Παρασκευή, 03 Ιούλ, 2026

Αυστηροποιεί τους ελέγχους στις ΜΚΟ η Σλοβακία

H σλοβακική κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Ρόμπερτ Φίτσο, προχώρησε σε αυστηρότερη ρύθμιση των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ), ρίχνοντας λάδι στη φωτιά μιας ήδη τεταμένης σχέσης με τον χώρο της κοινωνίας των πολιτών. Ο Φίτσο κατηγόρησε δημόσια τις ΜΚΟ ότι σχεδιάζουν να εντείνουν τις διαδηλώσεις κατά της κυβερνητικής πολιτικής, προσδίδοντάς τους ενεργό πολιτικό ρόλο.

Στις 16 Απριλίου, το κοινοβούλιο της Σλοβακίας ψήφισε νέους, αυστηρούς κανόνες που επιβάλλουν στις ΜΚΟ λεπτομερή δημοσίευση της λίστας των δωρητών τους, καθώς και αναλυτικές καταστάσεις με τα ονόματα των στελεχών τους. Για διοικητικά λάθη προβλέπονται πλέον αυστηρά πρόστιμα, γεγονός που έχει ξεσηκώσει ανησυχίες στον κλάδο.

Οι ίδιες οι οργανώσεις χαρακτηρίζουν το νέο θεσμικό πλαίσιο ως «ρωσικό νόμο», επισημαίνοντας πως η κυβέρνηση επιχειρεί να φιμώσει τους επικριτές της από τον χώρο της κοινωνίας των πολιτών. Συχνές είναι οι παρομοιώσεις του πρωθυπουργού Φίτσο με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, ενώ ο ίδιος δεν έχει κρύψει ποτέ την απέχθειά του προς όσες ΜΚΟ χρηματοδοτούνται από το εξωτερικό και ειδικά από το Ίδρυμα του ουγγρο-αμερικανού δισεκατομμυριούχου Τζορτζ Σόρος.

Επαναλαμβάνοντας τις κατηγορίες του, ο Φίτσο ισχυρίστηκε ότι οι ΜΚΟ ετοιμάζουν μαζικές αντιδράσεις για να πιέσουν την κυβέρνηση. Οι οργανώσεις, ωστόσο, διαψεύδουν κατηγορηματικά τα παραπάνω. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο Ρίτσαρντ Γκλουκ, βουλευτής του κυβερνητικού κόμματος SMER-SSD, «οι ΜΚΟ αποτελούν μια γκρί ζώνη· κάνουν πολιτική, χρηματοδοτούνται από το εξωτερικό, και κανείς δεν γνωρίζει πού πάνε τα χρήματα αυτά».

Η κυβέρνηση είχε εξετάσει ακόμη πιο δραστικές αλλαγές, όπως το να χαρακτηρίσει τις ΜΚΟ «οργανώσεις με ξένη χρηματοδότηση» κατά τα πρότυπα της Ρωσίας και της Γεωργίας – κάτι που προκάλεσε άμεση αντίδραση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Πρόσθετες ρυθμίσεις, όπως ο χαρακτηρισμός στελεχών ΜΚΟ που συναντούνται με πολιτικούς ως «λομπίστες» και η δυνατότητα του υπουργείου Εσωτερικών να διαλύει οργανώσεις για διοικητικά σφάλματα, απορρίφθηκαν τελικά, κατόπιν διαφωνιών μεταξύ των ίδιων των συμμάχων του Φίτσο στο κοινοβούλιο.

Οι ΜΚΟ θεωρούν ότι το νέο καθεστώς επιδιώκει τον εκφοβισμό τους και ανοίγει νομικές «τρύπες» που μπορεί να παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα και αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως τόνισε η Καταρίνα Μπατκόβα, διευθύντρια της Via Iuris και γνωστή υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, «τον λέμε ρωσικό νόμο, όχι επειδή είναι πιστό αντίγραφο, αλλά επειδή αντλεί έμπνευση από τη Ρωσία και κινείται σε πλήρη αντίθεση με το σύνταγμα και το ευρωπαϊκό δίκαιο. Ο βασικός του στόχος είναι σαφής: στοχοποίηση και περιορισμός της δράσης των πολιτών».

Ο Συνήγορος των Δικαιωμάτων του Πολίτη, Ρόμπερτ Ντομπροβότσκι, όσο και ο Επίτροπος του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Μάικλ Ο’ Φλάχερτι, κάλεσαν τους βουλευτές στη Μπρατισλάβα να επανεξετάσουν τον νέο νόμο.

Η πρωτοβουλία της σλοβακικής κυβέρνησης εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα αυστηρότερων ελέγχων στις ΜΚΟ σε όλη την Ευρώπη, με την προσοχή να εστιάζεται στη διαφάνεια στη χρηματοδότηση αλλά και στον ρόλο που διαδραματίζουν σε κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις. Στη Γεωργία, τη ίδια ημέρα, το κοινοβούλιο ενέκρινε νόμο που απαγορεύει στις ξένες δωρητές να παρέχουν επιχορηγήσεις χωρίς κρατική έγκριση, ένα μέτρο που πολλοί χαρακτηρίζουν ως χτύπημα στη φιλοδυτική αντιπολίτευση.

Αντίστοιχα, στην Ουγγαρία, ο πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν έχει εκφράσει ανοιχτά δυσπιστία προς τις ΜΚΟ, προειδοποιώντας ότι θα λάβει σκληρά νομικά μέτρα εναντίον όσων χρηματοδοτούνται από το εξωτερικό – συνοψίζοντας με τη φράση πως κάθε ξένο κεφάλαιο που επηρεάζει τα ουγγρικά πολιτικά πράγματα οφείλει να γίνεται γνωστό δημοσίως.

 

Η μεγαλύτερη πολιτική ομάδα της ΕΕ ζητά από την Κομισιόν αναθεώρηση της απαγόρευσης κινητήρων εσωτερικής καύσης το 2035

Ηχηρή παρέμβαση στο μέλλον της αυτοκίνησης στην Ευρώπη κάνει το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ), καλώντας την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναθεωρήσει τη συνολική απαγόρευση πώλησης νέων αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης από το 2035. Σύμφωνα με την ισχύουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία, από το 2035 και μετά καμία νέα ταξινόμηση αυτοκινήτου δεν θα επιτρέπεται αν το όχημα εκλύει διοξείδιο του άνθρακα (CO2), γεγονός που οδηγεί ουσιαστικά εκτός αγοράς τα νέα συμβατικά αυτοκίνητα βενζίνης και πετρελαίου.

Σε δηλώσεις του στους Financial Times στις 16 Απριλίου, ο επικεφαλής του ΕΛΚ, Μάνφρεντ Βέμπερ, επεσήμανε πως οι αγοραστές θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα επιλογής ακόμη και συμβατικών οχημάτων, αρκεί να αντισταθμίζουν τις εκπομπές άνθρακα. «Χρησιμοποιώ έναν κλασικό κινητήρα με συμβατικά καύσιμα, αλλά πληρώνω για να αποθηκεύεται το παραγόμενο CO2 στο υπέδαφος — ίσως αυτή να είναι μια επιχειρηματική λύση του μέλλοντος», τόνισε χαρακτηριστικά.

Η Epoch Times απηύθυνε ερώτηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με το εάν εξετάζεται το ενδεχόμενο να αρθεί η απαγόρευση μελλοντικά, σε περίπτωση που υπάρξει τεχνολογία που θα συλλαμβάνει το CO2 από τα καυσαέρια των οχημάτων. Το ΕΛΚ, η ισχυρότερη πολιτική οικογένεια της Ευρώπης στην οποία ανήκει και η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έχει διατυπώσει επανειλημμένα τη διαφωνία του με την οριζόντια απαγόρευση και ζητά αναθεώρηση.

Ήδη από τον Οκτώβριο 2024, το ΕΛΚ είχε προειδοποιήσει ότι αν παραμείνουν ως έχουν οι σχεδιασμοί, θα υπάρξει αλματώδης αύξηση του κόστους για τους Ευρωπαίους οδηγούς, ενώ ο κλάδος της αυτοκινητοβιομηχανίας κινδυνεύει να μεταφερθεί μαζικά στην Κίνα και αλλού, με απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας. Φέτος, η Κομισιόν πρότεινε ηπιότερους στόχους για τις εκπομπές νέων οχημάτων, ωστόσο προς το παρόν παραμένει σταθερή στην απαγόρευση των κινητήρων εσωτερικής καύσης από το 2035.

