Ο υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, Μάρκο Ρούμπιο, καταδίκασε τη βίαιη καταστολή των φοιτητικών διαδηλώσεων στην πλατεία Τιεν Αν Μεν από το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ), με αφορμή τη συμπλήρωση 36 ετών από τα γεγονότα της 4ης Ιουνίου 1989.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Ρούμπιο ανέφερε πως οι ΗΠΑ θυμούνται την αιματηρή καταστολή και τιμούν το θάρρος των αθώων ανθρώπων που σκοτώθηκαν ή φυλακίστηκαν εκείνη την ημέρα. Όπως σημείωσε, οι αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της αυτοδιάθεσης είναι πανανθρώπινες αξίες που δεν μπορεί να εξαφανίσει το ΚΚΚ.
Ο Αμερικανός υπουργός εξέδωσε επίσης επίσημη ανακοίνωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η οποία αποτίνει φόρος τιμής στους διαδηλωτές και ασκεί κριτική στο κινεζικό καθεστώς για λογοκρισία και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επισημαίνεται δε ότι οι διαδηλώσεις υπέρ της δημοκρατίας ξεκίνησαν την άνοιξη του 1989 και «ενέπνευσαν ένα εθνικό κίνημα».
Εκατοντάδες χιλιάδες απλοί πολίτες στο Πεκίνο και σε όλη την Κίνα ήταν στους δρόμους για εβδομάδες, ασκώντας το δικαίωμά τους στην ελευθερία της έκφρασης και της ειρηνικής συνάθροισης, με αιτήματα τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την καταπολέμηση της ανεξέλεγκτης διαφθοράς.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας αντέδρασε με σκληρή καταστολή, στέλνοντας τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό να ανοίξει πυρ με στόχο την καταστολή των φιλοδημοκρατικών αισθημάτων των άοπλων πολιτών που είχαν συγκεντρωθεί στους δρόμους του Πεκίνου και στην πλατεία Τιενανμέν.
Το ΚΚΚ, όπως σημειώνεται, χρησιμοποίησε άρματα μάχης και πραγματικά πυρά κατά των διαδηλωτών, με αποτέλεσμα χιλιάδες νεκρούς, ενώ στη συνέχεια φέρεται να διέδωσε ότι οι φοιτητές ήταν εκείνοι που επιτέθηκαν πρώτοι στους στρατιώτες, σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις λογοκρισίας του καθεστώτος.
Ο Ρούμπιο υποστήριξε ότι το ΚΚΚ προσπαθεί να λογοκρίνει την αλήθεια, ωστόσο «ο κόσμος δεν θα ξεχάσει ποτέ». Παράλληλα, τίμησε το θάρρος των διαδηλωτών που σκοτώθηκαν, αλλά και όσων εξακολουθούν να υφίστανται διώξεις, αναζητώντας λογοδοσία και δικαιοσύνη για τα γεγονότα της 4ης Ιουνίου 1989.
Σημείωσε ακόμη ότι το θάρρος τους απέναντι στον βέβαιο κίνδυνο υπενθυμίζει ότι οι αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της αυτοδιάθεσης δεν είναι αποκλειστικά αμερικανικές αξίες, αλλά παγκόσμιες.
Τα γεγονότα είχε καταδικάσει και ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος. Έκτοτε, κάθε χρόνο στην επέτειο της σφαγής, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ εκδίδει ανακοίνωση με την οποία επαναλαμβάνει την εναντίωση των ΗΠΑ.
Παράλληλα, ακτιβιστές υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανά τον κόσμο τιμούν την επέτειο της σφαγής στην Τιενανμέν. Αντιθέτως, στην Κίνα το καθεστώς παρακολουθεί και περιορίζει τις κινήσεις γνωστών υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδιαίτερα εν όψει κρίσιμων επετείων, προκειμένου να αποτραπούν διαδηλώσεις.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας έχει μακρύ ιστορικό παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ συχνάπροειδοποιείάλλες χώρες να μην αναφέρονται στο ζήτημα. Κινέζοι αποστάτες έχουν αποκαλύψει εδώ και δύο δεκαετίες ότι το ΚΚΚ θεωρεί ορισμένες ομάδες ως «δηλητηριώδεις» για την εξουσία του, επειδή ενδέχεται να προτείνουν ένα διαφορετικό όραμα για την Κίνα — όπως η πνευματική άσκηση Φάλουν Γκονγκ, οι Θιβετιανοί, οι υποστηρικτές της δημοκρατίας στην Κίνα, οι υπέρμαχοι της ανεξαρτησίας της Ταϊβάν και οι Ουιγούροι, μια εθνοτική και θρησκευτική μειονότητα που διώκεται στην επαρχία Σιντζιάνγκ. Οι κινεζικές Αρχές τις αποκαλούν «τα πέντε δηλητήρια».
Το μεγαλύτερο μέρος των 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων που σχεδιάζει να διαθέσει τα επόμενα είκοσι χρόνια το ίδρυμά του θα πάει στην Αφρική, δήλωσε ο Μπιλ Γκέιτς τη Δευτέρα, ρίχνοντας φως στους νέους στόχους ενός από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο. Υπενθυμίζεται ότι τον προηγούμενο μήνα είχε γνωστοποιήσει την πρόθεσή του να δωρίσει σχεδόν ολόκληρη την περιουσία του.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του Ιδρύματος Γκέιτς, ο ιδρυτής της Microsoft ανέφερε σε ομιλία του στην έδρα της Αφρικανικής Ένωσης στην Αντίς Αμπέμπα ότι είχε δεσμευθεί να διαθέσει την περιουσία του εντός των επόμενων δύο δεκαετιών, και ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών των χρημάτων προορίζεται για την αντιμετώπιση προκλήσεων στην αφρικανική ήπειρο.
Τον Μάιο, ο Γκέιτς ανακοίνωσε ότι το ίδρυμά του θα τερματίσει τη λειτουργία του στις 31 Δεκεμβρίου 2045, με προγραμματισμένες δαπάνες έως και 200 δισ. δολάρια μέχρι τότε — ποσό που θα χρηματοδοτηθεί κυρίως μέσω της προσωπικής του δέσμευσης να δωρίσει σχεδόν ολόκληρη την περιουσία του. Η απόφαση αυτή σηματοδότησε μια σημαντική αλλαγή σε σχέση με τον αρχικό σχεδιασμό, ο οποίος προέβλεπε ότι το ίδρυμα θα συνέχιζε να λειτουργεί για αρκετές δεκαετίες μετά τον θάνατο του ίδιου και της πρώην συζύγου του, Μελίντα Φρεντς Γκέιτς.
Όπως ανέφερε σε δήλωσή του στις 8 Μαΐου, ο Γκέιτς άρχισε τα τελευταία χρόνια να επανεξετάζει αυτή την προσέγγιση, και κατέληξε — σε συνεργασία με το διοικητικό συμβούλιο — ότι είναι εφικτή η επίτευξη των στόχων του ιδρύματος σε μικρότερο χρονικό διάστημα, εφόσον εντατικοποιηθούν κρίσιμες επενδύσεις και προσφερθεί μεγαλύτερη σιγουριά στους συνεργάτες του ιδρύματος.
Η Μελίντα Φρεντς Γκέιτς αποχώρησε από το ίδρυμα το 2024, μετά το διαζύγιό τους, με δέσμευση να προσφέρει περίπου 12,5 δισεκατομμύρια δολάρια στο πλαίσιο της συμφωνίας του διαζυγίου.
Σκοπός της επίσκεψης του Γκέιτς στην Αιθιοπία, σύμφωνα με ανακοίνωση της Αφρικανικής Ένωσης, ήταν η ενίσχυση των σχέσεων του ιδρύματος με τον οργανισμό. Οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν στη βελτίωση των συστημάτων υγείας, την ενίσχυση της διατροφικής ασφάλειας και την επέκταση της τοπικής παραγωγής φαρμάκων και εμβολίων στην Αφρική.
Ο Γκέιτς αναφέρθηκε επίσης στα πρώτα του φιλανθρωπικά βήματα τη δεκαετία του 1990, επισημαίνοντας ότι το έργο του ιδρύματος στο πεδίο των εμβολιασμών ξεκίνησε όταν διάβασε ένα άρθρο σχετικά με τη μείωση των θανάτων από διάρροια σε παιδιά στην Αφρική μέσω του εμβολιασμού κατά του ροταϊού.
Υπενθύμισε ότι το ίδρυμα συμμετείχε στη δημιουργία της Συμμαχίας για τα Εμβόλια και την Ανοσοποίηση (Global Alliance for Vaccines and Immunization – GAVI), με στόχο την αγορά εμβολίων, και ότι επένδυσε σημαντικά κεφάλαια ώστε η τιμή του εμβολίου για τον ροταϊό να μειωθεί από τα 30 δολάρια σε κάτω από 2 δολάρια ανά δόση.
Η δράση του στον τομέα των εμβολίων έχει προκαλέσει αντικρουόμενες αντιδράσεις, από επαίνους μέχρι επικρίσεις και θεωρίες συνωμοσίας. Μεταξύ άλλων, κυκλοφόρησαν ισχυρισμοί ότι παιδιά στην Αφρική χρησιμοποιήθηκαν ως «πειραματόζωα» σε δοκιμές ή ότι τα εμβόλια για την COVID-19 περιείχαν συσκευές εντοπισμού. Ο Γκέιτς έχει απορρίψει κατηγορηματικά τέτοιους ισχυρισμούς, τονίζοντας ότι το έργο του ιδρύματος έχει μοναδικό στόχο τη διάσωση ζωών και τη μείωση του ανθρώπινου πόνου.
Στην ομιλία του στην Αντίς Αμπέμπα, υποστήριξε ότι παιδιά που γεννιούνται σε πολλές περιοχές της Αφρικής έχουν 50 φορές περισσότερες πιθανότητες να πεθάνουν πριν από τα πέντε τους χρόνια σε σύγκριση με παιδιά σε άλλα μέρη του κόσμου. Όπως ανέφερε, από το 2000 και μετά, το ίδρυμα συνεργάζεται στενά με αφρικανικούς φορείς, μαθαίνοντας από την εμπειρία τους. Ορισμένες από τις καινοτομίες στις οποίες συνέβαλε, πρόσθεσε, είναι βασικές — όπως η καλύτερη οργάνωση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας — ενώ άλλες είναι ιδιαίτερα σύνθετες.
Αναφέρθηκε ενδεικτικά στην ανάπτυξη νέων εμβολίων κατά της ελονοσίας, του HIV και της φυματίωσης, υπογραμμίζοντας τη σημασία της επιστημονικής έρευνας στον αγώνα για την υγεία.
Από τότε που αποχώρησε από τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου της Microsoft το 2000 και αργότερα από την προεδρία του ΔΣ το 2014, ο Γκέιτς έχει αφιερωθεί σχεδόν αποκλειστικά στο ίδρυμά του. Έχει αναφέρει συχνά ότι εμπνέεται από άλλους μεγιστάνες και δωρητές, όπως ο Γουόρεν Μπάφετ. Παράλληλα, δεν λείπουν οι επικριτές, οι οποίοι θεωρούν ότι χρησιμοποιεί το ίδρυμά του ως φορολογικό καταφύγιο και ότι ασκεί υπερβολική επιρροή στη διεθνή πολιτική υγείας. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, ο Γκέιτς απέκτησε σημαντική δημόσια παρουσία, με ορισμένες από τις δηλώσεις του για τα εμβόλια και τις στρατηγικές δημόσιας υγείας να προκαλούν έντονες αντιδράσεις.
ΝΕΑ ΑΓΓΛΙΑ – Παραμονή του Πάσχα, οι ντετέκτιβ στο αστυνομικό τμήμα του Ναραγκάνσετ στο Ρόουντ Άιλαντ είχαν ήδη αρχίσει έρευνες, όταν άρχισαν να καταφθάνουν μαζικά μηνύματα και τηλεφωνήματα. Όπως ανέφερε ο επιθεωρητής Μπρεντ Κούζμαν στην εφημερίδα The Epoch Times, οι πληροφορίες κατευθύνονταν προς μια ανώνυμη ανάρτηση στο Facebook, δημοσιευμένη σε ομάδα με την ονομασία «New England SK» — όπου τα αρχικά SK παραπέμπουν σε «serial killer» («κατά συρροή δολοφόνος»).
Η ταυτότητα του ατόμου που έκανε την ανάρτηση δεν κατέστη διαθέσιμη, ωστόσο το περιεχόμενό της υπαινισσόταν ότι έξι πτώματα είχαν θαφτεί σε όρθια θέση με κατεύθυνση προς τη θάλασσα, σε τοποθεσία γνωστή ως Black Point κοντά στην παραλία Σκάρμπορο. Παρότι η ίδια ανάρτηση ανέφερε ότι πρόκειται για έργο μυθοπλασίας, ο Κούζμαν θεώρησε ότι περιείχε αρκετά στοιχεία για να δικαιολογηθεί περαιτέρω διερεύνηση.
Στις 19 Απριλίου, τέσσερις ντετέκτιβ της τοπικής αστυνομίας και δύο ομάδες με σκυλιά ανίχνευσης πτωμάτων από την πολιτειακή αστυνομία του Ρόουντ Άιλαντ ξεκίνησαν έρευνες στα μονοπάτια και την παραλία της περιοχής Σκάρμπορο. Στο πλαίσιο αυτό, ζητήθηκε και η συνδρομή του FBI. Η έρευνα διήρκεσε 20 ώρες χωρίς να προκύψει κάποιο εύρημα.
