Τρίτη, 30 Ιούν, 2026

Η επίσκεψη του γιου του Λι Κα-σινγκ στο Πεκίνο πυροδοτεί εικασίες εν μέσω πώλησης λιμανιών στον Παναμά

Η συμμετοχή του Ρίτσαρντ Λι, γιου του δισεκατομμυριούχου Λι Κα-σινγκ, σε οικονομικό φόρουμ στο Πεκίνο στις 23-24 Μαρτίου έχει πυροδοτήσει έντονες εικασίες και συζητήσεις σχετικά με τις προσπάθειες να εξομαλυνθούν οι σχέσεις μεταξύ της εταιρείας του πατέρα του, CK Hutchison, και της κινεζικής κυβέρνησης, μετά την απόφαση του ομίλου να πωλήσει λιμενικές εγκαταστάσεις στρατηγικής σημασίας δίπλα στη Διώρυγα του Παναμά.

Ο Λι συμμετείχε στο Ετήσιο Συνέδριο του Φόρουμ Ανάπτυξης της Κίνας 2025, που διοργανώθηκε από το κέντρο έρευνας ανάπτυξης του Κρατικού Συμβουλίου της Κίνας υπό τον τίτλο «Απελευθερώνοντας την αναπτυξιακή δυναμική για σταθερή ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας». Στο φόρουμ, όπου κεντρική ομιλία απηύθυνε ο κινέζος πρωθυπουργός Λι Τσιανγκ, συμμετείχαν πάνω από 100 ηγέτες και στελέχη πολυεθνικών επιχειρήσεων, όπως ο Τιμ Κουκ της Apple και ο Κριστιάνο Αμόν της Qualcomm.

Το ταξίδι του Ρίτσαρντ Λι έρχεται στον απόηχο της ανακοίνωσης της CK Hutchison, της εταιρείας συμφερόντων του 96χρονου μεγιστάνα Λι Κα-σινγκ, ότι θα πωλήσει το μεγαλύτερο μέρος των λιμενικών επιχειρήσεών της σε 43 χώρες –συμπεριλαμβανομένων των λιμανιών εκατέρωθεν της Διώρυγας του Παναμά– σε κοινοπραξία υπό την αμερικανική επενδυτική εταιρεία BlackRock έναντι 22,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η απόφαση αυτή προκάλεσε την έντονη οργή της κινεζικής κυβέρνησης και πυροδότησε σφοδρές αντιδράσεις στον φιλοκυβερνητικό Τύπο του Χονγκ Κονγκ. Η φιλοκινεζική εφημερίδα Ta Kung Pao δημοσίευσε περισσότερα από 10 άρθρα που χαρακτήρισαν τον Λι Κα-σινγκ «προδότη που ξεπούλησε τη χώρα και τον κινεζικό λαό», ενώ η υπηρεσία Υποθέσεων Χονγκ Κονγκ και Μακάο της κινεζικής κυβέρνησης αναδημοσίευσε ορισμένα εξ αυτών στην ιστοσελίδα της.

Αναλυτές εκτιμούν ότι η εμφάνιση του Ρίτσαρντ Λι στο Πεκίνο, μέσω του επενδυτικού του ομίλου Pacific Century Group, πιθανότατα επιχειρεί να κατευνάσει τις εντάσεις που προκάλεσε η πώληση των λιμενικών εγκαταστάσεων. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Νότιας Καρολίνας και ειδικός σε θέματα Κίνας, Φρανκ Τιάν Σιε, δήλωσε: «Η απόφαση του Λι Κα-σινγκ ήταν καθαρά επιχειρηματική και δεν είχε πιθανώς προηγηθεί επικοινωνία με την κινεζική κυβέρνηση. Το Πεκίνο αντέδρασε έντονα γιατί θεωρεί τέτοιες επενδύσεις στρατηγικής σημασίας και τις προσεγγίζει υπό το παραδοσιακό δόγμα ‘όλος ο κόσμος ανήκει στον αυτοκράτορα’».

Η διαμάχη αυτή αναδεικνύει και βαθύτερα ζητήματα σχετικά με την πολιτική «μία χώρα, δύο συστήματα» που υποσχέθηκε το καθεστώς του Πεκίνου μετά την επιστροφή του Χονγκ Κονγκ στην κινεζική κυριαρχία το 1997, αλλά έχει οδηγήσει τα τελευταία χρόνια σε αυξανόμενες ανησυχίες σχετικά με τον αυξανόμενο έλεγχο του Πεκίνου και την αποδυνάμωση της αυτονομίας της πόλης.

Ο καθηγητής Σιε θεωρεί πάντως ότι το Πεκίνο δεν θα μπορέσει να ανατρέψει την απόφαση για την πώληση, καθώς αυτή φαίνεται άμεσα συνδεδεμένη με τις βλέψεις των ΗΠΑ, και ειδικότερα της κυβέρνησης του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, που επιθυμούν να επανακτήσουν τον έλεγχο της Διώρυγας του Παναμά.

«Η απόφαση του Λι Κα-σινγκ σημαίνει, ουσιαστικά, ότι είτε θα πουλήσει τα λιμάνια και θα ανακτήσει χρήματα είτε, αν αρνηθεί να πουλήσει, μπορεί εν τέλει να χάσει τα πάντα», συμπλήρωσε ο Σιε.

Η πώληση των λιμανιών και οι εξελίξεις που ακολούθησαν αναμένεται να έχουν ευρύτερες συνέπειες σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Η οικονομική στρατηγική του Πεκίνου, καθώς και οι σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ, βρίσκονται και πάλι στο επίκεντρο έντονης παγκόσμιας προσοχής, ενώ η έκβαση της υπόθεσης θα έχει καθοριστική σημασία για το μέλλον των κινεζικών επενδύσεων στον δυτικό ημισφαίριο.

Τραγωδία στο θέρετρο Χουργκάντα της Αιγύπτου: Έξι Ρώσοι νεκροί από βύθιση τουριστικού υποβρυχίου

Τουλάχιστον έξι Ρώσοι τουρίστες έχασαν τη ζωή τους μετά από ναυάγιο του μίνι-υποβρυχίου «Σίντμπαντ» στο δημοφιλές τουριστικό θέρετρο Χουργκάντα της Αιγύπτου, στην Ερυθρά Θάλασσα, το πρωί της 27ης Μαρτίου. Το τραγικό περιστατικό συνέβη λιγότερο από ένα μίλι από τις ακτές του θερέτρου και συνολικά 45 τουρίστες και πέντε μέλη αιγυπτιακού πληρώματος επέβαιναν στο σκάφος.

Σύμφωνα με τον κυβερνήτη της περιφέρειας Ερυθράς Θάλασσας, υποστράτηγο Αμρ Χανάφι, 39 τουρίστες διασώθηκαν, με 29 από αυτούς να έχουν υποστεί διάφορα τραύματα και να μεταφέρονται εσπευσμένα σε νοσοκομεία της περιοχής, χωρίς ωστόσο να κινδυνεύει η ζωή τους.

