ΗΠΑ» μειώνοντας φόρους και αυξάνοντας τις εισαγωγές αμερικανικών προϊόντων. Όπως αναφέρεται σε ανάρτηση της κυβέρνησης του Βιετνάμ, η χώρα δηλώνει πρόθυμη να συνεχίσει τον διάλογο και τις διαπραγματεύσεις.
Σε οδηγία του υπουργείου Εμπορίου του Βιετνάμ, την οποία επικαλείται το πρακτορείο Reuters, η κυβέρνηση δίνει εντολή για πάταξη της μεταφόρτωσης προϊόντων και άλλων μορφών «εμπορικής απάτης», προειδοποιώντας ότι τέτοιες πρακτικές περιπλέκουν τις προσπάθειες αποφυγής κυρώσεων σε βάρος ξένων προϊόντων. Αν και στην οδηγία δεν κατονομάζονται ρητά η Κίνα ή οι ΗΠΑ, το άρθρο της 22ας Απριλίου σημειώνει ότι σχεδόν το 40% των εισαγωγών του Βιετνάμ προέρχονται από την Κίνα και ότι η Ουάσιγκτον έχει ανοιχτά κατηγορήσει το Πεκίνο για χρήση του Βιετνάμ ως διαμετακομιστικού κόμβου ώστε να παρακαμφθούν οι αμερικανικοί δασμοί.
Η οδηγία φέρει ημερομηνία 15 Απριλίου, την ημέρα που ο Σι αναχώρησε από το Βιετνάμ για τη Μαλαισία.
Το Bloombergανέφερε στις 18 Απριλίου ότι το Βιετνάμ ήταν από τις πρώτες χώρες που προσέγγισαν τις ΗΠΑ, με τον Γενικό Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος Το Λαμ να επικοινωνεί τηλεφωνικά με τον πρόεδρο Τραμπ στις 4 Απριλίου, δύο ημέρες μετά την ανακοίνωση δασμού 46% στα βιετναμέζικα προϊόντα στο πλαίσιο των λεγόμενων δασμών της «Liberation Day» («Ημέρας Απελευθέρωσης»).
Κατάστημα στην αγορά Tan Binh, τη μεγαλύτερη αγορά χονδρικής πώλησης ενδυμάτων και κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων στην πόλη Χο Τσι Μινχ, Βιετνάμ, στις 3 Απριλίου 2025. (Thanh Hue/Getty Images)
Το Βιετνάμ προμηθεύει πολλές δυτικές εταιρείες στην περιοχή, ενώ εξαρτάται σημαντικά από εισαγόμενες κινεζικές πρώτες ύλες. Σύμφωνα με τα τελωνειακά στοιχεία του Βιετνάμ, το εμπορικό του πλεόνασμα με τις ΗΠΑ το 2024 ανήλθε σε 123 δισ. δολάρια. Στο πρώτο τρίμηνο του 2025, οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ έφτασαν τα 31,4 δισ. δολάρια, ενώ οι κινεζικές εισαγωγές προς το Βιετνάμ διαμορφώθηκαν στα 30 δισ. δολάρια.
Αντίστοιχα, και η Καμπότζη—αν και θεωρείται πιο στενά συνδεδεμένη με την Κίνα από το Βιετνάμ—έχει προβεί σε μέτρα περιορισμού της μεταφόρτωσης κινεζικών προϊόντων. Σύμφωνα με την εφημερίδα Cambodia China Times, που εκδίδεται στην κινεζική γλώσσα, η κυβέρνηση της Καμπότζης εξέδωσε αναθεωρημένο ρυθμιστικό πλαίσιο αμέσως μετά την επιστροφή του Σι στην Κίνα, με σκοπό την αποτροπή της χρήσης της χώρας ως «κόμβου μεταφόρτωσης» κινεζικών προϊόντων.
Στις 16 Απριλίου, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Σουν Τσαντόλ ηγήθηκε αντιπροσωπείας σε τηλεδιάσκεψη με τον Αμερικανό εκπρόσωπο Εμπορίου Τζέιμσον Γκριρ. Στο πλαίσιο αυτών των διαπραγματεύσεων εξετάστηκαν και οι νέες ρυθμίσεις για τη μεταφόρτωση, καθώς η Πνομ Πενχ προσπαθεί να πετύχει μείωση ή κατάργηση του επικείμενου δασμού 49% από τις ΗΠΑ.
Ισορροπίες στις σχέσεις με τις υπερδυνάμεις
Όπως και το Βιετνάμ, η Καμπότζη έχει δεχθεί επικρίσεις από την κυβέρνηση Τραμπ για διευκόλυνση της παράκαμψης δασμών από κινεζικούς παραγωγούς.
Αναφερόμενος στη συνεργασία Καμπότζης–Κίνας, ο πρωθυπουργός Χουν Μανέτ τόνισε ότι οι «παντός καιρού» σχέσεις που ενίσχυσε με τον Σι βασίζονται στην ισότητα και το αμοιβαίο όφελος. Παράλληλα, απέρριψε τις αιτιάσεις περί απώλειας κυριαρχίας ή ελέγχου από την Κίνα. Υποστήριξε ότι, μολονότι η ναυτική βάση του Ρεάμ αναβαθμίστηκε με κινεζική υποστήριξη και πραγματοποιήθηκαν κοινές στρατιωτικές ασκήσεις μετά την επίσκεψη του Σι, η βάση δεν προορίζεται αποκλειστικά για χρήση από την Κίνα. Στις 19 Απριλίου, δύο ιαπωνικά πολεμικά πλοία κατέπλευσαν στη βάση, τα πρώτα ξένα πλοία που την επισκέπτονται. Ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι αναμένονται επίσης πλοία από το Βιετνάμ, τη Ρωσία, τις ΗΠΑ και άλλες χώρες.