Ο Κούζμαν ανέφερε ότι επιστρατεύτηκε ολόκληρο το τμήμα ερευνών για δύο ημέρες, με συνέπεια να ανασταλούν όλες οι άλλες υποθέσεις. Η περιοχή που ερευνήθηκε, είπε, ήταν εκτεταμένη. Η τελική εκτίμηση της αστυνομίας ήταν πως επρόκειτο «κατά 100%» για φάρσα. Ο δημιουργός της ανάρτησης, σύμφωνα με τις αρχές, την διέγραψε στη συνέχεια, ακύρωσε τον λογαριασμό του και παραμένει άγνωστος. Η αστυνομία δεν παρείχε αντίγραφο της ανάρτησης στην Epoch Times.
Το περιστατικό αποτελεί ένα μόνο κεφάλαιο σε μια υπόθεση όπου αληθινές δολοφονίες, θεωρίες συνωμοσίας και διαδικτυακές φάρσες αλληλοεπικαλύπτονται, όλα υπό τη σκιά της φημολογίας για έναν κατά συρροή δολοφόνο — που εντείνεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Με επιφύλαξη
Η δημόσια συζήτηση είχε αρχίσει μήνες νωρίτερα, μετά την ανακάλυψη 13 πτωμάτων ή σκελετικών καταλοίπων σε περιοχές του Κοννέκτικατ, της Μασσαχουσέτης και του Ρόουντ Άιλαντ, από τον Μάρτιο έως τον Απρίλιο. Η πλειονότητα των θυμάτων ήταν γυναίκες, εκ των οποίων δύο είχαν δηλωθεί ως αγνοούμενες από το 2024.
Στη Μασσαχουσέτη, τρεις υποθέσεις χαρακτηρίστηκαν ανθρωποκτονίες, οδηγώντας σε δύο διαφορετικές συλλήψεις με κατηγορίες για φόνο. Οι αιτίες θανάτου στις υπόλοιπες περιπτώσεις παραμένουν αδιευκρίνιστες ή αφορούν συνθήκες που δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν.
Η τοποθεσία κοντά σε ποδηλατόδρομο όπου η αστυνομία βρήκε το πτώμα της Μέγκαν Μέρεντιθ στο Σπρίνγκφιλντ της Μασαχουσέτης, στις 8 Μαΐου 2025. (Allan Stein/The Epoch Times)
Σε δύο υποθέσεις εντοπίστηκαν μερικά μόνο ανθρώπινα υπολείμματα.
Σύμφωνα με το τηλεοπτικό δίκτυο Boston25 News, στις 27 Μαρτίου ένας κυνηγός που αναζητούσε κέρατα ελαφιών ανακάλυψε τμήμα ανθρώπινου κρανίου στην Πλύμουθ της Μασσαχουσέτης. Η αστυνομία απέκλεισε την περιοχή και την ενέταξε σε ενεργή έρευνα. Την επόμενη μέρα ανακοινώθηκε επισήμως ότι «δεν υφίσταται απειλή για τη δημόσια ασφάλεια».
Στις 4 Μαΐου, εντοπίστηκε ένα οστό —πιθανόν ανθρώπινο— που μοιάζει με οστό ποδιού, κοντά στην κατοικία της τραγουδίστριας Τέιλορ Σουίφτ στο παραθαλάσσιο Γουέστερλι του Ρόουντ Άιλαντ. Τα λείψανα δεν έχουν ακόμη ταυτοποιηθεί.
Η Epoch Times επικοινώνησε με την τοπική αστυνομία για σχόλιο.
Συνδέοντας τα περιστατικά
Με κάθε νέο εύρημα, η δημόσια συζήτηση περί ενδεχόμενου κατά συρροή δολοφόνου φούντωνε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ορισμένοι χρήστες εξέφραζαν προβληματισμό για τη στάση των αρχών, θεωρώντας ότι παραγνωρίζεται το ενδεχόμενο ενός κοινού δράστη.
Σε μία χαρακτηριστική ανάρτηση αναφερόταν ότι, παρότι οι αρχές εξακολουθούσαν να απορρίπτουν το σενάριο ύπαρξης κατά συρροή δολοφόνου, αυτός ή αυτοί φαινόταν να γίνονται όλο και πιο τολμηροί — ίσως, όπως αναφέρεται σε ανάρτηση, να αναζητούν αναγνώριση.
Άλλος χρήστης σχολίασε πως, ενώ είναι κατανοητή η επιφύλαξη για πρόκληση πανικού, εντούτοις «η αστυνομία φαίνεται να αρνείται πεισματικά να εξετάσει καν το ενδεχόμενο». Σε ανάρτηση της 1ης Μαΐου αναφερόταν ότι ορισμένοι από τους νεκρούς ήταν πράγματι θύματα εγκληματικής ενέργειας, ενώ άλλοι έμοιαζαν περισσότερο με άτομα που είχαν παραδοθεί στους προσωπικούς τους δαίμονες.
Ο Κούζμαν δήλωσε πως δεν υφίστανται ενδείξεις που να συνδέουν τις υποθέσεις μεταξύ τους, ενώ κατηγόρησε τους χρήστες ότι επιλέγουν μόνο τα στοιχεία που υποστηρίζουν την ιδέα ενός κατά συρροή δολοφόνου. Όπως ανέφερε, αυτό το διαδικτυακό αφήγημα μοιάζει με προσπάθεια που ξεκινά από το συμπέρασμα και στη συνέχεια αναζητά δεδομένα για να το στηρίξει. Υπογράμμισε ότι [καμία αστυνομική υπηρεσία] δεν έχει αναφερθεί σε ύπαρξη πιθανού υπόπτου για κατά συρροή δολοφονίες στην περιοχή. Ωστόσο, παραδέχτηκε ότι η υπόθεση έχει αποκτήσει «δική της υπόσταση».
Στις 24 Απριλίου, ο εισαγγελέας της κομητείας Χάμπντεν, Άντονι Γκουλούνι, εξέδωσε ανακοίνωση μετά τον εντοπισμό μιας γυναίκας χωρίς τις αισθήσεις της σε ποδηλατόδρομο κοντά στο Μουσείο Καλαθοσφαίρισης στ0 Σπρίνγκφιλντ της Μασσαχουσέτης. Η γυναίκα, Μεγκαν Μέρεντιθ, 45 ετών, διαπιστώθηκε νεκρή λίγο μετά τις 8 το πρωί της 22ας Απριλίου. Οι αρχές χαρακτήρισαν τον θάνατό της ως ανθρωποκτονία.
Το Naismith Memorial Basketball Hall of Fame, κοντά στον ποδηλατόδρομο όπου η Μέγκαν Μέρεντιθ βρέθηκε αναίσθητη στις 22 Απριλίου. Σπρίνγκφιλντ της Μασσαχουσέτης, στις 8 Μαΐου 2025. (Allan Stein/The Epoch Times)
Ο Γκουλούνι ανέφερε πως οι αρχές κατανοούν την ανησυχία που προκαλούν τέτοιες πράξεις βίας και διαβεβαίωσε ότι κάθε υπόθεση ερευνάται διεξοδικά σε στενή συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές.
Παράλληλα, προέτρεψε το κοινό να επιδείξει προσοχή ως προς την αναπαραγωγή αναρτήσεων που διασπείρουν φόβο και παραπληροφόρηση. Επισήμανε ότι ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο τις εν εξελίξει έρευνες και να καλλιεργήσουν ένα αίσθημα πανικού που δεν αντανακλά την πλήρη εικόνα.
Κατά συρροή δολοφόνοι παντού
Ανησυχίες για αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που ισχυρίζονται ότι δρουν κατά συρροή δολοφόνοι σε διάφορες περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών έχουν εκφράσει πολλές αστυνομικές αρχές σε όλη τη χώρα. Οι διωκτικές αρχές ορίζουν ως κατά συρροή δολοφόνο εκείνον που διαπράττει τουλάχιστον δύο φόνους σε διαφορετικά περιστατικά. Συνήθως, το κίνητρο σχετίζεται με ψυχολογική ικανοποίηση, αναζήτηση έντονων εμπειριών, ανάγκη για προσοχή ή οικονομικό όφελος.
Στις 5 Δεκεμβρίου 2024, το γραφείο του σερίφη στην κομητεία Σαν Μπερναρντίνο κάλεσε τους πολίτες να αγνοήσουν σχετικές φήμες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τις οποίες χαρακτήρισε μέρος ενός απατηλού «σεναρίου» εθνικής εμβέλειας. Όπως ανέφερε σε ανάρτηση στο Facebook, «σε περίπτωση οποιασδήποτε πιθανής απειλής για την ασφάλειά σας ή για την ασφάλεια της κοινότητάς μας, θα σας ενημερώναμε άμεσα. Η ασφάλειά σας αποτελεί την απόλυτη προτεραιότητά μας».
Παρόμοια ανακοίνωση δημοσίευσε στις 9 Δεκεμβρίου 2024 η αστυνομία στην Οντέσα του Τέξας, μετά από αναρτήσεις που έκαναν λόγο για δήθεν κατά συρροή δολοφόνο «ο οποίος χτυπά πόρτες στην Οντέσα». Σύμφωνα με την ανάρτηση, «πρόκειται για ψευδείς ισχυρισμούς που αποσκοπούν στην πρόκληση αδικαιολόγητης αναστάτωσης στο κοινό».
Η αστυνομία του Ίστλαντ στο Τέξας αντιμετώπισε επίσης ανάλογους ισχυρισμούς, τους οποίους έκρινε ψευδείς, επισημαίνοντας ότι «δεν υπάρχει αξιόπιστη απειλή για την κοινότητά μας» και προσθέτοντας ότι αντίστοιχες αναρτήσεις έχουν εμφανιστεί σε διάφορες περιοχές με στόχο να σπείρουν τον πανικό.
Οι αρχές προέτρεψαν το κοινό να διασταυρώνει τις πληροφορίες με τις τοπικές αστυνομικές υπηρεσίες πριν τις κοινοποιεί.
Στις 31 Ιανουαρίου, η αστυνομία στο Κάμντεν της Νότιας Καρολίνας προειδοποίησε τους κατοίκους για απατηλές αναρτήσεις που κυκλοφορούσαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ανέφεραν ψευδώς ότι κατά συρροή δολοφόνοι δρούσαν σε πολλές πολιτείες.
Οι αναρτήσεις αυτές περιλάμβαναν τυχαία ονόματα και φωτογραφίες συλληφθέντων, ώστε να φαίνονται πειστικές. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, αφού αποκτήσουν ευρεία απήχηση, οι αναρτήσεις τροποποιούνται για να προωθήσουν απάτες, όπως ψευδείς αγγελίες ακινήτων ή συνδέσμους ηλεκτρονικού «ψαρέματος».
Οι αρχές κάλεσαν το κοινό να μην κοινοποιεί και να μην αλληλεπιδρά με τέτοιου είδους περιεχόμενο. Τόνισαν επίσης τη σημασία της ενημέρωσης από έγκυρες πηγές.
Λουλούδια τοποθετούνται στην πινακίδα του Αστυνομικού Τμήματος της Οδησσού του Τέξας μετά από ένα φονικό μπαράζ πυροβολισμών. Οδησσός του Τέξας, 1η Σεπτεμβρίου 2019. (Cengiz Yar/Getty Images)
Σύμφωνα με τον οργανισμό World Population Review, οι ανθρωποκτονίες που σχετίζονται με κατά συρροή δολοφόνους αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 1% των συνολικών ανθρωποκτονιών. Από τη δεκαετία του 1990, το φαινόμενο παρουσιάζει πτωτική τάση. Κατά την περίοδο 1992–2019, η Καλιφόρνια κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων με 1.777, ακολουθούμενη από το Τέξας με 984 και τη Φλόριντα με 933. Την πρώτη πεντάδα συμπληρώνουν το Ιλινόι και η Νέα Υόρκη.
Παραπλανώντας τις διωκτικές αρχές
Η διάδοση ή η συζήτηση ψευδών πληροφοριών ή φημών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν θεωρείται γενικά έγκλημα σύμφωνα με τον ομοσπονδιακό νόμο. Ωστόσο, μπορεί να επιφέρει νομικές συνέπειες εάν γίνεται με κακόβουλο σκοπό ή προκαλεί βλάβη. Βάσει του Τίτλου 18 του U.S. Code 1038, γνωστού ως Νόμος για ψευδείς πληροφορίες και φάρσες, αποτελεί ομοσπονδιακό αδίκημα η εκούσια μετάδοση ψευδών ή παραπλανητικών δηλώσεων σχετικά με σοβαρή κρίση, με σκοπό την πρόκληση φόβου και πανικού.
Ο ντετέκτιβ Κούζμαν επισήμανε πως η ανώνυμη ανάρτηση στο Facebook, που ανέφερε έναν τάφο στο Νάραγκανσετ, φαινόταν να είχε σκοπό να προκαλέσει αντιδράσεις στους χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Παρόλα αυτά, οι ερευνητές κατέληξαν ότι δεν συνιστούσε ποινικό αδίκημα.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, η παραπλάνηση μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να οδηγήσει σε ποινικές κατηγορίες.