Η πρεσβεία της Ρωσίας στο Κάιρο ανακοίνωσε αρχικά τέσσερις νεκρούς και αδιευκρίνιστο αριθμό αγνοούμενων, αλλά αργότερα επιβεβαιώθηκε από το ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων Tass ότι έξι Ρώσοι τουρίστες – μεταξύ αυτών και δύο ανήλικοι – ανασύρθηκαν νεκροί από συνεργεία έρευνας και διάσωσης.

Σύμφωνα με τη ρωσική πρεσβεία, όλοι οι τουρίστες στο υποβρύχιο ήταν Ρώσοι πολίτες, πελάτες του γνωστού ταξιδιωτικού πρακτορείου Biblio Globus, και συμμετείχαν σε μία «συνήθη υποβρύχια παρατήρηση» κοντά σε έναν από τους κοραλλιογενείς υφάλους που αφθονούν στην Ερυθρά Θάλασσα.

Το υποβρύχιο, ένα από τα μόλις 14 τουριστικά καταδυτικά σκάφη αυτού του τύπου στον κόσμο, ανήκε στην εταιρεία Sindbad Submarines και είχε κατασκευαστεί στη Φινλανδία με δυνατότητα κατάδυσης έως και 68 μέτρα, αν και συνήθως διενεργούσε ξεναγήσεις σε ρηχότερα βάθη, περίπου 23 μέτρα. Εξοπλισμένο με 44 θέσεις και ειδικά σχεδιασμένα παράθυρα για παρατήρηση, αποτελούσε δημοφιλή τουριστική εμπειρία για επισκέπτες της περιοχής.

Ασαφή παραμένουν ακόμα τα αίτια του τραγικού συμβάντος. Οι αρχικές εκτιμήσεις των αρχών δεν έχουν ακόμη αποφανθεί εάν επρόκειτο για μηχανική ή τεχνική βλάβη που εμπόδισε το υποβρύχιο να επανέλθει στην επιφάνεια. Αναμένονται περαιτέρω έρευνες και εμπειρογνωμοσύνη για να εξακριβωθούν πλήρως οι αιτίες της ναυτικής τραγωδίας.

Αυτή είναι η δεύτερη σοβαρή τραγωδία μέσα σε λίγους μήνες στα αιγυπτιακά νερά για Ρώσους τουρίστες, καθώς πριν μερικούς μήνες, τον Νοέμβριο του 2024, η θαλαμηγός «Sea Story» βυθίστηκε επίσης στα ανοιχτά του ίδιου τουριστικού θερέτρου, στοιχίζοντας τη ζωή σε επτά ανθρώπους.

Οι απώλειες αυτές επαναφέρουν στη δημοσιότητα το ζήτημα της ασφάλειας των τουριστικών εγκαταστάσεων και υπηρεσιών στην Αίγυπτο, έναν προορισμό αγαπημένο για τους Ρώσους ταξιδιώτες αλλά και συχνά σκηνικό τραγικών δυστυχημάτων με πολλούς νεκρούς, όπως η πτήση Airbus A321 που συνετρίβη στη χερσόνησο του Σινά το 2015 σκοτώνοντας 224 επιβαίνοντες.

Στο πλαίσιο αυτό, αναμένεται ότι τόσο η αιγυπτιακή κυβέρνηση όσο και οι αρμόδιες ρωσικές αρχές θα εξετάσουν εκ νέου τα μέτρα ασφαλείας σε τουριστικές υποδομές για την προστασία των πολιτών. Η υπόθεση της ασφαλούς χρήσης τέτοιων σκαφών και υποθαλάσσιων μέσων τίθεται στο επίκεντρο καθώς ο τουρισμός αποτελεί βασικό οικονομικό πυλώνα για την Αίγυπτο, με ιδιαίτερη απήχηση στο ρωσικό κοινό.

Το τραγικό συμβάν αφήνει ερωτήματα αλλά και πένθος στις οικογένειες των θυμάτων και προκαλεί προβληματισμό ως προς τη γενικότερη ασφάλεια τουριστών, όχι μόνο στην Αίγυπτο αλλά και σε άλλους δημοφιλείς διεθνείς προορισμούς. Οι αρμόδιες αρχές έχουν ήδη δεσμευτεί για πλήρη διερεύνηση των συνθηκών του δυστυχήματος.

Αλλαγές στη Δημόσια Υγεία των ΗΠΑ: Μαζικές περικοπές από τον Ρόμπερτ Κέννεντυ Τζούνιορ

Σε μια σαρωτική αναδιάρθρωση προχωράει το αμερικανικό υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών (HHS), όπως ανακοίνωσε στις 27 Μαρτίου ο νέος υπουργός Ρόμπερτ Φ. Κέννεντυ Τζούνιορ.

Η πρωτοβουλία προβλέπει συγχώνευση υπηρεσιών και σημαντική μείωση προσωπικού της τάξεως του 25%, με τον αριθμό των εργαζομένων να μειώνεται από 82.000 σε περίπου 62.000. Ο στόχος της αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με τον κ. Κέννεντυ, είναι η «αποτελεσματικότερη λειτουργία» του υπουργείου καθώς και η βελτίωση της ποιότητας των προσφερόμενων υπηρεσιών προς τους Αμερικανούς πολίτες.

«Θα εκσυγχρονίσουμε το υπουργείο, ώστε να γίνει πιο παραγωγικό και πιο αποτελεσματικό», τόνισε ο κ. Κέννεντυ στο μήνυμά του. Αναγνωρίζοντας πως «η μετάβαση αυτή θα είναι επώδυνη», πρόσθεσε ότι το HHS καλείται να «πετύχει περισσότερα, με λιγότερους πόρους».

Μείωση προσωπικού στις βασικές υπηρεσίες

Η νέα δομή προβλέπει δραματικές αλλαγές στις κεντρικές διοικητικές υπηρεσίες. Η Διοίκηση Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) θα υποστεί τη μεγαλύτερη μείωση προσωπικού, με περικοπή 3.500 θέσεων. Παράλληλα, τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) θα μειώσουν το δυναμικό τους κατά 2.400 εργαζόμενους, ενώ τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας (NIH) κατά 1.200 και τα Κέντρα Υπηρεσιών Medicare και Medicaid κατά 300.

Σύμφωνα με τη διοίκηση του HHS, πολλές από τις προς κατάργηση θέσεις χαρακτηρίστηκαν «πλεονάζουσες» ή «διπλές αρμοδιότητες». Η αναδιάρθρωση συνεπάγεται επίσης συγχώνευση των 28 υφιστάμενων υπηρεσιών σε 15. Η νέα δομή εκτιμάται ότι θα εξοικονομήσει 1,8 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.

Αντικρουόμενες αντιδράσεις

Ο εκπρόσωπος των Δημοκρατικών Τζέραλντ Κόνολι εξέφρασε σοβαρές ανησυχίες για τις επιπτώσεις των περικοπών. «Πρόκειται για σοβαρό λάθος. Ανησυχώ βαθύτατα για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες στην υγεία και την ευημερία των Αμερικανών», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Από την πλευρά της, η Ντορίν Γκρίνγουολντ, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Εργαζομένων στον Δημόσιο Τομέα, προειδοποίησε ότι οι περικοπές θα έχουν «καταστροφική επίπτωση» στις διαδικασίες δημόσιας υγείας, χαρακτηρίζοντας «εξωπραγματικό» τον ισχυρισμό ότι τέτοιου βαθμού μειώσεις δεν θα επηρεάσουν κρίσιμες υπηρεσίες προς τους πολίτες.