Η Μαλαισία, η οποία αντιμετωπίζει χαμηλότερο δασμό 24%, ανακοίνωσε στις 25 Απριλίου ότι θα αυξήσει τις εισαγωγές από τις ΗΠΑ, κίνηση που, σύμφωνα με άρθρο της South China Morning Post, καταδεικνύει τη χαλάρωση οποιουδήποτε ενιαίου μετώπου στην περιοχή απέναντι στις πιέσεις του εμπορικού πολέμου.
Ο Χουάνγκ Τσουνγκ-τινγκ, ερευνητής της πολιτικής και στρατιωτικής στρατηγικής του ΚΚΚ στο Ινστιτούτο Εθνικής Άμυνας και Ερευνών Ασφαλείας της Ταϊβάν, δήλωσε στο Radio France Internationale ότι, παρότι οι δασμοί θα επηρεάσουν τη μεταφόρτωση κινεζικών προϊόντων, θα χρειαστεί χρόνος για να μειώσουν οι χώρες της περιοχής την εξάρτησή τους από κρίσιμες κινεζικές πρώτες ύλες.
Αν και οι χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας επιλέγουν να «στηρίζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες» για τις εμπορικές τους σχέσεις, ο Χουάνγκ εκτιμά ότι η Ουάσιγκτον θα πρέπει να προσφέρει επιπλέον κίνητρα ώστε να αποφευχθεί μια περαιτέρω στροφή προς την Κίνα.
Ο σχολιαστής κινεζικών υποθέσεων Τανγκ Τζινγκγιουάν δήλωσε στην Epoch Times ότι οι περισσότερες συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ Πεκίνου και των τριών χωρών ήταν μονομερείς παραχωρήσεις εκ μέρους του ΚΚΚ—όπως εξαγωγές σιδηροδρομικής τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης—χωρίς να σηματοδοτούν ουσιαστική εμβάθυνση των διμερών σχέσεων. Στην Καμπότζη, ο Σι υποσχέθηκε να χρηματοδοτήσει την ολοκλήρωση ενός ημιτελούς φράγματος αξίας άνω του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων.
Στις 21 Απριλίου, μετά την επιστροφή του Σι, το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου δήλωσε ότι το Πεκίνο «αντιτίθεται σθεναρά σε οποιαδήποτε συμφωνία εις βάρος των κινεζικών συμφερόντων», τονίζοντας πως «ο κατευνασμός δεν φέρνει ειρήνη και οι συμβιβασμοί δεν χαίρουν σεβασμού».
Το υπουργείο προειδοποίησε ότι εφόσον υπογραφούν εμπορικές συμφωνίες που θίγουν τα συμφέροντα του ΚΚΚ, «η Κίνα δεν θα τις αποδεχθεί ποτέ και θα προβεί αποφασιστικά σε αντίμετρα».
Ο καθηγητής Σουν Κούο-σιάνγκ, σε εκπομπή της 22ας Απριλίου του NTD News (αδερφού μέσου της Epoch Times), υποστήριξε ότι το ΚΚΚ «στερείται αξιοπιστίας και ελκυστικότητας». Αντιθέτως, όπως είπε, «οι τιμωρητικοί δασμοί του Τραμπ είναι απτοί και άμεσοι και καταδεικνύουν ότι η ικανότητα της Κίνας να συγκεντρώσει διεθνή υποστήριξη υπολείπεται της πραγματικής ισχύος».
Η Υπηρεσία Πληροφοριών της Γερμανίας χαρακτήρισε επίσημα το δεξιό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) ως εξτρεμιστικό.
Η απόφαση, που ανακοινώθηκε στις 2 Μαΐου, προέκυψε ύστερα από «εντατική και εμπεριστατωμένη εξέταση από ειδικούς», σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος της Γερμανίας (BfV). Το AfD ήταν υπό παρακολούθηση ως ύποπτο εξτρεμιστικό κίνημα ήδη από το 2021, ωστόσο πλέον κατατάσσεται επίσημα στην κατηγορία της «δεξιάς εξτρεμιστικής οργάνωσης».
Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι οι γερμανικές υπηρεσίες πληροφοριών έχουν πλέον τη δυνατότητα να παρακολουθούν συστηματικά το κόμμα.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της BfV, η προσέγγιση του AfD σε θέματα εθνικής ταυτότητας θεωρείται «ασύμβατη με τη φιλελεύθερη δημοκρατική τάξη». Η Υπηρεσία υποστήριξε ότι το κόμμα δεν αναγνωρίζει τους Γερμανούς πολίτες με μεταναστευτικό υπόβαθρο από χώρες μουσουλμανικής καταγωγής ως ισότιμα μέλη του γερμανικού έθνους.
Σε κοινή δήλωσή τους, οι αντιπρόεδροι της BfV, Σινάν Σελέν και Δρ Ζίλκε Βίλλεμς, ανέφεραν ότι κατέληξαν στο συμπέρασμα πως η Εναλλακτική για τη Γερμανία αποτελεί οριστικά ένα δεξιό εξτρεμιστικό κίνημα. Σημείωσαν επίσης πως ορισμένες πτέρυγες του κόμματος, όπως η νεολαία του, είχαν ήδη χαρακτηριστεί εξτρεμιστικές.