Στις 25 Μαΐου, σώμα ενόρκων στην κομητεία Ναβάχο απήγγειλε κατηγορίες σε βάρος γυναίκας από το Σόου Λοου της Αριζόνα, σχετικά με την εξαφάνιση του 16χρονου Τζάρετ Μπρουκς, ο οποίος αγνοείται από τις 4 Ιουλίου 2023.
Η Μόλλυ Όττμαν, 50 ετών, κατηγορήθηκε για παρεμπόδιση έρευνας και για δόλιες ενέργειες, καθώς φέρεται να επικοινώνησε με τις αρχές αναφέροντας αναρτήσεις από λογαριασμό στο Reddit που υποστήριζε ότι ανήκε στον πατέρα του αγοριού.
Η εφαρμογή Reddit εμφανίζεται σε ένα κινητό τηλέφωνο στις 13 Ιουλίου 2021. (Dado Ruvic/Illustration/Reuters)
Οι διωκτικές αρχές έκαναν έρευνες στην κατοικία του πατέρα και στα γραφεία ιδιωτικού ντετέκτιβ που είχε προσλάβει η οικογένεια του Μπρουκς στην περιοχή του Φοίνιξ, σύμφωνα με την Εισαγγελία της κομητείας Ναβάχο.
Περαιτέρω έρευνες οδήγησαν τις αρχές στο συμπέρασμα ότι η Όττμαν πιθανόν δημιούργησε η ίδια τον λογαριασμό και ανήρτησε το ψευδές περιεχόμενο.
Κυνηγώντας ένα αφήγημα
Ως παραθαλάσσια κοινότητα με πληθυσμό λίγο πάνω από 14.000 κατοίκους, το Νάραγκανσετ αποτελεί δημοφιλή προορισμό ενοικίασης για φοιτητές του Πανεπιστημίου του Ρόουντ Άιλαντ.
Τρεις εβδομάδες μετά την ανώνυμη ανάρτηση στο Facebook, ο Κούζμαν λάμβανε τηλεφωνήματα από κατοίκους και γονείς ανήσυχους για την ασφάλεια των παιδιών τους. Το αστυνομικό τμήμα απάντησε δύο φορές μέσω της σελίδας του στο Facebook.
Ο Κούζμαν δήλωσε στην Epoch Times πως εργάζεται στον τομέα επί 15 χρόνια και του φάνηκε εντυπωσιακό το περιεχόμενο της ανάρτησης, ειδικά καθώς κυκλοφορούσαν ήδη φήμες για πιθανό κατά συρροή δολοφόνο. Εξήγησε πως οι κάτοικοι είχαν επενδύσει συναισθηματικά και «κυνήγησαν το θέμα», χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει ποιο ήταν πρώτα, αν οι φήμες ή η κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης.
Υπενθύμισε πως έχουν υπάρξει κατά συρροή δολοφόνοι στη Νέα Αγγλία στο παρελθόν, αλλά η υπόθεση κλιμακώθηκε λόγω των σωμάτων που έβρισκαν.
Ο Κούζμαν και άλλοι αξιωματούχοι των διωκτικών αρχών αναγνώρισαν τα πλεονεκτήματα που προσφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις αστυνομικές έρευνες. Σημείωσε πως όταν υπάρχει ανησυχία στο κοινό μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, η αστυνομία οφείλει να διερευνά, αλλά χωρίς να υπερβάλλει στην ανταπόκριση, καθώς αυτό μπορεί να ωφελήσει τους δημιουργούς ψευδών ειδήσεων.
Είναι σημαντικό να ισορροπηθεί η δημόσια ασφάλεια με την αντίδραση.
Σύγκρινε την κατάσταση με την πυροσβεστική που ανταποκρίνεται σε ψευδή συναγερμό σε σχολείο. Η μη ανταπόκριση, είπε, μπορεί να οδηγήσει σε αρνητικές συνέπειες, όπως απώλεια εμπιστοσύνης στην ασφάλεια του κοινού. Τόνισε ότι δεν θέλουν να γίνουν η υπηρεσία που δεν κάνει τίποτα επειδή κάτι ακουγόταν απίθανο.
Η εκπρόσωπος της FBI στο Μπόστον, Κρίστεν Σετέρα, δήλωσε στην Epoch Times ότι η υπηρεσία γνωρίζει τις φήμες αλλά δεν δίνει βαρύτητα σε διαδικτυακές φήμες. Επιβεβαίωσε πως προς το παρόν δεν υπάρχει γνωστή απειλή για τη δημόσια ασφάλεια.
Το δημαρχείο στο Σπρίνγκφιλντ της Μασσαχουσέτης, στις 8 Μαΐου 2025. (Allan Stein/The Epoch Times)
Ο Φρανκ Φρέντερικσον, διευθυντής της Ένωσης Αρχηγών Αστυνομίας της Νέας Αγγλίας, χαρακτήρισε την κατάσταση «δίλημμα» για τις διωκτικές αρχές.Επισήμανε πως εγείρεται το ζήτημα ισορροπίας μεταξύ της ελευθερίας του λόγου και της δημόσιας ασφάλειας, αφού τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να είναι τόσο χρήσιμο εργαλείο όσο και δυνητικός κίνδυνος. Όταν χρησιμοποιούνται υπεύθυνα, έχουν αποδειχθεί πολύτιμα, ανέφερε.
Παράλληλα, οι ερευνητές αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις όταν διακινούνται ψευδή στοιχεία, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν φόβο στην κοινότητα.
Ο Φρέντερικσον, πρώην αρχηγός αστυνομίας στο Γιαρμάουθ της Μασσαχουσέτης, παρατήρησε πως οι χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης συχνά αισθάνονται την ανάγκη να καλύψουν το κενό πληροφοριών όταν οι αρχές δεν μπορούν να κοινοποιήσουν λεπτομέρειες στο κοινό.
Ανέφερε χαρακτηριστικά πως το δίλημμα για τις αρχές είναι το πόσες πληροφορίες να δημοσιοποιηθούν χωρίς να θέσουν σε κίνδυνο την υπόθεση, περιγράφοντας την κατάσταση ως «ό,τι και να κάνεις, θα βγεις χαμένος».
Θανάσιμη έλξη
Ο Ντέιβιντ Γκερτζοφ Ρίτσαρντ, καθηγητής δημοσίων σχέσεων στο Emerson College της Βοστώνης, πιστεύει πως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εκμεταλλεύονται τη δημόσια γοητεία με το θάνατο. Ανέφερε πως υπάρχει έντονο ενδιαφέρον για υποθέσεις με υψηλό προφίλ, όπως δολοφονίες σε δίκη ή πρόσφατα γεγονότα. «Αν είναι γύρω από έναν πιθανό κατά συρροή δολοφόνο στην περιοχή μας, αυτό τραβάει τα βλέμματα, αποκτά δυναμική και διαδίδεται», εξήγησε.
Όταν το πλήθος αρχίζει να μοιράζεται τέτοιες ειδήσεις, δημιουργείται θόρυβος και μαζική ανησυχία, με αποτέλεσμα να αυξάνονται τα τηλεφωνήματα στις διωκτικές αρχές από ανήσυχους πολίτες. Έτσι ξεκινά όλη αυτή η διαδικασία.
Ανέφερε ως παράδειγμα την επίθεση στον Μαραθώνιο της Βοστώνης στις 15 Απριλίου 2013, όταν «διαδικτυακοί ντετέκτιβ» κατέκλυσαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με θεωρίες για πιθανούς δράστες και κίνητρα. «Αυτά ενισχύονται μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Όλοι γνωρίζουμε ότι δεν πρέπει να φωνάζουμε ‘φωτιά’ σε ένα θέατρο, γιατί η πρόκληση πανικού ποτέ δεν είναι καλή».
Ερευνητέςεξετάζουν τον τόπο του εγκλήματος στην οδό Μπόιλστον μετά τη βομβιστική επίθεση στον Μαραθώνιο της Βοστώνης στις 16 Απριλίου 2013. (Darren McCollester/Getty Images)
Τόνισε την ανάγκη αξιολόγησης της αξιοπιστίας των πληροφοριών και των πηγών τους. Αυτοί οι «διαδικτυακοί ντετέκτιβ», σχολίασε, αναζητούν ό,τι θέλουν να βρουν, δεν είναι ούτε αστυνομικοί ούτε δημοσιογράφοι, αλλά άνθρωποι που μπορεί να κάθονται στον καναπέ του υπόγειου της μητέρας τους προσπαθώντας να λύσουν το μυστήριο.
Το δικηγορικό γραφείο ABT στην Ατλάντα αναγνωρίζει πως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορούν να είναι ωφέλιμα αλλά και επιζήμια για τις διωκτικές αρχές, ανάλογα με την περίπτωση. Σε έκθεσή του, ανέφερε πως στην εποχή όπου η συμμετοχή της κοινότητας μπορεί να είναι τόσο απλή όσο ένα κλικ ή μια κοινοποίηση, οι αρχές αξιοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να ζητήσουν βοήθεια στο να διαλευκανθούν εγκλήματα. Υπάρχουν πολλά επιτυχημένα παραδείγματα, όπου υποθέσεις έχουν λυθεί χάρη στην ενεργή ανταπόκριση πολιτών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ωστόσο, η έκθεση υπογραμμίζει και τους κινδύνους, αφού η παραπληροφόρηση μπορεί να διαδοθεί γρήγορα, να περιπλέξει τις έρευνες και μερικές φορές να προκαλέσει αδικαιολόγητη υποψία ή πανικό. Κατά συνέπεια, οι διωκτικές αρχές πρέπει να χειρίζονται αυτά τα ζητήματα με προσοχή, διασφαλίζοντας ότι οι εκκλήσεις τους για βοήθεια στο κοινό είναι μετρημένες, νόμιμες και σέβονται την εμπιστοσύνη της κοινότητας.
Προσεκτικά βήματα
Ο Κούζμαν ανέφερε ότι το τμήμα του είχε την τύχη η διεξαγωγή της δίηρης έρευνας να μην απαιτήσει υπερωρίες ή δαπάνες για εξειδικευμένο εξοπλισμό. Όπως και τα περισσότερα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, πιστεύει πως η αφήγηση γύρω από έναν κατά συρροή δολοφόνο τελικά θα υποχωρήσει μπροστά σε πιο λογικές εξηγήσεις, καθώς οι ερευνητές συγκεντρώνουν περισσότερα στοιχεία.
Παράλληλα, καλεί το κοινό να θυμάται την ανθρώπινη πλευρά των θυμάτων. «Ήταν άνθρωποι. Είχαν αγαπημένα πρόσωπα», τόνισε.
«Όταν μιλάμε για αυτούς, πρέπει να θυμόμαστε ότι ήταν άνθρωποι. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε το ανθρώπινο στοιχείο.»
Το FBI κατονόμασε τον ύποπτο για μια βίαιη επίθεση στο Μπόλντερ του Κολοράντο, ως τον Μοχάμεντ Σάμπρι Σολιμάν, 45 ετών, ο οποίος φέρεται να χρησιμοποίησε ένα φλογοβόλο και έναν εμπρηστικό μηχανισμό για να στοχεύσει φιλοϊσραηλινούς διαδηλωτές στο κέντρο του Μπόλντερ την Κυριακή.
Ο Λευκός Οίκος δήλωσε ότι ο Σολιμάν ήταν παράνομος μετανάστης που είχε παραμείνει μετά την λήξη της βίζας του.
«Η κυβέρνηση Μπάιντεν χορήγησε στον αλλοδαπό βίζα και στη συνέχεια, όταν παρέμεινε παράνομα, του έδωσαν άδεια εργασίας», δήλωσε ο Στίβεν Μίλερ, αναπληρωτής επικεφαλής του προσωπικού του Λευκού Οίκου για την πολιτική και σύμβουλος Εσωτερικής Ασφάλειας, σε μια ανάρτηση στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X.
«Τέλος στην εχθρική μετανάστευση. Κρατήστε τους έξω και στείλτε τους πίσω», πρόσθεσε.
«Αυτή η επίθεση συνέβη σε μια τακτικά προγραμματισμένη εβδομαδιαία ειρηνική εκδήλωση», δήλωσε εκπρόσωπος του FBI σε συνέντευξη Τύπου, αναφερόμενος σε μια διαδήλωση της ομάδας «Τρέξτε για τη ζωή τους», η οποία πιέζει για την απελευθέρωση ομήρων που εξακολουθούν να κρατούνται από την τρομοκρατική ομάδα Χαμάς.
Ο εκπρόσωπος είπε ότι ο ύποπτος «χρησιμοποίησε ένα αυτοσχέδιο φλογοβόλο και πέταξε έναν εμπρηστικό μηχανισμό στο πλήθος» και ακούστηκε να φωνάζει «Ελευθερώστε την Παλαιστίνη» κατά τη διάρκεια της επίθεσης.
«Ως αποτέλεσμα αυτών των προκαταρκτικών γεγονότων, είναι σαφές ότι πρόκειται για στοχευμένη πράξη βίας και το FBI το διερευνά ως τρομοκρατική πράξη», δήλωσε ο εκπρόσωπος.
Έξι θύματα, ηλικίας 67 έως 88 ετών, έχουν νοσηλευτεί. Αρκετά τετράγωνα στο κέντρο του Μπόλντερ παραμένουν κλειστά και ελέγχονται από ομάδες πυροτεχνουργών και μονάδες K-9, ανέφεραν οι τοπικές αρχές.
