Πέμπτη, 07 Μαΐ, 2026

Οι ΗΠΑ επιχειρούν να κατασχέσουν άλλο ένα τάνκερ στα ανοιχτά της Βενεζουέλας

Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν να εμποδίσουν και να κατασχέσουν ένα πλοίο που βρίσκεται στα ανοιχτά της Βενεζουέλας, σε διεθνή ύδατα, είπαν τρεις Αμερικανοί αξιωματούχοι στο πρακτορείο Reuters, λίγες ημέρες αφότου ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε τον ναυτικό «αποκλεισμό» όλων των δεξαμενόπλοιων που υπόκεινται σε κυρώσεις και επιχειρούν να προσεγγίσουν ή να αποπλεύσουν από τη Βενεζουέλα.

Οι αξιωματούχοι, που ζήτησαν να μην κατονομαστούν, δεν διευκρίνισαν πού γίνεται αυτή η επιχείρηση, μόνο ότι επικεφαλής της είναι η Ακτοφυλακή.

Η Ακτοφυλακή και το Πεντάγωνο παρέπεμψαν για απαντήσεις στον Λευκό Οίκο, ο οποίος δεν ανταποκρίθηκε αμέσως στο αίτημα για κάποιο σχόλιο. Αυτή θα είναι η δεύτερη φορά που η Ακτοφυλακή, σε συνεργασία με άλλες αμερικανικές υπηρεσίες, προχωρά στην κατάσχεση ενός τάνκερ.

Μετά την κατάσχεση του πρώτου δεξαμενόπλοιου στα ανοιχτά της Βενεζουέλας, την περασμένη εβδομάδα, έχει επιβληθεί ένα άτυπο εμπάργκο, με πλοία που μεταφέρουν εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου να παραμένουν στα χωρικά ύδατα της Βενεζουέλας, ώστε να μην διατρέξουν τον κίνδυνο να κατασχεθούν.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Γιατί οι ΗΠΑ εξακολουθούν να προσελκύουν μετανάστες εν καιρώ κρίσης

Η κυβέρνηση Τραμπ ανέστειλε πρόσφατα τη διαδικασία εξέτασης όλων των αιτήσεων μετανάστευσης από δεκαεννέα (19) χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Αφγανιστάν, επικαλούμενη φόβους για την εθνική ασφάλεια και τη δημόσια τάξη.

Η απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου ανάγεται στην επίθεση κατά δύο μελών της Εθνοφρουράς κοντά στον Λευκό Οίκο για την οποία κατηγορείται Αφγανός υπήκοος που είχε εισέλθει στις ΗΠΑ μέσω προγράμματος της περιόδου Μπάιντεν. Η επίθεση στοίχισε τη ζωή στη μία από τους δύο και άφησε τον δεύτερο σε κρίσιμη κατάσταση.

Η εποχή χαρακτηρίζεται από έντονη μεταναστευτική κίνηση σε παγκόσμια κλίμακα, με εκατομμύρια ανθρώπους να εγκαταλείπουν χώρες της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και της Ασίας για να μεταβούν στις οικονομίες της Βόρειας Αμερικής και της Ευρώπης. Παρόλο που οι Ηνωμένες Πολιτείες ιδρύθηκαν από μετανάστες, ειδικοί επισημαίνουν πως οι καιροί έχουν αλλάξει· η χώρα έχει εξελιχθεί σε τόσο δημοφιλή προορισμό, ώστε είναι αναγκαία η λήψη μέτρων για την αποκατάσταση μιας λειτουργικής μεταναστευτικής πολιτικής.

«Ο τρόπος που ιδρύθηκε η χώρα, το ήθος και ο αριθμός των ανθρώπων τον 17ο, 18ο και 19ο αιώνα διαφέρουν ριζικά από ό,τι ζούμε σήμερα», σημειώνει η Λώρα Ράις, διευθύντρια του Κέντρου Φύλαξης Συνόρων και Μεταναστευτικής Πολιτικής στο Heritage Foundation. «Το μεταναστευτικό μας σύστημα έχει ξεφύγει — είτε μιλάμε για παράνομη είτε για νόμιμη μετανάστευση. Πρέπει να αποκτήσουμε έλεγχο στη χώρα μας, με ένα νόμιμο, διαχειρίσιμο και τακτοποιημένο μεταναστευτικό σύστημα».

Οι χώρες που επηρεάζονται από το υπόμνημα της 2ας Δεκεμβρίου είναι η Μιανμάρ, το Τσαντ, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, η Ισημερινή Γουινέα, η Ερυθραία, η Αϊτή, το Ιράν, η Λιβύη, το Σουδάν, η Υεμένη, το Μπουρούντι, η Κούβα, το Λάος, η Σιέρα Λεόνε, το Τόγκο, το Τουρκμενιστάν και η Βενεζουέλα. Πολλές από αυτές παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά παραμονής μετά τη λήξη της άδειας εισόδου ή αδύναμα συστήματα ελέγχου στοιχείων.

Τον Αύγουστο, το Pew Research Center ανέλυσε δεδομένα της Αμερικανικής Στατιστικής Υπηρεσίας και εκτίμησε πως 53,3 εκατομμύρια μετανάστες ζούσαν στις ΗΠΑ τον Ιούνιο του 2025. Σύμφωνα με το Migration Policy Institute, οι μετανάστες αποτελούσαν το 14,8% του πληθυσμού το 2024, ποσοστό που οι ΗΠΑ είχαν να δουν από το 1890. «Το ‘πανδοχείο’ μας όχι μόνο είναι γεμάτο, αλλά ξεχειλίζει», λέει η Ράις. «Άρα και άλλες χώρες πρέπει να αναλάβουν ευθύνες».

Παράγοντες προώθησης και έλξης στη μετανάστευση

Το 2024, το Τμήμα Πληθυσμού των Ηνωμένων Εθνών δημοσίευσε στοιχεία που δείχνουν ότι 304 εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν σε χώρα διαφορετική από τη χώρα γέννησής τους, αριθμός-ρεκόρ που αντιστοιχεί στο 3,7% των 8,2 δισεκατομμυρίων του παγκόσμιου πληθυσμού.

Το 2020, ο αντίστοιχος αριθμός ήταν 275 εκατομμύρια. Σε αυτούς περιλαμβάνονται και τα 42 εκατομμύρια άτομα που, σύμφωνα με την Υπηρεσία Προσφύγων του ΟΗΕ τον Ιούνιο του 2025, έχουν εγκαταλείψει την πατρίδα τους λόγω διώξεων, συγκρούσεων, βίας, παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή άλλων γεγονότων που διαταράσσουν σοβαρά τη δημόσια τάξη, καθώς και 8,4 εκατομμύρια που έχουν αιτηθεί άσυλο σε άλλη χώρα.

«Ο πόλεμος και η πολιτική βία αποτελούν παράγοντες προώθησης σε ορισμένες περιοχές, όμως λιγότερο σημαντικούς απ’ ό,τι η διαχρονική επιθυμία των ανθρώπων για καλύτερο βιοτικό επίπεδο. […] Αυτό που επηρεάζει κυρίως δεν είναι τόσο το ζήτημα της ασφάλειας όσο της οικονομίας, που είναι πάντα παρόν», αναφέρει ο δημογράφος και συγγραφέας Πωλ Μόρλαντ, υπογραμμίζοντας πως το Κονγκό, όπου μαίνεται εμφύλιος εδώ και χρόνια, δεν έχει ‘εξάγει’ μεγάλους αριθμούς μεταναστών προς Ευρώπη ή Αμερική, ενώ από την Ινδία και το Πακιστάν — που είναι κατά βάση ειρηνικά — παρατηρούνται μαζικές ροές προς τη Δύση.