Ωστόσο, υπήρξαν και θετικότερες αντιδράσεις, όπως του Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Μπιλ Κάσιντι, ο οποίος εκτίμησε ότι η αναδιοργάνωση μπορεί να βελτιώσει σημαντικές διαδικασίες, όπως η ταχύτερη έγκριση φαρμάκων και η καλύτερη παροχή υπηρεσιών Medicare. «Αναμένω πως θα δω πρακτικά πώς αυτή η αναδιάρθρωση θα φέρει αυτά τα αποτελέσματα», πρόσθεσε.

Τα κίνητρα πίσω από την αναδιάρθρωση

Το σχέδιο αναδιάρθρωσης προκύπτει μετά από εντολή του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για ένα ευρύ φάσμα περικοπών σε ομοσπονδιακό επίπεδο, που ζητούσε από διάφορες κυβερνητικές υπηρεσίες να προχωρήσουν σε μαζικές απολύσεις και περιορισμό των εξόδων τους.

Ο Ρόμπερτ Κέννεντυ Τζούνιορ τόνισε επίσης την αναποτελεσματικότητα του συστήματος υγείας, παρά τη σημαντική αύξηση του προϋπολογισμού του HHS κατά 38% μεταξύ 2021 και 2025, αναφέροντας ως παραδείγματα την αύξηση των χρόνιων νοσημάτων, την άνοδο των περιστατικών καρκίνου και το χαμηλό προσδόκιμο ζωής των Αμερικανών σε σχέση με τους Ευρωπαίους. «Το υπουργείο λειτουργεί σε πολλά επίπεδα απομονωμένα, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις οι υπηρεσίες ενεργούν εντελώς αντίθετα μεταξύ τους», σημείωσε καταγγελτικά ο υπουργός.

Οι επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης

Το εύρος των αλλαγών στο HHS είναι τέτοιο που, σύμφωνα με αναλυτές, εκτιμάται πως θα πυροδοτήσει έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του επόμενου έτους. Παράλληλα, παραμένει έντονη η ανησυχία για το εάν οι μαζικές απολύσεις θα επηρεάσουν ουσιαστικά την ποιότητα της δημόσιας υγείας στις ΗΠΑ και την ικανότητα της χώρας να ανταποκριθεί αποτελεσματικά σε μελλοντικές κρίσεις δημόσιας υγείας.

Ανεξαρτήτως από πολιτικές ή συνδικαλιστικές αντιδράσεις, είναι βέβαιο πως η αναδιάρθρωση του γιγαντιαίου υπουργείου Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών θα αποτελέσει ένα μεγάλο «στοίχημα» για τη νέα κυβέρνηση Τραμπ και τον Ρόμπερτ Κέννεντυ Τζούνιορ, η επιτυχία ή αποτυχία του οποίου θα έχει άμεσο αντίκτυπο για τους πολίτες.

Κορυφαίοι Αμερικανοί αξιωματούχοι ενώπιον δικαιοσύνης για συνομιλίες στο Signal

Μήνυση κατατέθηκε στις 25 Μαρτίου από την αμερικανική ομάδα διαφάνειας «American Oversight» κατά των κορυφαίων αξιωματούχων της κυβέρνησης Τραμπ, συμπεριλαμβανομένου του υπουργού Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, για την πρόσφατη χρήση της εφαρμογής ανταλλαγής μηνυμάτων Signal. Σύμφωνα με το κείμενο της προσφυγής που κατατέθηκε σε ομοσπονδιακό δικαστήριο στην Ουάσινγκτον, οι εν λόγω αξιωματούχοι χρησιμοποίησαν τη συγκεκριμένη εφαρμογή για μηνύματα επιχειρησιακού περιεχομένου, τα οποία στη συνέχεια διαγράφηκαν, παραβαίνοντας έτσι την Ομοσπονδιακή Νομοθεσία περί Αρχείων (Federal Records Act).

Η «American Oversight» είχε υποβάλει νωρίτερα εφέτος στην κυβέρνηση αιτήματα βάσει του Νόμου για την Ελευθερία πρόσβασης στην Πληροφόρηση (Freedom of Information Act), ζητώντας από διάφορες κυβερνητικές υπηρεσίες – μεταξύ των οποίων το Πεντάγωνο – πρόσβαση στα αρχεία των συνομιλιών μέσω Signal. Ωστόσο, λόγω της φύσης της εφαρμογής, που δεν μεταφέρει μηνύματα σε επίσημα κανάλια επικοινωνίας και αρχειοθέτησης, η πρόσβαση στα συγκεκριμένα δεδομένα θεωρείται αδύνατη.

Σε ξεχωριστό αίτημα προς το δικαστήριο, η οργάνωση ζητά την άμεση διακοπή κάθε ενέργειας που αφορά καταστροφή αρχείων του Signal, καθώς και την υποχρέωση των αρμοδίων αρχών να προχωρήσουν στην ανάκτηση των ήδη διαγραμμένων μηνυμάτων και στην ενημέρωση της υπηρεσίας Εθνικών Αρχείων των ΗΠΑ (National Archives).

Η επίμαχη συνομιλία περιελάμβανε μεταξύ άλλων τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, τον υπουργό Εξωτερικών και αναπληρωτή αρχειονόμο Μάρκο Ρούμπιο, τον σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας Μάικ Γουόλτζ, καθώς και άλλους κυβερνητικούς παράγοντες, με κεντρικό θέμα τις αμερικανικές επιχειρήσεις ενάντια σε Χούτι τρομοκράτες στη Μέση Ανατολή.

Η αποκάλυψη αυτών των συνομιλιών έγινε μετά την εισαγωγή στο chat του επικεφαλής σύνταξης του περιοδικού The Atlantic, Τζέφρι Γκόλντμπεργκ, γεγονός για το οποίο ανέλαβε την ευθύνη ο σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας Μάικ Γουόλτζ. Για την έρευνα της διαρροής αποτελεί κεντρικό πρόσωπο και ο σύμβουλος του Λευκού Οίκου Έλον Μασκ, ενώ εν μέσω των αντιδράσεων, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ήδη ότι πιθανότατα οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι θα σταματήσουν τη χρήση του Signal.

Οι κυβερνητικοί δικηγόροι από την πλευρά τους αντέτειναν, σύμφωνα με έγγραφα που κατατέθηκαν στο δικαστήριο, ότι οι ισχυρισμοί της «American Oversight» πως οι αξιωματούχοι δεν έπραξαν τα δέοντα για να αποτρέψουν τη διαγραφή των μηνυμάτων από το Signal «δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο» και ότι ήδη έχουν γίνει βήματα για ανάκτηση μέρους αυτών των μηνυμάτων.

