Τετάρτη, 17 Ιούν, 2026

ΣΑ ΟΗΕ: Έκτακτη συνεδρίαση για την ένταση ΗΠΑ–Βενεζουέλας και εκκλήσεις για αποκλιμάκωση

Το απόγευμα της 23ης Δεκεμβρίου 2025, το Συμβούλιο Ασφαλείας συνεδρίασε εκτάκτως, κατόπιν αιτήματος της Βενεζουέλας, η οποία στις 17 Δεκεμβρίου κατήγγειλε «αμερικανική επιθετικότητα». Τη σύγκληση της συνεδρίασης υποστήριξαν η Κίνα και η Ρωσία.

Κατά την ενημέρωση προς το Συμβούλιο Ασφαλείας, ανώτερος αξιωματούχος της Γραμματείας του ΟΗΕ παρουσίασε στοιχεία για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ στην Καραϊβική, την κλιμάκωση της ρητορικής εκατέρωθεν και τις ανησυχίες για πιθανές παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου. Σύμφωνα με την ενημέρωση, καταγράφεται ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας στη νότια Καραϊβική, με την Ουάσιγκτον να χαρακτηρίζει τις επιχειρήσεις της «μη διεθνή ένοπλη σύγκρουση» και να επικαλείται το Άρθρο 51 του Χάρτη του ΟΗΕ. Παράλληλα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι θα χρησιμοποιήσει «όλη τη δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών για να αντιμετωπίσει και να εξαλείψει […] τα καρτέλ ναρκωτικών, ανεξάρτητα από το πού δρουν».

Η Βενεζουέλα υποστηρίζει ότι τα μέτρα συνιστούν απειλή για τη διεθνή ειρήνη και παραβίαση της αρχής περί μη απειλής και χρήσης βίας, κάνοντας λόγο για «αεροπορικό αποκλεισμό» και «μονομερή ναυτικό αποκλεισμό». Στο ίδιο πλαίσιο, ο ICAO υπενθύμισε ότι «κάθε κράτος έχει πλήρη και αποκλειστική κυριαρχία επί του εναέριου χώρου πάνω από το έδαφός του».

Έγινε επίσης αναφορά σε συνεχιζόμενες εντάσεις, με κατασχέσεις δεξαμενόπλοιων, νέες κυρώσεις και στρατιωτικές αναχαιτίσεις στη θαλάσσια περιοχή. Ορισμένα κράτη υποστήριξαν τις ΗΠΑ, ενώ άλλα προειδοποίησαν για «στρατιωτικοποίηση της νότιας Καραϊβικής». Επισημάνθηκε η επιδείνωση της ανθρωπιστικής κατάστασης στη Βενεζουέλα και η ανάγκη διασφάλισης βασικών υπηρεσιών, με εκκλήσεις για άρση κυρώσεων. Ο ΟΗΕ δήλωσε έτοιμος να μεσολαβήσει και να προσφέρει τις «καλές του υπηρεσίες», εφ’ όσον το ζητήσουν οι δύο πλευρές.

Ο αναπληρωτής μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας Ιωάννης Σταματέκος, κατά την τοποθέτησή του, εξέφρασε ανησυχία για περαιτέρω κλιμάκωση των εντάσεων στην Καραϊβική και τόνισε την ανάγκη πλήρους σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου, ιδίως του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Υπογράμμισε, ακόμη, τη σημασία του σεβασμού του Δικαίου της Θάλασσας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), και δήλωσε ότι η Ελλάδα στηρίζει τις περιφερειακές προσπάθειες κατά της διακίνησης ναρκωτικών και του οργανωμένου εγκλήματος. Επανέλαβε, τέλος, την ετοιμότητα της χώρας να υποστηρίξει όλες τις διμερείς, περιφερειακές και διεθνείς προσπάθειες αποκλιμάκωσης μέσω διαλόγου και διπλωματίας.

Ο μόνιμος αντιπρόσωπος των ΗΠΑ Μάικλ Γουώλτς δήλωσε ότι οι ΗΠΑ «δεν αναγνωρίζουν τον Νικολάς Μαδούρο ή τους συνεργάτες του ως νόμιμη κυβέρνηση της Βενεζουέλας»: «Για την αμερικανική δικαιοσύνη, ο  Νικολάς Μαδούρο είναι φυγάς και επικεφαλής της ξένης τρομοκρατικής οργάνωσης Cártel de los Soles. Στην πραγματικότητα, ο Μαδούρο και το καθεστώς του έκλεψαν τις εκλογές, και η διεθνής κοινότητα διαθέτει τα αποδεικτικά στοιχεία», είπε.

Ο Γουώλτς τόνισε ότι «ο πρόεδρος Τραμπ έχει διατυπώσει με απόλυτη σαφήνεια ότι θα αξιοποιήσει όλη την ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών […] για να αντιμετωπίσει και να εξαρθρώσει τα καρτέλ ναρκωτικών», και δήλωσε ότι «η πιο σοβαρή απειλή για το ημισφαίριό μας προέρχεται από διεθνή τρομοκρατικά και εγκληματικά δίκτυα, [τα οποία είναι] «εξελιγμένα, εξαιρετικά τεχνικά ικανά, καλά χρηματοδοτούμενα [και προκαλούν] τεράστιες καταστροφές». Κλείνοντας, ανέφερε ότι «είναι οι ενέργειες και οι πολιτικές του παράνομου καθεστώτος Μαδούρο που συνιστούν απειλή για την ειρήνη και τη σταθερότητα του ημισφαιρίου μας», προσθέτοντας ότι οι ΗΠΑ «θα κάνουν ό,τι τους επιτρέπει η — σημαντική — δύναμή τους [για να προστατεύσουν] το ημισφαίριό μας, τα σύνορά μας και τον αμερικανικό λαό».

Η εξέλιξη της κρίσης

Από τα μέσα Αυγούστου, οι εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Βενεζουέλας έχουν οξυνθεί. Η Ουάσινγκτον έχει ενισχύσει τη στρατιωτική της παρουσία στη νότια Καραϊβική, επικαλούμενη την ανάγκη περιορισμού της διακίνησης ναρκωτικών. Μεταξύ 2 Σεπτεμβρίου και 23 Δεκεμβρίου 2025, οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν 29 πλήγματα στην Καραϊβική και στον Ειρηνικό εναντίον σκαφών που –κατά τις ανακοινώσεις τους– μετέφεραν ναρκωτικά, με αποτέλεσμα να αναφέρονται τουλάχιστον 105 νεκροί (τα στοιχεία δεν έχουν επαληθευτεί από τον ΟΗΕ).

Ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα Φόλκερ Τουρκ δήλωσε ότι τα πλήγματα παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα χαρακτήρισε «απαράδεκτα» και ζήτησε από τις ΗΠΑ να τα τερματίσουν, αναφερόμενος σε «εξωδικαστικές εκτελέσεις». Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, χαρακτηρίζουν νόμιμες τις επιχειρήσεις, υποστηρίζοντας ότι βρίσκονται σε «ένοπλη σύγκρουση» με καρτέλ ναρκωτικών, τα οποία η κυβέρνηση Τραμπ έχει χαρακτηρίσει ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις.

Η συνεδρίαση της 10ης Οκτωβρίου

Το Συμβούλιο Ασφαλείας είχε συνεδριάσει ξανά για το θέμα στις 10 Οκτωβρίου 2025, επίσης μετά από αίτημα της Βενεζουέλας. Τότε, η Βενεζουέλα απέρριψε τους αμερικανικούς ισχυρισμούς και υποστήριξε ότι ο στόχος των ΗΠΑ είναι «αλλαγή καθεστώτος» και ο έλεγχος των φυσικών πόρων της χώρας, προειδοποιώντας ότι η στρατιωτική κινητοποίηση και η ρητορική της Ουάσινγκτον δείχνουν πως μια ένοπλη επίθεση «ενδέχεται να συμβεί πολύ σύντομα». Ο Βοηθός Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Μίροσλαβ Γέντζα κάλεσε και τις δύο πλευρές να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση και να επιλύσουν ειρηνικά τις διαφορές τους, υπογραμμίζοντας ότι η αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τον Χάρτη του ΟΗΕ.