Αντιδρώντας στην απόφαση, ο επικεφαλής κοινοβουλευτικής ομάδας του AfD σε περιφερειακό επίπεδο, Άντον Μπαρόν, δήλωσε πως πρόκειται για μια θλιβερή εξέλιξη για τη δημοκρατία στη χώρα, υποστηρίζοντας ότι τα κατεστημένα κόμματα καταφεύγουν πλέον σε πολιτικά αμφιλεγόμενα μέσα για να αντιμετωπίσουν τη σημαντικότερη δύναμη της αντιπολίτευσης. Σε ξεχωριστή ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ανέφερε ότι ο αγώνας εναντίον του AfD έχει μετατραπεί σε πόλεμο κατά της ίδιας της δημοκρατίας και διαβεβαίωσε ότι το κόμμα δεν πρόκειται να εκφοβιστεί.
Ο αναπληρωτής εκπρόσωπος του κόμματος, Στέφαν Μπράντνερ, έκρινε τον χαρακτηρισμό «παράλογο», προσθέτοντας ότι δεν έχει καμία σχέση με το κράτος δικαίου, αλλά πρόκειται για μια καθαρά πολιτική ενέργεια στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης των «κομμάτων του καρτέλ» με το AfD. Κατηγόρησε επίσης τα υπόλοιπα κόμματα ότι οδήγησαν τη χώρα σε αδιέξοδο και ισχυρίστηκε πως ο γερμανικός λαός το αντιλαμβάνεται αυτό και για τον λόγο αυτό ψηφίζει AfD.
Οι συμπρόεδροι του κόμματος, Άλις Βάιντελ και Τίνο Τσρουπάλα, ανέφεραν σε κοινή δήλωση στην πλατφόρμα X ότι η απόφαση αποτελεί «σοβαρό πλήγμα για τη γερμανική δημοκρατία». Επεσήμαναν ότι σύμφωνα με τις τρέχουσες δημοσκοπήσεις το AfD εμφανίζεται ως το ισχυρότερο κόμμα και κατήγγειλαν ότι η αντιπολίτευση στοχοποιείται και ποινικοποιείται δημόσια λίγο πριν από την αλλαγή κυβέρνησης. Κατά την άποψή τους, η παρέμβαση στη δημοκρατική διαδικασία λήψης αποφάσεων είναι «σαφώς πολιτικά υποκινούμενη».
Δημοσκόπηση της Ipsos τον Μάρτιο είχε δείξει το AfD στην πρώτη θέση για πρώτη φορά.
Η απόφαση της BfV ανακοινώθηκε λίγες ημέρες πριν από την αναμενόμενη ανάδειξη του συντηρητικού ηγέτη Φρήντριχ Μερτς στην καγκελαρία. Το κεντροδεξιό CDU του Μερτς επικράτησε στις εκλογές του Φεβρουαρίου και σχημάτισε συνασπισμό με τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD), οι οποίοι ζητούν πλέον την απαγόρευση του AfD.
Ο Μερτς έχει δηλώσει ότι δεν προτίθεται να κυβερνήσει σε συνεργασία με το AfD, παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο θα εξασφάλιζε άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Η αναπληρώτρια πρόεδρος του SPD, Σερπίλ Μιντγιατλί, ανήρτησε στην πλατφόρμα X ότι για την ίδια είναι σαφές πως «η απαγόρευση του AfD πρέπει να προχωρήσει». Σε δήλωσή της ανέφερε ότι το κόμμα της έθεσε απολύτως ορθά το θέμα τους τελευταίους μήνες και προανήγγειλε ότι θα αποτελέσει αντικείμενο του επερχόμενου συνεδρίου του κόμματος. Τόνισε επίσης πως η διαδικασία πρέπει να συνεχιστεί με τη δέουσα προσοχή και χωρίς σφάλματα.
Ο απερχόμενος καγκελάριος Όλαφ Σολτς σημείωσε ότι οι διαδικασίες για την απαγόρευση του κόμματος δεν πρέπει να επισπευστούν. Όπως ανέφερε σε εκκλησιαστικό συνέδριο στο Ανόβερο, τάσσεται κατά των «βιαστικών αποφάσεων» και υπογράμμισε την ανάγκη προσεκτικής αξιολόγησης του χαρακτηρισμού.
Αντιδρούν στην απόφαση οι ΗΠΑ
Η απόφαση της γερμανικής Υπηρεσίας προκάλεσε την αρνητική αντίδραση του ΥΠΕΞ των Ηνωμένων Πολιτειών, Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος την καταδίκασε με σχόλιό του στο Χ, παρατηρώντας ότι «η Γερμανία πρέπει να αλλάξει πορεία»:
«Η Γερμανία μόλις έδωσε στις μυστικές υπηρεσίες της την εξουσία να παρακολουθεί την αντιπολίτευση. Αυτό δεν είναι δημοκρατία – είναι τυραννία μεταμφιεσμένη. Στην πραγματικότητα, εξτρεμιστική δεν είναι η δημοφιλής AfD – η οποία κατέλαβε τη δεύτερη θέση στις πρόσφατες εκλογές – αλλά μάλλον οι θανατηφόρες πολιτικές ανοιχτών συνόρων του κατεστημένου, στις οποίες αντιτίθεται η AfD.»
ΣΑΝΤΙΑΓΟ, Χιλή — Ένας σεισμός μεγέθους 7,4 Ρίχτερ έπληξε τις νότιες ακτές της Χιλής και της Αργεντινής την Παρασκευή, προκαλώντας την εκκένωση της ακτογραμμής της Χιλής σε όλη την περιοχή Μαγγαγιάνες και την αναστολή των θαλάσσιων δραστηριοτήτων και της ναυσιπλοΐας στην επαρχία Γη του Πυρός της Αργεντινής.
Δεν αναφέρθηκαν αρχικά ζημιές ή θύματα.
Η Γεωλογική Υπηρεσία των Ηνωμένων Πολιτειών δήλωσε ότι το επίκεντρο του σεισμού ήταν κάτω από τον ωκεανό 219 χιλιόμετρα (173 μίλια) νότια της πόλης Ουσουάια της Αργεντινής.
