Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία προχώρησε σε επιχειρησιακή κατάρριψη τουλάχιστον δύο μη επανδρωμένων αεροσκαφών τύπου Shahed-136 ιρανικής κατασκευής, τα οποία κατευθύνονταν προς την Κύπρο. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έγιναν γνωστές, τα drone φέρεται να εκτοξεύθηκαν από δυνάμεις που συνδέονται με την ιρανική πλευρά στην περιοχή.
Η εξέλιξη θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς πρόκειται για μία από τις πρώτες επιβεβαιωμένες επιχειρησιακές καταρρίψεις τέτοιου τύπου απειλών από την ελληνική Πολεμική Αεροπορία σε πραγματικό περιβάλλον επιχειρήσεων. Η αναχαίτιση πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των αυξημένων στρατιωτικών δραστηριοτήτων στην ανατολική Μεσόγειο, σε μια περίοδο όπου η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή φαίνεται να επηρεάζει και την ευρύτερη περιοχή.
Τα Shahed-136 ανήκουν στην κατηγορία των λεγόμενων «καμικάζι» drone ή μη επανδρωμένων αεροσκαφών μονής κατεύθυνσης. Πρόκειται για σχετικά χαμηλού κόστους συστήματα που μπορούν να πλήξουν στόχους με μεγάλη ακρίβεια και να παραχθούν μαζικά, γεγονός που τα καθιστά ιδιαίτερα επικίνδυνα στις σύγχρονες συγκρούσεις. Η επιχειρησιακή τους εμβέλεια μπορεί να φτάσει έως και τα 2.000–2.500 χιλιόμετρα, επιτρέποντας επιθέσεις σε μεγάλες αποστάσεις.
Η διαδικασία αναχαίτισης τέτοιων απειλών θεωρείται σύνθετη. Περιλαμβάνει τον αρχικό εντοπισμό του στόχου από ραντάρ ή άλλα συστήματα επιτήρησης, την αξιολόγηση της απειλής και τη μεταφορά των δεδομένων στοχοποίησης στα μαχητικά αεροσκάφη. Οι πιλότοι καλούνται στη συνέχεια να λάβουν γρήγορες αποφάσεις για το είδος της απειλής και το κατάλληλο οπλικό σύστημα που θα χρησιμοποιηθεί για την εξουδετέρωσή της.
Η εμπειρία από τέτοιες επιχειρήσεις θεωρείται ιδιαίτερα χρήσιμη για τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, καθώς τα μη επανδρωμένα μονής κατεύθυνσης αποτελούν πλέον βασικό εργαλείο σε σύγχρονες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Πολλές χώρες επενδύουν σε αντίστοιχα συστήματα, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν μαζικά για επιθέσεις ακριβείας ή για κορεσμό της αεράμυνας του αντιπάλου.
Η χρήση τέτοιων όπλων έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια σε διάφορες συγκρούσεις, γεγονός που καθιστά την αντιμετώπισή τους βασικό στοιχείο της σύγχρονης αεράμυνας.
Η σύγκρουση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ με το Ιράν έχει επιφέρει σοβαρό πλήγμα στην αμυντική βιομηχανία της Κίνας, ενώ παράλληλα απειλεί να ωθήσει το Πεκίνο σε ακριβότερες εναλλακτικές για την προμήθεια πετρελαίου, σύμφωνα με ειδικούς.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Κίνας Ουάνγκ Γι χαρακτήρισε την 1η Μαρτίου «απαράδεκτες» τις συντονισμένες επιθέσεις κατά της Τεχεράνης. Ωστόσο, η καταδίκη αυτή εμφανίστηκε κυρίως συμβολική, καθώς το Πεκίνο δεν έδειξε καμία πρόθεση να επιβάλει κυρώσεις ή άλλα τιμωρητικά μέτρα εναντίον των δύο συμμάχων.
Η κοινή επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, γνωστή ως επιχείρηση «Epic Fury», οδήγησε στον θάνατο του ανώτατου ηγέτη του Ιράν Αλί Χαμενεΐ, πλήττοντας το θεοκρατικό καθεστώς της χώρας στο υψηλότερο επίπεδο. Την ίδια στιγμή, ενώ η Ουάσιγκτον και η Ιερουσαλήμ συνεχίζουν τις αεροπορικές επιδρομές σε πολλαπλές τοποθεσίες στο Ιράν, η Τεχεράνη έχει εξαπολύσει επιθέσεις κατά βάσεων των δύο χωρών σε διάφορα κράτη του Κόλπου και όχι μόνο.
Εξουδετέρωση των κινεζικών συστημάτων
Έκθεση της συμβουλευτικής και δημοσιογραφικής εταιρείας SpecialEurasia ανέφερε ότι η Ρωσία και η Κίνα έχουν σταδιακά προσφέρει στο Ιράν προηγμένες αμυντικές δυνατότητες, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας S-400, μαχητικών Su-35 και συστημάτων πλοήγησης BeiDou-3, αν και ούτε το Πεκίνο ούτε η Μόσχα έχουν επιβεβαιώσει δημοσίως τις μεταβιβάσεις.
Ο ερευνητής του Ινστιτούτου Έρευνας Εθνικής Άμυνας και Ασφάλειας της Ταϊβάν Σου Χσιάο-χουάνγκ (Shu Hsiao-huang) δήλωσε στην εφημερίδα The Epoch Times ότι οι επιθέσεις δείχνουν τους περιορισμούς του ρωσικού και κινεζικού εξοπλισμού απέναντι σε μια συνδυασμένη επίθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ, εφόσον επιβεβαιωθούν οι αναφερόμενες μεταφορές εξοπλισμού.
Σύμφωνα με τον Σου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ επιχειρούν επί μακρόν από κοινού στη Μέση Ανατολή και διαθέτουν σημαντική εμπειρία στην εξουδετέρωση οπλικών συστημάτων ρωσικής και κινεζικής προέλευσης μέσω κυβερνοεπιθέσεων, ηλεκτρονικού πολέμου και συμβατικών πληγμάτων, προσθέτοντας ότι το Ιράν δεν διαθέτει ουσιαστική απάντηση σε αυτό.
Η εξέδρα εκτόξευσης του Κέντρου Εκτόξευσης Δορυφόρων Σιτσάνγκ, μία ημέρα πριν από την εκτόξευση του δορυφόρου Beidou-3, του τελευταίου δορυφόρου του κινεζικού Συστήματος Δορυφορικής Πλοήγησης Beidou. Επαρχία Σιτσουάν, Κίνα, 15 Ιουνίου 2020. (Carlos Garcia Rawlins/Reuters)
Ο Σου σημείωσε επίσης ότι οι φερόμενες επείγουσες αγορές όπλων από το Πεκίνο μετά τις επιθέσεις του Ιουνίου 2025, μεταξύ των οποίων πύραυλοι εδάφους-αέρος HQ-9, φαίνεται να παρείχαν ελάχιστη προστασία απέναντι σε αεροσκάφη χαμηλής παρατηρησιμότητας. Παραμένει ανοιχτό το ερώτημα εάν τα κινεζικά όπλα μπορούν ακόμη και να εντοπίσουν αμερικανικά μαχητικά και βομβαρδιστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας, όπως τα F-35, F-22 και B-2.
Πρόσθεσε ότι οι εξαγωγές μη επανδρωμένων αεροσκαφών αποτελούν ένα από τα βασικά εργαλεία του Πεκίνου για την επέκταση της επιρροής του στη Μέση Ανατολή, αλλά οι επιθέσεις στο Ιράν ενδέχεται να επιφέρουν σοβαρό πλήγμα στην κινεζική αμυντική βιομηχανία. Τα εργοστάσια παραγωγής μη επανδρωμένων αεροσκαφών και όπλων μεγάλου βεληνεκούς του Ιράν πιθανότατα υπέστησαν βαριές ζημιές σε αυτό το κύμα επιθέσεων, γεγονός που θα διαταράξει σημαντικά την εφοδιαστική αλυσίδα μη επανδρωμένων αεροσκαφών της Κίνας και θα αποδυναμώσει τη στρατιωτικοβιομηχανική επιρροή της στην περιοχή.
Ο συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Avellon Intelligence Σρινιβασάν Μπαλακρισνάν (Srinivaasan Balakrishnan) δήλωσε στην Epoch Times ότι πολλαπλές συστοιχίες πυραύλων εδάφους-αέρος HQ-9B κινεζικής κατασκευής φέρονται να εξουδετερώθηκαν μέσα στην πρώτη ώρα των επιχειρήσεων, γεγονός που θέτει υπό αμφισβήτηση τους ισχυρισμούς ότι το σύστημα μπορεί να ανταγωνιστεί το αμερικανικό Patriot PAC-3 και εγείρει ερωτήματα σχετικά με την αξιοπιστία του Πεκίνου ως εξαγωγέα όπλων.