Ο Γενικός Εισαγγελέας του Κολοράντο, Φιλ Γουάιζερ, χαρακτήρισε την επίθεση ως έγκλημα μίσους.
«Οι άνθρωποι μπορεί να έχουν διαφορετικές απόψεις για τα παγκόσμια γεγονότα και τη σύγκρουση Ισραήλ-Χαμάς, αλλά η βία δεν είναι ποτέ η απάντηση στην επίλυση των διαφορών», δήλωσε ο Γουάιζερ. «Όλοι έχουμε το δικαίωμα να συναθροιζόμαστε ειρηνικά και την ελευθερία να εκφράζουμε τις απόψεις μας. Αλλά αυτές οι βίαιες πράξεις — οι οποίες γίνονται όλο και πιο συχνές, θρασύτατες και πιο κοντά στο σπίτι — πρέπει να σταματήσουν και όσοι διαπράττουν αυτές τις φρικτές πράξεις πρέπει να λογοδοτήσουν πλήρως».
Ο αρχηγός της αστυνομίας του Μπόλντερ, Στίβεν Ρέντφιρν, δήλωσε στους δημοσιογράφους κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου ότι περίπου στις 1:26 μ.μ. τοπική ώρα, άρχισαν να δέχονται κλήσεις «που έδειχναν ότι υπήρχε ένας άνδρας με όπλο και ότι άνθρωποι πυρπολούνταν».
«Όταν φτάσαμε, συναντήσαμε πολλά θύματα που είχαν τραυματιστεί, με τραύματα που συνάδουν με εγκαύματα και άλλους τραυματισμούς», είπε.
Ο Ρέντφιρν ανέφερε ότι πολλά άτομα που βρίσκονταν στο σημείο υπέδειξαν τον ύποπτο στους αστυνομικούς και ότι ο ύποπτος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο «με κάποια ελαφρά τραύματα».
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στις 30 Μαΐου ότι η Κίνα «παραβίασε πλήρως» τη συμφωνία που είχε συνάψει με τις Ηνωμένες Πολιτείες, λίγες μόλις εβδομάδες μετά την κοινή απόφαση για αναστολή της αύξησης των δασμών.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ο Τραμπ υποστήριξε ότι οι δασμοί ύψους 145% που είχε επιβάλει στις κινεζικές εισαγωγές είχαν καταστήσει «σχεδόν αδύνατο» για την Κίνα να συνεχίσει τις εμπορικές σχέσεις με τις ΗΠΑ. Όπως ανέφερε, είχε προτείνει συμφωνία στο Πεκίνο προκειμένου να το προστατεύσει, επικαλούμενος αναφορές για κοινωνικές αναταραχές στο εσωτερικό της χώρας.
Ο ίδιος σημείωσε ότι «πριν από δύο εβδομάδες η Κίνα βρισκόταν σε σοβαρό οικονομικό κίνδυνο», κάνοντας λόγο για κλειστά εργοστάσια και «αναταραχή», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά. Δήλωσε ότι η απόφασή του να επιδιώξει μια ταχεία συμφωνία είχε στόχο να αποτραπεί μια πολύ αρνητική εξέλιξη για τη χώρα, προσθέτοντας ότι «δεν ήθελε να δει να συμβαίνει κάτι τέτοιο».
Στις 12 Μαΐου, οι δύο πλευρές συμφώνησαν στη σημαντική μείωση των δασμών που είχαν επιβληθεί από τις 2 Απριλίου, για περίοδο 90 ημερών, γεγονός που προκάλεσε θετική αντίδραση στις αγορές.
Σύμφωνα με τον Τραμπ, εξαιτίας αυτής της συμφωνίας η κατάσταση σταθεροποιήθηκε άμεσα και η Κίνα επανήλθε στην κανονικότητα, ενώ όλοι ήταν ικανοποιημένοι. Ωστόσο, εξέφρασε την απογοήτευσή του λέγοντας ότι το Πεκίνο «παραβίασε πλήρως» τους όρους, καταλήγοντας ότι «έτσι εκτίμησαν την καλοσύνη μου».
Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Οβάλ Γραφείο, ο Τραμπ δήλωσε ότι το Πεκίνο είχε παραβιάσει «ένα μεγάλο μέρος» της συμφωνίας και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο συνέχισης των διαπραγματεύσεων με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ. Υποστήριξε ότι βοήθησε την Κίνα επειδή αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα λόγω της παύσης ενός τεράστιου όγκου εμπορικής δραστηριότητας και εκτίμησε πως θα συνομιλήσει εκ νέου με τον Σι ώστε να επιλυθεί το ζήτημα.
Ο εκπρόσωπος του Αμερικανού Εμπορικού Αντιπροσώπου, Τζέιμι Γκριρ, δήλωσε στο CNBC ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παρακολουθούν στενά την κινεζική συμμόρφωση και εξέφρασε «σοβαρή ανησυχία» για την κατάσταση. Όπως είπε, η Ουάσιγκτον τήρησε πλήρως τις δεσμεύσεις της, ενώ η κινεζική πλευρά προχωρά αργά και απρόθυμα στην εφαρμογή των δικών της, κάτι που χαρακτήρισε «εντελώς απαράδεκτο». Ο Γκριρ ανέφερε ότι είναι επαναλαμβανόμενο φαινόμενο η Κίνα να μην εφαρμόζει τις συμφωνίες της και να αποφεύγει να ανοίξει την οικονομία της, όπως έχει υποσχεθεί.
Ο ίδιος υπενθύμισε ότι το Πεκίνο ήταν η μόνη κυβέρνηση που είχε αντιδράσει στους αρχικούς αμερικανικούς δασμούς, περιορίζοντας τις εξαγωγές σπάνιων γαιών και θέτοντας αμερικανικές εταιρείες σε λίστα αποκλεισμού. Μετά τη συμφωνία της Γενεύης στις 12 Μαΐου, παρατηρείται βραδύτητα στην άρση αυτών των αντιμέτρων, σύμφωνα με τον ίδιο.
Ο Γκριρ σημείωσε ότι δεν έχει αποκατασταθεί η ροή κρίσιμων ορυκτών από την Κίνα προς άλλες περιοχές, όπως την Ευρώπη, την Ιαπωνία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως προβλεπόταν.
Ο αναπληρωτής προσωπάρχης του Λευκού Οίκου, Στίβεν Μίλερ, ανέφερε στους δημοσιογράφους στις 30 Μαΐου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να προβούν σε ενέργειες ως απάντηση στην παραβίαση της συμφωνίας. Όπως είπε, αμέσως μετά τη συμφωνία της Γενεύης οι ΗΠΑ προχώρησαν σε προσαρμογές των δασμών, αλλά η Κίνα δεν τήρησε τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει. Σύμφωνα με τον Μίλερ, αυτό δίνει τη δυνατότητα στην Ουάσιγκτον να αναλάβει πρωτοβουλίες ώστε να διασφαλίσει τη μελλοντική συμμόρφωση του Πεκίνου.
Παράλληλα, τόνισε ότι ο Τραμπ εξακολουθεί να ελπίζει πως η Κίνα θα ανοίξει την αγορά της σε αμερικανικές επιχειρήσεις, όπως οι ΗΠΑ έχουν διατηρήσει ανοιχτή την αγορά τους για κινεζικά προϊόντα «εδώ και πολύ καιρό».
Στις 19 Μαΐου, μία εβδομάδα μετά την «εκεχειρία», η Κίνα επέβαλε δασμούς αντιντάμπινγκ σε πλαστικά προϊόντα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ιαπωνία και την Ταϊβάν, με τις αμερικανικές εξαγωγές να επιβαρύνονται με τους υψηλότερους δασμούς, που έφτασαν το 74,9%.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι το Πεκίνο ενδέχεται να μην τηρήσει τις συμφωνίες, επικαλούμενοι το ιστορικό της κινεζικής ηγεσίας κατά την πρώτη θητεία Τραμπ. Επιπλέον, η Κίνα δεν περιόρισε, όπως είχε υποσχεθεί, τις εξαγωγές πρόδρομων χημικών για την παραγωγή φαιντανύλης, επικαλούμενη ως αιτία την παρέμβαση των ΗΠΑ σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την αναγνώριση της Ταϊβάν.
Σε δημόσιες τοποθετήσεις σε διεθνή μέσα, εκπρόσωποι της Κίνας ισχυρίζονται ότι η χώρα συμμορφώνεται με τους διεθνείς εμπορικούς κανόνες. Στο εσωτερικό της χώρας, ωστόσο, αξιωματούχοι του Κομμουνιστικού Κόμματος δηλώνουν ότι είναι πρόθυμοι να αντισταθούν στις ΗΠΑ, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται «λιμούς», υιοθετώντας ρητορική της εποχής του Μάο Τσετούνγκ.
Την ίδια στιγμή, η νομιμότητα των δασμών του Τραμπ εξετάζεται από τα αμερικανικά δικαστήρια. Στις 28 Μαΐου, το Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου ακύρωσε σημαντικό αριθμό των δασμών, κρίνοντας ότι ο πρόεδρος δεν είχε την εξουσιοδότηση να κάνει χρήση της διάταξης περί έκτακτης ανάγκης με τον τρόπο που το έκανε. Την επομένη, εφετείο επανέφερε προσωρινά τους δασμούς ενόσω εξετάζεται η υπόθεση. Αξιωματούχοι της κυβέρνησης και νομικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι ο πρόεδρος διαθέτει και άλλες νομικές οδούς για την επιβολή δασμών εφόσον η παρούσα προσβληθεί οριστικά.
Η 90ήμερη παύση στην επιβολή νέων δασμών έχει στόχο να διευκολύνει περαιτέρω διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, στις 29 Μαΐου, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσσεντ, δήλωσε στο Fox News ότι οι συνομιλίες με την Κίνα βρίσκονται σε «μερική στασιμότητα». Εξέφρασε την εκτίμηση ότι ενδέχεται να υπάρξει τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ Τραμπ και Σι, τονίζοντας ότι, λόγω του μεγέθους και της πολυπλοκότητας των διαπραγματεύσεων, είναι απαραίτητη η άμεση εμπλοκή των δύο ηγετών. Εξέφρασε τέλος τη βεβαιότητα ότι το Πεκίνο θα επιστρέψει στο τραπέζι των συνομιλιών όταν ο Τραμπ καταστήσει σαφείς τις προθέσεις του.
ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ—Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έδωσε συνέντευξη Τύπου στο Οβάλ Γραφείο στις 30 Μαΐου μαζί με τον Ίλον Μασκ για να σηματοδοτήσει το τέλος της θητείας του δισεκατομμυριούχου επιχειρηματία ως επικεφαλής του Τμήματος Αποδοτικότητας της Κυβέρνησης (DOGE).
Ο Τραμπ ευχαρίστησε τον Μασκ, περιγράφοντας το έργο του ως «το πιο σαρωτικό και σημαντικό πρόγραμμα κυβερνητικής μεταρρύθμισης» και είπε ότι «έχει αλλάξει τη νοοτροπία πολλών ανθρώπων».
Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η θητεία του ως ειδικού υπαλλήλου της κυβέρνησης έληξε την Παρασκευή, ο Μασκ δήλωσε ότι η εργασία του με το DOGE και την ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα συνεχιστεί.
«Αυτό δεν είναι το τέλος του DOGE, αλλά στην πραγματικότητα η αρχή», είπε ο Μασκ.
Ο Τραμπ επιβεβαίωσε ότι ο Μασκ θα συνεχίσει να τον συμβουλεύει κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του στον Λευκό Οίκο.
«Ο Ίλον δεν φεύγει πραγματικά. Θα πηγαινοέρχεται», είπε ο Τραμπ. «Έχω την αίσθηση — είναι κάτι που έφτιαξε και νομίζω ότι θα κάνει πολλά πράγματα».
Ο Μασκ συνέκρινε το DOGE με τον Βουδισμό.
«Είναι σαν τρόπος ζωής. Έτσι, διαπερνά όλη την κυβέρνηση και είμαι βέβαιος ότι με την πάροδο του χρόνου, θα δούμε ένα τρισεκατομμύριο δολάρια εξοικονόμησης και μείωση σε ένα τρισεκατομμύριο δολάρια μείωσης της σπατάλης και της απάτης».
Ο διευθύνων σύμβουλος της τεχνολογίας δήλωσε ότι ελπίζει να συνεχίσει να συνεργάζεται με τον Τραμπ στο μέλλον.
«Ανυπομονώ να συνεχίσω να είμαι φίλος και σύμβουλος του προέδρου», είπε ο Μασκ.
Ο Μασκ αναγνώρισε την κριτική που αντιμετώπισε για την εργασία του με την κυβέρνηση Τραμπ, λέγοντας: «Αυτό που νομίζαμε ότι συνέβαινε ήταν ότι αν υπήρχαν περικοπές οπουδήποτε, τότε οι άνθρωποι θα υπέθεταν ότι έγιναν από το DOGE. Και έτσι γίναμε… ουσιαστικά ο μπαμπούλας DOGE, όπου οποιαδήποτε περικοπή οπουδήποτε θα αποδιδόταν στο DOGE».