«Πολλές φορές οι μετανάστες επικαλούνται διώξεις ως πρόσχημα για να επιδιώξουν οικονομικά οφέλη», προσθέτει η Ράις. «Υπάρχουν 193 χώρες στον πλανήτη. Αν πραγματικά φεύγεις για να σώσεις τη ζωή σου, πρέπει να παραμείνεις στην πρώτη ασφαλή χώρα που συναντάς. Δεν πρέπει κάποιος να διαλέγει χώρα διασχίζοντας αλλεπάλληλα κράτη, χωρίς να ζητά προστασία, απλώς επειδή θέλει να φτάσει στις ΗΠΑ».

Οι πολιτισμικές διαφορές επιτείνουν τον αντίκτυπο της μετανάστευσης στη χώρα υποδοχής, σύμφωνα με τον Μόρλαντ. «Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη επίπτωση είναι όταν καταφθάνουν άνθρωποι από τελείως διαφορετικές κουλτούρες», εξηγεί. «Διαφέρουν στην εμφάνιση, τις συνήθειες, τις αξίες, τις πεποιθήσεις τους. Είναι αναμενόμενο πως θα χρειαστεί περισσότερος χρόνος για να ενσωματωθούν».

Στις ΗΠΑ, η μετανάστευση είχε ιστορικά θετικό αποτύπωμα, σημειώνει ο Χαβιέρ Παλομάρες, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του United States Hispanic Business Council. «Η Αμερική άνθησε επειδή προσέλκυσε τα καλύτερα μυαλά από όλο τον κόσμο, που συνέβαλαν στην ανάπτυξη της καινοτομίας, της οικονομίας και της ίδιας της κοινωνίας της», υπογράμμισε σε γραπτή δήλωση. «Η Αμερική ιδρύθηκε στη βάση της δυνατότητας να αφήσεις πίσω σου το παρελθόν και να χτίσεις κάτι νέο για σένα και την οικογένειά σου. Αυτή η επιτυχία στηρίζεται σε αόρατους πυλώνες που συγκρατούν το έθνος: ελευθερία, ευκαιρίες, σεβασμός στην οικογένεια, πατριωτισμός, τάξη και ένα ισχυρό πλαίσιο κανόνων που επιτρέπουν τον ανταγωνισμό και ενθαρρύνουν την πρόοδο».

Η διάδοση της αγγλικής γλώσσας σε πολλές περιοχές της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής καθιστά τις ΗΠΑ και τη Βρετανία ακόμη ελκυστικότερες στον μέσο μετανάστη, προσθέτει ο Μόρλαντ.

Στη δεκαετία του 1990, μετανάστες και διακινητές συνειδητοποίησαν ότι εισερχόμενοι στη χώρα προορισμού και καταθέτοντας αίτημα ασύλου, μπορούσαν να αξιοποιήσουν νομικές διαδικασίες ώστε να αποτρέψουν την απέλασή τους, είπε ο Τόνυ Σμιθ, πρώην γενικό διευθυντή της UK Border Force. «Έτσι, γεννήθηκε μια ολόκληρη βιομηχανία δικηγόρων μετανάστευσης που στήριζαν τους παράνομα εισερχομένους», επισημαίνει. «Το αποτέλεσμα ήταν να αποτρέπονται, έστω προσωρινά, οι επαναπροωθήσεις μέχρι την εξέταση της αίτησης». Το γεγονός ότι οι αιτούντες άσυλο συνήθως είχαν διέλθει από πολλές ασφαλείς χώρες δεν είχε καμία βαρύτητα. «Υπάρχουν άνθρωποι από όλον τον κόσμο που περνούν από το Μεξικό για να φτάσουν στις ΗΠΑ. Δεν τους ενδιαφέρει να βρουν άσυλο στο Μεξικό ή τη Νότια Αμερική», σημειώνει. 

Ένας μετανάστης με μάσκα περνάει παράνομα τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών έξω από το Σαν Ντιέγκο. Καλιφόρνια, 5 Δεκεμβρίου 2023. (John Fredricks/The Epoch Times)

 

Ο Ντόναλντ Τραμπ ανέτρεψε αυτό το σύστημα. «Κάνει πράγματα που σοκάρουν ορισμένους δικαστές και δικηγόρους», παρατηρεί ο Σμιθ. «Επέφερε σημαντικές μειώσεις στη λαθρομετανάστευση μέσω των νοτίων συνόρων αλλά και με μέτρα σύλληψης και απέλασης όσων μένουν παράνομα στις ΗΠΑ, και άσκησε πολιτική πίεση σε χώρες που παραδοσιακά αρνούνταν να παραλάβουν τους υπηκόους τους».

Σύμφωνα με τον Μόρλαντ, στις χώρες με ακραία φτώχεια η μαζική μετανάστευση σε μακρινές αποστάσεις είναι σπάνιο φαινόμενο. «Παραδόξως, ο κόσμος αποφασίζει να φύγει όταν έχει ‘σηκωθεί από το πάτωμα’, όταν αποκτήσει λίγα χρήματα, ένα iPhone, όταν δει πώς είναι ο υπόλοιπος κόσμος, όταν αντέχει το εισιτήριο του αεροπλάνου ή έχει ήδη συγγενείς στο Λονδίνο ή το Παρίσι. Δεν μεταναστεύει όταν είναι εντελώς εξαθλιωμένος και αποκομμένος στην αγροτική του γειτονιά».

Εκφράζει επίσης αμφιβολίες για το αν οι μετανάστες θα επέστρεφαν σε χώρες όπως το Αφγανιστάν, η Συρία ή το Σουδάν, ακόμη κι αν επικρατούσε ειρήνη. «Ακόμη και αν το καθεστώς των Ταλιμπάν ανατραπεί και δημιουργηθεί μια φιλελεύθερη δημοκρατία, δύσκολα νομίζω ότι θα επέστρεφε κανείς. Μόνο αν ακολουθήσουν δεκαετίες οικονομικής ευημερίας, ίσως τότε…». Υποστηρίζει ότι η ακούσια επιστροφή μεταναστών από χώρες με υψηλά εισοδήματα, όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Γερμανία, όπου το κατά κεφαλήν εισόδημα ξεπερνά τα 50.000 δολάρια, θα είναι πάντα περιορισμένη.

Η γερουσιαστής Σέιλι Μουρ Καπίτο (Ρεπουμπλικανική, Δυτική Βιρτζίνια) κρατά μια φωτογραφία της Σάρα Μπέκστρομ, μέλους της Εθνοφρουράς της Δυτικής Βιρτζίνια, η οποία πυροβολήθηκε κοντά στο Λευκό Οίκο στις 26 Νοεμβρίου. Ουάσινγκτον, 2 Δεκεμβρίου 2025. (Madalina Kilroy/The Epoch Times)

 

Εθνική ασφάλεια και κράτος πρόνοιας με ανοιχτά σύνορα

Ο 29χρονος Ραμανέλα Λακχανουάλ, ο Αφγανός που κατηγορείται για ανθρωποκτονία πρώτου βαθμού της δεκανέως Σάρα Μπέκστρομ, 20 ετών, και απόπειρα δολοφονίας σε βάρος του λοχία Άντριου Γουλφ, είχε εργαστεί για τη CIA τον καιρό του πολέμου στο Αφγανιστάν. Ήταν μεταξύ των ~76.000 Αφγανών που έλαβαν άδεια επανεγκατάστασης στις ΗΠΑ μέσω του προγράμματος «Operation Allies Welcome» της περιόδου Μπάιντεν, το οποίο εξετάζεται τώρα σχολαστικά από τον Τραμπ και άλλους αξιωματούχους για ελλείψεις στους ελέγχους ασφαλείας.

Η Ράις θεωρεί ότι η πρόσφατη ένοπλη επίθεση στην Ουάσιγκτον δικαιολογεί πλήρως τις κινήσεις του προέδρου, περιλαμβανομένης της επανεξέτασης της πολιτικής ανοικτών συνόρων και μαζικής παραχώρησης καθεστώτος προσωρινής παραμονής σε εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως και εκατομμύρια, μη επιλέξιμους αλλοδαπούς από όλο τον κόσμο που εφαρμοζόταν επί διακυβέρνησης Μπάιντεν. Η επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο σηματοδότησε και την κορύφωση της δυσαρέσκειας των Αμερικανών ψηφοφόρων για τη μεταναστευτική πολιτική της χώρας και τις ανησυχίες για την εθνική ασφάλεια.

«Ο κόσμος βαρέθηκε το κράτος πρόνοιας με ανοιχτά σύνορα. Γι’ αυτό ψήφισε εναντίον του στις περασμένες εκλογές. Θέλουν τα σύνορα ασφαλή, την απομάκρυνση των παράτυπων αλλοδαπών και τα κρατικά κονδύλια για τους ίδιους τους Αμερικανούς, όχι για όσους δεν δικαιούνται να βρίσκονται εδώ».

Η παγκόσμια μεταναστευτική κρίση συμπίπτει με έντονες διαφοροποιήσεις στους δείκτες γεννήσεων ανάμεσα στη Δύση και τον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο. Η Αφρική καταγράφει τα υψηλότερα ποσοστά: Σομαλία, Τσαντ, Νίγηρας και Κονγκό έχουν δείκτες γεννήσεων άνω του 6. Το 1960, το αντίστοιχο ποσοστό για τις ΗΠΑ κυμαινόταν μεταξύ 4 και 5. Το 2023 είχε μειωθεί στο 2,2, αγγίζοντας το 2,1, που είναι το επίπεδο που απαιτείται για τη φυσική αναπλήρωση του πληθυσμού.

Ο μακροοικονομολόγος Χεσούς Φερνάντεζ-Βιγιαβέρδε χαρακτήρισε τα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων «τη μεγαλύτερη οικονομική πρόκληση της εποχής μας» σε αναφορά του για το American Enterprise Institute τον Φεβρουάριο. Για τον Παλομάρες, η μετανάστευση συμβάλλει στην αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης: «Με δεδομένη τη μείωση των γεννήσεων, το έθνος μας στηρίζεται σε μια σταθερή ροή μεταναστών εργαζομένων και επιχειρηματιών». Η Ράις επισημαίνει, ωστόσο, ότι το δημογραφικό πρόβλημα των ΗΠΑ πρέπει να αντιμετωπιστεί στη ρίζα του: «Η πτώση της γεννητικότητας στην Αμερική είναι αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας, καταστροφικής εκστρατείας κατά του γάμου, της οικογένειας και της τεκνογονίας. Πρέπει απλώς να ξυπνήσουμε από αυτόν τον εφιάλτη των αντι-οικογενειακών πολιτικών και να επιστρέψουμε σε όσα η φύση μας επιβάλλει».

Γερμανία: Εκδήλωση μνήμης για τα θύματα της επίθεσης στη χριστουγεννιάτικη αγορά του Μαγδεμβούργου

«Υπάρχουν μέρες που το σκοτάδι αρνείται να διαλυθεί (…) Ο θυμός και η οργή είναι κι αυτά επιτρεπτά μπροστά σε τέτοια φριχτά εγκλήματα». Με αυτά τα λόγια, εμφανώς συγκινημένος, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς εξέφρασε την οδύνη του, αλλά και την αλληλεγγύη του προς τις οικογένειες των θυμάτων και τους πολίτες του Μαγδεμβούργου, με αφορμή την συμπλήρωση ενός έτους από την επίθεση στη χριστουγεννιάτικη αγορά της πόλης, η οποία στοίχισε τη ζωή σε έξι άτομα.

Στην επιμνημόσυνη δέηση στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη, η οποία ολοκληρώθηκε με διαθρησκειακή προσευχή, τιμήθηκαν τα θύματα, οι τραυματίες και οι οικογένειές τους. Στις 19:02 (τοπική ώρα), ακριβώς την ώρα της επίθεσης, ήχησαν οι καμπάνες, μια φορά για κάθε ένα από τα θύματα. Έξι κεριά, ένα για τον κάθε νεκρό της επίθεσης και ένα έβδομο κερί, για το σύνολο των πληγέντων άναψαν στον ναό. Μπροστά στην εκκλησία, πολίτες εξέφραζαν την συμπαράστασή τους αφήνοντας κεριά, λουλούδια και λούτρινα ζωάκια.

Μετά το τέλος της δέησης, μια φωτεινή αλυσίδα σχηματίστηκε από την εκκλησία και γύρω από την αγορά, όπου ο Σαουδάραβας ψυχίατρος Ταλέμπ Αλ-Αμπντουλμοζέν στις 20 Δεκεμβρίου του 2024 οδήγησε το αυτοκίνητό του κατευθείαν επάνω στο συγκεντρωμένο πλήθος, σκοτώνοντας πέντε γυναίκες ηλικίας 45 έως 75 ετών και ένα 9χρονο αγόρι και τραυματίζοντας περίπου 300 άτομα. Ο Αλ Αμπντουλμοζέν έχει ομολογήσει την πράξη του και εδώ και λίγες εβδομάδες βρίσκεται σε εξέλιξη η δίκη του.

«Στεκόμαστε στο πλευρό σας, σήμερα και στο μέλλον. Και αν αυτή η υποστήριξη είναι ελλιπής, τότε καλούμαστε σήμερα να τη διορθώσουμε και να τη βελτιώσουμε. Στο κοινό πένθος μπορεί κανείς να βρει παρηγοριά και δύναμη, αλλά μπροστά σε φριχτά εγκλήματα όπως αυτό, είναι επίσης επιτρεπτό να έχει κανείς θυμό και οργή», δήλωσε ο καγκελάριος και τόνισε ότι η Γερμανία είναι μια χώρα «που δεν εκτιμά τίποτα περισσότερο από τον άνθρωπο, το κάθε άτομο, την ανθρώπινη ζωή». Πρόκειται για την προσφορά άνευ όρων συμπόνιας του ενός προς τον άλλον, όπου συμβαίνει αδικία, για το να στεκόμαστε μαζί όπου ξεσπά βία και για τη συνεχή υποστήριξη όσων βιώνουν βία.

Φ. Καραβίτη

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Λούλα: Μια αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα θα μπορούσε να είναι καταστροφική

Ο πρόεδρος της Βραζιλίας Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα προειδοποίησε σήμερα πως μια «ένοπλη επέμβαση στη Βενεζουέλα θα συνιστούσε μια ανθρωπιστική καταστροφή», μπροστά στις κλιμακούμενες ενέργειες των ΗΠΑ προς την περιφερειακή γείτονα Βενεζουέλα.

Την Τρίτη ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ διέταξε έναν «αποκλεισμό» όλων των πετρελαιοφόρων που υπόκεινται σε κυρώσεις και που εισέρχονται και εξέρχονται από τη Βενεζουέλα, στην τελευταία κατά σειρά ενέργεια της Ουάσιγκτον προκειμένου να αυξήσει την πίεση σε βάρος της κυβέρνησης του Νικολάς Μαδούρο, στοχοθετώντας τη βασική πηγή εισοδημάτων της.

Ο Λούλα και η πρόεδρος του Μεξικού Κλαούντια Σέινμπαουμ, οι ηγέτες των δύο μεγαλύτερων οικονομιών της Λατινικής Αμερικής, απηύθυναν ήδη αυτήν την εβδομάδα έκκληση για αυτοσυγκράτηση, την ώρα που η ένταση κλιμακώνεται.

Όμως, σήμερα, κατά τη διάρκεια μιας συνόδου του νοτιοαμερικανικού μπλοκ Mercosur στο Φοζ ντο Ιγκουασού, μια πόλη στη νότια Βραζιλία, ο Λούλα έκανε μια σθεναρότερη δήλωση έναντι εκείνου που ο ίδιος πιστεύει πως θα αποτελούσε ένα «επικίνδυνο προηγούμενο για τον κόσμο».

Περισσότερα από σαράντα χρόνια μετά τον Πόλεμο των Φόκλαντ, μεταξύ της Αργεντινής και της Βρετανίας, πρόσθεσε: «η νοτιοαμερικανική ήπειρος στοιχειώνεται για μία ακόμη φορά από τη στρατιωτική παρουσία μιας εξω-περιφερειακής δύναμης».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ο Ζελένσκι δηλώνει έτοιμος για εκλογές υπό όρους διαφάνειας και ασφάλειας

Ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, δήλωσε στις 9 Δεκεμβρίου: «Είμαι έτοιμος να διεξαγάγω εκλογές μέσα σε τρεις μήνες, εφόσον οι σύμμαχοί μου στη Δύση μπορούν να εγγυηθούν ότι η ψηφοφορία θα διεξαχθεί με ασφάλεια και ακεραιότητα».

Η τοποθέτηση αυτή έγινε μετά από δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος σημείωσε: «Πιστεύω ότι είναι μια σημαντική στιγμή για τη διεξαγωγή εκλογών. Χρησιμοποιούν τον πόλεμο ως δικαιολογία για να μην πραγματοποιήσουν εκλογές, αλλά νομίζω πως ο ουκρανικός λαός πρέπει να έχει αυτή την επιλογή. Και ίσως ο Ζελένσκι να κέρδιζε. Δεν ξέρω ποιος θα κέρδιζε. Αλλά έχουν πολύ καιρό να κάνουν εκλογές. Συζητούν για δημοκρατία, αλλά φτάνει ένα σημείο που παύει να είναι δημοκρατία».

Ο Ζελένσκι εξελέγη το 2019, επικρατώντας στον δεύτερο γύρο με 73% έναντι του τότε προέδρου Πέτρο Ποροσένκο. Ο ίδιος, πρώην κωμικός και ηθοποιός, έγινε ιδιαίτερα γνωστός ενσαρκώνοντας έναν καθηγητή που εκλέγεται πρόεδρος, σε μία δημοφιλή τηλεοπτική σειρά με τίτλο «Υπηρέτης του Λαού».

Η εκλογή του ήρθε πέντε χρόνια μετά την έναρξη συγκρούσεων στην ανατολική Ουκρανία από ρωσόφωνους αυτονομιστές και την ανατροπή του φιλορώσου προέδρου Βίκτορ Γιανουκόβιτς τον Φεβρουάριο του 2014, εν μέσω μαζικών διαδηλώσεων. Το ίδιο έτος σημειώθηκε και η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία, έπειτα από αμφισβητούμενο δημοψήφισμα.

Μετά τη ρωσική εισβολή στις 24 Φεβρουαρίου 2022, οι εκλογικές διαδικασίες στην Ουκρανία τέθηκαν σε αναστολή, λόγω του στρατιωτικού νόμου που επιβλήθηκε. Ωστόσο, ο Ζελένσκι εξέφρασε την πρόθεσή του να αλλάξει τη νομοθεσία, δηλώνοντας στις 9 Δεκεμβρίου: «Είμαι έτοιμος για εκλογές, και μάλιστα ζητώ από τις ΗΠΑ και ίσως και από τους Ευρωπαίους εταίρους, να βοηθήσουν ώστε να διασφαλιστεί η ασφάλεια της εκλογικής διαδικασίας. Τότε, σε διάστημα 60-90 ημερών, η Ουκρανία θα είναι έτοιμη να οργανώσει εκλογές».

Σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις, η ουκρανική κοινωνία εμφανίζεται διχασμένη σχετικά με τις εκλογές εν καιρώ πολέμου. Έρευνα του Διεθνούς Ινστιτούτου Κοινωνιολογίας του Κιέβου έδειξε ότι μόλις το 25% υποστηρίζει εκλογές μετά από κατάπαυση του πυρός, ενώ το 57% θεωρεί ότι πρέπει να διεξαχθούν μόνο μετά την επίτευξη τελικής ειρηνευτικής συμφωνίας. Σε συνέντευξή του στο Axios στις 25 Σεπτεμβρίου, ο Ζελένσκι άφησε να εννοηθεί ότι θα ήταν διατεθειμένος να αποχωρήσει από την προεδρία μετά τον πόλεμο, αποκλείοντας δεύτερη θητεία.

Αναφορικά με ενδεχόμενους υποψήφιους, ο Ζελένσκι θεωρείται φαβορί στην κούρσα, με τελευταία δημοσκόπηση να του αποδίδει ποσοστό 20,3%. Κοντά του, με 19%, βρίσκεται ο πρώην αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Βαλέρι Ζαλούζνι. Ανάμεσα στα πρόσωπα που συζητούνται επίσης για υποψηφιότητα είναι η πρώην πρωθυπουργός Γιούλια Τιμοσένκο, καθώς και γνωστές προσωπικότητες όπως ο Βιτάλι Κλίτσκο και ο Ολεξάντρ Γιούσικ.

Παρ’ όλα αυτά, τα οργανωτικά προβλήματα είναι τεράστια, καθώς περίπου το ένα πέμπτο της χώρας παραμένει υπό ρωσική κατοχή. Οι περιοχές της Κριμαίας, του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες. Μάλιστα, αναφορές πριν από τις εκλογικές διαδικασίες στις κατεχόμενες ζώνες αποκάλυψαν πως πολλοί υποψήφιοι ήταν Ρώσοι πολίτες χωρίς ουσιαστικούς δεσμούς με τις τοπικές κοινωνίες, γεγονός που προκάλεσε διεθνείς αντιδράσεις.

Παρά τις προκλήσεις, υπάρχουν προηγούμενα χωρών που διοργάνωσαν εκλογές εν καιρώ πολέμου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνέχισαν την εκλογική διαδικασία και κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο, με τον Λίνκολν να εκλέγεται εκ νέου χωρίς να διεξαχθεί ψηφοφορία στις νότιες πολιτείες. Η Βρετανία ανέστειλε τις εκλογές κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με τη διεξαγωγή τους να επανέρχεται αμέσως μετά τη λήξη των εχθροπραξιών, αναδεικνύοντας την πολυπλοκότητα της διακυβέρνησης εν μέσω συγκρούσεων.

Η Ακαδημία Αθηνών βραβεύει τον Μιχάλη Παούρη με «Οίκοθεν Βραβείο»

Με «Οίκοθεν Βραβείο» τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών ο σολίστ και συνθέτης Μιχάλης Παούρης, κατά την ετήσια πανηγυρική συνεδρία της Ακαδημίας.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, το «Οίκοθεν Βραβείο» απονέμεται με πρωτοβουλία της ίδιας της Ακαδημίας σε προσωπικότητες των Γραμμάτων, των Τεχνών και της Επιστήμης, ως αναγνώριση της προσφοράς τους.

Στο ίδιο πλαίσιο επισημαίνεται ότι ο Μιχάλης Παούρης συγκαταλέγεται στους νεότερους δημιουργούς που λαμβάνουν τη συγκεκριμένη διάκριση. Αναφέρεται επίσης ότι είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της Ακαδημίας Αθηνών που τιμάται δημιουργός και σολίστ με κύρια όργανα καλλιτεχνικής και συνθετικής έκφρασης το μπουζούκι και την ακουστική κιθάρα.

Σε δήλωσή του, ο Μιχάλης Παούρης ανέφερε ότι η διάκριση αυτή δεν αφορά μόνο το πρόσωπό του, αλλά συνδέεται με μια ευρύτερη αναγνώριση της ελληνικής μουσικής δημιουργίας και της εξέλιξης της παράδοσης.

Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο κος Παούρης χαρακτήρισε τη βράβευση ως αναγνώριση «προσπάθειας, αγώνα χρόνων, βαθιάς μελέτης και προσήλωσης ζωής στη μουσική, τη διδασκαλία, τη σύνθεση αλλά και την ανάδειξη σε διεθνές επίπεδο της ποιότητας που μουσικά μπορεί να προσδώσει το μπουζούκι στη μουσική και στην τέχνη της σύνθεσης».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Οι ΗΠΑ αποσύρουν το αίτημα απέλασης για άνδρα που κατέγραψε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ουιγούρων στην Κίνα

Το υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ (Department of Homeland Security – DHS) απέσυρε το αίτημά του για την απέλαση στην Ουγκάντα Κινέζου υπηκόου που είχε καταγράψει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης Ουιγούρων στην περιοχή Σιντζιάνγκ της Κίνας, σύμφωνα με τον δικηγόρο του.

Ο Κινέζος υπήκοος, Γκουάν Χενγκ (Guan Heng), είχε καταγράψει τα στρατόπεδα όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) έχει διαπράξει παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε βάρος Ουιγούρων και άλλων εθνοτικών μειονοτήτων.

Αργότερα διέφυγε από την Κίνα το 2021, εισήλθε παράνομα στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω Νότιας Αμερικής προκειμένου να ζητήσει άσυλο και έδωσε στη δημοσιότητα το βίντεο με τα στρατόπεδα.

Τον Αύγουστο συνελήφθη από ομοσπονδιακές αρχές μετανάστευσης και αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο απέλασης.

Ο δικηγόρος του, Άλεν Τσεν (Allen Chen), ανέφερε στις 19 Δεκεμβρίου ότι έλαβαν επιστολή από το DHS, στην οποία αναφερόταν ότι το υπουργείο απέσυρε την εντολή απομάκρυνσης του Γκουάν προς την Ουγκάντα. Ο Τσεν χαρακτήρισε την απόφαση θετική εξέλιξη για την υπόθεση και σημείωσε ότι ο Γκουάν αναμένεται να έχει ακρόαση για την καταβολή εγγύησης τις επόμενες εβδομάδες.

Η εφημερίδα The Epoch Times επικοινώνησε με τον Τσεν για περισσότερες πληροφορίες, χωρίς να λάβει απάντηση έως τη στιγμή της δημοσίευσης.

Εκπρόσωπος του DHS ανέφερε ότι οι ισχυρισμοί του Γκουάν θα εξεταστούν από δικαστήριο μετανάστευσης. Πρόσθεσε ότι θα υπάρξουν περισσότερες πληροφορίες για την υπόθεση και ότι όλοι οι ισχυρισμοί του θα εξεταστούν από δικαστή μετανάστευσης.

Παραμένει ασαφές εάν το DHS θα επιδιώξει την απέλασή του στην Κίνα ή σε άλλη χώρα. Το υπουργείο δεν απάντησε σε σχετικό αίτημα σχολιασμού έως τη στιγμή της δημοσίευσης.

Η Tom Lantos Human Rights Commission (Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Τομ Λάντος), διακομματικό όργανο υπό την ηγεσία μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων, ανέφερε σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα X ότι ο Γκουάν είναι πιθανό να αντιμετωπίσει διώξεις εάν επιστρέψει στην Κίνα.

Η επιτροπή ανέφερε ότι ο Γκουάν Χενγκ έθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο για να καταγράψει στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Σιντζιάνγκ, τα οποία αποτελούν μέρος της γενοκτονίας των Ουιγούρων από το ΚΚΚ, και τόνισε ότι θα πρέπει να του δοθεί κάθε δυνατή ευκαιρία να παραμείνει σε τόπο ασφάλειας.

Ο βουλευτής Ράτζα Κρισναμούρτι (D-Ill.), υψηλόβαθμο μέλος της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής για το ΚΚΚ, απέστειλε στις 12 Δεκεμβρίου επιστολή προς την υπουργό Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νόεμ, με την οποία την προέτρεψε να εγκρίνει την αίτηση ασύλου του Γκουάν.

Ο Κρισναμούρτι ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν νομικές υποχρεώσεις να προστατεύουν πληροφοριοδότες για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αιτούντες άσυλο που διαφεύγουν από διώξεις αυταρχικών κυβερνήσεων, όπως το ΚΚΚ.

Σημείωσε επίσης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ηθική ευθύνη να στηρίξουν τα θύματα παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Σιντζιάνγκ, καθώς και τα γενναία άτομα που αναλαμβάνουν τεράστιους προσωπικούς κινδύνους για να αποκαλύψουν αυτές τις πρακτικές στη διεθνή κοινότητα.

Πρόσθεσε ότι ο Γκουάν έχει σε εκκρεμότητα αίτηση ασύλου και ότι οι συνθήκες της φυγής του από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (ΛΔΚ) αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα του λόγου για τον οποίο υπάρχει το άσυλο. Παρέθεσε ακόμη δήλωση της μητέρας του, σύμφωνα με την οποία, εάν επιστραφεί στην Κίνα, ουσιαστικά θα βρεθεί αντιμέτωπος με βέβαιο θάνατο.

Το περασμένο έτος, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ακόμη 14 χώρες εξέδωσαν κοινή δήλωση για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Σιντζιάνγκ και το Θιβέτ, επικαλούμενες έκθεση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών του 2022, στην οποία αναφερόταν ότι η κλίμακα της αυθαίρετης κράτησης Ουιγούρων και άλλων εθνοτικών μειονοτήτων στη Σιντζιάνγκ ενδέχεται να συνιστά διεθνή εγκλήματα, και ειδικότερα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) έχει αρνηθεί τις καταγγελίες για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε βάρος Ουιγούρων και άλλων εθνοτικών μειονοτήτων στη Σιντζιάνγκ, χαρακτηρίζοντας τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ως «κέντρα επαγγελματικής εκπαίδευσης δεξιοτήτων».

Οι ΗΠΑ επεκτείνουν τις κυρώσεις κατά του οικογενειακού δικτύου του Μαδούρο στη Βενεζουέλα

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν στις 19 Δεκεμβρίου νέες κυρώσεις σε πρόσωπα που συνδέονται με τον πρόεδρο της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο, στο πλαίσιο μιας κλιμακούμενης εκστρατείας πίεσης που στοχεύει, σύμφωνα με την αμερικανική κυβέρνηση, τη διακίνηση ναρκωτικών και τη διαφθορά από το καθεστώς της χώρας.

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσσεντ ανέφερε, σε δελτίο Τύπου της 19ης Δεκεμβρίου, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επιτρέψουν στη Βενεζουέλα να συνεχίσει να πλημμυρίζει τη χώρα με θανατηφόρα ναρκωτικά, προσθέτοντας ότι ο Μαδούρο και οι εγκληματικοί συνεργοί του απειλούν την ειρήνη και τη σταθερότητα ολόκληρου του δυτικού ημισφαιρίου.

Η ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών βασίζεται σε κυρώσεις που είχαν επιβληθεί νωρίτερα μέσα στον μήνα και στόχευαν τον Μαλπίκα Φλόρες, ανιψιό της συζύγου του Μαδούρο, Σίλια Φλόρες, καθώς και τον Παναμέζο επιχειρηματία Ραμόν Καρρετέρο. Και οι δύο κατηγορήθηκαν ότι ήταν υπεύθυνοι ή συνένοχοι, ή ότι είχαν άμεση ή έμμεση εμπλοκή, σε συναλλαγές ή σειρές συναλλαγών που περιλάμβαναν παραπλανητικές πρακτικές ή διαφθορά σε σχέση με την κυβέρνηση της Βενεζουέλας ή με έργα και προγράμματα που διαχειρίζεται το κράτος.

Στο πλαίσιο των νέων μέτρων κατονομάστηκαν τρία άμεσα μέλη της οικογένειας του Καρρετέρο και πέντε συγγενείς της οικογένειας Φλόρες, μεταξύ των οποίων και η αδελφή της Σίλια Φλόρες. Στη λίστα περιλαμβάνονται επίσης ο πατέρας του Μαλπίκα Φλόρες, Κάρλος Εβέλιο Μαλπίκα Τορεάλμπα, καθώς και η ενήλικη κόρη του, Έρικα Πατρίσια Μαλπίκα Ουρτάδο.

Το υπουργείο Οικονομικών ανέφερε ότι ο Μαλπίκα Φλόρες, ο οποίος έχει επανειλημμένα συνδεθεί με υποθέσεις διαφθοράς στην κρατική πετρελαϊκή εταιρεία της Βενεζουέλας Petróleos de Venezuela, S.A. (PDVSA), αξιοποίησε τις οικογενειακές του διασυνδέσεις για τις διασυνοριακές χρηματοοικονομικές του δραστηριότητες.

Σύμφωνα με το υπουργείο, ως αποτέλεσμα των συγκεκριμένων ενεργειών, όλα τα περιουσιακά στοιχεία και τα συμφέροντα σε περιουσιακά στοιχεία των προσώπων που κατονομάζονται ή τίθενται υπό αποκλεισμό και βρίσκονται στις Ηνωμένες Πολιτείες ή υπό την κατοχή ή τον έλεγχο Αμερικανών πολιτών δεσμεύονται και πρέπει να δηλωθούν στο Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (Office of Foreign Assets and Control – OFAC).

Παράλληλα, διευκρινίστηκε ότι κάθε οντότητα που ανήκει, άμεσα ή έμμεσα, ατομικά ή συνολικά, κατά ποσοστό 50% ή περισσότερο σε ένα ή περισσότερα από τα πρόσωπα που έχουν τεθεί υπό αποκλεισμό, υπόκειται επίσης σε δέσμευση.

Οι κυρώσεις αυτές εντείνουν τις ήδη αυξανόμενες εντάσεις μεταξύ Βενεζουέλας και Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες έχουν πραγματοποιήσει επιθέσεις κατά πλοιαρίων που φέρονται να μεταφέρουν ναρκωτικά στην περιοχή. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ στοχεύει τη Βενεζουέλα από την πρώτη του θητεία, όταν υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα κατά προσώπων που, όπως είχε δηλώσει, συνέβαλλαν στην επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας.

Πιο πρόσφατα, ο Τραμπ ανακοίνωσε τον αποκλεισμό δεξαμενόπλοιων πετρελαίου που τελούν υπό κυρώσεις στα ανοικτά των ακτών της Βενεζουέλας και δήλωσε ότι το ενδεχόμενο πολέμου με τη χώρα δεν έχει αποκλειστεί. Παράλληλα, κατηγόρησε το καθεστώς Μαδούρο ότι βλάπτει Αμερικανούς πολίτες μέσω της διακίνησης ναρκωτικών και της δράσης συμμοριών, ενώ χρηματοδοτεί παράνομες δραστηριότητες με πετρελαϊκά περιουσιακά στοιχεία που έχουν κατασχεθεί από το κράτος.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social στις 16 Δεκεμβρίου, ο Τραμπ ανέφερε ότι το, όπως το χαρακτήρισε, παράνομο καθεστώς Μαδούρο χρησιμοποιεί πετρέλαιο από κλεμμένα πετρελαϊκά κοιτάσματα για να χρηματοδοτεί τη δράση του, την τρομοκρατία που συνδέεται με ναρκωτικά, την εμπορία ανθρώπων, δολοφονίες και απαγωγές. Πρόσθεσε ότι, λόγω της κλοπής αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων και για πολλούς ακόμη λόγους, μεταξύ των οποίων η τρομοκρατία, η λαθρεμπορία ναρκωτικών και η εμπορία ανθρώπων, το καθεστώς της Βενεζουέλας έχει χαρακτηριστεί ως ξένη τρομοκρατική οργάνωση.

Η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί τον Καρρετέρο πρόσωπο που διευκολύνει αποστολές πετρελαίου για λογαριασμό του καθεστώτος της Βενεζουέλας. Στις 11 Δεκεμβρίου ανέφερε ότι είχε συνάψει επικερδείς συμβάσεις με την κυβέρνηση Μαδούρο και είχε ποικίλες επιχειρηματικές συναλλαγές με την οικογένεια Μαδούρο–Φλόρες, μεταξύ άλλων μέσω της σύμπραξης σε αρκετές εταιρείες.

Ο Τραμπ έχει επίσης χαρακτηρίσει τη φαιντανύλη όπλο μαζικής καταστροφής και έχει επικαλεστεί τον Νόμο περί Αλλοδαπών Εχθρών για την απέλαση μελών της βενεζουελανικής συμμορίας Tren de Aragua. Η συγκεκριμένη συμμορία αποτέλεσε αντικείμενο πανεθνικής καταστολής με πολλαπλά κατηγορητήρια, όπως ανακοίνωσε το υπουργείο Δικαιοσύνης στις 18 Δεκεμβρίου.

Ο Μαδούρο και η κυβέρνησή του έχουν αρνηθεί οποιαδήποτε σύνδεση με τις εγκληματικές δραστηριότητες, υποστηρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν την ανατροπή του προκειμένου να αποκτήσουν τον έλεγχο των τεράστιων πετρελαϊκών αποθεμάτων της Βενεζουέλας.

Του Sam Dorman

Με πληροφορίες από το Reuters

Πτώχευσε αμερικανικός κολοσσός με 1 δισ. χρέη

Ο αμερικανικός τεχνολογικός κολοσσός Luminar Technologies, ένας από τους πιο γνωστούς παίκτες στον τομέα των συστημάτων LiDAR για την αυτοκινητοβιομηχανία, κατέθεσε αίτηση πτώχευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς τα συνολικά του χρέη πλησιάζουν το 1 δισεκατομμύριο δολάρια. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ισχυρό πλήγμα για έναν κλάδο που μέχρι πρόσφατα παρουσιαζόταν ως βασικός πυλώνας της αυτόνομης οδήγησης.

Η τεχνολογία LiDAR (Light Detection and Ranging) επιτρέπει σε ένα όχημα να «χαρτογραφεί» το περιβάλλον του εκπέμποντας ακτίνες λέιζερ και μετρώντας τον χρόνο που απαιτείται για να επιστρέψει το ανακλώμενο σήμα. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ένα τρισδιάστατο μοντέλο του χώρου, δίνοντας στο αυτοκίνητο τη δυνατότητα να αναγνωρίζει εμπόδια, πεζούς και άλλα οχήματα με υψηλή ακρίβεια. Για χρόνια, το LiDAR θεωρούνταν κρίσιμη τεχνολογία για ασφαλέστερες μετακινήσεις και προηγμένα συστήματα αυτόνομης οδήγησης.

Η Luminar, ωστόσο, βρέθηκε αντιμέτωπη με σοβαρές οικονομικές πιέσεις. Τους τελευταίους μήνες προηγήθηκαν απολύσεις προσωπικού, παραιτήσεις ανώτατων στελεχών και έντονη αβεβαιότητα γύρω από το επιχειρηματικό της μοντέλο. Κεντρική αιτία θεωρείται η μείωση του ενδιαφέροντος από μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες για ακριβές λύσεις LiDAR, καθώς και η είσοδος κινεζικών εταιρειών στην αγορά, οι οποίες προσφέρουν αντίστοιχα συστήματα σε πολύ χαμηλότερες τιμές, συμπιέζοντας δραστικά τα περιθώρια κέρδους.

Σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα που κατατέθηκαν στο αρμόδιο δικαστήριο του Τέξας, τα περιουσιακά στοιχεία της Luminar αποτιμώνται μεταξύ 100 και 500 εκατ. δολαρίων, ενώ οι υποχρεώσεις της κυμαίνονται από 500 εκατ. έως 1 δισ. δολάρια. Παράλληλα, η εταιρεία γνωστοποίησε ότι έχει ήδη επιτευχθεί συμφωνία με την Quantum Computing Inc. για την πώληση της θυγατρικής Luminar Semiconductor, η οποία κατασκευάζει τους αισθητήρες LiDAR, έναντι 110 εκατ. δολαρίων.

Η διοίκηση της Luminar διαβεβαιώνει ότι, κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, η εταιρεία θα συνεχίσει κανονικά τη λειτουργία της, θα παραδίδει τα προϊόντα της στους πελάτες και θα καταβάλλει κανονικά τους μισθούς των εργαζομένων. Όπως δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος Πολ Ρίτσι, «μετά από μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση όλων των εναλλακτικών επιλογών, το διοικητικό συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μια διαδικασία πώλησης υπό την εποπτεία του δικαστηρίου αποτελεί την καλύτερη πορεία προς τα εμπρός».

Η κατάρρευση της Luminar αναδεικνύει μια βαθύτερη μεταβολή στην παγκόσμια αγορά τεχνολογιών αυτόνομης οδήγησης. Η βιομηχανία φαίνεται να επαναξιολογεί τον ρόλο του LiDAR, στρεφόμενη είτε σε φθηνότερες λύσεις είτε σε εναλλακτικές τεχνολογίες, όπως οι κάμερες και τα ραντάρ. Παράλληλα, η πίεση από την Κίνα επιβεβαιώνει ότι ο ανταγωνισμός στο πεδίο της αυτοκινητικής τεχνολογίας δεν είναι πλέον μόνο τεχνολογικός, αλλά και  γεωοικονομικός.

Σχέδιο μετασχηματισμού των ΕΛΤΑ: Εξέλιξη ή Αρμαγεδδών;

Στις 17-18 Δεκεμβρίου 2025, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης παρουσίασε στη Βουλή ένα συνολικό σχέδιο μετασχηματισμού για τα Ελληνικά Ταχυδρομεία (ΕΛΤΑ). Στόχος είναι διπλός: αφ’ ενός να διασωθεί η οικονομική βιωσιμότητα του οργανισμού αφ’ ετέρου να διατηρηθεί η καθολική ταχυδρομική υπηρεσία σε ολόκληρη τη χώρα. Το σχέδιο επιχειρεί να αντικαταστήσει το προηγούμενο σενάριο «οριζόντιου» κλεισίματος 204 καταστημάτων με μια πιο ευέλικτη αναδιάρθρωση, προσαρμοσμένης στις ανάγκες κάθε τοπικής κοινωνίας και περιφέρειας.

Τα ΕΛΤΑ, που ιδρύθηκαν στις 24 Σεπτεμβρίου 1828 από τον Ιωάννη Καποδίστρια, συγκαταλέγονται στους παλαιότερους θεσμούς της ελληνικής δημόσιας διοίκησης. Σήμερα όμως βρίσκονται αντιμέτωπα με μια βαθιά κρίση, η οποία προκύπτει τόσο από χρόνιες παθογένειες όσο και από τη ριζική μεταβολή του περιβάλλοντος στην αγορά. Από το 2003 έως το 2023 ο όγκος της επιστολικής αλληλογραφίας συρρικνώθηκε δραματικά: από 620 εκατ. επιστολές σε περίπου 225 εκατ., δηλαδή σχεδόν κατά δύο τρίτα. Η εξέλιξη αυτή ακολουθεί τη διεθνή τάση της ψηφιοποίησης, που μεταφέρει την επικοινωνία και τις πληρωμές από το «χαρτί» σε ηλεκτρονικά κανάλια.

Η οικονομική εικόνα αποτυπώνει την ένταση του προβλήματος. Όπως ανέφερε ο υπουργός, τα φυσικά καταστήματα παράγουν λιγότερο από το 10% των εσόδων, αλλά επιβαρύνουν με πάνω από το 50% του λειτουργικού κόστους. Σε αρκετές περιπτώσεις, μεμονωμένα σημεία εμφανίζουν ετήσιες ζημίες άνω των 150.000 ευρώ, καθιστώντας το υφιστάμενο δίκτυο δύσκολα διατηρήσιμο. Παράλληλα, ο ετήσιος κύκλος εργασιών κινείται κοντά στα 240 εκατ. ευρώ, ενώ το συνολικό χρέος υπερβαίνει τα 130 εκατ. ευρώ.

Τα προηγούμενα χρόνια, η πολιτεία παρενέβη επανειλημμένως για να στηρίξει τον οργανισμό. Τον Δεκέμβριο του 2020 χορηγήθηκαν 100 εκατ. ευρώ, ενώ επιπλέον αποδόθηκαν 149 εκατ. ευρώ ως αποζημίωση για την υποχρέωση καθολικής υπηρεσίας (USO) της περιόδου 2013-2018. Παράλληλα, θεσπίστηκε απαλλαγή ΦΠΑ για υπηρεσίες των ΕΛΤΑ. Συνολικά, η στήριξη ξεπέρασε τα 249 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου 145 εκατ. κατευθύνθηκαν σε πρόγραμμα εθελούσιας αποχώρησης. Παρά το εύρος αυτών των παρεμβάσεων, η βιωσιμότητα δεν διασφαλίστηκε πλήρως και η αναδιάρθρωση έμεινε ανολοκλήρωτη.

Από τον Δεκέμβριο του 2020, τη διαχείριση των ΕΛΤΑ έχει αναλάβει το Ελληνικό Υπερταμείο (Growthfund – Hellenic Corporation of Assets and Participations), το οποίο κατέχει το 100% των μετοχών. Ως εταιρικός φορέας του Δημοσίου, αποστολή του είναι ο εκσυγχρονισμός και η βελτιστοποίηση της αξίας των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων, με θεσμική απόσταση από την άμεση κυβερνητική διοίκηση.

Στο πλαίσιο αυτό, ο υπουργός περιέγραψε μια διαφορετική πορεία από την απλή συρρίκνωση. Αντί για ένα καθαρό «λουκέτο» στο δίκτυο, προτείνεται ο μετασχηματισμός 158 καταστημάτων μέσα από ένα σύστημα διαφοροποιημένων λύσεων ανά περιοχή. Στο πρώτο σκέλος, σε 28 περιπτώσεις όπου υπάρχει ήδη κατάστημα ΕΛΤΑ Courier σε απόσταση 100-200 μέτρων, εξετάζεται η μεταφορά της εξυπηρέτησης στο υφιστάμενο σημείο, ώστε να αποφευχθεί η συντήρηση δύο παράλληλων δομών και να εξοικονομηθούν πόροι χωρίς ουσιαστική αλλαγή στην καθημερινότητα των πολιτών. Στο δεύτερο σκέλος, σε 113 περιπτώσεις, ο μετασχηματισμός θα προχωρήσει μόνο εφόσον εξασφαλιστεί πράκτορας ΕΛΤΑ στην περιοχή και αφού προηγηθεί πλήρης ενημέρωση της τοπικής κοινωνίας. Η λογική είναι να διατηρηθεί η συνέχεια της υπηρεσίας μέσω συνεργασιών με τοπικές επιχειρήσεις και κοινότητες, περιορίζοντας το κενό που θα προκαλούσε ένα απλό κλείσιμο. Σύμφωνα με τον υπουργό, ήδη υπάρχει ενδιαφέρον από τοπικούς φορείς, κάτι που παρουσιάζεται ως ένδειξη ότι το μοντέλο μπορεί να λειτουργήσει. Στο τρίτο σκέλος, 17 καταστήματα παραμένουν ως έχουν λόγω της κρίσιμης συμβολής τους στις τραπεζικές συναλλαγές, ιδιαίτερα σε νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές όπου οι εναλλακτικές λύσεις είναι περιορισμένες ή ανύπαρκτες. Με αυτή την επιλογή αναγνωρίζεται ο ρόλος των ΕΛΤΑ ως «το τελευταίο μίλι» πρόσβασης σε βασικές χρηματοοικονομικές υπηρεσίες για πιο ευάλωτες ομάδες.

Κεντρικός άξονας της νέας προσέγγισης είναι το μοντέλο «shop in shop», δηλαδή η παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών μέσα σε καταστήματα της γειτονιάς, όπως σούπερ μάρκετ, βιβλιοπωλεία και πρακτορεία Τύπου. Ο υπουργός ανέφερε ότι το μοντέλο εφαρμόζεται ήδη σε περισσότερα από 500 σημεία πανελλαδικά, τόσο σε πόλεις όσο και σε ημιαστικές ή απομακρυσμένες περιοχές. Η διοίκηση παρουσιάζει την εμπειρία ως θετική, υποστηρίζοντας ότι εξασφαλίζεται εμφανής σήμανση, βασικές ταχυδρομικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, διευρυμένο ωράριο και, κυρίως, σημαντικά χαμηλότερο λειτουργικό κόστος σε σχέση με ένα παραδοσιακό κατάστημα. Τα σημεία αυτά θα λειτουργούν με συμβάσεις συνεργασίας με την ΕΛΤΑ ΑΕ, ενώ οι υπηρεσίες, οι τιμές και οι διαδικασίες θα παραμένουν υπό τον έλεγχο των ΕΛΤΑ, ώστε να διατηρείται ενιαίο επίπεδο ποιότητας.

Η διαφοροποίηση από τα προηγούμενα σχέδια δεν αφορά μόνο τους αριθμούς, αλλά και το πολιτικό μήνυμα. Ο υπουργός αποφεύγει τη λέξη «κλείσιμο» και επιμένει στον όρο «μετασχηματισμός», υποστηρίζοντας ότι στόχος δεν είναι η απόσυρση υπηρεσιών αλλά η αναδιοργάνωση που θα επιτρέψει στα ΕΛΤΑ να παραμείνουν λειτουργικά. Η διατύπωση ότι «το Ταχυδρομείο μετασχηματίζεται για να μπορέσει να μείνει παρόν» συμπυκνώνει αυτή τη λογική: η ιστορική και συμβολική αξία αναγνωρίζεται, αλλά δεν αρκεί για να υπερβεί τις οικονομικές πραγματικότητες μιας αγοράς που έχει μετακινηθεί προς άλλες λύσεις.

Το πρόβλημα δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό. Τα ταχυδρομεία διεθνώς αναζητούν νέα μοντέλα λειτουργίας, καθώς η παραδοσιακή επιστολική αλληλογραφία συρρικνώνεται. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, η USPS υλοποιεί δεκαετές σχέδιο εκσυγχρονισμού (Delivering for America) με στόχο την οικονομική εξυγίανση και ανασύνταξη του δικτύου. Παρόμοιες τάσεις εμφανίζονται και στην Ευρώπη, με έμφαση σε υβριδικά μοντέλα εξυπηρέτησης και επέκταση υπηρεσιών πέρα από το παραδοσιακό γράμμα. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και σκέψεις για συνεργασίες με χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, ειδικά στην περιφέρεια, καθώς και αναφορές σε πιλοτικές συνεργασίες με τράπεζες ώστε τα σημεία εξυπηρέτησης να λειτουργούν και ως ενδιάμεσοι για τραπεζικές συναλλαγές, όπως συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Στο εργασιακό πεδίο, οι επιπτώσεις παραμένουν κομβικές. Τα ΕΛΤΑ απασχολούν περίπου 2.900 μόνιμους εργαζόμενους και περίπου 1.500 εξωτερικό προσωπικό. Η αναδιάταξη του δικτύου αναμένεται να προκαλέσει μετακινήσεις και αλλαγές, χωρίς να έχει αποτυπωθεί πλήρως το τελικό ισοζύγιο. Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ταχυδρομικών Ενώσεων (POST) έχει περιγράψει το σχέδιο ως «Αρμαγεδδών», υποστηρίζοντας ότι απειλείται ο δημόσιος και κοινωνικός χαρακτήρας του οργανισμού. Δεδομένου ότι στο πρόσφατο παρελθόν εφαρμόστηκε μεγάλης κλίμακας εθελούσια έξοδος, δεν αποκλείεται να επανέλθει στο μέλλον το ζήτημα περαιτέρω συρρίκνωσης, ακόμη κι αν δεν έχει ανακοινωθεί κάτι τέτοιο.

Η συνολική αποτίμηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε λογιστικούς δείκτες ανά κατάστημα. Το βασικό ερώτημα είναι αν το νέο μοντέλο θα μπορέσει να στηρίξει τον οργανισμό χωρίς να αφήσει «εκτός» πολίτες που εξαρτώνται από φυσική παρουσία υπηρεσιών: ηλικιωμένους, μη ψηφιακούς χρήστες και κατοίκους απομακρυσμένων περιοχών. Εκεί εντοπίζεται και ο μεγαλύτερος κίνδυνος: η αναδιάρθρωση να εκληφθεί ως μεταφορά βάρους προς τους πιο ευάλωτους, με αποτέλεσμα η οικονομική εξυγίανση να συνοδευτεί από δυσανάλογο κοινωνικό κόστος.

Ο μετασχηματισμός των ΕΛΤΑ, με πολιτική εποπτεία του υπουργού Κυριάκου Πιερρακάκη και κομβικό ρόλο του Υπερταμείου, είναι μια δύσκολη απόπειρα προσαρμογής σε μια αγορά που έχει αλλάξει δομικά. Περιλαμβάνει επιλογές που παρουσιάζονται ως θετικές — προσαρμογή στις τοπικές ανάγκες, ενεργοποίηση τοπικών πρακτόρων, αξιοποίηση του shop-in-shop — αλλά ταυτόχρονα προκαλεί ισχυρές πολιτικές και κοινωνικές αντιστάσεις. Η πραγματική δοκιμασία θα κριθεί στην εφαρμογή: από το αν θα βρεθούν πράκτορες στις 113 περιοχές, αν το shop-in-shop θα διατηρήσει αξιοπιστία και ποιότητα, και αν θα αποφευχθεί η αίσθηση ότι το κράτος αποσύρεται από την περιφέρεια. Παράλληλα, η ευρωπαϊκή αξιολόγηση θα λειτουργήσει ως πρόσθετο φίλτρο νομιμότητας και συμμόρφωσης. Εν τέλει, το εγχείρημα αποτελεί ένα τεστ για το πώς ένα σύγχρονο κράτος μπορεί να διασώσει δημόσιες υπηρεσίες και κοινωνική συνοχή σε μια εποχή όπου η ψηφιακή μετάβαση ανατρέπει καθιερωμένα μοντέλα λειτουργίας.