Οι χιλιανές αρχές εξέδωσαν συναγερμό εκκένωσης για ολόκληρο το παράκτιο τμήμα του Πορθμού του Μαγγελάνου, στο νότιο άκρο της χώρας.
Λόγω «συναγερμού για τσουνάμι, διατάσσεται εκκένωση σε ασφαλή ζώνη για τους παράκτιους τομείς της περιοχής Magallanes», ανέφερε η Εθνική Υπηρεσία Πρόληψης και Αντιμετώπισης Καταστροφών της Χιλής σε μήνυμα που απέστειλε στο κοινό.
Ζήτησε επίσης να εγκαταλειφθούν όλες οι παραθαλάσσιες περιοχές στην χιλιανή ανταρκτική επικράτεια.
Ο πρόεδρος της Χιλής, Γκαμπριέλ Μπόριτς, έγραψε στο X ότι «όλοι οι πόροι είναι διαθέσιμοι» για την αντιμετώπιση πιθανών καταστάσεων έκτακτης ανάγκης.
«Ζητάμε την εκκένωση της ακτογραμμής σε όλη την περιοχή Μαγγαγιάνες », έγραψε ο Μπόριτς. «Αυτήν τη στιγμή, το καθήκον μας είναι να είμαστε προετοιμασμένοι και να ακούμε τις αρχές.»
Στην Πούντα Αρένας, που βρίσκεται στην Παταγονία της Χιλής και στο Πορθμό του Μαγγελάνου, που συνδέει τον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό, οι δρόμοι γέμισαν γρήγορα με κατοίκους που αναζητούσαν καταφύγια, σύμφωνα με εικόνες που μεταδόθηκαν στην τοπική τηλεόραση. Πολλοί από αυτούς κουβαλούσαν τσάντες.
Η εκκένωση συνεχίστηκε ήρεμα και χωρίς πανικό. «Λάβαμε την ειδοποίηση και έπρεπε να εκκενώσουμε τον χώρο εργασίας μας, αλλά οι άνθρωποι είναι ήρεμοι και καλά προετοιμασμένοι», δήλωσε ο Ρομπέρτο Ραμίρεζ στο 24ωρο κανάλι.
Η Υδρογραφική και Ωκεανογραφική Υπηρεσία του Χιλιανού Ναυτικού, ή SHOA, ανέφερε ότι τα κύματα μπορεί να φτάσουν στην Ανταρκτική σε μία μόλις ώρα, και ότι μπορεί να φτάσουν σε πιο απομακρυσμένες τοποθεσίες μέσα στις επόμενες 12 ώρες.
Στην πόλη Ουσουάια της Αργεντινής, που θεωρείται η νοτιότερη στον κόσμο, οι τοπικές αρχές ανέστειλαν κάθε είδους υδάτινες δραστηριότητες και πλοήγηση στο κανάλι Μπιγκλ για τουλάχιστον τρεις ώρες. Δεν αναφέρθηκαν υλικές ζημιές ή εκκενώσεις.
«Ο σεισμός έγινε αισθητός κυρίως στην πόλη Ουσουάια και, σε μικρότερο βαθμό, σε πόλεις σε όλη την επαρχία», ανέφερε η τοπική κυβέρνηση. «Ενώπιον τέτοιων γεγονότων, είναι σημαντικό να παραμείνουμε ψύχραιμοι.»
Το κόμμα Reform UK υπό τον Νάιτζελ Φάρατζ μόλις κατέκτησε την πρώτη του νίκη σε ενδιάμεσες εκλογές σε ένα πρώην προπύργιο των Εργατικών και έχει σημειώσει τεράστια κέρδη στις τοπικές εκλογές, προμηνύοντας σεισμικές αλλαγές στην αγγλική πολιτική.
Στις 2 Μαΐου, σε ενδιάμεσες εκλογές που πυροδοτήθηκαν από την παραίτηση του βουλευτή των Εργατικών Μάικ Άμσμπουρυ τον Μάρτιο μετά την καταδίκη του για επίθεση, η Σάρα Πότσιν κατέλαβε την έδρα Ράνκορν και Χέλσμπυ για το Reform UK, νικώντας τους Εργατικούς με μόλις έξι ψήφους διαφορά. Το Ράνκορν είναι μια τυπική εκλογική περιφέρεια της Βόρειας Αγγλίας, ένα κάποτε ακμάζον προπύργιο της εργατικής τάξης που τώρα βρίσκεται σε παρακμή, όπου η μακροχρόνια υποστήριξη προς το κατεστημένο Εργατικό Κόμμα έχει εξαντληθεί.
Οι ψηφοφόροι κλίνουν προς το νεοσύστατο κίνημα του Φάρατζ, το οποίο προηγείται των δύο κομμάτων του κατεστημένου, των Εργατικών και των Συντηρητικών.
Τα τελευταία κυβερνούν την δικομματική βρετανική πολιτική για περισσότερο από έναν αιώνα.
Οι Άγγλοι ψηφοφόροι κατευθύνθηκαν στα εκλογικά τμήματα και για να ψηφίσουν τέσσερις περιφερειακούς δημάρχους και 1.750 δημοτικούς συμβούλους, την 1η Μαΐου.
Μέχρι το απόγευμα της Παρασκευής, το Μεταρρυθμιστικό Κόμμα είχε επίσης κερδίσει πλήθος έδρες στο συμβούλιο, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου του Συμβουλίου της κομητείας Στάφφορντσάιρ και του Συμβουλίου της κομητείας Ντάραμ.