Η επιχείρηση «Epic Fury» ανέδειξε ένα διευρυνόμενο χάσμα ανάμεσα στις εντυπωσιακές τεχνικές προδιαγραφές και τη βιωσιμότητα στο πεδίο της μάχης, επισημαίνοντας ότι στον σύγχρονο πόλεμο οι υποσχέσεις δεν αναχαιτίζουν αεροσκάφη.
Αναταράξεις στο εμπόριο πετρελαίου
Η Κίνα αποτελεί εδώ και καιρό βασικό σύμμαχο του Ιράν, λειτουργώντας ως ο μεγαλύτερος πελάτης του και αγοράζοντας πετρέλαιο σε μειωμένες τιμές που αντιπροσωπεύει περίπου το 90% των εξαγωγών του. Ο Μπαλακρισνάν σημείωσε ότι η πρόσφατη απότομη κλιμάκωση, με τις επιθέσεις κατά του Ιράν και τις διαταραχές της ναυσιπλοΐας με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, έχει μετατρέψει το αμοιβαία επωφελές εμπόριο πετρελαίου σε κοινή ευπάθεια.
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα από το οποίο διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου, ενώ μόνο η Κίνα εισάγει εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως μέσω αυτής της διαδρομής.
Εκτίμησε ότι εάν η διέλευση από τα Στενά περιοριζόταν σοβαρά για παρατεταμένο χρονικό διάστημα — για παράδειγμα, σε περίπτωση κλεισίματος διάρκειας 30 ημερών — περίπου 300 έως 330 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου που προορίζονται για την Κίνα θα μπορούσαν να παραμείνουν εγκλωβισμένα. Πρόσθεσε ότι παρόλο που η αγορά ιρανικού πετρελαίου σε κινεζικό γουάν συμβάλλει στην επιδίωξη του κομμουνιστικού καθεστώτος της Κίνας να διεθνοποιήσει το νόμισμα της χώρας, οποιαδήποτε διαταραχή σε αυτό το εμπόριο ενέχει οικονομικούς κινδύνους για το Πεκίνο.
Η απώλεια αυτού του μείγματος χαμηλού κόστους θα ωθήσει την Κίνα σε ακριβότερες εναλλακτικές λύσεις, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων της και ενδεχομένως αυξάνοντας το ενεργειακό κόστος σε ολόκληρη την οικονομία.
Ωστόσο, η Κίνα δεν εισέρχεται σε αυτή την κρίση χωρίς αποθέματα. Το Πεκίνο διατηρεί εκτεταμένα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, τα οποία εκτιμάται ότι ανέρχονται σε περίπου 1,1 έως 1,5 δισεκατομμύρια βαρέλια, με την προσπάθεια αύξησής τους να συνεχίζονται. Σύμφωνα με τον Μπαλακρισνάν, αυτά τα αποθέματα προσφέρουν στο Πεκίνο τη δυνατότητα να καλύψει περίπου 150 έως 200 ημέρες καθαρών εισαγωγών υπό συνθήκες πίεσης, ενώ αν προστεθούν και τα εμπορικά αποθέματα καθώς και το πετρέλαιο που βρίσκεται ήδη καθ’ οδόν, η Κίνα διαθέτει σημαντικά περιθώρια πριν προκύψουν ελλείψεις.
Σε παρόμοιο τόνο, η επικεφαλής οικονομολόγος για την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού της Natixis Research Αλίσια Γκαρθία Χερρέρο (Alicia García Herrero) δήλωσε στην Epoch Times ότι μια προσωρινή διαταραχή θα είχε πολύ μικρή επίπτωση στον συνολικό ενεργειακό εφοδιασμό της Κίνας, επισημαίνοντας ότι η χώρα διαθέτει τεράστια στρατηγικά αποθέματα και ότι ο επίσημος αριθμός των 80 ημερών είναι πολύ μικρός σε σύγκριση με την πραγματικότητα.
Υπολογισμένο ρίσκο
Πέρα από το ισχυρό εμπόριο πετρελαίου, το Πεκίνο και η Τεχεράνη λειτουργούν ως στρατηγικοί εταίροι εν γένει, ενισχύοντας την ευθυγράμμισή τους μέσω μιας 25ετούς στρατηγικής συμφωνίας που υπογράφηκε το 2021. Ο Σου εκτίμησε ότι με την Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη να βρίσκονται σε ανοιχτή σύγκρουση και με μια σύνοδο μεταξύ του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ και του Κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ να επίκειται σε λίγες εβδομάδες, το Πεκίνο δεν δείχνει διάθεση για βαθύτερη εμπλοκή, φοβούμενο ένα εσωτερικό κλίμα που δεν μπορεί πλέον να ελέγξει πλήρως.
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Μοχαμάντ Τζαβάντ Ζαρίφ και ο Κινέζος ομόλογός του Ουάνγκ Γι υπογράφουν το Πρόγραμμα Συνεργασίας Ιράν–Κίνας, διάρκειας 25 ετών. Τεχεράνη, 27 Μαρτίου 2021. (AFP μέσω Getty Images)
Σύμφωνα με τον Σου, ενώ κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης όπως το CCTV προσπαθούν να παρουσιάσουν μια δραματική κατάσταση στο Ιράν, στην πραγματικότητα πολίτες εκεί πανηγυρίζουν για την εξάλειψη του αυταρχικού θρησκευτικού καθεστώτος της χώρας. Υποστήριξε ακόμη ότι η εξάλειψη του αυταρχικού καθεστώτος του Ιράν δημιουργεί βαθιά αμηχανία στο Πεκίνο και ότι το αίσθημα της κινεζικής κοινής γνώμης αποκλίνει σημαντικά από την επίσημη κρατική αφήγηση.
Ο Μπαλακρισνάν ανέφερε ότι το χάος που επικρατεί στο Ιράν διαταράσσει τις επενδύσεις της πρωτοβουλίας «Μία ζώνης, ένας δρόμος» της Κίνας στη Μέση Ανατολή, καθώς και τις προσπάθειες του Πεκίνου να προωθήσει διακριτικά το εμπόριο σε γουάν πέρα από το σύστημα του δολαρίου, προειδοποιώντας ότι το τελικό θύμα μπορεί να είναι οι ευρύτερες εμπορικές και πολιτικές σχέσεις της Κίνας σε ολόκληρη την περιοχή του Κόλπου.
Το Ιράν εξαρτάται από την Κίνα για την επιβίωσή του, αλλά και η Κίνα εξαρτάται από το Ιράν κυρίως ως πηγή διαπραγματευτικής ισχύος μέσω του πετρελαίου σε χαμηλές τιμές· σε μια κρίση, αυτή η ισχύς μοιάζει λιγότερο με σταθερό πυλώνα στρατηγικής και περισσότερο με ένα υπολογισμένο ρίσκο, του οποίου το κόστος μόλις αρχίζει να γίνεται εμφανές.
Δύο ιρανικά μαχητικά αεροσκάφη τύπου SU-24 καταρρίφθηκαν από καταριανό F-15, λίγα λεπτά πριν φτάσουν σε αμερικανική αεροπορική βάση στο Κατάρ, σύμφωνα με νεότερες πληροφορίες για το περιστατικό που σημειώθηκε τη Δευτέρα.
Τα αεροσκάφη φέρεται να πετούσαν σε χαμηλό ύψος πάνω από τον Περσικό Κόλπο, κατευθυνόμενα προς το Κατάρ και συγκεκριμένα προς την αμερικανική βάση Αλ Ουντεΐντ. Όπως αναφέρεται, είχαν πλησιάσει σε απόσταση μόλις δύο λεπτών από πιθανό πλήγμα κατά της βάσης.
Πριν φτάσουν στον στόχο τους, ένα καταριανό μαχητικό F-15 QA αναχαίτισε τα δύο αεροσκάφη και τα κατέρριψε. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η κατάρριψη πραγματοποιήθηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, αποτρέποντας την επίθεση στην αμερικανική εγκατάσταση.
Το περιστατικό θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό, καθώς η βάση Αλ Ουντεΐντ αποτελεί μία από τις σημαντικότερες στρατιωτικές εγκαταστάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή και κεντρικός κόμβος επιχειρήσεων στην περιοχή.
