Δευτέρα, 11 Μαΐ, 2026

Βραβείο φιλελληνισμού στον Αλαίν Μπερσέ για την προάσπιση των δημοκρατικών θεσμών

Την Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου, η Εταιρεία Ελληνισμού και Φιλελληνισμού απένειμε το Διεθνές Βραβείο Φιλελληνισμού Lord Byron 2025 στον Αλαίν Μπερσέ (Alain Berset), γενικό γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρώπης (Council of Europe – CoE), για τη συμβολή του στην προάσπιση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το βραβείο θεσμοθετήθηκε το 2021 και απονέμεται ετησίως από την Εταιρεία σε εξέχουσες προσωπικότητες των οποίων το έργο εναρμονίζεται με τα ιδεώδη του Ελληνισμού και του Φιλελληνισμού. Προηγούμενοι βραβευθέντες, μεταξύ άλλων, ήταν οι Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ, πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο Τζον Κέρρυ, πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ και η Κάγια Κάλλας, τότε πρωθυπουργός της Εσθονίας. Όπως υπογράμμισαν ομιλητές της βραδιάς, όπως ο Λίνος Αλέξανδρος Σισιλιάνος, πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατά τα έτη 2011 και 2019, ο κος Μπερσέ είναι προσηλωμένος στον στόχο της αναζωογόνησης της πίστης στους δημοκρατικούς θεσμούς, λαμβάνοντας πλήθος πρωτοβουλιών και έχοντας τον διάλογο ως οδηγό.

Πέραν του τιμητικού μεταλλίου και του διπλώματος, η βράβευση περιλαμβάνει και χρηματικό έπαθλο $10.000, το οποίο δωρίζεται σε κοινωφελή οργανισμό της επιλογής του βραβευθέντος, εξ ονόματός του. Ο κος Μπερσέ επέλεξε να δοθεί το δικό του έπαθλο στον Ερυθρό Σταυρό Ουκρανίας, εκφράζοντας έμπρακτα την υποστήριξή του στους πληγέντες του τετραετούς ρωσο-ουκρανικού πολέμου.

Εκτός από την παρουσία του στην τιμητική εκδήλωση, η πρώτη επίσκεψη του κου Μπερσέ στην Αθήνα περιελάμβανε συναντήσεις με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Π. Τασούλα, τον πρωθυπουργό Κυρ. Μητσοτάκη και τον υπουργό Εξωτερικών Γ. Γεραπετρίτη, καθώς και με μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, προγραμματισμένες για την Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου. Παράλληλα, η ημερομηνία της απονομής του βραβείου συνέπεσε με την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, γεγονός που ο γ.γ. τίμησε ξεκινώντας τον ευχαριστήριο λόγο του στα ελληνικά.

Ο Αλαίν Μπερσέ εκφωνεί την ευχαριστήρια ομιλία του κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης για τη βράβευσή του με το Βραβείο Lord Byron 2025. ΕΚΠΑ, 9 Φεβρουαρίου 2026. (Εταιρεία Ελληνισμού και Φιλελληνισμού)

 

Τα ζητήματα που επεσήμανε στον ευχαριστήριο λόγο του ο κος Μπερσέ, ο οποίος έχει διατελέσει δύο φορές πρόεδρος της Ελβετικής Συνομοσπονδίας (2018 και 2023), και τα οποία θα απασχολούσαν και τις συνομιλίες του με τους Έλληνες πολιτικούς την επομένη, μπορούν να συνοψιστούν στην κρίση των διεθνών θεσμών και στην έξαρση των μεταναστευτικών ροών που δοκιμάζουν τα ανθρωπιστικά ιδεώδη της Ευρώπης. Σημαντικό μέρος της ομιλίας του αφιερώθηκε στον πόλεμο στην Ουκρανία και στην ανάγκη να συνεχίσουν οι Ευρωπαίοι να στηρίζουν τη χώρα.

Σε αυτό το πλαίσιο, αναφέρθηκε και στο πρόγραμμα εξοπλισμού της Ένωσης, που έχει ως στόχο την ανάπτυξη της στρατιωτικής ισχύος της ηπείρου, ώστε να μπορεί να υπερασπίζεται τη δημοκρατία — τη «δημοκρατική ασφάλεια» — τα ανθρώπινα δικαιώματα και την έννομη τάξη αυτόνομα. Σε αυτό το σημείο έθεσε και το ζήτημα της λογοδοσίας ως αναπόσπαστου μέρους της δημοκρατίας, της καταπολέμησης της διαφθοράς και της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Παράλληλα, υποστήριξε την αξία θεσμών όπως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ο ΟΗΕ. Όπως είπε, βρίσκεται σε εξέλιξη μία ανοικτή συζήτηση, η οποία έχει στόχο την ενδυνάμωση των θεσμών και τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια και σταθερότητα, οι οποίες έχουν πληγεί από τις αλλεπάλληλες κρίσεις που έχει βιώσει η Ευρώπη τα τελευταία χρόνια — στους τομείς της υγείας, της οικονομίας, της ασφάλειας, κ.α. Ένας από τους κινδύνους που επεσήμανε ο κος Μπερσέ για την Ευρώπη είναι η οπισθοδρόμηση στην κατάσταση των ξεχωριστών εθνών.

Αναφορικά με τη μετανάστευση, που είναι ένα θέμα που προβληματίζει την ΕΕ στο σύνολό της, τόνισε την ανάγκη να βρεθεί μία ισορροπία μεταξύ του αιτήματος για ασφάλεια και της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όπως σημείωσε, τα δύο δεν αντιτίθενται απαραιτήτως το ένα του άλλου, και η Ευρώπη οφείλει να προσέξει «να μην υποχωρήσει το ένα προς όφελος του άλλου».

Η Epoch Times ζήτησε από τον κο Μπερσέ, μέσω email, να εκφράσει τη θέση του Συμβουλίου σχετικά με τη στάση που πρέπει να τηρήσει η Ευρώπη απέναντι στην Κίνα, δεδομένων των συστηματικών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ελευθεριών των πολιτών της που έχουν καταγραφεί στη χώρα, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη βαριά εξάρτηση της Ευρώπης από το Πεκίνο σε πολλαπλούς καίριους τομείς όπως οι αλυσίδες εφοδιασμού, η επεξεργασία των κρίσιμων ορυκτών, η παραγωγή, το εμπόριο, κ.ά. Μέχρι την ώρα της δημοσίευσης δεν υπήρξε κάποια απάντηση.

Ο κος Βελέντζας επιδίδει το τιμητικό δίπλωμα στον κο Μπερσέ. ΕΚΠΑ, 9 Φεβρουαρίου 2026. (Δέσποινα Καραπάνου/The Epoch Times Greece)

 

Η βράβευση του Ελβετού πολιτικού έγινε από τον κύριο Κωνσταντίνο Βελέντζα, πρόεδρο της Εταιρείας για τον Ελληνισμό και τον Φιλελληνισμό και του Μουσείου Φιλελληνισμού, ενώ τον θεσμό του βραβείου Lord Byron παρουσίασε ο κύριος Νικηφόρος Διαμαντούρος, πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών.

Στην απεύθυνσή του, ο κος Βελέντζας αναφέρθηκε στον Λόρδο Βύρωνα και στις αξίες που ενέπνευσαν τον φιλελληνισμό, καθώς και στους Ελβετούς φιλέλληνες, πολλοί από τους οποίους πρόσφεραν τη ζωή τους για την Ελληνική Επανάσταση. Μίλησε για τους ιστορικούς δεσμούς φιλίας μεταξύ των δύο χωρών, για τον ρόλο της Ελβετίας εκείνη την εποχή και για την εκεί δράση του Ιωάννη Καποδίστρια, καθώς και για τις σύγχρονες προκλήσεις όπως ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος, η τεχνητή νοημοσύνη και το κλίμα, χαρακτηρίζοντας τον κο Μπερσέ ως  «άνθρωπο που οικοδομεί συναινέσεις», με κεντρικό μέλημα την προάσπιση των δημοκρατικών αξιών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Χαιρετισμούς απηύθυναν η Αντιπρύτανις Ακαδημαϊκών Διεθνών Σχέσεων & Εξωστρέφειας κα Σοφία Παπαϊωάννου, ο Κοσμήτορας της Νομικής Σχολής κος Κωνσταντίνος Χριστοδούλου, ο πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κος Λίνος Αλέξανδρος Σισιλιάνος και ο υφυπουργός Εξωτερικών κος Χάρης Θεοχάρης.

Στην τελετή παρέστησαν εκπρόσωποι της Προεδρίας της Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης, ο υπουργός Δικαιοσύνης κος Γιώργος Φλωρίδης, ο πρόεδρος της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Ευρώπης κος Θεόδωρος Ρουσόπουλος, εκπρόσωπος του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κου Ιερώνυμου Β΄, εκπρόσωποι της Αγγλικανικής Εκκλησίας, εκπρόσωποι της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, οι πρέσβεις της Ελβετίας, της Σουηδίας, της Σλοβακίας, της Κύπρου, του Βελγίου, οι επιτετραμμένοι των πρεσβειών του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας, της Ισπανίας, της Φινλανδίας, Ουγγαρίας, Πολωνίας, του Αζερμπαϊτζάν, εκπρόσωποι της τοπικής αυτοδιοίκησης, ακαδημαϊκοί, πανεπιστημιακοί, επιχειρηματίες και πλήθος κόσμου.

Η εκδήλωση συνδιοργανώθηκε από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, τη Νομική Σχολή και την Ελληνική Εταιρεία Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων (ΕΕΔΔΔΣ).

Η νέα στρατιωτική συμφωνία Ινδίας–Ελλάδας «απάντηση» στην Τουρκία

Η νέα στρατιωτική προσέγγιση Ελλάδας–Ινδίας δεν είναι απλώς ένα ακόμα διπλωματικό χαρτί. Είναι ένα σημάδι ότι η Ινδία επιχειρεί να επεκτείνει το γεωστρατηγικό της αποτύπωμα πέρα από τον Ινδικό Ωκεανό και να αποκτήσει παρουσία σε μια από τις πιο κρίσιμες ζώνες του πλανήτη: την Ανατολική Μεσόγειο και, έμμεσα, το Αιγαίο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία λειτουργεί ως ο βασικός καταλύτης που ωθεί την Ινδία να κινηθεί πιο επιθετικά σε επίπεδο συμμαχιών.

Τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει αναβαθμίσει σημαντικά το αμυντικό της προφίλ, επιδιώκοντας πολυεπίπεδες συνεργασίες: με τη Γαλλία, τις ΗΠΑ, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τα ΗΑΕ και άλλους παίκτες της ευρύτερης περιοχής. Η Ινδία, από την πλευρά της, αναζητά αγκυρώσεις σε κρίσιμα σημεία του παγκόσμιου χάρτη, ειδικά σε περιοχές όπου τέμνονται ενεργειακοί διάδρομοι, ναυτιλιακές οδοί και στρατιωτικές ισορροπίες. Η σύμπτωση αυτών των δύο στρατηγικών είναι που δίνει στη συμφωνία μεγαλύτερη βαρύτητα από ό,τι φαίνεται με μια πρώτη ματιά.

Το βασικό στοιχείο της νέας συνεργασίας δεν είναι μόνο η ανταλλαγή τεχνογνωσίας ή οι κοινές ασκήσεις. Είναι η πολιτική σηματοδότηση: η Ινδία δείχνει ότι μπορεί να κινηθεί έξω από το στενό της γεωγραφικό πλαίσιο και να χτίσει στρατηγικές σχέσεις σε μια περιοχή όπου παραδοσιακά κυριαρχούν ευρωπαϊκές και αμερικανικές ισορροπίες. Για την Ελλάδα, αυτή η σχέση έχει διπλή αξία: αφ’ ενός ενισχύει την εικόνα της ως κράτους-κόμβου ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο αφ’ ετέρου δημιουργεί ένα ακόμη διεθνές αντίβαρο απέναντι στην τουρκική αναθεωρητική πολιτική.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι: γιατί η Ινδία να ενδιαφερθεί τόσο για την Ελλάδα; Η απάντηση βρίσκεται στην Τουρκία. Η Άγκυρα τα τελευταία χρόνια αναπτύσσει στενότερες σχέσεις με το Πακιστάν, τον παραδοσιακό αντίπαλο της Ινδίας. Αυτή η σχέση δεν είναι απλώς διπλωματική. Περιλαμβάνει στρατιωτική συνεργασία, αμυντικές εξαγωγές, κοινές πρωτοβουλίες και πολιτική στήριξη σε διεθνή φόρουμ. Για την Ινδία, αυτό αποτελεί κόκκινο πανί: βλέπει την Τουρκία ως έναν παίκτη που ενισχύει έμμεσα την πακιστανική στρατηγική και προσπαθεί να κερδίσει επιρροή σε μουσουλμανικές και περιφερειακές συμμαχίες, συχνά με ρητορική που αγγίζει ευαίσθητα ζητήματα όπως το Κασμίρ.

Έτσι, η Ινδία έχει λόγους να απαντήσει. Όχι απαραίτητα με άμεση αντιπαράθεση, αλλά με γεωπολιτικό κλείδωμα συμμαχιών που περιορίζουν τα περιθώρια της Τουρκίας. Και εδώ η Ελλάδα προσφέρεται ως ιδανικός εταίρος: κράτος-μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, με κρίσιμη γεωγραφία, με ισχυρή ναυτιλία, με πρόσβαση σε λιμάνια-κλειδιά και με ενεργή παρουσία σε περιφερειακά σχήματα συνεργασίας.

Η ουσία είναι ότι η Ινδία, μέσα από τέτοιες συμφωνίες, επιχειρεί να στείλει ένα μήνυμα: «Αν η Τουρκία πατάει στον δικό μου χώρο μέσω Πακιστάν, εγώ μπορώ να πατήσω στον δικό της χώρο μέσω Ελλάδας και Ανατολικής Μεσογείου». Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ινδία θα εμπλακεί άμεσα στις ελληνοτουρκικές εντάσεις. Όμως δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα: η Τουρκία δεν είναι πλέον ο μόνος εξω-ευρωπαϊκός παίκτης που προσπαθεί να αποκτήσει στρατηγική επιρροή στην περιοχή.

Παράλληλα, η Ινδία επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της ως παγκόσμια δύναμη με ικανότητα προβολής ισχύος. Η Ανατολική Μεσόγειος είναι μια σκηνή όπου διασταυρώνονται μεγάλα συμφέροντα: ενέργεια, θαλάσσια ασφάλεια, μεταναστευτικές ροές, αγωγοί, στρατιωτικές βάσεις, ναυτικές δυνάμεις. Μια σταθερή σχέση με την Ελλάδα δίνει στην Ινδία κάτι που δεν έχει εύκολα αλλού: ένα θεσμικά σταθερό ευρωπαϊκό σημείο στήριξης, με πρόσβαση σε διεθνείς δομές και με πολιτικό βάρος σε ΕΕ και ΝΑΤΟ.

Για την Ελλάδα, αυτή η εξέλιξη δεν είναι απλώς μία «διπλωματική νίκη». Είναι εργαλείο στρατηγικής αποτροπής. Κάθε φορά που μια μεγάλη δύναμη συνδέεται αμυντικά ή στρατιωτικά με την Ελλάδα, αυξάνει το κόστος για οποιονδήποτε επιδιώκει να πιέσει την Αθήνα ή να προκαλέσει κρίση. Η παρουσία της Ινδίας, έστω και σε επίπεδο συνεργασίας και όχι μόνιμης στρατιωτικής εγκατάστασης, προσθέτει μια νέα διάσταση στις ισορροπίες: η Τουρκία πρέπει πλέον να υπολογίζει ότι οι κινήσεις της διαβάζονται όχι μόνο από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, αλλά και από μια ανερχόμενη παγκόσμια δύναμη με ξεκάθαρα συμφέροντα.

Τελικά, η νέα στρατιωτική συμφωνία Ινδίας–Ελλάδας λειτουργεί ως κάτι πολύ περισσότερο από ένα σύνολο τεχνικών συνεργασιών. Είναι ένα πολιτικό σήμα αναδιάταξης συμμαχιών. Η Ινδία δείχνει ότι δεν θα αφήσει την Τουρκία να ενισχύει το Πακιστάν χωρίς κόστος. Και η Ελλάδα δείχνει ότι μπορεί να χτίζει σχέσεις με παίκτες εκτός της παραδοσιακής δυτικής ομπρέλας, ενισχύοντας το διπλωματικό και αποτρεπτικό της κεφάλαιο.

Σε μια εποχή όπου οι περιφερειακές συγκρούσεις συνδέονται στενότερα και οι ανταγωνισμοί μεταφέρονται από ήπειρο σε ήπειρο, η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι πια υπόθεση μόνο Ελλάδας–Τουρκίας ή Ευρώπης–Μέσης Ανατολής. Είναι μέρος ενός μεγαλύτερου παζλ, όπου η Ινδία αρχίζει να βάζει το δικό της κομμάτι. Και αυτό, για την Τουρκία, είναι μια εξέλιξη που δεν μπορεί να αγνοήσει.

Καταδίκη προξενικού υπαλλήλου για παράνομες βίζες στα Η.Α.Ε.

Υπάλληλος του προξενικού γραφείου της ελληνικής πρεσβείας στο Άμπου Ντάμπι μετέτρεψε την έκδοση βίζας Σένγκεν σε «εμπόρευμα», εκδίδοντας μέσα σε 15 μήνες 118 παράνομες θεωρήσεις εισόδου σε υπηκόους τρίτων χωρών, χωρίς να πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις. Για κάθε βίζα ζητούσε 6.000 ευρώ, αποκομίζοντας συνολικά 708.000 ευρώ.

Ο συγκεκριμένος εργαζόταν ως διοικητικός υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών στο προξενικό γραφείο από το 2006 έως τον Ιούλιο του 2010. Από την 1η Ιανουαρίου 2007 έως τον Απρίλιο του 2008 είχε αναλάβει την αρμοδιότητα έκδοσης θεωρήσεων Σένγκεν. Η δράση του άρχισε να αποκαλύπτεται όταν, κατά τη διάρκεια της θερινής του άδειας, η αντικαταστάτριά του διαπίστωσε μεγάλο αριθμό εκκρεμών αιτήσεων και δυσανάλογα πολλές εκδοθείσες θεωρήσεις, πολλές από τις οποίες είχαν δοθεί χωρίς τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.

Την ίδια περίοδο εμφανίστηκε στο προξενικό γραφείο ένας κάτοχος βρετανικού διαβατηρίου με πακέτο διαβατηρίων, ζητώντας να συναντήσει τον υπάλληλο για να του τα παραδώσει ώστε να εκδοθούν θεωρήσεις εισόδου. Η επίσκεψη κρίθηκε ύποπτη, ειδοποιήθηκαν οι αστυνομικές αρχές του Άμπου Ντάμπι και ο άνδρας συνελήφθη. Σύμφωνα με τις αρχές των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, ο συλληφθείς ομολόγησε και κατονόμασε τον υπάλληλο της ελληνικής πρεσβείας ως σύνδεσμό του, με τον οποίο βρισκόταν σε τακτική τηλεφωνική επικοινωνία. Οι έρευνες οδήγησαν και στη σύλληψη άλλων μελών κυκλώματος παράνομης διακίνησης μεταναστών, ενώ η υπόθεση πήρε μεγάλη δημοσιότητα στα Εμιράτα.

Ο ίδιος ο υπάλληλος δεν συνελήφθη από τις τοπικές αρχές λόγω διπλωματικής ασυλίας, ωστόσο αποδείχθηκε ότι είχε εκδώσει παράνομες βίζες σε υπηκόους χωρών όπως ο Λίβανος, η Τυνησία, το Ιράν, η Ιορδανία, η Αιθιοπία, η Ταϊλάνδη, η Συρία, η Αίγυπτος, η Υεμένη, η Σομαλία, η Μολδαβία, η Κένυα, η Παλαιστίνη και το Σουδάν.

Στις δικαστικές αποφάσεις περιγράφονται ενδεικτικά κραυγαλέες περιπτώσεις έκδοσης θεωρήσεων, ακόμη και αυθημερόν, χωρίς βασικά στοιχεία ή δικαιολογητικά. Σε αρκετές αιτήσεις εμφανίζονταν τα ίδια στοιχεία επικοινωνίας, ενώ τρεις αιτούσες είχαν δηλωθεί ως σύζυγοι του ατόμου που συνελήφθη στο προξενείο. Καταγράφηκαν επίσης περιπτώσεις έκδοσης θεώρησης σε ανήλικο παιδί χωρίς συναίνεση γονέων ή χωρίς αποδεικτικά πληρωμής, αλλά και σε ενήλικη μητέρα με ανήλικα παιδιά, με ανυπόγραφη αίτηση και χωρίς την απαιτούμενη συναίνεση του πατέρα.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών τον καταδίκασε σε κάθειρξη 11 ετών για έκδοση ψευδών βεβαιώσεων κατ’ εξακολούθηση με σκοπό παράνομο όφελος άνω των 120.000 ευρώ και για παθητική δωροδοκία κατ’ εξακολούθηση. Παράλληλα, υποχρεώθηκε να καταβάλει 5.000 ευρώ στο Δημόσιο ως χρηματική αποζημίωση για ηθική βλάβη.