Η ευρωπαϊκή νομοθεσία τονίζει την αρχή της «τεχνολογικής ουδετερότητας», επιτρέποντας κάθε λύση, όπως τα συνθετικά καύσιμα (e-fuels), που ανταποκρίνεται στους στόχους μείωσης των εκπομπών. Ήδη, από την 1η Ιανουαρίου, ισχύει νέα δέσμευση για μείωση κατά 15% των εκπομπών CO2 σε αυτοκίνητα και ελαφρά φορτηγά, σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2021. Η φον ντερ Λάιεν δήλωσε στις 4 Μαρτίου πως η Επιτροπή σχεδιάζει να δώσει τρία χρόνια αντί για ένα στη βιομηχανία για να πιάσει τους στόχους: «Οι στόχοι παραμένουν ίδιοι, αλλά δίνουμε περισσότερο χρόνο στη βιομηχανία», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Μέχρι στιγμής, οι προτάσεις της προέδρου δεν έχουν εγκριθεί, καθώς απαιτείται έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των κρατών-μελών, τα οποία έχουν δικαίωμα να προτείνουν και άλλες αλλαγές. Όσο πλησιάζουν τα χρονικά ορόσημα για τη μείωση των εκπομπών, οι φωνές για αναθεώρηση της απαγόρευσης πληθαίνουν.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Ιταλού υπουργού Ενέργειας, Τζιλμπέρτο Πικέτο Φρατίν, ο οποίος από το επιχειρηματικό φόρουμ της Cernobbio χαρακτήρισε την ευρωπαϊκή απαγόρευση «παράλογη» και ζήτησε ρητά την επανεξέτασή της. Την ίδια ώρα, η Volkswagen στη Γερμανία εξετάζει για πρώτη φορά το ενδεχόμενο λουκέτων σε εργοστάσια, με τη διοίκηση να προτάσσει στόχο εξοικονόμησης 11 δισ. δολαρίων έως το 2026, εν όψει της στροφής στα ηλεκτρικά οχήματα και της έντονης πίεσης από τα φθηνότερα κινεζικά μοντέλα.

Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Ένωσης Ευρωπαίων Κατασκευαστών Αυτοκινήτων (ACEA), για το 2024 η Κίνα παραμένει η μεγαλύτερη πηγή εισαγωγών νέων αυτοκινήτων στην ΕΕ με μερίδιο αγοράς 17,2%. Στην ACEA εκπροσωπούνται 15 κορυφαίοι κατασκευαστές, μεταξύ των οποίων οι BMW, Ford, Mercedes-Benz και Volkswagen.

Δύσκολο το πέρασμα στην εποχή των «μηδενικών εκπομπών»

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ACEA έχει επισημάνει επανειλημμένα πως από την ευρωπαϊκή πολιτική λείπουν κρίσιμες προϋποθέσεις για ουσιαστική μετάβαση στην παραγωγή και την υιοθέτηση οχημάτων μηδενικών εκπομπών. Ανάμεσα στα προβλήματα που εντοπίζει είναι το ελλιπές δίκτυο φόρτισης και ανεφοδιασμού με υδρογόνο, η ανάγκη ανταγωνιστικού βιομηχανικού περιβάλλοντος, η παροχή «προσιτής καθαρής ενέργειας», τα επαρκή κίνητρα για αγορά και φορολογία, αλλά και η διασφάλιση πρώτων υλών, υδρογόνου και μπαταριών.

«Ούτε η οικονομική ανάπτυξη ούτε η αποδοχή του καταναλωτή ούτε η εμπιστοσύνη στις υποδομές έχουν εξελιχθεί στον βαθμό που απαιτείται. Ως εκ τούτου, η μετάβαση στα μηδενικών εκπομπών οχήματα παραμένει εξαιρετικά απαιτητική, με αυξανόμενους φόβους για την επίτευξη των στόχων μείωσης εκπομπών για το 2025», επισημαίνει η ACEA.

«Η σημερινή νομοθεσία δεν λαμβάνει υπ΄όψιν τις τεράστιες αλλαγές στο γεωπολιτικό και οικονομικό τοπίο τα τελευταία χρόνια, ενώ η αδυναμία προσαρμογής της στα δεδομένα της πραγματικής αγοράς διαβρώνει περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα του κλάδου», υπογραμμίζει η Ένωση. «Υπάρχει έτσι το ενδεχόμενο είτε για επιβολή δυσβάσταχτων προστίμων δισεκατομμυρίων — πόροι που θα μπορούσαν να επενδυθούν στη μετάβαση — είτε για επιπλέον περικοπές στην παραγωγή, απώλεια θέσεων εργασίας και υποβάθμιση της ευρωπαϊκής εφοδιαστικής αλυσίδας, τη στιγμή που ο ανταγωνισμός από άλλες αγορές οχημάτων εντείνεται συνεχώς», καταλήγει.

Η ΕΚΤ μειώνει τα επιτόκια εν μέσω εμπορικών εντάσεων και εξασθένισης του πληθωρισμού

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ανακοίνωσε τη μείωση των βασικών της επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, επικαλούμενη τη σταθερή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και τις εντεινόμενες πιέσεις που απειλούν την ανάπτυξη στην Ευρωζώνη, καθώς οι εμπορικές εντάσεις κλιμακώνονται διεθνώς και η επιχειρηματική εμπιστοσύνη υποχωρεί.

Συγκεκριμένα, με απόφαση που γνωστοποιήθηκε στις 17 Απριλίου, το επιτόκιο καταθέσεων διαμορφώνεται πλέον στο 2,25%, αγγίζοντας το ανώτατο όριο της ζώνης που οι κεντρικοί τραπεζίτες έχουν προσδιορίσει ως «ουδέτερη» για την οικονομία – δηλαδή ούτε επεκτατική, ούτε περιοριστική. Ανάλογες μειώσεις ανακοίνωσε η ΕΚΤ και για το βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης (στο 2,4%) και το επιτόκιο οριακής χρηματοδότησης (στο 2,65%). Οι νέες ρυθμίσεις θα ισχύσουν από τις 23 Απριλίου.

Όπως υπογράμμισε σε ανακοίνωσή της η ΕΚΤ, οι διαδικασίες αποκλιμάκωσης των τιμών βαίνουν καλώς, με τον γενικό αλλά και τον δομικό πληθωρισμό να σημειώνουν περαιτέρω υποχώρηση τον Μάρτιο. Ακόμη και ο πληθωρισμός στις υπηρεσίες, που παρέμενε πεισματικά υψηλός, έδειξε σαφή μείωση, ενώ οι αυξήσεις μισθών φαίνεται να επιβραδύνονται, με τις βασικές πληθωριστικές πιέσεις να ευθυγραμμίζονται πλέον με τον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%.

Παρά τα μέτρα ενίσχυσης της ανθεκτικότητας που ελήφθησαν το προηγούμενο διάστημα, το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ σημείωσε ότι η αβεβαιότητα γύρω από το παγκόσμιο εμπόριο βαραίνει σημαντικά τις προοπτικές της οικονομίας της Ευρωζώνης.

«Η αυξημένη αβεβαιότητα τείνει να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων», αναφέρει η ανακοίνωση, προειδοποιώντας πως η αρνητική αντίδραση των αγορών στις εμπορικές εντάσεις μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη πιο αυστηρές συνθήκες χρηματοδότησης και να πιέσει περαιτέρω τις οικονομικές επιδόσεις της Ευρωζώνης.

Σε συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε, η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, επιβεβαίωσε το κλίμα ανησυχίας, σημειώνοντας ότι οι καθοδικοί κίνδυνοι για την ανάπτυξη αυξάνονται λόγω των νέων εμπορικών εμποδίων, των γεωπολιτικών εντάσεων και της επιδείνωσης της επενδυτικής ψυχολογίας.

«Οι προοπτικές της οικονομίας καλύπτονται από εξαίρετη αβεβαιότητα», δήλωσε η κ. Λαγκάρντ. «Οι διαταραχές στο παγκόσμιο εμπόριο, οι εντάσεις στις αγορές και το γεωπολιτικό ρίσκο επηρεάζουν αρνητικά τις επιχειρηματικές επενδύσεις. Αν οι καταναλωτές γίνουν πιο επιφυλακτικοί για το μέλλον, ενδέχεται να περιορίσουν και τις δαπάνες τους».

Οι καταναλωτικές δαπάνες αποτελούν θεμέλιο της οικονομικής δραστηριότητας στην Ευρωζώνη – όπως και στις ΗΠΑ, απορροφούν σχεδόν τα δύο τρίτα του ΑΕΠ. Έτσι, ενδεχόμενη κάμψη στη ζήτηση των νοικοκυριών θα μπορούσε να επηρεάσει καθοριστικά την ανάπτυξη του μπλοκ.