Μέχρι στιγμής δεν έχουν γίνει γνωστές περισσότερες λεπτομέρειες για τις συνθήκες της εμπλοκής ή για το αν υπήρξε επίσημη επιβεβαίωση από τις εμπλεκόμενες πλευρές.
Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν βυθίσει περισσότερα από 30 ιρανικά πλοία από την έναρξη του πολέμου ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν το περασμένο Σάββατο, σύμφωνα με όσα δήλωσε ο ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, επικεφαλής της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM), η οποία είναι αρμόδια για την περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Όπως ανέφερε, οι επιθέσεις των αμερικανικών δυνάμεων κατά του ιρανικού ναυτικού έχουν ενταθεί σημαντικά τις τελευταίες ημέρες. Ο ίδιος εξήγησε ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είχε αναφέρει νωρίτερα πως είχαν καταστραφεί ή βυθιστεί 24 πλοία, ωστόσο ο αριθμός αυτός έχει πλέον ξεπεράσει τα 30.
Ο ναύαρχος Κούπερ σημείωσε επίσης ότι μέσα στις τελευταίες ώρες οι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν ένα μεγάλο ιρανικό πλοίο που μετέφερε μη επανδρωμένα εναέρια οχήματα. Σύμφωνα με την περιγραφή του, το σκάφος είχε μέγεθος αντίστοιχο με μικρό αεροπλανοφόρο της εποχής του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και, την ώρα της ενημέρωσης, βρισκόταν ακόμη στις φλόγες. Οι δηλώσεις έγιναν κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στο Ντοράλ της Φλόριντα, παρουσία του Αμερικανού υπουργού Πολέμου Πητ Χέγκσεθ.
Ο ίδιος αξιωματικός ανέφερε ότι παρατηρείται αισθητή μείωση στις επιθέσεις που εξαπολύει το Ιράν με βαλλιστικούς πυραύλους και drones. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, τις τελευταίες 24 ώρες οι επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους έχουν μειωθεί κατά 90% σε σχέση με την πρώτη ημέρα των συγκρούσεων, ενώ οι επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχουν υποχωρήσει κατά 83%. Παρ’ όλα αυτά, τόνισε ότι απαιτείται διαρκής επαγρύπνηση.
Την προηγούμενη ημέρα, ο αρχηγός του γενικού επιτελείου εθνικής άμυνας των ΗΠΑ, πτέραρχος Νταν Κέιν, είχε παρουσιάσει παρόμοια εικόνα, κάνοντας λόγο για μείωση των επιθέσεων κατά 86% στους βαλλιστικούς πυραύλους και κατά 73% στα drones. Όπως είχε επισημάνει, από την έναρξη του πολέμου οι δυνάμεις της Τεχεράνης έχουν εκτοξεύσει περισσότερους από 500 βαλλιστικούς πυραύλους και πάνω από 2.000 μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε διάφορες περιοχές.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η υπηρεσιακή κυβέρνηση της Βενεζουέλας συμφώνησαν να αποκαταστήσουν τις διπλωματικές και προξενικές σχέσεις τους, τερματίζοντας επταετή διακοπή, σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ στις 5 Μαρτίου.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανέφερε ότι η κίνηση αποσκοπεί στη διευκόλυνση κοινών προσπαθειών για την προώθηση της σταθερότητας, την υποστήριξη της οικονομικής ανάκαμψης και την ενίσχυση της πολιτικής συμφιλίωσης στη Βενεζουέλα, στο πλαίσιο μιας σταδιακής διαδικασίας που θα μπορούσε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ειρηνική μετάβαση σε δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν προσηλωμένες στη στήριξη του λαού της χώρας και στη συνεργασία με εταίρους της περιοχής για την προώθηση της σταθερότητας και της ευημερίας.
Οι διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών είχαν καταρρεύσει το 2019, όταν ο ηγέτης της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο διέκοψε τους δεσμούς με την Ουάσιγκτον, ως απάντηση στην άρνηση των ΗΠΑ να τον αναγνωρίσουν ως νόμιμο πρόεδρο κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ.
Οι προσπάθειες επαναπροσέγγισης ξεκίνησαν μετά τη σύλληψη του Μαδούρο στο Καράκας από αμερικανικές δυνάμεις σε στρατιωτική επιχείρηση στις 3 Ιανουαρίου. Στη συνέχεια, η αντιπρόεδρος της χώρας Ντέλσι Ροντρίγκες ανέλαβε καθήκοντα υπηρεσιακής ηγέτιδας, ενώ ο Μαδούρο αντιμετωπίζει ποινικές κατηγορίες στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σε ανακοίνωση της 6ης Μαρτίου, η υπηρεσιακή κυβέρνηση της Βενεζουέλας δήλωσε ότι επιδιώκει μια νέα φάση εποικοδομητικού διαλόγου με την Ουάσιγκτον, βασισμένη στον αμοιβαίο σεβασμό και την κυρίαρχη ισότητα των κρατών. Εξέφρασε επίσης την εκτίμηση ότι η διαδικασία θα ενισχύσει την κατανόηση μεταξύ των δύο χωρών και θα δημιουργήσει ευκαιρίες για μια θετική και αμοιβαία επωφελή σχέση που θα συμβάλει στην κοινωνική και οικονομική ευημερία του λαού της Βενεζουέλας.
Η ανακοίνωση έγινε λίγες ώρες μετά την ολοκλήρωση διήμερης επίσκεψης του υπουργού Εσωτερικών των ΗΠΑ Νταγκ Μπέργκαμ στη Βενεζουέλα, όπου συναντήθηκε με τη Ροντρίγκες για συνομιλίες σχετικά με τις διμερείς σχέσεις στους τομείς της ενέργειας και των κρίσιμων ορυκτών.
Η Ροντρίγκες χαρακτήρισε τη συνάντηση παραγωγική, αναφέροντας ότι οι δύο πλευρές εξέτασαν την ατζέντα συνεργασίας στον τομέα της εξόρυξης, αντάλλαξαν πληροφορίες για επενδυτικές ροές και νέες τεχνολογίες και συζήτησαν στρατηγικές ευκαιρίες συνεργασίας. Σε ανάρτησή της στην πλατφόρμα X σημείωσε ότι η συνάντηση αντανακλά τη βούληση της Βενεζουέλας να ενισχύσει τις διεθνείς σχέσεις της με στόχο την εθνική ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία.
Ο Μπέργκαμ, ο οποίος ηγείται επίσης του Συμβουλίου Ενεργειακής Κυριαρχίας των ΗΠΑ υπό τον πρόεδρο Τραμπ, επαίνεσε τη Ροντρίγκες για τις προσπάθειές της να μειώσει τα κανονιστικά εμπόδια και να επιτρέψει την εισροή επενδυτικών κεφαλαίων στη χώρα.
Νωρίτερα, στα τέλη Ιανουαρίου, η επιτετραμμένη των ΗΠΑ Λόρα Ντόγκου είχε επισκεφθεί τη Βενεζουέλα επιδιώκοντας την επαναλειτουργία της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής. Ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας Ιβάν Γκιλ είχε δηλώσει ότι η επίσκεψη στόχευε στον καθορισμό οδικού χάρτη συνεργασίας για ζητήματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος και στην αντιμετώπιση υφιστάμενων διαφορών μέσω διπλωματικού διαλόγου, στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και του διεθνούς δικαίου.
Οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα συνδέονται και με ευρύτερες ενεργειακές και γεωπολιτικές ισορροπίες στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της κατάστασης στην Κούβα.
Κατά τη διάρκεια ομιλίας του στον Λευκό Οίκο, ο πρόεδρος Τραμπ αναφέρθηκε στις εξελίξεις στη Λατινική Αμερική και επαίνεσε τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο για τις προσπάθειές του σχετικά με τη Βενεζουέλα και την Κούβα. Υποστήριξε ότι οι εξελίξεις στην Κούβα είναι αξιοσημείωτες και ότι η κομμουνιστική κυβέρνηση της χώρας επιθυμεί έντονα να συνάψει συμφωνία με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο πρόεδρος άφησε να εννοηθεί ότι η κυβέρνησή του ενδέχεται να ασχοληθεί με το ζήτημα της Κούβας μετά την ολοκλήρωση άλλων διεθνών πρωτοβουλιών, σημειώνοντας ότι θα προτιμούσε να ολοκληρωθούν πρώτα οι επιχειρήσεις κατά του Ιράν πριν στραφεί η προσοχή της Ουάσιγκτον στο νησί. Όπως ανέφερε, αν και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να χειριστούν πολλά ζητήματα ταυτόχρονα, η εμπειρία δείχνει ότι όταν οι χώρες κινούνται πολύ γρήγορα σε πολλά μέτωπα μπορεί να προκύψουν αρνητικές συνέπειες.