Με επιστολή της στις 17 Δεκεμβρίου 2025, η Βενεζουέλα απέρριψε κάθε αμερικανική διεκδίκηση στα αποθέματα πετρελαίου της χώρας, τονίζοντας ότι οι απειλές της Ουάσινγκτον παραβιάζουν το άρθρο 2(4) του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Ζήτησε επίσης από το Συμβούλιο Ασφαλείας να αντιμετωπίσει τη «συνεχιζόμενη επιθετικότητα». Την ίδια ημέρα, ο Γενικός Γραμματέας Αντόνιο Γκουτέρες είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Νικολάς Μαδούρο, επαναλαμβάνοντας την ανάγκη «σεβασμού του διεθνούς δικαίου, ιδιαίτερα του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, αποφυγής κλιμάκωσης και διατήρησης της περιφερειακής σταθερότητας».

Προσπάθεια υιοθέτησης προεδρικής δήλωσης ΣΑ ΟΗΕ

Στα τέλη Οκτωβρίου, η Ρωσία κυκλοφόρησε σχέδιο προεδρικής δήλωσης του Συμβουλίου Ασφαλείας για την κατάσταση στην Καραϊβική, με γενικές εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση, διάλογο και πολυμερείς μηχανισμούς, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένα κράτη. Αν και αρκετά μέλη συμφώνησαν επί της αρχής, οι ΗΠΑ αντιτάχθηκαν σε οποιοδήποτε επίσημο κείμενο, με αποτέλεσμα η Μόσχα να αποσύρει το σχέδιο.

Της Γεωργίας Γαραντζιώτη

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Στέιτ Ντιπάρτμεντ: Η θέση των ΗΠΑ για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 δεν έχει αλλάξει

Η θέση της αμερικανικής κυβέρνησης για την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 παραμένει αμετάβλητη, καθώς, όπως επισημαίνει το γραφείο Νομοθετικών Υποθέσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οι ΗΠΑ παραμένουν πλήρως αφοσιωμένες στην εφαρμογή του νόμου CAATSA (Νόμος για την Αντιμετώπιση των Αντιπάλων της Αμερικής Μέσω Κυρώσεων). Η συγκεκριμένη νομοθεσία αποτρέπει την Τουρκία να αποκτήσει τα μαχητικά F-35, λόγω της κατοχής του ρωσικού συστήματος των S-400.

«Η θέση των ΗΠΑ σχετικά με την απόκτηση και τη συνεχιζόμενη κατοχή από την Τουρκία του ρωσικού συστήματος αεράμυνας S-400 δεν έχει αλλάξει, και οι απαιτήσεις για την Τουρκία προκειμένου να αποκτήσει αεροσκάφη F-35 των ΗΠΑ είναι σαφείς και πλήρως συνεπείς με το Άρθρο 1245 του Νομοσχεδίου για τον Αμυντικό Προϋπολογισμό (NDA) του 2020», τονίζεται χαρακτηριστικά.

H συγκριμένη αναφορά έγινε από τον Πολ Γκουαγλιανόνε, ανώτερο αξιωματούχο του Γραφείου Νομοθετικών Υποθέσεων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και ήρθε ως απάντηση στην επιστολή που είχε στείλει στις 25 Σεπτεμβρίου ο βουλευτής Κρις Πάπας μαζί με άλλους 19 βουλευτές στον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.

Η επιστολή των βουλευτών είχε σταλεί εν μέσω των πληροφοριών που ήθελαν τις συνομιλίες μεταξύ της αμερικανικής κυβέρνησης και της Τουρκίας για την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 να βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο. Στην επιστολή του Σεπτεμβρίου, οι βουλευτές εξέφραζαν τις ενστάσεις και τις ανησυχίες τους για την πιθανή πώληση μαχητικών F-35 αλλά και F-16 στην Άγκυρα

Στην απαντητική επιστολή, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επισημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ενημερώσει επισήμως την τουρκική κυβέρνηση για το ισχύον νομικό και πολιτικό πλαίσιο που διέπει την απόκτηση ρωσικού αμυντικού εξοπλισμού και τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται για τη δυνατότητα προμήθειας των μαχητικών F-35.

Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι η Ουάσιγκτον έχει καταστήσει σαφή τη δυσαρέσκειά της για την προμήθεια των S-400 από την Άγκυρα, καθώς και για τις δεσμευτικές νομικές υποχρεώσεις που απορρέουν από την τροπολογία που υπάρχει στο νομοσχέδιο για τον αμυντικό προϋπολογισμό (NDAA) και νόμο CAATSA.

Σεβασμός στον εποπτικό ρόλο του Κογκρέσου

Η επιστολή αναφέρει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σέβονται τον εποπτικό ρόλο του Κογκρέσου στις μεταφορές οπλικών συστημάτων και επισημαίνει πως η αμερικανική πλευρά χαιρετίζει τη συνέχιση του διαλόγου για την εξισορρόπηση της ετοιμότητας του ΝΑΤΟ με τους περιορισμούς που επιβάλλονται από την αμερικανική νομοθεσία και πολιτική.

Πώληση F-16 και ρόλος της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ

Η επιστολή αναφέρει ότι, βάσει των διατάξεων του Νόμου περί Ελέγχου Εξαγωγών Όπλων, η πώληση των μαχητικών F-16 κοινοποιήθηκε επισήμως στο Κογκρέσο τον Ιανουάριο του 2024 και ότι η προβλεπόμενη περίοδος εξέτασης ολοκληρώθηκε εντός του ίδιου μήνα.

Επισημαίνεται ότι η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στόλο F-16 στο ΝΑΤΟ, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, και διαδραματίζει καίριο ρόλο στην αεράμυνα της συμμαχίας του ΝΑΤΟ, με την πώληση των αεροσκαφών να αποσκοπεί στη διατήρηση της συμβολής της στη συλλογική ασφάλεια.

Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι η αμυντική σχέση ΗΠΑ-Τουρκίας παραμένει ζωτικής σημασίας για τα συμφέροντα ασφαλείας τόσο των Ηνωμένων Πολιτειών όσο και του ΝΑΤΟ. Στο ίδιο πλαίσιο, η επιστολή σημειώνει ότι η Τουρκία εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό σύμμαχο της Συμμαχίας, έχοντας συμβάλει, μεταξύ άλλων, με την ανάπτυξη μαχητικών F-16 για την υποστήριξη της αεροπορικής επιτήρησης του ΝΑΤΟ στις Βαλτικές χώρες, καθώς και με την ανάπτυξη τουρκικού αεροσκάφους AWACS στη Λιθουανία, στο πλαίσιο των μέτρων διασφάλισης του ΝΑΤΟ μετά την παραβίαση του λιθουανικού εναέριου χώρου από τη Ρωσία τον Σεπτέμβριο.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Οι ΗΠΑ στηρίζουν την Ιαπωνία μετά την στοχοποίηση ιαπωνικών αεροσκαφών με ραντάρ από την Κίνα

Την πρώτη της δημόσια επίκριση προς την Κίνα εξέδωσε η Ουάσιγκτον, μετά το επεισόδιο κατά το οποίο κινεζικά μαχητικά αεροσκάφη «κλείδωσαν» με ραντάρ τους ιαπωνικούς στρατιωτικούς στόχους πάνω από διεθνή ύδατα. Εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δήλωσε πως «οι ενέργειες της Κίνας δεν συμβάλλουν στην ειρήνη και τη σταθερότητα της περιοχής», αναφερόμενος στο περιστατικό που σημειώθηκε στις 6 Δεκεμβρίου.

Ο ίδιος τόνισε: «Η συμμαχία ΗΠΑ–Ιαπωνίας βρίσκεται στο ισχυρότερο και πιο ενωμένο σημείο της ιστορίας της. Η δέσμευσή μας προς τη σύμμαχο Ιαπωνία παραμένει αμετάβλητη και βρισκόμαστε σε στενή επικοινωνία για αυτό και άλλα ζητήματα».

Το συμβάν σημειώθηκε σε διεθνή ύδατα ανοιχτά της Οκινάουα και διήρκεσε περίπου τριάντα λεπτά, σε δύο διαδοχικές φάσεις, σύμφωνα με το Yπουργείο Άμυνας της Ιαπωνίας. Την επομένη, ο υφυπουργός Εξωτερικών Φουνακόσι Τακάιρο κάλεσε τον πρέσβη της Κίνας Γου Τζιάνγκχαο για έντονη διαμαρτυρία, δηλώνοντας πως τέτοιες επικίνδυνες ενέργειες είναι «ιδιαίτερα λυπηρές», όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση του ιαπωνικού ΥΠΕΞ.