Η υπόθεση ανατέθηκε στον ομοσπονδιακό δικαστή Τζέιμς Μπόσμπεργκ, ο οποίος πρόσφατα απασχόλησε την επικαιρότητα μέσω άλλων δικαστικών αποφάσεων εις βάρος της κυβέρνησης Τραμπ. Ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ, σχολιάζοντας την ανάθεση, ζήτησε περαιτέρω διερεύνηση για τον πιθανό μεροληπτικό τρόπο επιλογής των δικαστών στην Ουάσινγκτον και ζήτησε την απομάκρυνση του δικαστή. Ο πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, Τζον Ρόμπερτς, απάντησε ωστόσο πως «η απομάκρυνση δεν είναι αρμόδια απάντηση σε διαφωνίες σχετικά με δικαστικές αποφάσεις».

Η παραπάνω νομική διαμάχη έχει ήδη τη δυναμική να προκαλέσει περαιτέρω πολιτικές και νομικές επιπλοκές για την κυβέρνηση Τραμπ εν όψει των προεδρικών εκλογών, αναδεικνύοντας το σοβαρό ζήτημα διαφάνειας και διαχείρισης ευαίσθητων πληροφοριών. Ο τρόπος χειρισμού της από το δικαστήριο αναμένεται να έχει σημαντικές συνέπειες τόσο για την κυβερνητική λειτουργία, όσο και για τις πρακτικές διαχείρισης επικοινωνιών των κορυφαίων κυβερνητικών παραγόντων στο μέλλον.

Σε έναν κόσμο όπου αυτά τα ζητήματα διαφάνειας και λογοδοσίας κατέχουν κεντρικό ρόλο στη δημόσια συζήτηση, η τελική έκβαση αυτής της δίκης θα μπορούσε να σηματοδοτήσει αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο κυβερνήσεις διαχειρίζονται ευαίσθητα δεδομένα και επικοινωνιακές πρακτικές. Μέχρι τότε, η αμερικανική κοινή γνώμη θα παρακολουθεί τις εξελίξεις με έντονο ενδιαφέρον.

Ο Τραμπ αποσύρει την υποψηφιότητα της Στεφάνικ για πρέσβειρα των ΗΠΑ στον ΟΗΕ

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ απέσυρε την Τετάρτη 27 Μαρτίου την υποψηφιότητα της Ρεπουμπλικανής βουλευτού Ελίζ Στεφάνικ για το αξίωμα της πρέσβειρας των ΗΠΑ στον ΟΗΕ. Την απόφαση ανακοίνωσε ο ίδιος ο Τραμπ μέσω ανάρτησης στο κοινωνικό δίκτυο Truth Social, επικαλούμενος την οριακή πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

«Καθώς προωθούμε την ατζέντα “Πρώτα η Αμερική”, είναι ζωτικής σημασίας να διατηρήσουμε ΚΑΘΕ ρεπουμπλικανική έδρα στο Κογκρέσο», δήλωσε ο κ. Τραμπ. Πρόσθεσε πως η Στεφάνικ αποτελεί μία από τους πιο σημαντικούς συμμάχους του, σημειώνοντας ότι της ζήτησε να παραμείνει στη Βουλή «για να βοηθήσει στην υλοποίηση ιστορικών φορολογικών περικοπών, τη δημιουργία θέσεων εργασίας, την ενεργειακή κυριαρχία και την πολιτική ειρήνης μέσω ισχύος, ώστε να κάνουμε την Αμερική σπουδαία ξανά».

«Με μια τόσο οριακή πλειοψηφία, δεν θέλω να διακινδυνεύσω να διεκδικήσει άλλος την έδρα της Ελίζ», τόνισε ο Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι η κ. Στεφάνικ θα ενταχθεί στην κυβέρνησή του στο μέλλον.

Η κ. Στεφάνικ επιβεβαίωσε νωρίτερα την αποχώρησή της από τη θέση προέδρου της διάσκεψης (conference chairwoman) των Ρεπουμπλικανών στη Βουλή, την οποία κατείχε πριν από την προτεινόμενη υποψηφιότητά της για τον ΟΗΕ. Η θέση αυτή καλύφθηκε ήδη από τη βουλευτή Λάιζα ΜακΚλέιν του Μίσιγκαν. Προς το παρόν, παραμένει ασαφές ποιο ρόλο θα αναλάβει η κ. Στεφάνικ μετά την επιστροφή της ηγετική ομάδα των Ρεπουμπλικανών.

Ο πρόεδρος της Βουλής, Μάικ Τζόνσον, ανακοίνωσε μέσω της πλατφόρμας X ότι η Στεφάνικ θα γίνει εκ νέου δεκτή στην ηγετική ομάδα του κόμματος: «Η συμφωνία της Ελίζ να αποσυρθεί από την υποψηφιότητα μάς επιτρέπει να διατηρήσουμε ένα από τα πιο δυναμικά και αποφασιστικά μέλη στη Βουλή, ώστε να προωθήσουμε τις πολιτικές “Πρώτα η Αμερική” του προέδρου Τραμπ».

Κατά την πολύκροτη ακρόαση στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας στις 21 Ιανουαρίου 2025, η κ. Στεφάνικ κατήγγειλε το «αντισημιτικό κλίμα» στον ΟΗΕ, εκτιμώντας ότι οι αμερικανικοί φορολογικοί πόροι «δεν θα πρέπει να ενισχύουν φορείς που αντιβαίνουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ ή προωθούν αντισημιτισμό, απάτη, διαφθορά ή τρομοκρατία». Η επιτροπή ενέκρινε αρχικά την υποψηφιότητά της με ψηφοφορία στις 30 Ιανουαρίου, ανοίγοντας τον δρόμο για το τελικό στάδιο στη Γερουσία.

Η Στεφάνικ θεωρείται πολιτικός με ιδιαίτερη επιρροή μέσα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και ήταν η πρώτη βουλευτής του Κογκρέσου που εξέφρασε δημόσια την υποστήριξή της στον Ντόναλντ Τραμπ στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου του 2024.

Η εξέλιξη αυτή καθιστά σαφή την αναγκαιότητα για τον Τραμπ να διατηρήσει σταθερή πλειοψηφία στη Βουλή, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι σημαντικές πρωτοβουλίες, νομοθετήματα και μεταρρυθμίσεις της πολιτικής του ατζέντας θα περάσουν χωρίς προσκόμματα. Από την άλλη, η εμπειρία της Στεφάνικ στο Κογκρέσο και η αναγνωρισιμότητά της ενδέχεται να συμβάλουν θετικά στη συνολική στρατηγική του κόμματος ενόψει των επερχόμενων πολιτικών προκλήσεων.

Σε μία περίοδο που η ισορροπία δυνάμεων είναι τόσο εύθραυστη, η πολιτική σταθερότητα για τους Ρεπουμπλικανούς στη Βουλή θεωρείται κρίσιμη για τη νομοθετική ατζέντα του προέδρου Τραμπ. Η επιστροφή της Στεφάνικ ενδέχεται να ενδυναμώσει την κομματική συνοχή, αλλά και να ενισχύσει τη θέση των Ρεπουμπλικανών σε επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις και πολιτικές διεργασίες.

