Μια συμπυκνωμένη αποτίμηση των εξελίξεων στον πόλεμο της Ουκρανίας, των ευρωπαϊκών επιλογών χρηματοδότησης και της ευρύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης ανάμεσα σε ΗΠΑ, Ευρώπη και Ρωσία. Στον πυρήνα της βρίσκεται η επιλογή της Ευρωπαϊκής Ένωσης να κρατήσει «παγωμένα» τα ρωσικά κεφάλαια αντί να τα αξιοποιήσει άμεσα για την ενίσχυση της Ουκρανίας — μια επιλογή που, όπως περιγράφεται, δεν είναι απλώς τεχνική ή νομική, αλλά προϊόν πιέσεων, φόβων και στρατηγικών υπολογισμών.
Η πιο καθοριστική πτυχή αφορά το σχέδιο να χρησιμοποιηθούν τα παγωμένα ρωσικά αποθεματικά ως «βάση» για δανεισμό υπέρ της Ουκρανίας. Πρόκειται για περιουσιακά στοιχεία της ρωσικής κεντρικής τράπεζας ύψους περίπου 200-250 δισ. ευρώ, με το μεγαλύτερο μέρος — περί τα 185 δισ. ευρώ — να βρίσκεται στο Euroclear στο Βέλγιο. Η αρχική ιδέα προέβλεπε δάνειο περίπου 90 δισ. ευρώ για την επόμενη διετία, το οποίο θα «κουμπώνει» πάνω σε αυτά τα κεφάλαια. Ωστόσο, η ΕΕ κατέληξε τελικά σε μια λύση ανάγκης: αντί να ενεργοποιήσει τα παγωμένα κεφάλαια ως πραγματικό εργαλείο, επέλεξε να αντλήσει χρηματοδότηση από τις αγορές και να στηρίξει το δάνειο στον δικό της προϋπολογισμό. Το αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζει, είναι πολιτικά και οικονομικά βαρύ: αν η Ρωσία αρνηθεί να πληρώσει αποζημιώσεις, οι υποχρεώσεις θα μετακυλιστούν έμμεσα στον ευρωπαϊκό φορολογούμενο μέσω των κρατών-μελών.
Στην επιχειρηματολογία αυτή, το Βέλγιο εμφανίζεται ως κρίσιμος «κόμβος» αντίστασης, προβάλλοντας τον κίνδυνο να εκληφθεί η άμεση χρήση των κεφαλαίων ως παράνομη κατάσχεση, άρα ως βήμα που θα άνοιγε τον δρόμο για μαζικές δικαστικές αξιώσεις. Αναφέρεται ότι η ρωσική κεντρική τράπεζα έχει ήδη κινηθεί νομικά κατά του Euroclear για ποσά της τάξης των 230 δισ. δολαρίων και ότι εκκρεμούν δεκάδες υποθέσεις, γεγονός που «παγώνει» περαιτέρω την ευρωπαϊκή τόλμη. Έτσι, η τελική συμφωνία, όπως παρουσιάζεται, μεταφέρει τη χρηματοδότηση στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, αφήνοντας τα ρωσικά κεφάλαια σε κατάσταση ακινησίας.
Ένα ιδιαίτερα αποκαλυπτικό στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι για να προχωρήσει το σχήμα, η ΕΕ αναγκάστηκε να καταφύγει στην ενισχυμένη συνεργασία βάσει του Άρθρου 20. Πρόκειται για μηχανισμό που επιτρέπει σε ομάδα κρατών-μελών να προχωρήσει χωρίς πλήρη ομοφωνία, όταν αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Τσεχία, η Ουγγαρία και η Σλοβακία περιγράφονται ως χώρες που δεν συμμετείχαν, επειδή αντιτάχθηκαν σε περαιτέρω χρηματοδότηση της Ουκρανίας. Η προσφυγή σε αυτό το εργαλείο λειτουργεί ως ένδειξη ότι η ευρωπαϊκή ενότητα στο ζήτημα δεν είναι δεδομένη, αλλά εύθραυστη, και ότι η Ένωση «σπάει» σε υπο-συσπειρώσεις όταν η πίεση αυξάνεται.
Παράλληλα, εισάγεται το επιχείρημα ότι καθοριστικό ρόλο στις ευρωπαϊκές αναστολές έπαιξαν και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ουάσιγκτον ουσιαστικά μπλόκαρε κάθε προοπτική «ξεπαγώματος» ή ουσιαστικής αξιοποίησης των κεφαλαίων, προκρίνοντας την ασφαλέστερη λύση της διατήρησής τους ως μοχλού πίεσης. Αυτή η ερμηνεία συνδέεται με το αποκαλούμενο «σχέδιο Τραμπ» για τον τερματισμό του πολέμου — ένα πλαίσιο που, σύμφωνα με όσα αναφέρονται, περιλαμβάνει σημεία τα οποία χαρακτηρίζονται ευνοϊκά για τη Ρωσία, όπως η αναγνώριση de facto ελέγχου στο Ντονμπάς, η αποστρατιωτικοποίηση, το πάγωμα των γραμμών αντιπαράθεσης και περιορισμούς στο μέγεθος των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, αν και το αρχικό πακέτο «28 σημείων» των ΗΠΑ φέρεται να ‘ψαλιδίστηκε’ σε 19-20 σημεία μέσω διαπραγματεύσεων, υποδηλώνοντας μια διαδικασία αναδίπλωσης και προσαρμογής.
Στο ίδιο χρονικό πλαίσιο εντάσσονται και οι δηλώσεις Πούτιν στην ετήσια συνέντευξη Τύπου, που δεν προσέφεραν ουσιαστικά κάτι νέο αλλά ανακύκλωσαν παγιωμένες θέσεις: ότι η Ουκρανία δεν είναι έτοιμη για συνομιλίες, ενώ η Ρωσία δηλώνει πρόθυμη να τερματίσει τον πόλεμο μόνο στη βάση των όρων που έχει ήδη θέσει. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στο ότι ο Πούτιν εμφανίζεται ικανοποιημένος από το γεγονός ότι τα κεφάλαια παραμένουν παγωμένα, ενώ παράλληλα χρησιμοποιεί το ζήτημα ως εργαλείο προπαγάνδας, παρουσιάζοντας τους Ευρωπαίους ως επίδοξους «ληστές» που επιδιώκουν να αρπάξουν ρωσική περιουσία.
Η οικονομική διάσταση έχει έντονο πολιτικό φορτίο. Υποστηρίζεται ότι τα κράτη-μέλη θα κληθούν να δεσμεύσουν σημαντικούς πόρους και εγγυήσεις για τη στήριξη των δανείων προς την Ουκρανία. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η Γερμανία θα επωμιστεί το μεγαλύτερο βάρος, ενώ για την Ελλάδα γίνεται εκτίμηση συμμετοχής στο ~1,3% ενός τέτοιου πακέτου, άρα περίπου 2,8 δισ. ευρώ. Η κεντρική ιδέα είναι πως η επιλογή αυτή δεν λύνει το πρόβλημα μακροπρόθεσμα: οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ουκρανίας παραμένουν υψηλές (έλλειμμα 72 δισ. ευρώ για το επόμενο έτος), και ακόμη κι ένα πακέτο 90 δισ. ευρώ απλώς καλύπτει μέρος των αναγκών των επόμενων ετών, αφήνοντας ένα κενό που θα πρέπει να συμπληρωθεί από άλλους συμμάχους.
Η Ευρώπη επιλέγει μια λύση που μπορεί να φαίνεται νομικά θωρακισμένη, αλλά ουσιαστικά είναι ατελής και πολιτικά αδύναμη: διαχειρίζεται το ζήτημα έτσι ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση με το νομικό ρίσκο, όμως ταυτόχρονα δείχνει ότι δεν μπορεί να επιβάλει τη δική της στρατηγική. Το διεθνές δίκαιο εμφανίζεται εδώ όχι ως σταθερό πλαίσιο που καθορίζει συμπεριφορές, αλλά ως πεδίο εργαλειακής χρήσης, όπου «νομιμοφανείς» λύσεις δεν αρκούν για να αποδώσουν πραγματική πολιτική ισχύ ή αποτελεσματικότητα.
Οι όποιες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες, είτε με 28 είτε με 20 σημεία, είναι εν τέλει προϊόντα της ισορροπίας ισχύος στο έδαφος. Όσο η Ρωσία «αγοράζει χρόνο» και διατηρεί την πρωτοβουλία κινήσεων, οι διαπραγματευτικοί όροι μετατοπίζονται προς το μέρος της. Η χρονική διάσταση αναδεικνύεται ως στρατηγικό πλεονέκτημα: μια πλευρά που αντέχει να περιμένει, πιέζει την άλλη να συμβιβαστεί.
Τελικά, καταλήγουμε σε μια εικόνα της Ευρώπης εγκλωβισμένης ανάμεσα στην εξάρτηση και στην επιθυμία αυτονομίας: από τη μία, βασίζεται στις ΗΠΑ για την ασφάλεια και για το «κέντρο βάρους» των διαπραγματεύσεων, άρα τείνει να ευθυγραμμίζεται με τις αμερικανικές προτεραιότητες· από την άλλη, επιδιώκει να εμφανίζεται ως θεματοφύλακας αρχών, διεθνούς δικαίου και κανονιστικότητας. Η επιλογή να μείνουν παγωμένα τα ρωσικά κεφάλαια, αντί να μετατραπούν σε ενεργό εργαλείο χρηματοδότησης, μπορεί να παρουσιαστεί ως σύμπτωμα αυτής της κρίσης ηγεσίας και στρατηγικής αυτοπεποίθησης. Η Ευρώπη δεν εμφανίζεται ως ισότιμος «παίκτης» που καθορίζει εξελίξεις, αλλά ως παράγοντας που αντιδρά, ισορροπεί φόβους και απορροφά πιέσεις. Και αυτή η μετατόπιση δεν έχει μόνο βραχυπρόθεσμες οικονομικές συνέπειες, αλλά επηρεάζει βαθύτερα τη θέση της Ένωσης στον 21ο αιώνα, την αξιοπιστία των θεσμών της και την ίδια την έννοια της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας.
Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.
Για χρόνια διαφωνούσαμε για το αν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι καλά ή κακά, για το αν μας συνδέουν ή μας διχάζουν, αν ενδυναμώνουν τις φωνές ή διαβρώνουν την κοινωνία. Όμως διαμορφώνεται μια νέα συναίνεση, όχι σε δεξαμενές σκέψης ή σε συζητήσεις της Silicon Valley, αλλά σε τάξεις, δικαστικές αίθουσες και σπίτια.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι πια κοινωνικά.
Αυτή η συνειδητοποίηση αρχίζει να έχει πλέον συνέπειες. Η Αυστραλία ανακοίνωσε πρόσφατα περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από ανηλίκους, επικαλούμενη το πλήθος των στοιχείων που υποδεικνύουν βλάβες στην ψυχική υγεία των παιδιών. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Νέα Υόρκη και δεκάδες Πολιτείες έχουν ασκήσει αγωγές κατά μεγάλων εταιρειών μέσων κοινωνικής δικτύωσης, κατηγορώντας τες ότι σχεδίασαν εν γνώσει τους πλατφόρμες που εθίζουν τα παιδιά και βλάπτουν την ψυχολογική τους ανάπτυξη. Εκπαιδευτικοί, γονείς, παιδίατρο, ακόμη και άνθρωποι που εργάζονταν στον χώρο της τεχνολογίας συγκλίνουν στο ίδιο συμπέρασμα· κάτι αλλάζει θεμελιωδώς.
Δεν πρόκειται για πανικό σχετικά με τις οθόνες ούτε για ηθικολογία κατά της τεχνολογίας. Είναι μια εκτίμηση για το είδος του κόσμου που έχουν διαμορφώσει αυτές οι πλατφόρμες.
Όταν πρωτοεμφανίστηκαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επέκτειναν τις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις. Οι ροές ήταν σε μεγάλο βαθμό χρονολογικές. Έβλεπες κυρίως αναρτήσεις από ανθρώπους που γνώριζες. Η αλληλεπίδραση είχε πλαίσιο. Ο χρόνος κυλούσε με αρκετά ανθρώπινο ρυθμό. Ο δηλωμένος στόχος, όσο ατελώς κι αν επιτυγχανόταν, ήταν η σύνδεση.
Αυτή η δομή έχει χαθεί.
Σήμερα, οι μεγάλες πλατφόρμες διέπονται από προγνωστικά συστήματα σχεδιασμένα να μεγιστοποιούν την εμπλοκή, όχι τη σχέση. Το περιεχόμενο επιλέγεται όχι επειδή προέρχεται από κάποιον που γνωρίζεις, αλλά επειδή ένας αλγόριθμος προβλέπει ότι θα προκαλέσει αντίδραση. Αυτό που γεμίζει τη ροή μοιάζει λιγότερο με συζήτηση και περισσότερο με ερέθισμα· αγανάκτηση, επιβεβαίωση, φόβος, επιθυμία — ό,τι τραβά την προσοχή.
Αυτό που εξακολουθούμε να αποκαλούμε «κοινωνικά» μέσα λειτουργεί πλέον περισσότερο σαν μια εξατομικευμένη ροή εκπομπής. Οι χρήστες συμμετέχουν λιγότερο σε κοινότητες που μοιράζονται κάτι και περισσότερο σε ιδιωτικές ροές ρυθμισμένες για εμπλοκή. Η εμπειρία είναι εξατομικευμένη, συνεχής και αποκομμένη από τους συνηθισμένους ρυθμούς της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης.
Όμως όταν ένας χώρος παύει να λειτουργεί ως πραγματικά κοινωνικός, παύει να διδάσκει στους ανθρώπους πώς να σχετίζονται μεταξύ τους.
Οι κοινωνικές δεξιότητες δεν είναι έμφυτες. Αναπτύσσονται μέσα από επαναλαμβανόμενη, καθημερινή αλληλεπίδραση, όπως η ανάγνωση εκφράσεων του προσώπου, η διαχείριση της διαφωνίας, η ανεκτικότητα στην ανία και η αποκατάσταση των παρεξηγήσεων. Αυτές οι δεξιότητες σχηματίζονται σταδιακά μέσα από τη βιωμένη εμπειρία, όχι μόνο μέσω καθοδήγησης.
Η ενσυναίσθηση είναι μία από αυτές τις δεξιότητες. Εξαρτάται ιδιαίτερα από την άμεση ανατροφοδότηση, από το να βλέπεις πώς λαμβάνει τα λόγια σου ένας άλλος άνθρωπος, να προσαρμόζεις τη συμπεριφορά σου και να προσπαθείς ξανά. Όταν η κοινωνική αλληλεπίδραση περιορίζεται σε απλές αντιδράσεις, μετρήσεις και επίδειξη, αυτοί οι κύκλοι ανατροφοδότησης για την κοινωνική ανάπτυξη δεν συμβαίνουν με τον τρόπο που συνέβαιναν γενεές επί γενεών.
Οι εκπαιδευτικοί έρχονται όλο και συχνότερα αντιμέτωποι με τα αποτελέσματα. Οι δάσκαλοι περιγράφουν τάξεις όπου οι μαθητές δυσκολεύονται με βασικές κοινωνικές λειτουργίες, όπως η οπτική επαφή, η συναισθηματική αυτορρύθμιση και η υπομονή που καλείται να δείξει ο ένας προς τον άλλον. Ως αποτέλεσμα, ζητείται πλέον από τα σχολεία να διδάσκουν συναισθηματικές δεξιότητες που άλλοτε αναπτύσσονταν φυσικά μέσω της τακτικής ανθρώπινης επαφής.
Αυτή η μετατόπιση είναι πιο ορατή στη Γενιά Α, την πρώτη γενιά που μεγαλώνει πλήρως βυθισμένη σε αλγοριθμικά ψηφιακά περιβάλλοντα από την πρώιμη παιδική ηλικία.
Αυτά τα παιδιά δεν είναι κατεστραμμένα. Είναι προσαρμοσμένα. Έχουν περάσει τα σημαντικότερα χρόνια της ανάπτυξής τους μέσα σε συστήματα που δεν παύουν ποτέ, δεν ξεκουράζονται ποτέ, δεν ξεχνούν ποτέ και ανταποκρίνονται ακαριαία. Οι ερευνητές της τεχνητής νοημοσύνης μερικές φορές περιγράφουν αυτά τα ψηφιακά συστήματα ως «ξένα», όχι επειδή είναι εχθρικά ή προέρχονται από άλλον πλανήτη, αλλά επειδή δεν λειτουργούν με ανθρώπινους ρυθμούς ή κύκλους που συναντώνται στη φύση. Δεν κοιμούνται. Δεν γερνούν. Δεν απαιτούν υπομονή ή διαπραγμάτευση.
