Tην πρώτη του επίσημη επίσκεψη στην Ευρώπη έκανε ο ηγέτης της Συρίας Αχμέτ αλ Σαράα, έπειτα από την ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ μετά την επιτυχή επίθεση ανταρτών στα τέλη της περασμένης χρονιάς.
Ο αλ Σαράα έχει προγραμματισμένη συνάντηση με τον Γάλλο πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν στο Παρίσι. Στο επίκεντρο των συνομιλιών τους αναμένεται να βρεθεί το μέλλον της ταλαιπωρημένης από τον πόλεμο Συρίας, η ασφάλεια και κυριαρχία της χώρας, καθώς και η προστασία των μειονοτήτων που έχουν βρεθεί τελευταία στο στόχαστρο ένοπλων επιθέσεων.
Επιπλέον, οι δύο ηγέτες αναμένεται να εξετάσουν τη συνεργασία ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος (ISIS), όπως και τη δυτική οικονομική στήριξη προς το νέο καθεστώς μετά τον Άσαντ.
Υπενθυμίζεται ότι ο Μπασάρ αλ Άσαντ ανετράπη τον περασμένο Δεκέμβριο από αντάρτικη επίθεση με τη στήριξη της Τουρκίας, υπό την καθοδήγηση της Χαγιάτ Ταχρίρ αλ Σαμ (HTS), οργάνωσης που ξεπήδησε από το δίκτυο της αλ Κάιντα.
Η HTS, που θεωρείται τρομοκρατική οργάνωση διεθνώς, ηγείται πλέον της προσωρινής κυβέρνησης της Συρίας. Ο επικεφαλής της, αλ Σαράα, διατελεί μεταβατικός ηγέτης της χώρας.
Παρά το παρελθόν του με την αλ Κάιντα, ο αλ Σαράα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό καθεστώς κυρώσεων, όμως για τις ανάγκες της επίσκεψής του στο Παρίσι εξασφάλισε εξαίρεση από τα Ηνωμένα Έθνη.
Η επίσκεψη θεωρείται κομβικής σημασίας, καθώς η προσωρινή κυβέρνηση του αλ Σαράα αναζητά διεθνή κύρος. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, η Ουάσιγκτον δεν έχει προχωρήσει σε επίσημη αναγνώριση της νέας ηγεσίας στη Δαμασκό.
Οι ΗΠΑ, επιπλέον, διατηρούν σε ισχύ τις κυρώσεις που είχαν επιβάλει από την εποχή Άσαντ, χωρίς μέχρι τώρα να δείχνουν διάθεση άρσης τους.
Λίγο πριν την άφιξη του αλ Σαράα, ο υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας, Ζαν Νοέλ Μπαρό, ξεκαθάρισε πως το Παρίσι θα κρίνει τη νέα κυβέρνηση της Συρίας από τις πράξεις της. «Δεν δίνουμε λευκή επιταγή», τόνισε χαρακτηριστικά σε τηλεοπτική του τοποθέτηση, θέτοντας ως βασικές προϋποθέσεις την προστασία των μειονοτήτων και την ενεργή συμπόρευση στον αγώνα κατά του ISIS. «Αν η Συρία κατέρρεε σήμερα, θα στρώναμε ουσιαστικά το κόκκινο χαλί στο Ισλαμικό Κράτος», υπογράμμισε ο Μπαρό.
Κυρώσεις, ανοίγματα και η στάση των ΗΠΑ
Η Γαλλία είχε καλωσορίσει την ανατροπή Άσαντ τον περασμένο Δεκέμβριο και από τότε επιχειρεί να αποκαταστήσει τις διπλωματικές σχέσεις με τη νέα, μεταβατική κυβέρνηση. Τον προηγούμενο μήνα, μάλιστα, το Παρίσι διόρισε επιτετραμμένο και μικρή διπλωματική ομάδα στη Δαμασκό, σε μια κίνηση που σηματοδοτεί ένα πρώτο βήμα για πιθανό άνοιγμα της πρεσβείας.
Το 2012, έπειτα από την κλιμάκωση της βίας στη Συρία, το Παρίσι και άλλες δυτικές πρωτεύουσες είχαν διακόψει τις σχέσεις με τη Δαμασκό, καθώς αρκετές αντάρτικες ομάδες τότε λάμβαναν διεθνή υποστήριξη.
Οι δυνάμεις ασφαλείας της Συρίας υπό την ηγεσία του HTS αναπτύσσονται σε μια περιοχή κοντά στη Δαμασκό μετά την έκρηξη της θρησκευτικής βίας. Συρία, 30 Απριλίου 2025. (Bakr Alkasem/AFP μέσω Getty Images)
Στα επόμενα χρόνια, η Συρία βυθίστηκε στη δίνη του εμφυλίου και των ξένων επεμβάσεων, με την Ουάσιγκτον, τις Βρυξέλλες και το Λονδίνο να επιβάλουν σκληρές οικονομικές κυρώσεις κατά του καθεστώτος.
Μετά την κατάρρευση της κυβέρνησης Άσαντ και του στρατού πριν από έξι μήνες, η ΕΕ έχει ήδη άρει μέρος αυτών των κυρώσεων — ενώ άλλες αναμένεται να λήξουν την 1η Ιουνίου.
Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά το κόστος της ανοικοδόμησης της Συρίας να ξεπεράσει τα 250 δισεκατομμύρια δολάρια, καθιστώντας την άρση των κυρώσεων ζήτημα ζωτικής σημασίας για το νέο καθεστώς.
Ωστόσο, η μετα-Άσαντ Συρία είναι αντιμέτωπη με σοβαρές προκλήσεις: οι διαρκείς εδαφικές πιέσεις από το Ισραήλ και οι επαναλαμβανόμενοι ισραηλινοί βομβαρδισμοί σε θέσεις της παλιάς στρατιωτικής δομής, δημιουργούν κλίμα ανασφάλειας και στρατηγικής αβεβαιότητας.
Παράλληλα, εκατοντάδες Αμερικανοί στρατιώτες παραμένουν ανεπτυγμένοι στη βορειοανατολική Συρία, συνεργαζόμενοι με κουρδικές δυνάμεις ως μέρος της διεθνούς συμμαχίας κατά του Ισλαμικού Κράτους.
Πρόσφατες δηλώσεις Αμερικανών αξιωματούχων άφησαν να εννοηθεί πως η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο μερικής αποχώρησης αμερικανικών δυνάμεων από τη Συρία μέσα στους επόμενους μήνες. «Ακολουθούμε μια προσεκτική, σταδιακή διαδικασία προσαρμογής, που θα μειώσει τον αριθμό των Αμερικανών στρατιωτών στη Συρία σε κάτω από χίλιους τους επόμενους μήνες», ανέφερε σε ανακοίνωσή του στις 18 Απριλίου ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου Σον Παρνέλ.
Την πρώτη του ημέρα στο τιμόνι της Γερμανίας, ο νέος καγκελάριος Φρήντριχ Μερτς επέλεξε να κάνει σαφείς τις ευρωπαϊκές του προτεραιότητες πραγματοποιώντας ταξίδι-αστραπή στο Παρίσι, όπου συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Γαλλίας, Εμμανουέλ Μακρόν.
Στο πρώτο τους τετ-α-τετ, λίγες μόλις ώρες μετά την ορκωμοσία του Μερτς, οι δύο ηγέτες επιδίωξαν να στείλουν μήνυμα σύμπνοιας απέναντι στις σύγχρονες προκλήσεις: τους δασμούς των ΗΠΑ, τις εξελίξεις στην Ουκρανία και τις ευρύτερες ανησυχίες για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Κατά τη διάρκεια κοινής συνέντευξης Τύπου, Γαλλία και Γερμανία δεσμεύτηκαν να ενισχύσουν την ασφάλεια της Ευρώπης και να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες.
«Μόνο αν η Γερμανία και η Γαλλία σταθούν πιο κοντά από ποτέ θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αυτές τις προκλήσεις», τόνισε ο Φρήντριχ Μερτς, προσθέτοντας πως από κοινού με τον Μακρόν δρομολογούν νέα δυναμική στη γαλλογερμανική συνεργασία για την Ευρώπη.
Ο νέος καγκελάριος προανήγγειλε περαιτέρω ενίσχυση του Συμβουλίου Άμυνας και Ασφάλειας Γαλλίας-Γερμανίας.
«Στόχος μας να συντονίσουμε καλύτερα τη στήριξή μας προς την Ουκρανία, να ευθυγραμμίσουμε ακόμη περισσότερο τον αμυντικό σχεδιασμό και τις εξοπλιστικές μας αγορές και να αναζητήσουμε νέες λύσεις στις στρατηγικές προκλήσεις της ασφάλειας», επεσήμανε.
Παρά τις φιλόδοξες εξαγγελίες, ο Μερτς αναγνώρισε ότι η Ευρώπη παραμένει εξαρτημένη από τις ΗΠΑ για τη διασφάλιση της ειρήνης στην Ουκρανία.
«Είναι ακλόνητη πεποίθησή μας ότι χωρίς περαιτέρω πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν μπορεί να λήξει. Η Ευρώπη, αυτή τη στιγμή, δεν μπορεί να τις αντικαταστήσει σε αυτόν τον ρόλο», παραδέχτηκε.
Σε ερώτηση για την πρόταση 30ήμερης κατάπαυσης πυρός στην Ουκρανία, η Γερμανία και η Γαλλία ξεκαθάρισαν ότι βρίσκονται σε στενή συνεννόηση, με στόχο την επίτευξη όχι μόνο μίας προσωρινής, αλλά ει δυνατόν μίας σταθερότερης παύσης των εχθροπραξιών.
«Η κρίσιμη ερώτηση είναι: είναι έτοιμη η Ρωσία για μια 30ήμερη εκεχειρία, ώστε να προετοιμαστεί το έδαφος για σταθερή ειρήνη;», διερωτήθηκε ο Μακρόν. «Ο πρόεδρος Πούτιν θα τηρήσει τις υποσχέσεις του, ιδίως όσες έχει δώσει στις συνομιλίες με τις ΗΠΑ; Η Γαλλία και η Γερμανία θα συνοδεύσουν αυτήν την προσπάθεια και παραμένουν σε στενή επαφή».