Πολωνία: Αναστολή του δικαιώματος ασύλου για μετανάστες που εισέρχονται παράνομα στη χώρα

Ο πρόεδρος της Πολωνίας, Αντρέι Ντούντα, υπέγραψε στις 26 Μαρτίου νόμο που αναστέλλει το δικαίωμα υποβολής αίτησης για άσυλο από μετανάστες οι οποίοι περνούν παράνομα τα πολωνικά σύνορα. Το νέο νομοθετικό μέτρο, που προκαλεί έντονες αντιδράσεις εντός και εκτός της χώρας, εντάσσεται στο πλαίσιο των προσπαθειών της Βαρσοβίας να ενισχύσει την ασφάλεια των ανατολικών συνοριακών περιοχών, που βρίσκονται υπό συνεχή πίεση λόγω των μεταναστευτικών ροών από τη Λευκορωσία.

«Πιστεύω ότι είναι απαραίτητο να ενισχύσουμε την ασφάλεια των συνόρων μας και την ασφάλεια των Πολωνών πολιτών. Το σημαντικότερο είναι να προστατέψουμε τα πολωνικά σύνορα και τις πολωνικές υπηρεσίες που τα φρουρούν», δήλωσε ο πρόεδρος Ντούντα κατά τη δημόσια ανακοίνωση της υπογραφής του νόμου.

Η νέα νομοθεσία επιτρέπει προσωρινή αναστολή για διάστημα έως και 60 ημερών της δυνατότητας υποβολής αίτησης για διεθνή προστασία από όσους εισέρχονται παράνομα στην επικράτεια της Πολωνίας, αλλά και άλλων κρατών-μελών του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως αναφέρεται στον νόμο, κατηγορίες ευάλωτων ατόμων – όπως ασυνόδευτα ανήλικα, έγκυες γυναίκες και πολίτες της Λευκορωσίας που κινδυνεύουν – εξαιρούνται από την εφαρμογή του μέτρου.

Στηρίζοντας απόλυτα το νέο πλαίσιο, ο πρωθυπουργός της Πολωνίας, Ντόναλντ Τουσκ, δήλωσε στο κοινωνικό δίκτυο Χ ότι η κυβέρνησή του θα εφαρμόσει τον νόμο «χωρίς καμία καθυστέρηση», τονίζοντας την αναγκαιότητα διατήρησης της δημόσιας ασφάλειας.

Σε απάντηση στην απόφαση αυτή, η Human Rights Watch έχει ασκήσει έντονη κριτική ήδη από τον περασμένο Φεβρουάριο, επισημαίνοντας ότι ο νόμος αντίκειται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, ο οποίος υποχρεώνει όλα τα κράτη-μέλη να διασφαλίζουν το δικαίωμα στο άσυλο. Η οργάνωση έχει επίσης προειδοποιήσει για ενδεχόμενο έναρξης διαδικασίας παράβασης (infringement procedure) της ΕΕ κατά της Πολωνίας.

Η Πολωνία αντιμετωπίζει σοβαρή κρίση στα ανατολικά της σύνορα ήδη από το 2021, με δεκάδες χιλιάδες άνδρες, κυρίως από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, να προσπαθούν να περάσουν παράνομα τα σύνορα μέσω της Λευκορωσίας. Τόσο η Βαρσοβία όσο και οι Βρυξέλλες έχουν κατηγορήσει τη Λευκορωσία και τη Ρωσία ότι εργαλειοποιούν την παράνομη μετανάστευση ως μέσο άσκησης πίεσης έναντι της ΕΕ, κάτι που φυσικά Μινσκ και Μόσχα αρνούνται κατηγορηματικά.

Σύμφωνα με προκαταρκτικά δεδομένα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνοριοφυλακής (Frontex), το 2024 έγιναν 17.001 παράτυπες διελεύσεις στα ανατολικά σύνορα της ΕΕ, αριθμός που αποτελεί αύξηση 192% συγκριτικά με την προηγούμενη χρονιά. Το μεγαλύτερο μέρος των μεταναστών είναι νέοι άνδρες από χώρες όπως η Αιθιοπία, η Ερυθραία και η Σομαλία.

Στα σύνορα της Πολωνίας, περίπου 13.000 στρατιώτες και συνοριοφύλακες προστατεύουν μια συνοριακή γραμμή μήκους 400 χιλιομέτρων, η οποία είναι εφοδιασμένη με χαλύβδινα τείχη και συρματοπλέγματα, καθώς και κάμερες ασφαλείας, drones και τεθωρακισμένα οχήματα. Τον Μάιο του 2024, ένας Πολωνός στρατιώτης μάλιστα τραυματίστηκε θανάσιμα σε επίθεση που δέχτηκε από επίδοξο μετανάστη, γεγονός που ενίσχυσε τη σκληρότητα της στάσης της κυβέρνησης.

Παρόμοια μέτρα ασφαλείας υιοθετούνται και από άλλες χώρες, όπως η Φινλανδία, η οποία ζήτησε πρόσφατα από το κοινοβούλιό της να παρατείνει έως τα τέλη του 2026 τον νόμο που επιτρέπει την επιστροφή των παράνομων μεταναστών που περνούν τα ανατολικά σύνορα με τη Ρωσία.

Η απόφαση της Πολωνίας αναμένεται να έχει σοβαρές πολιτικές και διπλωματικές συνέπειες, δεδομένου ότι αυξάνει τις ήδη τεταμένες σχέσεις της χώρας με την ΕΕ και τα διεθνή όργανα που επιτηρούν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, χαίρει σημαντικής υποστήριξης στο εσωτερικό της Πολωνίας από μεγάλη μερίδα πολιτών που ανησυχούν για θέματα ασφάλειας και κοινωνικής συνοχής.

Οι επόμενοι μήνες θα είναι καθοριστικοί όσον αφορά όχι μόνο την εφαρμογή του νέου νόμου αλλά και τη συνοχή της πολιτικής συνοριακής προστασίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αρκετές χώρες να εξετάζουν αντίστοιχα μέτρα υπό το βάρος της μεταναστευτικής κρίσης.

Ευρωπαϊκή δύναμη στην Ουκρανία προτείνει ο Μακρόν ως απάντηση σε πιθανή επίθεση της Ρωσίας

Σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη σύνοδο κορυφής που διοργανώθηκε σήμερα 27 Μαρτίου στο Παλάτι των Ηλυσίων στο Παρίσι, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν υποστήριξε την πρόταση για δημιουργία ευρωπαϊκής στρατιωτικής δύναμης στην Ουκρανία, η οποία θα μπορούσε να «απαντήσει» σε ενδεχόμενη επίθεση της Ρωσίας.

Την πρωτοβουλία ανέλαβε από κοινού με τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ, με σκοπό να σχηματιστεί μία «συμμαχία χωρών» που θα στηρίξει την ανάπτυξη ένοπλων μονάδων στην Ουκρανία, αφού πρώτα καταλήξουν σε ειρηνευτική συμφωνία με τη Ρωσία.

Μιλώντας κατά τη διάρκεια συνέντευξης τύπου, ο Μακρόν εξήγησε πως οι δυνάμεις αυτές δεν θα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή μάχης, ούτε θα εμπλακούν άμεσα απέναντι στα ρωσικά στρατεύματα. Ωστόσο, αν εκδηλωθεί «γενικευμένη επίθεση κατά του ουκρανικού εδάφους», τότε αναγκαστικά οι δυνάμεις αυτές θα δεχθούν επίθεση. «Οι στρατιώτες μας, όταν αναπτύσσονται, είναι εκεί για να αντιδράσουν και να ανταποκριθούν στις αποφάσεις του αρχηγού τους και, αν βρεθούν σε κατάσταση σύγκρουσης, να την αντιμετωπίσουν» υπογράμμισε χαρακτηριστικά ο Γάλλος πρόεδρος.