Ο υπάλληλος προσέφυγε στον Άρειο Πάγο ζητώντας αναίρεση της απόφασης και αναγνώριση ελαφρυντικών, όμως το Ε΄ Ποινικό Τμήμα απέρριψε τα αιτήματά του ως αβάσιμα. Στο πειθαρχικό σκέλος, το Πειθαρχικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο του υπουργείου Εξωτερικών τού επέβαλε την ποινή της οριστικής παύσης. Εκείνος προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας ζητώντας ακύρωση της απόλυσης, αλλά και εκεί η αίτησή του απορρίφθηκε, με αποτέλεσμα να επικυρωθεί οριστικά τόσο η ποινική καταδίκη όσο και η οριστική απόλυσή του.

Ο FDA αρνείται να εξετάσει την αίτηση της Moderna για πειραματικό εμβόλιο γρίπης

Ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) των ΗΠΑ αρνείται να εξετάσει το πειραματικό εμβόλιο γρίπης της Moderna, όπως ανακοίνωσε η εταιρεία την Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026.

Παρότι η αίτηση για το πειραματικό εμβόλιο έχει ήδη υποβληθεί και γίνει δεκτή προς αξιολόγηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τον Καναδά και την Αυστραλία, η άρνηση του FDA να την εξετάσει αποτελεί ακόμη μία ένδειξη του αντίκτυπου που έχει η κυβέρνηση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στις φαρμακευτικές εταιρείες των ΗΠΑ.

Την επιστολή άρνησης εξέτασης υπέγραψε ο διευθυντής του Κέντρου Αξιολόγησης και Έρευνας Βιολογικών Προϊόντων (Center for Biologics Evaluation and Research – CBER) του FDA, Βινάγιακ Πρασάντ (Vinayak Prasad), ο οποίος διατύπωσε αντιρρήσεις για τον σχεδιασμό της μελέτης της Moderna και για το ότι δεν περιλάμβανε «επαρκή και καλά ελεγχόμενη» μελέτη.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Moderna Στεφάν Μπανσέλ (Stéphane Bancel) αντέκρουσε την εκτίμηση του Πρασάντ. Ανέφερε στο δελτίο Τύπου ότι δεν θα έπρεπε να είναι αμφιλεγόμενο να διεξαχθεί μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση υποβολής για εμβόλιο γρίπης που χρησιμοποιεί, ως συγκριτικό, ένα εμβόλιο εγκεκριμένο από τον FDA, στο πλαίσιο μελέτης που είχε συζητηθεί και συμφωνηθεί με το CBER πριν ξεκινήσει.

Σύμφωνα με τη φαρμακευτική εταιρεία, ο FDA δεν εντόπισε συγκεκριμένες ανησυχίες για την ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα του πειραματικού εμβολίου γρίπης, που ονομάζεται mRNA-1010.

Το υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών (HHS) των ΗΠΑ, υπό τον υπουργό Ρόμπερτ Φ. Κέννεντυ Τζούνιορ, ανακοίνωσε τον Αύγουστο του 2025 το σχέδιό του να αρχίσει να περιορίζει σταδιακά την ανάπτυξη εμβολίων mRNA, συμπεριλαμβανομένης της ακύρωσης και της μείωσης του αντικειμένου συμβάσεων και προσκλήσεων ενδιαφέροντος. Η απόφαση ελήφθη ύστερα από ανασκόπηση των επενδύσεων που σχετίζονται με το mRNA, οι οποίες ξεκίνησαν κατά την πανδημία της COVID-19.

Ο Κέννεντυ ανέφερε στο δελτίο Τύπου ότι τα δεδομένα δείχνουν πως αυτά τα εμβόλια αποτυγχάνουν να προστατεύσουν αποτελεσματικά από λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού, όπως η COVID και η γρίπη, και ότι η χρηματοδότηση μετατοπίζεται προς ασφαλέστερες και ευρύτερες πλατφόρμες εμβολίων, οι οποίες παραμένουν αποτελεσματικές ακόμη και καθώς οι ιοί μεταλλάσσονται. Ο Κέννεντυ πρόσθεσε ότι η υπηρεσία του θα επενδύσει σε καλύτερες λύσεις.

Στο πιο πρόσφατο πλήγμα για το πειραματικό εμβόλιο mRNA της Moderna, η εταιρεία χαρακτήρισε την κίνηση του FDA «ασύμβατη» με προηγούμενη ανατροφοδότηση που είχε λάβει από την υπηρεσία. Τον Απρίλιο του 2024, η Moderna υπέβαλε στο CBER του FDA τη μελέτη φάσης 3 προς αξιολόγηση. Η υπηρεσία έστειλε στη συνέχεια γραπτή καθοδήγηση, η οποία δεν διατύπωνε καμία αντίρρηση για τη δοκιμή φάσης 3.

Μετά την ολοκλήρωση της δοκιμής αποτελεσματικότητας φάσης 3 του πειραματικού εμβολίου τον Αύγουστο του 2025, η Moderna πραγματοποίησε νέα συνάντηση με την υπηρεσία του FDA για ανατροφοδότηση. Στο δελτίο Τύπου της Moderna αναφέρεται ότι, σε καμία στιγμή κατά τη συνάντηση ή στη γραπτή ανατροφοδότηση, το CBER δεν άφησε να εννοηθεί ότι θα αρνιόταν να εξετάσει την αίτηση για το εμβόλιο.

Ο Μπανσέλ δήλωσε ότι η απόφαση αυτή του CBER, η οποία δεν εντόπισε ανησυχίες για την ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα του προϊόντος της εταιρείας, δεν προωθεί τον κοινό στόχο της ενίσχυσης της ηγετικής θέσης της Αμερικής στην ανάπτυξη καινοτόμων φαρμάκων.

Καθώς το mRNA-1010 έχει γίνει δεκτό προς αξιολόγηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τον Καναδά και την Αυστραλία, η Moderna ανέφερε ότι σκοπεύει να καταθέσει περισσότερες αιτήσεις σε επιπλέον χώρες εντός του έτους.

Εν τω μεταξύ, η φαρμακευτική εταιρεία έχει ζητήσει συνάντηση με την υπηρεσία του FDA για να κατανοήσει την πορεία από εδώ και πέρα. Ο διευθύνων σύμβουλος δήλωσε ότι προσβλέπει στη συνεργασία με το CBER ώστε να κατανοηθεί η πορεία προς τα εμπρός όσο το δυνατόν γρηγορότερα, προκειμένου οι ηλικιωμένοι της Αμερικής και όσοι έχουν υποκείμενα νοσήματα να συνεχίσουν να έχουν πρόσβαση σε καινοτομίες αμερικανικής παραγωγής.

Η άρνηση του FDA να εξετάσει το πειραματικό εμβόλιο γρίπης της Moderna έρχεται καθώς η κυβέρνηση Τραμπ προχωρά σε εκτεταμένες αλλαγές στο υγειονομικό σύμπλεγμα των ΗΠΑ, όπως η αναστροφή της πυραμίδας τροφίμων, η συρρίκνωση του παιδικού προγράμματος εμβολιασμών, η παραδοχή από τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) ότι τα εμβόλια ενδέχεται να προκαλούν αυτισμό, και άλλα.

Ο Ρόμπερτ Φ. Κέννεντυ Τζούνιορ συνέβαλε στην έναρξη του κινήματος «Make America Healthy Again», το οποίο υποστηρίζει πιο υγιεινή διατροφή, ασφαλέστερες γεωργικές πρακτικές, μεγαλύτερη επίγνωση για τα τρόφιμα του εμπορίου που είναι φορτωμένα με χημικές ουσίες και την προσπάθεια να εντοπιστούν οι βαθύτερες αιτίες της χρόνιας νόσου.

Η άρνηση του FDA να εξετάσει το πειραματικό εμβόλιο γρίπης της Moderna αποτελεί το πιο πρόσφατο πλήγμα για τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες υπό τη κυβέρνηση Τραμπ.

Η φαρμακευτική εταιρεία ανέφερε ότι δεν αναμένει επιπτώσεις στις οικονομικές της προβλέψεις για το 2026 και εκτιμά ότι οι πρώτες εγκρίσεις για το πειραματικό της εμβόλιο γρίπης θα μπορούσαν να ξεκινήσουν στα τέλη του 2026 ή στις αρχές του 2027.

Του Troy Myers

ΗΠΑ–Ιράν: Πυρηνικές διαπραγματεύσεις υπό τη σκιά στρατιωτικής κλιμάκωσης και κυρώσεων

Ανάλυση ειδήσεων

Οι εξελίξεις στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν εισέρχονται σε νέα φάση, καθώς οι διπλωματικές επαφές για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης εξελίσσονται παράλληλα με ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Μέση Ανατολή, νέες κυρώσεις και αυξημένη ένταση στον Περσικό Κόλπο.

Ο κορυφαίος πυρηνικός επιστήμονας του Ιράν, Μοχάμαντ Εσλαμί, δήλωσε στις 9 Φεβρουαρίου ότι η Ισλαμική Δημοκρατία ενδέχεται να εξετάσει το ενδεχόμενο μείωσης του επιπέδου εμπλουτισμού των αποθεμάτων ουρανίου σε ποσοστό 60%, εφόσον αρθούν όλες οι αμερικανικές κυρώσεις κατά της χώρας. Σύμφωνα με το πρακτορείο Iranian Students’ News Agency (ISNA), που πρόσκειται στο καθεστώς, ο επικεφαλής του Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας του Ιράν ανέφερε ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε περίπτωση πλήρους άρσης των κυρώσεων.

Η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (International Atomic Energy Agency – IAEA) είχε επισημάνει σε έκθεσή της πέρυσι ότι το Ιράν επιτάχυνε την παραγωγή ουρανίου σχεδόν οπλικής ποιότητας. Σύμφωνα με τον οργανισμό με έδρα τη Βιέννη, η Τεχεράνη είχε αναπτύξει περίπου 275 κιλά ουρανίου εμπλουτισμένου έως το όριο του 60%. Το επίπεδο αυτό απέχει τεχνικά ένα βήμα από τη μετατροπή στο 90% που απαιτείται για πυρηνικό όπλο, ενώ η ποσότητα αυτή αντιπροσώπευε αύξηση περίπου 40% σε σύγκριση με έξι μήνες νωρίτερα.

Η έκθεση σημείωνε ότι απαιτούνται περίπου 42 κιλά ουρανίου σε αυτό το επίπεδο για την παραγωγή μιας πυρηνικής κεφαλής, γεγονός που υποδήλωνε ότι το Ιράν διέθετε επαρκές υλικό για περίπου έξι πυρηνικά όπλα.