Κατά την πρώιμη ανάπτυξη του εγκεφάλου, τα παιδιά προσαρμόζονται στον κόσμο γύρω τους. Το μυαλό τους προσαρμόζεται σε ό,τι βιώνουν περισσότερο. Όταν η προσοχή διασπάται συνεχώς προς διαφορετικές κατευθύνσεις και η διέγερση δεν υποχωρεί ποτέ, ο εγκέφαλος μαθαίνει να είναι αντιδραστικός αντί σταθερός. Η παρατεταμένη συγκέντρωση γίνεται δυσκολότερη. Η σιωπή μοιάζει άβολη. Η υπομονή και η αναμονή γίνονται κάτι άγνωστο.
Αυτή δεν είναι μια πολιτισμική επιλογή της Γενιάς Α. Η ανάπτυξή τους είναι μια βιολογική απόκριση στο νέο, υβριδικό, ανθρώπινο και μη ανθρώπινο περιβάλλον μέσα στο οποίο βρέθηκαν.
Τα παιδιά που διαμορφώθηκαν από αυτά τα συστήματα βρίσκονται τώρα σε τάξεις και σπίτια, και τα μοτίβα είναι δύσκολο να αγνοηθούν. Αγωγές, αλλαγές πολιτικής και πολιτισμικές αλλαγές δείχνουν όλα προς την ίδια συνειδητοποίηση· ορισμένα μέρη της ενηλικίωσης παραδόθηκαν πολύ νωρίς, και τα αποτελέσματα δεν εξαφανίζονται με την ηλικία.
Ταυτόχρονα, αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι νεότεροι χρήστες αναρτούν λιγότερο. Πολλοί κάνουν κύλιση χωρίς να εμπλέκονται ή αποχωρούν εντελώς. Η άνοδος μιας νέας τάσης «μηδενικών αναρτήσεων» — η επιλογή να καταναλώνεις μόνο και να μη μοιράζεσαι καθόλου προσωπικό περιεχόμενο — αντανακλά μια αυξανόμενη αίσθηση ότι αυτές οι πλατφόρμες δεν προσφέρουν πλέον πολλά σε αντάλλαγμα.
Οι εταιρείες μέσων κοινωνικής δικτύωσης αναγνωρίζουν αυτή τη μετατόπιση, αλλά αντί να ξαναχτίσουν τις πλατφόρμες τους γύρω από πραγματική ανθρώπινη αλληλεπίδραση, κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Οι ροές γεμίζουν όλο και περισσότερο με περιεχόμενο που παράγεται από τεχνητή νοημοσύνη, και τα συστήματα συστάσεων πιέζουν πιο έντονα για να κρατούν την προσοχή. Νέες συσκευές, όπως έξυπνα γυαλιά και συστήματα προβολής εμβύθισης, στοχεύουν να υφάνουν αλγοριθμικά επιμελημένες ροές απευθείας μέσα στην καθημερινότητα. Και καθώς η ανθρώπινη συμμετοχή μειώνεται, η προσομοίωση παρεμβαίνει για να γεμίσει τον χώρο.
Το μέλλον που οικοδομείται είναι ακόμη λιγότερο κοινωνικό, πιο αυτοματοποιημένο και λιγότερο εξαρτημένο από την πραγματική ανθρώπινη παρουσία. Σε αυτόν τον κόσμο, η σύνδεση δεν απαιτεί άλλο άτομο. Η αλληλεπίδραση προβλέπεται εκ των προτέρων και η συντροφικότητα κατασκευάζεται. Σύμφωνα με αυτή την τρέχουσα πορεία, ο πολιτισμός θα παραδίδεται, δεν θα βιώνεται.
Γι’ αυτό, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πια πώς να διορθώσουμε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Είναι αν είμαστε διατεθειμένοι να σταματήσουμε να τα αποκαλούμε με ένα όνομα που δεν τους ταιριάζει πλέον. Μόλις σταματήσουμε να προσποιούμαστε ότι αυτές οι πλατφόρμες είναι κοινωνικές, η ευθύνη μπορεί να μετατοπιστεί. Γονείς, εκπαιδευτικοί, νομοθέτες και άτομα πρέπει να αποφασίσουν πόση ανθρώπινη ανάπτυξη είναι διατεθειμένοι να αφήσουν στα χέρια μη ανθρώπινων συστημάτων, σχεδιασμένων να κρατούν την προσοχή όσο περισσότερο γίνεται αντί τις σχέσεις.
Πρέπει να ξαναμάθουμε ότι δεν υπάρχει ουδέτερο περιβάλλον. Αυτό που μας περιβάλλει μάς διαμορφώνει.
Η επόμενη φάση αυτής της συζήτησης δεν θα αφορά εφαρμογές ή λειτουργίες. Θα αφορά όρια και την αναγνώριση ότι η ανθρώπινη ανάπτυξη δεν μπορεί να συμβεί χωρίς ανθρώπινο χώρο, ανθρώπινη παρουσία και σε ανθρώπινο χρόνο. Η τεχνολογία θα συνεχίσει να προχωρά, αλλά η επιλογή είναι αν θα αφήσουμε την τεχνολογία να καθορίσει τι σημαίνει «κοινωνικό», ή αν θα αναλάβουμε εμείς οι άνθρωποι να δώσουμε αυτόν τον ορισμό.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να μην είναι πια κοινωνικά, αλλά η ανθρωπότητα εξακολουθεί να είναι — εφόσον προστατεύουμε τις συνθήκες που της επιτρέπουν να αναπτύσσεται.
Η ρωσοουκρανική σύγκρουση έχει αναδείξει, πέρα από τις στρατιωτικές και ανθρωπιστικές της διαστάσεις, ένα πλέγμα δευτερευουσών αλλά ιδιαίτερα κρίσιμων γεωπολιτικών διεργασιών. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η θέση της Τουρκίας ως κράτους-διαμεσολαβητή ανάμεσα σε εμπόλεμους και μη εμπόλεμους δρώντες, μια θέση που έχει προβληθεί ως στοιχείο της «πολυδιάστατης» εξωτερικής της πολιτικής, αλλά ταυτόχρονα εκθέτει τα δομικά όρια αυτής της στρατηγικής. Τα πρόσφατα ρωσικά πλήγματα σε πλοία τουρκικών συμφερόντων στα ουκρανικά λιμάνια αποτελούν χαρακτηριστική έκφραση αυτών των ορίων και δείχνουν ότι ο ρόλος του ενδιάμεσου κράτους δεν είναι απεριόριστα διαχειρίσιμος στο σημερινό διεθνές περιβάλλον.
Η αναφορά σε «τουρκικά πλοία» χρειάζεται εννοιολογική διασαφήνιση. Δεν πρόκειται απαραίτητα για πλοία με τουρκική σημαία ή κρατικά πλεούμενα, αλλά για εμπορικά σκάφη που ανήκουν σε ή βρίσκονται υπό διαχείριση τουρκικών εταιρειών και έχουν ενταχθεί στις κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού της Ουκρανίας. Στο διεθνές σύστημα, η ιδιοκτησία, η διαχείριση και η ασφαλιστική κάλυψη ενός πλοίου συχνά είναι σημαντικότερες από τη σημαία που φέρει. Επομένως, τα ρωσικά πλήγματα δεν πρέπει να ιδωθούν ως στοχεύσεις απομονωμένων ναυτιλιακών μονάδων, αλλά ως επιθέσεις σε υποδομές εμπορικής διαμεσολάβησης που λειτουργούν υπέρ του ουκρανικού πολέμου και ενισχύουν τη γεωοικονομική κινητικότητα της Τουρκίας.
Η Άγκυρα, από την έναρξη της σύγκρουσης, προσπάθησε να χτίσει έναν διαμεσολαβητικό ρόλο που θα της απέφερε πολλαπλά οφέλη. Διατήρησε ενεργειακές, χρηματοπιστωτικές και εμπορικές σχέσεις με τη Ρωσία, ενώ ταυτόχρονα επέτρεψε τη μεταφορά προϊόντων, πρώτων υλών και υλικών διττής χρήσης προς την Ουκρανία. Η στρατηγική αυτή, αν και προσέφερε βραχυπρόθεσμα γεωπολιτική υπεραξία, ενείχε έναν συστημικό κίνδυνο: το ότι η Τουρκία δεν διαθέτει πραγματική στρατηγική αυτονομία, κυρίως λόγω της ενεργειακής της εξάρτησης. Μεγάλο μέρος της τουρκικής οικονομίας — και της πολιτικής σταθερότητας που τη συνοδεύει — στηρίζεται στη φθηνή ρωσική ενέργεια. Αυτή η εξάρτηση περιορίζει δραστικά τα περιθώρια ελιγμών και μετατρέπει τη Ρωσία σε δυνάμει ρυθμιστή του εύρους και της ποιότητας της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.
Υπό αυτό το πρίσμα, ακόμη και μια φαινομενικά ήπια διαφοροποίηση της τουρκικής ρητορικής, όπως η αναφορά σε ενδεχόμενη κατάπαυση του πυρός ή η ανάληψη πρωτοβουλιών που ευνοούν την Ουκρανία χωρίς ρωσική έγκριση, μπορεί να ενεργοποιήσει μηχανισμούς πίεσης από τη Μόσχα. Τα πλήγματα σε τουρκικά συμφέροντα λειτουργούν ως επιλεκτική τιμωρία: δεν αποσκοπούν σε πλήρη ρήξη, αλλά λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι η Τουρκία δεν μπορεί να απομακρύνεται από τα ρωσικά κελεύσματα χωρίς συνέπειες. Η χρήση μη επανδρωμένων σκαφών χαμηλού κόστους αλλά υψηλού συμβολικού αποτελέσματος, η επιλογή ώρας και η στοχοποίηση κρίσιμων λιμενικών υποδομών αποτελούν όλα στοιχεία μιας επίδειξης ισχύος, που έχει λιγότερο στόχο τη στρατιωτική καταστροφή και περισσότερο την αποδόμηση της τουρκικής αξιοπιστίας ως ασφαλούς διαμετακομιστικού κόμβου.
Οι οικονομικές και πολιτικές συνέπειες αυτής της πίεσης δεν είναι αμελητέες. Η αύξηση του ρίσκου στις τουρκικές αλυσίδες εφοδιασμού οδηγεί σε υψηλότερα ασφάλιστρα, απώλεια συμβολαίων και μετατόπιση φορτίων σε εναλλακτικές διαδρομές. Η επιδείνωση των εμπορικών όρων κοστίζει ιδιαίτερα σε επιχειρηματικά συμφέροντα που στηρίζουν το πολιτικό σύστημα της Τουρκίας. Σε ημι-ολιγαρχικά περιβάλλοντα, τέτοιες επιπτώσεις δεν παραμένουν στο οικονομικό επίπεδο αλλά επηρεάζουν την εσωτερική πολιτική ισορροπία.
Τα γεγονότα αυτά αποκαλύπτουν μια βαθύτερη πραγματικότητα του διεθνούς συστήματος: ο διαμεσολαβητικός ρόλος ενός κράτους είναι βιώσιμος μόνο όταν στηρίζεται σε ουσιαστική αυτονομία. Η Τουρκία προσπάθησε να κινηθεί ταυτόχρονα προς τη Ρωσία και προς την Ουκρανία, να αντλήσει οφέλη από δύο αντιτιθέμενα στρατόπεδα και να εμφανιστεί ως ανεξάρτητος περιφερειακός δρων. Όμως μια τέτοια στρατηγική είναι βιώσιμη μόνο για κράτη με υψηλή αποτρεπτική ισχύ, ενεργειακή αυτάρκεια ή σταθερή συμμαχική κάλυψη — προϋποθέσεις που η Τουρκία δεν διαθέτει στον βαθμό που απαιτεί η θέση που επιδιώκει.
Τα ρωσικά πλήγματα, επομένως, δεν αποτελούν ανωμαλία αλλά αναμενόμενη εξέλιξη μιας στρατηγικής υπερέκτασης. Η Τουρκία επιχείρησε να εκμεταλλευτεί το συγκρουσιακό περιβάλλον για να ενισχύσει την περιφερειακή της επιρροή, αλλά το έκανε χωρίς τα αναγκαία εργαλεία στρατηγικής ανεξαρτησίας. Η υπόθεση αναδεικνύει ένα θεμελιώδες δίδαγμα των διεθνών σχέσεων: η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική μπορεί να λειτουργήσει μόνο όταν στηρίζεται σε στέρεα δομικά θεμέλια ισχύος· όταν, αντίθετα, στηρίζεται σε εξάρτηση, καθίσταται ευάλωτη σε επιλεκτικό καταναγκασμό και σε στρατηγικές τιμωρίες που υπενθυμίζουν τα όρια των ελιγμών της.
Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.
Όταν οι άνθρωποι ρωτούν: «Μπορούμε να ταΐσουμε τον κόσμο με την αναγεννητική γεωργία;», εγώ ρωτώ αντί γι’ αυτό: «Μπορούμε να αντέξουμε οικονομικά να μην το κάνουμε;»
Με τη διάβρωση του εδάφους, την κατάρρευση της μικροβιολογίας, τα αυξανόμενα ποσοστά χρόνιων ασθενειών, την υπογονιμότητα, τη μείωση του αριθμού των σπερματοζωαρίων, τον αυτισμό, τη διατάραξη των ορμονών και τις εκτεταμένες προκλήσεις ψυχικής υγείας, είναι υπεύθυνο να συνεχίσουμε ένα σύστημα παραγωγής τροφίμων που δίνει προτεραιότητα στον όγκο αντί για την υγεία, το έδαφος και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της γης;
Ήδη πληρώνουμε —με κακή ανθρώπινη υγεία και οικολογική κατάρρευση— για τα «φθηνά» τρόφιμα που παράγονται στο πλαίσιο του τρέχοντος αγροτικού μας συστήματος. Αν πιστεύουμε σε πραγματική επισιτιστική ασφάλεια και σε ένα μέλλον για τις κοινότητές μας, πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί συνεχίζουμε να στηρίζουμε αυτό το σύστημα, όταν πολύ πιο ανθεκτικές, θετικές για τη ζωή εναλλακτικές λύσεις έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές.
Είναι ένας διαδεδομένος μύθος ότι μόνο οι βιομηχανικής κλίμακας εκμεταλλεύσεις μπορούν να «ταΐσουν τον κόσμο». Στην πραγματικότητα, πολλές μικρές φάρμες παράγουν μεγαλύτερη απόδοση ανά στρέμμα, όταν η μέτρηση γίνεται συνολικά. Αλλά είναι επίσης λάθος να ισχυριστεί κανείς ότι η αναγεννητική γεωργία πρέπει να περιορίζεται σε μικρές φάρμες. Υπάρχουν κερδοφόρες, μεγάλης κλίμακας αναγεννητικές εκμεταλλεύσεις. Αγρότες όπως ο Γκέιμπ Μπράουν και ο Ρικ Κλαρκ, μεταξύ άλλων, έχουν δείξει ότι είναι δυνατό να διαχειρίζεται κανείς χιλιάδες στρέμματα με κερδοφορία χωρίς συνθετικές χημικές ουσίες. Οι μέθοδοι τους —χωρίς χημικά, πρακτικές μη κατεργασίας ή ελάχιστης κατεργασίας του εδάφους, ενσωμάτωση κτηνοτροφίας και αποκατάσταση του εδάφους— αποδίδουν τρόφιμα πλούσια σε θρεπτικά συστατικά χωρίς να θυσιάζεται η οικονομική βιωσιμότητα.
Ωστόσο, πρέπει να αντιμετωπίσουμε μια δύσκολη αλήθεια· οι περισσότεροι επιτυχημένοι αναγεννητικοί αγρότες ξεκινούν με προνόμιο ή με εξωτερική στήριξη. Για πολλούς επίδοξους αναγεννητικούς αγρότες, ιδιαίτερα νέους ή πρώτης γενιάς εισερχόμενους, η πρόσβαση στη γη είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο. Συχνά κληρονομούν γη χωρίς χρέη, εργάζονται σε δουλειές εκτός φάρμας για να χρηματοδοτήσουν την εκμετάλλευσή τους ή βασίζονται σε εξωτερικό κεφάλαιο για να αντέξουν τα πρώτα χρόνια με χαμηλές αποδόσεις. Οι αυξανόμενες τιμές της γης και ο πληθωρισμός καθιστούν δύσκολη την είσοδο άλλων στον κλάδο.
Η αναγεννητική γεωργία, όπως εφαρμόζεται σήμερα, συχνά παραμένει απρόσιτη για τους περισσότερους. Μόνο ένα μέρος μπορεί να διαχειριστεί το κεφάλαιο, τις ταμειακές ροές και τον κίνδυνο που απαιτείται για τη μετάβαση. Οι υπόλοιποι παραμένουν παγιδευμένοι στο παλιό, επιδοτούμενο, καθοδηγούμενο από τα εμπορεύματα σύστημα —όχι επειδή δεν εκτιμούν την υγεία του εδάφους ή την ακεραιότητα των τροφίμων, αλλά επειδή δεν διαθέτουν το οικονομικό περιθώριο για να επιβιώσουν τα χρόνια μέχρι το σημείο ισορροπίας.