Ο υπουργός Επικρατείας και κυβερνητικός εκπρόσωπος Μινόρου Κιχάρα χαιρέτισε τις δηλώσεις των ΗΠΑ, τονίζοντας πως αναδεικνύουν τη δύναμη της ιαπωνοαμερικανικής συμμαχίας. Την ίδια ώρα, το Πεκίνο απορρίπτει την εκδοχή του Τόκιο.

Σύμφωνα με το κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων Σινχούα, ο εκπρόσωπος του Πολεμικού Ναυτικού του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, Ουάνγκ Σουεμίν, ισχυρίστηκε ότι ιαπωνικά αεροσκάφη παρενόχλησαν επανειλημμένα κινεζικές ναυτικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια ασκήσεων ανατολικά του στενού Μιγιάκο.

Το τελευταίο διάστημα, οι εντάσεις μεταξύ των δύο χωρών έχουν ενταθεί, κυρίως με αφορμή τις πιέσεις της Κίνας, τόσο σε επίπεδο οικονομίας όσο και στα ζητήματα άμυνας.

Η κλιμάκωση ακολούθησε τις δηλώσεις του Ιάπωνα πρωθυπουργού Σανάε Τακαΐτσι στις 7 Νοεμβρίου, όταν επισήμανε πως ενδεχόμενη κινεζική επίθεση στην Ταϊβάν θα αποτελέσει απειλή για την επιβίωση της Ιαπωνίας και ίσως οδηγήσει σε στρατιωτική αντίδραση της χώρας.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της επικράτειάς του και δεν έχει αποκλείσει στρατιωτική επέμβαση για να εδραιώσει τον έλεγχο στο αυτοδιοικούμενο νησί, το οποίο απέχει περίπου 111 χιλιόμετρα από το Γιαναγκούνι της Ιαπωνίας.

Την 10η Δεκεμβρίου, ο πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, καταδίκασε τις κινεζικές στρατιωτικές προκλήσεις δηλώνοντας: «Στεκόμαστε μαζί με τους δημοκρατικούς εταίρους μας στην αντίθεση σε αυτές τις ενέργειες και παραμένουμε αμετακίνητοι στην απόφασή μας να διασφαλίσουμε την ειρήνη». Παράλληλα, έχει προτείνει αμυντικό προϋπολογισμό 40 δισ. δολαρίων, ενόψει ενδεχόμενων κινεζικών στρατιωτικών κινήσεων κατά της Ταϊβάν έως το 2027.

Τη στήριξη των ΗΠΑ προς το Τόκιο διαμηνύει τακτικά και ο Αμερικανός πρέσβης στην Ιαπωνία, Τζορτζ Γκλας, με συχνές αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στις 20 Νοεμβρίου επιβεβαίωσε την αμερικανική συμπαράσταση στον απόηχο της κινεζικής απαγόρευσης στα ιαπωνικά θαλασσινά, ενώ στις 8 Δεκεμβρίου τόνισε εκ νέου πως η συμμαχία ΗΠΑ–Ιαπωνίας είναι «ισχυρότερη και ενωμένη όσο ποτέ».

Ο Γκλας, στην ίδια δημοσίευση, επικαλέστηκε τη στρατηγική εθνικής ασφάλειας του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, χαρακτηρίζοντας τις συμμαχίες στην περιοχή Ινδοειρηνικού ως το «θεμέλιο της ασφάλειας και της ευημερίας».

Το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών, υποστηρίζοντας σταθερά την Ιαπωνία από την αρχή των διπλωματικών εντάσεων, έχει χαρακτηρίσει τη συμμαχία ΗΠΑ–Ιαπωνίας «ακρογωνιαίο λίθο της ειρήνης και της ασφάλειας στον Ινδοειρηνικό», σύμφωνα με τον εκπρόσωπο Τόμι Πίγκοτ.

Στήριξη προς την Ιαπωνία εκδήλωσε και διακομματική ομάδα Αμερικανών βουλευτών. Στις 8 Δεκεμβρίου, οι βουλευτές Γκρέγκορι Μικς και Άμι Μπέρα απηύθυναν επιστολή προς τον πρόεδρο Τραμπ ζητώντας δασμολογική ελάφρυνση για την Ιαπωνία στο πλαίσιο των «εντεινόμενων οικονομικών και στρατιωτικών πιέσεων από το Πεκίνο».

Επεσήμαναν ότι ο βασικός δασμός των ΗΠΑ στα ιαπωνικά προϊόντα ανέρχεται σήμερα στο 15% και πως μια τέτοια ελάφρυνση θα έστελνε σαφές μήνυμα ενάντια στον «εξομαλυνόμενο οικονομικό εξαναγκασμό» του Πεκίνου, ενισχύοντας παράλληλα τη στήριξη των συμμάχων που υπερασπίζονται τα κυριαρχικά τους δικαιώματα.

Επιπλέον, αναφορές κάνουν λόγο για αύξηση των περιπολιών κινεζικών σκαφών ακτοφυλακής γύρω από τις διοικούμενες από την Ιαπωνία νήσους Σενκάκου (ή Τζιαγιού, όπως τις αποκαλεί το Πεκίνο) στις 10 Δεκεμβρίου, με επαναλαμβανόμενες περιπολίες να έχουν καταγραφεί και στις 15 Νοεμβρίου.

Ο πρόεδρος Τραμπ αναμένεται να επισκεφθεί την Κίνα τον Απρίλιο του επόμενου έτους, έπειτα από συνάντηση με τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ στη Σύνοδο Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο στη Νότια Κορέα.

Με τη συμβολή του Reuters

Κλιμάκωση έντασης Ιαπωνίας-Κίνας λόγω αεροπορικών επεισοδίων στην Οκινάουα

Η Ιαπωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενη ένταση στις σχέσεις της με την Κίνα, μετά από καταγγελίες για στοχοποίηση ραντάρ μεταξύ μαχητικών αεροσκαφών το περασμένο Σαββατοκύριακο. Σύμφωνα με πληροφορίες, δύο κινεζικά μαχητικά J-15 φέρονται να στόχευσαν με τα ραντάρ τους ιαπωνικά F-15 κοντά στην Οκινάουα, γεγονός που οδήγησε σε επίσημη διαμαρτυρία του Τόκιο προς το Πεκίνο, με τη στήριξη και της Καμπέρας.

Το ιαπωνικό Υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε ότι τα περιστατικά σημειώθηκαν το Σάββατο, σε διεθνή εναέριο χώρο νοτιοανατολικά της Οκινάουα. Επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρξε ζημιά σε ιαπωνικά αεροσκάφη και ότι τα κινεζικά μαχητικά δεν παραβίασαν τον εναέριο χώρο της Ιαπωνίας.

Ο Υπουργός Άμυνας της Ιαπωνίας, Σιντζίρο Κοϊζούμι, δήλωσε: «Η στοχοποίηση με ραντάρ αποτέλεσε μια επικίνδυνη ενέργεια, που υπερέβη τα όρια της ασφαλούς πτήσης των αεροσκαφών». Τόνισε την έντονη διαμαρτυρία της Ιαπωνίας και κάλεσε την Κίνα να αποτρέψει την επανάληψη ανάλογων περιστατικών, κατά τη διάρκεια κοινής συνέντευξης Τύπου με τον Αυστραλό αναπληρωτή υπουργό Άμυνας, Ρίτσαρντ Μέρλις.

Παράλληλα, ο Ιάπωνας υφυπουργός Εξωτερικών, Τακαχίρο Φουνακόσι, κάλεσε τον Κινέζο πρέσβη Γου Τζιανγκχάο προκειμένου να του εκφράσει επίσημα τη «σθεναρή διαμαρτυρία» για τα συμβάντα. Σύμφωνα με τον Κοϊζούμι, και τα δύο περιστατικά αφορούσαν μαχητικά J-15 που είχαν απονηωθεί από το κινεζικό αεροπλανοφόρο Λιαονίνγκ.

Το πρώτο συνέβη μεταξύ 16:32 και 16:35, όταν ένα J-15 στόχευσε διακεκομμένα με το ραντάρ του ένα F-15 της Ιαπωνικής Αεροπορίας Αυτοάμυνας. Το δεύτερο επεισόδιο σημειώθηκε μεταξύ 18:37 και 19:08, με άλλο J-15 να στοχοποιεί επανειλημμένα ένα ακόμη ιαπωνικό F-15.