Από την πλευρά του, ο Μερτζ εξέφρασε την ελπίδα να υπάρξει σύντομα μόνιμη εκεχειρία στην Ουκρανία, απέφυγε όμως να δεσμευτεί για συγκεκριμένες εγγυήσεις ασφάλειας προς το Κίεβο.
Εκτός από τα ζητήματα ασφάλειας, οι ηγέτες ένωσαν τις φωνές τους και για την ανάγκη εισόδου ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα, με τον Μερτς να μιλά για «υποχρέωση» του Ισραήλ να επιδείξει «μεγαλύτερη υπευθυνότητα». Ο Μακρόν συμφώνησε, επισημαίνοντας ότι δεν μπορεί η ΕΕ να υπερασπίζεται την κυριαρχία της Ουκρανίας αγνοώντας το δράμα των Παλαιστινίων.
«Δεν μπορούμε να έχουμε δύο μέτρα και δύο σταθμά», ξεκαθάρισε ο Γάλλος πρόεδρος. «Να πολεμάμε τη Χαμάς, ναι. Αλλά να αγνοούμε τους κανόνες του ανθρωπιστικού δικαίου και να διατηρούμε την κατάσταση στη Γάζα, όχι. Η αναγκαστική μετακίνηση πληθυσμών είναι εξίσου απαράδεκτη.»
Οι συνομιλίες περιέλαβαν και τις εξελίξεις στη Νότια Ασία, με Μερτζ και Μακρόν να εκφράζουν ζωηρή ανησυχία για την ανάφλεξη μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν.
«Περισσότερο από ποτέ χρειάζεται ψυχραιμία, σύνεση και λογική», υπογράμμισε ο Μερτζ. «Καμία χώρα της περιοχής δεν έχει συμφέρον για περαιτέρω κλιμάκωση.»
Ο πρόεδρος της Γαλλίας χαρακτήρισε τη συνάντηση ως «νέα σελίδα» στη γαλλογερμανική συνεργασία, τονίζοντας πως τώρα το Παρίσι προσβλέπει στη στήριξη του Βερολίνου για περαιτέρω αύξηση των αμυντικών δαπανών της ΕΕ, αφ’ ενός λόγω της ρωσικής απειλής και αφ’ ετέρου εξαιτίας της πιθανότητας να υπαναχωρήσουν οι ΗΠΑ από τη μεταπολεμική τους δέσμευση στην ασφάλεια της ηπείρου.
Ο Μακρόν συμπλήρωσε ότι Γαλλία και Γερμανία προτίθενται να διαπραγματευτούν «ενωμένη ευρωπαϊκή απάντηση» στις αμερικανικές εμπορικές κυρώσεις, επιζητώντας δίκαιη λύση που θα προστατεύει τα συμφέροντα της Ένωσης.
Στο πλαίσιο της γερμανικής διπλωματικής παράδοσης, ο Μερτς θα συνεχίσει το πρώτο του ταξίδι μεταβαίνοντας σήμερα και στην Πολωνία, όπου θα έχει συνάντηση με τον Πολωνό πρωθυπουργό, Ντόναλντ Τουσκ, επιβεβαιώνοντας τη σημασία της ευρωπαϊκής ενότητας έναντι των παγκόσμιων προκλήσεων.
Σε μια υπόθεση-ορόσημο για την προστασία της ιδιωτικότητας, σώμα ενόρκων στην Καλιφόρνια επιδίκασε στις 6 Μαΐου στη Meta αποζημίωση σχεδόν 168 εκατ. δολαρίων εις βάρος της ισραηλινής εταιρείας κατασκοπευτικού λογισμικού NSO Group.
Η υπόθεση ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2019, όταν WhatsApp και Facebook, θυγατρικές της Meta, προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη εναντίον της NSO Group. Στη μήνυση ισχυρίστηκαν ότι, το διάστημα Απριλίου-Μαΐου 2019, η NSO εκμεταλλεύτηκε την πλατφόρμα του WhatsApp για να υποκλέψει δεδομένα από περίπου 1.400 κινητές συσκευές, παρακολουθώντας ανυποψίαστους χρήστες.
Τον Δεκέμβριο του 2024, το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Βόρειας Καλιφόρνιας καταδίκασε την NSO για παραβίαση του αμερικανικού νόμου περί ηλεκτρονικής απάτης και κακόβουλης χρήσης συστημάτων, για παράβαση σχετικής πολιτειακής νομοθεσίας της Καλιφόρνια και για παράβαση συμβολαίου.
Το σώμα των ενόρκων αποφάσισε στις 6 Μαΐου την επιβολή χρηματικής αποζημίωσης στη Meta ύψους 444.719 δολαρίων και την καταβολή προστίμου ύψους 167,3 εκατ. δολαρίων, δηλώνοντας πως η Meta απέδειξε «πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η NSO ενήργησε με δόλο, καταπίεση ή απάτη» παραβιάζοντας τη νομοθεσία της Καλιφόρνιας περί πρόσβασης σε ηλεκτρονικά δεδομένα.
Η αγωγή του WhatsApp επικεντρωνόταν στο διαβόητο Pegasus, το κατασκοπευτικό λογισμικό της NSO που μπορεί να εγκατασταθεί εξ αποστάσεως σε Android, iOS και BlackBerry, παρέχοντας πλήρη έλεγχο – από μηνύματα μέχρι τοποθεσία – σε οποιονδήποτε το χειρίζεται.
Η WhatsApp ισχυρίστηκε ότι το Pegasus φυτεύτηκε σκόπιμα σε συσκευές χρηστών, με τα συλλεγόμενα δεδομένα να διοχετεύονται όχι μόνο στην NSO, αλλά και στους πελάτες της.
Από την πλευρά της, με προσφυγή τον Απρίλιο του 2020, η NSO αρνήθηκε τις κατηγορίες, ισχυριζόμενη ότι η δίωξη συγχέει τις πράξεις της εταιρείας με εκείνες πελατών της, όπως κρατικών υπηρεσιών. Η NSO δήλωσε ότι το Pegasus πωλείται αποκλειστικά σε κυβερνήσεις, προσφέροντας μόνο τεχνική υποστήριξη. Υποστήριξε δε πως η ίδια δεν εγκαθιστά ποτέ το λογισμικό σε συσκευές και ότι απαγορεύει συμβατικά τη χρήση του λογισμικού της σε μη εμπλεκόμενα σε εγκληματικές ενέργειες άτομα.
Η Meta χαιρέτισε με ικανοποίηση την ετυμηγορία, σημειώνοντας σε ανακοίνωσή της πως «η σημερινή δικαστική απόφαση σηματοδοτεί ένα σημαντικό βήμα για την ιδιωτικότητα και την ασφάλεια, καθώς αποτελεί την πρώτη νίκη κατά της ανάπτυξης και χρήσης παράνομου λογισμικού κατασκοπείας που απειλεί την ασφάλεια και τα δικαιώματα όλων».
Απαντώντας στην απόφαση, ο Γκιλ Λάινερ, αντιπρόεδρος επικοινωνίας της NSO, δήλωσε στην Epoch Times: «Η τεχνολογία μας διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην αποτροπή σοβαρών εγκλημάτων και τρομοκρατικών επιθέσεων, προστατεύοντας και ζωές Αμερικανών. Αυτή η διάσταση δυστυχώς δεν εξετάστηκε από τους ένορκους.»
Το Access Now, διεθνής οργάνωση προάσπισης ψηφιακών δικαιωμάτων, επίσης χαιρέτισε την απόφαση, υπενθυμίζοντας ότι εδώ και έξι χρόνια πιέζει για τέτοιου είδους λογοδοσία. Όπως ανέφερε ο Μάικλ Ντε Ντόρα, υπεύθυνος πολιτικής στις ΗΠΑ για το Access Now, «η απόφαση στέλνει ηχηρό μήνυμα προς τις εταιρείες λογισμικού κατασκοπείας ότι το να στοχοποιούν ανθρώπους δια μέσου αμερικανικών πλατφορμών θα έχει πλέον βαρύ κόστος».
Υπενθυμίζεται ότι το Νοέμβριο του 2021, το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου ενέταξε την NSO Group και τρεις ακόμη εταιρείες στη λίστα οντοτήτων που θεωρούνται απειλή για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, καταδεικνύοντας την αυξανόμενη ανησυχία γύρω από τις δραστηριότητές τους.
Με σαφές μήνυμα υπέρ μιας ανανεωμένης προσέγγισης στις σχέσεις ΗΠΑ–Ευρώπης, ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς απευθύνθηκε στους παγκόσμιους ηγέτες κατά τη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου που πραγματοποιήθηκε φέτος στην Ουάσιγκτον, στις 7 Μαΐου.
«Θεμελιωδώς, βρισκόμαστε και πρέπει να βρισκόμαστε στην ίδια πολιτισμική πλευρά», δήλωσε ο Βανς, αφήνοντας να εννοηθεί πως το ερώτημα παραμένει ανοιχτό σχετικά με το τι σημαίνει αυτή η σύμπλευση στην εποχή μας.
Η συνάντηση συγκέντρωσε διπλωμάτες, διεθνείς ηγέτες και ειδικούς στην ασφάλεια, με στόχο τη συζήτηση γύρω από τις αμυντικές ανάγκες και τη βιομηχανική δυναμική της Ευρώπης.
Ο Βανς υπογράμμισε ότι πλέον είναι ζωτικής σημασίας η Ευρώπη να αποκτήσει μεγαλύτερο βαθμό αυτάρκειας, στοιχείο που συνάδει με τη γενικότερη εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ, η οποία δίνει προτεραιότητα στα αμερικανικά συμφέροντα και καλεί τους συμμάχους να αναλάβουν πιο ενεργό ρόλο στη συλλογική ασφάλεια.