Το σημερινό μας σύστημα κατευθύνει γη, εργασία και κεφάλαιο προς καλλιέργειες εμπορευμάτων υψηλού όγκου —καλαμπόκι, σόγια, σιτάρι και βαμβάκι— οι οποίες στηρίζονται από επιδοτήσεις και δίχτυα ασφαλείας ασφάλισης. Αυτές οι πολιτικές ευνοούν τις μονοκαλλιέργειες και τη βιομηχανική κλίμακα, όχι τις διαφοροποιημένες φάρμες που δίνουν προτεραιότητα στο έδαφος και στην ανθρώπινη υγεία.
Μεγάλο μέρος αυτού που αποκαλείται «αποτελεσματικότητα» στη γεωργία των εμπορευμάτων —ειδικά στο καλαμπόκι και στη σόγια— δεν είναι αποτέλεσμα καλύτερης γεωργίας, αλλά δημόσιας πολιτικής. Οι επιδοτήσεις και τα ασφαλιστικά προγράμματα που υποστηρίζονται από τους φορολογούμενους στηρίζουν μεγάλες επιχειρήσεις, ακόμη κι όταν υποβαθμίζουν το έδαφος ή εξαντλούν τους υδάτινους πόρους. Αυτά τα δίχτυα ασφαλείας καθιστούν τη σπορά καλαμποκιού και σόγιας οικονομικά βέβαιη επιλογή. Ακόμη κι αν το έδαφος είναι φτωχό ή μια καταιγίδα καταστρέψει τη σοδειά, ο κίνδυνος του αγρότη «κοινωνικοποιείται». Εξακολουθεί να πληρώνεται.
Εν τω μεταξύ, οι αγρότες που προσπαθούν να κάνουν τα πράγματα διαφορετικά —να ξαναχτίσουν το έδαφος, να διαφοροποιήσουν τις καλλιέργειες, να ενσωματώσουν ζώα— αντιμετωπίζουν πολύ μεγαλύτερους κινδύνους. Δεν λαμβάνουν τις ίδιες εγγυήσεις ασφάλισης. Και το χρηματοπιστωτικό σύστημα —δάνεια, ενοίκια γης, αγορές εισροών— είναι χτισμένο πάνω στην παραδοχή ότι οι καλλιέργειες εμπορευμάτων θα συνεχιστούν.
Στο ομοσπονδιακό πρόγραμμα ασφάλισης καλλιεργειών, η «εγκεκριμένη απόδοση» μιας φάρμας βασίζεται στο πολυετές ιστορικό παραγωγής της. Οι αγρότες επιλέγουν επίπεδο κάλυψης, συνήθως μεταξύ 50% και 85%. Αν η πραγματική απόδοση ή τα έσοδα υπολείπονται, η ασφάλιση καταβάλλει αποζημίωση. Πολλοί αγρότες αγοράζουν επίσης «προστασία εσόδων» για να προστατευθούν τόσο από αποτυχία της καλλιέργειας όσο και από πτώση τιμών.
Εξαιτίας αυτού, φάρμες που καλλιεργούν καλαμπόκι, σόγια, σιτάρι και βαμβάκι —ακόμη και σε υποβαθμισμένο έδαφος— μπορούν να λαμβάνουν πληρωμές όταν η παραγωγή αποτυγχάνει. Από το 2000 έως το 2016, οι παραγωγοί των ΗΠΑ έλαβαν περίπου 65 δισεκατομμύρια δολάρια περισσότερα σε πληρωμές αποζημιώσεων από όσα πλήρωσαν σε ασφάλιστρα. Αυτό δείχνει ότι η ασφάλιση καλλιεργειών λειτουργεί ως κάτι περισσότερο από απλή διαχείριση κινδύνου· στην πραγματικότητα, είναι μια επιδότηση που μεταφέρει τον κίνδυνο από τους αγρότες στους φορολογούμενους.
Δεν είναι περίεργο που πολλοί αγρότες αισθάνονται παγιδευμένοι. Μπορεί να γνωρίζουν ότι οι πρακτικές τους είναι επιβλαβείς —οδηγώντας σε υποβαθμισμένο έδαφος, ρυπασμένο νερό, εξάρτηση από χημικές ουσίες και επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία— αλλά βρίσκονται ανάμεσα στην επιβίωση και στη φροντίδα της γης. Με χρέη, υποθήκες, ενοίκια γης, δάνεια εξοπλισμού και οικογένειες που εξαρτώνται από αυτούς, το ασφαλιστικό πρόγραμμα γίνεται το δίχτυ ασφαλείας τους. Να καλλιεργούν καλλιέργειες εμπορευμάτων και να παίρνουν αποζημίωση ή να προσπαθούν να κάνουν τα πράγματα διαφορετικά και να αντιμετωπίζουν πραγματικό κίνδυνο, συχνά χωρίς θεσμική στήριξη.
Ποιος πλουτίζει σε αυτό το σύστημα; Όχι ο μέσος αγρότης, που πνίγεται στα χρέη. Όχι οι αγροτικές οικογένειες που ελπίζουν να μεταβιβάσουν τη γη. Αντίθετα, οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι κολοσσοί της αγροβιομηχανίας, οι προμηθευτές σπόρων και χημικών και οι μεταποιητές εμπορευμάτων αποκομίζουν τα οφέλη, ενώ το κοινό σηκώνει το κόστος.
Το δημόσιο χρήμα στηρίζει τη μεγάλης κλίμακας βιομηχανική γεωργία. Και πληρώνουμε διπλά· πρώτον, μέσω των φόρων που χρηματοδοτούν επιδοτήσεις και ασφάλιση, και δεύτερον, μέσω του συστήματος υγείας και του περιβαλλοντικού κόστους που συνδέονται με υποβαθμισμένα τρόφιμα, μολυσμένο νερό και χρόνια νοσήματα.
Η πραγματική γεωργία, το είδος που στηρίζει τη γη, τους ανθρώπους και τις μελλοντικές γενιές, δεν πρέπει να κρίνεται αποκλειστικά από τη βραχυπρόθεσμη απόδοση ή το κέρδος. Αφορά τη βιολογία του εδάφους, τη γονιμότητα, την ανθεκτικότητα, τη θρέψη και την οικολογική ισορροπία.
Πρέπει να σταματήσουμε να προσποιούμαστε ότι οι μεγαλύτερες, μηχανοποιημένες, επιδοτούμενες μονοκαλλιέργειες αντιπροσωπεύουν πρόοδο. Από πολλές απόψεις, αυτό το «νέο» μοντέλο είναι ένα λάθος που έχουμε ήδη αρχίσει να μετανιώνουμε.
Αντί να ανταμείβουμε τη βραχυπρόθεσμη εξόρυξη πόρων, θα πρέπει να επενδύουμε στη φροντίδα, την ανανέωση και στη μακροπρόθεσμη διαχείριση της γης και των ανθρώπων. Η γεωργία πρέπει να σέβεται το έδαφος, το νερό, τη μικροβιολογία και την ανθρώπινη υγεία, όχι να τα υπονομεύει.
Αν μας νοιάζουν τα παιδιά μας, οι κοινότητές μας και η μακροπρόθεσμη υγεία μας, δεν μπορούμε να αντέξουμε να παραμείνουμε στον δρόμο που οι επιδοτήσεις έχουν στρώσει.
Γιατί το κόστος το πληρώνουν ήδη οι φορολογούμενοι, όλοι όσοι εξαρτώνται από τα τρόφιμα και η συλλογική μας ευημερία.
Αν είμαστε σοβαροί για το μέλλον της ανθρωπότητας —τα τρόφιμά μας, τη γη, τις φάρμες και την υγεία— πρέπει να απαιτήσουμε κάτι καλύτερο. Χρειαζόμαστε μια μετατόπιση μακριά από πολιτικές που ανταμείβουν την ευθραυστότητα και την εξόρυξη και προς εκείνες που στηρίζουν την ανθεκτικότητα, την ανανέωση, τη θρέψη και τη μακροπρόθεσμη αξία. Γιατί ήδη πληρώνουμε για τη ζημιά. Και κάθε χρόνος καθυστέρησης πολλαπλασιάζει το κόστος.
Η Μόλι Ένγκελχαρτ, αναγεννητική αγρότισσα και κτηνοτρόφος στο Sovereignty Ranch, είναι αφοσιωμένη στην επισιτιστική κυριαρχία, την αναγέννηση του εδάφους και την εκπαίδευση γύρω από την αυτάρκη αγροτική ζωή και την αυτοδυναμία. Είναι η συγγραφέας του βιβλίου Debunked by Nature:Debunk Everything You Thought You Knew About Food, Farming, and Freedom («Διαψεύστηκε από τη φύση: Κατέρριψε όλα όσα νόμιζες ότι ήξερες για το φαγητό, τη γεωργία και την ελευθερία») —μια ωμή, καθηλωτική αφήγηση της πορείας της από βίγκαν σεφ και εστιάτορα στο Λος Άντζελες σε αγρότισσα με τα χέρια στο χώμα, και του πώς η φύση διέλυσε τον πολιτισμικό προγραμματισμό της.
Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στη συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.
Οι περισσότεροι Καναδοί διαφωνούν έντονα με την ιδέα της ευθανασίας για μωρά. Το γνωρίζουμε αυτό, επειδή κάθε φορά που το θέμα επανέρχεται, η αντίδραση της κοινής γνώμης είναι μία· άμεση φρίκη. Γιατί, λοιπόν, το θέμα επανέρχεται συνεχώς;
Το ζήτημα εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 2022, όταν ο Λουί Ρουά, από το Κολλέγιο Ιατρών του Κεμπέκ (Quebec College of Physicians – CMQ), εμφανίστηκε ενώπιον της Ειδικής Μικτής Επιτροπής του Κοινοβουλίου για την ιατρική βοήθεια στον θάνατο. Η επιτροπή εξέταζε σχέδια για την επέκταση της ιατρικής βοήθειας στον θάνατο πέρα από την τελική νόσο, ώστε να καλύπτει περιπτώσεις ψυχικής νόσου, καθώς και για να επιτρέπονται προγενέστερα αιτήματα και να συμπεριλαμβάνονται ανήλικοι με επαρκή ωριμότητα. Όμως η υποστήριξη του Ρουά προχώρησε ακόμα παρακάτω. Υπέδειξε επίσης ότι η ιατρική βοήθεια στον θάνατο θα μπορούσε να εξεταστεί για «μωρά από τη γέννηση έως την ηλικία του ενός έτους» που γεννιούνται με σοβαρές δυσμορφίες ή αναπηρίες.
Η αντίδραση του κοινού ήταν άμεσα ένα σοκ. Στο CBC Radio, η τότε ομοσπονδιακή υπουργός αρμόδια για τα θέματα αναπηρίας, Κάρλα Κουόλτροου, αντέδρασε έντονα, λέγοντας ότι δεν υπάρχει περίπτωση να το αποδεχτεί. Η αντίδραση ήταν τόσο αρνητική, ώστε ακόμη και ακτιβιστές υπέρ της ζωής θεώρησαν ότι πρόκειται για ζήτημα χωρίς συνέχεια.
Τον περασμένο Σεπτέμβριο, ωστόσο, αρκετές διεθνείς δημοσιογραφικές ιστορίες για το καναδικό πρόγραμμα ιατρικής βοήθειας στον θάνατο αναζωπύρωσαν τη συζήτηση για την ευθανασία βρεφών. Ένα εκτενές αφιέρωμα στο περιοδικό The Atlantic, με τίτλο Canada is Killing Itself («Ο Καναδάς αυτοκτονεί»), συνέκρινε την πρόταση του Ρουά για ευθανασία βρεφών με τις πολιτικές της ναζιστικής Γερμανίας—ένα επιχείρημα που προκάλεσε άμεση οργή σε ομάδες πίεσης υπέρ της ιατρικής βοήθειας στον θάνατο. Εν συνεχεία, η βρετανική εφημερίδα Daily Mail ζήτησε από το CMQ ενημέρωση για τη θέση του και ενημερώθηκε ότι ο οργανισμός πλέον πιστεύει πως η ιατρική βοήθεια στον θάνατο μπορεί να αποτελεί κατάλληλη αντιμετώπιση για μωρά που υποφέρουν από ακραίο πόνο και ότι οι γονείς θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να λάβουν αυτή τη φροντίδα για το βρέφος τους.
Είναι σαφές ότι το θέμα δεν έχει εξαφανιστεί.
Από τότε που νομιμοποιήθηκε το 2016, περισσότεροι από 76.000 Καναδοί έχουν πεθάνει μέσω ιατρικής βοήθειας στον θάνατο. Μόνο το 2024, ήταν υπεύθυνη για 16.499 θανάτους, αριθμός που αντιστοιχεί σε πάνω από το 5% όλων των θανάτων πανεθνικά και είναι αυξημένος κατά σχεδόν 7% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ο λόγος αυτής της αύξησης είναι ότι αυτό που αρχικά είχε παρουσιαστεί στους Καναδούς ως μια αυστηρά περιορισμένη επιλογή για το τέλος της ζωής των τελικώς ασθενών, πλέον περιλαμβάνει πολύ ευρύτερο φάσμα επιλογών, συμπεριλαμβανομένης της Track 2 («Διαδρομής 2»), για την οποία δεν απαιτείται πλέον ο επικείμενος θάνατος.
Με αυτό το υπόβαθρο, η ιατρική βοήθεια στον θάνατο για βρέφη δεν μπορεί να θεωρηθεί μεμονωμένη εξαίρεση. Είναι ακόμη ένα βήμα στην ολισθηρή κατηφόρα για την οποία πολλοί επικριτές προειδοποιούσαν ήδη από το 2016.
Όπως σημείωνε το άρθρο του The Atlantic, η Ολλανδία είναι σήμερα μοναδική μεταξύ των δυτικών χωρών ως προς το ότι επιτρέπει στους γιατρούς να θανατώνουν νεογέννητα που κρίνονται ότι βρίσκονται σε «απελπιστική και αφόρητη οδύνη». Ωστόσο, ορισμένοι Ολλανδοί ειδικοί της ηθικής επισημαίνουν ότι, επειδή τα μωρά δεν μπορούν να περιγράψουν τον πόνο, οι γιατροί πρέπει να συναγάγουν το επίπεδο της οδύνης τους, κάτι που είναι προφανώς ανακριβές και εξαιρετικά υποκειμενικό.
Όσο για τον ιστορικό παραλληλισμό που εξόργισε τόσο τους υποστηρικτές της ιατρικής βοήθειας στον θάνατο, είναι απολύτως ακριβής. Το πρώτο οργανωμένο κρατικό πρόγραμμα ευθανασίας για ανάπηρα βρέφη δημιουργήθηκε από τη ναζιστική Γερμανία το 1939. Εκείνη τη χρονιά, ο Αδόλφος Χίτλερ ενέκρινε τη θανάτωση ενός και μόνο σοβαρά ανάπηρου βρέφους, κατόπιν αιτήματος του πατέρα του. Αυτή η μία υπόθεση «θανάτωσης από οίκτο» τελικά μεταστάθηκε στο διαβόητο πρόγραμμα Aktion T4, το οποίο ήταν υπεύθυνο για τη δολοφονία περίπου 250.000 ανάπηρων παιδιών και ενηλίκων έως το 1945. Ο δημιουργός του Aktion T4, ο προσωπικός γιατρός του Χίτλερ Καρλ Μπραντ, εκτελέστηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η ιατρική βοήθεια στον θάνατο για βρέφη διαφέρει κατηγορηματικά από όλες τις άλλες μορφές επίσημα εγκεκριμένης ευθανασίας. Σε κάθε άλλο παράδειγμα αυτής της πολιτικής, τόσο στα ισχύοντα όσο και στα προτεινόμενα, είναι δυνατόν να ερωτηθεί ο ασθενής αν συναινεί οικειοθελώς στη διαδικασία. Ένα μωρό δεν μπορεί να συναινέσει στον τερματισμό της ίδιας του της ζωής. Αντ’ αυτού, η οδύνη πρέπει να υποτεθεί. Είναι επίσης πιθανό ότι η γονική δυσφορία ή η προσδοκία μελλοντικών βαρών θα μπορούσαν να επηρεάσουν την τελική απόφαση.
Όταν πιέζεται με ερωτήσεις, το CMQ έχει δηλώσει ότι η ιατρική βοήθεια στον θάνατο «δεν είναι ζήτημα πολιτικής, ηθικής ή θρησκείας, αλλά μάλλον ιατρικό ζήτημα». Αυτό είναι ξεκάθαρα λανθασμένο. Ο τερματισμός της ζωής ενός ανάπηρου παιδιού, ανεξάρτητα από το επίπεδο της οδύνης του, είναι αναμφίβολα ζήτημα ηθικής και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο.