Η πρόεδρος της ΕΚΤ επεσήμανε επίσης ότι, παρά τη σχετική ανθεκτικότητα που επέδειξε η οικονομία της ευρωζώνης – με σύμμαχο τη σταθερή αγορά εργασίας, την αύξηση του πραγματικού εισοδήματος, και τα πρώτα σημάδια σταθεροποίησης της βιομηχανικής παραγωγής – το συνολικό κλίμα παραμένει εύθραυστο. Οι εκτιμήσεις για το πρώτο τρίμηνο παραμένουν θετικές, ωστόσο η γενικότερη εικόνα έχει επιδεινωθεί σε σύγκριση με τις προβλέψεις του Μαρτίου.

«Οι καθοδικοί κίνδυνοι για την ανάπτυξη είναι πλέον περισσότεροι», τόνισε, προσθέτοντας πως οι εμπορικές εντάσεις και η συνακόλουθη αβεβαιότητα αναμένεται να περιορίσουν τις εξαγωγές και την αναπτυξιακή δυναμική της ευρωζώνης, με πιθανές αρνητικές συνέπειες για τις επενδύσεις και την κατανάλωση.

Ο ετήσιος πληθωρισμός στην ευρωζώνη υποχώρησε στο 2,2% τον Μάρτιο χάρη στη μείωση των τιμών ενέργειας και τη σχετική πτώση των τιμών υπηρεσιών στο 3,5%, ήτοι μισή ποσοστιαία μονάδα χαμηλότερα από τα τέλη του 2024. Οι μισθολογικές πιέσεις επίσης χαλαρώνουν, με τον ετήσιο ρυθμό αύξησης των αποδοχών να περιορίζεται στο 4,1% στο τελευταίο τρίμηνο του 2024 από 4,5% το προηγούμενο.

Η κ. Λαγκάρντ επεσήμανε ότι εξωγενείς παράγοντες θα μπορούσαν να ωθήσουν τον πληθωρισμό ακόμη χαμηλότερα: μεταξύ αυτών, η ενίσχυση του ευρώ, η αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών ενέργειας και το ενδεχόμενο αύξησης των κινεζικών εξαγωγών στην ευρωπαϊκή αγορά, λόγω των αμερικανικών δασμών, με αποτέλεσμα να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός στις τιμές.
Αντιθέτως, επιβάρυνση στον πληθωρισμό θα μπορούσαν να προκαλέσουν αυξημένες άμυνες δαπάνες, δημόσιες επενδύσεις και η περαιτέρω διάσπαση των παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού, που θα επιβάρυναν το κόστος των εισαγόμενων προϊόντων.

Πάντως, παρά το αβέβαιο κλίμα και το ότι οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη θεωρούνται αυξημένοι, η ΕΚΤ δεν έδωσε σαφώς το στίγμα της για τις επόμενες κινήσεις. Η κ. Λαγκάρντ επανέλαβε τη δέσμευση της Τράπεζας για πολιτική «εξαρτημένη από τα δεδομένα», διαμηνύοντας ότι κάθε απόφαση θα λαμβάνεται συνεδρίαση με συνεδρίαση, χωρίς προκαθορισμένες δεσμεύσεις για την πορεία των επιτοκίων.

Οι αγορές ωστόσο εξακολουθούν να αναμένουν τουλάχιστον δύο περαιτέρω μειώσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ εντός του 2025 – κάποιοι αναλυτές μάλιστα εκτιμούν ότι ενδέχεται να γίνει και τρίτη, αν οι οικονομικές συνθήκες το επιτρέψουν. Η Τράπεζα, πάντως, τόνισε ότι οι επόμενες κινήσεις θα εξαρτηθούν από τα οικονομικά στοιχεία που θα συλλέγονται, την πορεία του δομικού πληθωρισμού και τις εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις της νομισματικής πολιτικής στην οικονομία.

Η πρόεδρος της ΕΚΤ αποκάλυψε πως κατά τη σημερινή συνεδρίαση εξετάστηκε ακόμη και το ενδεχόμενο μεγαλύτερης μείωσης, κατά 50 μονάδες βάσης, ωστόσο η τελική ομόφωνη απόφαση ήταν υπέρ της πιο ήπιας –κατά 25 μονάδες– κίνησης.

Οι αναλυτές της ING σχολίασαν ότι η επιλογή της περιορισμένης μείωσης αντανακλά, εκτός από την αβεβαιότητα, και την πιθανότητα ανατροπών που θα μπορούσαν να βελτιώσουν το κλίμα, όπως για παράδειγμα τυχόν εκτόνωση των εμπορικών εντάσεων ή γρηγορότερη υλοποίηση δημοσιονομικών μέτρων στη Γερμανία.

Παράλληλα, σημείωσαν ότι οι τελικές επισημάνσεις της κ. Λαγκάρντ προς τις κυβερνήσεις της ευρωζώνης – να προχωρήσουν σε αναγκαίες μεταρρυθμίσεις – αποτελούν μια εκ των πραγμάτων παραδοχή ότι τα περιθώρια της ΕΚΤ να στηρίξει την οικονομία χωρίς συνδρομή των κυβερνήσεων είναι περιορισμένα.

«Είμαστε πεπεισμένοι ότι θα ακολουθήσουν κι άλλες μειώσεις επιτοκίων», σημείωσαν οι οικονομολόγοι της ING, υποστηρίζοντας πως η ΕΚΤ εμφανίζει σαφώς μεγαλύτερη αίσθηση επείγοντος.

Την ίδια στιγμή, στην Ουάσιγκτον, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανανέωσε τις πιέσεις προς την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ να προχωρήσει σε μείωση επιτοκίων. Ο πρόεδρος της Fed, Τζερόμ Πάουελ, ωστόσο, δήλωσε ότι η νομισματική πολιτική βρίσκεται προς το παρόν σε ισορροπία και ότι απαιτείται περισσότερη σαφήνεια σχετικά με την πορεία του πληθωρισμού πριν ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση.

Συνεχίζονται οι συντονισμένες προσπάθειες ΗΠΑ και Ευρωπαίων συμμάχων για τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία

Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, βρέθηκε την Πέμπτη στο Παρίσι, έχοντας στο πλευρό του τον ειδικό απεσταλμένο του προέδρου Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, για συνομιλίες που αφορούν την κρίση στην Ουκρανία.

Στην γαλλική πρωτεύουσα αφίχθησαν επίσης οι κορυφαίοι Ουκρανοί αξιωματούχοι: ο στενός συνεργάτης του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, Αντριι Γερμάκ, ο υπουργός Εξωτερικών Αντριι Σύμπιχα και ο υπουργός Άμυνας Ρουστέμ Ουμέροφ.

Ο Αντριι Γερμάκ τόνισε πως θα πραγματοποιηθεί «σειρά διμερών και πολυμερών συναντήσεων» με στόχο τη διασφάλιση ουσιαστικών εγγυήσεων ασφάλειας.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να μεσολαβήσουν για κατάπαυση του πυρός και μόνιμη ειρήνη ανάμεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία, όμως η μέχρι σήμερα προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ βρίσκει σοβαρά εμπόδια.

Σε ανακοίνωσή του, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σημείωσε πως οι συζητήσεις επικεντρώνονται, μεταξύ άλλων, στη σύγκλιση αμερικανικών και ευρωπαϊκών συμφερόντων στην περιοχή.

Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών, Ντέιβιντ Λάμι, συμμετέχει επίσης στις συνομιλίες, ενώ παρόντες είναι και δύο ανώτεροι εκπρόσωποι της γερμανικής κυβέρνησης.

Οι Ρούμπιο και Γουίτκοφ προγραμμάτισαν ξεχωριστές συναντήσεις με τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν και τον υπουργό Εξωτερικών Ζαν-Νουέλ Μπαρό.

Οι δύο Αμερικανοί παραμένουν επικεφαλής της προσπάθειας των ΗΠΑ για την επίτευξη συμφωνίας τερματισμού της πολυετούς πολεμικής σύγκρουσης, η οποία ήδη διαρκεί πάνω από τρία χρόνια.

Προηγήθηκαν διαπραγματεύσεις και στη Σαουδική Αραβία, ενώ ο Γουίτκοφ συναντήθηκε πρόσφατα, στις 11 Απριλίου, και με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν στην Αγία Πετρούπολη.

Τόσο η Μόσχα όσο και το Κίεβο συμφώνησαν τον περασμένο μήνα σε προσωρινή αναστολή των βομβαρδισμών ενεργειακών υποδομών για 30 ημέρες, ωστόσο εκατέρωθεν κατηγορούνται για καθημερινές παραβιάσεις.

Από ρωσικής πλευράς, η σύναψη κατάπαυσης του πυρός προϋποθέτει τον τερματισμό της δυτικής στρατιωτικής στήριξης προς την Ουκρανία, αίτημα που απορρίπτει το Κίεβο.