Την ίδια περίοδο, η Κούβα αντιμετωπίζει σοβαρά ενεργειακά προβλήματα. Εκατομμύρια άνθρωποι έμειναν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα στην Αβάνα και σε περιοχές της δυτικής χώρας στις 5 Μαρτίου, όταν διαρροή σε λέβητα μεγάλου σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας οδήγησε στη διακοπή λειτουργίας του για επισκευές. Σύμφωνα με αξιωματούχους που μίλησαν στο Radio Rebelde, η διακοπή αναμενόταν να διαρκέσει τουλάχιστον 72 ώρες και ήταν η δεύτερη παρόμοια περίπτωση μέσα σε τρεις μήνες.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αυξήσει την πίεση στο δίκτυο προμήθειας ενέργειας της Κούβας, ιδιαίτερα μετά τη σύλληψη του Μαδούρο στο Καράκας τον Ιανουάριο. Οι αποστολές πετρελαίου προς το νησί έχουν μειωθεί σημαντικά, γεγονός που έχει επιτείνει τις ελλείψεις και έχει επηρεάσει την καθημερινή ζωή των κατοίκων.
Τον Φεβρουάριο, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ ανακοίνωσε νέα πολιτική αδειοδότησης για την απλοποίηση της μεταπώλησης πετρελαίου της Βενεζουέλας προς την Κούβα, με στόχο τη στήριξη του ιδιωτικού τομέα του νησιού και την ενίσχυση ανθρωπιστικών προσπαθειών εν μέσω της συνεχιζόμενης κρίσης καυσίμων.
Οι εξελίξεις αυτές υποδηλώνουν ότι η αμερικανική πολιτική στη Λατινική Αμερική εισέρχεται σε νέα φάση, με επίκεντρο τη Βενεζουέλα και την Κούβα, καθώς η Ουάσιγκτον επιχειρεί να διαμορφώσει νέες ισορροπίες στην περιοχή.
Μία εβδομάδα κλείνει σήμερα ο πόλεμος κατά του Ιράν, με τις αντιμαχόμενες πλευρές και την περιφέρεια να καταγγέλλουν συνεχή εκατέρωθεν πλήγματα. Η απάντηση του Ιράν μέχρι τώρα διαχέεται στην περιοχή, βάλλοντας στόχους σε γείτονες χώρες αλλά και πιο πέρα, με τη βρετανική βάση στην Κύπρο και αεροδρόμιο στα νότια του Αζερμπαϊτζάν να έχουν επίσης στοχοποιηθεί. Για το μη επανδρωμένο (drone) που καταρρίφθηκε πάνω από την Τουρκία ειπώθηκε ότι επίσης κατευθυνόταν προς την Κύπρο. Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), το Κατάρ και το Ομάν επίσης έχουν δεχθεί ιρανικές επιθέσεις, ενώ το Ισραήλ βάλλει κατά της Χεζμπολάχ, στον Λίβανο.
Σήμερα, Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου, η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσε ότι κατέρριψε κοντά στην πρωτεύουσά της, Ριάντ, τουλάχιστον τέσσερα μη επανδρωμένα και τρεις βαλλιστικούς πυραύλους που κατευθύνονταν προς την αεροπορική βάση Prince Sultan, που φιλοξενεί αμερικανικά αμυντικά συστήματα, σύμφωνα με το Reuters. Επίσης σήμερα, το υπουργείο Άμυνας του Κατάρ ανακοίνωσε ότι απέκρουσε επίθεση μη επανδρωμένων κατά της αεροπορικής βάσης Al Udeid, κοντά στην Ντόχα, ενώ ελληνικά μαχητικά κατέρριψαν μη επανδρωμένο Shahed-136, που κατευθυνόταν προς την Κύπρο.
Τη νύχτα, το Ισραήλ κατάφερε πολλαπλά πλήγματα στα νότια προάστια της Βηρυτού, στον Λίβανο, έχοντας προηγουμένως ειδοποιήσει τους κατοίκους να εγκαταλείψουν την περιοχή, στοχεύοντας δυνάμεις της Χεζμπολάχ. Η οργάνωση είχε εκτοξεύσει πυραύλους και μη επανδρωμένα κατά του Ισραήλ τη Δευτέρα, σε υποστήριξη του ιρανικού καθεστώτος, από το οποίο λάμβανε σημαντική στήριξη. Η κίνηση αυτή την έφερε σε ρήξη με άλλες δυνάμεις του Λιβάνου, που την κατηγόρησαν ότι προωθεί τα συμφέροντα του Ιράν αντί για αυτά του Λιβάνου, και έχει οδηγήσει στην απομόνωσή της στο εσωτερικό της χώρας. Λιβανέζοι αξιωματούχοι ανέφεραν, με την προϋπόθεση της ανωνυμίας, ότι η πρόθεση για την επίθεση κατά του Ισραήλ δεν είχε γίνει κοινοποιηθεί ούτε στους περισσότερους πολιτικούς ηγέτες της οργάνωσης, αλλά συμφωνήθηκε από τα δύο κορυφαία όργανα λήψης αποφάσεων, τα Συμβούλια Σούρα και Τζιχάντ.
Περαιτέρω, ο IDF (Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις) ανακοίνωσε σήμερα το πρωί, με ανάρτησή του στο Χ, την καταστροφή έξι ιρανικών συστημάτων εκτόξευσης βαλλιστικών πυραύλων και τριών προηγμένων αμυντικών συστημάτων.
Σύμφωνα με δήλωση της Αμερικανικής Κεντρικής Διοίκησης (CENTCOM) σε δημοσιογράφους, στις 5 Μαρτίου, από την έναρξη της επιχείρησης οι ιρανικές επιθέσεις μη επανδρωμένων έχουν ελαττωθεί κατά 83%, οι επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους κατά 90%, ενώ περισσότερα από 30 πολεμικά πλοία του Ιράν έχουν καταστραφεί. Ανέφερε ακόμη ότι χτυπήθηκε το ιρανικό αντίστοιχο της Αμερικανικής Διαστημικής Διοίκησης. Όπως είπε ο ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, διοικητής της CENTCOM, απώτερος στόχος είναι η καταστροφή της βιομηχανικής βάσης των βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν.
«Δεν χτυπάμε απλώς ό,τι έχουν. Καταστρέφουμε την ικανότητά τους να ξαναχτίσουν. Και καθώς περνάμε στην επόμενη φάση αυτής της επιχείρησης, θα διαλύσουμε κάθε ικανότητα παραγωγής πυραύλων του Ιράν στο μέλλον. Αυτό ήδη έχει ξεκινήσει να γίνεται», είπε χαρακτηριστικά.
Τουλάχιστον εννέα πλοία έχουν δεχθεί επιθέσεις στον Περσικό Κόλπο από τότε που ξεκίνησε η στρατιωτική επιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, ενώ εκατοντάδες δεξαμενόπλοια παραμένουν παγιδευμένα στην περιοχή τα Στενά του Ορμούζ.
Σύμφωνα με στοιχεία παρακολούθησης πλοίων των εταιρειών Vortexa και Kpler, περίπου 300 δεξαμενόπλοια βρίσκονται εντός του στενού, ενώ δεδομένα της Lloyd’s List Intelligence δείχνουν ότι περίπου 200 έχουν ουσιαστικά εγκλωβιστεί στον Περσικό Κόλπο, καθώς η ναυσιπλοΐα έχει σχεδόν σταματήσει.
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σημεία διέλευσης πετρελαίου παγκοσμίως. Σύμφωνα με έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (International Energy Agency – IEA), μέσω του στενού διακινήθηκαν το 2025 κατά μέσο όρο περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως αργού πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων, ενώ περίπου το 25% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου διέρχεται από αυτή τη θαλάσσια οδό. Οι δυνατότητες παράκαμψης είναι περιορισμένες, γεγονός που σημαίνει ότι οποιαδήποτε διακοπή των ροών θα μπορούσε να έχει τεράστιες συνέπειες για τις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου.
Παρότι η Τεχεράνη δεν έχει ανακοινώσει επίσημο κλείσιμο του στενού, αυτό έχει ουσιαστικά αποκλειστεί από δυτικές ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίες είτε έχουν ακυρώσει ασφαλιστικές καλύψεις είτε έχουν αυξήσει σημαντικά τα ασφάλιστρα κινδύνου.