Ο Τραμπ διόρισε τον Μασκ να ηγηθεί του DOGE κατά τη δημιουργία του στις 20 Ιανουαρίου, όταν ο πρόεδρος υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα για τη σύσταση της συμβουλευτικής επιτροπής για την εξάλειψη της σπατάλης στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Έκτοτε, το DOGE έχει υποστηρίξει τη χρηματοδότηση περικοπών και απολύσεων σε μια σειρά ομοσπονδιακών υπηρεσιών και ο Μασκ έχει αντιμετωπίσει κριτική από τους Δημοκρατικούς και ορισμένους Ρεπουμπλικάνους για το έργο του στην ηγεσία της ομάδας.
Το διάταγμα του Τραμπ όρισε τον Μασκ ως «ειδικό κυβερνητικό υπάλληλο», μια θέση που περιορίζεται σε θητεία 130 ημερών πριν από τη λήξη της σύμβασης. Αυτό σήμαινε ότι η θητεία του Μασκ στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα έληγε την Παρασκευή.
Ο διευθύνων σύμβουλος της τεχνολογίας είχε δηλώσει την περασμένη εβδομάδα ότι θα αποχωρούσε σύντομα από την κυβέρνηση για να συνεχίσει να εργάζεται στις διάφορες εταιρείες του, συμπεριλαμβανομένων των SpaceX και Tesla, όλο το εικοσιτετράωρο, αφού η πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X αντιμετώπισε ένα εκτεταμένο μπλακ άουτ που επηρέασε δεκάδες χιλιάδες χρήστες.
Την Τετάρτη, ο Μασκ επιβεβαίωσε ότι σύντομα θα αποχωρούσε από την κυβέρνηση Τραμπ μετά από μήνες που διηύθυνε το DOGE.
«Καθώς η προγραμματισμένη μου θητεία ως Ειδικός Κυβερνητικός Υπάλληλος φτάνει στο τέλος της, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Πρόεδρο @realDonaldTrump για την ευκαιρία να μειώσω τις σπάταλες δαπάνες», έγραψε ο Μασκ στο X. «Η αποστολή @DOGE θα ενισχυθεί μόνο με την πάροδο του χρόνου, καθώς θα γίνει τρόπος ζωής σε όλη την κυβέρνηση».
Ο Μασκ ήταν επίσης κορυφαίος χορηγός της προεδρικής υποψηφιότητας του Τραμπ το 2024, δωρίζοντας περίπου 288 εκατομμύρια δολάρια για να υποστηρίξει την καμπάνια του.
Ο Τραμπ ανακοίνωσε τη συνέντευξη Τύπου της Παρασκευής σε μια ανάρτηση στο Truth Social στις 29 Μαΐου, γράφοντας: «Αυτή θα είναι η τελευταία του μέρα, αλλά όχι πραγματικά, γιατί θα είναι πάντα μαζί μας, βοηθώντας σε όλη τη διαδρομή. Ο Ίλον είναι καταπληκτικός! Τα λέμε αύριο στον Λευκό Οίκο».
Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο DOGE, ο Μασκ υποστήριξε απότομες περικοπές στις ομοσπονδιακές δαπάνες, κάτι που τον έφερε πρόσφατα σε αντίθεση με τους Ρεπουμπλικάνους του Κογκρέσου όταν επέκρινε τον νόμο One Big Beautiful Bill Act του Τραμπ.
Μιλώντας στο «CBS Sunday Morning» σε ένα επεισόδιο που προβλήθηκε την 1 Ιουνίου, ο Μασκ δήλωσε ότι ήταν απογοητευμένος από το νομοσχέδιο λόγω του πόσο προβλέπεται να αυξήσει το έλλειμμα του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού και του πώς «υπονομεύει το έργο που κάνει η ομάδα DOGE».
«Νομίζω ότι ένα νομοσχέδιο μπορεί να είναι μεγάλο ή μπορεί να είναι όμορφο, αλλά δεν ξέρω αν μπορεί να είναι και τα δύο», είπε ο Μασκ.
Κορυφαίοι Ρεπουμπλικάνοι του Κογκρέσου απάντησαν ότι το νομοσχέδιο αφορά τις υποχρεωτικές δαπάνες, ενώ οι περικοπές του DOGE επικεντρώνονται σε διακριτικά κεφάλαια.
Για να βάλει σε πρόγραμμα τις αποταμιεύσεις του DOGE, ο Λευκός Οίκος θα στείλει την επόμενη εβδομάδα στο Κογκρέσο αίτημα για την ανάκτηση 9,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων από προηγουμένως διατεθέντα κεφάλαια για τα δημόσια μέσα ενημέρωσης και την ξένη βοήθεια.
Πριν από τη συνέντευξη Τύπου της Παρασκευής, ο Λευκός Οίκος δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Το DOGE Κερδίζει» για το X, στο οποίο περιγράφονται οι διάφορες προσπάθειες της συμβουλευτικής επιτροπής κατά τη διάρκεια της θητείας του Μασκ.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανακοίνωσε στις 30 Μαΐου ότι οι δασμοί στον εισαγόμενο χάλυβα και αλουμίνιο θα διπλασιαστούν, φθάνοντας το 50%.
Κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης στο εργοστάσιο Irvin Works της U.S. Steel Corporation στη δυτική Πενσιλβάνια, ο Τραμπ ανέφερε πως πρόκειται να επιβληθεί αύξηση της τάξης του 25% επί των ήδη υφιστάμενων δασμών, με αποτέλεσμα ο συνολικός δασμός για τον εισαγόμενο χάλυβα στις Ηνωμένες Πολιτείες να φθάσει το 50%. Η συγκέντρωση πραγματοποιήθηκε με αφορμή την ανακοίνωση της νέας συνεργασίας της U.S. Steel με την ιαπωνική Nippon Steel.
Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Τραμπ διευκρίνισε ότι η αύξηση των δασμών αφορά και τα προϊόντα αλουμινίου, ενώ επεσήμανε ότι τα νέα μέτρα θα τεθούν σε ισχύ από τις 4 Ιουνίου.
Στην ομιλία του, τόνισε πως η αύξηση των δασμών θα ενισχύσει περαιτέρω τη θωράκιση της αμερικανικής χαλυβουργίας, προσθέτοντας ότι κανείς δεν θα μπορέσει να παρακάμψει αυτά τα μέτρα.
Δεκάδες εργαζόμενοι της U.S. Steel δήλωσαν στην εφημερίδα The Epoch Times ενθουσιασμένοι για τη νέα συνεργασία και αισιόδοξοι για μελλοντικές ευκαιρίες. Ο Ματ Άλμπενς χαρακτήρισε τη συμφωνία «εξαιρετική», σημειώνοντας πως είναι κάτι που χρειάζεται η χώρα.
Στην εκδήλωση παρευρέθηκαν και εκπρόσωποι της Nippon Steel, με τον αντιπρόεδρο Τακαχίρο Μόρι να δηλώνει ότι η εταιρεία θα επενδύσει για να μεταμορφώσει τη U.S. Steel σε διεθνές επίπεδο. Ο ίδιος κάλεσε τους εργαζομένους να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να δημιουργήσουν την κορυφαία χαλυβουργία στην Αμερική και στον κόσμο.
Ο Τραμπ είχε ανακοινώσει στις 23 Μαΐου ότι η συμφωνία προβλέπει τη διατήρηση της έδρας της U.S. Steel στο Πίτσμπουργκ, τη δημιουργία τουλάχιστον 70.000 θέσεων εργασίας και συνολική οικονομική συμβολή 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην αμερικανική οικονομία. Υπενθυμίζεται ότι η Nippon είχε επιχειρήσει να εξαγοράσει τη U.S. Steel έναντι 14,9 δισ. δολαρίων τον Δεκέμβριο του 2023.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στο εργοστάσιο U.S. Steel Corporation – Irvin Works στο West Mifflin, στις 30 Μαΐου 2025. (Madalina Vasiliu/The Epoch Times)
Κατά την έναρξη της εκδήλωσης, ο βουλευτής Μάικ Κέλι (R-Pa.) ευχαρίστησε το κοινό για την παρουσία του, τονίζοντας ότι η συμμετοχή τους προσφέρει μεγάλη ώθηση στη χώρα. Ο συνάδελφός του, Νταν Μιούζερ (R-Pa.), δήλωσε πως η είδηση αποτελεί ώθηση για την τοπική κοινότητα, προσθέτοντας ότι όλοι είναι πλέον φίλαθλοι της U.S. Steel και γενικότερα του αμερικανικού χάλυβα.
Η Νικόλ Ράιτ, διευθύντρια βάρδιας στο εργοστάσιο της U.S. Steel στην Κλέρτον και εργαζόμενη τρίτης γενιάς, τόνισε πως οι εργαζόμενοι γνωρίζουν την αξία μιας καριέρας στην εταιρεία και ότι η επένδυση που ανακοινώθηκε είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ πραγματοποιεί ομιλία στο εργοστάσιο της U.S. Steel Corporation – Irvin Works στο West Mifflin, στις 30 Μαΐου 2025. (Madalina Vasiliu/The Epoch Times)
Από την πλευρά του, ο εκπρόσωπος του σωματείου United Steelworkers, Τζακ Μάσκιλ, υποστήριξε ότι οι νέες επενδύσεις και η τεχνολογική αναβάθμιση θα επαναφέρουν τη U.S. Steel στην κορυφή, εκεί όπου ανήκει.
Ο Τζος ΜακΡέι, που μετακόμισε πρόσφατα από τη Βόρεια Καρολίνα στη δυτική Πενσιλβάνια, παρακολούθησε την εκδήλωση φορώντας μπλούζα με φωτογραφία του Τραμπ να οδηγεί απορριμματοφόρο – εικόνα που είχε ξεχωρίσει στην προεκλογική του εκστρατεία το 2024. Όπως δήλωσε, ήθελε να εκφράσει την υποστήριξή του στον πρόεδρο και να μάθει περισσότερα για τα σχέδιά του σε θέματα δασμών και εμπορίου.
Ορισμένες λεπτομέρειες του σχεδίου παραμένουν ακόμη αδιευκρίνιστες, ωστόσο αρκετοί παριστάμενοι, όπως ο Μπράιαν Πέλζερ από τη Μινεσότα, εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για τη συμφωνία και δήλωσαν ότι θέλουν να δουν τον Τραμπ να συνεχίζει να εφαρμόζει το πρόγραμμά του.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αποχωρεί μετά την ομιλία του στο εργοστάσιο U.S. Steel Corporation – Irvin Works στο West Mifflin, στις 30 Μαΐου 2025. (Madalina Vasiliu/The Epoch Times)
Καθ’ όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης, άτομα κάθε ηλικίας, περιλαμβανομένων παιδιών εργαζομένων, κρατούσαν πανό με συνθήματα όπως «Make U.S. Steel Great Again» («Κάντε το αμερικανικό ατσάλι μεγάλο ξανά»). Η ομιλία διήρκεσε πάνω από μία ώρα και ολοκληρώθηκε με χειροκροτήματα και το τραγούδι «YMCA» να παίζει από τα ηχεία, καθώς ο Τραμπ αποχωρούσε από τη σκηνή χορεύοντας, όπως συνηθίζει.
Η δέσμευση της κυβέρνησης Τραμπ ότι θα αρχίσει να ανακαλεί «επιθετικά» τις βίζες των Κινέζων φοιτητών έγινε μετά από χρόνια ανησυχίας για τις προσπάθειες του κινεζικού καθεστώτος να διεισδύσει στον ακαδημαϊκό χώρο των ΗΠΑ.
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο ανακοίνωσε στις 29 Μαΐου ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αρχίσουν να ανακαλούν τις βίζες των Κινέζων φοιτητών, στοχεύοντας συγκεκριμένα σε όσους έχουν δεσμούς με το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚΚ) ή σπουδάζουν σε κρίσιμους τομείς. Θα αναθεωρήσει επίσης τα κριτήρια βίζας και θα εντείνει τον έλεγχο για μελλοντικές αιτήσεις βίζας.
Η εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Τάμι Μπρους, δήλωσε την Πέμπτη ότι η κυβέρνηση εντείνει τον έλεγχο όλων των Κινέζων κατόχων βίζας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αρνήθηκε να δώσει λεπτομέρειες για τα συγκεκριμένα κριτήρια που θα χρησιμοποιήσει το υπουργείο για την αξιολόγηση των αιτήσεων.
«Δεν θα ανεχτούμε την εκμετάλλευση των αμερικανικών πανεπιστημίων από το ΚΚΚ ή την κλοπή της αμερικανικής έρευνας, πνευματικής ιδιοκτησίας ή τεχνολογιών για την αύξηση της στρατιωτικής του δύναμης, τη διεξαγωγή συλλογής πληροφοριών ή την καταστολή των φωνών της αντίθεσης», δήλωσε η Μπρους.
Συνολικά 277.398 φοιτητές από την Κίνα εγγράφηκαν σε αμερικανικές οντότητες κατά το ακαδημαϊκό έτος 2023-24, σύμφωνα με μια έκθεση συνεργασίας του υπουργείου Εξωτερικών και του Ινστιτούτου Διεθνούς Εκπαίδευσης.
Το FBI προειδοποίησε σε ένα δελτίο του 2019 ότι το ΚΚΚ εκμεταλλεύεται την ανοιχτή φύση του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος των ΗΠΑ για να διεξάγει οικονομική κατασκοπεία με σκοπό την προώθηση των δικών του επιστημονικών, οικονομικών και στρατιωτικών στόχων.
Ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των Κινέζων φοιτητών και ερευνητών βρίσκεται στις Ηνωμένες Πολιτείες για νόμιμους ακαδημαϊκούς λόγους, ανέφερε το FBI, το ΚΚΚ χρησιμοποιεί ορισμένους Κινέζους φοιτητές, ιδίως μεταπτυχιακούς φοιτητές και μεταδιδακτορικούς ερευνητές που σπουδάζουν θετικές επιστήμες, μηχανική και μαθηματικά, για να «λειτουργήσουν ως μη παραδοσιακοί συλλέκτες πνευματικής ιδιοκτησίας».
Σύμφωνα με το κρατικό μέσο ενημέρωσης της Κίνας Xinhua, από τα περισσότερα από 99 εκατομμύρια μέλη του κομμουνιστικού κόμματος, σχεδόν 2,8 εκατομμύρια ήταν φοιτητές, στα τέλη του 2023.
Ο Κρίστοφερ Μπάλντινγκ, ανώτερος συνεργάτης στο think tank Henry Jackson Society με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο και συνεργάτης της Epoch Times, έγραψε στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης X ότι τα πανεπιστήμια αρνούνταν να αναγνωρίσουν αυτό που ο ίδιος αποκάλεσε «πραγματικά προβλήματα ασφάλειας» παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις.
«Πρέπει να κάνουμε πολύ καλύτερους και σε μεγαλύτερο βάθος ελέγχους ιστορικού και τα παιδιά αξιωματούχων του ΚΚΚ δεν πρέπει να σπουδάζουν στις ΗΠΑ», δήλωσε ο Μπάλντινγκ.
Τα τελευταία χρόνια, οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς έχουν ασκήσει αρκετές ποινικές διώξεις εναντίον Κινέζων φοιτητών. Ακολουθούν μερικές από αυτές τις υποθέσεις.
Στοχεύοντας στρατιωτικές εγκαταστάσεις των ΗΠΑ
Ναυπηγείο της Βιρτζίνια
Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, η Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE) απέλυσε τον Κινέζο υπήκοο Σι Φενγκγιούν, ο οποίος καταδικάστηκε για χρήση drone για τη φωτογράφιση ενός ναυπηγείου στη Βιρτζίνια. Η ναυπηγική εγκατάσταση του Newport News είναι γνωστή για την κατασκευή πυρηνικών υποβρυχίων και αεροπλανοφόρων κλάσης Gerald R. Ford επόμενης γενιάς.
Ο Σι εισήλθε στις Ηνωμένες Πολιτείες με φοιτητική βίζα F-1 και διέπραξε το έγκλημα ενώ ήταν μεταπτυχιακός φοιτητής γεωργικής μηχανικής στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα. Τον Ιανουάριο του 2024, συνελήφθη στο Σαν Φρανσίσκο, όπου ετοιμαζόταν να επιβιβαστεί σε πτήση απλής μετάβασης προς την Κίνα. Επτά μήνες αργότερα, δήλωσε ένοχος για δύο πλημμελήματα βάσει του Νόμου περί Κατασκοπείας για τις πράξεις του. Καταδικάστηκε σε έξι μήνες φυλάκιση και ένα έτος υπό επιτήρηση.
Η Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων της Φιλαδέλφειας απέλασε τον Σι Φενγκγιούν, Κινέζο πολίτη, με τελεσίδικη εντολή απέλασης, στην Κίνα, στις 7 Μαΐου. Ο Σι καταδικάστηκε για χρήση αεροσκάφους για φωτογράφιση στρατιωτικών εγκαταστάσεων. ice.gov
Στρατιωτική τοποθεσία του Μίσιγκαν
Τον Οκτώβριο του 2024, οι ομοσπονδιακοί εισαγγελείς ανακοίνωσαν κατηγορίες εναντίον πέντε Κινέζων υπηκόων που είχαν ήδη εγκαταλείψει τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά την αποφοίτησή τους από το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν. Η ομάδα κατηγορήθηκε για παραπλάνηση των ανακριτών σχετικά με ένα ταξίδι που έκαναν το 2023 ως φοιτητές σε μια απομακρυσμένη στρατιωτική τοποθεσία στο Μίσιγκαν και για συνωμοσία για τη διαγραφή φωτογραφιών από τα κινητά τους τηλέφωνα. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής τους, η στρατιωτική τοποθεσία φιλοξενούσε καλοκαιρινές ασκήσεις για χιλιάδες στρατιώτες από 25 πολιτείες, μία περιοχή, και τέσσερις χώρες. Όταν ένας επιλοχίας της Εθνοφρουράς της Γιούτα τους βρήκε, ένας από τους πέντε κατηγορούμενους είπε: «Είμαστε τα μέσα ενημέρωσης», προτού η ομάδα συμφωνήσει να εγκαταλείψει την περιοχή, σύμφωνα με τους εισαγγελείς.
Ναυτική Αεροπορική Βάση, Κι Γουέστ
Το 2019, ένας Κινέζος φοιτητής ανταλλαγής ονόματι Τζάο Τσιενλί καταδικάστηκε σε ένα έτος σε ομοσπονδιακή φυλακή αφού δήλωσε ένοχος για φωτογράφιση αμυντικών εγκαταστάσεων στην αμερικανική Ναυτική Αεροπορική Βάση Κι Γουέστ στη Φλόριντα. Διαπιστώθηκε ότι ο Τζάο είχε παραμείνει στην χώρα μετά την λήξη της βίζας του μετά από σπουδές σε πρόγραμμα θερινής ανταλλαγής.
Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, ο Τζάο παραδέχτηκε ότι είχε λάβει στρατιωτική εκπαίδευση ως φοιτητής πανεπιστημίου στην Κίνα — γεγονός που δεν αποκάλυψε στην αίτησή του για βίζα. Το Βόρειο Πανεπιστήμιο της Κίνας, στο οποίο φοίτησε ο Τζάο, έχει βαθείς δεσμούς με τον στρατό της Κίνας, που χρονολογούνται πάνω από 50 χρόνια πριν από την ίδρυση της κομμουνιστικής Κίνας.
Ο Τζάο Τσιενλί, 20 ετών, συνελήφθη αφού τράβηξε φωτογραφίες σε περιορισμένη ιδιοκτησία του Ναυτικού στο Κι Γουέστ της Φλόριντα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2018. Είχε παραμείνει μετά την λήξη της βίζας του μετά από σπουδές σε πρόγραμμα θερινής ανταλλαγής. Γραφείο Σερίφη της Κομητείας Μονρό
Κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας
Τζανγκ Χάο
Ο Κινέζος καθηγητής Τζανγκ Χάο καταδικάστηκε το 2020 σε 18 μήνες φυλάκιση και διατάχθηκε να πληρώσει 476.835 δολάρια, αφού βρέθηκε ένοχος για συνωμοσία, οικονομική κατασκοπεία και κλοπή εμπορικών μυστικών. Συνωμότησε με έναν συνάδελφο από το Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας και τέσσερις άλλους για να κλέψουν τεχνολογία φιλτραρίσματος ασύρματου σήματος προς όφελος του κινεζικού καθεστώτος.
Ο Τζανγκ και ο συνεργός του, Πανγκ Γουέι, είχαν γνωριστεί ως διδακτορικοί φοιτητές στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας. Συνέχισαν να εργάζονται για εταιρείες με έδρα τη Μασαχουσέτη και το Κολοράντο μετά την αποφοίτησή τους το 2006, τη χρονιά που οι εισαγγελείς ανέφεραν ότι ξεκίνησε η συνωμοσία. Οι συνεργοί συνεργάστηκαν με αξιωματούχους του Πανεπιστημίου Τιεντζίν στην Κίνα για να πραγματοποιήσουν την κλοπή.
Τζενγκ Τζαοσόνγκ
Ο Τζενγκ Τζαοσόνγκ πήγε στο Ιατρικό Κέντρο Beth Israel Deaconess του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ ως επισκέπτης μεταπτυχιακός φοιτητής στην παθολογία το 2018. Στις 9 Δεκεμβρίου 2019, ο Τζενγκ συνελήφθη να κρύβει 21 φιαλίδια βιολογικού υλικού τυλιγμένα σε μια κάλτσα μέσα σε μια από τις τσάντες του στο Διεθνές Αεροδρόμιο Λόγκαν της Βοστώνης.
Ο Τζενγκ είπε στους ερευνητές ότι σκόπευε να κάνει τη δική του έρευνα με τα φιαλίδια στο εργαστήριό του στην Κίνα και να δημοσιεύσει τα αποτελέσματα με το όνομά του. Τον Δεκέμβριο του 2020, δήλωσε ένοχος για ψευδείς δηλώσεις σε σχέση με την κλοπή.
Τον Ιανουάριο του 2021, καταδικάστηκε σε φυλάκιση (περίπου 87 ημέρες), τρία χρόνια υπό επιτήρηση και διατάχθηκε η απέλασή του από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η κύρια είσοδος στην ανατολική πανεπιστημιούπολη του Ιατρικού Κέντρου Beth Israel Deaconess στη Βοστώνη. Ο Τζενγκ Τζαοσόνγκ, επισκέπτης μεταπτυχιακός φοιτητής στο Ιατρικό Κέντρο Beth Israel Deaconess του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ το 2018, συνελήφθη στο Διεθνές Αεροδρόμιο Λόγκαν της Βοστώνης το 2019 να κρύβει βιολογικά υλικά. Tim Pierce, CC BY 3.0
Γκουάν Λέι
Το 2020, το FBI ξεκίνησε έρευνα για τον Γκουάν Λέι, επισκέπτη ερευνητή στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες, ο οποίος βρισκόταν στις Ηνωμένες Πολιτείες με βίζα J-1. Ο Γκουάν ήταν ύποπτος για μεταφορά «ευαίσθητου λογισμικού ή τεχνικών δεδομένων των ΗΠΑ» στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Τεχνολογίας Άμυνας της Κίνας, σύμφωνα με τους εισαγγελείς.
Ο Γκουάν συνελήφθη στη συνέχεια και κατηγορήθηκε για φερόμενη καταστροφή αποδεικτικών στοιχείων που σχετίζονται με την έρευνα, αφού πέταξε έναν κατεστραμμένο σκληρό δίσκο σε έναν κάδο απορριμμάτων έξω από την κατοικία του πριν προσπαθήσει να επιβιβαστεί σε πτήση προς την Κίνα.
Η κυβέρνηση απέσυρε την υπόθεση και απορρίφθηκε τον Ιούλιο του 2021.
Χου Χαϊτζόου
Ο Χου Χαϊτζόου ήρθε στις Ηνωμένες Πολιτείες για να διεξάγει έρευνα για τη βιο-μιμητική και τη ρευστοδυναμική στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια (UVA). Τον Αύγουστο του 2020, ο Χου κατηγορήθηκε για κλοπή εμπορικών μυστικών και εισβολή σε υπολογιστές, αφού συνελήφθη στο Διεθνές Αεροδρόμιο O’Hare του Σικάγο να προσπαθεί να μεταφέρει πίσω στην Κίνα προηγμένους κωδικούς υπολογιστών που φέρεται να έκλεψε από το πανεπιστήμιο, ανέφεραν οι εισαγγελείς.
Το Συμβούλιο Κινεζικών Υποτροφιών, το οποίο διοικείται από το υπουργείο Παιδείας της Κίνας, κάλυψε τα έξοδα που σχετίζονται με την έρευνα του Χου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το συμβούλιο τον απαίτησε να υποβάλλει συνοπτικές εκθέσεις σχετικά με την έρευνά του στο UVA κάθε έξι μήνες, δήλωσε ο Χου στους ερευνητές.
Οι εισαγγελείς απέσυραν τις κατηγορίες εναντίον του Χου το 2020.
Φοιτητές επιστρέφουν στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια για το φθινοπωρινό εξάμηνο στο Σάρλοτσβιλ της Βιρτζίνια, στις 19 Αυγούστου 2017. Ο Χου Χαϊτζόου κατηγορήθηκε το 2020 για κλοπή εμπορικών μυστικών και εισβολή σε υπολογιστές, αφού συνελήφθη στο Διεθνές Αεροδρόμιο O’Hare του Σικάγο να προσπαθεί να μεταφέρει πίσω στην Κίνα προηγμένους κωδικούς υπολογιστών που φέρεται να έκλεψε από το Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, ανέφεραν οι εισαγγελείς. Win McNamee/Getty Images
Παρενόχληση Κινέζων φιλοδημοκρατικών ακτιβιστών
Τον Απρίλιο του 2024, ο Γου Σιαολέι, Κινέζος πολίτης και φοιτητής του τμήματος μουσικής του Μπέρκλι, καταδικάστηκε σε εννέα μήνες φυλάκισης για κυβερνοπαρακολούθηση και απειλή ενός συμφοιτητή του στη Βοστώνη.
Ο φοιτητής είχε αναρτήσει ένα κομμάτι χαρτί κοντά στην πανεπιστημιούπολη της Βοστώνης με τις λέξεις «Σταθείτε με τον Κινεζικό Λαό», «Θέλουμε Ελευθερία» και «Θέλουμε Δημοκρατία», σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα. Κατά συνέπεια, ο Γου άρχισε να απειλεί τον φοιτητή μέσω της κινεζικής εφαρμογής ανταλλαγής μηνυμάτων WeChat, του Instagram και μέσω email.