Οι διαβουλεύσεις λαμβάνουν χώρα εν μέσω νέων χτυπημάτων με drones που ισχυρίζονται ότι δέχτηκαν αμφότερα τα μέρη, ακολουθώντας τον σφοδρό βομβαρδισμό των Ρώσων την Κυριακή των Βαΐων, ο οποίος κόστισε τη ζωή σε 34 αμάχους στην πόλη Σούμι της βορειοανατολικής Ουκρανίας—το πιο αιματηρό πλήγμα στη χώρα εντός του 2025.

Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, επανέλαβε προς τους δημοσιογράφους πως οι ρωσικές δυνάμεις «πλήττουν αποκλειστικά στρατιωτικούς και παραστρατιωτικούς στόχους».

Από τη μεριά του, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε: «Το μόνο που προσπαθώ είναι να σταματήσω τον πόλεμο – για να γλιτώσουμε όσο το δυνατόν περισσότερες ζωές».

Ζελένσκι: Έκκληση για «αξιόπιστη ειρήνη»

Το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε την Πέμπτη ότι κατά τη διάρκεια της νύχτας κατερρίφθησαν 71 ουκρανικά drones σε έξι περιφέρειες της χώρας.

Στην περιφέρεια Κουρσκ καταρρίφθηκαν 49 drone, ενώ τα υπόλοιπα στόχευαν Μπριάνσκ, Ριαζάν, Όριολ, Βλαντίμιρ και Τούλα.

Οι αρχές της περιφέρειας Ιβάνοβο, ανατολικά της Μόσχας, μίλησαν για χτύπημα με drone στην πόλη Σούγια, με την επισήμανση ότι δεν υπήρξαν τραυματισμοί ή θύματα.

Καμία από τις ανακοινώσεις Κιέβου ή Μόσχας δεν έχει επαληθευτεί ανεξάρτητα.

Την περασμένη εβδομάδα, Παρίσι, Λονδίνο και 20 ακόμα Ευρωπαίοι υπουργοί Άμυνας συνεδρίασαν στις Βρυξέλλες σχετικά με την πιθανότητα ανάπτυξης ειρηνευτικών δυνάμεων στο ή κοντά στο ουκρανικό έδαφος, εφόσον υπάρξει κατάπαυση του πυρός.

Οι Ευρωπαίοι αξιώνουν ισχυρές αμυντικές εγγυήσεις από τις ΗΠΑ, σε περίπτωση ειρηνευτικής επιχείρησης στην Ουκρανία, αίτημα για το οποίο η Ουάσινγκτον τηρεί επιφυλακτική στάση.

Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση διαπραγματεύεται με τον Ζελένσκι συμφωνία για συνεκμετάλλευση των εσόδων από τα σπάνια μεταλλεύματα που εξορύσσονται στα εδάφη ελεγχόμενα από το Κίεβο.

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022, είχε ως στόχο την ανατροπή της ουκρανικής κυβέρνησης και τον τερματισμό της προσπάθειας ένταξης της χώρας στο ΝΑΤΟ, συμμαχία που για τη Μόσχα θεωρείται απειλή.

Τον Δεκέμβριο του 2021, η Ρωσία είχε στείλει λίστα απαιτήσεων προς Ουάσινγκτον και νατοϊκούς συμμάχους, ζητώντας—έμμεσα απειλώντας—να απαγορευθεί δια παντός στην Ουκρανία η είσοδος στη Συμμαχία.

Πέραν των εξελίξεων στο ουκρανικό, ο Στιβ Γουίτκοφ παραμένει βαθύτατα εμπλεκόμενος στην απόπειρα επίτευξης συμφωνίας με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα—ένα σχέδιο που η Τεχεράνη συνεχίζει να αρνείται ότι σκοπεύει να καταστήσει στρατιωτικό.

Μετά το Παρίσι, ο Γουίτκοφ θα ταξιδέψει στη Ρώμη για δεύτερο γύρο συζητήσεων με τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγκτσί το ερχόμενο Σάββατο. Οι δύο άνδρες είχαν προηγούμενη συνάντηση διάρκειας 45 λεπτών στο Ομάν.

Με την συμβολή των Associated Press και Reuters

Πρώην αστυνομικός της Νέας Υόρκης καταδικάστηκε σε 18 μήνες φυλάκιση για παράνομη δράση ως πράκτορας της Κίνας

Σε ποινή φυλάκισης 18 μηνών καταδικάστηκε στις 16 Απριλίου ο πρώην λοχίας του αστυνομικού σώματος της Νέας Υόρκης, Μάικλ Μακμάχον, μετά την ενοχή του για δράση ως παράνομος πράκτορας της κινεζικής κυβέρνησης. Η υπόθεση αφορά τη συμμετοχή του σε ένα παγκόσμιο πρόγραμμα της κινεζικής αστυνομίας, γνωστό ως «Επιχείρηση Κυνηγός Αλεπούδων» («Operation Fox Hunt»), το οποίο στοχεύει στην καταναγκαστική επαναπατρισμό φερόμενων εγκληματιών.

Υπόθεση κατασκοπείας και παρενόχλησης

Ο Μακμάχον ήταν ένας εκ των τριών κατηγορουμένων που κρίθηκαν ένοχοι το 2023 για παρακολούθηση και εκφοβισμό του Σου Τζιν, πρώην Κινέζου αξιωματούχου, και της οικογένειάς του, οι οποίοι διέμεναν στο Νιου Τζέρσεϊ. Ο Σου Τζιν είχε κατηγορηθεί για διαφθορά από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, με τις κινεζικές αρχές να επιδιώκουν τον εξαναγκασμό του επιστροφής του στην Κίνα.

Ο Μακμάχον προσλήφθηκε ως ιδιωτικός ερευνητής για την παρακολούθηση του στόχου, ενώ φέρεται να διαδραμάτισε βασικό ρόλο στον εντοπισμό της διεύθυνσης διαμονής του Σου. Οι συνκατηγορούμενοί του, Τσενγκ Τσονγκγίνγκ (μόνιμος κάτοικος ΗΠΑ) και Ζου Γιονγκ (συνταξιούχος από την Κίνα), καταδικάστηκαν αντίστοιχα σε 16 μήνες και δύο έτη φυλάκιση τον Ιανουάριο.

Αρνείται πρόθεση συνεργασίας με το κινεζικό κράτος

Ο πρώην αστυνομικός δήλωσε αθώος για όλες τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι εσφαλμένα πίστευε πως εργαζόταν για εταιρεία που επιχειρούσε να ανακτήσει υπεξαιρεθέντα κεφάλαια. Όπως κατέθεσε ο ίδιος στο δικαστήριο, «χρησιμοποιήθηκα άθελά μου» και δεν θα είχε αποδεχθεί τη συνεργασία αν γνώριζε πως ο εργοδότης του ήταν η κινεζική κυβέρνηση.

Παρά την επιστολή στήριξης από τους Ρεπουμπλικανούς βουλευτές Μάικλ Λόουλερ (Νέα Υόρκη) και Πιτ Σέσιονς (Τέξας), οι οποίοι ζήτησαν από την ομοσπονδιακή δικαστή Παμέλα Τσεν να του επιβληθεί ελαφρύτερη ποινή, το αίτημά τους απορρίφθηκε.

Απόφαση και αντιδράσεις

Κατά την ανακοίνωση της ποινής, ο ομοσπονδιακός εισαγγελέας του Μπρούκλιν, Τζον Ντάραμ, δήλωσε: «Ο Μακμάχον, πρώην αξιωματικός επιβολής του νόμου που είχε ορκιστεί να προστατεύει το κοινό, ενήργησε με δόλο και ατίμωσε το σώμα του, συμμετέχοντας σε μια σκευωρία υπό την καθοδήγηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας».

Οι καταδίκες του Μακμάχον και των συγκατηγορούμενών του εντάσσονται στις εντατικές προσπάθειες των αμερικανικών ομοσπονδιακών αρχών να καταπολεμήσουν τη λεγόμενη «διασυνοριακή καταστολή» (transnational repression) του Πεκίνου εντός των εισηγμένων ΗΠΑ. Η Σουζάν Τέρνερ, τότε αναπληρώτρια διευθύντρια του τμήματος αντικατασκοπείας του FBI, είχε επισημάνει το 2023: «Η καταδίκη αυτών των τριών κατηγορουμένων —συμπεριλαμβανομένου ενός απόστρατου λοχία του NYPD— αποτελεί μια ισχυρή υπενθύμιση της συνεχιζόμενης, εκτεταμένης και παράνομης δραστηριότητας της κινεζικής κυβέρνησης στις Ηνωμένες Πολιτείες».