Οι επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια
Οι Φρουροί της Επανάστασης του Ιράν ανακοίνωσαν στις 5 Μαρτίου ότι έπληξαν αμερικανικό δεξαμενόπλοιο στο βόρειο τμήμα του Περσικού Κόλπου και ότι το πλοίο τυλίχθηκε στις φλόγες.
Την ίδια ημέρα, η αμερικανική αντιπροσωπευτική εταιρεία Sonangol Marine Services ανέφερε ότι το κύτος του δεξαμενόπλοιου αργού πετρελαίου Sonangol Namibe, με σημαία από τις Μπαχάμες, πιθανότατα υπέστη ρήγμα έπειτα από έκρηξη ενώ ήταν αγκυροβολημένο κοντά στο ιρακινό λιμάνι Κορ αλ Ζουμπαΐρ. Σύμφωνα με την ίδια ενημέρωση, το πλοίο είχε προσεγγιστεί από άγνωστο μικρό σκάφος στις 1:20 π.μ. τοπική ώρα.
Στις 4 Μαρτίου, ένα ακόμη δεξαμενόπλοιο που ήταν αγκυροβολημένο στα ανοικτά των ακτών του Κουβέιτ υπέστη ζημιές από έκρηξη, σύμφωνα με τον βρετανικό οργανισμό UK Maritime Trade Operations (UKMTO). Η υπηρεσία δεν κατονόμασε το πλοίο, αλλά ανέφερε ότι το περιστατικό σημειώθηκε περίπου 30 ναυτικά μίλια νοτιοανατολικά της περιοχής Μουμπάρακ αλ Καμπίρ στο Κουβέιτ.
Ο πλοίαρχος του πλοίου ανέφερε ότι είδε και άκουσε μεγάλη έκρηξη στην αριστερή πλευρά του δεξαμενόπλοιου πριν παρατηρήσει μικρό σκάφος να απομακρύνεται από την περιοχή. Μετά την έκρηξη σημειώθηκε εισροή υδάτων, ωστόσο δεν αναφέρθηκε πυρκαγιά και επιβεβαιώθηκε ότι το πλήρωμα είναι ασφαλές. Αρχικά είχε αναφερθεί ότι πετρέλαιο διέρρεε στη θάλασσα από δεξαμενή φορτίου, αλλά σε μεταγενέστερη ενημέρωση η UKMTO διευκρίνισε ότι επρόκειτο για νερό έρματος.
Οι αρχές διερευνούν το περιστατικό, ενώ η UKMTO συνέστησε στα πλοία που βρίσκονται στην περιοχή να κινούνται με αυξημένη προσοχή και να αναφέρουν οποιαδήποτε ύποπτη δραστηριότητα, καθώς οι εντάσεις παραμένουν υψηλές σε ολόκληρη την περιοχή.
Αναταράξεις στις αγορές ενέργειας
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης έχει ήδη προκαλέσει αναταράξεις στις αγορές ενέργειας. Οι τιμές του πετρελαίου αυξήθηκαν περίπου κατά 2% στις 5 Μαρτίου και έχουν ενισχυθεί κατά περίπου 15% από την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου. Το αμερικανικό αργό West Texas Intermediate πλησιάζει τα 80 δολάρια το βαρέλι στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων της Νέας Υόρκης, ενώ το brent κινείται προς τα 85 δολάρια το βαρέλι. Οι τιμές του φυσικού αερίου αυξήθηκαν περίπου στα 3 δολάρια ανά εκατομμύριο βρετανικές θερμικές μονάδες, ενώ οι τιμές της βενζίνης και τα συμβόλαια θέρμανσης πετρελαίου αυξήθηκαν κατά 9% και 37% αντίστοιχα μέσα σε μία εβδομάδα.
Στις 2 Μαρτίου, η QatarEnergy ανακοίνωσε ότι διέκοψε την παραγωγή υγροποιημένου φυσικού αερίου έπειτα από ιρανικές στρατιωτικές επιθέσεις σε βασικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, γεγονός που οδήγησε τις τιμές φυσικού αερίου στην Ευρώπη σε άνοδο έως και 45%. Παράλληλα, σύμφωνα με τη ναυλομεσιτική εταιρεία Fearnleys, τα ναύλα μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου αυξήθηκαν κατά 650%, φθάνοντας τα 300.000 δολάρια ημερησίως.
Η στρατιωτική κλιμάκωση συνεχίζεται και στο πεδίο. Στις 4 Μαρτίου, η Κεντρική Διοίκηση των Ηνωμένων Πολιτειών (U.S. Central Command – CENTCOM) ανακοίνωσε ότι αμερικανικές δυνάμεις επιτέθηκαν σε περισσότερα από 20 ιρανικά πολεμικά πλοία. Την ίδια ημέρα, ο υπουργός Πολέμου των Ηνωμένων Πολιτειών Πητ Χέγκσεθ ανακοίνωσε ότι αμερικανικό υποβρύχιο βύθισε ένα από αυτά τα πλοία με τορπίλη, σημειώνοντας ότι ήταν η πρώτη φορά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο που αμερικανικό υποβρύχιο χρησιμοποίησε τέτοιο όπλο για να βυθίσει εχθρικό πλοίο.
Οι επιπτώσεις στο εμπόριο
Οι επιπτώσεις της σύγκρουσης δεν περιορίζονται στον τομέα της ενέργειας. Αεροσκάφη που μεταφέρουν εμπορικά φορτία από τη Μέση Ανατολή έχουν καθηλωθεί στο έδαφος, ενώ ορισμένα πλοία έχουν αρχίσει να παρακάμπτουν την περιοχή πλέοντας γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας στην Αφρική, επιλογή που αυξάνει τη διάρκεια του ταξιδιού και το κόστος καυσίμων.
Όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να επηρεαστεί ευρύτερα η παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού, είτε πρόκειται για καταναλωτικά αγαθά είτε για εξοπλισμό κατασκευών. Υλικά κατασκευών όπως τσιμέντο, σκυρόδεμα και άμμος παράγονται σε μεγάλες ποσότητες στη Μέση Ανατολή, ενώ περίπου το 7% της παγκόσμιας προμήθειας αλουμινίου διέρχεται από το Στενό του Ορμούζ. Φαρμακευτικά προϊόντα που παράγονται στην Ινδία και προϊόντα που βασίζονται στο φυσικό αέριο και παράγονται στη Σαουδική Αραβία επίσης διακινούνται μέσω της περιοχής.
Ο δείκτης μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων έχει ήδη αυξηθεί κατά περισσότερο από 5% τον τελευταίο μήνα. Μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να προκαλέσει καθυστερήσεις στις μεταφορές και ελλείψεις προϊόντων, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής και μεταφοράς σε παγκόσμιο επίπεδο.
Προσπάθειες σταθεροποίησης
Η αμερικανική κυβέρνηση έχει επιχειρήσει να αποκαταστήσει το παγωμένο εμπόριο και να σταθεροποιήσει τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές προσφέροντας ναυτικές συνοδείες και εγγυήσεις ασφάλισης πολιτικού κινδύνου, δηλαδή κάλυψη που προστατεύει τις εταιρείες από οικονομικές απώλειες που προκαλούνται από συγκρούσεις και εχθρικά γεωπολιτικά περιβάλλοντα.
Η εξέλιξη αυτή θεωρείται θετική, ωστόσο παράγοντες του κλάδου παραμένουν επιφυλακτικοί. Ο διευθύνων σύμβουλος και πρόεδρος της Seanergy Maritime, Σταμάτης Τσαντάνης, ανέφερε σε σημείωμα που εστάλη στην εφημερίδα The Epoch Times ότι οι πλοιοκτήτες και οι διαχειριστές πλοίων θα χρειαστούν να διαπιστώσουν ότι έχει δημιουργηθεί ένας σαφής και ασφαλής διάδρομος διέλευσης πριν αποκατασταθεί πλήρως η εμπιστοσύνη.
Ο Τσαντάνης εξήγησε επίσης ότι προτεραιότητα του κλάδου δεν είναι μόνο η μεταφορά φορτίων, αλλά και η προστασία της ζωής των ναυτικών, η διασφάλιση της αξίας των πλοίων και η αποφυγή μιας πιθανής μεγάλης περιβαλλοντικής καταστροφής σε περίπτωση που δεξαμενόπλοιο δεχθεί σοβαρό πλήγμα σε ένα τόσο στενό και ευαίσθητο θαλάσσιο πέρασμα.