Συγκεκριμένα, πρότεινε στις ευρωπαϊκές χώρες να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες, προτείνοντας ως στόχο το 5% του ΑΕΠ, επικρίνοντας τη σιγουριά ορισμένων εταίρων όσον αφορά το υφιστάμενο πλαίσιο ασφάλειας.
Οι τοποθετήσεις του ευθυγραμμίζονται με την πρόσφατη πίεση των ΗΠΑ προς τα μέλη του ΝΑΤΟ για υπέρβαση του ορίου 2% του ΑΕΠ στις αμυντικές δαπάνες, ενώ και ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, πρότεινε στόχους άνω του 3% για τα ευρωπαϊκά μέλη της συμμαχίας.
Ο αντιπρόεδρος επανέλαβε πως μια ειλικρινής εταιρική σχέση είναι προς όφελος και των δύο πλευρών.
«Εξακολουθώ να πιστεύω έντονα ότι ΗΠΑ και Ευρώπη βρίσκονται στην ίδια ομάδα», ανέφερε. «Αμερικανική και ευρωπαϊκή κουλτούρα είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και αυτό θα συνεχίσει να ισχύει».
Ο Βανς εστίασε ιδιαίτερα στην ανάγκη η Ευρώπη να ανακτήσει τη βιομηχανική της ισχύ, τονίζοντας ότι πολλές χώρες του ευρωπαϊκού χώρου «αποβιομηχανοποιούνται ακριβώς τη στιγμή που η ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας γίνεται πιο αναγκαία από ποτέ».
Εξέφρασε ανησυχία για τη δυσκολία εξασφάλισης επαρκών πυρομαχικών και εξοπλισμού εν μέσω παγκόσμιων κρίσεων, επισημαίνοντας ότι η εξάρτηση της Ευρώπης από τις βιομηχανικές δυνατότητες των ΗΠΑ είναι μια πρακτική που δεν μπορεί να συνεχιστεί στο διηνεκές.
Οι δηλώσεις του Βανς ήρθαν σε μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής έντασης, καθώς οι ειρηνευτικές συνομιλίες Ρωσίας–Ουκρανίας βρίσκονται σε εξέλιξη.
Ο ίδιος τόνισε τη δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών για τον τερματισμό της σύγκρουσης. «Πιστεύω ότι ήταν μια ορθή επιλογή η έναρξη των διαπραγματεύσεων», είπε, σχολιάζοντας τη μακρόχρονη διάρκεια του πολέμου και την απουσία ουσιαστικού διαλόγου για την παύση των εχθροπραξιών.
Ο αντιπρόεδρος υπενθύμισε πως η επιτυχής διαπραγμάτευση απαιτεί να ληφθούν υπόψη όλες οι οπτικές. «Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε με τη ρωσική δικαιολόγηση του πολέμου, αλλά είναι απαραίτητο να κατανοούμε τις θέσεις και των δύο πλευρών ώστε να βρεθεί λύση», εξήγησε.
«Ένα σημείο τριβής που μας προβληματίζει, ειλικρινά, και από τις δύο πλευρές, είναι ότι η μεταξύ τους αντιπαλότητα είναι τέτοια που στη διάρκεια μιας ώρας συνομιλίας, τα πρώτα τριάντα λεπτά τα περνούν εξαντλώντας παράπονα περί ιστορικών συμφωνιών», συμπλήρωσε.
Ο Βανς χαρακτήρισε συνεχιζόμενη τη διένεξη εις βάρος ολόκληρου του κόσμου, ενώ τόνισε πως ο πρόεδρος Τραμπ επικεντρώνεται στη διάσωση ανθρώπινων ζωών.
«Εάν επικρατήσει η λογική, μπορούμε να οδηγηθούμε σε μια διαρκή ειρήνη που θα ωφελήσει οικονομικά τόσο την Ουκρανία όσο και τη Ρωσία, και, κυρίως, θα θέσει τέλος στην απώλεια ανθρώπινων ζωών», υπογράμμισε.
Σε αντίθεση με την ομιλία του τον περασμένο Φεβρουάριο στο Μόναχο, όπου ο Βανς επέκρινε τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες για περιορισμούς στην ελευθερία του λόγου και τη στάση τους στο μεταναστευτικό, στη χθεσινή του παρέμβαση επικράτησε ο ρεαλισμός γύρω από την οικονομική και αμυντική αυτάρκεια, με πρακτικό πνεύμα για τη διευθέτηση εμπορικών και τελωνειακών διαφορών.
Οι αντιδράσεις στα όσα είπε ο Βανς ήταν μικτές: κάποιοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, όπως ο ΥΠΕΞ της Λιθουανίας Γκαμπριέλιους Λανσμπέργκις, χαιρέτισαν τη στροφή προς μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αυτονομία, ενώ άλλοι εξέφρασαν ανησυχίες για πιθανή αποστασιοποίηση των ΗΠΑ από τον ρόλο τους ως ηγετικής δύναμης και οικονομικού στυλοβάτη του ΝΑΤΟ.
Ο Βανς παρέπεμψε σε μια κομβική καμπή στη διατλαντική σχέση. «Πιστεύω ότι διανύουμε μια περίοδο κατά την οποία καλούμαστε να επαναδιατυπώσουμε καίρια ερωτήματα», σχολίασε.
Με φόντο τις επερχόμενες διαπραγματεύσεις με την Κίνα, ο Βανς τόνισε ότι το Πεκίνο οφείλει να ενισχύσει την κατανάλωσή του, ώστε να περισταλεί το τεράστιο έλλειμμα στο εμπόριο με τις ΗΠΑ.
«Δεν είναι δυνατό οι Ηνωμένες Πολιτείες να απορροφούν το πλεόνασμα παραγωγής ολόκληρου του κόσμου», δήλωσε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας πως η αμερικανική οικονομία βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι.
Παράλληλα εξέφρασε αισιοδοξία για την έκβαση των συνομιλιών με την Κίνα, παρόλο που αναγνώρισε πως η διαδικασία θα απαιτήσει χρόνο.
«Στόχος μας είναι να επαναφέρουμε τις εμπορικές σχέσεις σε ισορροπία, προς όφελος των Αμερικανών εργαζομένων και της βιομηχανίας», τόνισε, προσθέτοντας πως «βρισκόμαστε στην αρχή μιας ιδιαίτερα σημαντικής αλλαγής».
Έντονη η απάντηση του Πακιστάν στην τελευταία σειρά ινδικών αεροπορικών επιδρομών σε περιοχές του Κασμίρ που βρίσκονται υπό πακιστανικό έλεγχο, οι οποίες στοίχισαν τη ζωή σε 26 ανθρώπους. Η Ινδία υποστηρίζει ότι οι βομβαρδισμοί στόχευαν τρομοκρατικές εγκαταστάσεις, ως αντίποινα για την επίθεση της 22ας Απριλίου, όταν ένοπλοι σκότωσαν 26 Ινδούς τουρίστες ,κοντά στο Παχαλγκάμ του ινδικού Κασμίρ.
Το ινδικό υπουργείο Άμυνας γνωστοποίησε πως η επιχείρηση με την ονομασία «Sindoor» είχε στόχο την εξάρθρωση δικτύων που σχεδίαζαν τρομοκρατικά χτυπήματα κατά της Ινδίας.
Σε έκτακτη συνεδρίαση της Εθνικής Επιτροπής Ασφαλείας υπό τον πρωθυπουργό Σαχμπάζ Σαρίφ, το Ισλαμαμπάντ χαρακτήρισε τις ινδικές επιθέσεις «αβάσιμες» και κατήγγειλε ότι προγραμμάτισαν πλήγματα σε πολιτικούς στόχους, μερικοί εκ των οποίων ήταν τζαμιά. Η πακιστανική κυβέρνηση καταδίκασε τις επιδρομές ως «απρόκλητες και αδικαιολόγητες», υποστηρίζοντας πως είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο αθώων πολιτών.
Η πακιστανική στρατιωτική ηγεσία τόνισε ότι διαθέτει την εξουσιοδότηση να λάβει «όλα τα απαραίτητα μέτρα για την υπεράσπιση της κυριαρχίας της χώρας», σε χρόνο και τρόπο που η ίδια θα επιλέξει.
Αντίποινα με καταρρίψεις αεροσκαφών
Το κλίμα οξύνεται ακόμη περισσότερο μετά τους ισχυρισμούς του πακιστανικού στρατού ότι κατέρριψε πέντε ινδικά αεροσκάφη ως απάντηση στις επιδρομές. Εκπρόσωποι της πακιστανικής πολεμικής αεροπορίας ανέφεραν πως τρία ινδικά μαχητικά αεροπλάνα και ένα drone καταρρίφθηκαν, ενώ από την πλευρά της Ινδίας δεν έχει υπάρξει επιβεβαίωση των απωλειών, αν και τοπικά μέσα κάνουν λόγο για συντρίμμια σε ελεγχόμενες από την Ινδία ζώνες.
Διεθνείς αντιδράσεις και ανησυχία
Η κρίση αποκτά ιδιαίτερη διάσταση, καθώς Ινδία και Πακιστάν διαθέτουν πυρηνικά οπλοστάσια, προκαλώντας ανησυχία τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στη διεθνή κοινότητα. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε για άμεση αποκλιμάκωση των εντάσεων, ενώ ο ΟΗΕ απηύθυνε έκκληση για μέγιστη αυτοσυγκράτηση και αποφυγή ενεργειών που δυναμιτίζουν το κλίμα.
Παρέμβαση υπήρξε και από το Πεκίνο, με το υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας να ζητά από τις δύο πλευρές να επικεντρωθούν στην ειρήνη και να αποφύγουν ενέργειες που θα απειλούσαν τη σταθερότητα της περιοχής.