Ευρύτερο πλαίσιο – Operation Fox Hunt

Το πρόγραμμα «Operation Fox Hunt» αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας για τον εντοπισμό και την επιστροφή εκτός συνόρων πολιτικών αντιφρονούντων και κατηγορούμενων για οικονομικά εγκλήματα. Ο πρώην διευθυντής του FBI, Κρίστοφερ Ρέι, είχε αναφέρει το 2020 ότι ο ηγέτης της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, χρησιμοποιούσε την επιχείρηση για να στοχοποιεί άτομα παγκοσμίως που θεωρεί απειλή για το καθεστώς.

Διαδικασία και κατηγορίες

Ο Μακμάχον καταδικάστηκε τελικά για παράνομη πράξη ως πράκτορας ξένης δύναμης και για συνομωσία για διεθνή καταδίωξη, ενώ απαλλάχθηκε από την κατηγορία της συνομωσίας για δράση ως ξένος πράκτορας. Η ομοσπονδιακή ένορκη επιτροπή του Μπρούκλιν τον έκρινε ένοχο τον Απρίλιο του 2024.

Οι εξελίξεις αυτές καταδεικνύουν την αυξανόμενη ανησυχία των αμερικανικών αρχών για τη διείσδυση και κατασταλτική δραστηριότητα ξένων κυβερνήσεων, όπως η Κίνα, εντός της αμερικανικής επικράτειας και τις προκλήσεις που ανακύπτουν στην προστασία των εξόριστων και των αλλοδαπών επενδυτών.

Με την συμβολή των Frank Fang, Alex Wu και Reuters

Google: Ένοχη για παραβίαση αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας στον τομέα διαφημιστικής τεχνολογίας

Μία από τις σημαντικότερες ήττες της υπέστη η Google, μετά από απόφαση ομοσπονδιακού δικαστηρίου στις ΗΠΑ που έκρινε πως ο αμερικανικός κολοσσός παραβίασε την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία με τις πρακτικές του στη διαδικτυακή διαφημιστική τεχνολογία. Η απόφαση ανοίγει το δρόμο για ενδεχόμενες βαθιές αλλαγές στη λειτουργία της εταιρείας.

Όπως αναφέρεται στη 115σέλιδη απόφαση της δικαστού Λέονι Μπρίνκεμα από το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Ανατολικής Βιρτζίνια, η Google καταπάτησε τον νόμο Σέρμαν, «αποκτώντας και διατηρώντας μεθοδικά μονοπωλιακή δύναμη» σε συγκεκριμένες αγορές διαφημιστικής τεχνολογίας, ενώ παράλληλα «προχώρησε σε παράνομη σύζευξη» δύο προϊόντων της.

Η εξέλιξη αυτή ήρθε μόλις λίγες εβδομάδες πριν το ενδεχόμενο επιβολής ευρείας κλίμακας μέτρων σε βάρος της Google σε άλλη υπόθεση ανταγωνισμού που εκκρεμεί στην Ουάσιγκτον. Εκεί, ο δικαστής Αμίτ Μέχτα είχε ήδη αποφανθεί πέρυσι ότι ο τεχνολογικός κολοσσός είχε παραβιάσει τους νόμους περί ανταγωνισμού στον τομέα των διαδικτυακών αναζητήσεων.

Την ίδια στιγμή, στην Ουάσιγκτον, η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου (FTC) προχωρά σε δικαστική αντιμονοπωλιακή διαμάχη με τη Meta, ιδιοκτήτρια του Facebook και του Instagram, ζητώντας ακόμη και τη διάσπαση της εταιρείας, με πώληση περιουσιακών στοιχείων όπως το Instagram και το WhatsApp.

Στην περίπτωση της Google, το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης είχε καταθέσει αγωγή τον Ιανουάριο του 2023 ζητώντας τη διάσπαση της επιχείρησης στον τομέα της διαφημιστικής τεχνολογίας και την απομάκρυνσή της από το σύστημα διαχείρισης διαφημίσεων.

Κατά τη διάρκεια της τριών εβδομάδων ακροαματικής διαδικασίας που διεξήχθη πέρυσι, οι δικηγόροι της Google υποστήριξαν πως το Υπουργείο Δικαιοσύνης απέτυχε να προσδιορίσει συγκεκριμένες σχετικές αγορές και βασίστηκε σε νομικά προηγούμενα που δεν έχουν εφαρμογή στην υπόθεση.

Στην πολυσέλιδη απόφασή της, η δικαστής Μπρίνκεμα επισήμανε ότι οι ενάγοντες —το υπουργείο Δικαιοσύνης και πολλές πολιτείες— δεν κατάφεραν να αποδείξουν την ύπαρξη μιας καθορισμένης αγοράς στη διαφήμιση εμφάνισης (display ads). Ωστόσο, σημείωσε ότι επαρκώς αποδείχθηκε η δεσπόζουσα θέση της Google στην τεχνολογική πλατφόρμα διαχείρισης διαφημίσεων για εκδότες (publisher ad server).

«Για πάνω από μία δεκαετία, η Google συνέδεε τη διαχειριστική πλατφόρμα διαφημίσεων για εκδότες με τη δική της ανταλλακτική πλατφόρμα διαφημίσεων, είτε μέσω συμβατικών όρων είτε μέσω τεχνολογικής ενσωμάτωσης. Αυτό επέτρεψε στην εταιρεία να δημιουργήσει και να διασφαλίσει το μονοπώλιό της σε αυτές τις δύο αγορές», δήλωσε η δικαστής. «Η Google παγίωσε ακόμη περισσότερο τη δεσπόζουσα θέση της, επιβάλλοντας αντικανονιστικές πολιτικές στους πελάτες της και αφαιρώντας χαρακτηριστικά που προτιμούσε η αγορά».

Μέχρι τη δημοσίευση του άρθρου, η Google δεν είχε ανταποκριθεί σε σχετικό αίτημα για σχόλιο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η δικαστής Μπρίνκεμα άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο επιβολής κυρώσεων εις βάρος της Google σχετικά με τη διαχείριση αποδεικτικού υλικού και την επίκληση του απορρήτου μεταξύ δικηγόρου και πελάτη. «Η συστηματική καταπάτηση των κανόνων για τη διαφύλαξη των αποδεικτικών στοιχείων και η κατάχρηση του προνομίου επικοινωνίας με τους νομικούς συμβούλους θα μπορούσαν να αποτελέσουν αιτία για την επιβολή κυρώσεων», ανέφερε η δικαστής, προσθέτοντας πως προς το παρόν δεν είναι απαραίτητο να επιβληθούν.

Η Google επανειλημμένα έχει υπερασπιστεί τις πρακτικές της. Σε σχετική ανάρτηση σε εταιρικό ιστολόγιο πέρυσι, υποστήριξε πως στηρίζει τον ανταγωνισμό και πως οι υπηρεσίες της ευνοούν τελικά τους χρήστες.

«Μετά από τρεις εβδομάδες δίκης, είναι σαφές πως το υπουργείο Δικαιοσύνης δεν κατάλαβε την ουσία: Ο ανταγωνισμός στον τομέα της διαφημιστικής τεχνολογίας είναι έντονος και οι διαφημιστές και οι εκδότες έχουν πλήθος επιλογών», δήλωσε η Λι-Ανν Μαλχόλαντ, Αντιπρόεδρος Ρυθμιστικών Υποθέσεων της Google. «Οι υπηρεσίες της Google έχουν δημιουργήσει οφέλη για εκδότες, διαφημιζόμενους και καταναλωτές».

Τραμπ και Μελόνι αισιόδοξοι για εμπορική συμφωνία με την ΕΕ

Στον Λευκό Οίκο υποδέχθηκε την Πέμπτη ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ την Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι, με τους δύο ηγέτες να στέλνουν ξεκάθαρο μήνυμα αισιοδοξίας για επίτευξη εμπορικής συμφωνίας ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο πρόεδρος Τραμπ εμφανίστηκε βέβαιος για την προοπτική συμφωνίας, δηλώνοντας χαρακτηριστικά πως «δεν έχω κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα να κάνω συμφωνία με την Ευρώπη ή με οποιαδήποτε άλλη χώρα, γιατί έχουμε ό,τι θέλουν όλοι». Ο Αμερικανός πρόεδρος έδειξε να μη συμμερίζεται τις ανησυχίες για την κλιμάκωση των δασμών ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα, και υπογράμμισε: «Κανείς δεν μπορεί να μας ανταγωνιστεί, κανείς. Πιστεύω πως θα κάνουμε εξαιρετική συμφωνία και με την Κίνα».

Η Μελόνι από τη μεριά της αναμένεται να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην προσπάθεια εκτόνωσης της κλιμάκωσης στους εμπορικούς πολέμους μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ. «Είμαι σίγουρη πως μπορούμε να βρούμε μια συμφωνία και βρίσκομαι εδώ για να βοηθήσω σε αυτό», ανέφερε στους δημοσιογράφους λίγο πριν οι δύο ηγέτες προχωρήσουν σε κατ’ ιδίαν επαφές στο Οβάλ Γραφείο.