Όσο για το γιατί η ιατρική βοήθεια στον θάνατο αποδείχθηκε τόσο επίμονη στον Καναδά, είναι αναγκαίο να κατανοηθεί ο σχεδόν ιεραποστολικός ζήλος των υποστηρικτών της. Ενδεικτικά είναι τα σχόλια του Τζόναθαν Ρέγκλερ, συνταξιούχου οικογενειακού γιατρού από το νησί Βανκούβερ και ενεργού παρόχου ιατρικής βοήθειας στον θάνατο, στο άρθρο του The Atlantic. Παρότι αναγνώριζε ότι αισθάνεται στιγμές δυσφορίας όταν διενεργεί υποθέσεις «Track 2», εξηγούσε ότι μπορεί να παραμερίζει τα ηθικά διλήμματα, επειδή, όπως έλεγε, μόλις αποδεχτεί κανείς ότι η ζωή δεν είναι ιερή και [ότι δεν είναι] κάτι που μπορεί να αφαιρεθεί μόνο από τον Θεό —μια ύπαρξη στην οποία ο ίδιος δεν πιστεύει— τότε κάποιοι, κατά την άποψή του, πρέπει να προχωρήσουν και να πουν ότι θα το κάνουν.
Αυτή ακριβώς η νοοτροπία «θα το κάνουμε» του καναδικού κινήματος υπέρ της ιατρικής βοήθειας στον θάνατο —που αντιμετωπίζει τη ζωή ως κάτι θεμελιωδώς μη ιερό και ανάξιο προστασίας— εξηγεί την ανάπτυξη της πρακτικής έως σήμερα και απειλεί να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή μελλοντικών αθώων μωρών. Εκτός κι αν οι Καναδοί ξυπνήσουν από τον λήθαργό τους και πουν επιτέλους: «Όχι. Μην το κάνετε».
Η Άννα Φάροου υπηρέτησε επί δέκα χρόνια ως διευθύντρια μη κερδοσκοπικού οργανισμού που εκπροσωπεί τους αγγλόφωνους Καθολικούς στο Κεμπέκ. Έχει γράψει για τα First Things, Catholic World Report και The Catholic Register. Η αρχική, πλήρης εκδοχή αυτού του άρθρου δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο C2Cjournal.ca.
Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στη συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.
Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα σε μια οριακή πολιτική και κοινωνική κατάσταση, όπου οι βεβαιότητες του παρελθόντος κλονίζονται. Οι κοινωνίες της ηπείρου εμφανίζουν έντονη πίεση για επιστροφή στην εθνική κυριαρχία και την πολιτισμική τους ταυτότητα, την ίδια στιγμή που η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αμφισβητείται. Παράλληλα, νέες απειλές και γεωπολιτικές προκλήσεις — από τον πόλεμο στα ανατολικά σύνορα έως τον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων — αναδεικνύουν τη σημασία της στρατιωτικής ισχύος και της τεχνολογικής καινοτομίας για την ασφάλεια των κρατών. Μέσα σε αυτή την ασταθή συγκυρία, χώρες όπως η Ελλάδα καλούνται να προσαρμοστούν στρατηγικά, ενισχύοντας την άμυνά τους και αναζητώντας διεθνείς συνεργασίες που θα θωρακίσουν την εθνική τους ασφάλεια. Οι κοινωνικοπολιτικές τάσεις στην Ευρώπη και η πρόσφατη επίσκεψη του Έλληνα υπουργού Άμυνας, Νίκου Δένδια στην Ιαπωνία είναι δύο φαινομενικά άσχετα γεγονότα που έχουν όμως κοινό παρονομαστή: την ανάγκη ενδυνάμωσης της αποτρεπτικής ισχύος και τη στρατηγική προσαρμογή σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο.
Πίεση για εθνική κυριαρχία και πολιτισμική ταυτότητα στην Ευρώπη
Σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη διαμορφώνεται ένα ισχυρό ρεύμα που αξιώνει την ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας και την ανάδειξη της παραδοσιακής πολιτισμικής ταυτότητας. Μετά από δεκαετίες εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και παγκοσμιοποίησης, ένα μέρος των κοινωνιών αντιδρά στον «αποχρωματισμό» — δηλαδή στην απώλεια των ιδιαίτερων εθνικών και θρησκευτικών χαρακτηριστικών τους. Πολίτες και κινήματα σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Σουηδία εκφράζουν δυσαρέσκεια για τις υπερεθνικές αποφάσεις των Βρυξελλών και την εκχώρηση αρμοδιοτήτων σε μια μη εκλεγμένη γραφειοκρατία, όπως συχνά χαρακτηρίζεται το ευρωπαϊκό θεσμικό σύστημα. Βασικό τους αίτημα είναι ο έλεγχος των σημαντικών πολιτικών — από τη μεταναστευτική πολιτική μέχρι τη δημοσιονομική διακυβέρνηση — να επιστρέψει στα εθνικά κράτη, ώστε οι λαοί να διαφυλάξουν την πολιτισμική τους κληρονομιά, τη γλώσσα, τη θρησκεία και το αξιακό τους σύστημα. Αυτή η εθνοκεντρική πίεση αντανακλάται πολιτικά στην άνοδο κομμάτων και ηγετών που υπόσχονται «ανάκτηση της ταυτότητας» και αντίσταση στη συνέχιση της ευρωπαϊκής ενοποίησης με τους σημερινούς όρους.
Την ίδια στιγμή, ένα άλλο τμήμα των ευρωπαϊκών κοινωνιών φαίνεται να έχει αποδεχθεί — ή και υποστηρίζει — το υπερεθνικό στάτους κβο. Οι πολίτες αυτοί έχουν ενσωματωθεί σε μια κοσμοπολίτικη νοοτροπία, δίνοντας μικρότερη έμφαση στις παραδοσιακές εθνικές διαφοροποιήσεις. Κάποιοι αναλυτές περιγράφουν αυτό το φαινόμενο ως «αποχαύνωση» ή αποξένωση από τις παλιές ταυτότητες: οι κοινωνίες αυτές εμφανίζονται πιο παθητικές, λιγότερο πρόθυμες να θυσιάσουν ευκολίες ή να εμπλακούν ενεργά σε εθνικούς στόχους. Για παράδειγμα, η θρησκευτική πίστη — ιδιαίτερα ο συνειδητός χριστιανισμός — έχει εξασθενήσει σε πολλές χώρες, αφαιρώντας ένα παραδοσιακό στοιχείο συνοχής. Η εξέλιξη αυτή συμβαδίζει με μια κουλτούρα ευδαιμονισμού και ατομικισμού που αφήνει σε δεύτερη μοίρα συλλογικές αξίες όπως η πατρίδα ή η θυσία για το κοινό καλό. Έτσι, στην Ευρώπη του 21ου αιώνα διαμορφώνεται μια βαθιά πόλωση: από τη μία, οι υπέρμαχοι της εθνικής ανασυγκρότησης· από την άλλη, οι υποστηρικτές μιας μεταεθνικής, ΄άχρωμης΄ Ευρώπης. Αυτές οι αντικρουόμενες δυναμικές συνυπάρχουν, καθιστώντας το κοινωνικό τοπίο εξαιρετικά σύνθετο.
Στρατιωτική ανασυγκρότηση ή κοινωνική απάθεια; Μια ευρωπαϊκή αντίφαση
Η πόλωση αυτή δεν περιορίζεται σε θεωρητικό ή πολιτισμικό επίπεδο, αλλά έχει απτές συνέπειες στις πολιτικές ασφαλείας. Καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις αυξάνονται — με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον πόλεμο στην Ουκρανία και την αναβίωση της ρωσικής απειλής — τα ευρωπαϊκά κράτη βρίσκονται υπό την πίεση να ενισχύσουν τη στρατιωτική τους ισχύ. Δηλώσεις Ευρωπαίων ηγετών και στρατιωτικών αξιωματούχων τα τελευταία χρόνια φανερώνουν ότι η ήπειρος προετοιμάζεται, έστω και θεωρητικά, για το ενδεχόμενο μιας μεγάλης σύρραξης. Πολλές χώρες δεσμεύονται να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες και υλοποιούν προγράμματα εξοπλισμού σε χρόνο-ρεκόρ, αναγνωρίζοντας ότι η μακρά περίοδος μεταψυχροπολεμικής ειρήνης ίσως φτάνει στο τέλος της. Για παράδειγμα, η Γερμανία — επί δεκαετίες απρόθυμη να επενδύσει στρατιωτικά — ανακοίνωσε ειδικό ταμείο 100 δισ. ευρώ για τις ένοπλες δυνάμεις της, ενώ χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (Πολωνία, Βαλτικές) αυξάνουν θεαματικά τη θητεία και τον εξοπλισμό τους. Αυτές οι κινήσεις αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης στρατιωτικής ανασυγκρότησης της Ευρώπης.
Ωστόσο, αυτή η στρατιωτική αφύπνιση σκοντάφτει πάνω σε μια κοινωνική απάθεια ή και αντίδραση. Καθώς πολλά ευρωπαϊκά κράτη, τις προηγούμενες δεκαετίες, κατήργησαν τη γενική στρατιωτική θητεία και επένδυσαν στο επαγγελματικό μοντέλο στρατού, οι κοινωνίες τους εξοικειώθηκαν με την ιδέα της ειρήνης ως δεδομένου αγαθού. Η προοπτική επιστροφής σε μια κατάσταση επιστράτευσης ή γενικής κινητοποίησης ξενίζει και φοβίζει σημαντική μερίδα πολιτών. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Γερμανίας, όπου πρόσφατα οργανώθηκαν διαδηλώσεις σε δεκάδες πόλεις ενάντια στο ενδεχόμενο επαναφοράς της υποχρεωτικής θητείας. Παρόμοιες αντιδράσεις σημειώνονται και αλλού, καθιστώντας σαφές ότι μεγάλα τμήματα των Ευρωπαίων πολιτών διστάζουν μπροστά στην ιδέα θυσιών για την άμυνα. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί κραυγαλέα αντίφαση: την ώρα που οι κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται πως χωρίς ισχυρές ένοπλες δυνάμεις δεν υπάρχει αποτροπή, δυσκολεύονται να πείσουν τις κοινωνίες τους για την αναγκαιότητα μέτρων όπως η αύξηση της θητείας ή η διάθεση πόρων για εξοπλισμούς. Το κόστος σε πολιτικό κεφάλαιο είναι υψηλό, καθώς κάθε απόφαση ενίσχυσης της άμυνας μπορεί να αντιμετωπιστεί με δυσπιστία ή και εχθρότητα από ψηφοφόρους που έχουν εθιστεί σε μια νοοτροπία ειρηνικής αμεριμνησίας.
Στο πλαίσιο αυτό, διαμορφώνεται ένα κρίσιμο ερώτημα για την Ευρώπη: πώς θα συμβιβαστεί η ανάγκη για ασφάλεια με την κοινωνική συνοχή; Αν η ηγεσία αποτύχει να εμπνεύσει στους πολίτες το αίσθημα του επείγοντος, η αμυντική θωράκιση θα προχωρήσει δύσκολα και αργά. Αν, από την άλλη, αγνοηθεί πλήρως η λαϊκή βούληση, ελλοχεύει ο κίνδυνος πολιτικής κρίσης και περαιτέρω ανόδου των άκρων. Το βέβαιο είναι ότι η ιστορική παρένθεση της μεταπολεμικής ειρήνης δείχνει να κλείνει. Μετά από σχεδόν τρεις γενιές που έζησαν θεωρώντας τον πόλεμο αδιανόητο, η πραγματικότητα ξαναγίνεται εύθραυστη. Ευρωπαίοι και Αμερικανοί στρατηγικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι η Ευρώπη, έχοντας υπονομευθεί πολιτισμικά και απολέσει το αγωνιστικό της φρόνημα, κινδυνεύει να βρεθεί απροετοίμαστη μπροστά στις προκλήσεις. Αν όμως οι ευρωπαϊκές κοινωνίες αφυπνιστούν — είτε μέσω σταδιακής συνειδητοποίησης είτε έπειτα από κάποιο τραυματικό σοκ — δεν αποκλείεται να επανέλθουν στα ιστορικά πρότυπα, επαναφέροντας στο προσκήνιο αξίες όπως η φιλοπατρία, η συλλογική ασφάλεια και η προθυμία για θυσίες. Από αυτή την άποψη, η σημερινή αναταραχή ίσως αποδειχθεί το μεταβατικό στάδιο προς μια «νέα κανονικότητα», όπου η στρατιωτική ισχύς και η εθνική ταυτότητα θα εκτιμώνται και πάλι ως θεμέλια της ευρωπαϊκής επιβίωσης.
Η Ελλάδα μέσα στην ευρωπαϊκή δίνη
Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ευρώπης με ιδιαίτερες γεωπολιτικές ανησυχίες, βιώνει αυτές τις τάσεις με ξεχωριστό τρόπο. Από τη μια πλευρά, οι ίδιες κοινωνικές διεργασίες που παρατηρούνται στον ευρωπαϊκό Βορρά και Δυτικό κόσμο αντηχούν και στην ελληνική κοινωνία: και εδώ υπάρχει μια αυξανόμενη έμφαση στην εθνική κυριαρχία και στην προστασία της ταυτότητας, όπως μαρτυρά η δημόσια συζήτηση για το μεταναστευτικό, τη σχέση με την ΕΕ ή θέματα παιδείας και πολιτισμού. Ωστόσο, η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει και διαφορές. Η Ελλάδα γνώρισε ιστορικά τραύματα και απειλές που κράτησαν ζωντανό το αίσθημα της εγρήγορσης: η μνήμη της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, οι διαρκείς εντάσεις στο Αιγαίο, καθώς και η γεωγραφική εγγύτητα με εύφλεκτες περιοχές (Βαλκάνια, Μέση Ανατολή) έχουν διατηρήσει ψηλά το φρόνημα για άμυνα. Σε αντίθεση με πολλές δυτικοευρωπαϊκές χώρες, η στρατιωτική θητεία ουδέποτε καταργήθηκε — οι Έλληνες εξακολουθούν να θεωρούν σχεδόν αυτονόητη την υποχρέωση υπηρεσίας στην πατρίδα. Αυτό σημαίνει ότι η κοινωνία, παρά τις όποιες τάσεις ατομικισμού και ευδαιμονισμού, δεν έχει αποκοπεί πλήρως από την έννοια της συλλογικής άμυνας. Η πολιτική ηγεσία διαθέτει ίσως μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων για ενίσχυση της άμυνας χωρίς τον βαθμό πολιτικού κόστους που θα αντιμετώπιζε π.χ. ένας Γερμανός ή Ισπανός ηγέτης σε ανάλογη περίπτωση.
Πράγματι, την τελευταία δεκαετία η Ελλάδα έχει προβεί σε σημαντικά βήματα αμυντικής αναβάθμισης. Έπειτα από μια περίοδο οικονομικής κρίσης κατά την οποία οι αμυντικές δαπάνες περιορίστηκαν, η χώρα επανήλθε δυναμικά: προμηθεύτηκε προηγμένα πολεμικά αεροσκάφη (όπως τα γαλλικά Rafale), συμφώνησε στην απόκτηση νέων φρεγατών για το Πολεμικό Ναυτικό, εκσυγχρονίζει τα άρματα και τα πυραυλικά της συστήματα, ενώ συμμετέχει ενεργά σε προγράμματα της ΕΕ και του ΝΑΤΟ για ανάπτυξη προηγμένων δυνατοτήτων (όπως τα ευρωπαϊκά προγράμματα μη επανδρωμένων αεροσκαφών). Η στρατηγική προσαρμογή της Ελλάδας υπαγορεύεται από το περιβάλλον ασφαλείας: με τη γειτονική Τουρκία να εξοπλίζεται ταχύτατα και να προβάλει ηγεμονικές βλέψεις στην Ανατολική Μεσόγειο, η Αθήνα αντιλαμβάνεται ότι η αποτροπή είναι μονόδρομος. Η ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος δεν θεωρείται πολυτέλεια, αλλά αναγκαία συνθήκη για τη διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας και της ειρήνης. Υπό αυτή την έννοια, η Ελλάδα λειτουργεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ευρωπαϊκού κράτους που «πιάνει το νήμα» της ιστορίας, αναγνωρίζοντας εκ νέου — όπως σε παλαιότερες εποχές — ότι si vis pacem, para bellum (αν επιθυμείς ειρήνη, προετοιμάσου για πόλεμο).
Ελλάδα–Ιαπωνία: Δύο νησιωτικές δυνάμεις με κοινές ανησυχίες
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ενίσχυσης της αποτρεπτικής ισχύος, η Ελλάδα δεν περιορίζεται μόνο στις παραδοσιακές της συμμαχίες (ΝΑΤΟ, ΕΕ), αλλά αναζητά διεθνείς συνεργασίες που θα πολλαπλασιάσουν την ασφάλειά της. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το άνοιγμα των επαφών με την Ιαπωνία, μια χώρα μακρινή γεωγραφικά, αλλά με αξιοσημείωτες ομοιότητες σε στρατηγικό επίπεδο. Η επίσημη επίσκεψη του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια στο Τόκυο — η πρώτη τού είδους στην ιστορία των διμερών σχέσεων — ανέδειξε αυτές τις συγκλίσεις. Όπως τόνισαν και οι δύο πλευρές, η Ελλάδα και η Ιαπωνία είναι νησιωτικές χώρες με μεγάλη ναυτική παράδοση, οι οποίες αντιμετωπίζουν προκλήσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον τους.