Επιδείνωση της κρίσης – Επηρεάζεται η αεροπορική κυκλοφορία
Την ίδια ώρα, η συνεχιζόμενη ένταση έχει σοβαρές επιπτώσεις στα δρομολόγια αεροπορικών εταιρειών, καθώς πολλές πτήσεις προς και από την περιοχή είτε ακυρώνονται είτε παρακάμπτουν τον εναέριο χώρο του Κασμίρ για λόγους ασφαλείας.
Η ινδική στρατιωτική επιχείρηση έχει έντονα συμβολικό χαρακτήρα, αφού το όνομα «Sindoor» αναφέρεται στους αδικοχαμένους τουρίστες του Απριλίου, με το Νέο Δελχί να επιμένει πως δεν θα αφήσει ατιμώρητη την επίθεση σε βάρος πολιτών του.
Καθώς η διεθνής κοινότητα εντείνει τις εκκλήσεις για διάλογο, το μέλλον των σχέσεων Ινδίας και Πακιστάν παραμένει περισσότερο αβέβαιο από ποτέ, μέσα σε ένα εκρηκτικό περιβάλλον με αυξανόμενη στρατιωτική αντιπαράθεση.
Το Καμερούν, στρατηγικός σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών στην προσπάθεια καταπολέμησης παγκόσμιων τρομοκρατικών οργανώσεων που έχουν κηρύξει τζιχάντ εναντίον τους, ενδέχεται σύντομα να βυθιστεί στο χάος σε πολλά μέτωπα, θέτοντας σε κίνδυνο τα αμερικανικά συμφέροντα στην Αφρική, σύμφωνα με αναλυτές.
Στις βόρειες περιοχές της πρώην γαλλικής αποικίας, εξτρεμιστές που είναι πιστοί στον ISIS επιτίθενται σε στρατιωτικές δυνάμεις και χωριά, σκοτώνοντας δεκάδες ανθρώπους κάθε φορά και απαγάγοντας γυναίκες και παιδιά.
Οι συνεχείς αποτυχίες των δυνάμεων από την πρωτεύουσα, Γιαουντέ, να σταματήσουν τη βία έχουν οδηγήσει στην άνοδο μονάδων αυτοάμυνας, ενώ οι εθνοτικές συγκρούσεις για το νερό και τη γη προκαλούν θύματα και αναγκάζουν τους ανθρώπους να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους κοντά στα σύνορα του Καμερούν με το Τσαντ, σύμφωνα με τη Διεθνή Ομάδα Κρίσης (International Crisis Group – ICG).
Ο πόλεμος των αγγλόφωνων και η άγνωστη σύγκρουση
Υπάρχει, επίσης, ο συνεχιζόμενος πόλεμος ανεξαρτησίας των Αμπαζονιανών, ο οποίος χαρακτηρίζεται από την οργάνωση παρακολούθησης συγκρούσεων ως ένας από τους πιο αδόκιμα αναφερόμενους πολέμους στην ιστορία. Από το 2017, σύμφωνα με την ICG, περισσότεροι από 6.500 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί και τουλάχιστον 610.000 έχουν εκτοπιστεί καθώς οι αυτονομιστές αγωνίζονται για αυτοδιάθεση σε μια σύγκρουση που αποκτά όλο και πιο σφοδρό χαρακτήρα.
Το 2016, δικηγόροι, φοιτητές και δάσκαλοι που μιλούν αγγλικά στο Καμερούν ξεκίνησαν διαμαρτυρίες για την πολιτιστική τους περιθωριοποίηση από την κυβέρνηση που κυριαρχείται από γαλλόφωνους, σύμφωνα με το Global Center for the Responsibility to Protect, με έδρα τη Νέα Υόρκη και τη Γενεύη. Όταν οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές κήρυξαν την ανεξαρτησία τους και δημιούργησαν το νέο κράτος «Αμπαζονία» στις βόρειες και νότιες περιοχές του Καμερούν, οι κρατικές δυνάμεις ασφάλειας εξαπέλυσαν σφοδρή καταστολή. «Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι δυνάμεις ασφαλείας διαπράττουν εξωδικαστικές εκτελέσεις και εκτεταμένη σεξουαλική και σεξιστική βία, καίνε αγγλόφωνα χωριά και υποβάλλουν άτομα με φερόμενους αυτονομιστικούς δεσμούς σε αυθαίρετες συλλήψεις, βασανιστήρια και κακομεταχείριση», ανέφερε το κέντρο σε αναφορά του.
Μέλη του Τάγματος Ταχείας Επέμβασης, μιας επίλεκτης στρατιωτικής δύναμης και μιας μονάδας μάχης των ενόπλων δυνάμεων του Καμερούν, παρατάσσονται πριν από μια παρέλαση στη Γιαουντέ στις 20 Μαΐου 2024. (AFP μέσω Getty Images)
«Οπλισμένοι αυτονομιστές έχουν επίσης σκοτώσει, απαγάγει και τρομοκρατήσει πληθυσμούς, ενώ σταθερά εδραιώνουν τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των αγγλόφωνων περιοχών. Οι αυτονομιστές και οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν διαπράξει επιλεκτικές επιθέσεις σε υγειονομικές εγκαταστάσεις και ανθρωπιστικούς εργάτες, περιορίζοντας τη διάθεση και την πρόσβαση σε ζωτική βοήθεια και αναγκάζοντας διάφορες διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις να αναστείλουν τις επιχειρήσεις τους. Οι αυτονομιστές έχουν επίσης απαγορεύσει την εκπαίδευση από την κυβέρνηση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και δασκάλους, ενώ καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία.»
Η ηγεσία Μπιγιά και η απειλή πραξικοπήματος
Ο πρόεδρος Πωλ Μπιγιά, 92 ετών και στην εξουσία από το 1982, αρνείται να ακολουθήσει τις συμβουλές και να παραδώσει την εξουσία, και είναι αποφασισμένος να διαγωνιστεί στις εκλογές που είναι προγραμματισμένες για τον Οκτώβριο.
Η Τζασμίν Όπερμαν, ειδικός σε παγκόσμιες συγκρούσεις και τρομοκρατία στον οργανισμό Armed Conflict Location and Event Data (ACLED), που συλλέγει πληροφορίες για τις αντάρτικες κινήσεις παγκοσμίως, αναφέρει ότι η «εκρηκτικό μείγμα κρίσεων», περιλαμβανομένων της ραγδαίας επιδείνωσης της ασφάλειας και της «πείσματος» του Μπιγιά, σημαίνει ότι το Καμερούν είναι «τώρα σε κίνδυνο πλήρους κατάρρευσης». «Υπάρχουν ισχυρές προσωπικότητες στον στρατό του Καμερούν που είναι πολύ απογοητευμένοι και θυμωμένοι», δήλωσε η πρώην αξιωματικός στρατιωτικής πληροφοριών από τη Νότια Αφρική στην Epoch Times. «Η κυβέρνηση του Μπιγιά δεν τους παρέχει τους πόρους που χρειάζονται για να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τους αυτονομιστές και τους τρομοκράτες, και δεν φαίνεται να έχει στρατηγικές για να αντιμετωπίσει τα πολλαπλά μέτωπα βίας στο Καμερούν. Η απογοήτευση εντείνει τις συζητήσεις για απόπειρα πραξικοπήματος.»
Ο Μπεντζαμίν Μόσμπεργκ, αναπληρωτής διευθυντής του Κέντρου Αφρικής του Atlantic Council, προειδοποίησε ότι το Καμερούν «μπορεί σύντομα να βυθιστεί σε κρίση» και είναι πεπεισμένος ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να βοηθήσουν να το αποτρέψουν.
Η Όπερμαν συμφώνησε ότι δεν θα ήταν «καλό» για τις Ηνωμένες Πολιτείες αν το Καμερούν βυθιζόταν σε «πλήρες χάος». Είπε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επενδύσει στη χώρα εδώ και δεκαετίες, με το ενδιαφέρον τους να είναι κυρίως «στρατιωτικού-στρατηγικού χαρακτήρα» λόγω της παρουσίας ενός ευρέος φάσματος τρομοκρατικών ομάδων στο Σαχέλ, του οποίου το Καμερούν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος.
«Διαθέτει αρκετές βάσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών στο Καμερούν και οι εργασίες που πραγματοποιούνται σε αυτές τις εγκαταστάσεις έχουν ως αποτέλεσμα πολύ επιτυχημένες επιθέσεις των αμερικανικών και αφρικανικών δυνάμεων σε τρομοκρατικούς στόχους», δήλωσε η Όπερμαν. «Είναι ζωτικής σημασίας να διατηρήσει η Ουάσινγκτον αυτές τις δυνατότητες των μη επανδρωμένων αεροσκαφών, επειδή είναι απαραίτητες για την παγκόσμια αντιτρομοκρατική προσπάθεια και επειδή πρόσφατα έχασε τη μεγαλύτερη βάση μη επανδρωμένων αεροσκαφών στην Αφρική, στον κοντινό Νίγηρα. Η βάση αυτή παρείχε πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες και τις κινήσεις πολλών ισλαμιστών τρομοκρατών- το κενό αυτό καλύπτεται επί του παρόντος από τις δυνατότητες των αμερικανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών που σταθμεύουν στο Καμερούν».
Η στρατιωτική χούντα του Νίγηρα διέταξε τα αμερικανικά στρατεύματα να εγκαταλείψουν τη χώρα μετά από πραξικόπημα το 2023. Η Ουάσιγκτον ολοκλήρωσε την απόσυρση 1.000 στρατιωτών και τόνων στρατιωτικού εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένων μη επανδρωμένων αεροσκαφών και εργαλείων παρακολούθησης, στις αρχές Αυγούστου 2024.
Ρωσία, Κίνα και η στρατηγική επιρροή τους στο Σαχέλ
Η Νίγηρας, όπως και οι γειτονικές χώρες Μπουρκίνα Φάσο και Μάλι, οι οποίες διοικούνται επίσης από στρατιωτικές κυβερνήσεις, έχει απομακρυνθεί από τη Δύση και έχει υπογράψει συμφωνίες πολιτικής, οικονομικής και στρατιωτικής συνεργασίας με τη Ρωσία και την Κίνα.