Πληθωρισμός, ανάπτυξη και κεντρικές τράπεζες
Οι εξελίξεις αυτές ενδέχεται να επαναφέρουν πιέσεις στον πληθωρισμό σε μια περίοδο κατά την οποία οι συνολικές πληθωριστικές πιέσεις είχαν αρχίσει να επιβραδύνονται, παρά τους παγκόσμιους δασμούς των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο ετήσιος πληθωρισμός στις Ηνωμένες Πολιτείες διαμορφώνεται στο 2,4%.
Ο Νταν Στρόιβεν (Daan Struyven), συνεπικεφαλής της Παγκόσμιας Έρευνας Εμπορευμάτων και επικεφαλής έρευνας για το πετρέλαιο στην Goldman Sachs, ανέφερε σε επεισόδιο του podcast Goldman Sachs Exchanges στις 2 Μαρτίου ότι οι επιπτώσεις γίνονται ήδη αισθητές στις ροές εξαγωγών μέσω των Στενών του Ορμούζ. Εκτίμησε ότι εάν η διαταραχή παραταθεί, με την αποθηκευτική ικανότητα να εξαντλείται, την παραγωγή να διακόπτεται και τα Στενά να παραμένουν κλειστά για μεγάλο χρονικό διάστημα, θα μπορούσε να προκύψει «καταστροφή της ζήτησης», δηλαδή μια κατάσταση κατά την οποία οι τιμές αυξάνονται τόσο ώστε καταναλωτές και επιχειρήσεις αναγκάζονται να μειώσουν τη χρήση ενός προϊόντος. Σύμφωνα με τον Στρόιβεν, για να προκληθεί σημαντική μείωση της ζήτησης στις αγορές πετρελαίου, οι τιμές συνήθως πρέπει να φθάσουν σε επίπεδα τριψήφιων αριθμών.
Σε σημείωμα στις 3 Μαρτίου, ο Ντέιβιντ Ρης (David Rees), επικεφαλής παγκόσμιας οικονομικής ανάλυσης της Schroders, εκτίμησε ότι μια σύντομη άνοδος των τιμών πετρελαίου θα είχε περιορισμένη επίδραση στον πληθωρισμό, επισημαίνοντας ότι οι τιμές ενέργειας θα πρέπει να παραμείνουν υψηλές για εβδομάδες ή μήνες προτού αρχίσουν να ωθούν αισθητά προς τα πάνω τον δείκτη τιμών καταναλωτή. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι μια παρατεταμένη αύξηση των τιμών ενέργειας θα περιόριζε τα πραγματικά εισοδήματα, θα επιβάρυνε την οικονομική ανάπτυξη και θα δημιουργούσε αμφιβολίες για το κατά πόσο οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να συνεχίσουν τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Ένας γενικός κανόνας είναι ότι κάθε αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 10 δολάρια μειώνει την ανάπτυξη του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα και αυξάνει τον πληθωρισμό κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Η Σάρα Γουλφ (Sarah Wolfe), στρατηγική αναλύτρια της Morgan Stanley Wealth Management, σημείωσε στις 4 Μαρτίου ότι η αύξηση των τιμών πετρελαίου τείνει να επηρεάζει την οικονομία με καθυστέρηση, καθώς η κατανάλωση συνήθως αρχίζει να επιβραδύνεται δύο έως τρεις μήνες μετά το αρχικό σοκ τιμών και παραμένει ασθενής για πέντε έως έξι μήνες. Επεσήμανε ότι το μέγεθος της επιβράδυνσης εξαρτάται από τη διάρκεια και τη σταθερότητα των υψηλότερων τιμών ενέργειας.
Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα και η αβεβαιότητα για τα επιτόκια
Η κατάσταση θα μπορούσε επίσης να επηρεάσει τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών είναι πιθανό να διατηρήσει τα επιτόκια σταθερά όσο οι αξιωματούχοι αξιολογούν τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης και εξετάζουν τα νέα οικονομικά δεδομένα.
Σε εκδήλωση του Bloomberg στις 3 Μαρτίου, ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Μινεάπολης Νηλ Κασκάρι (Neel Kashkari) ανέφερε ότι η σύγκρουση έχει δημιουργήσει σημαντική αβεβαιότητα για τις προοπτικές της οικονομικής πολιτικής και της οικονομίας. Επεσήμανε ότι το βασικό ερώτημα που απασχολεί τόσο τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής όσο και τις αγορές είναι πόσο θα διαρκέσει η σύγκρουση, πόσο σοβαρή θα γίνει και αν θα εξελιχθεί περισσότερο όπως ο πόλεμος Ρωσίας-Ουκρανίας ή όπως η επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ, καθώς τέτοιες εξελίξεις θα μπορούσαν να έχουν συνέπειες για τη νομισματική πολιτική. Πρόσθεσε επίσης ότι συγκρούσεις αυτού του τύπου καθιστούν δυσκολότερη την πρόβλεψη της πορείας του πληθωρισμού.
Στοιχεία από την αγορά συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης δείχνουν ότι οι επενδυτές έχουν ήδη μεταθέσει την πρώτη μείωση επιτοκίων κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες για το 2026 προς τον Σεπτέμβριο, ακόμη και καθώς η θητεία του προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Ζερόμ Πάουελ λήγει τον Μάιο και αναμένεται να αναλάβει ο νέος εκλεκτός του προέδρου.
Παρά τις σημερινές ανησυχίες, ο σύντομος πόλεμος Ιράν-Ισραήλ τον Ιούνιο του 2025 υπενθύμισε ότι η παγκόσμια οικονομία έχει γίνει πιο ανθεκτική σε γεωπολιτικά σοκ στη Μέση Ανατολή. Οι τιμές πετρελαίου είχαν αυξηθεί πάνω από τα 82 δολάρια το βαρέλι μετά τα πλήγματα των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ σε ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις, αλλά μέσα σε λίγους μήνες υποχώρησαν ξανά κάτω από τα 70 δολάρια, ενώ η ανάπτυξη και ο πληθωρισμός στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες μεγάλες οικονομίες επηρεάστηκαν ελάχιστα.
Σήμερα, Πέμπτη 5 Μαρτίου, το Αζερμπαϊτζάν κατήγγειλε χτύπημα από ιρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη στο αεροδρόμιο του Ναχτσιβάν, που είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή τερματικού σταθμού και τον τραυματισμό δύο ανθρώπων.
Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό της χώρας, Αλί Ασάντοφ, το χτύπημα έγινε το μεσημέρι (τοπική ώρα), από τουλάχιστον δύο drone, εκ των οποίων το ένα έπληξε το αεροδρόμιο ενώ το δεύτερο έπεσε κοντά σε σχολείο στο χωριό Σακαραμπάντ. Το Ναχτσιβάν είναι αυτόνομη περιοχή στα νότια του Αζερμπαϊτζάν, πολύ κοντά στα σύνορα με το Ιράν.
Ο Ασάντοφ δήλωσε ότι το χτύπημα παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο και κάλεσε τον πρέσβη του Ιράν, Μοχταμπά Ντεμιρχιλού, ζητώντας εξηγήσεις για την επίθεση και απαιτώντας να διερευνηθεί το συμβάν. Τόνισε δε ότι το Αζερμπαϊτζάν «επιφυλάσσεται του δικαιώματός του να λάβει τα κατάλληλα μέτρα», σημειώνοντας ότι το χτύπημα δεν θα μείνει αναπάντητο.
Από την πλευρά του, το Ιράν αρνείται ότι πλήγμα προήλθε από το ίδιο.
«Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν αρνείται ότι δυνάμεις της εκτόξευσαν μη επανδρωμένο αεροσκάφος εναντίον του Αζερμπαϊτζάν», ανακοίνωσε ο ιρανικός στρατός, σύμφωνα με την κρατική τηλεόραση, επιρρίπτοντας την ευθύνη στο Ισραήλ.
Ομοίως αρνήθηκε κάθε ανάμιξη με τα μη επανδρωμένα που καταρρίφθηκαν στον εναέριο χώρο της Τουρκίας από νατοϊκά αμυντικά συστήματα, σύμφωνα με δήλωση του Ισμαήλ Μπαγκνταΐ, εκπροσώπου του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών σε συνέντευξη με την Cristina Pampín στο κανάλι 24 Horas του ισπανικού TVE.
Στην ίδια συνέντευξη, ο Μπαγκνταΐ κάλεσε τις ευρωπαϊκές χώρες να υποστηρίξουν το Ιράν, αντιδρώντας στις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις, διαφορετικά θα το μετανιώσουν. «Όσοι παραμένουν σιωπηλοί θα είναι συνένοχοι αυτής της αδικίας […] Εάν η Ευρώπη παραμείνει σιωπηλή απέναντι σε αυτή την παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου, όλες οι χώρες θα πληρώσουν το τίμημα αργά ή γρήγορα. Κανένα κράτος μέλος των Ηνωμένων Εθνών δεν μπορεί να παραμείνει αδιάφορο».