Ο Μακρόν πρόσθεσε ότι οι στρατιωτικές αυτές δυνάμεις θα προέρχονται από «συγκεκριμένα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης» και θα αναπτυχθούν σε «επιλεγμένες στρατηγικές τοποθεσίες» στην Ουκρανία, ώστε να προσφέρουν εγγυήσεις ασφάλειας και να αποτρέψουν τυχόν νέα ρωσική επιθετικότητα. «Πρόκειται για προσέγγιση ειρηνευτική και αποτρεπτική», υπογράμμισε χαρακτηριστικά.

Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο οποίος συμμετείχε στη σύνοδο, κάλεσε τους Ευρωπαίους εταίρους του να δράσουν γρήγορα: «Χρειαζόμαστε ένα σαφές σχέδιο, στο οποίο όλοι συμφωνούμε και το οποίο μπορούμε να αρχίσουμε να εφαρμόζουμε άμεσα». Πρότεινε επίσης την άμεση μετάβαση ευρωπαϊκής αποστολής στην Ουκρανία για την από κοινού εκπόνηση του σχεδίου αυτού.

Πάντως, δεν διαφαίνεται ομοφωνία για τη γαλλο-βρετανική πρόταση. Η Ιταλία εξέφρασε ήδη την αντίθεσή της με δήλωση του υπουργού Εξωτερικών Αντόνιο Ταγιάνι, ο οποίος τόνισε ότι η Ιταλία «δεν πρόκειται να στείλει στρατεύματα σε αποστολές που δεν γίνονται υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών». Αντίστοιχες επιφυλάξεις εξέφρασαν και άλλα κράτη, όπως η Πολωνία, η οποία διατηρεί πάγια στάση απέναντι στην αποστολή στρατευμάτων, και η Τσεχία, δια στόματος του πρωθυπουργού Πετρ Φιάλα, που χαρακτήρισε την πρόταση ως «πρόωρη».

Από την πλευρά της, η Ρωσία αντέδρασε έντονα. Η εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας, Μαρία Ζαχάροβα, κατηγόρησε Γαλλία και Βρετανία ότι «σχεδιάζουν στρατιωτική παρέμβαση στην Ουκρανία υπό το πρόσχημα ειρηνευτικής επιχείρησης», προειδοποιώντας ότι κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε ευθεία στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει ήδη αναπροσαρμόσει τη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών προς τον Ειρηνικό με στόχευση την αντιμετώπιση της Κίνας, ενώ έχει ζητήσει από την Ευρώπη να αναλάβει περισσότερες ευθύνες για την ασφάλειά της. Η αμερικανική πλευρά εξέφρασε ήδη επιφυλάξεις σχετικά με την ευρωπαϊκή στρατιωτική πρωτοβουλία, με τον ειδικό απεσταλμένο των ΗΠΑ για τη Μέση Ανατολή, Στηβ Γουίτκοφ, να χαρακτηρίζει την πρόταση σε πρόσφατη συνέντευξή του ως «απλοϊκή και στάση εντυπωσιασμού».

Ανεξαρτήτως των διαφορών που έγιναν φανερές, η νέα ευρωπαϊκή πρωτοβουλία ενισχύει την ανάγκη της ΕΕ για μια σαφή και μακρόπνοη στρατηγική σε σχέση με την ασφάλεια της Ουκρανίας και τα όρια της ευρωπαϊκής εμπλοκής. Παρόλα αυτά, προκαλεί ήδη έντονες αναταράξεις εντός της Ευρώπης, αλλά και στη σχέση της με τη Μόσχα, γεγονός που αναμένεται να επηρεάσει καθοριστικά τα επόμενα βήματα για την ειρήνη στην Ουκρανία.

Επιβεβαιώνει η Chevron το ενδιαφέρον για έρευνες σε θαλάσσια οικόπεδα νότια της Κρήτης

Σε ερώτηση Ελλήνων δημοσιογράφων προς τον αμερικανικό κολοσσό Chevron σχετικά με το ενδιαφέρον της εταιρείας για τα θαλάσσια οικόπεδα Νότια Κρήτη Ι και ΙΙ, η εκπρόσωπος της εταιρείας για την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, Σάλλυ Τζόουνς, επιβεβαίωσε το μη δεσμευτικό ενδιαφέρον της Chevron για 3 περιοχές.

«Είμαστε έτοιμοι να συνεργαστούμε με το ρυθμιστή και την κυβέρνηση της Ελλάδας για την επιτυχή ολοκλήρωση της διαδικασίας αδειοδότησης,» είπε η Τζόουνς. «Η Chevron διαθέτει μεγάλη και σημαντική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, μια περιοχή που αποτελεί σημαντικό τμήμα του μέλλοντός μας και προτεραιότητά μας».

Υπενθυμίζεται ότι η Chevron είχε ήδη εκδηλώσει αντίστοιχο ενδιαφέρον πρόσφατα —και επανεπιβεβαίωσε σήμερα— για τη θαλάσσια περιοχή Νότια της Πελοποννήσου, το οποίο και είχε γίνει αποδεκτό από τον τ. υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Θόδωρο Σκυλακάκη.

Νωρίτερα, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας είχε αποδεχθεί την εκδήλωση ενδιαφέροντος της Chevron για τις περιοχές Νότια Κρήτη Ι και Νότια Κρήτη ΙΙ,

Συγκεκριμένα, η ελληνική Κυβέρνηση αποδέχθηκε την εκδήλωση ενδιαφέροντος για τις περιοχές Νότια της Κρήτης Ι και Νότια της Κρήτης ΙΙ, εντός των περιοχών που είχαν οριοθετηθεί με την προκήρυξη του διεθνούς διαγωνισμού το 2014.

Θα ακολουθήσουν από το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας οι σχετικές υπουργικές αποφάσεις, αποδοχής του αιτήματος, προσδιορισμού των γεωγραφικών περιοχών, επιλογής του τύπου της σύμβασης και έγκρισης του κειμένου της προκήρυξης του διαγωνισμού.

Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, σε σχετική δήλωση του υπογράμμισε ότι «το γεγονός αυτό είναι μια ψήφος εμπιστοσύνης στην Ελλάδα», προσθέτοντας πως «θα ακολουθήσουν οι σχετικές υπουργικές αποφάσεις, για τις ακριβείς συντεταγμένες και την προκήρυξη διεθνούς διαγωνισμού.»