Σε αυτό το πλαίσιο, όπως δήλωσε ο Τζιμπί Σο, ανώτερος ερευνητής για τη Δυτική Αφρική και το Σαχέλ στο Ινστιτούτο Ασφαλείας του Πραιτόρια, είναι «πολύ σημαντικό» οι Ηνωμένες Πολιτείες να διατηρήσουν μια «ισχυρή παρουσία και ενδιαφέρον» στο Καμερούν. «Ο [πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ] Τραμπ μπορεί να νομίζει ότι έχει πιο σημαντικά θέματα να ασχοληθεί, αλλά αν η κυβέρνηση του δεν προσέξει τι συμβαίνει στο Καμερούν, η Αμερική θα χάσει έδαφος από τη Ρωσία και την Κίνα σε μια περιοχή του κόσμου που είναι πλούσια σε κρίσιμα ορυκτά», δήλωσε στην Epoch Times.
Η περιοχή του Σαχέλ είναι πλούσια σε φυσικούς πόρους όπως χρυσό, πετρέλαιο, ουράνιο, φυσικό αέριο και λίθιο. Κινεζικές κρατικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στη Νίγηρα, το Τσαντ, το Μάλι και τη Μπουρκίνα Φάσο.
Λίγο μετά την επανείσοδο του Τραμπ στον Λευκό Οίκο στις 20 Ιανουαρίου, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ περιέγραψε το Καμερούν ως «τον ισχυρότερο περιφερειακό σύμμαχο των ΗΠΑ στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας στη Λεκάνη της Λίμνης Τσαντ». Πολλές διεθνείς τρομοκρατικές οργανώσεις που έχουν κηρύξει «Ιερό Πόλεμο» εναντίον της Αμερικής και των συμμάχων της, όπως ο ISIS και η Αλ Κάιντα, έχουν σημαντική παρουσία σε αυτό το τμήμα της Αφρικής, το οποίο αποτελεί επίσης μέρος της περιοχής του Σαχέλ.
Η περιοχή του Σαχέλ εκτείνεται σχεδόν 2.500 μίλια σε μια ζώνη χορτολιβαδικών περιοχών νοτίως της Σαχάρας, από τη Σενεγάλη στα δυτικά της Αφρικής μέχρι το Σουδάν στα ανατολικά. «Η σημασία του Καμερούν ως ουδέτερη ζώνη κατά της τρομοκρατίας και της επέκτασής της δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Ειδικά επειδή βρίσκεται στην διασταύρωση της Δυτικής και Κεντρικής Αφρικής, έχει εξαιρετική στρατηγική αξία», δήλωσε η Όπερμαν.
Γάλλοι στρατιώτες της δύναμης Barkhane, οι οποίοι ολοκλήρωσαν μια τετράμηνη θητεία στο Σαχέλ, επιβιβάζονται σε μεταφορικό αεροσκάφος C-130 της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ, κατά την αναχώρησή τους από τη βάση τους στο Γκάο του Μάλι, στις 9 Ιουνίου 2021. (Jerome Delay/AP Photo)
Ο Ολαγίνκα Αγιάλα, ειδικός στις διεθνείς σχέσεις και το Σαχέλ στο Πανεπιστήμιο Leeds Beckett του Ηνωμένου Βασιλείου, δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να ενδιαφέρονται για το Καμερούν απλά επειδή οι κύριοι ανταγωνιστές τους το κάνουν. «Η κυβέρνηση Τραμπ έχει δηλώσει συχνά ότι αυτή είναι η εποχή του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων. Αν η Ευρώπη και η Αμερική, ως τα ισχυρότερα παραδείγματα δημοκρατίας, είναι αδύναμες στο Σαχέλ, η Κίνα και η Ρωσία θα καλύψουν το κενό», δήλωσε στην Epoch Times.
Οικονομικά, αυτό θα βλάψει την Αμερική, γιατί η Κίνα και η Ρωσία θα αποκτήσουν πρόσβαση στα ορυκτά που χρειάζεται η Αμερική για να προχωρήσει οικονομικά. Και αν η Κίνα και η Ρωσία ελέγχουν το παιχνίδι στο Σαχέλ, όπως συμβαίνει όλο και περισσότερο, αυτό απειλεί την ασφάλεια των Αμερικανών παντού, γιατί, ας το παραδεχτούμε, δεν θα τους νοιάξει αν οι τρομοκράτες χρησιμοποιούν το Σαχέλ για να σχεδιάζουν επιχειρήσεις για να σκοτώσουν Αμερικανούς».
Οι εκλογές του Καμερούν και ο ρόλος των ΗΠΑ
Ο Μόσμπεργκ δήλωσε ότι το αποτέλεσμα των εκλογών του Οκτωβρίου θα καθορίσει τη μελλοντική σχέση των ΗΠΑ με το Καμερούν. «Η διαχείριση της μετά την προεδρία Μπιγιά θα απαιτήσει συντονισμένη και ανυψωμένη στρατηγική προσέγγιση από υψηλόβαθμους αξιωματούχους των ΗΠΑ. Αν προκύψει κρίση στο Καμερούν, τα λάθη της Αμερικής μπορεί να συμβάλλουν στην ανατροπή της χώρας και στην περιοχή σε σημαντική αναταραχή και αστάθεια», δήλωσε. Αυτό, σύμφωνα με τον Μόσμπεργκ, θα «παρείχε οξυγόνο» σε εξτρεμιστές σε όλη τη Δυτική και Κεντρική Αφρική.
Ο αναλυτής πρότεινε ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα πρέπει να προστατεύσει τα συμφέροντά της εξετάζοντας τα εργαλεία εξωτερικής πολιτικής που διατίθενται για να βοηθήσει το Καμερούν με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει στον τομέα της ανάπτυξης, της ασφάλειας και της διακυβέρνησης. Ο Μόσμπεργκ δήλωσε ότι το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ θα πρέπει να εντείνει τη συνεργασία και τις συναντήσεις με όλα τα μέρη που εμπλέκονται στις προεδρικές εκλογές και να επικεντρωθεί στη δημιουργία ισχυρότερων οικονομικών δεσμών με το Καμερούν, ενώ παράλληλα να υποστηρίξει τα ανθρώπινα δικαιώματα και την καλή διακυβέρνηση.
Πρόσθεσε ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών θα πρέπει να προχωρήσουν σε συνολική αξιολόγηση της πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής και της κατάστασης ασφαλείας στο Καμερούν. «Αυτή η αξιολόγηση θα πρέπει να καθορίσει τα κρίσιμα θέματα δημόσιας επικοινωνίας που μπορούν να βοηθήσουν στην ενοποίηση του Καμερούν σε μια ενδεχόμενη κρίση, τους βασικούς παίκτες στο μέλλον της χώρας και τους πιθανότερους διαδόχους μεταξύ των πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών ελίτ», έγραψε ο Μόσμπεργκ. «Η αξιολόγηση θα πρέπει να περιλαμβάνει καταγραφές χρηματοοικονομικών στοιχείων, ακινήτων και εμπορικών συμφερόντων, καθώς και λογαριασμών σε δολάρια ΗΠΑ. Η αξιολόγηση θα πρέπει επίσης να ρίξει φως σε αδυναμίες που σχετίζονται με τη νομιμοποίηση χρημάτων και τη χρηματοδότηση τρομοκρατίας για αυτό το περιφερειακό τραπεζικό κέντρο, και θα πρέπει να χαρτογραφήσει και να αναλύσει τις σχέσεις του Καμερούν με τη Ρωσία, την Κίνα και το Ισραήλ για πιθανά σημεία επιρροής σε περίπτωση κρίσης.»
Είπε επίσης ότι η Ουάσιγκτον δεν θα πρέπει να περιμένει από παραδοσιακούς συμμάχους όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία ή άλλους να αναλάβουν δράση για τα γεγονότα στο Καμερούν. «Τα συμφέροντα των ΗΠΑ και των συμμάχων τους στο Καμερούν συχνά δεν ευθυγραμμίζονται», δήλωσε ο Μόσμπεργκ. «Η Γαλλία, τώρα σε μειονεκτική θέση σε αρκετές αφρικανικές χώρες, ίσως να μην μπορεί να βοηθήσει. Η Ρωσία και η Κίνα βρίσκονται στο Καμερούν για δικούς τους λόγους. Οι παγκόσμιοι ανταγωνιστές ήδη προχωρούν επιθετικά προς την επίτευξη των πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών τους στόχων στο Καμερούν.»
Αν το μέλλον του Καμερούν φέρει εκτεταμένη βία, είπε, «η πιθανότητα η χώρα να διασπαστεί κατά εθνοτικές, γλωσσικές, θρησκευτικές ή άλλες γραμμές θα μπορούσε να μοιάζει με, ή ενδεχομένως να είναι χειρότερη από, τη διάσπαση της πρώην Γιουγκοσλαβίας στη νότια Ευρώπη τη δεκαετία του 1990». Ο Μόσμπεργκ δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία να βοηθήσουν στη σταθεροποίηση της «καρδιάς της Κεντρικής Αφρικής», κάτι που θα κρατούσε τους παγκόσμιους αντιπάλους της Ουάσιγκτον μακριά από μια ολοένα και πιο σημαντική περιοχή του κόσμου.
Οι πρόσφατες επικοινωνίες ανώτερων αξιωματούχων των ΗΠΑ για την Αφρική έχουν αναφέρει ότι η προσέγγιση της κυβέρνησης Τραμπ για την ήπειρο, συμπεριλαμβανομένου του Καμερούν, θα αντικατοπτρίζει την ατζέντα «Πρώτα η Αμερική» του προέδρου.
Ο ανώτερος σύμβουλος του Τραμπ για την Αφρική, Μασάντ Μπούλος, δήλωσε στο BBC ότι η αποστολή της αμερικανικής κυβέρνησης είναι να «προωθεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ και να ενισχύει τις στρατηγικές συνεργασίες μας».