Ο Ρίτσαρντ Μέρλις σχολίασε μετά τη συνάντησή του με τον Κοϊζούμι ότι οι ενέργειες του κινεζικού καθεστώτος στην περιοχή συχνά δεν συνάδουν με μια τάξη βασισμένη σε κανόνες. Υπογράμμισε: «Το εθνικό συμφέρον της Αυστραλίας επικεντρώνεται στη διαφύλαξη της ελευθερίας ναυσιπλοΐας και στην προάσπιση του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS). Έχουμε σοβαρές ανησυχίες για τις τελευταίες ενέργειες της Κίνας».

Και οι δύο χώρες επιμένουν στη διατήρηση ενός ελεύθερου και ανοιχτού Ινδο-Ειρηνικού. Ως απάντηση στις κατηγορίες, εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών αρνήθηκε τη στοχοποίηση με ραντάρ και χαρακτήρισε αβάσιμη τη διαμαρτυρία της Ιαπωνίας, προσθέτοντας ότι το Πεκίνο έχει καταθέσει αντίστοιχη διαμαρτυρία τόσο στο Πεκίνο όσο και στο Τόκιο.

Το περιστατικό με τα ραντάρ έχει οξύνει περαιτέρω τις ανησυχίες στο Τόκιο για τη στάση των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων γύρω από την Ταϊβάν και την Ανατολική Σινική Θάλασσα. Η Ιαπωνίδα πρωθυπουργός Σαναέ Τακαΐτσι δήλωσε τον προηγούμενο μήνα ότι ενδεχόμενη κινεζική επίθεση στην Ταϊβάν θα μπορούσε να θέσει την Ιαπωνία αντιμέτωπη με μια «κατάσταση απειλής για την εθνική επιβίωση», κάτι που θα νομιμοποιούσε στρατιωτική κινητοποίηση υπέρ της Ταϊβάν και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η αντίδραση του Πεκίνου στις δηλώσεις Τακαΐτσι ήταν άμεση, επιβάλλοντας οικονομικά αντίμετρα. Παρά τις πιέσεις από το Πεκίνο, η Ιαπωνίδα πρωθυπουργός εμμένει στις θέσεις της, ενώ Ιάπωνες βουλευτές διαφόρων πολιτικών αποχρώσεων καταδίκασαν τις απειλές του κινεζικού καθεστώτος κατά της Ιαπωνίας.

Στις 5 Δεκεμβρίου, Ιάπωνες και Ταϊβανέζοι αξιωματούχοι έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου για την αύξηση των επιχειρήσεων του κινεζικού στρατού και της ακτοφυλακής στα γειτονικά ύδατα.

Τόσο ο Κοϊζούμι όσο και η εκπρόσωπος της προεδρίας της Ταϊβάν, Κάρεν Κούα, επεσήμαναν την εντατικοποίηση των κινεζικών αναπτύξεων μεγάλης κλίμακας στην Ανατολική Σινική Θάλασσα ως ανησυχητική εξέλιξη που απαιτεί αυξημένη επαγρύπνηση.

Με τη συμβολή της Τζανγκ Τινγκ

Η Συρία γιορτάζει την πρώτη επέτειο μετά την ανατροπή Άσαντ

Η Συρία γιόρτασε την πρώτη επέτειο από την ανατροπή του πρώην προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ στις 8 Δεκεμβρίου, βάζοντας τέλος σε δεκαετίες μπααθικής κυριαρχίας και έτη εμφυλίου πολέμου.

Ο Σύρος πρόεδρος Άχμεντ αλ Σαρά απευθυνόμενος σε πιστούς αμέσως μετά την πρωινή προσευχή στο τέμενος των Ομεϋαδών στη Δαμασκό τόνισε πως η κυβέρνησή του θα συνεχίσει τις προσπάθειες για την ανοικοδόμηση της χώρας μετά τον πόλεμο, συμπεριλαμβανομένης της αποκατάστασης των κρατικών θεσμών σε ολόκληρη τη Συρία. Σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων SANA, ο Σαρά δήλωσε πως «οι Σύροι θα αντιμετωπίσουν ενωμένοι τις προκλήσεις του μέλλοντος» και κάλεσε για εθνική ενότητα.

Ο ίδιος μαζί με υπουργούς της κυβέρνησής του παρέστησαν σε στρατιωτική παρέλαση στη λεωφόρο Μεζζά της Δαμασκού τιμώντας την επέτειο, όπως μετέδωσε το SANA. Το πρακτορείο ανέφερε επίσης πως χιλιάδες Σύροι συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Ομεϋαδών, στο κέντρο της πρωτεύουσας, για να γιορτάσουν.

Πέρυσι, οι αντάρτες υπό την ηγεσία της ισλαμιστικής οργάνωσης Χαγιάτ Ταχρίρ αλ-Σαμ, με επικεφαλής τον Σαρά, κατέλαβαν τη Δαμασκό και κήρυξαν το τέλος μια κυριαρχίας άνω των 50 ετών του καθεστώτος Άσαντ και του Μπααθικού Κόμματος στη Συρία.

Η ανατροπή σημειώθηκε έπειτα από δεκατρία χρόνια εμφυλίου, που πυροδοτήθηκε από την Αραβική Άνοιξη του 2011 και το κύμα δημοκρατικών διαδηλώσεων και εξεγέρσεων. Ο Άσαντ διέφυγε στη Μόσχα.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν είχε τότε χαιρετίσει την πτώση του καθεστώτος, δηλώνοντας: «Αυτό το καθεστώς βασάνισε, κακοποίησε και σκότωσε κυριολεκτικά εκατοντάδες χιλιάδες αθώους Σύρους. Η πτώση του αποτελεί πράξη στοιχειώδους δικαιοσύνης». Ο τότε πρόεδρος είχε δεσμευθεί για ανθρωπιστική βοήθεια προς τη Συρία.

Στους μήνες που ακολούθησαν, οι ΗΠΑ αλλά και άλλοι διεθνείς ηγέτες ήραν κυρώσεις, δεσμεύτηκαν για επενδύσεις και συζήτησαν προγράμματα ανοικοδόμησης της χώρας. Η Χαγιάτ Ταχρίρ αλ-Σαμ (HTS) είχε ξεκινήσει ως Μέτωπο αλ-Νάσρ, θυγατρική της Αλ Κάιντα του Οσάμα μπιν Λάντεν. Η οργάνωση χαρακτηρίστηκε ξένη τρομοκρατική οργάνωση από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ το 2018, αλλά αφαιρέθηκε από τη σχετική λίστα φέτος.

Τον περασμένο Δεκέμβριο, οι ΗΠΑ απέσυραν αμοιβή ύψους 10 εκατ. δολαρίων για πληροφορίες σχετικά με τη σύλληψη του Σαρά, ο οποίος ήταν γνωστός ως Αμπού Μοχάμεντ αλ-Γκουλάνι και Μοχάμεντ αλ-Τζιλάνι.

Η απόφαση συνέπεσε με αμερικανική διπλωματική επίσκεψη στη Συρία στις 20 Δεκεμβρίου 2024. Η διαγραμμένη πλέον ανακοίνωση για τη σύλληψη του Σαρά ανέφερε τον ρόλο του στην ίδρυση του Μετώπου αλ-Νάσρ και τη μετέπειτα μετεξέλιξή του σε HTS, σημειώνοντας ότι η οργάνωση εμπλέκεται σε απαγωγές και δολοφονίες – μεταξύ άλλων, και τον φόνο 20 Δρούζων στο Ιντλίμπ το 2015.

Αναλαμβάνοντας την προεδρία, ο Σαρά επισκέφθηκε και απέσπασε τη στήριξη διαφόρων χωρών της περιοχής, μεταξύ των οποίων Τουρκία, Κατάρ, Σαουδική Αραβία, Μπαχρέιν και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Τον Μάιο, αναγνωρίστηκε και από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ έπειτα από συνάντηση των δύο ηγετών στη Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας.

Ως πρόεδρος, ο Σαρά έχει επανειλημμένως δεσμευτεί να προστατέψει τις εθνοθρησκευτικές μειονότητες της Συρίας και να προωθήσει δημοκρατική, συμπεριληπτική διακυβέρνηση.

Συνάντηση Τραμπ – Σαρά

Στις 10 Νοεμβρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υποδέχθηκε τον Σαρά στον Λευκό Οίκο. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες αφότου οι ΗΠΑ και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών ήραν τις κυρώσεις για τρομοκρατία κατά του Σύρου ηγέτη.