Ο υπουργός Εθνικής ‘Αμυνας Νίκος Δένδιας με τον Ιάπωνα ομόλογό του, Σιντζίρο Κοϊζούμι. Τόκυο, 4 Δεκεμβρίου 2025. (Χ μέσω ΑΠΕ-ΜΠΕ)
Για την Ελλάδα, η θάλασσα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου αποτελεί ζωτικό χώρο όπου δοκιμάζεται καθημερινά η κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματά της, απέναντι σε μια αναθεωρητική Τουρκία. Αντίστοιχα, η Ιαπωνία — ένα αρχιπέλαγος στον Ειρηνικό — βρίσκεται αντιμέτωπη με τις πιέσεις της Κίνας στη Νότια Σινική Θάλασσα και τον Δυτικό Ειρηνικό, καθώς και με μια διαρκή διαφωνία με τη Ρωσία για τα νησιά Κουρίλες στον βορρά. Και οι δύο χώρες, λοιπόν, έχουν κάθε λόγο να ενδιαφέρονται για την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας και την ενίσχυση των ναυτικών τους δυνάμεων. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ιαπωνία είναι μεταξύ των χωρών που έχουν υπογράψει σημαντικές διεθνείς συνθήκες όπως η Συνθήκη της Λωζάνης (1923) και η Συνθήκη του Μοντρέ (1936) — γεγονός που την καθιστά γνώριμη με τις νομικές αρχές που διέπουν το καθεστώς των στενών και των θαλασσίων οδών, θέματα κρίσιμα και για την Ελλάδα. Παρότι τα γεωπολιτικά μεγέθη διαφέρουν (η Ιαπωνία είναι οικονομική και τεχνολογική υπερδύναμη, ενώ η Ελλάδα μικρότερο μέλος μιας ευρύτερης συμμαχίας), η οπτική γωνία από την οποία βλέπουν τον κόσμο έχει ομοιότητες: αμφότερες προσβλέπουν σε μια διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες, αντιστέκονται σε μονομερείς διεκδικήσεις που απειλούν την εδαφική τους ακεραιότητα, και επενδύουν στη ναυτική ισχύ για την προστασία των συμφερόντων τους.
Ναυτική τεχνολογική καινοτομία και αμυντική αναβάθμιση
Ένα πεδίο όπου η Ελλάδα επιδιώκει να επωφεληθεί από τη συνεργασία με την Ιαπωνία είναι η τεχνολογική καινοτομία στον ναυτικό τομέα. Η Ιαπωνία διαθέτει ένα από τα πιο προηγμένα οικοσυστήματα αμυντικής τεχνολογίας παγκοσμίως, ιδιαίτερα όσον αφορά συστήματα ναυτικής άμυνας. Για πολλά χρόνια, λόγω των μεταπολεμικών περιορισμών, η ιαπωνική αμυντική βιομηχανία λειτουργούσε διακριτικά και με περιορισμένες εξαγωγές. Πρόσφατα, όμως, η πολιτική αυτή άρχισε να αλλάζει: το Τόκυο χαλαρώνει σταδιακά τους περιορισμούς που το ίδιο επέβαλλε και αναζητά ευκαιρίες συνεργασίας με εταίρους. Έχει ήδη αρχίσει να εξάγει επιλεγμένα αμυντικά προϊόντα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη συμφωνία πώλησης ιαπωνικών μη επανδρωμένων συστημάτων (drone) στην Αυστραλία, η οποία θα φάνταζε αδιανόητη πριν μερικές δεκαετίες. Επιπλέον, η Ιαπωνία συμμετέχει πλέον σε διεθνή αναπτυξιακά προγράμματα υψηλής τεχνολογίας, όπως το νέο μαχητικό αεροσκάφος 6ης γενιάς που αναπτύσσει από κοινού με τη Βρετανία και την Ιταλία. Η διάθεση της Ιαπωνίας να συνεργαστεί τεχνολογικά με άλλες δημοκρατικές χώρες ανοίγει ένα παράθυρο ευκαιρίας και για την Ελλάδα.
Κατά την επίσκεψη Δένδια, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη ναυτική τεχνολογία αιχμής. Ο Έλληνας υπουργός επισκέφθηκε ιαπωνικά κέντρα τεχνολογίας και καινοτομίας, όπου ενημερώθηκε για τις τελευταίες εξελίξεις σε υποβρύχια όπλα, προηγμένα σόναρ, μέσα ανθυποβρυχιακής άμυνας, συστήματα αυτονομίας και ρομποτικής στη θάλασσα. Οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν στο πώς τέτοιες τεχνολογίες θα μπορούσαν να έχουν εφαρμογή στο ελληνικό ναυτικό περιβάλλον — από την επιτήρηση του Αιγαίου μέχρι την προστασία κρίσιμων θαλάσσιων οδών στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ελληνική πλευρά, μάλιστα, πρότεινε τη σύνδεση του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας με το αντίστοιχο ιαπωνικό, διευκολύνοντας έτσι την ανταλλαγή γνώσης, τις επισκέψεις ειδικών και — δυνητικά — τη συμμετοχή σε κοινά ερευνητικά προγράμματα. Αν και καμία χώρα δεν παραχωρεί εύκολα τα μυστικά της (ιδίως όταν πρόκειται για ακριβοπληρωμένη τεχνολογία υψηλής ευαισθησίας), τέτοιου είδους επαφές είναι κρίσιμες για να χτιστεί εμπιστοσύνη και αμοιβαία κατανόηση.
Για την Ελλάδα, η απόκτηση πρόσβασης σε υψηλή τεχνογνωσία αποτελεί στοίχημα στρατηγικής σημασίας. Η εγχώρια αμυντική βιομηχανία, λόγω μεγέθους και περιορισμένων πόρων, δεν μπορεί να αναπτύξει αυτόνομα όλα τα σύγχρονα συστήματα που απαιτούνται. Την ίδια στιγμή, ανταγωνιστικές χώρες — όπως η Τουρκία — επενδύουν τεράστια ποσά σε έρευνα και ανάπτυξη για να αποκτήσουν εγχώρια προηγμένα οπλικά συστήματα. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα επιδιώκει ένα έξυπνο άνοιγμα: να εκμεταλλευτεί τις συνεργασίες με τεχνολογικά ανεπτυγμένες χώρες, ώστε να καλύψει το χαμένο έδαφος και να αναβαθμίσει την αποτρεπτική της ικανότητα. Η Ιαπωνία προσφέρει μια τέτοια ευκαιρία — όχι μόνο λόγω των συστημάτων που παράγει (όπως υπερσύγχρονες φρεγάτες, αντιτορπιλικά 10.000+ τόνων, ηλεκτρονικά πολέμου τελευταίας γενιάς κ.ά.), αλλά και λόγω της εμπειρίας της στο πώς μια νησιωτική χώρα μπορεί να οργανώσει την άμυνά της αποτελεσματικά. Για παράδειγμα, οι ιαπωνικές ναυπηγικές εταιρείες έχουν μακρά παράδοση και τεράστιες βιομηχανικές δυνατότητες, ενώ πολλά από τα ηλεκτρονικά και τους αισθητήρες στα πολεμικά τους πλοία είναι εγχώριας ανάπτυξης και θεωρούνται κορυφαία. Η μεταφορά μιας τέτοιας τεχνογνωσίας — έστω και μερικώς — στην Ελλάδα, θα μπορούσε να έχει πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στην αποτρεπτική ισχύ της, ειδικά στον τομέα της θάλασσας όπου διακυβεύονται ύψιστα εθνικά συμφέροντα.
Γεωπολιτικές και πολιτισμικές προεκτάσεις
Οι εξελίξεις που περιγράψαμε — από την εσωτερική πόλωση της Ευρώπης μέχρι τα νέα πλέγματα συνεργασιών — φέρουν σημαντικές γεωπολιτικές και πολιτισμικές συνέπειες. Σε γεωπολιτικό επίπεδο, γίνεται ολοένα πιο σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε σταυροδρόμι. Αν συνεχιστεί η πίεση για επιστροφή εξουσιών στα έθνη-κράτη, ενδέχεται να δούμε μια ΕΕ πιο χαλαρή, όπου τα κράτη θα κινούνται ευέλικτα για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους, ακόμη κι εκτός κοινού πλαισίου. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα διάλυση της Ένωσης, αλλά μάλλον μια μετεξέλιξή της: τα ευρωπαϊκά κράτη ίσως αναζητήσουν μια νέα ισορροπία ανάμεσα στη συλλογικότητα και την εθνική αυτονομία. Ήδη ορισμένες κυβερνήσεις υιοθετούν πιο ανεξάρτητη στάση σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας — π.χ. η Ουγγαρία και η Πολωνία διαφοροποιούνται σε ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος, η Γαλλία προωθεί την «ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία», ενώ χώρες του Νότου καλλιεργούν σχέσεις με δυνάμεις εκτός Δύσης. Εάν λοιπόν η εθνοκεντρική στροφή συνεχιστεί, η ΕΕ θα κληθεί να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της — είτε επιτρέποντας περισσότερη διαφοροποίηση, είτε αντιμετωπίζοντας εσωτερικές ρήξεις. Σε κάθε περίπτωση, το γεωπολιτικό αποτύπωμα της Ευρώπης θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο τα κράτη-μέλη θα καταφέρουν να συμβιβάσουν την ανάγκη τους για κυριαρχία με την αξία της συνεργασίας. Μια κατακερματισμένη Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει την συνολική της ισχύ στη διεθνή σκηνή· αντίθετα, μια Ευρώπη που θα ανακάμψει δυναμικά ίσως το κάνει μέσα από την ανανέωση του εθνικού σφρίγους των μελών της.
Σε πολιτισμικό επίπεδο, οι συνέπειες είναι εξίσου βαθιές. Η ταυτότητα και το φρόνημα των ευρωπαϊκών λαών αναδεικνύονται ως παράγοντες-κλειδιά για την μελλοντική τους πορεία. Ο βαθμός που μια κοινωνία διατηρεί τις αξίες, τις μνήμες και τη συνοχή της επηρεάζει ευθέως την ικανότητά της να αντιδρά σε κρίσεις. Η διάβρωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας τις περασμένες δεκαετίες — είτε μέσω της υπερβολικής έμφασης στον ατομικισμό είτε μέσω της λήθης της ιστορικής εμπειρίας του πολέμου — μπορεί να έχει καταστήσει την κοινή γνώμη απρόθυμη να αντιμετωπίσει δυσκολίες. Η αντιμιλιταριστική κουλτούρα που κυριάρχησε σε πολλές κοινωνίες, αν και κατανοητή μετά τις φρικαλεότητες του 20ού αιώνα, σήμερα ενδέχεται να λειτουργεί ως αχίλλειος πτέρνα: χωρίς μια στοιχειώδη αποδοχή ότι η ελευθερία και η ειρήνη απαιτούν κόπο και θυσίες, οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες κινδυνεύουν να αιφνιδιαστούν από επιθετικούς αντιπάλους. Από την άλλη πλευρά, η αναζωπύρωση του εθνικού αισθήματος μπορεί μεν να αναζωογονήσει τις κοινωνίες, δίνοντάς τους στόχο και κοινή κατεύθυνση, εγκυμονεί όμως και τον κίνδυνο του υπερβολικού εθνικισμού ή της εσωστρέφειας. Το ζητούμενο είναι μια ισορροπία: η Ευρώπη να θυμηθεί τις ρίζες της και να ανακτήσει την αυτοπεποίθησή της, χωρίς να διολισθήσει σε διχασμό και ξενοφοβία.
Η Ελλάδα, με την πλούσια ιστορική και πολιτισμική της κληρονομιά, προσπαθεί να πετύχει αυτή την ισορροπία. Το στρατηγικό άνοιγμά της προς την Ιαπωνία — χώρα με επίσης ισχυρή αίσθηση παράδοσης και συλλογικού καθήκοντος — δείχνει μια διάθεση εξωστρέφειας, που όμως δεν αρνείται την ταυτότητα. Αντιθέτως, βασίζεται σε αυτήν: δύο έθνη με αυτογνωσία και συναίσθηση της ιστορίας τους συνεργάζονται, ακριβώς επειδή αναγνωρίζουν το ένα στο άλλο κοινές αξίες, όπως ο σεβασμός στην κυριαρχία, η εμμονή στην καινοτομία για την επιβίωση και η πίστη σε έναν κανόνα δικαίου που θα προστατεύει τους μικρούς απέναντι στους μεγάλους. Από αυτή την άποψη, η στρατηγική προσαρμογή κρατών σαν την Ελλάδα δεν είναι μόνο ζήτημα όπλων και συμμαχιών, αλλά και ζήτημα πολιτισμικής αυτογνωσίας: να ξέρεις ποιος είσαι, τι υπερασπίζεσαι και με ποιους μπορείς να συμπορευτείς.
Ο μεγάλος νικητής της ετήσιας συνόδου κορυφής των Ηνωμένων Εθνών για το κλίμα φέτος δεν ήταν το παγκόσμιο κλίμα· ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ). Όμως, όχι για τους λόγους που υποστηρίζουν τα μέσα ενημέρωσης.
Περισσότερα από 50 χρόνια μετά την αντικατάσταση της ελεύθερης Δημοκρατίας της Κίνας στα Ηνωμένα Έθνη, το ΚΚΚ ήταν ο πρωταγωνιστής της ετήσιας συνόδου κορυφής του ΟΗΕ για το κλίμα. Μεταξύ συμφωνιών για την εξαγωγή περισσότερων «πράσινων» τεχνασμάτων και της παροχής «παγκόσμιας ηγεσίας», φαινόταν ξεκάθαρα ότι το ΚΚΚ καθορίζει την ατζέντα.
Η 30ή ετήσια «Διάσκεψη των Μερών» (COP30) περιελάμβανε ακόμη και κάτι σαν μασκότ που δωρίστηκε από το ΚΚΚ· ένα αποκρουστικό άγαλμα «Πνεύματος-Φύλακα Δράκου-Ιαγουάρου», ολοκληρωμένο με κέρατα διαβόλου. Οι Χριστιανοί της Βραζιλίας εξοργίστηκαν.
Όμως, η πραγματική ιστορία της COP30 είναι ο συνεχιζόμενος ανασχηματισμός της παγκόσμιας οικονομικής ισχύος — μακριά από τη μέχρι πρότινος κυρίαρχη Δύση και προς την κομμουνιστική Κίνα και τους συμμάχους της.
Από την επιβολή μεγαλύτερης οικονομικής καταστροφής στις δυτικές οικονομίες έως τη δημιουργία περισσότερης ζήτησης για «πράσινη» κινεζική σαβούρα που επιβάλλεται από δυτικές κυβερνήσεις και επιδοτείται από τους δυτικούς φορολογούμενους — το ΚΚΚ γελάει καθώς τα κέρδη του να εκτοξεύονται.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της συνόδου, πλήθη χαμογελαστών αξιωματούχων του ΚΚΚ μοίραζαν χαριτωμένα λούτρινα πάντα και βιβλία του Σι Τζινπίνγκ, ενώ αξιωματούχοι, ακτιβιστές και δημοσιογράφοι γύριζαν σαν σμήνος γύρω από το γιγαντιαίο περίπτερο του καθεστώτος στην COP30.
Σε στρατηγικό σημείο, δίπλα στην είσοδο, το «αποτύπωμα της μπότας» του ΚΚΚ στην COP30 ήταν πανταχού παρόν και «βάραινε» τις εργασίες της συνόδου.
Γλυπτό με τίτλο «Το Πνεύμα-Φύλακας Δράκος-Ιαγουάρος», που δωρίστηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, εκτίθεται στην 30ή ετήσια Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Κλίμα (COP30) στη Βραζιλία. Το κερασφόρο υβριδικό πλάσμα, που προοριζόταν να συμβολίζει έναν «φύλακα του τροπικού δάσους», προκάλεσε ανάμεικτες αντιδράσεις μεταξύ των συμμετεχόντων. (Ευγενική παραχώρηση του Alex Newman)
Οι διπλωμάτες του ΚΚΚ εργάστηκαν εντατικά για να εξασφαλίσουν μια παγκόσμια συμφωνία που θα ενισχύσει, σύμφωνα με το κείμενο, τις οικονομικές προοπτικές του καθεστώτος εις βάρος αυτού που άλλοτε αποκαλούνταν «Ελεύθερος Κόσμος». Το ΚΚΚ κατακλύστηκε από επαίνους για την υποτιθέμενα οραματική, πολυμερή κλιματική του ηγεσία.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι το «ενεργειακό αποτύπωμα» του ΚΚΚ είναι πολύ μεγαλύτερο από εκείνο ολόκληρου του δυτικού κόσμου μαζί — και σύμφωνα με πολλές εκτιμήσεις εξακολουθεί να αυξάνεται. Παράλληλα, υπό το πρόσχημα της «διάσωσης του κλίματος», οι δυτικές κυβερνήσεις περιορίζουν ό,τι έχει απομείνει από τα ενεργειακά τους συστήματα και τις οικονομίες τους. Η μεσαία τάξη καταστρέφεται.
Το ΚΚΚ επικροτεί αυτή την εξέλιξη, καθώς το καθεστώς απορροφά την παραγωγική ικανότητα, τις θέσεις εργασίας και την οικονομική ισχύ που μετατοπίζονται έξω από τη Δύση.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είχε προειδοποιήσει στο Twitter, το 2012, ότι το αφήγημα της «υπερθέρμανσης του πλανήτη» «δημιουργήθηκε από και για τους Κινέζους, ώστε να καταστήσει τη μεταποίηση των ΗΠΑ μη ανταγωνιστική».
Αν αυτό ήταν το σχέδιο, λειτουργεί — και η COP30 το απέδειξε.
Παρακολουθώ συνόδους κορυφής του ΟΗΕ για το κλίμα εδώ και 15 χρόνια για το περιοδικό New American. Η επιρροή του ΚΚΚ δεν υπήρξε ποτέ τόσο απροκάλυπτη.
Παγκόσμιοι έπαινοι για την «κλιματική» ηγεσία του ΚΚΚ
Παγκόσμιοι ηγέτες, ακτιβιστές και δημοσιογράφοι έδειχναν υπερβολικό θαυμασμό για την «πεφωτισμένη» κλιματική ηγεσία του ΚΚΚ, και λόγω του μποϊκοτάζ της συνόδου από την κυβέρνηση των ΗΠΑ.
Είναι απίστευτο το ότι παρόλο που το ΚΚΚ εκπέμπει περίπου τρεις φορές περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η διευθύνουσα σύμβουλος της COP30 Άνα ντε Τόνι μετά βίας συγκρατούσε τον ενθουσιασμό της.
Όπως είπε σε ξένα μέσα ενημέρωσης, η Κίνα «έχει δείξει ηγεσία» όχι μόνο πραγματοποιώντας τη δική της ενεργειακή επανάσταση, αλλά και επειδή, με την κλίμακα δυνατοτήτων της, «μπορούμε τώρα να αγοράζουμε χαμηλό άνθρακα σε ανταγωνιστικές τιμές», θεωρώντας — σωστά — ότι τα πραγματικά στοιχεία δεν θα αναφέρονταν. Προσέθεσε ότι η Κίνα είναι αποφασισμένη όχι μόνο να συνεχίσει ως «πολύ σταθερός ηγέτης» στη Συμφωνία του Παρισιού, ενισχύοντας την κλιματική διακυβέρνηση, αλλά και να αναλάβει «πολύ πρακτικές δράσεις» για να στηρίξει άλλες χώρες.
Η κυβέρνηση του Βραζιλιάνου προέδρου Λουίς Ινάσιο «Λούλα» ντα Σίλβα ανακοίνωσε πολλαπλές συμφωνίες με το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας στη διάρκεια της συνόδου και επαίνεσε τον ρόλο του Πεκίνου στις κλιματικές συνομιλίες.
Η υπουργός Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής της Βραζιλίας Μαρίνα Σίλβα δήλωσε στην υπηρεσία «ειδήσεων» και πληροφοριών του ΚΚΚ, το Xinhua, ότι η Κίνα έχει «σημαντική συμβολή» στη μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής. Πολλοί διπλωμάτες και κορυφαίοι ακτιβιστές επανέλαβαν παρόμοια σχόλια.
Όταν ρωτήθηκε για το τεράστιο αποτύπωμα άνθρακα του ΚΚΚ, ο υπεύθυνος εκστρατειών πολιτικής, Ρομέν Ιουαλαλέν (Romain Ioualalen), από την Oil Change International — χρηματοδοτούμενη από τη δυναστεία πετρελαίου Ροκφέλλερ — υποστήριξε το καθεστώς και ζήτησε η Δύση να καταργήσει πρώτη τα ορυκτά καύσιμα.
Ο Ιουαλαλέν ισχυρίστηκε ότι η Κίνα «κάνει συγκριτικά πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια από τις ΗΠΑ και πολλές ανεπτυγμένες χώρες» να αναπτύξει την οικονομία της αποανθρακοποίησης, αναπαράγοντας ένα διαδεδομένο αλλά ψευδές αφήγημα της COP30. Σημείωσε δε ότι δεν πρέπει να ξεχνιέται η «ιστορική ευθύνη» και ότι η Κίνα άρχισε να εκπέμπει πολύ CO2 «τα τελευταία 20 χρόνια», ενώ οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί «εκπέμπουν πολύ CO2 εδώ και 100 ή 150 χρόνια».
Εν ολίγοις, πρώτα πρέπει η Δύση να δεσμευτεί σε «οικονομική αυτοκτονία» και μετά το ΚΚΚ ίσως εξετάσει το ενδεχόμενο να ακολουθήσει.
Ο Ιουαλαλέν δήλωσε ότι πρέπει οι «πλούσιες χώρες», που ακόμη παράγουν πολύ πετρέλαιο και φυσικό αέριο, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς, η Νορβηγία και η Αυστραλία, να καταργήσουν πρώτες την «ενέργεια υδρογονανθράκων».
Μιλώντας στο Reuters, ένας ανώνυμος «ανώτερος διπλωμάτης» εξήγησε ότι «η Κίνα λειτουργεί ως εγγυητής του κλιματικού καθεστώτος».
Ακόμη και Αμερικανοί πολιτικοί και μέσα ενημέρωσης προώθησαν το αφήγημα ότι το ΚΚΚ είναι «σωτήρας του κλίματος». Το NBC, για παράδειγμα, υποστήριξε ότι καθώς η κυβέρνηση των ΗΠΑ κάνει πίσω, «η Κίνα βγαίνει στο προσκήνιο ως ηγέτης στη μάχη κατά της υπερθέρμανσης του πλανήτη», επισημαίνοντας ότι διπλωμάτες του ΚΚΚ «εργάζονται στο παρασκήνιο» για να διασφαλίσουν «εποικοδομητικές συνομιλίες».
Ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας Γκάβιν Νιούσομ, που παρευρέθηκε στη σύνοδο, φέρεται να συμφώνησε, λέγοντας ότι «η Κίνα το καταλαβαίνει».
Όφελος για την Κίνα με δικό σας κόστος
Όπως ήταν αναμενόμενο, το ΚΚΚ ήταν ευχαριστημένο με το αποτέλεσμα, το οποίο βοήθησε να διαμορφωθεί και είναι γνωστό ως «Απόφαση για Παγκόσμια Συλλογική Κινητοποίηση» (Global Mutirao Decision).
Ο επικεφαλής της κινεζικής αντιπροσωπείας στην COP30, Λι Γκάο, επαίνεσε τη «σκληρά κερδισμένη» παγκόσμια συμφωνία ως απόδειξη «αλληλεγγύης».
Υποστήριξε ότι αυτή «καταδεικνύει την ισχυρή πολιτική βούληση όλων των μερών να εργαστούν μαζί, με αλληλεγγύη, για να αντιμετωπίσουν την κλιματική αλλαγή», ενώ κατηγόρησε αυτό που αποκάλεσε «αυξανόμενο μονομερισμό» και «προστατευτισμό» των αμερικανικών αρχών.
Ο Λι Γκάο και το δολοφονικό καθεστώς που υπηρετεί φέρονται να είχαν κυριολεκτικά «τρισεκατομμύρια λόγους» να πανηγυρίζουν για το σύμφωνο της COP30 που βοήθησαν να δημιουργηθεί. Για παράδειγμα, ένα από τα μεγάλα «επιτεύγματα» ήταν η δέσμευση για «τριπλασιασμό» της χρηματοδότησης για την αποκαλούμενη κλιματική προσαρμογή.
Αυτό προστίθεται στα 1,3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως σε αναδιανομή πλούτου από δυτικούς φορολογούμενους προς κλεπτοκρατίες του Τρίτου Κόσμου — που βαφτίζονται «αναπτυσσόμενες χώρες»— μέσω ενός μηχανισμού που αποκαλείται ανέντιμα «κλιματική χρηματοδότηση». Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί οι αντιπρόσωποι του ΚΚΚ ήταν ενθουσιασμένοι με τη «σκληρά κερδισμένη» παγκόσμια συμφωνία.
Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της εφημερίδας The Guardian, «τεράστια ποσά» από τα χρήματα της λεγόμενης κλιματικής χρηματοδότησης ρέουν από ό,τι έχει απομείνει από τη μεσαία τάξη της Δύσης προς την κομμουνιστική Κίνα.
Μία ακόμη μεγάλη νίκη για το ΚΚΚ είναι η αναφορά στη συμφωνία της COP30 σε έναν «προϋπολογισμό άνθρακα» για την ανθρωπότητα, τα τέσσερα πέμπτα του οποίου υποτίθεται ότι έχουν ήδη εκπεμφθεί.
Επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Δύση έχουν ήδη χρησιμοποιήσει περισσότερο από το «μερίδιο που δικαιούνται», οι αξιωματούχοι του κλίματος θεωρούν ότι το ΚΚΚ και οι σύμμαχοί του πρέπει να λάβουν το μεγαλύτερο μέρος από ό,τι απομένει. Αυτό το όραμα κατοχυρώθηκε, πλέον, σε επίσημη συμφωνία.
Άλλο ένα μεγάλο όφελος για το ΚΚΚ, όπως σημειώνεται, θα είναι η δυνατότητα να προωθήσει περισσότερες από τις «απάτες πράσινης ενέργειας», όπως ηλιακούς συλλέκτες, ανεμογεννήτριες και άλλα, προς τη Δύση. Αυτό έχει διπλό όφελος για το ΚΚΚ· αφ’ ενός εισπράττει δυτικό χρήμα πουλώντας προϊόντα που κανείς δεν θα αγόραζε σε μια ελεύθερη αγορά, αφ’ ετέρου αποδυναμώνει τις δυτικές οικονομίες καθιστώντας την ενέργεια πολύ ακριβότερη απ’ ό,τι στην Κίνα.
Φυσικά, τα εργοστάσια που παράγουν την «πράσινη» σαβούρα στην Κίνα τροφοδοτούνται ως επί το πλείστον από άνθρακα και άλλα ορυκτά καύσιμα.
Με βάση την τελευταία προσθήκη στο «κλιματικό καθεστώς» που διαπραγματεύτηκε στο Μπελέμ, η ροή πλούτου και παραγωγής από τη Δύση προς την Κίνα επιταχύνεται. Αυτό σημαίνει ότι το ΚΚΚ θα έχει περισσότερους πόρους για να συνεχίσει τη ραγδαία στρατιωτικοποίησή του, ενώ η Δύση υπονομεύει τη δική της ασφάλεια.
Το ΚΚΚ αξιοποιεί επίσης τη διαδικασία του «κλίματος» για να επεκτείνει τη διπλωματική του επιρροή και την ήπια ισχύ του. Τίποτα από αυτά δεν είναι νέο.
Στην COP28, οι δυτικές κυβερνήσεις έσπευδαν να δεσμευτούν για «σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων», δέσμευση στην οποία κατέληξαν όλες στην τελική συμφωνία εκείνης της χρονιάς. Παρά το ότι συμφώνησαν στη διατύπωση, το ΚΚΚ και αραβικές κυβερνήσεις έκαναν συμφωνίες για πετρέλαιο στη σύνοδο.
Με άλλα λόγια, οι Δυτικοί εξαπατώνται καθώς το ΚΚΚ εργάζεται για να υπονομεύσει την κυριαρχία των ΗΠΑ και να επιφέρει μια «πολυπολική» παγκόσμια τάξη.
Το ενεργειακό αποτύπωμα του ΚΚΚ σε μέγεθος δράκου
Ειρωνικά, παρότι παρουσιάζονται ως σωτήρες του κλίματος, οι βιομηχανίες του ΚΚΚ εκπέμπουν ήδη πάνω από το ένα τρίτο των παγκόσμιων εκπομπών CO2. Και αυτό το ποσοστό αυξάνεται.
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του World Population Review, η Κίνα παρήγαγε πάνω από 13,26 γιγατόνους CO2 το 2023, το τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, αντίθετα, παρήγαγαν περίπου 4,68 γιγατόνους.
Αλλά ακόμη κι αυτό δεν λέει όλη την ιστορία.
Τα βιομηχανίες του ΚΚΚ εξέπεμψαν πάνω από 0,42 τόνους CO2 ανά 1.000 δολάρια ΑΕΠ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρήγαγαν, σύμφωνα με τα στοιχεία, σημαντικά λιγότερο από το μισό αυτού του αριθμού: τα ίδια 1.000 δολάρια ΑΕΠ για την αμερικανική οικονομία αντιστοιχούσαν σε λιγότερο από 0,19 τόνους.
Η μισή παγκόσμια ηλεκτροπαραγωγή από άνθρακα βρίσκεται στην Κίνα και δεν υπάρχουν σχέδια να περιοριστεί αυτό. Παρ’ όλα αυτά, προς υπεράσπιση του ΚΚΚ, το καθεστώς ήταν ανοιχτό ως προς τα σχέδιά του.
Στη σύνοδο COP21 στο Παρίσι, το 2015, η κυβέρνηση Ομπάμα δεσμεύτηκε μονομερώς να μειώσει τις εκπομπές CO2 των ΗΠΑ κατά περισσότερο από 25% έως το 2025. Και άλλες δυτικές κυβερνήσεις έδωσαν παρόμοιες υποσχέσεις. Το ΚΚΚ, αντίθετα, δεσμεύτηκε να συνεχίσει να αυξάνει τις εκπομπές του για τα επόμενα 15 χρόνια, πιθανόν με κορύφωση το 2030. Με άλλα λόγια, το καθεστώς ανακοίνωσε με υπερηφάνεια στον κόσμο ότι η παραγωγή CO2 στην Κίνα θα συνέχιζε να αυξάνεται για τουλάχιστον 15 χρόνια. Τώρα ισχυρίζεται ότι θα υπάρξει μικρή μείωση έως το 2035.
Αυτές οι πολιτικές εκτίναξαν τις τιμές ενέργειας στις ΗΠΑ, μεταφέροντας τη βιομηχανία των ΗΠΑ στην Κίνα, ενώ το καθεστώς εξέπεμπε CO2 στην ατμόσφαιρα με πρωτοφανή ρυθμό.
Οι πολιτικές της Συμφωνίας του Παρισιού επί Ομπάμα εξάλειψαν περίπου μισό εκατομμύριο θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων 200.000 στη μεταποίηση, σύμφωνα με μελέτη του ιδρύματος The Heritage Foundation. Αυτή η ζημιά μεταφράζεται σε περίπου 20.000 δολάρια χαμένου εισοδήματος για τις αμερικανικές οικογένειες έως το 2035 και σε μείωση του ΑΕΠ κατά πάνω από 2,5 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ΚΚΚ ήταν ευχαριστημένο. Κι όμως, αναμενόταν να πιστέψει ο κόσμος ότι η μετατόπιση των εκπομπών CO2 — και της παραγωγής από την οποία προέρχονται — προς την Κίνα θα βοηθούσε το «κλίμα».
Αν οι ηγέτες αυτής της διαδικασίας πίστευαν πραγματικά ότι το CO2 είναι ρύπανση που προκαλεί επικίνδυνη θέρμανση — κάτι που δεν είναι αληθές — τότε θα είχαν νιώσει αποτροπιασμό από τη Συμφωνία του Παρισιού. Αντί γι’ αυτό, πανηγύρισαν. Αν μη τι άλλο, αυτό αποδεικνύει ότι «οι από πάνω» γνωρίζουν πως «είναι όλα απάτη».
Ο δημοσιογράφος Άλεξ Νιούμαν ζητά συνέντευξη ή σχόλιο από την αντιπροσωπεία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας στην COP30, στη Βραζιλία. (Ευγενική παραχώρηση του Andrew Muller)
Όταν ζήτησα σχόλιο από το ΚΚΚ στο Παρίσι, έστειλαν έναν «υποτελή» να με ακολουθεί και να με φωτογραφίζει. Φέτος, αρνήθηκαν επίσης πολλαπλά αιτήματα για συνέντευξη ή σχόλιο.
Η άλλη πλευρά
Αμερικανοί συντηρητικοί αστειεύονται εδώ και καιρό για «κομμουνιστές-καρπούζια»: «πράσινοι» απ’ έξω, «κόκκινοι» από μέσα. Το ΚΚΚ και οι σύμμαχοί του φαίνεται να αντιγράφουν αυτό το εγχειρίδιο.