Το Ιράν επιβεβαίωσε τον Νοέμβριο του περασμένου έτους ότι δεν εμπλουτίζει πλέον ουράνιο πουθενά στη χώρα, ως αποτέλεσμα των αμερικανικών πληγμάτων που είχαν προηγηθεί νωρίτερα το 2025. Τον Ιούνιο του 2025, στο πλαίσιο ενός 12ήμερου αεροπορικού πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν επιδρομές κατά ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων. Η «Επιχείρηση Midnight Hammer» περιλάμβανε περισσότερα από 125 αμερικανικά αεροσκάφη, πολεμικά πλοία και συντονισμένες επιχειρήσεις παραπλάνησης, με στόχο εγκαταστάσεις στο Φορντό, τη Νατάνζ και το Ισφαχάν κατά τη διάρκεια της νύχτας 21 προς 22 Ιουνίου.

Το Ιράν απάντησε εκτοξεύοντας πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη κατά ισραηλινών και αμερικανικών στόχων στην περιοχή.

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι τα βομβαρδιστικά Β-2 έπληξαν τον στόχο τους και τον κατέστρεψαν ολοσχερώς, αναφερόμενος στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Σε άλλη συνέντευξή του στο NBC News στις 4 Φεβρουαρίου, ανέφερε ότι ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, θα έπρεπε να είναι πολύ ανήσυχος. Πρόσθεσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν την ειρήνη στη Μέση Ανατολή και υποστήριξε ότι, εάν δεν είχαν πληγεί οι πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν πέρυσι, δεν θα υπήρχε ειρήνη στην περιοχή.

Στις 6 Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε γύρος συνομιλιών μεταξύ Αμερικανών και Ιρανών εκπροσώπων στο Ομάν. Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, ο οποίος εκπροσώπησε την Τεχεράνη, δήλωσε ότι οι συζητήσεις ξεκίνησαν θετικά και θα συνεχιστούν, με το Ομάν να συμβάλλει στον συντονισμό επόμενου γύρου.

Ο Αραγτσί ανέφερει σε ανάρτησή του στις 8 Φεβρουαρίου ότι το Ιράν έχει διατυπώσει σταθερά τις θέσεις του και ότι η πρόσβαση της χώρας σε προηγμένη τεχνολογία εμπλουτισμού αποτελεί προϊόν εγχώριας γνώσης και αφοσίωσης των επιστημόνων της, συνιστώντας επιστημονικό επίτευγμα και εθνική υπερηφάνεια που δεν μπορεί να αγνοηθεί στο πλαίσιο του δικαιώματος στην ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας. Σύμφωνα με τον Αραγτσί, η επιτυχία οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης εξαρτάται από την αναγνώριση αυτής της αρχής.

Σε δημόσια συζήτηση στην Τεχεράνη, ο Αραγτσί υποστήριξε ότι, εν μέσω συνομιλιών με τις Ηνωμένες Πολιτείες, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να υπαγορεύει τη συμπεριφορά του Ιράν, ενώ τόνισε ότι η στρατιωτική ανάπτυξη των ΗΠΑ στην περιοχή δεν τους φοβίζει, αναφερόμενος σε αμερικανικό αεροπλανοφόρο στην Αραβική Θάλασσα.

Σε συνέντευξή του στο Al Jazeera στο Κατάρ στις 7 Φεβρουαρίου, ξεκαθάρισε ότι τα πυραυλικά προγράμματα του Ιράν δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και προειδοποίησε ότι τυχόν νέες αμερικανικές επιθέσεις θα οδηγούσαν σε στοχοποίηση βάσεων που φιλοξενούν αμερικανικά στρατεύματα σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Από την αμερικανική πλευρά, ο Τραμπ υπέγραψε στις 6 Φεβρουαρίου εκτελεστικό διάταγμα που επιβάλλει δασμό 25% στις εισαγωγές από χώρες που αγοράζουν, άμεσα ή έμμεσα, αγαθά από το Ιράν. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανακοίνωσε την ίδια ημέρα την επιβολή κυρώσεων σε δύο άτομα, 14 πλοία του «παράνομου στόλου» και 15 οντότητες που, σύμφωνα με την ανακοίνωση, παρείχαν έσοδα στο ιρανικό καθεστώς για τη διεξαγωγή κακόβουλων δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της τρομοκρατίας.

Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω στρατιωτικής ενίσχυσης στην περιοχή. Σε συνέντευξή του στο Axios στις 10 Φεβρουαρίου, ανέφερε ότι υπάρχει στόλος που κατευθύνεται στη Μέση Ανατολή και ότι εξετάζει το ενδεχόμενο αποστολής και δεύτερου αεροπλανοφόρου με τη συνοδεία του, εφόσον οι συνομιλίες με το Ιράν δεν οδηγήσουν σε επαρκείς παραχωρήσεις. Όπως σημείωσε, είτε θα επιτευχθεί συμφωνία είτε θα χρειαστεί να γίνει κάτι πολύ σκληρό, όπως την προηγούμενη φορά, αναφερόμενος στα πλήγματα του Ιουνίου 2025.

Τον περασμένο μήνα είχε ανακοινώσει ότι έδωσε εντολή για αποστολή «μεγάλου στόλου» στην περιοχή του Κόλπου, ενώ το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln και συνοδευτικά πλοία του ανακατευθύνθηκαν σε θαλάσσιες περιοχές της Μέσης Ανατολής. Το Πεντάγωνο παρέπεμψε ερωτήματα για ενδεχόμενη νέα ανάπτυξη στον Λευκό Οίκο.

Στις 3 Φεβρουαρίου, αμερικανικές δυνάμεις κατέρριψαν ιρανικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος πάνω από την Αραβική Θάλασσα, αφού προέβη σε αδικαιολόγητους ελιγμούς προς το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln, σύμφωνα με την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ. Λίγες ώρες αργότερα, δύο σκάφη του IRGC φέρονται να απείλησαν με επιβίβαση αμερικανικό εμπορικό πλοίο, ωστόσο αντιτορπιλικό κατευθυνόμενων πυραύλων και αμερικανικά αεροσκάφη παρείχαν αμυντική υποστήριξη.

Στις 5 Φεβρουαρίου, το Ιράν κατέσχεσε δύο πλοία και συνέλαβε 15 αλλοδαπούς, με το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) να ανακοινώνει ότι τα σκάφη συμμετείχαν σε επιχείρηση λαθρεμπορίου και μετέφεραν περίπου 1 εκατομμύριο λίτρα παράνομου καυσίμου.

Η αυξανόμενη ένταση οδήγησε και σε επικαιροποιημένη ναυτιλιακή οδηγία.

Στις 9 Φεβρουαρίου, η Αμερικανική Ναυτιλιακή Διοίκηση εξέδωσε σύσταση προς τα εμπορικά πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ και τον Κόλπο του Ομάν, επισημαίνοντας τον διαχρονικό κίνδυνο ελέγχου, επιβίβασης, κράτησης ή κατάσχεσης από ιρανικές δυνάμεις, οι οποίες έχουν χρησιμοποιήσει στο παρελθόν μικρά σκάφη και ελικόπτερα και έχουν επιχειρήσει να εξαναγκάσουν πλοία σε είσοδο στα ιρανικά χωρικά ύδατα.

Η οδηγία συνιστά στα πλοία με αμερικανική σημαία να παραμένουν όσο το δυνατόν πιο μακριά από τα ιρανικά χωρικά ύδατα, χωρίς να διακυβεύεται η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, και να κινούνται κοντά στα χωρικά ύδατα του Ομάν κατά τη διέλευση προς ανατολάς. Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι η αποφυγή βίαιης αντίστασης σε περίπτωση επιβίβασης δεν συνεπάγεται συναίνεση.

Οι εξελίξεις αυτές εκτυλίσσονται ενώ ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου προγραμματίζει συνάντηση με τον Τραμπ στην Ουάσιγκτον στις 11 Φεβρουαρίου. Το γραφείο του Νετανιάχου ανέφερε ότι ο πρωθυπουργός του Ισραήλ θεωρεί πως οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις πρέπει να περιλαμβάνουν περιορισμούς στους βαλλιστικούς πυραύλους και παύση της υποστήριξης προς τον ιρανικό άξονα, ενώ ο ίδιος έχει δηλώσει ότι οι συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις με το Ιράν θα βρίσκονται πρώτα και πάνω απ’ όλα στις συζητήσεις του με τον Αμερικανό πρόεδρο.

Μέχρι στιγμής, δεν έχουν ανακοινωθεί σημαντικές εξελίξεις από τις επαφές στο Ομάν, ωστόσο το εύρος και οι όροι των διαπραγματεύσεων αναμένεται να αποτελέσουν κρίσιμο σημείο τριβής το επόμενο διάστημα.

Των Ryan Morgan, Guy Birchall και Kimberly Hayek

Με πληροφορίες από το Reuters

Η «Σκέψη του Σι» πάνω από τον Νόμο: Η πολιτικοποίηση των εισαγγελέων στην Κίνα

Η ετήσια Εθνική Συνάντηση Εισαγγελέων της Κίνας, που πραγματοποιήθηκε στο Πεκίνο στις 19 Ιανουαρίου 2026, προσέφερε ένα αποκαλυπτικό στιγμιότυπο της σημερινής κινεζικής αντίληψης περί δικαιοσύνης. Παρότι τυπικά πρόκειται για την ανώτατη επαγγελματική σύναξη του εισαγγελικού σώματος, το περιεχόμενο των ομιλιών και των κατευθύνσεων που δημοσιοποιήθηκαν δείχνει ότι ο ρόλος των εισαγγελέων μετασχηματίζεται ριζικά. Από νομικοί λειτουργοί μετατρέπονται σε φορείς ιδεολογικής πειθαρχίας.

Στο επίκεντρο της συνάντησης δεν βρέθηκαν ζητήματα νομολογίας, αποδεικτικών προτύπων ή δικονομικών εγγυήσεων. Αντίθετα, κυριάρχησε η επιβεβαίωση της απόλυτης πολιτικής υπαγωγής της δικαιοσύνης στην ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας (ΚΚΚ) και προσωπικά στον Σι Τζινπίνγκ. Το μήνυμα ήταν σαφές: το «κράτος δικαίου» στην Κίνα δεν είναι ένα σύστημα περιορισμού της εξουσίας, αλλά ένα εργαλείο άσκησής της.