Το BBC ανέφερε ότι μέχρι τα μέσα της Παρασκευής, είχε κερδίσει 584 έδρες, με τα αποτελέσματα να αναμένονται από όλες τις γωνιές της Αγγλίας.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι δημοτικοί σύμβουλοι είναι εκλεγμένοι εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης με μια σειρά από εξουσίες και καθήκοντα και διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην ανάπτυξη της πολιτικής, ενώ παράλληλα ελέγχουν τις δράσεις του συμβουλίου.
Οι περιφερειακοί δήμαρχοι είναι πιο ισχυροί, ενεργώντας ως άμεσα εκλεγμένοι εκτελεστικοί πολιτικοί ηγέτες.
Η Άντρεα Τζένκυνς, πρώην υπουργός των Συντηρητικών, η οποία αυτομόλησε στο Reform αφού έχασε την έδρα της πέρυσι, έγινε δήμαρχος του Γκρέιτερ Λίνκολνσάιρ, το οποίο καλύπτει περίπου ένα εκατομμύριο κατοίκους.
Το Reform ιδρύθηκε το 2021 ως διάδοχος του Brexit Party, το οποίο σχηματίστηκε ως απόσχιση του κόμματος UKIP, μετά την παραίτηση του Φάρατζ από την οργάνωση το 2018.
Μετά από ένα διάλειμμα από την πολιτική πρώτης γραμμής, ο Φάρατζ — μακροχρόνιος υποστηρικτής του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και παρουσιαστής του GB News — εντάχθηκε στο Reform ως ηγέτης του μόλις πέρυσι, πριν από τις γενικές εκλογές του Ιουλίου.
«Ήταν μια τεράστια νύχτα για το Reform», δήλωσε ο Φάρατζ σε δημοσιογράφους.
«Αυτό είναι το Εργατικό Κόμμα στην καρδιά της χώρας, η ψήφος τους έχει καταρρεύσει και μεγάλο μέρος της έχει έρθει σε εμάς».
Είπε ότι οι Συντηρητικοί, ιστορικά ένα από τα πιο επιτυχημένα κόμματα κάθε σύγχρονης δημοκρατίας, τώρα «είναι τελειωμένοι».
«Βλέπετε το τέλος ενός κόμματος που υπάρχει από το 1832», είπε.
Το Reform εξακολουθεί να κατέχει πέντε έδρες στη Βουλή των Κοινοτήτων των 650 μελών, έχοντας κερδίσει περισσότερες από 4 εκατομμύρια ψήφους στις τελευταίες γενικές εκλογές.
Στο βρετανικό σύστημα πλειοψηφίας, ο υποψήφιος με τις περισσότερες ψήφους σε μια εκλογική περιφέρεια κερδίζει την έδρα, ακόμη και αν δεν εξασφαλίσει απόλυτη πλειοψηφία.
Σύμφωνα με την αναλογική εκπροσώπηση, που χρησιμοποιείται σε χώρες όπως το Ισραήλ, το μερίδιο του Reform στην εθνική ψήφο θα είχε θεωρητικά μετατραπεί σε μεγαλύτερο αριθμό εδρών.
Ο δημοφιλής πρώην βουλευτής του Reform, Ρούπερτ Λόου, έχασε την κομματική πρωτοκαθεδρία τον Μάρτιο εν μέσω ισχυρισμών εκφοβισμού, τους οποίους αρνείται.
Ωστόσο, το σύνολο παραμένει στις πέντε, μετά τη νίκη της Πότσιν.
Ο ακαδημαϊκός, συγγραφέας και δημοσκόπος Μάθιου Γκούντγουιν δήλωσε στην Epoch Times: «Αυτό είναι ένα τεράστιο αποτέλεσμα για το Reform, το οποίο σηματοδοτεί την αρχή ενός πολύ μεγαλύτερου πολιτικού σεισμού».
Πρόσθεσε ότι η νίκη στα Ράνκορν και Χέλσμπυ, τα οποία χαρακτήρισε ως την «155η πιο φιλική προς το Reform έδρα στη χώρα», σημαίνει ότι μπορούν να κερδίσουν πολύ περισσότερα.
Ο Γκούντγουιν έχει μιλήσει σε συνέδρια του Reform στο παρελθόν και έχει πει ότι η Βρετανία χρειάζεται μια «πολιτική επανάσταση».
«Μπορούν να κερδίσουν δεκάδες έδρες που κατέχουν κυρίως οι Εργατικοί» σε όλη την Αγγλία και την Ουαλία, είπε.
«Σηματοδοτεί επίσης τη συνέχιση της αναδιάρθρωσης μετά το Brexit, την οποία οι Συντηρητικοί σπατάλησαν μετά το 2019, επιβάλλοντας μαζική ανεξέλεγκτη μετανάστευση».
Οι δημοσκόποι προηγουμένως υποστήριζαν ότι η άνοδος της δημοτικότητας του Reform μπορεί να αποδοθεί στην απογοήτευση για τον χειρισμό της μεταναστευτικής και ενεργειακής πολιτικής από την κυβέρνηση των Συντηρητικών.
Ο Άναντ Μένον, καθηγητής ευρωπαϊκής πολιτικής και εξωτερικών υποθέσεων και διευθυντής του think tank UK in a Changing Europe, δήλωσε μέσω email στην Epoch Times ότι πίστευε ότι τα αποτελέσματα αποτελούν «ένδειξη για κάτι».
«Πιο προφανής είναι η φθίνουσα δημοτικότητα των δύο μεγάλων κομμάτων (ένα κοινό φαινόμενο σε όλη τη δυτική Ευρώπη) και ο κατακερματισμός του κομματικού συστήματος», είπε.