Το CO2 δεν είναι «ρύπανση», αλλά αέριο ζωής που εκπνέουν όλοι οι ζωντανοί άνθρωποι. Όπως είπε ο Γουίλιαμ Χάπερ του Πανεπιστημίου Πρίνστον, πρώην σύμβουλος κλίματος της πρώτης θητείας Τραμπ, το CO2 είναι «καλό για τον πλανήτη» και «οι άνθρωποι θα έπρεπε να ενθαρρύνονται να παράγουν περισσότερο από αυτό».
Σε κάθε περίπτωση, οι ανθρώπινες εκπομπές CO2 αντιπροσωπεύουν ένα κλάσμα του 1% όλων των αερίων του «θερμοκηπίου» που υπάρχουν φυσικά στην ατμόσφαιρα. Δεν υπάρχει λόγος για τους Αμερικανούς, τους Κινέζους ή οποιονδήποτε άλλο να ανησυχεί για το «αποτύπωμα άνθρακα».
Ευτυχώς, οι Αμερικανοί το αντιλαμβάνονται, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι οι περισσότεροι απορρίπτουν την υπόθεση της ανθρωπογενούς θέρμανσης.
Η φετινή σύνοδος αντιμετώπισε πρωτοφανείς αντιξοότητες. Ο δισεκατομμυριούχος Μπιλ Γκέιτς αναγνώρισε ότι η κλιματική αλλαγή δεν είναι τόσο μεγάλη απειλή όσο παρουσιάζεται.
Όπως τεκμηριώθηκε από την εφημερίδα TheEpoch Times, πολλαπλές επιστημονικές μελέτες με αξιολόγηση από ομοτίμους, από κορυφαίους επιστήμονες σε μεγάλα περιοδικά τα τελευταία χρόνια, υπονόμευσαν πλήρως το σύνθημα «Η επιστήμη έχει καταλήξει».
Ο πρόεδρος Τραμπ, εν τω μεταξύ, χλεύασε το κλιματικό αφήγημα στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο, αποκαλώντας το «τη μεγαλύτερη απάτη που έχει διαπραχθεί ποτέ εις βάρος του κόσμου». Κατά τη διάρκεια της COP30, ο Τραμπ υπαινίχθηκε ότι ενδέχεται να υπάρχουν έρευνες σε εξέλιξη για μια «συνωμοσία» προώθησης του κλιματικού κινδυνολογικού λόγου.
Πριν από τη δεύτερη θητεία του, το 2022, ο Τραμπ είχε πει σε ομιλία του ότι η «αποφασιστική» ήττα της «φάρσας της κλιματικής υστερίας» πρέπει να γίνει «μία από τις πιο επείγουσες αποστολές» του κινήματος MAGA και της χώρας.
Για πρώτη φορά, η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν είχε καμία εκπροσώπηση στην ετήσια σύνοδο.
Εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δήλωσε ότι η κυβέρνηση Τραμπ αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει χρήματα φορολογουμένων για να στείλει ή να διευκολύνει οποιοδήποτε επίσημο ταξίδι για αυτή τη διάσκεψη, η οποία είναι αφιερωμένη στο να «παραλύει» την αμερικανική οικονομία και να «χρεοκοπεί» τον αμερικανικό λαό.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει αποχωρήσει από τη Συμφωνία του Παρισιού και από πολλά άλλα κλιματικά σχήματα του ΟΗΕ. Ωστόσο, οι ΗΠΑ παραμένουν μέρος της βασικής συνθήκης του 1992, γνωστής ως Πλαίσιο Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (U.N. Framework Convention on Climate Change – UNFCCC), η οποία δημιουργεί και στηρίζει ολόκληρη τη διαδικασία.
Το γεγονός αυτό υπογραμμίστηκε από πολλές εξέχουσες φωνές στην COP30. Κατά την άποψή τους, σημαίνει ότι όσα συμφωνούν η COP30 και οι επόμενες COP παραμένουν δεσμευτικά για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Πηγές που εμπλέκονται στην κλιματική πολιτική της κυβέρνησης είπαν ότι έχει υπάρξει συζήτηση για το ενδεχόμενο αποχώρησης των ΗΠΑ από τη UNFCCC. Αν ο Ντόναλντ Τραμπ ελπίζει να νικήσει πραγματικά αυτό το σχέδιο ενίσχυσης του ΚΚΚ, που μεταμφιέζεται σε πολιτική για το «κλίμα», τότε δεν υπάρχει άλλη επιλογή.
Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.
Στις 7 Δεκεμβρίου 1941, μια ημερομηνία που θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη της ανθρωπότητας, 183 ιαπωνικά αεροσκάφη εμφανίστηκαν στον ουρανό του Περλ Χάρμπορ στις 07:55 π.μ., πιάνοντας εντελώς απροετοίμαστους τους Αμερικανούς. Αυτή η επίθεση δεν ήταν μια απλή στρατιωτική ενέργεια, αλλά το αποκορύφωμα μιας δεκαετίας ιαπωνικών φιλοδοξιών που τελικά οδήγησε στην είσοδο των ΗΠΑ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το όνειρο μιας αυτοκρατορίας
Η Ιαπωνία των αρχών του 20ού αιώνα είχε μεγάλες φιλοδοξίες. Όπως η Μεγάλη Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, ήθελε να χτίσει τη δική της αυτοκρατορία για να εκμεταλλευτεί φυσικούς πόρους, εργατικό δυναμικό και να δημιουργήσει νέες εμπορικές διαδρομές. Το πρόβλημα ήταν ότι η ιαπωνική χώρα δεν διέθετε τους απαραίτητους φυσικούς πόρους — χρειαζόταν περισσότερο κάρβουνο, περισσότερο σίδηρο και κυρίως περισσότερο πετρέλαιο για να πραγματοποιήσει τις φιλοδοξίες της.
Το 1931 η Ιαπωνία έκανε το πρώτο μεγάλο βήμα, εισβάλλοντας στην κινεζική επαρχία της Μαντζουρίας. Η περιοχή αυτή διέθετε πολλούς από τους πόρους που χρειαζόταν η Ιαπωνία και της έδωσε ισχυρότερη θέση στην ασιατική ήπειρο. Τον Ιούλιο του 1937, ξέσπασε ολοκληρωτικός πόλεμος μεταξύ Ιαπωνίας και Κίνας.
Ιαπωνικά άρματα μάχης τύπου 95 και τύπου 97 της Σχολής Αρμάτων Μάχης Τσίμπα, κατά τη διάρκεια ασκήσεων, το 1940. (Public Domain)
Αρχικά, τα πράγματα πήγαιναν εξαιρετικά καλά για τους Ιάπωνες. Κέρδιζαν νίκη μετά τη νίκη, ενώ παράλληλα διέπρατταν μεγάλες θηριωδίες όπως ο βιασμός της Νανκίνγκ και οι τρομοκρατικοί βομβαρδισμοί κατά Κινέζων αμάχων, που προκάλεσαν ευρεία διεθνή καταδίκη. Ωστόσο, μέχρι το 1939, ο πόλεμος είχε οδηγηθεί σε αδιέξοδο, καθώς η Κίνα γινόταν όλο και πιο ισχυρή.
Στην απέναντι πλευρά του Ειρηνικού, οι ΗΠΑ παρακολουθούσαν με αυξανόμενη ανησυχία. Μετά τη συμμετοχή τους στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχαν υιοθετήσει μια ανεπίσημη πολιτική απομονωτισμού και μη παρέμβασης. Ωστόσο, η έκρηξη του πολέμου στην Ευρώπη και οι ιαπωνικές θηριωδίες στην Κίνα άρχισαν σταδιακά να επηρεάζουν την κοινή γνώμη. Αυτό επέτρεψε στον τότε πρόεδρο Φραγκλίνο Ρούζβελτ να υπογράψει νέο Νόμο Ουδετερότητας το 1939, ώστε οι ΗΠΑ να μπορούν να προμηθεύουν όπλα σε Βρετανία και Γαλλία, αν τα πλήρωναν και τα παραλάμβαναν με τα δικά τους πλοία.
Η κρίσιμη εξάρτηση από το πετρέλαιο
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ιαπωνίας ήταν η εξάρτησή της από το πετρέλαιο. Το 1939, μόλις το 6% της πετρελαϊκής προμήθειας της προερχόταν από εγχώρια παραγωγή, ενώ περίπου το 80% προερχόταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η έλλειψη πετρελαίου θα σήμαινε καταστροφή για τη στρατιωτική εκστρατεία στην Κίνα και τις άλλες εδαφικές φιλοδοξίες της.
Οι στρατηγικές επιλογές που είχε ήταν δύο:
• Βόρεια στρατηγική: Υποστηριζόταν από τον Αυτοκρατορικό Στρατό και περιελάμβανε την κατάληψη περιοχών πλούσιων σε πετρέλαιο, κάρβουνο και σίδηρο σε Κίνα, Μογγολία και Σιβηρία
• Νότια στρατηγική: Υποστηριζόταν από το Αυτοκρατορικό Ναυτικό και περιελάμβανε επίθεση προς τα νότια, στη Βρετανική Μαλαισία και τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες.
Η ήττα στη μάχη του Χαλχίν Γκολ από τις σοβιετικο-μογγολικές δυνάμεις πάγωσε τα σχέδια της προς Βορράν επέκτασης.
Το ιαπωνικό πολεμικό πλοίο «Hashidate», εν πλω στον κόλπο της Οσάκα, το 1940. (Public Domain)
Με τον στρατό κολλημένο στην Κίνα, το Ναυτικό ανέλαβε τη σκυτάλη με τη Νότια Στρατηγική. Το 1940, η Ιαπωνία εισήλθε στα βόρεια τμήματα της Γαλλικής Ινδοκίνας. Οι ΗΠΑ απάντησαν επιβάλλοντας εμπάργκο σε σίδηρο, χάλυβα και χαλκό.
Τον Ιούλιο του 1941, η Ιαπωνία κατέλαβε περισσότερες περιοχές της Γαλλικής Ινδοκίνας. Αυτή τη φορά, η αμερικανική απάντηση ήταν ακόμη πιο σκληρή:
• Πάγωμα όλων των ιαπωνικών περιουσιών στις ΗΠΑ
• Εμπάργκο πετρελαίου από ΗΠΑ, Βρετανία και Ολλανδία
• Η Ιαπωνία έχασε το 94% της πετρελαϊκής προμήθειάς της
Η Ιαπωνία βρέθηκε σε κρίση. Οι ΗΠΑ απαιτούσαν άμεση αποχώρηση από την Κίνα και το Τριμερές Σύμφωνο. Για την Ιαπωνία, η αποδοχή αυτών των απαιτήσεων ισοδυναμούσε με πλήρη ήττα. Μη θέλοντας να εγκαταλείψει τις επεκτατικές φιλοδοξίες της, η Ιαπωνία έκρινε ότι η μόνη επιλογή της ήταν να καταλάβει με τη βία τους φυσικούς πόρους που χρειαζόταν. Αυτό σήμαινε επίθεση στη Βρετανική Μαλαισία και τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες.
O Ιάπωνας νάυαρχος Ισορόκου Γιαμαμότο, το 1934. Ο Γιαμαμότο σχεδίασε και διηύθυνε την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ το 194. (Hulton Archive/Getty Images)
Καθώς πίστευε ότι οι ΗΠΑ θα απαντούσαν με βία, αποφάσισε να αιφνιδιάσει τον Αμερικανικό Στόλο του Ειρηνικού στο Περλ Χάρμπορ. Η στρατηγική τους, που αποσκοπούσε σε έναν σύντομο πόλεμο, βασιζόταν στους εξής υπολογισμούς:
• Ο αμερικανικός στόλος θα παρέλυε
• Θα κέρδιζαν χρόνο για να οχυρωθούν αμυντικά
• Οι ΗΠΑ θα απέφευγαν να εμπλακούν σε έναν κοστοβόρο πόλεμο χιλιάδες μίλια μακριά
• Θα διαπραγματεύονταν ειρήνη που θα επέτρεπε στην Ιαπωνία να κρατήσει μέρος των ή και όλα τα κατεχόμενα εδάφη
Συνέπεια των παραπάνω, ήταν η οργάνωση της ιστορικής επίθεσης. Στις 07:55 π.μ. της 7ης Δεκεμβρίου 1941, τα ιαπωνικά αεροσκάφη εμφανίστηκαν στον ουρανό του Περλ Χάρμπορ. Η έκπληξη ήταν απόλυτη. Το πρώτο κύμα των 183 αεροσκαφών χωρίστηκε σε τρεις ομάδες: δύο ομάδες στόχευσαν τα αεροδρόμια και τα σταθμευμένα αεροσκάφη, ενώ η τρίτη επιτέθηκε στα πλοία στο λιμάνι, εστιάζοντας στα θωρηκτά.
Οι Αμερικανοί πίστευαν ότι το νερό ήταν πολύ ρηχό για επίθεση με τορπίλες, αλλά οι Ιάπωνες είχαν δημιουργήσει μία νέα τορπίλη ειδικά για τα νερά του Περλ Χάρμπορ. Μέσα στα πρώτα πέντε λεπτά, τέσσερα θωρηκτά χτυπήθηκαν, συμπεριλαμβανομένων των USS Oklahoma και USS Arizona. Το Arizona εξερράγη 10 λεπτά αργότερα, με αποτέλεσμα τον θάνατο 1.175 μελών του πληρώματος.
Σε λίγο περισσότερο από μια ώρα, οι Ιαπωνέζοι είχαν βυθίσει ή βλάψει 18 αμερικανικά πολεμικά πλοία, χτυπήσει και τα οκτώ θωρηκτά του στόλου, καταστρέψει 188 αεροσκάφη, βλάψει σοβαρά την υποδομή της βάσης. Ωστόσο, τους διέφυγαν τα τρία σημαντικότερα αμερικανικά αεροπλανοφόρα, τα οποία βρίσκονταν εκείνη την ώρα σε ασκήσεις.
Λάθη που κόστισαν ακριβά
Παρά το εντυπωσιακό πρώτο αποτέλεσμα, το ότι η Ιαπωνία επικεντρώθηκε στα θωρηκτά και όχι στις δεξαμενές καυσίμων και τα εργαστήρια επισκευών που θα επέτρεπαν στην Αμερική να συνεχίσει έναν μακρύ πόλεμο ήταν μία στρατηγική αστοχία με καταστροφικά αποτελέσματα. Επιπλέον, δεν υπολόγισαν ότι χάρη στα ρηχά νερά του λιμανιού τα βυθισμένα πλοία δεν θα βυθίζονταν βαθιά και θα ήταν εύκολο να ανακτηθούν.
Ο τότε προέδρος των ΗΠΑ Φραγκλίνος Ρούσβελτ ανακοινώνει στο Κογκρέσο την ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ. (Russell Lee/Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου/Getty Images)
Η επίθεση στο Περλ Χάρμπορ είχε ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που ήλπιζε η Ιαπωνία. Την επομένη, ο πρόεδρος Ρούζβελτ εκφώνησε την περίφημη ομιλία στο Κογκρέσο, ζητώντας επίσημη κήρυξη πολέμου κατά της Ιαπωνίας.
Η υποστήριξη στον απομονωτισμό εξαφανίστηκε γρήγορα. Εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες εθελοντικά εντάχθηκαν στον στρατό και η αμερικανική οικονομία μπήκε σε πολεμικό καθεστώς.
Αυτό έσβησε τις ελπίδες της Ιαπωνίας για έναν σύντομο πόλεμο και κατέδειξε τους λανθασμένους υπολογισμούς που τελικά επέφεραν την ολοκληρωτική ήττα της.
Στο βιβλίο με τίτλο I Suffer Therefore I Am:Portrait of the Victim as Hero («Υποφέρω άρα υπάρχω: Το πορτρέτο του θύματος ως ήρωα»), ο Πασκάλ Μπρυκνέρ αποκαλύπτει την «ηθική ματαιοδοξία» πίσω από την εμμονή μας με τη θυματοποίηση. Με τη συνηθισμένη του ευρυμάθεια, ο Γάλλος δοκιμιογράφος στρέφει το βλέμμα του σε έναν πολιτισμό που έχει μεταμορφώσει τον πόνο και την ταλαιπωρία σε κύρος. Αν ο Ντεκάρτ διακήρυξε «σκέφτομαι, άρα υπάρχω», η εποχή του Μπρυκνέρ απαντά: «υποφέρω, άρα υπάρχω».
Το βιβλίο ανοίγει με ένα ανέκδοτο τόσο παράλογο όσο και αποκαλυπτικό. Το 2015, ο πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ πρότεινε να απονείμει το μετάλλιο της Λεγεώνας της Τιμής στα 130 θύματα της σφαγής στο Μπατακλάν στο Παρίσι. Ο Μπρυκνέρ υποστηρίζει ότι ήταν μια αδικαιολόγητη επίδειξη συναισθηματικότητας· το να πεθάνεις τραγικά δεν είναι το ίδιο με το να ενεργήσεις ηρωικά. Εδώ, σε μικρογραφία, βρίσκεται το θέμα του· η σύγχυση της θυματοποίησης με το ηθικό μεγαλείο. Στο νέο «ανεστραμμένο Πάνθεον», ο πάσχων αντικαθιστά τον ήρωα.
Ο Μπρυκνέρ είναι ηθικολόγος με την κλασική γαλλική έννοια, απόγονος του Μονταίν και του Πασκάλ. Το βιβλίο του αποτελεί μια εκτεταμένη στοχαστική ενασχόληση με ένα και μόνο ερώτημα· τι συμβαίνει όταν η συμπόνια, η ευγενέστερη των αρετών, μετατρέπεται σε έδαφος παραπόνου;
Στη σύγχρονη Δύση, γράφει, το να επικαλείσαι βλάβη σημαίνει ότι αποκτάς «τη διττή δύναμη της ενοχοποίησης και του παραπόνου». Αλλά ποιος από εμάς δεν μπορεί να ψάξει στο παρελθόν του για να ξεθάψει κάποιο παράπονο; Μια παιδική προσβολή, έναν άκαρδο γονιό, έναν μη εμπνευσμένο δάσκαλο, έναν ψυχοπαθή γείτονα, ένα τοξικό εργασιακό περιβάλλον ή οποιονδήποτε από τους αμέτρητους λόγους που θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε για να δούμε τον εαυτό μας ως θύμα;
Ο καθένας μας, αν το θελήσει, μπορεί να επικαλεστεί κάποια βλάβη, πραγματική ή φανταστική, για να δικαιολογήσει τη δυσαρέσκειά του. Ο Μπρυκνέρ υποστηρίζει ότι η σύγχρονη φαντασία έχει μετατρέψει την καθολική αλήθεια της ανθρώπινης ατέλειας σε ένα ηθικό σύστημα επίρριψης ευθυνών. Η ταλαιπωρία δεν είναι πλέον κάτι που πρέπει να αντέχεται ή να ξεπερνιέται· αντίθετα, καλλιεργείται σκόπιμα, λειτουργώντας ως σύμβολο αρετής που σκοπεύει να αγιοποιήσει και να εξυψώσει την καθημερινή αδικία της ζωής.
Κι όμως, ακριβώς εδώ είναι που ο Μπρυκνέρ χαράσσει μια ηθική γραμμή. Η δημοκρατία, όπως πρέπει να νοείται, απαιτεί ώστε «το σφάλμα και η βλάβη να τελειώνουν με το άτομο που τα διέπραξε ή τα υπέστη». Δεν είμαστε καταδικασμένοι να διαιωνίζουμε τα λάθη των προγόνων μας· «η ανθρωπότητα αρχίζει ξανά με τον καθένα από εμάς».
Η διάγνωση είναι συντριπτική. Η θυματοποίηση έχει γίνει «η θλιβερή εκδοχή του προνομίου», μια νέα αριστοκρατία της βλάβης που απαλλάσσει τους φορείς της από ηθική λογοδοσία. Επινοεί τη φράση «επιχειρηματίες της θυματοποίησης», παρατηρώντας ότι είναι «πρώτα και κύρια επιχειρηματίες της μνήμης». Ο πάσχων γίνεται ένα είδος προνομιούχας διασημότητας, καλυμμένος από τον συνηθισμένο ηθικό έλεγχο, ενώ ο πόνος μεταμορφώνεται σε θέαμα καθαγιασμένης οδύνης, όπου το παράπονο αντικαθιστά την χάρη. Στις δημοκρατίες πρόνοιας της Δύσης, κάθε ατυχία ερμηνεύεται ως τραύμα και κάθε δυσκολία θεωρείται αδικία.
Ο Μπρυκνέρ σημειώνει ότι αυτό οδηγεί στη «δημοκρατικοποίηση του μαρτυρίου». Στο παρελθόν, άγιοι και ποιητές ίσως διεκδικούσαν θεϊκή οδύνη· σήμερα, οποιοσδήποτε συνηθισμένος πολίτης μπορεί να δηλώσει: «Κι εγώ είμαι θύμα».
Ο κατάλογος των εχθρών είναι, φυσικά, ατελείωτος — ο καπιταλισμός, η πατριαρχία, το να είσαι λευκός, η αποικιοκρατία, η ετεροκανονικότητα, τα ορυκτά καύσιμα, η οικογένεια, η εκκλησία, η παράδοση, η αρρενωπότητα, η αξιοκρατία, ακόμη και η ίδια η λογική. Σε αυτή την «ηθική οικονομία» του διαρκούς παραπόνου, κάθε θεσμός που κάποτε παρείχε νόημα γίνεται εργαλείο καταπίεσης, και κάθε ελάττωμα αφορμή για δίκαιη διαμαρτυρία. «Σε παγκόσμια κλίμακα», γράφει ο Μπρυκνέρ, «υπάρχει ένας ανταγωνισμός παραπόνων, όπου ο καθένας προσπαθεί να ‘πνίξει’ τον άλλον».
Αν και ο Μπρυκνέρ γράφει από τη Γαλλία, η κριτική του απηχεί έντονα τον Καναδά. Συμπόσιο για τη συμπλήρωση Δέκα χρόνων του Καναδικού Χάρτη Δικαιωμάτων των Θυμάτων παρατήρησε ότι πολλοί παθόντες «νιώθουν ότι η εμπειρία τους με το σύστημα τούς κάνει νέα θύματα», μετατρέποντας τη δικαιοσύνη σε μια συνεχή σκηνή παραπόνων. Στην πολιτική, ακόμη και συντηρητικοί πλέον περιγράφουν τους υποστηρικτές τους ως «θύματα της Οττάβα» ή της «ελίτ της προοδευτικής αφύπνισης», ενώ οι προοδευτικοί παρουσιάζουν όλη τη χώρα ως μια συνομοσπονδία καταπιεσμένων. Όπως είπε ένας Καναδός σχολιαστής, αυτό έχει οδηγήσει μια γενιά να «πιστεύει ότι είτε είναι καταπιεστές που ζουν σε κλεμμένη γη είτε θύματα που τους έκλεψαν τη γη και τον πολιτισμό». Στα λόγια του Μπρυκνέρ, η οδύνη έχει γίνει η κύρια πηγή ηθικού κύρους.
Τα καναδικά τελετουργικά μεταμέλειας — όπως η αναγνώριση γης πριν από δημόσιες εκδηλώσεις και οι κυβερνητικές συγγνώμες για ιστορικά λάθη — ενσαρκώνουν ακριβώς αυτό που ο Μπρυκνέρ περιγράφει ως «τη θλιβερή εκδοχή του προνομίου». Αυτές οι πράξεις μπορεί να ξεκινούν από τη συμπόνια αλλά συχνά εκφυλίζονται σε κενό «ηθικό θέατρο», όπου η μετάνοια υπερισχύει της πραγματικής αλλαγής.
Η ειρωνεία του Μπρυκνέρ διασχίζει ιδεολογικά σύνορα. Εμπαίζει τους λευκούς Αμερικανούς που γονάτισαν για να πλύνουν τα πόδια μαύρων ακτιβιστών μετά τον θάνατο του Τζορτζ Φλόυντ, σαν να μπορούσαν να εξιλεωθούν για προγονικές αμαρτίες μέσω της τελετουργικής ταπείνωσης. Γελοιοποιεί τις μετα-αποικιακές ελίτ που εκμεταλλεύονται το κληρονομημένο τραύμα ενώ καταπιέζουν τους δικούς τους ανθρώπους. Ειδικότερα, ασκεί κριτική στους δυτικούς διανοουμένους που εξιδανικεύουν τη τζιχαντιστική βία και τη δικαιολογούν ως εκδίκηση των καταπιεσμένων: «Πολλοί βρίσκουν ελαφρυντικά για τη Χαμάς. […] Οι καταπιεσμένοι έχουν κάθε δικαίωμα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να παραβούν τους στοιχειώδεις κανόνες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. […] Πριν ακονίσουν τα μαχαίρια τους, δηλώνουν θύματα για να εξασφαλίσουν άφεση».
Ο Μπρυκνέρ είναι εξίσου αμείλικτος απέναντι στο αφήγημα της «ισλαμοφοβίας», μια κατασκευασμένη αμαρτία που λειτουργεί ως ηθικός εκβιασμός, χτισμένη πάνω σε διαστρέβλωση και ιστορικό ψεύδος. Τη χαρακτηρίζει ως μια χειριστική ιδεολογία που συγχέει κάθε θεμιτή κριτική του Ισλάμ ή του ισλαμιστικού εξτρεμισμού με «ρατσισμό», φιμώνοντας την αντίθεση μέσω ενοχής και φόβου. Θυμάται μια γαλλική «αντι-ισλαμοφοβική» πορεία το 2019 όπου διαδηλωτές φορούσαν κίτρινα αστέρια δίπλα σε ημισέληνους, μια «σκανδαλώδη» σύγκριση των μουσουλμάνων στη δημοκρατική Γαλλία με τους Εβραίους υπό τον ναζισμό.
Για τους Καναδούς αναγνώστες, ο όρος «ισλαμοφοβία» έχει επίσης καθιερωθεί ως «δόγμα» στην Οττάβα, κατοχυρωμένος στο Ψήφισμα 103 και σε κυβερνητικά στρατηγικά έγγραφα που θολώνουν τα όρια ανάμεσα στο φυλετικό μίσος και τη θεμιτή συζήτηση για την ισλαμιστική ιδεολογία. Και εδώ, ο ηθικός εκβιασμός αντικαθιστά την ηθική διαύγεια· ο φόβος να προσβάλεις υποκαθιστά το καθήκον να λες την αλήθεια.
Ο Μπρυκνέρ αμφισβητεί τη σύγχρονη εμμονή με τις αποζημιώσεις. Σε όλη τη Δύση, ακτιβιστές ζητούν εκτεταμένες οικονομικές αποζημιώσεις για τη δουλεία, μια αξίωση που ο Μπρυκνέρ απορρίπτει ως «παράλογη απαίτηση». Πώς μπορούν οι ζωντανοί να εξιλεωθούν για τους νεκρούς; Δεν υπάρχει ημερομηνία λήξης στο ηθικό χρέος; Η ιδέα ενός ατελείωτου ηθικού καταλόγου, προειδοποιεί ο Μπρυκνέρ, κινδυνεύει να παγώσει σε μια νέα θεολογία του προπατορικού αμαρτήματος, αλλά απογυμνωμένη από χάρη, που δεν προσφέρει καμία δυνατότητα λύτρωσης.
Το βιβλίο I Suffer Therefore I Am:Portrait of the Victim as Hero είναι ταυτόχρονα διάγνωση και προτροπή. Δεν πρόκειται για υπεράσπιση της σκληρότητας. «Η μέριμνα για τους ταπεινωμένους», γράφει ο Μπρυκνέρ, «είναι το ισχυρό σημείο του ουμανισμού. Αλλά ο εκβιασμός μέσω της θυματοποίησης είναι η άλλη όψη αυτής της προόδου». Το να υποφέρεις είναι μέρος της ανθρώπινης κατάστασης· το να κάνεις την οδύνη ταυτότητά σου σημαίνει να απεμπολήσεις την ίδια την ελευθερία και μαζί της την ελπίδα της συγχώρεσης και της ανανέωσης. Το θύμα, επιμένει, δεν πρέπει ποτέ να γίνει το μέτρο του ανθρώπου.
Η ελιά είναι κομμάτι της ταυτότητάς μας, της διατροφής, του τόπου και της ιστορίας μας. Δεν είναι τυχαίο ότι η UNESCO, το 2019, ανακήρυξε την 26η Νοεμβρίου ως Παγκόσμια Ημέρα Ελιάς, αναγνωρίζοντας τον παγκόσμιο πολιτιστικό, κοινωνικό και οικονομικό της ρόλο. Στην Ελλάδα, το ελαιόλαδο έχει ισχυρό αποτύπωμα στην οικονομία, στην παραγωγή και στην καθημερινότητά μας. Γι’ αυτό και οφείλουμε να στηρίξουμε έμπρακτα τον ελαιοκομικό τομέα, μέσα σε συνθήκες κλιματικής κρίσης, έντονων διακυμάνσεων τιμών και μεγάλων διεθνών προκλήσεων.
Η ελαιοκομία αποτελεί έναν από τους πιο δυναμικούς κλάδους της αγροτικής παραγωγής. Η παραγωγή παρθένου ελαιολάδου για το 2024 εκτιμάται περίπου στους 250.000 τόνους.
Από αυτούς, περίπου 110.000 τόνοι καλύπτουν την εγχώρια κατανάλωση, ενώ το υπόλοιπο εξάγεται, κυρίως προς άλλες χώρες της ΕΕ αλλά και προς αγορές όπως οι ΗΠΑ. Η παραγωγή βρώσιμων ελιών εκτιμάται σε ~400.000 τόνους (νωπές), εκ των οποίων γύρω στους 30.000 τόνους καταναλώνονται στην εσωτερική αγορά, με το μεγαλύτερο μέρος να κατευθύνεται προς μεταποίηση και εξαγωγή.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και των φορέων του κλάδου, το ελαιόλαδο αντιπροσωπεύει σημαντικό ποσοστό της αξίας της αγροτικής μας παραγωγής και των εξαγωγών τροφίμων. Μεγάλο μέρος της παραγωγής μας είναι εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, υψηλής ποιότητας. Αυτό το συγκριτικό πλεονέκτημα αποτελεί τη βάση για μια ακόμη πιο εξωστρεφή και καλύτερα οργανωμένη ελαιοκομία τα επόμενα χρόνια.
Στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων αξιοποιούμε στοχευμένα εργαλεία πολιτικής για τη στήριξη του ελαιοκομικού τομέα. Κεντρικό ρόλο έχουν τα επιχειρησιακά προγράμματα των Οργανώσεων Ελαιοκομικών Φορέων (ΟΕΦ). Συμμετέχουν 67 οργανώσεις, εκπροσωπώντας 10-11 χιλιάδες μέλη παραγωγούς. Τα προγράμματα αυτά χρηματοδοτούν δράσεις συλλογικής οργάνωσης, βελτίωσης της ποιότητας, πιστοποίησης, καινοτομίας, εκπαίδευσης, εξοικονόμησης πόρων και προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή.
Παράλληλα, το Πρόγραμμα Μικρών Νησιών του Αιγαίου στηρίζει τους παραδοσιακούς ελαιώνες — ουσιαστικά το σύνολο της ελαιοκαλλιέργειας στα περισσότερα νησιά πλην της Κρήτης. Για το 2024, οι επιλέξιμες εκτάσεις ανήλθαν σε περίπου 60 χιλιάδες εκτάρια και η ενίσχυση έφθασε τα 7,6 εκατ. ευρώ, εξ ολοκλήρου κοινοτική χρηματοδότηση. Με αυτόν τον τρόπο στηρίζουμε το εισόδημα των παραγωγών, αλλά και τη διατήρηση του τόπου, της βιοποικιλότητας και του νησιωτικού αγροτικού πολιτισμού.
Η στήριξη, όμως, δεν εξαντλείται στις ενισχύσεις. Ενισχύουμε την προστασία από αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, ώστε οι παραγωγοί να έχουν πιο δίκαιους όρους συνεργασίας στην αλυσίδα τροφίμων. Σε συνεργασία με τον ΕΦΕΤ και τις τοπικές ΔΑΟΚ, ενδυναμώνουμε τους ελέγχους ποιότητας και ασφάλειας, ώστε το ελληνικό ελαιόλαδο και οι επιτραπέζιες ελιές να παραμένουν συνώνυμα αξιοπιστίας για τον καταναλωτή.
Προωθούμε, επίσης, την υποχρεωτική δήλωση συγκομιδής και το ελαιοκομικό κτηματολόγιο, ώστε να διαθέτουμε καλύτερα δεδομένα, περισσότερη διαφάνεια και ισχυρότερη ιχνηλασιμότητα.
Η ελιά και το ελαιόλαδο βρίσκονται στον πυρήνα της μεσογειακής διατροφής αναγνωρισμένης ως άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO, όμως στη χώρα μας αποτελεί και ένα ισχυρό χαρτί ανάπτυξης: για την ενίσχυση των ΠΟΠ/ΠΓΕ προϊόντων, για τη σύνδεση της ελαιοκομίας με τον τουρισμό και τον ελαιοτουρισμό, για την προώθηση της πράσινης μετάβασης με έξυπνη άρδευση, εξοικονόμηση ενέργειας και κυκλική αξιοποίηση των παραπροϊόντων.
Με σεβασμό στην παράδοση και αποφασιστικότητα, μπορούμε να κάνουμε την ελληνική ελιά και το ελληνικό ελαιόλαδο ακόμη πιο ισχυρά σύμβολα της χώρας μας στον κόσμο και ακόμη πιο σταθερό στήριγμα για τους ανθρώπους που ζουν από αυτή.
‘Αρθρο του Γενικού Γραμματέα Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων, Σπύρου Πρωτοψάλτη
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν άρθρο είναι απόψεις του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις θέσεις της εφημερίδας The Epoch Times.