Δικαστήριο της Νότιας Κορέας αποφάνθηκε υπέρ του Shen Yun Performing Arts, αποφασίζοντας να επιτρέψει στον θίασο να δώσει τις προγραμματισμένες παραστάσεις του, παρά τις προσπάθειες του Πεκίνου να τις εμποδίσει, όπως κάνει εδώ και χρόνια έχοντας στοχοποιήσει τον θίασο τον οποίο βάλλει με πλήθος τρόπους.
Η δίκη έγινε κατόπιν αλλαγής της αρχικής απόφασης του Εθνικού Πανεπιστημίου Kangwon να εγκρίνει, την 1η Απριλίου, το αίτημα της ομάδας κλασικού κινεζικού χορού της Νέας Υόρκης να εμφανιστεί στο Κέντρο Τέχνης Baekryeong, μετά την υποβολή καταγγελίας από την κινεζική πρεσβεία.
Το πανεπιστήμιο δήλωσε ότι η απόφασή του να ακυρώσει την παράσταση είχε να κάνει με το δημόσιο συμφέρον του εκπαιδευτηρίου. Καθώς το πανεπιστήμιο είναι εθνικό ίδρυμα που υπάγεται στο υπουργείο Παιδείας της χώρας, είναι σε θέση να «εκπροσωπεί άμεσα και έμμεσα την επίσημη θέση της Δημοκρατίας της Κορέας», κλιμακώνοντας έτσι το ζήτημα σε «διπλωματικό ζήτημα», ανέφερε επιστολή του πανεπιστημίου, την οποία έλαβε η Epoch Times.
Το κέντρο ανέφερε επίσης ότι έλαβε την απόφαση για λόγους δημοσίου συμφέροντος, επικαλούμενο τους περίπου 500 Κινέζους φοιτητές που σπουδάζουν στο κέντρο, οι οποίοι, όπως ισχυρίστηκε, θα μπορούσαν να διοργανώσουν διαμαρτυρίες, οι οποίες ίσως οδηγούσαν σε συγκρούσεις, αν οι παραστάσεις συνεχίζονταν κανονικά.
Το Επαρχιακό Δικαστήριο Chuncheon, στις 30 Απριλίου, τάχθηκε υπέρ του διοργανωτή της παράστασης, χαρακτηρίζοντας την ακύρωση της σύμβασης του πανεπιστημίου ως «κατάχρηση διακριτικής ευχέρειας».
Το Shen Yun, σημείωσε το δικαστήριο, διοργανώνει παραστάσεις στη Νότια Κορέα από το 2007, και πραγματοποίησε δύο επιτυχημένες παραστάσεις στο Κέντρο Τέχνης Baekryeong το 2017 χωρίς κανένα πρόβλημα.
Χωρίς αδιάσειστα στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς του, οι ανησυχίες του εκπαιδευτηρίου σχετικά με πιθανές συγκρούσεις είναι ασαφείς και δύσκολο να δικαιολογηθούν, ανέφερε το δικαστήριο στην απόφασή του, χαρακτηρίζοντας την απόφαση «παράνομη».
Σημείωσε επίσης ότι η ακύρωση έγινε μόλις 20 ημέρες πριν από τις προγραμματισμένες παραστάσεις (στις 6 και 7 Μαΐου), με σχεδόν τα δύο τρίτα των εισιτηρίων να έχουν πωληθεί. Η ακύρωση της παράστασης σε αυτό το στάδιο θα δυσκόλευε τους διοργανωτές της παράστασης να ανακτήσουν την οικονομική ζημία και τη φήμη τους, δήλωσε ο δικαστής.
Η απόφαση σηματοδοτεί μια σημαντική αλλαγή για το Shen Yun στη Νότια Κορέα, η οποία αντιμετωπίζει συνεχή πίεση από τον κορυφαίο εμπορικό εταίρο της, την Κίνα, για να εμποδίσει τον θίασο να εμφανιστεί.
Το Shen Yun περιοδεύει σε όλο τον κόσμο — αλλά δεν μπορεί να εμφανιστεί στην Κίνα.
Η εταιρεία συστήθηκε στη Νέα Υόρκη το 2006, εν μέρει από καλλιτέχνες που διέφυγαν από την καταστολή του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ). Από τότε, το Shen Yun έχει εξελιχθεί σε οκτώ ομάδες ίσου μεγέθους που περιοδεύουν παγκοσμίως, με τη δική της ζωντανή ορχήστρα η κάθε μία, κάθε χρόνο. Με σύνθημα «Η Κίνα πριν από τον κομμουνισμό», το Shen Yun παρουσιάζει τόσο ιστορίες και μύθους από τον μακραίωνο κινεζικό πολιτισμό όσο και ιστορίες από τη σύγχρονη Κίνα, περιλαμβάνοντας και χορογραφίες που εκθέτουν τη δίωξη του Φάλουν Γκονγκ, της πνευματικής άσκησης που βρίσκεται στο στόχαστρο του ΚΚΚ τα τελευταία 26 χρόνια.
Κινέζοι διπλωμάτες και άτομα που πιστεύεται ότι συνδέονται μαζί τους έχουν χρησιμοποιήσει πολιτικό και οικονομικό εκβιασμό για να υπονομεύσουν τις παγκόσμιες παραστάσεις του Shen Yun. Το Κέντρο Πληροφόρησης για το Φάλουν Ντάφα έχει καταγράψει πάνω από 130 τέτοιες περιπτώσεις όλα αυτά τα χρόνια.
Πρόσφατα, η εκστρατεία φαίνεται να έχει ενταθεί, λαμβάνοντας μια πιο ανησυχητική μορφή. Σε λίγο περισσότερο από έναν χρόνο, η εταιρεία παραστατικών τεχνών έχει αναφέρει δεκάδες απειλητικά email που περιγράφουν λεπτομερώς πράξεις βίας, όπως απειλές για βομβιστική επίθεση σε καλλιτέχνες και κοινό, σε μια προσπάθεια να ακυρωθούν οι παραστάσεις. Καμία από τις απειλές δεν έχει υλοποιηθεί. Οι αρχές της Ταϊβάν που διερεύνησαν το θέμα δήλωσαν ότι υποψιάζονται ότι πίσω από ορισμένα από αυτά τα ηλεκτρονικά μηνύματα κρύβεται μια ερευνητική οντότητα υπό τον κινεζικό τηλεπικοινωνιακό γίγαντα Huawei, η οποία έχει δεσμούς με τον κινεζικό στρατό.
Πριν από τη δεύτερη ημέρα της παρουσίασης του Shen Yun στο Κέντρο Τέχνης Baekryeong, ο παρουσιαστής του Shen Yun, Λισάι Λεμίς, ο οποίος παρακολουθεί αυτά τα περιστατικά εδώ και χρόνια, δήλωσε ότι ήταν ενθαρρυντικό που «ένα δικαστήριο της Νότιας Κορέας υποστήριξε τον νόμο της χώρας και αντέδρασε στις πιέσεις του ΚΚΚ».
«Η διεθνική καταστολή του ΚΚΚ είναι αχαλίνωτη παγκοσμίως, αλλά στη Νότια Κορέα η στοχοποίηση του Shen Yun έχει μια μακρά και καλά τεκμηριωμένη ιστορία. Για χρόνια, η εκεί πρεσβεία και τα προξενεία της ΛΔΚ προσπαθούσαν να ακυρώσουν παραστάσεις του Shen Yun, και πάρα πολλές φορές τα είχαν καταφέρει», δήλωσε στην Epoch Times.
Ωστόσο, η δικαστική απόφαση δείχνει ότι «το ΚΚΚ μπορεί να πετύχει μόνο αν μπορεί να χρησιμοποιήσει τις τοπικές κυβερνήσεις, τα δικαστήρια και τα θέατρα», πρόσθεσε.
«Όταν τα άτομα στέκονται σταθερά και κάνουν αυτό που πιστεύουν ότι είναι σωστό, όπως βλέπουμε τώρα στη Νότια Κορέα, το ΚΚΚ είναι ανίσχυρο να κάνει οτιδήποτε.»
Το βλέπει ως ένα «υπέροχο σημάδι ότι ο κορεατικός λαός έχει βαρεθεί να τους λέει το Πεκίνο ποια τέχνη μπορούν και ποια δεν μπορούν να παρακολουθήσουν».
Η αυλαία του Shen Yun Performing Arts World Company στο Κέντρο Τεχνών Gumi–Grand Hall στο Γκούμι της Νότιας Κορέας, στις 8 Φεβρουαρίου 2023. (Kim Guk-hwan/The Epoch Times)
Ο Λεμίς θυμήθηκε ένα παρόμοιο περιστατικό το 2016, στην αίθουσα KBS. Ο ιδιοκτήτης, η εθνική ραδιοτηλεοπτική εταιρεία της Νότιας Κορέας, ήταν ένα από τα λίγα ξένα κανάλια που το Πεκίνο επέτρεψε να εισέλθουν στην κινεζική αγορά εκείνη την εποχή. Το θέατρο ακύρωσε ξαφνικά τέσσερις προγραμματισμένες παραστάσεις του Shen Yun, αφότου έλαβε μια επιστολή από την κινεζική πρεσβεία που προειδοποιούσε το θέατρο να μην τις επιτρέψει. Όπως και στο Κέντρο Τεχνών Baekryeong, είχαν πωληθεί χιλιάδες εισιτήρια και τότε.
Το Κέντρο Τεχνών Baekryeong, αφού ακύρωσε την παράσταση, ζήτησε συγγνώμη και είπε ότι δεν ενεργούσε με δική του πρωτοβουλία.
«Προσπαθήσαμε όσο καλύτερα μπορούσαμε, αλλά το εκπαιδευτήριο και το υπουργείο Παιδείας επέμεναν στην ακύρωση, οπότε δεν είχαμε άλλη επιλογή από το να ακυρώσουμε», είχε πει ένας υπάλληλος στους διοργανωτές του Shen Yun, σύμφωνα με ένα αντίγραφο ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που εξέτασε η Epoch Times.