Ωστόσο, ήταν πιο επιφυλακτικός σχετικά με τα αποτελέσματα αυτή τη στιγμή.
«Είναι ενδιάμεσες εκλογές, μόνο ορισμένες έδρες διεκδικήθηκαν και είμαστε πολύ μακριά από [γενικές εκλογές]», είπε.
Η Ρωσία προσφέρει στήριξη στην κυβέρνηση των Ταλιμπάν στην Καμπούλ για την αντιμετώπιση του Ισλαμικού Κράτους (ISIS), την ώρα που η Μόσχα εξετάζει τρόπους ενίσχυσης της οικονομικής της παρουσίας στο Αφγανιστάν.
Ο Ζαμίρ Καμπούλοφ, ειδικός απεσταλμένος του Ρώσου προέδρου για το Αφγανιστάν, ανέφερε σε συνέντευξή του στο κρατικό ρωσικό πρακτορείο Ria Novosti στις 2 Μαΐου ότι η Ρωσία ενδέχεται να συνεργαστεί στενότερα με το καθεστώς των Ταλιμπάν. Όπως δήλωσε, το Ισλαμικό Κράτος παραμένει κοινός εχθρός για τη Μόσχα και την Καμπούλ.
Ο Καμπούλοφ, ο οποίος έχει διατελέσει και πρέσβης της Ρωσίας στο Αφγανιστάν, εκτίμησε πως οι προσπάθειες των Ταλιμπάν στην καταπολέμηση του παραρτήματος του ISIS στο Αφγανιστάν είναι αξιόλογες. Σύμφωνα με τον ίδιο, η οργάνωση αποτελεί «κοινό εχθρό για τη Ρωσία και το Αφγανιστάν» και η Μόσχα σκοπεύει να παράσχει «κάθε δυνατή βοήθεια στις αφγανικές αρχές μέσω εξειδικευμένων δομών».
Από την πτώση της υποστηριζόμενης από τις ΗΠΑ κυβέρνησης στο Αφγανιστάν το καλοκαίρι του 2021, οι Ταλιμπάν προσπαθούν να εδραιώσουν τον έλεγχό τους στη χώρα. Στο πλαίσιο αυτό, βρίσκονται συχνά σε σύγκρουση με το τοπικό παρακλάδι του Ισλαμικού Κράτους, γνωστό ως ISIS-Khorasan ή ISIS-K.
O ISIS έχει αναλάβει ευθύνη και για επιθέσεις εντός της Ρωσίας, μεταξύ των οποίων και η πολύνεκρη επίθεση στον συναυλιακό χώρο Crocus City Hall, τον Μάρτιο του 2024, κατά την οποία ένοπλοι άνοιξαν πυρ εναντίον του πλήθους και προκάλεσαν πυρκαγιές, με απολογισμό 145 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες.
Παρά τις αρχικές ρωσικές υποψίες περί ουκρανικής εμπλοκής στην επίθεση, το Κρεμλίνο έχει εντείνει τις εκκλήσεις για συνεργασία με την Καμπούλ με στόχο την αντιμετώπιση του ISIS.
Η Ρωσία είχε εντάξει στο παρελθόν τους Ταλιμπάν στον κατάλογο τρομοκρατικών οργανώσεων, ωστόσο αφαίρεσε τον χαρακτηρισμό τον προηγούμενο μήνα, εξέλιξη που ανοίγει τον δρόμο για στενότερη συνεργασία. Σε σχετική ανακοίνωση του ρωσικού ΥΠΕΞ στις 17 Απριλίου επισημάνθηκε ότι η άρση του χαρακτηρισμού «δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την καθιέρωση μιας πλήρους εταιρικής σχέσης με την Καμπούλ, προς όφελος των λαών της Ρωσίας και του Αφγανιστάν».
Αναφορικά με το ενδεχόμενο πλήρους διπλωματικής αναγνώρισης του καθεστώτος των Ταλιμπάν, ο Καμπούλοφ σημείωσε ότι η συνεργασία μεταξύ των δύο πλευρών «συνεχίζεται ντε φάκτο», υπονοώντας ότι η απομάκρυνση των τελευταίων εμποδίων – όπως η άρση του χαρακτηρισμού της τρομοκρατικής οργάνωσης – μπορεί να οδηγήσει σε εξομάλυνση των σχέσεων.
Ο Καμπούλοφ αναφέρθηκε επίσης σε ενδεχόμενη διεύρυνση των εξαγωγών καυσίμων από τη Ρωσία προς το Αφγανιστάν, σημειώνοντας ότι το ζήτημα αυτό, καθώς και άλλες οικονομικές σχέσεις, θα βρεθούν στο επίκεντρο του Russia–Islamic World Kazan Forum, αργότερα εντός του μήνα.
Η Μόσχα φαίνεται να επιδιώκει και πρόσβαση στους φυσικούς πόρους του Αφγανιστάν, καθώς η χώρα διαθέτει σημαντικά κοιτάσματα σπάνιων γαιών και άλλων πολύτιμων ορυκτών. Ο Καμπούλοφ επεσήμανε ότι στο αφγανικό υπέδαφος υπάρχουν «υδρογονάνθρακες, πολύτιμοι λίθοι και σπάνιες γαίες», αλλά είναι πρόωρο να συζητηθούν συγκεκριμένες επενδυτικές προοπτικές χωρίς πρώτα να ολοκληρωθούν οι γεωλογικές έρευνες.
Υπογράμμισε επίσης ότι η εξόρυξη λιθίου, μεταξύ άλλων, απαιτεί μεγάλες ποσότητες νερού – κάτι που δεν αφθονεί στο Αφγανιστάν.