Η «Σκέψη του Σι» ως υπέρτατη νομική αρχή

Η συνάντηση άνοιξε, όπως συνηθίζεται, για «ενδελεχή μελέτη και εφαρμογή» των οδηγιών του Σι Τζινπίνγκ σχετικά με τη διακυβέρνηση βάσει νόμου. Ωστόσο, το περιεχόμενο αυτής της διατύπωσης απογυμνώνει τον όρο «νόμος» από την κλασική του έννοια. Οι εισαγγελείς κλήθηκαν να υιοθετήσουν τη «Σκέψη του Σι Τζινπίνγκ για τον σοσιαλισμό με κινεζικά χαρακτηριστικά για μια Νέα Εποχή» ως κατευθυντήρια αρχή, να στηρίξουν τα λεγόμενα «δύο καθεστώτα» και να διασφαλίσουν τα «δύο υποστηρίγματα» — πολιτικά συνθήματα που, στην πράξη, σημαίνουν πίστη στην κεντρική εξουσία και στον ίδιο τον Σι ως πυρήνα του συστήματος.

Η λογική είναι αντιστροφή της κλασικής αντίληψης του κράτους δικαίου. Δεν είναι ο νόμος που δεσμεύει την εξουσία, αλλά η εξουσία που ορίζει τον νόμο μέσω ιδεολογίας.

Ο Γενικός Εισαγγελέας Γινγκ Γιονγκ, στην κεντρική του ομιλία, ξεκαθάρισε χωρίς περιστροφές τη φύση του εισαγγελικού ρόλου: «Τα εισαγγελικά όργανα είναι πρωτίστως πολιτικά όργανα». Η πολιτική πίστη αναγορεύεται σε «πρωταρχική απαίτηση», ενώ η δικαστική ανεξαρτησία απουσιάζει πλήρως από το λεξιλόγιο της ηγεσίας.

Οι επιτυχίες του εισαγγελικού έργου αποδόθηκαν όχι σε επαγγελματική επάρκεια ή θεσμική αυτονομία, αλλά στην «επιστημονική καθοδήγηση» της Σκέψης του Σι. Με άλλα λόγια, η ιδεολογία παρουσιάζεται ως υποκατάστατο της νομικής κρίσης. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο εισαγγελέας δεν καλείται να αξιολογήσει στοιχεία ή να ερμηνεύσει νόμους, αλλά να ευθυγραμμιστεί πολιτικά.

Η ρητή απόρριψη θεμελιωδών νομικών αρχών

Ιδιαίτερη σημασία έχει η ρητή καταδίκη εννοιών όπως ο «συνταγματικός πολιτισμός», η «διάκριση των εξουσιών» και η «δικαστική ανεξαρτησία». Αυτές χαρακτηρίστηκαν «δυτικές» και «λανθασμένες απόψεις», που δεν έχουν θέση στην Κίνα.

Η απόρριψη δεν είναι απλώς θεωρητική. Αποτελεί επίσημη δήλωση ότι οι μηχανισμοί ελέγχου και ισορροπίας θεωρούνται απειλή για την πολιτική σταθερότητα του καθεστώτος. Ο νόμος, αντί να λειτουργεί ως φραγμός στην αυθαιρεσία, μετατρέπεται σε μέσο επιβολής της κομματικής γραμμής.

Κεντρικός άξονας των οδηγιών προς τους εισαγγελείς ήταν η «πολιτική ασφάλεια». Η έννοια αυτή, σκόπιμα ασαφής, καλύπτει ένα ευρύ φάσμα ενεργειών που μπορούν να χαρακτηριστούν απειλητικές για το κράτος, από την κατασκοπεία μέχρι την έκφραση «λανθασμένων» απόψεων στο διαδίκτυο.

Η εντολή για «αυστηρή καταστολή» εγκλημάτων κατά της εθνικής ασφάλειας, σε συνδυασμό με την υποχρέωση προστασίας της κρατικής εξουσίας, του συστήματος και της ιδεολογίας, δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου τα ατομικά δικαιώματα είναι εξ ορισμού δευτερεύοντα.

Ακόμη και τομείς που παραδοσιακά θεωρούνται ουδέτεροι, όπως τα οικονομικά εγκλήματα, το κυβερνοέγκλημα ή η προστασία ανηλίκων, εντάχθηκαν στο ίδιο ιδεολογικό πλαίσιο. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: κάθε νομική πράξη έχει πολιτική διάσταση και κάθε πολιτική προτεραιότητα μεταφράζεται σε νομική υποχρέωση.

Αυτός ο «οργανικός» συνδυασμός κομματικών πολιτικών και εθνικών νόμων καταργεί στην πράξη τη διάκριση μεταξύ πολιτικής εντολής και νομικής κρίσης. Ο νόμος ακολουθεί το Κόμμα, όχι το αντίστροφο.

Ένα κράτος δικαίου χωρίς δικαιοσύνη

Η Εθνική Συνάντηση Εισαγγελέων του 2026 δεν ήταν απλώς μια γραφειοκρατική διαδικασία. Ήταν μια δημόσια επιβεβαίωση ότι το κινεζικό νομικό σύστημα λειτουργεί ως μηχανισμός ιδεολογικής συμμόρφωσης. Οι εισαγγελείς καλούνται να υπερασπιστούν όχι τη δικαιοσύνη, αλλά την κομματική ορθοδοξία. Όχι τα δικαιώματα των πολιτών, αλλά την «ιδεολογική ασφάλεια» του κράτους.

Η συνάντηση ολοκληρώθηκε με την υπενθύμιση ότι οι εισαγγελείς πρέπει να «μελετήσουν, να σκεφτούν και να εφαρμόσουν τη Σκέψη του Σι Τζινπίνγκ για το κράτος δικαίου». Τελικά, η Εθνική Συνάντηση Εισαγγελέων ήταν μια από τις συνηθισμένες κινεζικές πολιτικές λειτουργίες. Από τους συμμετέχοντες δεν ζητήθηκε να υπερασπιστούν τη δικαιοσύνη, αλλά να υπερασπιστούν το κόμμα. Δεν τους ζητήθηκε να ερμηνεύσουν τον νόμο, αλλά να ερμηνεύσουν τη Σκέψη του Σι Τζινπίνγκ. Και δεν τους ζητήθηκε να υπερασπιστούν τα δικαιώματα των πολιτών, αλλά να προστατεύσουν την ιδεολογική ασφάλεια του κράτους.

Στο πλαίσιο αυτό, «το κράτος δικαίου με κινέζικα χαρακτηριστικά» μοιάζει περισσότερο με κράτος πίστης. Αν η δικαιοσύνη, όπως λέγεται, είναι τυφλή (δηλαδή ανεπηρέαστη), οι Κινέζοι εισαγγελείς έχουν λάβει σαφείς οδηγίες να αφαιρέσουν το μαντήλι, να κοιτάξουν προς το κέντρο της εξουσίας και να πράξουν αναλόγως.

Για το Πεκίνο, ο νόμος δεν είναι ασπίδα που προστατεύει τον πολίτη από την αυθαιρεσία. Είναι εργαλείο που διασφαλίζει ότι η αυθαιρεσία παραμένει απρόσκοπτη. Και αυτή η πραγματικότητα, όσο κι αν καλύπτεται με ρητορική περί «σοσιαλιστικού κράτος δικαίου», αποτελεί μια από τις πιο ανησυχητικές εξελίξεις για το μέλλον των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα.

Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτό το άρθρο ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν απαραίτητα τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.

Ο Μασκ δεσμεύεται να χρηματοδοτήσει την υπεράσπιση όσων αποκαλύψουν στοιχεία για τον Έπσταϊν

Ο Έλον Μασκ δήλωσε ότι θα πληρώσει τα δικαστικά έξοδα οποιουδήποτε μιλήσει δημόσια για φερόμενους δράστες, των οποίων τα ονόματα έχουν αποκρυφτεί από τους φακέλους του Τζέφρι Έπσταϊν, και στη συνέχεια μηνυθεί γι’ αυτό.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Tesla έκανε την προσφορά ως απάντηση σε ένα κοινωνικό μήνυμα που προβλήθηκε την Κυριακή του Super Bowl, στις 8 Φεβρουαρίου 2026, στο οποίο εμφανίζονταν γυναίκες που υποστήριζαν ότι κακοποιήθηκαν από τον Έπσταϊν και τους συνεργάτες του.

Στο απόσπασμα των 40 δευτερολέπτων σημειωνόταν ότι 3 εκατομμύρια αρχεία που σχετίζονται με τον εκλιπόντα δράστη σεξουαλικών εγκλημάτων δεν έχουν ακόμη δοθεί στη δημοσιότητα. Οι γυναίκες εμφανίζονταν να κρατούν φωτογραφίες τους από τη νεότερη ηλικία τους, ενώ μαύρα πλαίσια, ως σύμβολα λογοκρισίας, κάλυπταν τα στόματά τους. Στη συνέχεια, οι καταγγέλλουσες τόνιζαν ότι παραμένουν ενωμένες και ζητούν να αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια για το εγκληματικό δίκτυο του Έπσταϊν και, κατόπιν, καλούσαν τη γενική εισαγγελέα Παμ Μπόντι, λέγοντας ότι είχε έρθει «η ώρα για την αλήθεια».

Ο σχολιαστής της Daily Wire, Ματ Γουόλς (Matt Walsh), διερωτήθηκε στην πλατφόρμα του Μασκ, το X, γιατί οι γυναίκες δεν έχουν κατονομάσει δημόσια τους φερόμενους ως κακοποιητές τους και υποστήριξε ότι θα μπορούσαν να το κάνουν με ασφάλεια μέσω υποστηρικτών τους στο Κογκρέσο.

Ο Γουόλς έγραψε την Κυριακή ότι όσοι ισχυρίζονται πως δεν μπορούν να κατονομάσουν πρόσωπα επειδή θα μηνυθούν, θα μπορούσαν απλώς να δώσουν τα ονόματα σε οποιονδήποτε από τους πολλούς —και, όπως ανέφερε, ως επί το πλείστον πολύ πρόσφατους— υποστηρικτές τους στο Κογκρέσο, ώστε εκείνοι να τα εκφωνήσουν από το βήμα, προστατεύοντας έτσι τους ίδιους και τις γυναίκες από πιθανές αγωγές. Πρόσθεσε ότι, κατά την άποψή του, αρνούνται να το κάνουν και αναρωτήθηκε γιατί.

Λογοκρισία

Ο Μασκ απάντησε στην ανάρτηση του Γουόλς ότι θα καλύψει τα έξοδα υπεράσπισης όποιου πει την αλήθεια για το θέμα και μηνυθεί επειδή το έκανε.

Η προσφορά θα μπορούσε να λειτουργήσει ως οικονομική ασπίδα για θύματα που φοβούνται νομικά αντίποινα αν κατονομάσουν πρόσωπα που συνδέονται με τον Έπσταϊν, ο οποίος πέθανε υπό κράτηση το 2019, ενώ ανέμενε να δικαστεί για πολλαπλές κατηγορίες εμπορίας ανηλίκων. Ο θάνατός του αποδόθηκε σε αυτοκτονία.