Τα συντρίμμια των drone που καταρρίφθησαν στην Τουρκία έπεσαν στην περιοχή Χατάι, η οποία συνορεύει με τη Συρία.
Η Ισπανία αποφάσισε να αποστείλει τη φρεγάτα «Χριστόφορος Κολόμβος» στην ανατολική Μεσόγειο, με στόχο την ενίσχυση της ασφάλειας της Κύπρου, σε μια περίοδο αυξημένης έντασης στη Μέση Ανατολή.
Το ισπανικό πολεμικό πλοίο θα επιχειρεί μαζί με το γαλλικό αεροπλανοφόρο «Charles de Gaulle» και ελληνικά πολεμικά πλοία, μετά την επίθεση ιρανικού drone που δέχθηκε η βρετανική βάση στο Ακρωτήρι. Σύμφωνα με ανακοίνωση του ισπανικού υπουργείου Άμυνας, η φρεγάτα θα αναλάβει αποστολές προστασίας και αντιαεροπορικής άμυνας, ενώ θα μπορεί να συνδράμει και σε ενδεχόμενες επιχειρήσεις απομάκρυνσης μη στρατιωτικού προσωπικού από την περιοχή.
Όπως αναφέρει η ισπανική εφημερίδα El País, το «Χριστόφορος Κολόμβος» αποτελεί το πιο σύγχρονο πλοίο του ισπανικού Πολεμικού Ναυτικού. Το σκάφος συμμετείχε αρχικά σε ναυτικές επιχειρήσεις στη Βαλτική Θάλασσα, ωστόσο πλέον κατευθύνεται προς την Ανατολική Μεσόγειο και αναμένεται να φτάσει κοντά στις ακτές της Κρήτης γύρω στις 10 Μαρτίου.
Σε διάγγελμά του, ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ υπογράμμισε ότι η θέση της χώρας του παραμένει ξεκάθαρη: «όχι στον πόλεμο». Τόνισε επίσης ότι η Ισπανία δεν πρόκειται να υποκύψει σε πιέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών για να στηρίξει στρατιωτικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
Η συζήτηση για τον ρόλο της Ισπανίας εντάθηκε μετά από δηλώσεις της εκπροσώπου του Λευκού Οίκου, Κάρολαϊν Λέβιτ, η οποία ανέφερε ότι οι Ισπανοί άκουσαν το μήνυμα του Τραμπ και ότι συμφώνησαν να συνεργαστούν με τον αμερικανικό στρατό, προσθέτοντας ότι υπάρχει συντονισμός μεταξύ των δύο πλευρών.
Ωστόσο, ο Ισπανός υπουργός Εξωτερικών Χοσέ Μανουέλ Άλβαρες διέψευσε άμεσα ότι υπάρχει τέτοια συμφωνία, ξεκαθαρίζοντας πως η θέση της Ισπανίας σχετικά με τον πόλεμο και τη χρήση των στρατιωτικών της βάσεων δεν έχει αλλάξει.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε επιτεθεί δημοσίως στην ισπανική κυβέρνηση, χαρακτηρίζοντας τη στάση της «απαράδεκτη» κατά τη διάρκεια συνάντησής του με τον καγκελάριο της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς. Μάλιστα, δήλωσε ότι είχε ζητήσει από τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσσεντ να διακόψει κάθε συναλλαγή με τη χώρα, υποστηρίζοντας ότι «η Ισπανία δεν έχει τίποτα που να χρειαζόμαστε», πέρα από «καλούς ανθρώπους, αλλά όχι καλή ηγεσία». Παράλληλα, επέκρινε τη Μαδρίτη επειδή αντιστάθηκε στην πρόταση αύξησης των αμυντικών δαπανών των χωρών του ΝΑΤΟ στο 5% του ΑΕΠ.
Την πιθανότητα αποστολής ευρωπαϊκών δυνάμεων στην Κύπρο είχε αναφέρει και ο Ιταλός υπουργός Άμυνας Γκουίντο Κροζέτο σε τοποθέτησή του στην ιταλική Βουλή. Όπως εξήγησε, μετά από συνεννόηση με τους υπουργούς Άμυνας της Γερμανίας, της Μεγάλης Βρετανίας, της Πολωνίας και της Γαλλίας αποφασίστηκε η δημιουργία ενός μόνιμου μηχανισμού συντονισμού για την παρακολούθηση της κρίσης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία, η Ολλανδία και η Ισπανία εξετάζουν την αποστολή ναυτικών μονάδων, προκειμένου να στείλουν μήνυμα στήριξης προς την Κύπρο και να συμβάλουν στην ενίσχυση της ασφάλειας στην περιοχή. Υπενθύμισε μάλιστα ότι το άρθρο 7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει την παροχή βοήθειας σε κράτος-μέλος που δέχεται επίθεση.
Το Πεντάγωνο, το οποίο για δεκαετίες απέφευγε να πλήξει το Ιράν, χρειάστηκε λιγότερο από 10 ώρες για να ξεκινήσει την επίθεση, αφότου έλαβε την τελική εντολή από τον πρόεδρο Τραμπ. Στην πραγματικότητα, το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας σχεδίαζε μια ενδεχόμενη μεγάλης κλίμακας επίθεση κατά του Ιράν ήδη από το 1980.
Τον Δεκέμβριο του 2025, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ενημέρωσε τους υπεύθυνους για τον στρατιωτικό σχεδιασμό ότι θα χρειαζόταν αυτή την επιλογή εάν το σιιτικό καθεστώς συνέχιζε να προχωρά προς την κατασκευή πυρηνικής βόμβας. Η κίνηση του Τραμπ έγινε έπειτα από συνάντηση με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου. Με τη λήξη της συνάντησης, ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση για την επιχείρηση «Epic Fury».
Ο αρχηγός του Μικτού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγός Νταν Κέιν δήλωσε σε δημοσιογράφους, στις 2 Μαρτίου, ότι το αίτημα του προέδρου τον Δεκέμβριο οδήγησε τους επικεφαλής του Πενταγώνου να αρχίσουν να προετοιμάζουν τις δυνάμεις και το επιχειρησιακό θέατρο, σε περίπτωση που ο πρόεδρος αποφάσιζε να ενεργήσει. Όταν οι Αμερικανοί διαπραγματευτές, με επικεφαλής τον ειδικό απεσταλμένο Στηβ Γουίτκοφ και τον Τζάρεντ Κούσνερ, αποχώρησαν από τη Γενεύη στις 26 Φεβρουαρίου χωρίς να έχουν γίνει παραχωρήσεις από τον υπουργό Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί, η απόφαση είχε πλέον ληφθεί.
Την επομένη, ο πρόεδρος Τραμπ τηλεφώνησε στο Πεντάγωνο από το προεδρικό αεροσκάφος, καθώς κατευθυνόταν προς το Κόρπους Κρίστυ του Τέξας.
Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγός Νταν Κέιν, κατά τη διάρκεια ενημέρωσης για τη σύγκρουση Ηνωμένων Πολιτειών–Ισραήλ με το Ιράν, στο Πεντάγωνο. Ουάσιγκτον, στις 2 Μαρτίου 2026. (Elizabeth Frantz/Reuters)
Ο Κέιν ανέφερε ότι θυμάται την ακριβή στιγμή που έλαβε το τηλεφώνημα: η ώρα «H» (στρατιωτικός όρος που δηλώνει τη στιγμή έναρξης μιας επιχείρησης), η στιγμή που το Πεντάγωνο έλαβε την τελική εντολή από τον πρόεδρο Τραμπ, ήταν στις 15:38 ώρα ανατολικής ακτής ΗΠΑ, την Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο πρόεδρος δήλωσε ότι η επιχείρηση «Epic Fury» εγκρίνεται, χωρίς δυνατότητα ακύρωσης, και ευχήθηκε καλή επιτυχία.
Τα κέντρα επιχειρήσεων των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων σε ολόκληρο τον κόσμο ενεργοποιήθηκαν άμεσα, ενώ ο ναύαρχος Μπραντ Κούπερ, διοικητής της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ στη βάση MacDill της Πολεμικής Αεροπορίας στην Τάμπα της Φλόριντα, ανέλαβε τη διοίκηση των επιχειρήσεων στο θέατρο δράσης.