Πρόστιμο ύψους 530 εκατομμυρίων ευρώ επέβαλε η Αρχή Προστασίας Δεδομένων της Ιρλανδίας στο TikTok, κατηγορώντας την εταιρεία για παραβίαση των κανόνων προστασίας προσωπικών δεδομένων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παράλληλα, η ιρλανδική Επιτροπή Προστασίας Δεδομένων (Data Protection Commission-DPC) διέταξε το TikTok να αναστείλει τη μεταφορά δεδομένων προς την Κίνα εάν, μέσα σε έξι μήνες, η επεξεργασία των δεδομένων δεν πληροί τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις.
Η DPC σημείωσε ότι η εταιρεία, η οποία ανήκει στην κινεζική ByteDance και διατηρεί την ευρωπαϊκή της έδρα στο Δουβλίνο, απέτυχε να αποδείξει πως τα προσωπικά δεδομένα των χρηστών της ΕΕ – σε ορισμένα από τα οποία μπορεί να έχει απομακρυσμένη πρόσβαση το προσωπικό στην Κίνα – έχουν το υψηλό επίπεδο προστασίας που προβλέπεται από τη νομοθεσία της ΕΕ.
Σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (General Data Protection Regulation-GDPR) – ο οποίος ισχύει και για τις χώρες του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) και συμπεριλαμβάνει την Ισλανδία, το Λίχτενστάιν και τη Νορβηγία – οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές έχουν τη δυνατότητα να επιβάλουν πρόστιμα έως και 4% του παγκόσμιου τζίρου μιας εταιρείας.
Η επιβολή του GDPR γίνεται από τις τοπικές αρχές κάθε κράτους-μέλους, ενώ πολλές μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες έχουν επιλέξει την Ιρλανδία για έδρα τους, λόγω φορολογικών κινήτρων.
Ο αναπληρωτής επίτροπος της ιρλανδικής Επιτροπής, Γκράχαμ Ντόυλ, ανέφερε ότι το TikTok παραβίασε τον κανονισμό επειδή δεν κατάφερε να επαληθεύσει, να εγγυηθεί και να αποδείξει ότι τα δεδομένα των χρηστών του ΕΟΧ, στα οποία το προσωπικό από την Κίνα έχει απομακρυσμένη πρόσβαση, προστατεύονται ουσιαστικά με τρόπο ισοδύναμο με αυτόν που απαιτείται εντός ΕΕ.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι το TikTok δεν προχώρησε στις απαραίτητες αξιολογήσεις κινδύνου και, ως αποτέλεσμα, δεν αντιμετώπισε την πιθανότητα πρόσβασης των κινεζικών αρχών στα ευρωπαϊκά δεδομένα χρηστών στο πλαίσιο των νόμων περί αντιτρομοκρατίας και αντικατασκοπείας που εφαρμόζονται στην Κίνα – νόμων τους οποίους και η ίδια η εταιρεία έχει αναγνωρίσει ως αποκλίνοντες από τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
«Ως αποτέλεσμα της αποτυχίας του TikTok να προβεί στις απαραίτητες αξιολογήσεις, το TikTok δεν αντιμετώπισε την πιθανή πρόσβαση των κινεζικών αρχών σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του ΕΟΧ βάσει των κινεζικών νόμων κατά της τρομοκρατίας, της καταπολέμησης της κατασκοπείας και άλλων νόμων που το TikTok προσδιόρισε ως ουσιωδώς αποκλίνουσες από τα πρότυπα της ΕΕ», δήλωσε ο Ντόυλ.
Δυνητική πρόσβαση από τις κινεζικές αρχές
Δεν είναι η πρώτη φορά που το TikTok βρέθηκε στο στόχαστρο της ιρλανδικής Επιτροπής. Το 2023, είχε δεχθεί πρόστιμο 345 εκατομμυρίων ευρώ για παραβιάσεις που σχετίζονταν με την ιδιωτικότητα ανηλίκων.
Η εταιρεία, η οποία ελέγχεται από την ByteDance με έδρα το Πεκίνο, βρίσκεται εδώ και καιρό υπό εξονυχιστικό έλεγχο στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη διαχείριση των προσωπικών δεδομένων των χρηστών της.
Αξιωματούχοι της Δύσης εκφράζουν ανησυχίες για την ασφάλεια, θεωρώντας ότι τα δεδομένα ενδέχεται να καταλήξουν στην Κίνα. Τον περασμένο μήνα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε ότι μια συμφωνία για την πώληση του TikTok σε μη κινεζική εταιρεία, ώστε να αποφευχθεί η απαγόρευσή της στις ΗΠΑ, παραμένει «στο τραπέζι». Ωστόσο, πρόσθεσε πως το Πεκίνο δεν φαίνεται ιδιαίτερα πρόθυμο να την εγκρίνει.
Η αβεβαιότητα σχετικά με το μέλλον του TikTok στις ΗΠΑ συνεχίζεται, καθώς οι ανησυχίες για την εθνική ασφάλεια επιμένουν. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο κίνδυνος η κινεζική κυβέρνηση να αναγκάσει την ByteDance να παραδώσει δεδομένα ή να παρέμβει στον αλγόριθμο της πλατφόρμας, επηρεάζοντας τη δημόσια γνώμη.
Οι φόβοι αυτοί ενισχύονται από τον κινεζικό Νόμο Εθνικών Πληροφοριών του 2017, ο οποίος υποχρεώνει τις κινεζικές επιχειρήσεις να συνεργάζονται με τις αρχές πληροφοριών κατόπιν αιτήματος.
Στις 4 Απριλίου, το TikTok δημοσίευσε μια ανακοίνωση ότι η ByteDance βρίσκεται σε διαβουλεύσεις με την αμερικανική κυβέρνηση για την εξεύρεση λύσης, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία, ενώ οποιαδήποτε απόφαση θα υπόκειται στην έγκριση των κινεζικών αρχών.