Η αμερικανικών συμφερόντων Chevron αποτελεί την δεύτερη μεγαλύτερη ενεργειακή εταιρεία παγκοσμίως με κεφάλαιο της τάξης των 300 δισ. ευρώ. Με δραστηριότητες σε πάνω από 25 χώρες παγκοσμίως, (Αίγυπτο, Ανγκόλα, Αργεντινή, Αυστραλία, Βραζιλία, Ηνωμένο Βασίλειο, ΗΠΑ, Καναδά, Κύπρο, κ.ά.) και με σημαντική εμπειρία σε γεωτρήσεις μεγάλου βάθους νερού, όπως στον κόλπο του Μεξικού και την Βραζιλία, η εταιρεία έχει αναδείξει την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου ως περιοχή στρατηγικής σημασίας και προτεραιότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, από την κυβέρνηση τονίζουν ότι η εκδήλωση ενδιαφέροντος επισφραγίζει το ενδιαφέρον της εταιρείας να ανακαλύψει περισσότερες ποσότητες υδρογονανθράκων στην ανατολική Μεσόγειο, και αναδεικνύει την πολύ σημαντική δυνητική σημασία της Ελλάδος σε αυτό το εγχείρημα.

Η Epoch Times συνέβαλε σε αυτό το άρθρο 

Η κατάσταση της εκεχειρίας Ουκρανίας–Ρωσίας μετά τις συνομιλίες

Διπλωματικές διαβουλεύσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ρωσίας και Ουκρανίας διεξήχθησαν αυτή την εβδομάδα στη Σαουδική Αραβία, καθώς η Ουάσιγκτον επιδιώκει την επίτευξη ειρήνης μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων πλευρών.

Ωστόσο, οι προσπάθειες του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να υλοποιήσει τη δέσμευσή του για τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία παραμένουν ατελέσφορες, καθώς Κίεβο και Μόσχα επιδιώκουν να ενισχύσουν τις διαπραγματευτικές τους θέσεις πριν από μία πιθανή συμφωνία εκεχειρίας.

Αναμένεται να ακολουθήσουν περαιτέρω επαφές μεταξύ Αμερικανών αξιωματούχων και των αντίστοιχων εκπροσώπων Ρωσίας και Ουκρανίας, αν και δεν έχουν ακόμη καθοριστεί συγκεκριμένα σχέδια.

Διαφωνίες για τους όρους της εκεχειρίας

Οι πιο πρόσφατες συνομιλίες, που πραγματοποιήθηκαν στις 24 Μαρτίου, δεν κατάφεραν να θεμελιώσουν μια συμφωνία για περιορισμένη εκεχειρία 30 ημερών, η οποία θα σταματούσε προσωρινά ορισμένες μάχες.

Κίεβο και Μόσχα απέρριψαν τους όρους που έθεσε η άλλη πλευρά και δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν με τις Ηνωμένες Πολιτείες σχετικά με το ποιοι στόχοι θα περιλαμβάνονταν ή θα εξαιρούνταν από την προσωρινή εκεχειρία.

Μια αρχική συμφωνία, που είχε επιτευχθεί μεταξύ της ηγεσίας των δύο χωρών την προηγούμενη εβδομάδα, προέβλεπε την παύση των επιθέσεων κατά της πολιτικής ενεργειακής υποδομής για 30 ημέρες. Ωστόσο, η συμφωνία παραβιάστηκε σχεδόν αμέσως, με κατηγορίες εκατέρωθεν για δολιοφθορά σε πετρελαϊκή εγκατάσταση σε ρωσικό έδαφος υπό ουκρανική κατοχή. Από τότε, η Ρωσία έχει εξαπολύσει μαζική κυβερνοεπίθεση στο ουκρανικό σιδηροδρομικό δίκτυο και πυραυλικές επιθέσεις σε κατοικημένες περιοχές.

Παρόλο που η αρχική συμφωνία αφορούσε μόνο την ενεργειακή υποδομή, η ουκρανική ηγεσία εξέφρασε την επιθυμία να επεκταθεί η εκεχειρία και σε λιμάνια και σιδηροδρομικές εγκαταστάσεις. Προς αυτή την κατεύθυνση, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι Ουκρανία και Ρωσία έχουν συμφωνήσει καταρχήν σε μία μερική εκεχειρία για θαλάσσιους στόχους, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν την αποκατάσταση εμπορικών σχέσεων με τη Ρωσία.

Διαπραγματεύσεις για την ασφάλεια της ναυτιλίας

Ο Λευκός Οίκος διευκρίνισε ότι ο αρχικός στόχος των συνομιλιών στη Σαουδική Αραβία ήταν η επίτευξη ναυτικής εκεχειρίας στη Μαύρη Θάλασσα, προκειμένου να αποκατασταθεί η ελεύθερη ροή της ναυτιλίας στην περιοχή.

Η συμφωνία αυτή αποτελεί συνέχεια της Πρωτοβουλίας Σιτηρών της Μαύρης Θάλασσας, για την οποία είχε μεσολαβήσει η Τουρκία το 2022 και από την οποία η Ρωσία αποσύρθηκε μονομερώς το 2023. Η πρωτοβουλία είχε επιτρέψει την εξαγωγή σιτηρών, τροφίμων και λιπασμάτων από την Ουκρανία και τη Ρωσία μέσω της Μαύρης Θάλασσας, υπό τον όρο ότι τα φορτία θα επιθεωρούνταν από διεθνείς δυνάμεις.

Η εξαγωγή σιτηρών και άλλων τροφίμων αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για πολλές χώρες από την έναρξη της ρωσικής εισβολής το 2022. Μόνο το 2021, Ρωσία και Ουκρανία αντιπροσώπευαν συνολικά 12 δισ. δολάρια σε εξαγωγές σίτου, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 21,6% της παγκόσμιας αγοράς, με τον πόλεμο να έχει πλήξει σημαντικά την επισιτιστική ασφάλεια των αναπτυσσόμενων κρατών.

Αν και Κίεβο και Μόσχα έχουν συμφωνήσει καταρχήν στη νέα ναυτική συμφωνία, δεν έχουν προχωρήσει ακόμη στην επίσημη υπογραφή της.

Οι θέσεις Ουκρανίας και Ρωσίας

Κίεβο και Μόσχα συνεχίζουν να δηλώνουν υπέρ της εκεχειρίας, αλλά τονίζουν ότι οι προσπάθειες που γίνονται υπολείπονται των προϋποθέσεων για μία διαρκή ειρήνη.

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν έχει επαναλάβει ότι η Ουκρανία θα πρέπει να εγκαταλείψει την επιδίωξή της για ένταξη στο ΝΑΤΟ και να παραχωρήσει τέσσερις ανατολικές επαρχίες που τελούν υπό ρωσική κατοχή. Παρά ταύτα, αυτές οι απαιτήσεις συνιστούν υποχώρηση σε σχέση με τους αρχικούς πολεμικούς του στόχους, που προέβλεπαν τον πλήρη αφοπλισμό της Ουκρανίας και τη μετατροπή της σε ουδέτερο κράτος.

Από την πλευρά του, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει εκφράσει επιφυλάξεις για τα τρέχοντα πλαίσια συμφωνίας, υποστηρίζοντας ότι μία διαρκής ειρήνη απαιτεί την παρουσία ξένων ειρηνευτικών δυνάμεων, είτε από το ΝΑΤΟ είτε από άλλους οργανισμούς, προκειμένου να αποτραπεί ενδεχόμενη μελλοντική ρωσική εισβολή.