Το όνομα του ίδιου του Μασκ είναι μεταξύ των πολλών που αναφέρονται στη νέα δημοσιοποίηση περισσότερων από 3 εκατομμύρια αρχεία που σχετίζονται με τον Έπσταϊν και δόθηκαν στη δημοσιότητα στις 31 Ιανουαρίου, χωρίς ο ίδιος να έχει κατηγορηθεί για οποιαδήποτε παράνομη πράξη.

Σύμφωνα με έγγραφα, ο Μασκ και ο Έπσταϊν αντάλλαξαν μηνύματα μεταξύ 2012 και 2014, συζητώντας πιθανές επισκέψεις στο ιδιωτικό νησί του Έπσταϊν, Little St James. Σε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα του Νοεμβρίου 2012, ο Μασκ εμφανιζόταν να ρωτά ποια ημέρα ή νύχτα θα είχε «το πιο ξέφρενο πάρτυ» στο νησί.

Ο Μασκ έχει αρνηθεί ότι επισκέφθηκε ποτέ το νησί, αναφέροντας σε ανάρτησή του στο X ότι «αρνήθηκε» τις επανειλημμένες προσκλήσεις του Έπσταϊν και ότι δεν δέχθηκε να πετάξει με το ιδιωτικό αεροσκάφος του χρηματοδότη, γνωστό με το παρατσούκλι «Lolita Express». Πρόσθεσε ότι, όταν ζητούσε να δοθούν στη δημοσιότητα οι φάκελοι, γνώριζε πως η αλληλογραφία του με τον Έπσταϊν θα μπορούσε να παρερμηνευτεί και να χρησιμοποιηθεί για να πληγεί η φήμη του.

Μετά τη δημοσιοποίηση των αρχείων, στις 31 Ιανουαρίου, έγραψε στο X ότι αυτό δεν τον απασχολεί, αλλά τον απασχολεί να υπάρξει τουλάχιστον προσπάθεια να διωχθούν όσοι διέπραξαν σοβαρά εγκλήματα μαζί με τον Έπσταϊν, ιδίως σε σχέση με τη φρικτή εκμετάλλευση ανήλικων κοριτσιών.

Η Μαρίνα Λασέρντα, καταγγέλλουσα στην υπόθεση Τζέφρυ Έπσταϊν, μιλά κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου και συγκέντρωσης υπέρ των θυμάτων του δράστη σεξουαλικών εγκλημάτων Τζέφρι Έπσταϊν και της συνεργού του, Γκισλέιν Μάξγουελ, έξω από το Καπιτώλιο των ΗΠΑ στην Ουάσιγκτον, στις 3 Σεπτεμβρίου 2025. (Roberto Schmidt/AFP μέσω Getty Images)

 

Στα έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν περιλαμβάνονταν λίστες πτήσεων, οικονομικά κατάστιχα και αλληλογραφία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ενώ το υπουργείο Δικαιοσύνης ανέφερε ότι πολλά στοιχεία έχουν αποκρυφτεί για να προστατευτούν τα θύματα.

Η τελευταία δέσμη αρχείων περιλάμβανε αναφορές σε ονόματα υψηλού προφίλ από τον χώρο της τεχνολογίας και των μεγάλων επιχειρήσεων, όπως τον συνιδρυτή της Microsoft, Μπιλ Γκέιτς, και τον συνιδρυτή του LinkedIn, Ριντ Χόφμαν, καθώς και σε πολιτικούς υψηλού προφίλ, όπως τον πρώην πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Μπιλ Κλίντον και τον πρώην πρωθυπουργό του Ισραήλ Εχούντ Μπαράκ.

Πρόσβαση στους νομοθέτες

Ο Μασκ έκανε την προσφορά του πριν από την ανακοίνωση του υπουργείου Δικαιοσύνης, τη Δευτέρα, ότι θα επιτρέψει σε μέλη του Κογκρέσου να εξετάσουν μη αποκρυμμένες εκδοχές των αρχείων, σύμφωνα με επιστολή που στάλθηκε στους νομοθέτες.

Στην επιστολή αναφερόταν ότι οι νομοθέτες —αλλά όχι το κοινό— θα μπορούν να εξετάσουν μη αποκρυμμένες εκδοχές αρχείων που η κυβέρνηση έχει ήδη δώσει στη δημοσιότητα, προκειμένου να συμμορφωθεί με νόμο που ψηφίστηκε από το Κογκρέσο πέρυσι.

Στους νομοθέτες επιβάλλονταν αρκετοί όροι· θα πρέπει να ειδοποιούν 24 ώρες νωρίτερα πριν τους δοθεί πρόσβαση, θα μπορούν να εξετάζουν τα αρχεία μόνο σε υπολογιστές στο υπουργείο Δικαιοσύνης, πρόσβαση θα έχουν μόνο οι ίδιοι —και όχι το προσωπικό τους— και, παρότι θα επιτρέπεται η λήψη σημειώσεων, δεν θα επιτρέπεται να δημιουργούν αντίγραφα.

Ανάμεσα στα ονόματα υψηλού προφίλ που εμφανίζονται στα τελευταία αρχεία περιλαμβάνεται και ο Άντριου Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ, παλαιότερα γνωστός ως πρίγκιπας Άντριου, δούκας της Υόρκης, του οποίου η γνωστή πλέον σχέση με τον Έπσταϊν είχε ήδη οδηγήσει στην αφαίρεση των βασιλικών του τίτλων από τον αδελφό του, τον Βρετανό μονάρχη βασιλιά Κάρολο Γ΄.

Ανακοίνωση του Μπάκιγχαμ

Η αστυνομία στο Ηνωμένο Βασίλειο αξιολογεί ισχυρισμούς ότι ο πρώην δούκας μοιράστηκε με τον Έπσταϊν εμπιστευτικές αναφορές, τις οποίες είχε στη διάθεσή του από τον ρόλο του ως εμπορικού απεσταλμένου του Ηνωμένου Βασιλείου.

Ανακοίνωση του Μπάκιγχαμ ανέφερε τη Δευτέρα ότι είναι έτοιμα να στηρίξουν οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα για τον αδελφό του Καρόλου, αφού ηλεκτρονικά μηνύματα άφηναν να εννοηθεί ότι ο Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ ενδέχεται να είχε μοιραστεί με τον Έπσταϊν εμπιστευτικά βρετανικά εμπορικά έγγραφα, υπό την ιδιότητά του ως εμπορικού απεσταλμένου, στα τέλη του 2010.

Εκπρόσωπος των Ανακτόρων δήλωσε ότι ο βασιλιάς έχει καταστήσει σαφές, «με λόγια και με πρωτοφανείς ενέργειες», τη βαθιά ανησυχία του για ισχυρισμούς που συνεχίζουν να έρχονται στο φως σε σχέση με τη συμπεριφορά του κ. Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ.

Πρόσθεσε ότι, παρότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί είναι ζήτημα που πρέπει να απαντήσει ο κ. Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ, αν η Thames Valley Police προσεγγίσει τα Ανάκτορα, αυτά είναι έτοιμα να τη στηρίξουν, όπως θα ήταν αναμενόμενο. Συμπλήρωσε ότι, όπως είχε δηλωθεί στο παρελθόν, οι σκέψεις και η συμπαράσταση των Μεγαλειοτήτων «ήταν και παραμένουν με τα θύματα κάθε μορφής κακοποίησης».

Ο Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ έχει αρνηθεί στο παρελθόν οποιαδήποτε παρανομία σε σχέση με τους δεσμούς του με τον Έπσταϊν, οι οποίοι είναι γνωστό ότι συνεχίστηκαν μετά την καταδίκη του Έπσταϊν για αποπλάνηση ανηλίκου το 2008.

Η Thames Valley Police ανέφερε την περασμένη εβδομάδα ότι αξιολογεί καταγγελίες πως μια 26χρονη γυναίκα στάλθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο από τον Έπσταϊν για σεξουαλική επαφή με τον πρώην δούκα το 2010.

Ο τότε πρίγκιπας της Ουαλίας Κάρολος μαζί με τον τότε Δούκα της Υόρκης Άντριου την ημέρα των Χριστουγέννων το 2017. (Joe Giddens/PA)

 

Ο Κάρολος αφαίρεσε τους τίτλους του νεότερου αδελφού του μετά τη μεταθανάτια κυκλοφορία βιβλίου της Βιρτζίνια Τζιούφρι, η οποία υποστήριξε ότι, όταν ήταν έφηβη, διακινήθηκε από τον Έπσταϊν και τη συνεργό του, Γκισλέιν Μάξγουελ.

Το 2022, ο δούκας κατέληξε σε εξωδικαστικό συμβιβασμό σε αγωγή της Τζιούφρι, η οποία τον κατηγόρησε ότι είχε σεξουαλική επαφή μαζί της όταν ήταν 17 ετών, αφού γνωρίστηκαν μέσω του Έπσταϊν. Ο Μάουντμπάτεν-Ουίνδσορ ανέφερε ότι δεν θυμάται να έχει συναντήσει ποτέ την Τζιούφρι, η οποία ήταν η πιο προβεβλημένη υπερασπίστρια των θυμάτων του Έπσταϊν πριν από τον αιφνίδιο θάνατό της στη Δυτική Αυστραλία τον Απρίλιο 2025 και είχε εμπλακεί σε πολλαπλές δικαστικές υποθέσεις κατά όσων κατηγορούσε ότι την εκμεταλλεύτηκαν.

Οι αρχές ανέφεραν ότι ο θάνατος της Τζιούφρι δεν ήταν ύποπτος, αν και ορισμένα μέλη της οικογένειάς της εξέφρασαν αμφιβολίες ότι έβαλε τέλος στη ζωή της, ενώ πλήρης ιατροδικαστική έρευνα δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί.

Η Λόρεν Χερς (Lauren Hersh), διευθύντρια του World Without Exploitation στις ΗΠΑ, που βρίσκεται πίσω από την παραγωγή της ενημερωτικής ταινίας η οποία δόθηκε στη δημοσιότητα στις 8 Φεβρουαρίου, ανέφερε σε δήλωσή της μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ότι, από εδώ και πέρα, το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ πρέπει να καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να δώσει προτεραιότητα στην ιδιωτικότητα και την ασφάλεια των επιζώντων, οι οποίοι έχουν γενναία μιλήσει για τις εμπειρίες τους τις τελευταίες δεκαετίες.

Τόνισε ότι δεν θα σταματήσουν μέχρι οι επιζώντες να λάβουν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία που τους αξίζουν.