Η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ δήλωσε στις 4 Νοεμβρίου πως η συνάντηση εντάσσεται στις πρωτοβουλίες του Τραμπ να προσεγγίζει ηγέτες απ’ όλο τον κόσμο με σκοπό την ειρήνη. Λίγο πριν, ο Τραμπ είχε δηλώσει: «Η Συρία έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο. Πιστεύω ότι τα καταφέρνει πολύ καλά. Είναι δύσκολη γειτονιά κι αυτός είναι σκληρός ηγέτης, αλλά τα πήγα πολύ καλά μαζί του».

Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο Πρόεδρος της Συρίας Αχμέντ αλ-Σαράα (αριστερά) στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου στις 10 Νοεμβρίου 2025. @realDonaldTrump μέσω Truth Social

 

Μετά τη συνάντηση, η Συρία συμφώνησε να ενταχθεί στη συμμαχία υπό αμερικανική ηγεσία για την καταπολέμηση του ISIS. Ο υπουργός Πληροφοριών της Συρίας, Χάμζα αλ Μουστάφα, ανακοίνωσε τη 10η Νοεμβρίου πως η χώρα υπέγραψε πολιτική διακήρυξη συνεργασίας με την Παγκόσμια Συμμαχία για την Καταπολέμηση του ISIS, μια συμμαχία στην οποία συμμετέχουν 89 εταίροι για την αντιμετώπιση του ISIS στο Ιράκ, στη Συρία και διεθνώς, επιβεβαιώνοντας τη δέσμευση της Συρίας στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας και στη στήριξη της περιφερειακής σταθερότητας.

Ο Μουστάφα διευκρίνισε σε ανάρτησή του στο X ότι «η συμφωνία είναι πολιτική και έως τώρα δεν περιλαμβάνει στρατιωτική διάσταση». Υψηλόβαθμος αξιωματούχος της αμερικανικής κυβέρνησης επιβεβαίωσε επίσης στην Epoch Times τη συμμετοχή της Συρίας στον διεθνή συνασπισμό.

Ο Αχμέτ αλ-Σαρά, γνωστός και με το ψευδώνυμο Αμπού Μοχάμεντ αλ-Γκολάνι, μιλάει στο τζαμί Ουμαγιάδ στη Δαμασκό της Συρίας, στις 8 Δεκεμβρίου 2024. Ομάρ Αλμπάμ/The Canadian Press/AP

 

Σε συνέντευξή του στο Fox News, που μεταδόθηκε στις 10 Νοεμβρίου, ο αλ Σαρά τόνισε: «Η Συρία εισέρχεται σε μια νέα εποχή στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ», υπογραμμίζοντας τη βούληση της Δαμασκού να καθιερωθεί ως γεωπολιτικός εταίρος.

«Στόχος είναι η Συρία να μην θεωρείται πλέον απειλή στην ασφάλεια, αλλά να αποτελεί γεωπολιτικό σύμμαχο και πεδίο για μεγάλες αμερικανικές επενδύσεις, ιδίως στον τομέα της εξόρυξης φυσικού αερίου», είπε, σύμφωνα με μετάφραση του πρακτορείου SANA.

Με τη συμβολή των Εμέλ Ακάν, Ευγενία Φιλιμίνοβα, Αλ Γκραφρέντι και Άνταμ Μόροου

Οι ναυτικές δυνάμεις ΗΠΑ και Ισραήλ ξεκινούν κοινή άσκηση μιας εβδομάδας

Ξεκίνησε στις 7 Δεκεμβρίου η κοινή ναυτική άσκηση μεταξύ του Πολεμικού Ναυτικού του Ισραήλ και του Πέμπτου Στόλου των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως ανακοίνωσε ο ισραηλινός στρατός. Η άσκηση, με την ονομασία Intrinsic Defender, έχει στόχο την ενίσχυση της στρατηγικής και επιχειρησιακής συνεργασίας ανάμεσα στις δύο ναυτικές δυνάμεις, καθώς και την εξάσκηση σε αντιμετώπιση περιφερειακών απειλών, όπως ανέφεραν οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις (IDF) σε ανάρτησή τους στην πλατφόρμα Χ στις 8 Δεκεμβρίου.

Σύμφωνα με τις IDF, η άσκηση, στην οποία συμμετέχουν δεκάδες στρατιωτικοί από αμφότερες τις χώρες, θα διαρκέσει όλη την εβδομάδα.

Η διμερής εκπαίδευση ξεκίνησε μόλις δύο ημέρες μετά την εκτόξευση βαλλιστικών και πυραύλων cruise σε εικονικούς στόχους στον Κόλπο του Ομάν από το ναυτικό των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν, κατά τη διάρκεια διήμερης άσκησης που, σύμφωνα με τα ιρανικά κρατικά μέσα στις 5 Δεκεμβρίου, είχε στόχο την αντιμετώπιση «ξένων απειλών». Η εν λόγω άσκηση στην οποία μετείχαν επανδρωμένα και μη επανδρωμένα θαλάσσια μέσα, ξεκίνησε στις 4 Δεκεμβρίου στα Στενά του Ορμούζ και στον Κόλπο του Ομάν.

Η συγκυρία των ασκήσεων αντικατοπτρίζει το αυξημένο κλίμα έντασης μεταξύ Ιράν αφενός και Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών αφετέρου. Οι σχέσεις παραμένουν τεταμένες μετά τις συγκρούσεις του Ιουνίου, όπου ισραηλινές και αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις. Η αντίδραση του Ιράν ήρθε με πυραυλικές επιθέσεις κατά του Ισραήλ, προκαλώντας ανησυχία στη Δύση ως προς την πιθανότητα ευρύτερης ανάφλεξης στην περιοχή.

Ενίσχυση της ναυτικής συνεργασίας

Αμερικανικά στελέχη περιγράφουν την Intrinsic Defender ως ακρογωνιαίο λίθο για τη διαρκή ναυτική συνεργασία με το Ισραήλ. Η άσκηση παραδοσιακά εστιάζει σε θέματα θαλάσσιας ασφάλειας, εξουδετέρωσης εκρηκτικών, αλλά και στη χρήση μη επανδρωμένων συστημάτων.

Τα τελευταία χρόνια, Αμερικανοί αξιωματούχοι επισημαίνουν τη σημαντική εμπειρία του Ισραήλ σε επιχειρησιακό επίπεδο και την προοδευτική ενσωμάτωσή του στα περιφερειακά δίκτυα ασφαλείας, με ορόσημο τη μεταφορά του το 2021 στην Περιοχή Ευθύνης της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM).

Κατά την τελετή έναρξης που πραγματοποιήθηκε στη Χάιφα στις 30 Ιουλίου 2023, ο τότε επικεφαλής των Ναυτικών Δυνάμεων της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ, αντιναύαρχος Μπραντ Κούπερ, επεσήμανε: «Το Ισραήλ αποτελεί έναν από τους ικανότερους ναυτικούς μας εταίρους και οι ασκήσεις αυτές αναδεικνύουν τη διαχρονική στρατιωτική συνεργασία των τελευταίων ετών». Πρόσθεσε δε ότι «η κοινή εκπαίδευση και επιχειρησιακή δράση συμβάλλουν καθοριστικά στην ασφάλεια και σταθερότητα των θαλασσίων οδών της περιοχής».

Στη φετινή άσκηση, περισσότεροι από 50 Αμερικανοί στρατιωτικοί συμμετείχαν μαζί με Ισραηλινούς συναδέλφους τους σε αντικείμενα όπως αντιμετώπιση ναρκών, υποθαλάσσιες κατασκευές, διαχείριση παγκόσμιας υγείας και διαδικασίες νηοψίας.

Το εύρος της συνεργασίας

Το μέγεθος της άσκησης διαφέρει κάθε χρόνο. Τον Μάρτιο του 2022, η Intrinsic Defender συγκέντρωσε πάνω από 300 Αμερικανούς στρατιωτικούς και ευρύ σύνολο μέσων, συμπεριλαμβανομένης μονάδας εξουδετέρωσης εκρηκτικών του Ναυτικού ΗΠΑ, ομάδας επιχειρησιακής δράσης της Ακτοφυλακής και του αντιτορπιλικού USS Cole.

Το Cole επιχειρούσε ήδη στην περιοχή του Πέμπτου Στόλου από τις 4 Ιανουαρίου εκείνου του έτους, ως μέρος ευρύτερων επιχειρήσεων θαλάσσιας ασφάλειας σε έκταση 6,5 εκατ. τετρ. χιλιομέτρων που περιλαμβάνει τον Περσικό Κόλπο, τον Κόλπο του Ομάν, την Ερυθρά Θάλασσα και περιοχές του Ινδικού Ωκεανού. Η ζώνη καλύπτει παράλληλα τρία καίρια περάσματα: τα Στενά του Ορμούζ, τη Διώρυγα του Σουέζ και το Μπάμπ αλ-Μαντέμπ.

Με την ένταξη του Ισραήλ στη CENTCOM, τα δύο ναυτικά ενίσχυσαν τις κοινές περιπολίες στον Κόλπο της Άκαμπα, την Ερυθρά Θάλασσα και τον Κόλπο του Άντεν, ολοκληρώνοντας συνολικά 18 διμερείς ή πολυμερείς ασκήσεις στη διετία έως τα μέσα του 2023.

Νέος κύκλος διαπραγματεύσεων Λιβάνου-Ισραήλ: Ελπίδες και προκλήσεις για την ειρήνη

Ο πρόεδρος του Λιβάνου, Ζοζέφ Αούν, δήλωσε: «Η φάση των διαπραγματεύσεων αυτής της εβδομάδας μεταξύ Λιβάνου και Ισραήλ στη νότια περιοχή του Λιβάνου επικεντρώθηκε στον τερματισμό των ισραηλινών στρατιωτικών επιχειρήσεων εντός του λιβανέζικου εδάφους», σε ομιλία του στις 5 Δεκεμβρίου.

Ο ίδιος ανέφερε ότι αξιωματούχοι του Λιβάνου, του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών συναντήθηκαν στη Νακούρα, στο νότιο Λιβανό, στις 3 Δεκεμβρίου, με βασικό θέμα τη διακοπή, όπως ο ίδιος ανέφερε, «των εχθρικών ενεργειών που διαπράττει το Ισραήλ σε λιβανέζικο έδαφος, την απελευθέρωση κρατουμένων, τον προγραμματισμό της αποχώρησης των ισραηλινών δυνάμεων και την επίλυση των σημείων διαφωνίας κατά μήκος της Γαλάζιας Γραμμής».

Ο Αούν εξήγησε ότι η Γαλάζια Γραμμή αποτελεί το σύνορο που έχει οριοθετηθεί από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και λειτουργεί ως μεθόριος ανάμεσα στον Λίβανο και το Ισραήλ. Σχολίασε πως «η επιτυχία των συνομιλιών εξαρτάται κυρίως από την στάση του Ισραήλ, που θα κρίνει εάν οι διαπραγματεύσεις θα αποφέρουν πρακτικά αποτελέσματα ή θα αποτύχουν».

Λίγο πριν τη συνάντηση της 3ης Δεκεμβρίου, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, χαρακτήρισε τη διαδικασία ως βήμα προς τη δημιουργία βάσης για μελλοντικές σχέσεις και οικονομική συνεργασία με τον Λίβανο.

Από την άλλη, ο Λιβανέζος πρωθυπουργός, Ναουάφ Σαλάμ, επεσήμανε: «Η ομαλοποίηση των σχέσεων με το Ισραήλ εξακολουθεί να απέχει, αλλά ελπίζω οι συναντήσεις να βοηθήσουν στην εκτόνωση της έντασης», προσθέτοντας ότι τα πρόσφατα ισραηλινά πλήγματα έχουν δώσει μήνυμα κλιμάκωσης.

Στο πλαίσιο της εκεχειρίας του 2024 που διαμεσολάβησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γαλλία, το Ισραήλ όφειλε να αποσύρει τις δυνάμεις του από τον νότιο Λιβανό, ενώ ο λιβανέζικος στρατός είχε την ευθύνη για την απομάκρυνση οχυρώσεων της Χεζμπολάχ κοντά στα σύνορα.

Ωστόσο, η ένταση παραμένει, με το Ισραήλ να διατηρεί θέσεις εντός του Λιβάνου και να πραγματοποιεί αεροπορικές επιδρομές, όπως αναφέρει, με στόχο να εμποδίσει την ανασυγκρότηση της Χεζμπολάχ και την προετοιμασία νέων επιθέσεων.

Στις 4 Δεκεμβρίου, οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις ανακοίνωσαν ότι έπληξαν αποθήκες οπλισμού της Χεζμπολάχ στο νότιο Λιβανό, επισημαίνοντας πως «οι εγκαταστάσεις αυτές βρίσκονται στην καρδιά του άμαχου πληθυσμού» και κατηγόρησαν τη Χεζμπολάχ ότι χρησιμοποιεί αμάχους ως ανθρώπινες ασπίδες.

Ο ισραηλινός στρατός υποστήριξε ότι οι τοποθεσίες αυτές παραβιάζουν τις συμφωνίες με τον Λίβανο και διαβεβαίωσε ότι θα συνεχίσει τις επιχειρήσεις με στόχο την εξάλειψη κάθε απειλής προς το Ισραήλ.

Σε ό,τι αφορά τη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες έχουν χαρακτηρίσει από το 2014 τη Χεζμπολάχ ως τρομοκρατική οργάνωση, το αμερικανικό κράτος ηγείται των πρωτοβουλιών για τη μόνιμη παύση των εχθροπραξιών, αναγνωρίζοντας συνάμα τα συμφέροντα ασφαλείας του Ισραήλ.

Κατά την επίσκεψή της τον Αύγουστο, η ασκούσα χρέη πρέσβειρας των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη και πρώην πρέσβειρα στον Λίβανο, Ντόροθι Σέι, εξήρε την πρόοδο που έχει σημειώσει ο λιβανέζικος στρατός μετά την εκεχειρία του 2024 και διαβεβαίωσε ότι η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει να συνεργάζεται με τον λιβανέζικο στρατό για την ενίσχυση της επιχειρησιακής του ικανότητας.

Ο σημερινός πρέσβης των ΗΠΑ στη Βηρυτό, Μισέλ Ίσσα, εξέφρασε τη στήριξή του προς το διάλογο που ξεκίνησε ανάμεσα σε Ισραήλ και Λίβανο, δηλώνοντας: «Η συνάντηση κατέδειξε πρόθεση να αναζητηθούν ειρηνικές, υπεύθυνες λύσεις», επαναλαμβάνοντας τη δέσμευση των ΗΠΑ να συνδράμουν στην ανακούφιση των πληγεισών κοινοτήτων.

Σε ομιλία του προς τους εκπροσώπους του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, ο Αούν εξέφρασε την αγωνία του για τις επιπτώσεις στους κατοίκους της νότιας Λιβάνου, λέγοντας: «Οι κάτοικοι της νότιας Λιβάνου έχουν εμπιστοσύνη στον στρατό και επιθυμούν να επιστρέψουν στη γη τους, να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους. Η αποκατάσταση και η επιστροφή των κατοίκων αποτελεί για εμάς προτεραιότητα», καλώντας παράλληλα τη διεθνή κοινότητα να στηρίξει τις εργασίες αποκατάστασης των πληγεισών περιοχών.

Αναφερόμενος στη Δύναμη Προσωρινής Ανάπτυξης του ΟΗΕ στον Λίβανο (UNIFIL), που επιχειρεί στη νότια Λιβανό από το 1978, ο Αούν υπογράμμισε ότι η συνεργασία της με τον λιβανέζικο στρατό παραμένει ισχυρή και υποδειγματική. Συμπλήρωσε ότι «ο Λίβανος επιθυμεί η δύναμη να παραμείνει μέχρι να μπορέσει ο στρατός να αναπτυχθεί πλήρως κατά μήκος των διεθνώς αναγνωρισμένων συνόρων».

Ο Αούν σημείωσε πως με τη λήξη της αποστολής της UNIFIL το 2027, αρκετές χώρες έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον να διατηρήσουν στρατιωτική παρουσία στο Λίβανο προς ενίσχυση του στρατού του, τονίζοντας: «Ο Λίβανος καλωσορίζει τέτοιες προσφορές». Καταλήγοντας, υπογράμμισε τη σημασία της διαρκούς διεθνούς στήριξης καθώς ο Λίβανος προετοιμάζεται για την αποχώρηση της UNIFIL και στοχεύει στη διασφάλιση και σταθεροποίηση της νότιας περιοχής του.

Τατζικιστάν: Η χώρα θα φυλάσσει μόνη της τα σύνορά της με το Αφγανιστάν, χωρίς Ρώσους στρατιώτες

Το Τατζικιστάν δήλωσε σήμερα ότι θα φυλάσσει μόνο του τα σύνορά του με το Αφγανιστάν και απέκλεισε την ανάπτυξη Ρώσων στρατιωτών, λίγες μέρες μετά τα δύο αιματηρά διασυνοριακά περιστατικά όπου πέντε Κινέζοι εργάτες σκοτώθηκαν σε αυτή την ορεινή χώρα της κεντρικής Ασίας.

Η διπλωματία του Τατζικιστάν «διαψεύδει» τις πληροφορίες μέσων ενημέρωσης «που αφορούν υποτιθέμενες συζητήσεις μεταξύ του Τατζικιστάν και του Οργανισμού της Συνθήκης Συλλογικής Ασφαλείας (ΟΣΣΑ) για το θέμα της συμμετοχής Ρώσων στρατιωτών σε κοινές περιπολίες στα σύνορα μεταξύ Τατζικιστάν και Αφγανιστάν».

«Το Τατζικιστάν εφαρμόζει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ενίσχυση των συνόρων. Η κατάσταση εκεί παραμένει σταθερή και ελέγχεται πλήρως από τις αρμόδιες αρχές», δήλωσε το υπουργείο Εξωτερικών σε ανακοίνωση.

Ο ΟΣΣΑ συγκροτήθηκε το 1992 για να καλύψει το κενό ασφαλείας που άφησε η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης.

Ο οργανισμός αυτός, τον οποίο μποϊκοτάρει η Αρμενία από το 2023, έχει ακόμη πέντε ενεργά μέλη που οργανώνουν τακτικά στρατιωτικές ασκήσεις (Ρωσία, Λευκορωσία, Καζακστάν, Κιργιστάν, Τατζικιστάν).

Ρώσοι στρατιώτες φύλασσαν τα σύνορα μεταξύ Τατζικιστάν και Αφγανιστάν έως το 2005. Ο έλεγχος των συνόρων ανήκει στο εξής στον στρατό του Τατζικιστάν.

Ωστόσο η Ρωσία διατηρεί ισχυρή στρατιωτική παρουσία στο Τατζικιστάν, με τη μεγαλύτερη στρατιωτική της βάση στο εξωτερικό.

Στα τέλη Νοεμβρίου, ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχε προτείνει κατά τη διάρκεια συνεδρίασης του ΟΣΣΑ «να αρχίσει ένα μεγάλο πρόγραμμα για τον εξοπλισμό των δυνάμεων (του ΟΣΣΑ) με σύγχρονους ρωσικούς εξοπλισμούς και όπλα που έχουν αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους σε πραγματικές στρατιωτικές επιχειρήσεις», χωρίς να δώσει περισσότερες διευκρινίσεις.

Τη Δευτέρα, οι αρχές του Τατζικιστάν ανακοίνωσαν τον θάνατο πέντε Κινέζων και τον τραυματισμό αρκετών άλλων σε δύο χωριστές επιθέσεις κατά μήκος του ορεινού συνόρου των σχεδόν 1.350 χλμ. με το Αφγανιστάν.

Ο επικεφαλής της διπλωματίας των Ταλιμπάν καταδίκασε τις επιθέσεις αυτές και υπενθύμισε ότι «το ισλαμικό Εμιράτο είναι απόλυτα διατεθειμένο να εγγυηθεί την ασφάλεια των συνόρων, να διενεργήσει κοινές έρευνες και να συντονίσει τις ενέργειες του» με το Τατζικιστάν στα σύνορα.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η Airbus εντόπισε πρόβλημα ποιότητας σε μεταλλικά πάνελ του A320

Η Airbus επιβεβαίωσε ότι στις 1 Δεκεμβρίου διαπίστωσε πρόβλημα ποιότητας που αφορά περιορισμένο αριθμό μεταλλικών πάνελ τα οποία χρησιμοποιούνται σε αεροσκάφη της οικογένειας A320. Εκπρόσωπος της ολλανδικής εταιρείας αεροναυπηγικής ανέφερε σε γραπτή δήλωση στους Τάιμς της Εποχής πως η εταιρεία αντέδρασε άμεσα για να αντιμετωπίσει το ζήτημα και έχει ήδη δρομολογήσει εκτεταμένα προληπτικά μέτρα.

«Όπως πάντοτε σε παρόμοιες περιπτώσεις, η Airbus υιοθετεί συντηρητική προσέγγιση και ελέγχει όλα τα αεροσκάφη που ενδέχεται να έχουν επηρεαστεί, γνωρίζοντας ότι τελικά μόνο ένα μέρος εξ αυτών θα χρειαστεί περαιτέρω ενέργειες», ανέφερε ο ίδιος εκπρόσωπος.

Η εταιρεία πρόσθεσε πως «η πηγή του προβλήματος έχει εντοπιστεί και περιοριστεί, ενώ όλα τα πάνελ νέας παραγωγής συμμορφώνονται πλήρως με τις προδιαγραφές». Η Airbus στηρίζεται τόσο σε εσωτερικούς όσο και σε εξωτερικούς προμηθευτές για την παραγωγή των αεροκατασκευών της.

Το μπροστινό τμήμα της ατράκτου του A320 κατασκευάζεται κυρίως στη Γαλλία, ενώ το πίσω μέρος στη Γερμανία. Τα επάνω πάνελ παράγονται συνήθως εσωτερικά, ενώ για τα υπόλοιπα συνεργάζονται αρκετοί προμηθευτές.

Η Airbus δεν αποκάλυψε το όνομα του υπεύθυνου προμηθευτή για τα συγκεκριμένα εξαρτήματα. Η οικογένεια A320 παραμένει η πιο επιτυχημένη εμπορικά σειρά αεροσκαφών της Airbus, με περισσότερες από 10.000 παραγγελίες.

Η εταιρεία περιγράφει το αεροπλάνο ως εκείνο με «την ευρύτερη καμπίνα μονής διαδρομής στον ουρανό» και ως «την πρώτη επιλογή των αεροπορικών εταιρειών παγκοσμίως».

Η μετοχή της Airbus έκλεισε την 1 Δεκεμβρίου στα €192,58, σημειώνοντας πτώση €11,87 ή 5,81% σε σύγκριση με το κλείσιμο της 28ης Νοεμβρίου, σύμφωνα με στοιχεία της Hargreaves Lansdowne.

Λήγει η αναβάθμιση λογισμικού

Το ζήτημα ποιότητας προέκυψε καθώς η Airbus ανακοίνωνε πρόοδο σε μια ξεχωριστή, υποχρεωτική παγκόσμια αναβάθμιση λογισμικού για περίπου 6.000 αεροσκάφη της οικογένειας A320. Την 1η Δεκεμβρίου, η εταιρεία δήλωσε ότι «η συντριπτική πλειονότητα των αεροσκαφών είχε ήδη λάβει τη νεότερη αναβάθμιση, ενώ λιγότερα από 100 αεροσκάφη απέμενε να ενημερωθούν».

«Σε συνεργασία με τους αεροπορικούς μας πελάτες, προχωρούμε στην αναβάθμιση των λιγότερων από 100 εναπομεινάντων αεροσκαφών, ώστε να επιστρέψουν με ασφάλεια σε επιχειρησιακή λειτουργία», ανέφερε η Airbus.

Ένα μοντέλο αεροπλάνου σε κλίμακα προετοιμάζεται για δοκιμές στην αεροδυναμική σήραγγα χαμηλής ταχύτητας της Airbus Filton, στις εγκαταστάσεις του κατασκευαστή αεροσκαφών Airbus στο Filton του Μπρίστολ, Αγγλία, στις 19 Νοεμβρίου 2015. Matt Cardy/Getty Images

 

Η αναγκαία αυτή διόρθωση λογισμικού αποφασίστηκε μετά από συμβάν της 30ης Οκτωβρίου, όταν αεροπλάνο της JetBlue Airways τύπου A320 που πραγματοποιούσε πτήση από το Κανκούν του Μεξικού στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ, υπέστη ξαφνική μη ελεγχόμενη απώλεια ύψους. Οι ανακριτές εντόπισαν τον μηχανισμό σε αλλοίωση δεδομένων του συστήματος πτήσης, πιθανόν λόγω έντονης ηλιακής ακτινοβολίας.

Η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας των ΗΠΑ και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Αεροπορίας κάλεσαν την περασμένη εβδομάδα όλες τις αεροπορικές να ολοκληρώσουν την αναβάθμιση. Ισχυρή ηλιακή ακτινοβολία μπορεί να επηρεάσει τα συστήματα δορυφορικής πλοήγησης, τις ραδιοσυχνότητες και άλλα ηλεκτρονικά όργανα που χρησιμοποιούνται σε μεγάλα ύψη, ιδιαίτερα κατά περιόδους έντονης ηλιακής δραστηριότητας.

Η Airbus προέβλεψε πως ενδέχεται να υπάρξουν ορισμένες επιχειρησιακές διαταραχές κατά τη διάρκεια της αναβάθμισης, αλλά τόνισε πως πρώτη της προτεραιότητα παραμένει η ασφάλεια.

Ο Γουίτκοφ και ο Κούσνερ συναντούν τον Πούτιν στη Μόσχα

Ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ξεκίνησαν τη συνάντησή τους με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν στις 2 Δεκεμβρίου, σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων TASS.

Νωρίτερα, ο Γουίτκοφ και ο Κούσνερ απαθανατίστηκαν να διασχίζουν την Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας μαζί με τον Κιρίλ Ντμιτρίεφ, διευθύνοντα σύμβουλο του Ρωσικού Ταμείου Άμεσων Επενδύσεων και στενό συνεργάτη του Πούτιν, πριν φτάσουν στο Κρεμλίνο. Η συνάντηση είχε προγραμματιστεί να ξεκινήσει μετά τις 5 μ.μ. τοπική ώρα.

Ο Πούτιν θα συναντηθεί με τον κ. Γουίτκοφ, επικεφαλής Αμερικανό διαπραγματευτή για το ουκρανικό ζήτημα, ο οποίος καταφθάνει στο Κρεμλίνο συνοδευόμενος από τον Κούσνερ. Όπως δήλωσε ο εκπρόσωπος του Πούτιν, Ντμίτρι Πεσκόφ, στο TASS, στη συζήτηση θα συμμετέχουν μόνο οι δύο Αμερικανοί εκπρόσωποι.

Η συνάντηση διεξάγεται στο φόντο των συνεχών πιέσεων του Τραμπ για τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, ο οποίος διαρκεί σχεδόν τέσσερα χρόνια. Ο Γουίτκοφ και ο Πούτιν είχαν προηγουμένως συναντηθεί τον Αύγουστο.

Η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Καρολάιν Λέβιτ εξέφρασε στις 1 Δεκεμβρίου τη «μεγάλη αισιοδοξία» της αμερικανικής κυβέρνησης για τις συνομιλίες, σημειώνοντας πως «υπήρξαν πολύ καλές συζητήσεις με τους Ουκρανούς στη Φλόριντα. Και τώρα, βεβαίως, ο ειδικός απεσταλμένος Γουίτκοφ βρίσκεται καθ’ οδόν προς τη Ρωσία».

Ο Λευκός Οίκος είχε επιβεβαιώσει τον προηγούμενο μήνα πως προετοιμάζει ένα ειρηνευτικό σχέδιο 28 σημείων για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Το προσχέδιο που διέρρευσε προβλέπει σημαντικές εδαφικές παραχωρήσεις εκ μέρους της Ουκρανίας, περιορισμούς στις ένοπλες δυνάμεις της και εγκατάλειψη της προσπάθειάς της για ένταξη στο ΝΑΤΟ.

Το ίδιο σχέδιο περιλαμβάνει άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, αξιοποίηση παγωμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας και ρωσικές δεσμεύσεις για μη επιθετική στάση απέναντι στην Ουκρανία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Έκτοτε, ευρωπαϊκά κράτη πρότειναν εναλλακτικό σχέδιο, ενώ διαπραγματεύσεις Κιέβου και Ουάσιγκτον πραγματοποιήθηκαν τόσο στη Γενεύη όσο και στη Φλόριντα. Μετά τη σύνοδο της Φλόριντα στις 30 Νοεμβρίου, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δήλωσε στους δημοσιογράφους πως «σημειώθηκε πρόοδος» προς τον τερματισμό του πολέμου.

«Δεν αρκεί να συμφωνήσουμε στους όρους που θα βάλουν τέλος στις μάχες», σημείωσε. «Πρέπει επίσης να διασφαλίσουμε όρους που θα επιτρέψουν μακροπρόθεσμη ευημερία της Ουκρανίας. Νομίζω πως σήμερα κάναμε ένα βήμα μπροστά, αλλά απομένει ακόμη δουλειά».

Πριν ολοκληρωθούν οι συνομιλίες, ο Ρούμπιο δήλωσε πως αναμένει περαιτέρω βήματα από τη διοίκηση Τραμπ. Σύμφωνα με τον ίδιο: «Στόχος δεν είναι μόνο το τέλος του πολέμου, αλλά και η εξασφάλιση μιας ειρήνης που θα αφήσει την Ουκρανία κυρίαρχη, ανεξάρτητη και με προοπτική πραγματικής ευημερίας».

Στη διαδικασία των διαβουλεύσεων συμμετείχαν επίσης ο Γουίτκοφ και ο Κούσνερ. Ο Πούτιν από την πλευρά του είχε ήδη δηλώσει ότι το ειρηνευτικό σχέδιο που στηρίζουν οι ΗΠΑ θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για τον τερματισμό της σύγκρουσης.

Σε συνέντευξη Τύπου στο Κιργιστάν, στις 27 Νοεμβρίου, δήλωσε πως είναι διατεθειμένος για μια «σοβαρή συζήτηση» επί του σχεδίου, προσθέτοντας: «Σε γενικές γραμμές, συμφωνούμε ότι αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μελλοντικές συμφωνίες», μετά από σύνοδο του Οργανισμού Συλλογικής Ασφάλειας με ηγέτες από Λευκορωσία, Καζακστάν και Τατζικιστάν. Επισήμανε, επίσης, ότι νέο προσχέδιο της συμφωνίας έχει ήδη σταλεί στη Μόσχα.

Κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στο Παρίσι την 1η Δεκεμβρίου, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε πως το ειρηνευτικό σχέδιο «φαίνεται βελτιωμένο» μετά τις πρόσφατες συνομιλίες με Αμερικανούς αξιωματούχους, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι «το δυσκολότερο θέμα» παραμένει ο έλεγχος από την Ουκρανία των περιοχών που αναγνωρίζονται ήδη ως ουκρανικά εδάφη.

Αργότερα την ίδια μέρα, ο Ζελένσκι έφτασε στην Ιρλανδία για την πρώτη του επίσημη επίσκεψη, όπου είχε προγραμματισμένη συνάντηση με τον πρωθυπουργό Μάικλ Μάρτιν και τη νεοεκλεγείσα πρόεδρο Κάθριν Κόννολι. Αν και μέλος της Ε.Ε., η Ιρλανδία παραμένει εκτός ΝΑΤΟ λόγω της διαχρονικής πολιτικής στρατιωτικής ουδετερότητας.

Στο πεδίο των επιχειρήσεων, ο Πούτιν συνεχάρη τους στρατιωτικούς διοικητές του για αυτό που χαρακτηρίστηκε ως πλήρης ρωσική κατάληψη της πόλης Ποκρόφσκ στην ανατολική Ουκρανία, όπως μετέδωσε η TASS στις 2 Δεκεμβρίου. «Θέλω να σας ευχαριστήσω για τα αποτελέσματα της δράσης μας στο Κρασνοαρμίσκ. Θέλω να ευχαριστήσω εσάς και όλη τη διοίκηση και το προσωπικό της ομάδας. Φυσικά, θέλω να ευχαριστήσω τους στρατιώτες, τα παιδιά μας, που εκτελούν αυτές τις αποστολές», δήλωσε ο Πούτιν.

Πρόσθεσε επίσης: «Πρόκειται για μια σημαντική περιοχή. Όλοι αντιλαμβανόμαστε τη σπουδαιότητά της. Και αυτό θα διασφαλίσει ότι προοδευτικά θα επιτύχουμε όλους τους βασικούς στόχους που είχαμε θέσει στην αρχή της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης. Σας ευχαριστώ».

Το Κίεβο, ωστόσο, διέψευσε τους ρωσικούς ισχυρισμούς για την κατάληψη του Ποκρόφσκ. Το γενικό επιτελείο των ενόπλων δυνάμεων της Ουκρανίας χαρακτήρισε τα σχετικά βίντεο ως «ακόμη μία προσπάθεια του Κρεμλίνου να χρησιμοποιήσει σκηνοθετημένη ανάρτηση σημαίας για προπαγανδιστικούς σκοπούς και να επηρεάσει τους συμμετέχοντες σε διεθνείς διαπραγματεύσεις», σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Telegram.