Ο Γου αφέθηκε ελεύθερος στις 16 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους και στάλθηκε πίσω στην Κίνα. Η πρόωρη απελευθέρωσή του οφειλόταν στο αίτημα της κυβέρνησης των ΗΠΑ, βάσει «σημαντικών συμφερόντων εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών» και της άσκησης της εξουσίας επιείκειας από τον πρόεδρο Τζο Μπάιντεν, σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα.
Το 2021, η ProPublica δημοσίευσε ένα άρθρο για τον Κονγκ Τζιχάο, έναν μεταπτυχιακό φοιτητή στο Πανεπιστήμιο Purdue, ο οποίος παρενοχλήθηκε και απειλήθηκε από άλλους φοιτητές από την Κίνα επειδή δημοσίευσε μια ανοιχτή επιστολή «που επαινούσε τον ηρωισμό των φοιτητών που σκοτώθηκαν στη σφαγή της πλατείας Τιενανμέν το 1989».
Λιγότερο από ένα μήνα μετά τη δημοσίευση του άρθρου, ο πρόεδρος του Purdue, Μιτς Ντάνιελς, καταδίκασε την παρενόχληση σε ένα email προς την πανεπιστημιακή κοινότητα.
«Οποιοσδήποτε τέτοιος εκφοβισμός είναι απαράδεκτος και ανεπιθύμητος στην πανεπιστημιούπολη μας», δήλωσε ο Ντάνιελς, σημειώνοντας ότι η οικογένεια του Κονγκ στην Κίνα «δέχθηκε επισκέψεις και απειλές από πράκτορες της μυστικής αστυνομίας [του κινεζικού καθεστώτος]».
Ο Γου Σιαολέι, Κινέζος πολίτης που τότε ήταν φοιτητής στο Berklee College of Music στη Βοστώνη, δίνει συνέντευξη στο FBI στο γραφείο της Τσέλσι της Μασαχουσέτης, στις 14 Δεκεμβρίου 2022. Γραφείο Εισαγγελέα των ΗΠΑ για την Περιφέρεια της Μασαχουσέτης/Handout μέσω Reuters
Φερόμενη Κινέζα κατάσκοπος
Η Κριστίν Φανγκ, ή Φανγκ Φανγκ, ήταν εγγεγραμμένη ως φοιτήτρια στο California State University–East Bay από το 2011 έως το 2015, σύμφωνα με μια ερευνητική έκθεση του Axios του 2020. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, φέρεται να είχε αναλάβει την δικτύωση και τη φιλία με ανερχόμενους αξιωματούχους των ΗΠΑ εκ μέρους της κομμουνιστικής Κίνας. Η Φανγκ φέρεται να εργαζόταν για το υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας, την επικεφαλής υπηρεσία πληροφοριών της Κίνας. Φέρεται επίσης να συνεργάστηκε στενά με το Κινεζικό Προξενείο στο Σαν Φρανσίσκο.
Η Φανγκ έχτισε σχέσεις με πολλούς πολιτικούς στην Καλιφόρνια και αλλού, συμπεριλαμβανομένου του βουλευτή Έρικ Σουόλγουελ (Δ- Καλιφ.) όταν ήταν μέλος του δημοτικού συμβουλίου.
Χρησιμοποίησε επίσης την άντληση κεφαλαίων από την καμπάνια, τη δικτύωση και τις ρομαντικές ή σεξουαλικές σχέσεις με τουλάχιστον δύο δημάρχους από πόλεις της Μεσοδυτικής Αμερικής για να «αποκτήσει εγγύτητα με την πολιτική εξουσία», σύμφωνα με το Axios.
Η Φανγκ διετέλεσε πρόεδρος του Συλλόγου Κινέζικων Φοιτητών στο πανεπιστήμιο. Ο σύλλογος και οι αντίστοιχες κινεζικές φοιτητικές ομάδες ονομάζονται συλλογικά Σύλλογοι Κινέζων Φοιτητών και Ακαδημαϊκών, οι οποίοι εποπτεύονται από το Τμήμα Εργασίας Ενωμένου Μετώπου του κινεζικού καθεστώτος. Το τμήμα είναι υπεύθυνο για την άσκηση επιρροής και ελέγχου στις κινεζικές κοινότητες της διασποράς και την προώθηση ευνοϊκών αφηγημάτων για την Κίνα.
Η Κριστίν Φανγκ, γνωστή και ως Φανγκ Φανγκ, με τον τότε δημοτικό σύμβουλο του Δουβλίνου Έρικ Σουόλγουελ σε μια φοιτητική εκδήλωση τον Οκτώβριο του 2012. Όταν η Φανγκ ήταν εγγεγραμμένη ως φοιτήτρια στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας–East Bay, φέρεται να της ανατέθηκε η δικτύωση και η φιλία με ανερχόμενους Αμερικανούς αξιωματούχους εκ μέρους της κομμουνιστικής Κίνας. Στιγμιότυπο οθόνης/Κοινωνικά μέσα
Λαθρεμπόριο
Ο Τζιενχουά «Τζεφ» Λι, Κινέζος υπήκοος που ζει στις Ηνωμένες Πολιτείες με φοιτητική βίζα, καταδικάστηκε το 2019 σε 37 μήνες φυλάκιση για λαθρεμπόριο παραποιημένων προϊόντων της Apple από την Κίνα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Λι, 44 ετών, συνεργάστηκε με άλλους για να περάσει λαθραία περισσότερα από 40.000 παραποιημένα προϊόντα μεταξύ 2009 και 2014.
Μυστικοί αξιωματικοί του στρατού
Γε Γιαντσίνγκ
Η Γε Γιαντσίνγκ, υπολοχαγός του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, κατηγορήθηκε το 2020 για απάτη με βίζα, επειδή φέρεται να μίλησε ψευδώς στην αίτησή της για βίζα J-1, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως φοιτήτρια και μη αποκαλύπτοντας την τρέχουσα στρατιωτική της ιδιότητα.
Σύμφωνα με την ομοσπονδιακή καταγγελία, η Γε ήταν φοιτήτρια ανταλλαγής στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης από τον Οκτώβριο του 2017 έως τον Απρίλιο του 2019 με χορηγία του κινεζικού καθεστώτος. Ολοκλήρωσε «πολυάριθμες αποστολές» για τον κινεζικό στρατό κατά τη διάρκεια της θητείας της στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, συμπεριλαμβανομένης της ανάκτησης στρατιωτικών πληροφοριών των ΗΠΑ και της αποστολής αμερικανικών εγγράφων στην Κίνα.
Κατά τη στιγμή της απαγγελίας της κατηγορίας, η Γε βρισκόταν στην Κίνα.
Εκδόθηκε ομοσπονδιακό ένταλμα σύλληψης για την Γε Γιαντσίνγκ, υπολοχαγό του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, στο Περιφερειακό Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών για την Περιφέρεια της Μασαχουσέτης στη Βοστώνη, στις 28 Ιανουαρίου 2020. Η Γε κατηγορήθηκε το 2020 για απάτη με βίζα, επειδή φέρεται να ψευδολογούσε στην αίτησή της για βίζα J-1, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως φοιτήτρια και μη αποκαλύπτοντας την τρέχουσα στρατιωτική της ιδιότητα. FBI
Τανγκ Τζιουάν
Το 2020, τρεις Κινέζοι ερευνητές κατηγορήθηκαν ότι έκαναν ψευδείς δηλώσεις στις αιτήσεις τους για μη μεταναστευτική βίζα J-1 σχετικά με τους δεσμούς τους με τον κινεζικό στρατό, πριν οι υποθέσεις τους αποσυρθούν περίπου ένα χρόνο αργότερα.
Η Τανγκ Τζιουάν, πρώην επισκέπτρια ερευνήτρια στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Ντέιβις, φέρεται να απέκρυψε στην αίτησή της για βίζα ότι είχε εργαστεί ως ερευνήτρια στο Στρατιωτικό Ιατρικό Πανεπιστήμιο της Πολεμικής Αεροπορίας. Το FBI βρήκε επίσης δημόσια διαθέσιμες φωτογραφίες της Τανγκ με τη στολή του πολιτικού στελέχους του κινεζικού στρατού, του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΛΑΣ).
Η Τανγκ κατέφυγε στο κινεζικό προξενείο στο Σαν Φρανσίσκο πριν συλληφθεί τον Ιούλιο του 2020.
Οι κατηγορίες εναντίον της αποσύρθηκαν τον Ιούλιο του 2021.
Η Τανγκ Τζιουάν, ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Ντέιβις, συνελήφθη στις 23 Ιουλίου 2020 επειδή απέκρυψε τους δεσμούς της με τον κινεζικό στρατό στην αίτησή της για βίζα. Δικαστικό έγγραφο
Γουάνγκ Σιν
Ο Γουάνγκ Σιν συνελήφθη στο Διεθνές Αεροδρόμιο του Λος Άντζελες τον Ιούνιο του 2020, πριν προλάβει να επιβιβαστεί σε αεροπλάνο επιστροφής στην Κίνα, και κατηγορήθηκε για απάτη με βίζα.
Ο Γουάνγκ ισχυρίστηκε ψευδώς ότι είχε υπηρετήσει ως αναπληρωτής καθηγητής ιατρικής στον ΛΑΣ από τον Σεπτέμβριο του 2002 έως τον Σεπτέμβριο του 2016, υποβάλλοντας αίτηση για μη μεταναστευτική βίζα J-1. Μετά την απόκτηση της βίζας του, ο Γουάνγκ άρχισε να εργάζεται ως ιατρικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Σαν Φρανσίσκο.
Είπε στους τελωνειακούς υπαλλήλους ότι εξακολουθούσε να εργάζεται στον ΛΑΣ ως τεχνικός «Επιπέδου 9» κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις Ηνωμένες Πολιτείες, γεγονός που φέρεται να μην ανέφερε στην αίτησή του για βίζα το 2018, σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα.
Ο Γουάνγκ δήλωσε αθώος το 2020 και η κυβέρνηση απέρριψε την υπόθεση το 2021.
Σονγκ Τσεν
Η Σονγκ Τσεν εισήλθε στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Δεκέμβριο του 2018 και άρχισε να εργάζεται ως επισκέπτης ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ. Η Σονγκ κατηγορήθηκε τον Ιούλιο του 2020 για απάτη με βίζα, αφού οι εισαγγελείς διαπίστωσαν ότι συνέχιζε να συνδέεται με την Πολεμική Αεροπορία του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού πολύ μετά την ημερομηνία λήξης που δήλωσε ως Ιούνιο του 2011, στην αίτησή της για βίζα το 2018.
Τον Φεβρουάριο του 2021, οι εισαγγελείς υπέβαλαν αντικαταστατικό κατηγορητήριο εναντίον της Σονγκ, κατηγορώντας την για απάτη με βίζα, παρεμπόδιση της δικαιοσύνης, καταστροφή εγγράφων και ψευδή δήλωση σε ομοσπονδιακούς ερευνητές.
Η κυβέρνηση απέρριψε την υπόθεση τον Ιούλιο του 2021.
Ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να εξέφρασε στον πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), Τζερόμ Πάουελ, κατά τη συνάντησή τους στις 29 Μαΐου στον Λευκό Οίκο, τη διαφωνία του με τη στάση της Fed να μην μειώσει τα επιτόκια. Ο Πάουελ, από την πλευρά του, τόνισε ότι οι αποφάσεις σχετικά με τα επιτόκια θα εξακολουθήσουν να βασίζονται σε οικονομικά δεδομένα και όχι σε πολιτικές επιρροές.
Σύμφωνα με σύντομη ανακοίνωση της Fed, ο Πάουελ απέφυγε να αναφερθεί στις προσδοκίες του για τον χρόνο ή το ρυθμό των μελλοντικών μειώσεων, σημειώνοντας πως κάθε απόφαση πολιτικής θα βασιστεί «αποκλειστικά στις εισερχόμενες οικονομικές πληροφορίες και στο τι σημαίνουν αυτές για τις προοπτικές της οικονομίας». Όπως αναφερόταν, ο πρόεδρος της Fed υπογράμμισε ότι ο ίδιος και οι συνάδελφοί του στην Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς (Federal Open Market Committee – FOMC) θα διαμορφώσουν τη νομισματική πολιτική, όπως ορίζει ο νόμος, με στόχο τη μέγιστη απασχόληση και τη σταθερότητα των τιμών, και ότι οι σχετικές αποφάσεις θα βασίζονται αποκλειστικά σε προσεκτική, αντικειμενική και αποπολιτικοποιημένη ανάλυση.
Το βασικό επιτόκιο της Fed διαμορφώνεται σήμερα στο εύρος 4,25% – 4,5%.
Η συνάντηση, η οποία πραγματοποιήθηκε κατόπιν αιτήματος του Τραμπ, ήρθε σε μια περίοδο αυξανόμενης πίεσης από την πλευρά του προέδρου για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι τα επιτόκια παραμένουν υπερβολικά υψηλά, δεδομένης της σημαντικής αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού, και έχει καλέσει την Fed να προχωρήσει σε περαιτέρω μειώσεις — μια κίνηση που, όπως έχει υποστηρίξει, θα ενίσχυε την ανταγωνιστικότητα της αμερικανικής οικονομίας, ιδίως απέναντι σε χώρες όπως η Κίνα.
Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ, δήλωσε μετά τη συνάντηση ότι ο πρόεδρος θεωρεί πως ο Πάουελ διαπράττει σφάλμα μη μειώνοντας τα επιτόκια, κάτι που, σύμφωνα με την ίδια, θέτει τις ΗΠΑ σε μειονεκτική θέση έναντι της Κίνας και άλλων χωρών. Πρόσθεσε ότι ο Τραμπ έχει εκφραστεί «πολύ έντονα» σχετικά με το ζήτημα, τόσο δημοσίως όσο και σε ιδιωτικές συζητήσεις.
Η Λέβιτ επιβεβαίωσε επίσης ότι ο πρόεδρος δεν συζήτησε το ενδεχόμενο αποπομπής του Πάουελ ή αντικατάστασής του πριν από τη λήξη της θητείας του τον Μάιο του 2026. Κυκλοφορούν φήμες σχετικά με το ποιος ενδέχεται να τον διαδεχθεί, με τον υπουργό Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, να αφήνει πρόσφατα να εννοηθεί ότι ο Λευκός Οίκος ενδέχεται να ξεκινήσει τη σχετική διαδικασία το φθινόπωρο. Ο Μπέσεντ φέρεται να πρότεινε ακόμη και το ενδεχόμενο διορισμού ενός «σκιώδους προέδρου της Fed» για να διαμορφώσει τις προσδοκίες των αγορών κατά τη μεταβατική περίοδο, αν και υποστήριξε επίσης πως ο Πάουελ πρέπει να ολοκληρώσει τη θητεία του.
Η συνάντηση της Πέμπτης αποτέλεσε την πρώτη επίσημη κατ’ ιδίαν επαφή μεταξύ Τραμπ και Πάουελ κατά τη δεύτερη προεδρική θητεία του πρώτου. Αν και τέτοιες επαφές είναι σπάνιες λόγω της ανεξαρτησίας που απολαμβάνει η Fed, δεν είναι άνευ προηγουμένου: κατά την πρώτη του θητεία, ο Τραμπ είχε φιλοξενήσει τον Πάουελ σε γεύμα εργασίας.
Από την έναρξη της δεύτερης θητείας του, ο Τραμπ έχει εντείνει την κριτική του προς τις αποφάσεις της Fed. Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στις 21 Απριλίου, είχε χαρακτηρίσει τον Πάουελ ως «Mr. Too Late» («κύριο Πάντα Αργοπορημένο») και τον κατηγόρησε ότι επιβραδύνει την οικονομία με την απροθυμία του να μειώσει τα επιτόκια. Λίγες ημέρες νωρίτερα είχε δηλώσει ότι η απομάκρυνσή του από τη θέση θα μπορούσε να έρθει αρκετά σύντομα, αφήνοντας να εννοηθεί πως θα μπορούσε να τον αποπέμψει άμεσα. Στις 22 Απριλίου, ωστόσο, ανασκεύασε, δηλώνοντας ότι δεν έχει πρόθεση να τον απολύσει, αν και επανέλαβε το αίτημά του για μείωση των επιτοκίων. Όπως ανέφερε κατά τη διάρκεια τελετής στο Οβάλ Γραφείο, «αυτή είναι η ιδανική στιγμή για να μειωθούν τα επιτόκια» και εξέφρασε την επιθυμία του να δει τον Πάουελ να δρα με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα.
Οι πιέσεις του Τραμπ προς την Fed για μείωση των επιτοκίων εντείνονται καθώς ο πληθωρισμός έχει υποχωρήσει σημαντικά από τα πρόσφατα υψηλά επίπεδα.
Ο δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε κατά 2,3% σε ετήσια βάση τον Απρίλιο, σύμφωνα με το Γραφείο Στατιστικής Εργασίας, καταγράφοντας το χαμηλότερο ποσοστό από τις αρχές του 2021. Πτώση σημειώθηκε και στις τιμές παραγωγού, με τον δείκτη τιμών παραγωγού (Producer Price Index – PPI) να υποχωρεί στο 2,4% τον ίδιο μήνα — το μεγαλύτερο ποσοστό πτώσης από την περίοδο της πανδημίας.
Παρά τις εξελίξεις αυτές, τα στελέχη της Fed εμφανίζονται επιφυλακτικά. Τα πρακτικά της πρόσφατης συνεδρίασης της Επιτροπής Ανοικτής Αγοράς καταγράφουν αυξανόμενες ανησυχίες τόσο για ενδεχόμενη άνοδο του πληθωρισμού όσο και για σημάδια επιβράδυνσης στην αγορά εργασίας. Οι οικονομολόγοι της Fed έχουν αναθεωρήσει προς τα κάτω τις προβλέψεις για την οικονομική ανάπτυξη τα έτη 2025 και 2026, επικαλούμενοι αβεβαιότητες στο εμπόριο και πιθανές προκλήσεις στο οικονομικό περιβάλλον. Στα πρακτικά αναφέρεται ότι «οι κίνδυνοι για την πραγματική οικονομική δραστηριότητα θεωρούνταν πλέον καθοδικοί» και ότι το προσωπικό της Fed θεωρεί πλέον την πιθανότητα ύφεσης σχεδόν εξίσου πιθανή με το βασικό σενάριο προβλέψεων.
Οι αγορές παραγώγων αναμένουν η Fed να διατηρήσει τα επιτόκια αμετάβλητα έως τον Ιούνιο και να ξεκινήσει μειώσεις τον Σεπτέμβριο. Οι μεταβολές στο βασικό επιτόκιο της Fed επηρεάζουν ευρύτερα την οικονομία, επανακαθορίζοντας το κόστος δανεισμού για στεγαστικά δάνεια, δάνεια αυτοκινήτων και επιχειρηματική χρηματοδότηση.
Ομοσπονδιακό εφετείο των ΗΠΑ ανέστειλε προσωρινά απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που ακύρωνε τους δασμούς που είχε επιβάλει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ σε πολλές χώρες, αντιστρέφοντας την απόφαση που είχε εκδοθεί μόλις μία ημέρα νωρίτερα.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο των ΗΠΑ για την Ομοσπονδιακή Περιφέρεια ενέκρινε το αίτημα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για άμεση διοικητική αναστολή της απόφασης του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου Διεθνούς Εμπορίου της Τετάρτης, «καθώς το δικαστήριο εξετάζει τα σχετικά δικόγραφα».
Το Εφετείο ζήτησε από τους ενάγοντες και τους εναγομένους να ενημερώσουν άμεσα το δικαστήριο για οποιαδήποτε ενέργεια του Δικαστηρίου Διεθνούς Εμπορίου σχετικά με τις εκκρεμείς αιτήσεις αναστολής που έχει υποβάλει η κυβέρνηση των ΗΠΑ. Νωρίτερα την ίδια ημέρα, η κυβέρνηση Τραμπ είχε αναφέρει σε δικόγραφο προς το Εφετείο ότι, αν δεν υπάρξει άμεση ενέργεια για την αναστολή της πρωτοβάθμιας απόφασης, θα προσφύγει επειγόντως στο Ανώτατο Δικαστήριο, το συντομότερο την Παρασκευή.
Η αρχική απόφαση εκδόθηκε την Τετάρτη από τριμελές δικαστικό σώμα του Δικαστηρίου Διεθνούς Εμπορίου, το οποίο έκρινε ότι ο Τραμπ υπερέβη τις εξουσίες του επιβάλλοντας εκτεταμένους δασμούς βάσει νομοθεσίας περί έκτακτης ανάγκης, δικαιώνοντας τους ενάγοντες στην αγωγή κατά της κυβέρνησης.
Η απόφαση του δικαστηρίου ανέφερε ότι οι «παγκόσμιες και ανταποδοτικές εντολές επιβολής δασμών υπερβαίνουν οποιαδήποτε εξουσιοδότηση έχει παρασχεθεί στον πρόεδρο από τον International Emergency Economic Powers Act (IEEPA)», δηλαδή τον Νόμο περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης του 1977. Το Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου είναι ομοσπονδιακό δικαστήριο που ασχολείται με αστικές υποθέσεις σχετικές με το διεθνές εμπορικό δίκαιο.
Παρόλο που η έγκριση επιβολής δασμών εμπίπτει συνήθως στην αρμοδιότητα του Κογκρέσου, ο Τραμπ υποστηρίζει ότι διαθέτει την εξουσία να ενεργεί για την αντιμετώπιση των εμπορικών ελλειμμάτων, τα οποία θεωρεί εθνική έκτακτη ανάγκη.
Η αγωγή κατατέθηκε από ομάδα μικρών επιχειρήσεων, ανάμεσά τους και ο εισαγωγέας κρασιών V.O.S. Selections, ο ιδιοκτήτης του οποίου έχει δηλώσει ότι οι δασμοί έχουν σοβαρές επιπτώσεις και ότι η επιχείρησή του ενδέχεται να μην επιβιώσει. Στην αγωγή προσχώρησαν και δώδεκα Πολιτείες, με επικεφαλής το Όρεγκον.
Απαντώντας στην απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου, οι νομικοί εκπρόσωποι της κυβέρνησης υποστήριξαν την Πέμπτη ότι η απόφαση αποτελεί «άνευ προηγουμένου και νομικά αβάσιμη διαταγή που απαγορεύει μόνιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες να εφαρμόσουν δασμούς σε δεκάδες χώρες, από το Ηνωμένο Βασίλειο έως τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και την Ευρωπαϊκή Ένωση».
Κατά την κυβέρνηση, οι συγκεκριμένοι δασμοί αποτελούν «κεντρικό στοιχείο της εξωτερικής πολιτικής και της οικονομικής ατζέντας του προέδρου», ενώ τόνισε ότι η εφαρμογή της δικαστικής απόφασης θα ανέκοπτε «τις προσπάθειες για τη μείωση του εκρηκτικού εμπορικού ελλείμματος και την επανατοποθέτηση της παγκόσμιας οικονομίας σε ίσους όρους ανταγωνισμού».
Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, δήλωσε την Πέμπτη στους δημοσιογράφους ότι «η Αμερική δεν μπορεί να λειτουργήσει όταν ο πρόεδρος Τραμπ – ή οποιοσδήποτε άλλος πρόεδρος – βλέπει τις ευαίσθητες διπλωματικές ή εμπορικές του διαπραγματεύσεις να εμποδίζονται από ακτιβιστές δικαστές». Επεσήμανε δε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο πρέπει «να δώσει τέλος σε αυτή την κατάσταση για χάρη του Συντάγματος και της χώρας».
Οι πρώτοι δασμοί είχαν επιβληθεί στις 2 Απριλίου από τον Τραμπ, καλύπτοντας τη συντριπτική πλειονότητα των χωρών του κόσμου, με σκοπό την αντιστροφή του μακροχρόνιου εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ. Είχαν προηγηθεί επιβαρύνσεις σε εισαγωγές από τον Καναδά, την Κίνα και το Μεξικό, με στόχο – σύμφωνα με τον Τραμπ – την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης και της διακίνησης συνθετικών οπιοειδών.
Αρκετοί από τους υψηλότερους και ανταποδοτικούς δασμούς είχαν τεθεί σε αναστολή 90 ημερών, ωστόσο οι δασμοί στην Κίνα αυξήθηκαν στο 145%. Νωρίτερα τον Μάιο, ο Τραμπ είχε ανακοινώσει συμφωνία με το Πεκίνο για αμοιβαία μείωση των δασμών κατά 115%.
Την περασμένη εβδομάδα, προανήγγειλε την επιβολή 50% δασμών στις εισαγωγές από την ΕΕ από τον Ιούνιο, αν και διευκρίνισε ότι η εφαρμογή θα μετατεθεί για τον Ιούλιο, εν αναμονή περαιτέρω συνομιλιών.
Ανεξαρτήτως της τελικής απόφασης του δικαστηρίου, η επενδυτική τράπεζα Goldman Sachs εκτίμησε ότι η κυβέρνηση Τραμπ ενδέχεται να μπορέσει να επαναφέρει τους δασμούς βάσει άλλων διατάξεων του ίδιου νόμου του 1977. Όπως ανέφεραν οι αναλυτές της τράπεζας την Πέμπτη, η κυβέρνηση θα μπορούσε «να αντικαταστήσει γρήγορα τον ενιαίο δασμό 10% με παρόμοιο ύψους έως και 15%» βάσει διαφορετικού άρθρου.
Ο Μάικλ Ζέζας, επικεφαλής θεματικής έρευνας σταθερού εισοδήματος της Morgan Stanley, δήλωσε στο Bloomberg News ότι ο Τραμπ μπορεί να χρησιμοποιήσει άλλο νομικό πλαίσιο για την υιοθέτηση ενός νέου καθεστώτος δασμών. Όπως είπε, τα επίπεδα των δασμών που ίσχυαν χθες «είναι πιθανό να είναι και τα επίπεδα που θα ισχύσουν αύριο», καθώς η κυβέρνηση διαθέτει πολλαπλές νομικές δυνατότητες για να τα επαναφέρει.
Το Εφετείο όρισε ως ημερομηνία απάντησης για τους εναγομένους την 9η Ιουνίου, ενώ οι ενάγοντες καλούνται να απαντήσουν στα αιτήματα της κυβέρνησης για αναστολή έως τις 5 Ιουνίου.