Ο Λεμίς σημείωσε πως επανειλημμένα οι νοτιοκορεατικές οντότητες και τα θέατρα που συνδέονται με την κυβέρνηση έχουν αναγνωρίσει την παρέμβαση του Πεκίνου, αλλά επικαλέστηκαν το δημόσιο συμφέρον για να δικαιολογήσουν την υποχωρητικότητά τους απέναντι στο κινεζικό κομμουνιστικό καθεστώς.
«Νομίζω ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι στη Νότια Κορέα και σε όλον τον κόσμο συνειδητοποιούν ότι τα συμφέροντα του ΚΚΚ δεν ευθυγραμμίζονται καθόλου με τα δικά τους και ότι πρέπει να προστατεύσουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες τους απέναντι στην πίεση του ΚΚΚ», είπε. «Νομίζω ότι διαπιστώνουν επίσης ότι αισθάνονται καλά κάνοντάς το.»
Σοβαρή κλιμάκωση σημειώνεται τις τελευταίες ώρες ανάμεσα σε Ινδία και Πακιστάν, με επίκεντρο την επίμαχη περιοχή του Κασμίρ, καθώς οι ένοπλες δυνάμεις των δύο πυρηνικών δυνάμεων ανταλλάσσουν σφοδρά πυρά πυροβολικού και ρουκετών κατά μήκος της γραμμής ελέγχου. Οι εχθροπραξίες ακολούθησαν ινδικά αεροπορικά πλήγματα σε πακιστανικό έδαφος, σε αντίποινα για την πολύνεκρη τρομοκρατική επίθεση στην Παχαλγκάμ, που στοίχισε τη ζωή σε 26 τουρίστες, στις 22 Απριλίου.
Το Νέο Δελχί ανακοίνωσε ότι εξαπέλυσε την επιχείρηση με την ονομασία «Operation Sindoor», πλήττοντας στόχους που χαρακτηρίζονται ως «τρομοκρατικές υποδομές» σε περιοχές του Πακιστάν και στο τμήμα του Τζαμού και του Κασμίρ που βρίσκεται υπό πακιστανικό έλεγχο. Το ινδικό υπουργείο Άμυνας ανέφερε πως οι επιχειρήσεις είχαν «στοχευμένο, μετρημένο και μη κλιμακωτικό χαρακτήρα», τονίζοντας πως δεν επλήγησαν πακιστανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις ούτε στόχοι αμιγώς πολιτικού χαρακτήρα.
Ωστόσο, σύμφωνα με τις πακιστανικές αρχές, από τα ινδικά πυραυλικά πλήγματα σκοτώθηκαν τουλάχιστον 26 άτομα, ανάμεσά τους ένα τρίχρονο κοριτσάκι, ενώ τραυματίστηκαν τουλάχιστον 46. Μία από τις τοποθεσίες που επλήγησαν ήταν τέμενος στην πόλη Μπαχαβαλπούρ στο Παντζάμπ, το οποίο, σύμφωνα με ινδικές πηγές πληροφοριών, συνδέεται με την οργάνωση Τζάις-ι-Μοχάμεντ (JeM), συγγενική της Λασκάρ-ι-Τάιμπα (LeT), την οποία η Ινδία θεωρεί υπεύθυνη για την επίθεση στην Παχαλγκάμ.
Ο Πακιστανός πρωθυπουργός Σαμπάζ Σαρίφ χαρακτήρισε τις ινδικές αεροπορικές επιδρομές «πράξη πολέμου», υποστηρίζοντας ότι το Πακιστάν έχει κάθε δικαίωμα να απαντήσει «αποφασιστικά» και προσθέτοντας ότι η απάντηση αυτή «είναι ήδη σε εξέλιξη».
Τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης, τα πυρά μεταξύ των δύο πλευρών γενικεύτηκαν, με δημοσιογράφους του AFP να μεταδίδουν ότι ισχυρές εκρήξεις ακούγονταν γύρω από τη Σριναγκάρ, την κύρια πόλη του ινδικού Κασμίρ. Στο χωριό Πουντς, το οποίο επλήγη από πακιστανικά πυρά πυροβολικού, η Ινδία έκανε λόγο για οκτώ νεκρούς και 29 τραυματίες. Το Πακιστάν, από την πλευρά του, ανέφερε πως η ανταλλαγή πυρών προκάλεσε τουλάχιστον τρεις θανάτους, ανάμεσά τους και ενός παιδιού, καθώς και 12 τραυματισμούς.
Το Γαλλικό Πρακτορείο μετέδωσε ότι εντοπίστηκαν συντρίμμια μαχητικού Mirage 2000 κοντά στη Σριναγκάρ, με πληροφορίες από στρατιωτικές πηγές να κάνουν λόγο για πιθανή κατάρριψη του αεροσκάφους. Ο Πακιστανός υπουργός Άμυνας, Χαουάτζα Ασίφ, δήλωσε ότι καταρρίφθηκαν πέντε ινδικά μαχητικά και ότι Ινδοί στρατιώτες αιχμαλωτίστηκαν, ισχυρισμοί που δεν επιβεβαιώθηκαν από την ινδική πλευρά.
Η κατάσταση προκάλεσε διεθνή ανησυχία. Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, μέσω του εκπροσώπου του, απηύθυνε έκκληση για αυτοσυγκράτηση, υπογραμμίζοντας πως ο κόσμος «δεν αντέχει μια στρατιωτική αντιπαράθεση» μεταξύ των δύο κρατών. Ανάλογη θέση εξέφρασε και ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος δήλωσε ότι είναι «λυπηρό» και εξέφρασε την ευχή η κρίση να τερματιστεί σύντομα.
Ο υπηρεσιακός υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, είχε επαφές με τους ομολόγους του από Ινδία και Πακιστάν, ενθαρρύνοντάς τους να επιλέξουν τον δρόμο της αποκλιμάκωσης. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, Τάμι Μπρους, ο Ρούμπιο υπογράμμισε την ανάγκη για συνεργασία κατά της τρομοκρατίας, αλλά και την αποτροπή νέας κλιμάκωσης στην περιοχή.
Από την πλευρά της, η Ινδία ανακοίνωσε ότι είχε ενημερώσει πλήρως τις Ηνωμένες Πολιτείες για την επιχείρηση, διαβεβαιώνοντας ότι στόχος ήταν αποκλειστικά «γνωστά στρατόπεδα τρομοκρατών» και όχι πολιτικές ή στρατιωτικές υποδομές. Λίγο μετά τα πλήγματα, ο Ινδός υπουργός Εξωτερικών Τζαϊσανκάρ έγραψε στην πλατφόρμα X ότι «οι υπεύθυνοι, υποστηρικτές και σχεδιαστές της επίθεσης, πρέπει να λογοδοτήσουν», ενώ ο ινδικός στρατός ανήρτησε μήνυμα στο ίδιο μέσο αναφέροντας: «Αποδόθηκε δικαιοσύνη».
Οι σχέσεις των δύο κρατών παραμένουν τεταμένες ήδη από την ανεξαρτησία τους το 1947, με πολλαπλές συγκρούσεις να έχουν σημειωθεί έκτοτε, κυρίως γύρω από τη διαφιλονικούμενη περιοχή του Κασμίρ. Το Νέο Δελχί ανακοίνωσε ότι αποσύρεται από τη συμφωνία του 1960 για την κοινή χρήση των υδάτινων πόρων του ποταμού Ινδού, ενώ το Πακιστάν προχώρησε σε δοκιμές πυραύλων μικρού και μέσου βεληνεκούς, επιδεικνύοντας τις στρατηγικές του δυνατότητες.
Σε αυτό το κλίμα έντασης, η ινδική κυβέρνηση ανακοίνωσε και άσκηση πολιτικής προστασίας για την προετοιμασία των πολιτών σε περίπτωση ευρύτερης σύγκρουσης.
Με πληροφορίες από τα ΑΠΕ-ΜΠΕ, Reuters και Associated Press
Σε εξέλιξη-θρίλερ εξελίχθηκε η διαδικασία ανάδειξης του νέου καγκελαρίου στη Γερμανία, καθώς ο Φρήντριχ Μερτς, επικεφαλής του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU), απέτυχε αρχικά να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία στην πρώτη ψηφοφορία της Μπούντεσταγκ, κάτι που είχε να συμβεί από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο, λίγες ώρες αργότερα, στη δεύτερη ψηφοφορία, η παράταξή του απέσπασε 325 ψήφους και ο Μερτς ανέλαβε επίσημα την καγκελαρία.
Η διαδικασία, που αναμενόταν τυπική και χωρίς ανατροπές, μετατράπηκε σε δοκιμασία για τον Μερτς, καθώς έγινε ο πρώτος υποψήφιος στην πρόσφατη γερμανική ιστορία που δεν εξασφάλισε την απόλυτη πλειοψηφία από τον πρώτο γύρο.
Στις εθνικές εκλογές του Φεβρουαρίου, το CDU αναδείχθηκε πρώτο με 22,5%, απέχοντας όμως από την αυτοδυναμία. Μετά από μακρές διαπραγματεύσεις, συμφώνησε σε σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού με τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD). Η εκλογή του Μερτς στη θέση του καγκελαρίου θεωρείτο δεδομένη, ωστόσο στον πρώτο γύρο συγκέντρωσε μόλις 310 ψήφους έναντι των 316 που απαιτούνταν, σύμφωνα με την πρόεδρο της Μπούντεσταγκ Γιούλια Κλόκνερ. Η δεύτερη ψηφοφορία τού άνοιξε τον δρόμο για τη νίκη.
Ενδεικτική της ρευστότητας που επικρατεί είναι η άρνηση του Μερτς να συνομιλήσει με το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), αν και η σύμπραξη με αυτό θα του εξασφάλιζε άνετη πλειοψηφία. Η αρχηγός του AfD, Άλις Βάιντελ, έκανε λόγο για ένδειξη αστάθειας εντός του συνασπισμού CDU-SPD: «Ο Φρήντριχ Μερτς δεν μπορεί να συσπειρώσει ούτε καν τους δικούς του. Αυτό είναι το ακριβώς αντίθετο απ’ ό,τι χρειάζεται η Γερμανία: σταθερότητα», δήλωσε στην Epoch Times, ζητώντας την προκήρυξη νέων εκλογών ώστε η χώρα, όπως είπε, να αποκτήσει στιβαρή διακυβέρνηση.