Ο ρόλος της Μελόνι στην Ευρώπη και οι προσδοκίες των ΗΠΑ

Ο πρόεδρος Τραμπ δεν παρέλειψε να επαινέσει δημόσια την Ιταλίδα πρωθυπουργό, δηλώνοντας: «Κάνει εξαιρετική δουλειά στην Ιταλία. Είμαστε πολύ περήφανοι για εκείνη». Σύμφωνα με αξιωματούχο του Λευκού Οίκου, ο Τραμπ αναμένεται να επιμείνει προς την Ιταλία, αλλά και τους υπόλοιπους εταίρους της ΕΕ, για την ανάγκη δίκαιων εμπορικών σχέσεων με τις ΗΠΑ.

«Η συνάντηση αυτή δεν βασίζεται μόνο στην ισχυρή διμερή σχέση ΗΠΑ–Ιταλίας, αλλά και στον κομβικό ρόλο που διαδραματίζει η Μελόνι στην Ευρώπη και στη γραμμή που ακολουθεί σε σημαντικά ζητήματα, όπως η μετανάστευση και ο πόλεμος στην Ουκρανία», ανέφερε ο ίδιος αξιωματούχος. «Βλέπουμε πως όλο και περισσότερο αναλαμβάνει πρωτοβουλίες στην ΕΕ και πολλοί εκτιμούν την ηγεσία της. Τη θεωρούμε πολύτιμο συνομιλητή στην Ουάσιγκτον».

Το 2024, οι ΗΠΑ κατέγραψαν εμπορικό έλλειμμα 235,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, σημειώνοντας αύξηση 13% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.

Αρχές Απριλίου, ο Τραμπ ανακοίνωσε βασικό δασμό 10% σχεδόν για όλες τις χώρες, καθώς και σημαντικά υψηλότερους, αμοιβαίους δασμούς για τους βασικότερους εταίρους που βρίσκονται στη λίστα των «χειρότερων παραβατών»: την ΕΕ (20%), την Ιαπωνία (24%), την Ταϊβάν (32%) και τη Νότια Κορέα (25%).

Λίγο αργότερα, ο Τραμπ εξήγγειλε 90ήμερο πάγωμα των αμοιβαίων δασμών για τις χώρες που προτίθενται να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις – πάντως, ο βασικός δασμός του 10% παραμένει σε ισχύ.

Η ΕΕ επί του παρόντος αντιμετωπίζει τρία διαφορετικά αμερικανικά τιμολόγια: 25% στα αυτοκίνητα, 25% σε χάλυβα και αλουμίνιο και το βασικό 10% σε όλα τα προϊόντα. Τα πιο πληγέντα ευρωπαϊκά προϊόντα είναι φαρμακευτικά, αυτοκίνητα και βιομηχανικά είδη, με τη Γερμανία, την Ιρλανδία και την Ιταλία να έχουν τα υψηλότερα εμπορικά πλεονάσματα με τις ΗΠΑ το 2024.

«Γνωρίζουμε ότι διανύουμε μια δύσκολη περίοδο», δήλωσε η Μελόνι αυτήν την εβδομάδα στη Ρώμη. «Γνωρίζω πλήρως τι εκπροσωπώ και τι υπερασπίζομαι».

Η Μελόνι ως ευρωπαία ηγέτιδα θεωρείται πιθανό να ανοίξει το δρόμο για πιο εποικοδομητικές εμπορικές συνομιλίες.

Σημειώνεται πως η Μελόνι υπήρξε η μόνη Ευρωπαία πρωθυπουργός που παρέστη στην ορκωμοσία Τραμπ τον Ιανουάριο. Προηγήθηκε μάλιστα πρόσκληση του Τραμπ για συνάντηση στη Mar-a-Lago, με κοινό δείπνο και συζήτηση σε πάνελ με υποστηρικτές του Αμερικανού προέδρου. «Βρίσκομαι εδώ με μια φανταστική γυναίκα, την πρωθυπουργό της Ιταλίας. Έχει φέρει αέρα αλλαγής στην Ευρώπη», δήλωσε ο Τραμπ στους καλεσμένους του.

Ουκρανία και το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ

Κατά τη συνάντησή της στον Λευκό Οίκο, η Μελόνι αναμένεται να θέσει και το θέμα της επέκτασης της προστασίας του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία — χωρίς την πλήρη ένταξη της χώρας στη Συμμαχία. Όπως έχει ήδη προτείνει η Ιταλίδα πρωθυπουργός, το βασικό άρθρο συλλογικής άμυνας θα μπορούσε να εφαρμοστεί μέσω ενός μηχανισμού «εθελοντικής συμμετοχής» των κρατών-μελών για την προστασία της Ουκρανίας. Πάντως, όπως δήλωσε πηγή του Λευκού Οίκου στην The Epoch Times, η πρόταση της Μελόνι δεν βρίσκει σύμφωνο τον Πρόεδρο Τραμπ.

Εστίαση στα μη δασμολογικά εμπόδια από την Ουάσιγκτον

Παρά την πρόθεση της Μελόνι να προτείνει συμφωνία για «μηδενικούς δασμούς εκατέρωθεν», το κύριο μέτωπο της κυβέρνησης Τραμπ είναι οι μη-δασμολογικοί φραγμοί της ΕΕ. Πρόσφατα, η Ευρώπη πρότεινε την κατάργηση δασμών στα βιομηχανικά προϊόντα, αφήνοντας όμως εκτός τα αγροτικά κι επιμένοντας σε πολυάριθμους μη δασμολογικούς περιορισμούς.

«Η Ευρώπη είναι πάντα έτοιμη για μια καλή συμφωνία», είχε δηλώσει στις αρχές Απριλίου η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σχολιάζοντας την απόφαση Τραμπ για τους αμοιβαίους δασμούς.

Ωστόσο, πλήθος ειδικών και οικονομολόγων επισημαίνουν διαρκώς ως το σοβαρότερο «ανάχωμα» το συνεχώς αυξανόμενο πλέγμα μη-δασμολογικών εμποδίων — ρυθμιστικοί, φορολογικοί, περιβαλλοντικοί ή ακόμη και προδιαγραφές συσκευασίας που δυσχεραίνουν την πρόσβαση αμερικανικών προϊόντων στις ευρωπαϊκές αγορές.

Όπως υποστήριξε πρόσφατα σε άρθρο του στο National Review ο καθηγητής δημόσιας πολιτικής του Πανεπιστημίου του Σικάγου, Τόμας Φίλιπσον, παρά την ηγετική θέση των ΗΠΑ στον φαρμακευτικό τομέα, το διμερές εμπορικό έλλειμμα στα βιοφαρμακευτικά προϊόντα ξεπερνά τα 117 δισ. δολάρια.

«Για δεκαετίες, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εκμεταλλεύονται την αμερικανική έρευνα και ανάπτυξη, επιβάλλοντας αυστηρούς ελέγχους τιμών στα φάρμακα», γράφει χαρακτηριστικά. Οι τιμολογιακοί αυτοί έλεγχοι λειτουργούν ως μη δασμολογικά εμπόδια, καθυστερώντας ή και μειώνοντας τις εξαγωγές από ΗΠΑ προς την ΕΕ.

Όπως σημειώνει, ενώ οι Ευρωπαίοι ηγέτες καταγγέλλουν τον Τραμπ πως «ξεκινά αδικαιολόγητο εμπορικό πόλεμο», «στην πραγματικότητα, ειδικά για τις βιοεπιστήμες, η Ευρώπη προ πολλού άνοιξε τη σύγκρουση, απαιτώντας από Αμερικανούς ασθενείς, φορολογούμενους και επιχειρήσεις να χρηματοδοτούν τα δικά της συστήματα υγείας».

Η Αυστραλία κοντά στην έγκριση του πρώτου τεχνητού κρέατος για διάθεση του στην αγορά

Η αυστραλιανή νεοφυής επιχείρηση Vow εξασφάλισε έγκριση από την Υπηρεσία Τροφίμων της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας (Food Standards Australia New Zealand – FSANZ) για την πώληση καλλιεργημένου κρέατος ορτυκιού στην περιοχή, εν αναμονή της τελικής έγκρισης από τους αρμόδιους υπουργούς.

Η εταιρεία, με έδρα το Σύδνεϋ, είχε υποβάλει αίτηση στη FSANZ τον Φεβρουάριο του 2023, ζητώντας τροποποίηση του κώδικα προτύπων τροφίμων ώστε να επιτραπεί η χρήση καλλιεργημένων κυττάρων από αυγά ορτυκιού ως νέο συστατικό τροφίμων.