Σε απάντηση προς την απόφαση του DPC, το TikTok ανακοίνωσε την Παρασκευή ότι σκοπεύει να ασκήσει έφεση. Όπως σημείωσε σε σχετική ανάρτηση, η απόφαση βασίζεται σε «συγκεκριμένη χρονική περίοδο» που έληξε τον Μάιο του 2023, πριν ξεκινήσει το πρόγραμμα τοπικής αποθήκευσης δεδομένων «Project Clover», στο πλαίσιο του οποίου έχουν ήδη δημιουργηθεί τρία κέντρα δεδομένων στην Ευρώπη.
Η επικεφαλής δημόσιας πολιτικής του TikTok για την Ευρώπη, Κριστίν Γκραν, δήλωσε ότι το Project Clover εφαρμόζει ορισμένα από τα αυστηρότερα μέτρα προστασίας δεδομένων στον κλάδο, με ανεξάρτητο έλεγχο από την ευρωπαϊκή εταιρεία κυβερνοασφάλειας NCC Group. Σύμφωνα με την ίδια, η απόφαση της Επιτροπής δεν λαμβάνει επαρκώς υπ’ όψιν τα σημαντικά αυτά μέτρα ασφαλείας.
Λίγες ώρες πριν κλείσουν οι κάλπες, ο πρωθυπουργός της Αυστραλίας Άντονυ Αλμπανέζε έλαβε δημόσια στήριξη από τον ιδρυτή του WikiLeaks, Τζούλιαν Ασάνζ, ο οποίος τον χαρακτήρισε ως τον πιο καθοριστικό παράγοντα για την αποφυλάκισή του.
Σε δήλωσή του που κοινοποιήθηκε στην Epoch Times, ο Ασάνζ ανέφερε ότι, παρά το γεγονός πως αρκετοί υποστήριξαν την υπόθεσή του, ο Αλμπανέζε έκανε περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο πολιτικό ή δημόσιο πρόσωπο. Επεσήμανε μάλιστα ότι η συμβολή του ξεπέρασε ακόμα και εκείνη του εκλιπόντος Πάπα, του οποίου η στήριξη υπήρξε μεν συγκινητική, αλλά όχι το ίδιο αποτελεσματική.
Έπειτα από 14 χρόνια νομικών περιπετειών, ο Ασάνζ επέστρεψε στην Αυστραλία, τον Ιούνιο του 2024. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Αλμπανέζε είχε επανειλημμένα θέσει την υπόθεσή του στον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, ενώ παράλληλα στήριξε διπλωματικές πρωτοβουλίες που εκτυλίσσονταν παρασκηνιακά. Αξίζει να σημειωθεί ότι σχεδόν 800.000 Αυστραλοί είχαν υπογράψει αίτημα για την απελευθέρωσή του.
«Κράτησε τον λόγο του»
Ο Ασάνζ επεσήμανε ακόμη ότι ο Αλμπανέζε τον είχε υποστηρίξει και πριν αναλάβει την εξουσία, όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Όπως φέρεται να είπε, άκουσε τόσο τη φωνή του αυστραλιανού λαού όσο και της οικογένειάς του και δεσμεύτηκε πως θα αναλάβει δράση – κάτι που, όπως τόνισε, έχει διαφορετικό βάρος όταν κάποιος περνά από την αντιπολίτευση στην εξουσία.
Αντίθετα, άσκησε δριμεία κριτική στον πρώην πρωθυπουργό Σκοτ Μόρισον, λέγοντας ότι είχε στηρίξει δημόσια την έκδοσή του στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ μετά την αποχώρησή του από την πολιτική εντάχθηκε στην DYNE Maritime, εταιρεία στρατιωτικών συμβολαίων με διασυνδέσεις με τον πρώην διευθυντή της CIA, Μάικ Πομπέο, ο οποίος – όπως ανέφερε – είχε καυχηθεί ότι οργάνωσε τη σύλληψή του.
Πρόσθεσε επίσης ότι, κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης κράτησής του, έξι πρωθυπουργοί πέρασαν από την εξουσία χωρίς κανείς τους να δεχτεί να συναντηθεί με τη νομική του ομάδα. Αντίθετα, ο Αλμπανέζε, όπως υποστήριξε, τήρησε την υπόσχεσή του μόλις εκλέχθηκε.
Η στήριξη του Ασάνζ, ο οποίος διατηρεί πυρήνα πιστών υποστηρικτών, ενδέχεται να προσφέρει έναν έστω και περιορισμένο, αλλά συμβολικά σημαντικό ενισχυτικό παράγοντα για τον Αλμπανέζε εν όψει των εκλογών.
Ωστόσο, ο ιδρυτής του WikiLeaks φέρεται να προειδοποίησε ότι μένει ακόμη πολλή δουλειά. Όπως σημείωσε, δεν είναι βέβαιο ότι ο Αλμπανέζε θα βάζει πάντα τα αυστραλιανά συμφέροντα σε πρώτη προτεραιότητα ή ότι θα καταφέρει να διαχειριστεί με επιτυχία τις γεωπολιτικές ισορροπίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την ΕΕ και την Κίνα.
Ο Τζούλιαν Ασάνζ ίδρυσε το WikiLeaks το 2006 και έγινε γνωστός παγκοσμίως μετά τη δημοσιοποίηση απόρρητου υλικού που αποκάλυπτε φονική επίθεση αμερικανικού ελικοπτέρου στη Βαγδάτη, καθώς και πλήθους διπλωματικών τηλεγραφημάτων και στρατιωτικών εγγράφων.