Της Rachel Roberts

Με πληροφορίες από PA Media και Reuters

Προειδοποίηση η καταδίκη του Λάι για όσους κάνουν επιχειρήσεις στην Κίνα

Το Ηνωμένο Βασίλειο ανακοίνωσε στις 9 Φεβρουαρίου ότι επεκτείνει ένα πρόγραμμα θεωρήσεων (βίζα) για να επιτρέψει σε δεκάδες χιλιάδες περισσότερους ανθρώπους να μετακομίσουν από το Χονγκ Κονγκ στο Ηνωμένο Βασίλειο, μετά την καταδίκη του ακτιβιστή υπέρ της δημοκρατίας και Βρετανού πολίτη Τζίμμυ Λάι στο Χονγκ Κονγκ.

Το βρετανικό υπουργείο Εσωτερικών ανέφερε σε ανακοίνωσή του ότι τα ενήλικα παιδιά των κατόχων καθεστώτος Βρετανού Εξωτερικού Υπηκόου [BN(O)], που ήταν κάτω των 18 ετών κατά τη στιγμή της παράδοσης του Χονγκ Κονγκ από τη Βρετανία στην Κίνα το 1997, μπορούν πλέον να υποβάλουν αίτηση για τη βίζα ανεξάρτητα από τους γονείς τους. Οι σύντροφοι και τα παιδιά τους θα επιτρέπεται επίσης να πάνε στο Ηνωμένο Βασίλειο, με την κυβέρνηση να εκτιμά ότι ο αριθμός αυτών που θα φτάσουν τα επόμενα πέντε χρόνια στο πλαίσιο του προγράμματος θα κυμανθεί γύρω στις 26.000.

Η Βρετανίδα υπουργός Εξωτερικών Υβέτ Κούπερ δήλωσε ότι η υποστήριξη της βρετανικής κυβέρνησης προς τον λαό του Χονγκ Κονγκ παραμένει σταθερή. «Γι’ αυτό διασφαλίζουμε ότι οι νέοι που έμειναν εκτός της προστασίας επανεγκατάστασης λόγω της ηλικίας τους, θα καλύπτονται πλέον», δήλωσε η Κούπερ.

Το υπουργείο Εσωτερικών ανέφερε ότι από τότε που εισήχθη η οδός θεώρησης για τους κατόχους καθεστώτος BN(O), περισσότεροι από 230.000 άνθρωποι στο Χονγκ Κονγκ έλαβαν βίζα και 170.000 μετακόμισαν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι κάτοχοι βίζας BN(O) έχουν δικαίωμα σε μια πενταετή διαδρομή προς τη μόνιμη εγκατάσταση στο Ηνωμένο Βασίλειο, που αποτελεί το μισό της περιόδου προϋπόθεσης μόνιμης εγκατάστασης για τους περισσότερους άλλους μετανάστες.

Το Ηνωμένο Βασίλειο ξεκίνησε τη διαδρομή βίζας BN(O) στις 31 Ιανουαρίου 2021, μετά την επιβολή του κινεζικού νόμου περί εθνικής ασφάλειας στο Χονγκ Κονγκ το 2020. Η βρετανική κυβέρνηση δήλωσε τότε ότι το Πεκίνο παραβίαζε τη Σινο-Βρετανική Κοινή Διακήρυξη και περιόριζε τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των ανθρώπων στο Χονγκ Κονγκ.

Η καταδίκη του Λάι

 Το υπουργείο Εσωτερικών ανέφερε στην ανακοίνωση ότι η επέκταση της βίζας «τιμά την ιστορική δέσμευση του Ηνωμένου Βασιλείου προς τον λαό του Χονγκ Κονγκ και έρχεται εν μέσω της κλιμακούμενης περιστολής των δικαιωμάτων και των ελευθεριών στην περιοχή». Η καταδίκη του Λάι «δείχνει πώς ο επιβληθείς από το Πεκίνο νόμος περί εθνικής ασφάλειας έχει ποινικοποιήσει τη διαφωνία, ωθώντας πολλούς να εγκαταλείψουν την περιοχή», ανέφερε το υπουργείο.

Πρόσθεσε ότι ο Βρετανός πρωθυπουργός Κηρ Στάρμερ είχε θέσει την υπόθεση του Λάι στον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ κατά την επίσκεψή του στην Κίνα τον Ιανουάριο. «Τώρα που εκδόθηκε η καταδίκη, η κυβέρνηση θα ασχοληθεί γρήγορα περαιτέρω με την υπόθεση του κυρίου Λάι», ανέφερε το υπουργείο Εσωτερικών.

Στις 9 Φεβρουαρίου, ο Τζίμμυ Λάι, ιδρυτής της ανενεργής πλέον φιλοδημοκρατικής εφημερίδας Apple Daily και επικριτής του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας, καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλάκισης, σε μια υπόθεση-ορόσημο. Τον Δεκέμβριο, κλήθηκε να αντιμετωπίσει δύο κατηγορίες περί «συνωμοσίας για συνεργασία με ξένες δυνάμεις» βάσει του νόμου περί εθνικής ασφάλειας και μία κατηγορία για «στάση» βάσει νόμου περί στάσης της αποικιακής εποχής. Ο Λάι δήλωσε αθώος και στις τρεις κατηγορίες. Πλείστες όσες οργανώσεις προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καταδίκασαν την απόφαση που εκδόθηκε για τον 78χρονο Λάι.

Η Υβετ Κούπερ, κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου του Εργατικού Κόμματος στο Arena and Convention Centre. Λίβερπουλ, Αγγλία, 24 Σεπτεμβρίου 2024. (Peter Byrne/PA Wire)

 

Ο Μπένεντικτ Ρότζερς, συνιδρυτής της οργάνωσης Hong Kong Watch με έδρα το Λονδίνο, κάλεσε το Ηνωμένο Βασίλειο, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, την Αυστραλία, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ιαπωνία να «ενεργήσουν αμέσως και χωρίς καθυστέρηση, και να πιέσουν την Κίνα να απελευθερώσει τον κύριο Λάι λόγω της επιδεινούμενης υγείας του». «Αυτό θα πρέπει να χρησιμεύσει ως προειδοποίηση για όλες τις κυβερνήσεις, τους οργανισμούς του ιδιωτικού τομέα και τα άτομα που επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν επιχειρηματικά στο Χονγκ Κονγκ», δήλωσε ο Ρότζερς. «Όταν ο νόμος διαστρεβλώθηκε μία φορά για τη  δίωξη ενός ατόμου, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα διαστρεβλωθεί ξανά. Η μοίρα του κυρίου Λάι πρέπει να είναι μια προειδοποίηση για όλους μας».

Μετά την καταδίκη, η Βρετανίδα υπουργός Εξωτερικών εξέφρασε την ανησυχία της για την υγεία του Λάι και κάλεσε τις αρχές του Χονγκ Κονγκ να τον απελευθερώσουν για ανθρωπιστικούς λόγους. «Ο Βρετανός υπήκοος Τζίμμυ Λάι καταδικάστηκε σήμερα σε 20 χρόνια φυλάκισης στο Χονγκ Κονγκ επειδή άσκησε το δικαίωμά του στην ελευθερία της έκφρασης, μετά από μια πολιτικά υποκινούμενη δίωξη. Ο νόμος περί εθνικής ασφάλειας του Πεκίνου επιβλήθηκε στο Χονγκ Κονγκ για να σιωπήσουν οι επικριτές της Κίνας», δήλωσε η κα Κούπερ.

«Στεκόμαστε στο πλευρό του λαού του Χονγκ Κονγκ και θα τιμούμε πάντα τις ιστορικές δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν βάσει της νομικά δεσμευτικής Σινο-Βρετανικής Κοινής Διακήρυξης. Η Κίνα πρέπει να κάνει το ίδιο».

Με τη συμβολή του Frank Fang

Κάουπο Ροσίν: Ο Πούτιν θεωρεί ακόμα τις ΗΠΑ ως τον «κύριο παγκόσμιο αντίπαλο»

Η Ρωσία προσποιείται ενδιαφέρον για ειρηνευτικές συνομιλίες σχετικά με την Ουκρανία και εξακολουθεί να θεωρεί τις Ηνωμένες Πολιτείες ως τον «κύριο παγκόσμιο αντίπαλό της», ανέφερε την Τρίτη στην ετήσια έκθεσή της η υπηρεσία εξωτερικών πληροφοριών της Εσθονίας, Valisluureamet.

Η έκθεση αναφέρει ότι το Κρεμλίνο προσπαθεί να παρουσιάσει τα ευρωπαϊκά κράτη ως πιο εχθρικά απέναντί του από ό,τι η Ουάσιγκτον και έχει δώσει οδηγίες στα ρωσικά κρατικά ιδρύματα «να προβάλλουν διαφάνεια και προθυμία για συνεργασία» με τις Ηνωμένες Πολιτείες. «Ωστόσο, η πολιτική της Ρωσίας ως προς τις Ηνωμένες Πολιτείες παραμένει θεμελιωδώς αμετάβλητη. Η Μόσχα εξακολουθεί να θεωρεί την Ουάσιγκτον ως τον κύριο παγκόσμιο αντίπαλό της, πιστεύοντας ότι τα συμφέροντά τους συγκρούονται σε αρκετές περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της Μέσης Ανατολής, της Λατινικής Αμερικής και του Νοτίου Καυκάσου», αναφέρεται στην έκθεση.

«Στο μυαλό του [ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν] εξακολουθεί να πιστεύει ότι μπορεί πραγματικά να κερδίσει στρατιωτικά στην [Ουκρανία] σε κάποιο σημείο», δήλωσε την Τρίτη στην εσθονική πρωτεύουσα, Ταλίν, ο γενικός διευθυντής της υπηρεσίας πληροφοριών, Κάουπο Ροσίν.

Η Εσθονία είναι μια πρώην σοβιετική δημοκρατία — με μια μεγάλη εθνική ρωσική μειονότητα — που εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ το 2004 και υποστηρίζει σθεναρά το Κίεβο καθ’ όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης που ξέσπασε τον Φεβρουάριο του 2022. Υπήρξε μεταξύ των ένθερμων υποστηρικτών του ευρωπαϊκού εξοπλισμού για την αντιμετώπιση της ρωσικής απειλής, ενώ τον Ιανουάριο του 2025, ο Εσθονός πρωθυπουργός Κρίστεν Μιχάλ ήταν ένας από τους πρώτους που δεσμεύτηκε να ικανοποιήσει το αίτημα του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ προς τις χώρες του ΝΑΤΟ να διαθέσουν το 5% του ΑΕΠ για αμυντικές δαπάνες. «Γνωρίζουμε ότι η Ρωσία ανησυχεί πολύ για τον λεγόμενο ευρωπαϊκό επανεξοπλισμό [ReArm Europe], τον οποίο αντιλαμβάνονται ως μελλοντική πρόκληση», δήλωσε ο Ροσίν.