Ο Πούτιν έχει καταστήσει σαφές ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η παρουσία ξένων στρατευμάτων σε ρωσικό έδαφος στο πλαίσιο μίας εκεχειρίας. Ο Ζελένσκι, αν και αρχικά επέμενε στις εγγυήσεις ασφαλείας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τελικά συναίνεσε στη συμμετοχή σε διαπραγματεύσεις για εκεχειρία χωρίς αυτές, ύστερα από μια προσωρινή διακοπή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας.

Η διοίκηση Τραμπ, από την πλευρά της, επιχειρεί να αποκομίσει οικονομικά οφέλη από το εμπόριο με τη Ρωσία, ασκώντας παράλληλα πιέσεις στην Ουκρανία να παραχωρήσει στις ΗΠΑ πρόσβαση σε κοιτάσματα σπάνιων γαιών και τον έλεγχο των πυρηνικών της εργοστασίων ως αντάλλαγμα για τη στρατιωτική βοήθεια που έχει λάβει.

Το εμπόδιο του Κουρσκ

Σημαντικό εμπόδιο για τις διαπραγματεύσεις αποτελεί η συνεχιζόμενη στρατιωτική δραστηριότητα στην περιοχή του Κουρσκ, που τελεί εν μέρει υπό ουκρανικό έλεγχο από τον Αύγουστο του περασμένου έτους.

Ο Ζελένσκι έχει δηλώσει ότι θα ήταν διατεθειμένος να ανταλλάξει την περιοχή με ουκρανικά εδάφη που βρίσκονται υπό ρωσική κατοχή, αλλά η πρότασή του δεν έχει γίνει αποδεκτή από τη Μόσχα.

Ο Πούτιν, από την πλευρά του, φαίνεται να καθυστερεί την αποδοχή μιας εκεχειρίας, επιδιώκοντας πρώτα την πλήρη απομάκρυνση των ουκρανικών δυνάμεων από το Κουρσκ, ώστε να αποδυναμώσει τη διαπραγματευτική θέση του Κιέβου.

Με πληροφορίες από το Associated Press και το Reuters

Βραζιλία: Σε δίκη ο Μπολσονάρο για απόπειρα πραξικοπήματος

Το Ανώτατο Δικαστήριο της Βραζιλίας αποφάσισε να προχωρήσει σε ποινική δίκη κατά του πρώην προέδρου Ζαΐρ Μπολσονάρο και επτά στενών συνεργατών του, με την κατηγορία της απόπειρας ανατροπής της δημοκρατικής τάξης μετά τις προεδρικές εκλογές του 2022.

Στις 26 Μαρτίου, η ολομέλεια των δικαστών ανακοίνωσε ομόφωνα τις κατηγορίες που υπέβαλε η Εισαγγελία, σύμφωνα με τις οποίες ο Μπολσονάρο και η ομάδα του, γνωστή ως «Πυρήνας 1», σχεδίασαν ένα αποτυχημένο πραξικόπημα με στόχο την παραμονή του στην εξουσία, παρά την εκλογική του ήττα από τον Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα.

Ο πρώην πρόεδρος, ο οποίος έχει επανειλημμένα αρνηθεί οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια και κάνει λόγο για πολιτική δίωξη εις βάρος του, δήλωσε μετά την ανακοίνωση της απόφασης ότι εμμένει στην αθωότητά του. Υποστήριξε ότι «φαίνεται πως υπάρχει κάτι προσωπικό» εναντίον του και χαρακτήρισε τις κατηγορίες «αβάσιμες».

Οι δικαστές ακολούθησαν την εισήγηση του δικαστή Αλεξάντρ ντε Μοράες, ο οποίος επιβλέπει την έρευνα για την φερόμενη απόπειρα πραξικοπήματος. Ο ίδιος έκρινε ότι η Εισαγγελία προσκόμισε επαρκή στοιχεία που αποδεικνύουν την εμπλοκή των κατηγορουμένων σε εγκληματικές πράξεις.

Οι κατηγορίες περιλαμβάνουν απόπειρα πραξικοπήματος, σύσταση εγκληματικής οργάνωσης και βίαιη επιδίωξη κατάλυσης της δημοκρατικής νομιμότητας της χώρας. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, η ομάδα του Μπολσονάρο επιδίωξε να τον διατηρήσει στην εξουσία «με κάθε κόστος», σχεδιάζοντας την ακύρωση των εκλογικών αποτελεσμάτων του 2022 και την άσκηση πίεσης στον στρατό για στήριξη αντισυνταγματικών ενεργειών.

Ο γενικός εισαγγελέας της Βραζιλίας, Πάουλο Γκονέτ, ανέφερε στις 25 Μαρτίου ότι οι ερευνητές βρήκαν εκτενή τεκμήρια, συμπεριλαμβανομένων χειρόγραφων σημειώσεων και ψηφιακών αρχείων, που αποκαλύπτουν τις προσπάθειες ανατροπής του εκλογικού αποτελέσματος. Η Εισαγγελία υποστηρίζει ότι οι ενέργειες του Μπολσονάρο οδήγησαν τελικά στην επίθεση της 8ης Ιανουαρίου 2023 στο Ανώτατο Δικαστήριο, το Κογκρέσο και το Προεδρικό Μέγαρο από υποστηρικτές του, λίγες ημέρες μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Λούλα.

Ο Γκονέτ ανέφερε επίσης ότι το σχέδιο πραξικοπήματος περιλάμβανε ακόμα και σχέδια για τη δηλητηρίαση του Λούλα και την απόπειρα δολοφονίας του δικαστή ντε Μοράες. Όπως σημειώνεται στο 272 σελίδων κατηγορητήριο, οι συνωμότες σχεδίασαν τις ενέργειές τους στο προεδρικό μέγαρο, αποκαλώντας την επιχείρησή τους «Πράσινο-Κίτρινο Στιλέτο».

«Η ευθύνη για πράξεις που έβλαψαν τη δημοκρατική τάξη βαρύνει μια εγκληματική οργάνωση υπό την ηγεσία του Ζαΐρ Μπολσονάρο, βασισμένη σε ένα αυταρχικό σχέδιο εξουσίας», αναφέρεται στο κατηγορητήριο.

Με την αποδοχή των κατηγοριών, ο Μπολσονάρο και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι καθίστανται πλέον επισήμως κατηγορούμενοι σε ποινική δίκη. Ανάμεσα στους συγκατηγορούμενούς του είναι ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Άντερσον Τόρες, ο απόστρατος στρατηγός και πρώην προσωπάρχης Βάλτερ Μπράγκα Νέτο, ο πρώην αρχηγός του ναυτικού ναύαρχος Αλμίρ Γκαρνιέρ Σάντος και ο πρώην υπουργός Άμυνας στρατηγός Πάουλο Σέρτζιο Νογκουέιρα.

Σύμφωνα με τη βραζιλιάνικη νομοθεσία, η ποινή για απόπειρα πραξικοπήματος μπορεί να φτάσει τα 12 έτη κάθειρξης, ενώ με τις υπόλοιπες κατηγορίες η συνολική ποινή μπορεί να ανέρχεται σε αρκετές δεκαετίες φυλάκισης.