Ενδιαφέρον προκάλεσε η παρουσία της πρώην καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ στη Βουλή για να παρακολουθήσει τη διαδικασία. Ο Μερτς, παρουσιάζοντας το υπουργικό του συμβούλιο, δεσμεύτηκε: «Από αύριο οδεύουμε μπροστά με μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις, για να πάμε τη Γερμανία μπροστά».
Ο συγγραφέας της πρόσφατης βιογραφίας του Φρήντριχ Μερτς, Φόλκερ Ρέζινγκ, χαρακτήρισε πρωτοφανές το αποτέλεσμα της πρώτης ψηφοφορίας, επισημαίνοντας πόσο εύθραυστη είναι η νέα πλειοψηφία και τα σημάδια αβεβαιότητας ακόμη και από μέλη του συνασπισμού.
Στις προεκλογικές του δεσμεύσεις, ο Μερτς είχε ως σημαία την τήρηση του αυστηρού συνταγματικού «φρένου χρέους» (Schuldenbremse), επισημαίνοντας μέσω του προγράμματος του CDU ότι «τα σημερινά χρέη είναι οι αυριανοί φόροι». Τον Ιανουάριο, είχε εξαγγείλει αυστηρότερους ελέγχους στα σύνορα μετά από αιματηρό περιστατικό στη Βαυαρία, ωστόσο αμέσως μετά τη νίκη του, φρόντισε να καθησυχάσει: «Κανείς μας δεν μιλά για κλειστά σύνορα».
Παράλληλα, τον Μάρτιο, ο νέος κυβερνητικός συνασπισμός CDU-SPD προώθησε ένα μεγαλόπνοο επενδυτικό πρόγραμμα: Τα δύο κόμματα ψήφισαν τη δημιουργία ταμείου ύψους 500 δισεκατομμυρίων ευρώ, με δανεισμό, για τη στήριξη των υποδομών και της οικονομίας στα επόμενα δώδεκα χρόνια.
Υπό το βάρος των αντιδράσεων, το AfD βρέθηκε στο στόχαστρο των αρχών: την περασμένη εβδομάδα, η γερμανική υπηρεσία εσωτερικής ασφαλείας χαρακτήρισε το κόμμα ως «εξτρεμιστικό», ενώ βάσει πρόσφατων δημοσκοπήσεων (Ipsos) το AfD εμφανίζεται να ενισχύει τα ποσοστά του. Ως απάντηση, οι επικεφαλής του, Τίνο Κρουπάλα και Άλις Βάιντελ, ανακοίνωσαν προσφυγή κατά του χαρακτηρισμού ζητώντας προστασία από «κατάχρηση εξουσίας» και αναφέροντας ότι πρόκειται για προσπάθεια περιθωριοποίησης της αντιπολίτευσης. Η αγωγή κατατέθηκε στο διοικητικό δικαστήριο της Κολωνίας.
Με τη συμβολή του Guy Birchall και πληροφορίες από το Reuters και το Associated Press
Λίγες ώρες πριν την έναρξη των εορτασμών για την 80ή επέτειο της αντιφασιστικής νίκης, η Μόσχα βρέθηκε για ακόμη μια φορά στο στόχαστρο ουκρανικών drone, προκαλώντας αναστάτωση στις ρωσικές αρχές και προσωρινές διακοπές πτήσεων σε βασικά αεροδρόμια της πρωτεύουσας. Όπως ανακοίνωσε ο δήμαρχος της Μόσχας, Σεργκέι Σομπιάνιν, τουλάχιστον 19 μη επανδρωμένα αεροσκάφη καταρρίφθηκαν από τα ρωσικά συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας, ενώ, σύμφωνα με τα έως τώρα στοιχεία, δεν προκλήθηκαν θύματα ούτε σοβαρές υλικές ζημιές.
Μετά την επίθεση, επιβλήθηκαν «προσωρινά περιοριστικά μέτρα» στα διεθνή αεροδρόμια Βνούκοβο, Ντομοντέντοβο, Σερεμέτιεβο και Ζουκόφσκι, μετέδωσε το ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων TASS τη Δευτέρα. Στη συνέχεια, η ίδια πηγή μετέδωσε πληροφορίες για τέσσερις νεκρούς και φωτιά σε πολυκατοικία στα νοτιοδυτικά της Μόσχας, χωρίς σαφή επιβεβαίωση για το αν το περιστατικό σχετίζεται με ουκρανικό drone.
Το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε, επίσης, ότι επιπλέον drones εξουδετερώθηκαν σε διάφορα σημεία της χώρας, μεταξύ άλλων στις περιοχές Μπριάνσκ, Βορόνεζ, Πένζα, Καλούγκα και Μπέλγκοροντ. Η ουκρανική πλευρά μέχρι στιγμής δεν έχει σχολιάσει για τα περιστατικά αυτά, τα οποία η Epoch Times δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει ανεξάρτητα.
Η ασφάλεια στη Μόσχα έχει ενισχυθεί σημαντικά εν όψει των εορτασμών για τα 80 χρόνια από τη νίκη επί της ναζιστικής Γερμανίας, που θα κορυφωθούν στις 9 Μαΐου. Την περασμένη εβδομάδα, ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν ανακοίνωσε μονομερή κατάπαυση του πυρός διάρκειας τριών ημερών, ζητώντας σεβασμό με την ευκαιρία της επετείου. Η εκεχειρία, σύμφωνα με τον ίδιο, ξεκινά στις 8 Μαΐου και λήγει στις 10 του μηνός. Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι επέκρινε τη ρωσική πρόταση, ζητώντας τουλάχιστον μηνιαία και άνευ όρων παύση των εχθροπραξιών, όπως είχε προτείνει και η Ουάσιγκτον. Η Μόσχα, πάντως, επιμένει ότι στόχος της είναι μια συνολική διευθέτηση της σύγκρουσης και όχι απλώς μια προσωρινή διακοπή.
Στις 6 Μαΐου, ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, προειδοποίησε ότι η Ρωσία θα απαντήσει αν το Κίεβο παραβιάσει την εκεχειρία. «Δεν θα υπάρξουν εχθροπραξίες», επανέλαβε στους δημοσιογράφους, όπως μεταδίδει το TASS. «Εάν όμως το καθεστώς του Κιέβου δεν ανταποκριθεί και συνεχίσει τις επιθέσεις κατά των θέσεών μας ή εγκαταστάσεων, θα υπάρξει απάντηση.»
Από το 2022, οπότε και ξεκίνησε η ρωσική εισβολή στην ανατολική και νοτιοανατολική Ουκρανία, το Κίεβο έχει εξαπολύσει αρκετές επιθέσεις με drone στο έδαφος της Μόσχας. Η πιο σοβαρή σημειώθηκε τον Μάρτιο, με τρεις νεκρούς και 17 τραυματίες.
Χτύπημα σε υποσταθμό ηλεκτρισμού στο Κουρσκ – Δύο τραυματίες
Λίγες ώρες πριν από τη νέα επίθεση σε βάρος της Μόσχας, ουκρανική εκτόξευση προκάλεσε ζημιές σε υποσταθμό ηλεκτρικής ενέργειας στη δυτική ρωσική περιφέρεια της Κουρσκ, όπως επιβεβαίωσε ο περιφερειάρχης Αλεξάντερ Χινστέιν. Σύμφωνα με ανάρτησή του στο Telegram, δύο πολίτες τραυματίστηκαν και μέρος των μετασχηματιστών υπέστη σημαντικές φθορές, ενώ σημειώθηκαν διακοπές ρεύματος στο Ριλσκ, κοντά στα σύνορα με την Ουκρανία.
Ο κος Χινστέιν, απευθυνόμενος στους κατοίκους, τόνισε: «Ο εχθρός συνεχίζει, μέσα στην απελπισία του, να πλήττει την περιοχή μας. Σας παρακαλούμε να λαμβάνετε τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας». Υπενθυμίζεται ότι τον Αύγουστο του 2023 οι Ουκρανοί είχαν εξαπολύσει επιχείρηση πέραν των συνόρων, καταλαμβάνοντας προσωρινά έκταση στην περιφέρεια του Κουρσκ. Τον περασμένο μήνα, η ρωσική στρατιωτική ηγεσία διαβεβαίωσε ότι όλες οι ουκρανικές δυνάμεις απομακρύνθηκαν πλήρως από το Κουρσκ, ενώ έχει ξεκινήσει η διαμόρφωση «ζώνης ασφαλείας» εντός της ουκρανικής περιφέρειας Σούμι.
Το Κίεβο, ωστόσο, δεν έχει αποδεχθεί επισήμως την απώλεια του ελέγχου αυτών των εδαφών, με τον πρόεδρο Ζελένσκι να επιμένει σε δηλώσεις του πως ουκρανικές μονάδες παραμένουν ενεργές τόσο στο Κουρσκ όσο και στην όμορη περιοχή του Μπέλγκοροντ. Ακόμη, στη χθεσινή ενημέρωσή του, το ουκρανικό γενικό επιτελείο έκανε λόγο για συνεχιζόμενες μάχες στο Κουρσκ, με ουκρανικές δυνάμεις να αποκρούουν επανειλημμένες ρωσικές επιθέσεις.
Την ίδια ημέρα, η περιφερειακή διοίκηση του Κουρσκ ενημέρωνε μέσω Telegram για την απομάκρυνση αμάχων από μεθοριακές περιοχές, εξαιτίας της αύξησης των επιθέσεων με drone. Οι πληροφορίες και των δύο πλευρών παραμένουν αδύνατο να επαληθευτούν ανεξάρτητα.