Η FSANZ ενέκρινε τα σχέδια των προτύπων, τα παραρτήματα και τις λοιπές τροποποιήσεις στις 25 Μαρτίου, και ενημέρωσε για την απόφαση τη Συνάντηση Υπουργών Τροφίμων στις 7 Απριλίου. Οι υπουργοί διαθέτουν περιθώριο 60 ημερών για να επανεξετάσουν και να απαντήσουν στην απόφαση. Αν εγκριθεί από την κυβέρνηση, η Vow θα γίνει η πρώτη εταιρεία που θα διαθέσει τεχνητό κρέας στην αυστραλιανή αγορά.

Η Vow έχει ήδη ξεκινήσει πωλήσεις του προϊόντος της με την εμπορική ονομασία «Forged» σε επιλεγμένα εστιατόρια στη Σιγκαπούρη και στο Χονγκ Κονγκ.

Η FSANZ ανέφερε ότι «η κυτταρική σειρά ινοβλαστών από έμβρυο ορτυκιού είναι γενετικά σταθερή και οι μικροβιολογικοί κίνδυνοι που σχετίζονται με την προέλευσή της ήταν ελάχιστοι». Η ρυθμιστική αρχή για την ασφάλεια των τροφίμων προσέθεσε ότι «δεν εντοπίστηκαν τοξικολογικοί προβληματισμοί σχετικά με τη διαδικασία παραγωγής».

Ολοκλήρωση της διαδικασίας μέσα στον Ιούνιο προσδοκά η Vow

Εκπρόσωπος της Vow δήλωσε στην Epoch Times ότι η εταιρεία προσδοκά να ολοκληρωθεί πλήρως η διαδικασία έγκρισης εντός του Ιουνίου.

«Στις 7 Απριλίου, η FSANZ ανακοίνωσε ότι το διοικητικό της συμβούλιο ολοκλήρωσε τις αλλαγές στον κώδικα τροφίμων που απαιτούνται για την κυκλοφορία του καλλιεργημένου κρέατος της Vow. Η εταιρεία ελπίζει ότι η διαδικασία θα έχει ολοκληρωθεί πλήρως κάποια στιγμή εντός του Ιουνίου», δήλωσε ο εκπρόσωπος. «Ανυπομονούμε να φέρουμε το καλλιεργημένο κρέας σε μια ακόμη αγορά — αυτή τη φορά στη δική μας, την Αυστραλία, εκεί όπου ξεκίνησε το ταξίδι της Vow.»

Η εταιρεία αποκάλυψε επίσης ότι πρόσφατα ολοκλήρωσε τη μεγαλύτερη παραγωγή τεχνητού κρέατος μέχρι σήμερα, δημιουργώντας πάνω από έναν τόνο μέσα σε έναν μήνα. «Οι πελάτες απολαμβάνουν πλέον το καλλιεργημένο μας κρέας σε δεκάδες εστιατόρια σε όλη τη Σιγκαπούρη, την πρώτη μας αγορά όπου πουλάμε σταθερά για περισσότερο από έναν χρόνο», ανέφερε ο εκπρόσωπος.

Θετική υπήρξε και η αντίδραση της μη κερδοσκοπικής οργάνωσης Food Frontier, η οποία προωθεί την κατανάλωση εναλλακτικών πρωτεϊνών για λόγους περιβάλλοντος, υγείας και επισιτιστικής ασφάλειας στην Αυστραλία. Ο πρόεδρος της οργάνωσης, Σάιμον Ίσομ, δήλωσε: «Η Vow υπήρξε για καιρό πρωτοπόρος στον τομέα του καλλιεργημένου κρέατος στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Η στρατηγική του Τζορτζ Πέπου να λανσάρει πρώτα το παρφέ από ιαπωνικό ορτύκι της Vow στη Σιγκαπούρη — προσελκύοντας εμπορικά έσοδα και καταναλωτικά δεδομένα — σίγουρα βοήθησε την εταιρεία να αντέξει τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες και την προετοίμασε για αυτό το επόμενο βήμα».

«Ανοίγοντας πρώτη το δρόμο για τη διαδικασία έγκρισης της FSANZ για καλλιεργημένο κρέας, η Vow λειτούργησε στην πράξη ως ‘ιχνηλάτης’, δοκιμάζοντας το ρυθμιστικό πλαίσιο της Αυστραλίας και, ενδεχομένως, διευκολύνοντας την πορεία για όσους ακολουθήσουν.»

Της Celene Ignacio

Το Ισραήλ θα παραμείνει στις «ζώνες ασφαλείας» επ’ αόριστον, δηλώνει ο υπουργός Άμυνας

Ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Ισραέλ Κατς, δήλωσε ότι οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις (IDF) θα παραμείνουν επ’ αόριστον στις λεγόμενες «ζώνες ασφαλείας» στη Λωρίδα της Γάζας, στον Λίβανο και στη Συρία. «Σε αντίθεση με το παρελθόν, ο στρατός δεν εκκενώνει περιοχές που έχουν εκκαθαριστεί και καταληφθεί», ανέφερε σε ανακοίνωσή του στις 16 Απριλίου. Σύμφωνα με το Associated Press, πρόσθεσε ότι τα στρατεύματα θα παραμείνουν εκεί «ως φραγμός ανάμεσα στον εχθρό και τις ισραηλινές κοινότητες».

Η δήλωσή του έγινε εν μέσω αδιέξοδων διαπραγματεύσεων για την επιστροφή των ομήρων που παραμένουν στα χέρια της Χαμάς — της τρομοκρατικής οργάνωσης με έδρα τη Γάζα — μετά την επίθεσή της κατά του Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023. Σύμφωνα με το Al Jazeera, στέλεχος της Χαμάς δήλωσε στις 15 Απριλίου ότι οποιαδήποτε συμφωνία κατάπαυσης του πυρός πρέπει να περιλαμβάνει την πλήρη αποχώρηση του Ισραήλ από τη Γάζα.

Ο IDF έχει ανακαταλάβει πάνω από το ήμισυ της Γάζας μετά την ανανέωση της στρατιωτικής εκστρατείας κατά της Χαμάς. Η δίμηνη κατάπαυση του πυρός έληξε στις 18 Μαρτίου, μετά την αποτυχία των συνομιλιών για την επέκτασή της και την ανταλλαγή περισσότερων ομήρων με Παλαιστίνιους κρατούμενους. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν εκτοπίσει περίπου το 90% των δύο εκατομμυρίων κατοίκων της Γάζας, με πολλούς να ζουν πλέον σε καταυλισμούς με σκηνές.

Ο ισραηλινός στρατός έχει διαμορφώσει ζώνες στρατηγικής σημασίας και στα τρία μέτωπα, από τις οποίες έχει δείξει απροθυμία να αποσυρθεί. Στη Γάζα, θεωρεί κρίσιμο τον Διάδρομο Φιλαδέλφειας κατά μήκος των συνόρων με την Αίγυπτο, προκειμένου να αποτραπεί η λαθραία διακίνηση όπλων προς τη Χαμάς. Ακόμα και κατά την εκεχειρία, αν και αποσύρθηκε από το μεγαλύτερο μέρος της Γάζας, ο IDF διατήρησε μια στενή λωρίδα γης κατά μήκος των συνόρων με το Ισραήλ.

Στα νότια της Γάζας, κατέλαβε περιοχή μεταξύ Ράφα και Χαν Γιούνις, δημιουργώντας τον λεγόμενο «Διάδρομο Μοράγκ», μια ακόμη ζώνη από τα σύνορα του Ισραήλ ως τη θάλασσα, με στόχο τον περιορισμό της μετακίνησης όπλων και μαχητών του εχθρού. Ο στρατός έχει επανακαταλάβει τον Διάδρομο Νετζαρίμ, στο κέντρο της Γάζας — θέση που είχε κατά τους πρώτους 15 μήνες των μαχών, αλλά είχε εγκαταλείψει προσωρινά στη διάρκεια της κατάπαυσης του πυρός.

Στον Λίβανο, στο πλαίσιο της εκεχειρίας με την τρομοκρατική οργάνωση Χεζμπολάχ, ο IDF έχει διατηρήσει πέντε σημεία στο έδαφος του Λιβάνου, κατά μήκος των συνόρων. Σύμφωνα με στρατιωτικούς αναλυτές, πρόκειται για υψώματα που προσφέρουν στον στρατό καλύτερη εποπτεία του νότιου Λιβάνου, ώστε να διασφαλιστεί ότι η Χεζμπολάχ δεν επανατοποθετεί δυνάμεις στην περιοχή, κατά παράβαση των όρων της εκεχειρίας.

Στη Συρία, μετά την πτώση της κυβέρνησης του Μπασάρ αλ Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024, ο IDF κατέλαβε άμεσα μια ουδέτερη ζώνη 400 τετραγωνικών χιλιομέτρων κατά μήκος των συνόρων με το Ισραήλ, η οποία περιλαμβάνει στρατηγικά σημεία, όπως η βάση του συριακού στρατού στο όρος Ερμών, με θέα στα Υψίπεδα του Γκολάν. Η ισραηλινή κυβέρνηση ανέφερε ότι η επέμβαση είχε στόχο την αποτροπή κατάληψης των περιοχών και των στρατιωτικών βάσεων από εχθρικά στοιχεία εν μέσω του χάους στη Συρία.

Η Χαμάς επιδιώκει μέσω διαπραγματεύσεων την πλήρη απόσυρση του Ισραήλ από τη Λωρίδα της Γάζας.

Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου απαιτεί την εξάλειψη της Χαμάς ως στρατιωτικής και διοικητικής οντότητας στη Γάζα. Σύμφωνα με πληροφορίες, στοιχεία της κυβερνητικής συμμαχίας πίεσαν για επανέναρξη των μαχών, με στόχο την περαιτέρω εξόντωση της οργάνωσης, η οποία κυβερνά τη Γάζα από το 2006.

Οχήματα του ισραηλινού στρατού στη πόλη Μέτουλα του βόρειου Ισραήλ, στα σύνορα με τον Λίβανο, στις 7 Ιανουαρίου 2025. (Jalaa Marey/AFP μέσω Getty Images)

 

Ο Κατς αναφέρθηκε στην αξία των κατεχόμενων θέσεων του IDF σε ομιλία του στις 15 Απριλίου, κατά την επίσκεψή του με τον Νετανιάχου σε στρατεύματα στη βόρεια Γάζα. «Αυτή η θέση στην οποία βρισκόμαστε έχει θέα στη Γάζα. Είναι ένα πλήγμα στο κεφάλι των τρομοκρατών, πλήγμα στις υποδομές της τρομοκρατίας και ταυτόχρονα προστατεύει τις ισραηλινές κοινότητες», δήλωσε ο Κατς, σύμφωνα με ανακοίνωση του κυβερνητικού γραφείου Τύπου.

«Αυτός είναι ο τρόπος που ενεργούμε, και αυτά είναι τα μαθήματά μας. Ποτέ δεν θα επιτρέψουμε σε έναν τέτοιο εχθρό να απειλεί τις κοινότητες και τους πολίτες μας.»

Του Dan M. Berger

ΕΕ: Πρόταση επιτάχυνσης της εξέτασης αιτημάτων ασύλου για υπηκόους 7 χωρών

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε στις 16 Απριλίου την επίσπευση της εξέτασης αιτημάτων ασύλου από υπηκόους επτά χωρών, των οποίων οι αιτήσεις σπανίως γίνονται δεκτές, με στόχο την ταχύτερη επιστροφή τους στις χώρες προέλευσης.

Συγκεκριμένα, η Κομισιόν πρότεινε να χαρακτηριστούν ως «ασφαλείς τρίτες χώρες» το Μπανγκλαντές, η Κολομβία, το Μαρόκο, η Τυνησία, η Αίγυπτος, η Ινδία και το Κοσσυφοπέδιο. Σύμφωνα με την πρόταση, οι αιτήσεις ασύλου από πολίτες των χωρών αυτών θα εξετάζονται εντός τριών μηνών, αντί για το σημερινό χρονικό πλαίσιο των έξι μηνών.

Περισσότεροι από 200.000 υπήκοοι των εν λόγω χωρών υπέβαλαν αιτήσεις ασύλου εντός της ΕΕ το 2023.

Η πρόταση εντάσσεται στο πλαίσιο της ευρύτερης μεταρρύθμισης του ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, που εγκρίθηκε από τα κράτη-μέλη τον Μάιο του 2024. Οι νέοι κανόνες στοχεύουν στην αντιμετώπιση των χρόνιων δυσλειτουργιών και διχασμών που προκάλεσε η προσφυγική κρίση του 2015, όταν πάνω από ένα εκατομμύριο άτομα έφθασαν στην Ευρώπη λόγω των συγκρούσεων στη Συρία και το Ιράκ.

Ωστόσο, η πλήρης εφαρμογή των νέων κανονισμών δεν αναμένεται πριν τον Ιούνιο του 2026. Έως τότε, η Κομισιόν επιδιώκει την επιτάχυνση των διαδικασιών, περιλαμβανομένων των απελάσεων, ώστε να αποσυμφορηθούν οι δομές φιλοξενίας και να μετριαστεί η κοινωνική πίεση.

Ο Επίτροπος Μετανάστευσης της ΕΕ, Μάγκνους Μπρούνερ, δήλωσε: «Πολλά κράτη-μέλη αντιμετωπίζουν σημαντικό όγκο εκκρεμών αιτήσεων ασύλου, οπότε οτιδήποτε μπορεί να συμβάλει στην επιτάχυνση των αποφάσεων είναι καθοριστικό. Οι διατάξεις του Συμφώνου για τα ποσοστά αναγνώρισης και η εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς χώρας καταγωγής μπορούν να βοηθήσουν στην ταχύτερη επεξεργασία, διασφαλίζοντας πάντοτε ότι κάθε αίτηση αξιολογείται εξατομικευμένα και υπόκειται σε έλεγχο από τα εθνικά δικαστήρια.»

Η πρόταση πρέπει ακόμη να εγκριθεί από τα κράτη-μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Στο πλαίσιο της ίδιας πρότασης, προτείνεται να επισπεύδεται η εξέταση αιτήσεων ασύλου και για πολίτες χωρών που έχουν υποβάλει αίτηση ένταξης στην ΕΕ, όπως η Αλβανία, η Βοσνία, η Γεωργία, η Μολδαβία, το Μαυροβούνιο, τα Σκόπια, η Σερβία και η Τουρκία. Επιπλέον, τα κράτη-μέλη θα μπορούν να εφαρμόζουν ταχείες διαδικασίες για αιτήσεις από χώρες με ποσοστά αναγνώρισης διεθνούς προστασίας κάτω του 20%. Για τις επτά χώρες που προτείνεται να χαρακτηριστούν «ασφαλείς τρίτες», το ποσοστό αυτό είναι κάτω του 5%.

Η Χένα Βίρκουνεν, αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αρμόδια για την τεχνολογική κυριαρχία, την ασφάλεια και τη δημοκρατία, δήλωσε: «Η επιτάχυνση και η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών ασύλου αποτελεί βασικό στόχο του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο που συμφωνήθηκε πέρυσι. Με τη σημερινή πρόταση προχωράμε στην εφαρμογή των κρίσιμων διατάξεων, δίνοντας στα κράτη-μέλη περισσότερα εργαλεία για να επιταχύνουν την επεξεργασία αιτήσεων.»

Ωστόσο, οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα εξέφρασαν ανησυχία. Ο Χουσεΐν Μπαουμί, ειδικός εξωτερικής πολιτικής της Διεθνούς Αμνηστίας στις Βρυξέλλες, προειδοποίησε ότι η έννοια των ασφαλών χωρών μπορεί να οδηγήσει σε διακρίσεις εις βάρος αιτούντων βάσει της εθνικότητάς τους και να υποβαθμίσει την ατομική αξιολόγηση κάθε υπόθεσης.

Ο ίδιος τόνισε: «Η ΕΕ οφείλει να διασφαλίσει ότι λαμβάνονται υπ’ όψιν οι ευάλωτες ομάδες σε κάθε χώρα, όπως πολιτικοί αντίπαλοι, ΛΟΑΤΚΙ, δημοσιογράφοι και υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ παράλληλα πρέπει να ενισχυθεί ο διάλογος με τις συγκεκριμένες χώρες για την αντιμετώπιση ζητημάτων ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Το μεταναστευτικό παραμένει θέμα αιχμής για πολλές ευρωπαϊκές χώρες, με κόμματα που υιοθετούν αυστηρότερες θέσεις να ενισχύονται σε τοπικό, εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, παρά το γεγονός ότι οι παράνομες αφίξεις στην ΕΕ μειώθηκαν κατά 38% το 2024.

Αρκετές χώρες προχώρησαν σε αυστηροποίηση των πολιτικών τους: η Πολωνία επέβαλε αυστηρότερους περιορισμούς για αιτούντες που εισέρχονται από τα ανατολικά σύνορά της, ενώ η Γερμανία επανεκκίνησε απελάσεις προς το Αφγανιστάν και τη Συρία μετά από σειρά βίαιων περιστατικών που αποδόθηκαν σε παράτυπους μετανάστες.

Σε διαφορετική κατεύθυνση κινήθηκε η Ιταλία, ξεκινώντας πρόγραμμα κράτησης παράνομων μεταναστών σε εγκαταστάσεις στην Αλβανία — σχέδιο που μέχρι στιγμής σκοντάφτει σε νομικές αντιπαραθέσεις.