Είπε ότι το Κρεμλίνο συνεργάζεται με «άλλες ομάδες που είναι πρόθυμες να προωθήσουν τα ρωσικά συμφέροντα και αφηγήματα με στόχο να επιβραδύνουν την Ευρώπη σε αυτό το θέμα ή να τη σταματήσουν», προσθέτοντας ότι η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει στην άμυνα και την εσωτερική ασφάλεια, έτσι ώστε η Ρωσία να αναγκαστεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είχε καμία τύχη σε μια σύγκρουση με το ΝΑΤΟ.

Από τότε που η Εσθονία εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ το 2004, οι αμυντικοί στρατηγικοί αναλυτές θέτουν το ερώτημα εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έμπαιναν σε πόλεμο ή αν θα εκτόξευαν πυρηνικούς πυραύλους, για να υπερασπιστούν την πόλη Νάρβα, στην οποία βρίσκεται μεγάλη εθνική ρωσική κοινότητα.

Πέρυσι, όταν η Γαλλία προσφέρθηκε να αντικαταστήσει την αμερικανική πυρηνική ομπρέλα πάνω από την Ευρώπη με τη δική της, ο Ατίλα Ντέμκο, ειδικός σε θέματα πολιτικής ασφάλειας από την Ουγγαρία, δήλωσε στην Epoch Times: «Μπορούμε να θέσουμε το ίδιο ερώτημα: Θα διακινδύνευαν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία έναν πυρηνικό πόλεμο για τη Νάρβα;»

Η Ρωσία θα «αυξήσει τη στρατιωτική της στάση»

Ο Ροσίν δήλωσε: «Γνωρίζουμε ότι η Ρωσία σχεδιάζει να αυξήσει τη στρατιωτική της ισχύ στο μέλλον, γεγονός που θα αυξήσει τη στρατιωτική στάση και τη διάταξη κατά μήκος των συνόρων της Βαλτικής, της Φινλανδίας και της Νορβηγίας». Ωστόσο, παραδέχθηκε ότι δεν υπάρχε κανένα σημάδι ότι η Ρωσία έχει επί του παρόντος οποιαδήποτε πρόθεση να επιτεθεί σε οποιοδήποτε κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ.

Ο Ροσίν ισχυρίστηκε ότι η Ρωσία είναι πρόθυμη να αφήσει τις διαπραγματεύσεις για τη σύγκρουση στην Ουκρανία να τραβήξουν επ’ αόριστον, επειδή ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν και η ανώτερη ηγεσία του «εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ο χρόνος είναι με το μέρος τους», και σημείωσε ότι το Κρεμλίνο επιθυμεί να βελτιώσει τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες με την ελπίδα να ανακουφιστούν οι οικονομικές κυρώσεις κατά της Μόσχας και να «δώσουν επιπλέον οξυγόνο στην οικονομία τους».

Αναφερόμενος στη ρωσική οικονομία, είπε: «Ποιο θα είναι το σημείο καμπής; Είναι δύσκολο να εκτιμηθεί ή να προβλεφθεί. Αλλά βλέπω την τροχιά σε μια πολύ καλή κατεύθυνση επί του παρόντος».

Η έκθεση αναφέρει ότι η φιλοδοξία του Κρεμλίνου είναι να αποκαταστήσει τις διμερείς σχέσεις με την Ουάσιγκτον και να επιδιώξει μια διευθέτηση που θα «επισημοποιούσε την ήττα της Ουκρανίας».

Φόβος για επίθεση με μη επανδρωμένα αεροσκάφη

Αν και οι Εσθονοί δεν πιστεύουν ότι απειλούνται άμεσα από τη Ρωσία, υποστηρίζουν ότι «σε περίπτωση σύγκρουσης, το κράτος πρέπει να είναι προετοιμασμένο να πολεμήσει έναν αντίπαλο χρησιμοποιώντας μεγάλο αριθμό μη επανδρωμένων συστημάτων [drone] σε στρατηγικό, επιχειρησιακό και τακτικό επίπεδο στην ξηρά, στον αέρα και στη θάλασσα, ταυτόχρονα σε ολόκληρη την επικράτεια της Εσθονίας».

Τον Μάρτιο του 2025, η Εσθονία μαζί με την Πολωνία, τη Λιθουανία και τη Λετονία, ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να αποχωρήσουν από τη διεθνή σύμβαση που απαγορεύει τις νάρκες ξηράς λόγω της «σημαντικά αυξημένης» απειλής από τη Ρωσία, με την οποία και οι τέσσερις χώρες συνορεύουν.

Η έκθεση της Valisluureamet αναφέρει επίσης ότι η Κίνα βλέπει τη Ρωσία ως πιθανή πηγή ενέργειας σε περίπτωση σύγκρουσης στην Ταϊβάν που θα οδηγούσε σε ναυτικό αποκλεισμό.

«Αξίζει να αναγνωριστεί ότι η παρέκκλιση από τις αρχές μιας εξωτερικής πολιτικής που βασίζεται σε αξίες εξυπηρετεί εξίσου τα συμφέροντα τόσο της Κίνας όσο και της Ρωσίας: οποιεσδήποτε παραχωρήσεις γίνουν στη Ρωσία, στην πραγματικότητα τροφοδοτούν ταυτόχρονα τις παγκόσμιο φιλοδοξίες της Κίνας», αναφέρει η έκθεση.

Η Epoch Times επικοινώνησε με τα υπουργεία Εξωτερικών της Ρωσίας και των ΗΠΑ, αλλά δεν έλαβε απάντηση μέχρι την ώρα της δημοσίευσης.

Με πληροφορίες από τα Associated Press και Reuters

Βρετανία: Τα παιδιά στρέφονται στα chatbot για συμβουλές και συναισθηματική στήριξη

Τα παιδιά στο Ηνωμένο Βασίλειο στρέφονται σε chatbot τεχνητής νοημοσύνης (AI) για συμβουλές, με το 86% να δηλώνει ότι έχει ενεργήσει βάσει καθοδήγησης που του δόθηκε από ένα chatbot, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στις 10 Φεβρουαρίου.

Η δημοσκόπηση, η οποία ανατέθηκε από το βρετανικό δίκτυο κινητής τηλεφωνίας Vodafone, διαπίστωσε ότι το 37% των νέων ηλικίας 11 έως 16 ετών δηλώνουν ότι εμπιστεύονται τα chatbot, ζητώντας μεταξύ άλλων συμβουλές για φιλίες (23%) και ζητήματα ψυχικής υγείας (16%). Σχεδόν το ένα τέταρτο (24%) καταφεύγει στην AI για συμβουλές σε δύσκολες καταστάσεις, και ένας στους πέντε (20%) το κάνει για να λάβει βοήθεια με άγχη και ανησυχίες.

Η μελέτη, η οποία ανέλυσε τις εμπειρίες 2.000 παιδιών και των γονέων τους, επεσήμανε την υψηλή επικράτηση της AI στη ζωή των νέων, με το 81% των εφήβων 11 έως 16 ετών να δηλώνουν ότι χρησιμοποιούν chatbots και το 42% να λέει ότι τα χρησιμοποιεί καθημερινά. Τα ευρήματα έδειξαν επίσης ότι οι νέοι εμπιστεύονται την τεχνητή νοημοσύνη και τη βλέπουν ως ένα είδος συντρόφου.

Ένας στους τρεις (33%) δήλωσε ότι έχει μοιραστεί με την τεχνητή νοημοσύνη κάτι το οποίο δεν θα έλεγε στους φίλους, τους γονείς ή τους δασκάλους του. Ανάλογο ποσοστό (31%) δηλώνει ότι αισθάνεται την τεχνητή νοημοσύνη σαν έναν από τους φίλους τους, με το 49% να δηλώνει ότι αυτό συμβαίνει επειδή το chatbot είναι αξιόπιστο.

«Περισσότεροι από τους μισούς (56%) των ερωτηθέντων 11 έως 16 ετών αισθάνονται ότι οι αλληλεπιδράσεις με τα chatbot AI ενίοτε θολώνουν τη γραμμή μεταξύ τού τι είναι πραγματικό και τι όχι, με τα αγόρια να είναι πιο πιθανό από τα κορίτσια να αισθάνονται ότι ένα chatbot είναι φίλος (41% έναντι 24%)», διαπίστωσε η έρευνα.

Δέσιμο με τα chatbot

Η έκθεση αναφέρει ότι αυτή η τάση των παιδιών να «δένονται» με τα chatbot οφείλεται στο γεγονός ότι τα χαρακτηριστικά της τεχνητής νοημοσύνης εξελίσσονται και γίνονται όλο και πιο ανθρωπόμορφα. Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι μεγάλο μέρος των παιδιών που χρησιμοποιούν chatbot παρερμηνεύουν την ικανότητα της τεχνολογίας να δείχνει ενσυναίσθηση, με το 39% να πιστεύει ότι η τεχνητή νοημοσύνη κατανοεί τα συναισθήματα με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν οι άνθρωποι.

«Είναι απόκοσμο πόσο αποτελεσματικά μπορούν τα chatbot AI να μιμούνται την ανθρώπινη ενσυναίσθηση, την προσωπικότητα και τη σύνδεση. Όπως δείχνει η έρευνα της Vodafone, αυτό κάνει πολλά παιδιά και νέους να αισθάνονται ότι τα chatbot είναι φίλοι τους και παρεμβαίνει στην κοινωνική τους ανάπτυξη», δήλωσε η παιδοψυχολόγος Έλλι Χάνσον. «[Τα παιδιά] χρειάζονται πραγματικές σχέσεις με αλληλεπίδραση, κοινές εμπειρίες, διαφορετικές προοπτικές και πραγματικά συναισθήματα, όχι ψευδο-σχέσεις σχεδιασμένες να τα κρατούν καθηλωμένα για όσο το δυνατόν περισσότερο».

Τα ευρήματα απηχούν παρόμοιες μελέτες που δημοσιεύθηκαν τους τελευταίους μήνες και επισημαίνουν την αυξανόμενη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης για συντροφιά και καθοδήγηση. Πρόσφατη μελέτη του Ινστιτούτου Ασφάλειας AI (AISI) διαπίστωσε ότι ένας στους τρεις (33%) Βρετανούς είχε χρησιμοποιήσει την τεχνητή νοημοσύνη για «συναισθηματική στήριξη» — ένα ποσοστό που ο υποστηριζόμενος από την κυβέρνηση φορέας χαρακτήρισε ως «σημαντική μειοψηφία».

Το AISI ανέφερε στην έκθεσή του, που δημοσιεύθηκε στις 18 Δεκεμβρίου, ότι πολλές από τις κοινωνικές επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης «είναι ήδη παρούσες», σημειώνοντας ότι η έρευνά του «υποδηλώνει ότι ορισμένοι χρήστες αρχίζουν να αναπτύσσουν συναισθηματική εξάρτηση από μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης».