Σε σύγκρουση ήρθαν η Κίνα και η Ιαπωνία ήρθαν στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, καθώς το Πεκίνο ζήτησε από το Τόκυο για να ανακαλέσει πρόσφατη δήλωση της πρωθυπουργού της Ιαπωνίας Σανάε Τακαΐτσι σχετικά με την Ταϊβάν, κλιμακώνοντας περαιτέρω την ήδη τεταμένη σχέση των δύο χωρών.
Ο πρέσβης της Κίνας στα Ηνωμένα Έθνη αξιοποίησε συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας στις 15 Δεκεμβρίου για να καλέσει την Ιαπωνία να αποσύρει τα σχόλια της πρωθυπουργού, η οποία είχε χαρακτηρίσει στις 7 Νοεμβρίου τυχόν ναυτικές συγκρούσεις στην περιοχή της Ταϊβάν ως «κατάσταση που απειλεί την επιβίωση της Ιαπωνίας]», παραπέμποντας σε νόμο του 2015, που είχε θεσπιστεί επί πρωθυπουργίας του εκλιπόντος Σίνζο Άμπε και που προβλέπει ότι μια τέτοια κατάσταση ενεργοποιεί τη δυνατότητα στρατιωτικής δράσης από την Ιαπωνία. Αφορμή για τη δήλωση ήταν ερωτήσεις βουλευτών σχετικά με τη στάση άμυνας της Ιαπωνίας σε περίπτωση κινεζικής επίθεσης κατά της Ταϊβάν.
Η εν λόγω δήλωση, καθώς και μία επακόλουθη ανάρτηση με βίαιο και απειλητικό περιεχόμενο («το βρόμικο κεφάλι που προβάλλει απερίσκεπτα πρέπει να κοπεί χωρίς δισταγμό»), η οποία αποδόθηκε στον Σούε Τζιαν, γενικό πρόξενο της Κίνας στην Οσάκα και η οποία αργότερα διαγράφηκε από την πλατφόρμα X, τροφοδότησαν τη συνεχιζόμενη αντιπαράθεση μεταξύ της Ιαπωνίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας (ΚΚΚ). Η αντιπαράθεση αυτή περιλαμβάνει λεκτικές συγκρούσεις, οδηγίες των κινεζικών αρχών για στοχευμένη αποχή στα ιαπωνικά θαλασσινά και στον τουρισμό, καθώς και περιπολίες της κινεζικής ακτοφυλακής κοντά στην Ιαπωνία.
Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στις 15 Δεκεμβρίου, με αντικείμενο τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, ο Φου Κονγκ, μόνιμος αντιπρόσωπος της Κίνας στα Ηνωμένα Έθνη, επανέλαβε την απαίτηση του Πεκίνου να ανακαλέσει η Σανάε Τακαΐτσι την εσφαλμένες, κατά την Κίνα, δήλωση και κάλεσε την ιαπωνική κυβέρνηση να «μετανοήσει για το παρελθόν και να μην συνεχίσει μια λανθασμένη πορεία». Κάνοντας παραλληλισμούς με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Φου κατηγόρησε την Ιαπωνία ότι χρησιμοποιεί την Ταϊβάν ως «πρόσχημα» για να άρει τους μεταπολεμικούς στρατιωτικούς περιορισμούς της και χαρακτήρισε την ενίσχυση της αμυντικής της στάσης ως «αναβίωση του μιλιταρισμού και του φασισμού». Παράλληλα, επανέλαβε τη θέση του ΚΚΚ ότι η Ταϊβάν αποτελεί «αναπόσπαστο μέρος της κινεζικής επικράτειας» και ότι η εξεύρεση λύσης στο ζήτημα της Ταϊβάν συνιστά «εσωτερική υπόθεση της Κίνας».
Από την πλευρά του, ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Ιαπωνίας στα Ηνωμένα Έθνη, Γιαμαζάκι Καζουγιούκι, δήλωσε ότι οι ισχυρισμοί του Φου είναι «αβάσιμοι» και ότι οι τοποθετήσεις του αποσκοπούν απλώς στο να σπείρουν διχασμό μεταξύ των κρατών-μελών και να υπονομεύσουν έναν χώρο εποικοδομητικού διαλόγου για το μέλλον του ΟΗΕ, ως εκ τούτου είναι ακατάλληλες και άσχετες. Υπογράμμισε δε ότι ο ισχυρισμός της Κίνας πως η Ιαπωνία θα ασκούσε το δικαίωμα της αυτοάμυνας ακόμη και χωρίς ένοπλη επίθεση είναι απολύτως εσφαλμένος. Περαιτέρω, ο Καζουγιούκι αναφέρθηκε στο μεταπολεμικό ιστορικό της Ιαπωνίας, σημειώνοντας ότι η χώρα έχει ακολουθήσει φιλειρηνική πορεία και έχει συμβάλει «αναρίθμητες φορές στην ειρήνη και την ευημερία του κόσμου», τονίζοντας ότι η αμυντική στάση της Ιαπωνίας είναι «αποκλειστικά αμυντικού χαρακτήρα» και ότι η ειρήνη και η σταθερότητα στα Στενά της Ταϊβάν έχουν παγκόσμια σημασία.
Τέλος, ξεκαθάρισε ότι η Ιαπωνία επιμένει ότι τα ζητήματα που αφορούν την Ταϊβάν θα πρέπει να επιλυθούν ειρηνικά μέσω διαλόγου. σημειώνοντας ότι αυτή η προσέγγιση είναι προς το συμφέρον ολόκληρου του κόσμου.
Η Ταϊβάν βρισκόταν υπό ιαπωνική κυριαρχία για 50 χρόνια, μέχρι την ήττα της Ιαπωνίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1945, η Ιαπωνία επέστρεψε την Ταϊβάν στο Κουομιντάνγκ, το τότε εθνικιστικό κυβερνών κόμμα της Κίνας. Λίγο αργότερα, μετά την επικράτηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, το Κουομιντάνγκ αποχώρησε από την ηπειρωτική χώρα και κατέφυγε στο νησί της Ταϊβάν, όπου διεκδικεί το αυτεξούσιο.
Το ΚΚΚ δεν έχει κυβερνήσει ποτέ την Ταϊβάν, ωστόσο έχει δηλώσει ότι επιδιώκει την απορρόφηση του νησιού και δεν έχει αποκλείσει τη χρήση βίας. Το καθεστώς υποστηρίζει ότι οι συνθήκες του με τις χώρες με τις οποίες διατηρεί διπλωματικές σχέσεις θεμελιώνουν την «αρχή της μίας Κίνας», σύμφωνα με την οποία το κομμουνιστικό καθεστώς αποτελεί τη μοναδική νόμιμη κυβέρνηση και στις δύο πλευρές των Στενών της Ταϊβάν. Χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ιαπωνία αναγνωρίζουν τη θέση αυτή χωρίς όμως να την υιοθετούν.
Παρά τις ταξιδιωτικές οδηγίες του Πεκίνου, ο αριθμός των ξένων επισκεπτών στην Ιαπωνία τον Νοέμβριο αυξήθηκε κατά 10,4% σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα του προηγούμενου έτους, σύμφωνα με τον ιαπωνικό οργανισμό τουρισμού.