Όταν ο Τραμπ έδωσε την εντολή στις 15:38 στις 27 Φεβρουαρίου, στην Τεχεράνη ήταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 28ης Φεβρουαρίου. Στο δεκάωρο που μεσολάβησε μεταξύ της ώρας «H» και της έναρξης της επίθεσης, κάθε στοιχείο της κοινής δύναμης στην περιοχή ολοκλήρωσε τις τελικές προετοιμασίες του.
(Εικονογράφηση: The Epoch Times, Public Domain, Shutterstock)
Οι συστοιχίες αντιαεροπορικής άμυνας τέθηκαν σε ετοιμότητα, ελέγχοντας τα συστήματά τους ώστε να ανταποκριθούν σε πιθανές ιρανικές επιθέσεις. Πιλότοι και πληρώματα επανέλαβαν για τελευταία φορά τα σχέδια κρούσης, ενώ τα πληρώματα αεροσκαφών άρχισαν να φορτώνουν τα τελικά οπλικά συστήματα και δύο ομάδες μάχης αεροπλανοφόρων κινήθηκαν προς τα σημεία εκτόξευσης.
Καθώς πλησίαζε η αυγή στην περιοχή επιχειρήσεων της Κεντρικής Διοίκησης, ο ουρανός γέμισε: περισσότερα από 100 αεροσκάφη απογειώθηκαν από ξηρά και θάλασσα — μαχητικά, ιπτάμενα τάνκερ ανεφοδιασμού, αεροσκάφη έγκαιρης προειδοποίησης, αεροσκάφη ηλεκτρονικού πολέμου, βομβαρδιστικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες και μη επανδρωμένα συστήματα — σχηματίζοντας ένα ενιαίο συγχρονισμένο κύμα επίθεσης.
Το κύμα αυτό έφθασε πάνω από την Τεχεράνη στις 09:45 τοπική ώρα.
Το χρονοδιάγραμμα αυτό επιταχύνθηκε από ενέργεια των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων, που πραγματοποιήθηκε με τη συνδρομή της αμερικανικής κοινότητας πληροφοριών, η οποία μετέτρεψε την προγραμματισμένη νυχτερινή επίθεση σε πρωινό πλήγμα, το οποίο και επέφερε τον θάνατο του Ιρανού ηγέτη Αλί Χαμενεΐ και έως 48 στρατιωτικών ηγετών της χώρας σε συγκρότημα κτιρίων στην Τεχεράνη.
(Εικονογράφηση: The Epoch Times, Public Domain, Shutterstock)
Συνολικά, περισσότεροι από 1.000 στόχοι χτυπήθηκαν μέσα στις πρώτες 24 ώρες της επίθεσης, με αεροσκάφη, πυραύλους και μη επανδρωμένα συστήματα.
Ο Κέιν δήλωσε ότι η πλήρης ισχύς των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων συγκεντρώθηκε με ενιαίο σκοπό απέναντι σε έναν ικανό και αποφασισμένο αντίπαλο. Η ανάπτυξη αυτή περιελάμβανε χιλιάδες στελέχη από όλους τους κλάδους των ενόπλων δυνάμεων, εκατοντάδες προηγμένα μαχητικά τέταρτης και πέμπτης γενιάς, δεκάδες αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού, τις ομάδες μάχης των αεροπλανοφόρων Lincoln και Ford με τις αεροπορικές τους πτέρυγες, καθώς και συνεχή ροή πυρομαχικών και καυσίμων. Όλα αυτά υποστηρίζονται από δίκτυο διοίκησης και ελέγχου, καθώς και από συστήματα συλλογής πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης.
Όπως ανέφερε στις 2 Μαρτίου, η μεταφορά δυνάμεων συνεχιζόταν ακόμη.
Ο ανώτατος αξιωματικός των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων παρουσίασε επίσης τη διάταξη μάχης και τις δυνάμεις που, μέχρι τις 2 Μαρτίου, συμμετείχαν στην επιχείρηση «Epic Fury». Η ταχεία συγκέντρωση δυνάμεων κατέδειξε την ικανότητα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων να προσαρμόζονται και να προβάλλουν ισχύ στον χρόνο και στον τόπο που επιλέγει το έθνος. Όπως είπε, η επιχείρηση περιελάμβανε και αρκετές πρωτιές σε επίπεδο μάχης, οι οποίες θα δημοσιοποιηθούν σε μεταγενέστερο χρόνο.
Πριν ακόμη πλήξει ο πρώτος πύραυλος, οι πρώτες κινήσεις προήλθαν από τεχνικούς ηλεκτρονικού και κυβερνοπολέμου της Διαστημικής Δύναμης, του Στρατού και της Πολεμικής Αεροπορίας. Οι ειδικοί αυτοί ενεργοποίησαν μη κινητικά μέσα, διαταράσσοντας, υποβαθμίζοντας και περιορίζοντας την ικανότητα του Ιράν να εντοπίζει, να επικοινωνεί και να αντιδρά.
Με τις επικοινωνίες διαταραγμένες, ήταν αδύνατο για την ιρανική αεράμυνα να εντοπίσει, να συντονιστεί ή να ανταποκριθεί αποτελεσματικά. Έτσι, οι αεροπορικές δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εγκαθίδρυσαν τοπική αεροπορική υπεροχή με γρήγορα, ακριβή και συντριπτικά πλήγματα. Αυτό έθεσε τις βάσεις για μια εκστρατεία την οποία το Πεντάγωνο δηλώνει ότι μπορεί να διατηρήσει — και να επεκτείνει εάν χρειαστεί — για εβδομάδες.
Πρωτιές στο πεδίο της μάχης
Αφού τα ιρανικά συστήματα αεράμυνας παραβιάστηκαν ή «τυφλώθηκαν» πριν από το πρώτο πλήγμα, η επίθεση ξεκίνησε με κύματα πυραύλων κρουζ Tomahawk, οι οποίοι μπορούν να πλήξουν στόχους εκατοντάδες χιλιόμετρα στο εσωτερικό της χώρας.
Τα όπλα αυτά μεγάλης ακρίβειας εκτοξεύθηκαν από τα αεροπλανοφόρα USS Abraham Lincoln στην Αραβική Θάλασσα και USS Gerald R. Ford στην ανατολική Μεσόγειο, καθώς και από τα αντιτορπιλικά των ομάδων μάχης τους.
Το USS Gerald R. Ford είχε αναπτυχθεί στην περιοχή το καλοκαίρι του 2025, κατά τη διάρκεια του πολέμου των δώδεκα ημερών, επιχείρηση που κατέληξε σε βομβαρδισμό τριών ιρανικών εγκαταστάσεων για τον εμπλουτισμό ουρανίου.
Στη συνέχεια, το μεγαλύτερο πολεμικό πλοίο στον κόσμο στάλθηκε στη νότια Καραϊβική για να ηγηθεί της επιχείρησης «Southern Spear» στα ανοικτά της Βενεζουέλας. Τον Ιανουάριο διατάχθηκε να επιστρέψει στον 6ο Στόλο και πλέον βρίσκεται στον όγδοο μήνα συνεχών επιχειρήσεων.
Αναμένεται να αντικατασταθεί από το USS George H.W. Bush, αεροπλανοφόρο κλάσης Nimitz, που βρίσκεται σε δοκιμές στη θάλασσα μετά από εκτεταμένη συντήρηση.
Καθώς οι πύραυλοι βρίσκονταν ήδη καθ’ οδόν προς τους στόχους τους, εκατοντάδες μαχητικά F-15 και F-16 της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ καθώς και αεροσκάφη χαμηλής παρατηρησιμότητας (stealth) F-22 Raptor ενώθηκαν με F/A-18 Hornet που απογειώθηκαν από αεροπλανοφόρα, με F-35 χαμηλής παρατηρησιμότητας και με αεροσκάφη ηλεκτρονικού πολέμου EA-18G, στην εκτεταμένη αεροπορική επίθεση κατά της ιρανικής αεράμυνας και των θέσεων εκτόξευσης πυραύλων.
(Πάνω αριστερά) Ένα αμερικανικό μαχητικό αεροσκάφος F-15 ετοιμάζεται να προσγειωθεί στο Μίλντενχολ της Αγγλίας, στις 7 Ιανουαρίου 2026. (Πάνω δεξιά) Βομβαρδιστικά B-2 Spirit πετούν πάνω από τον Λευκό Οίκο, στις 4 Ιουλίου 2025. (Κάτω αριστερά) Ένα αμερικανικό μαχητικό αεροσκάφος F-35 απογειώνεται στο Μίλντενχολ της Αγγλίας, στις 7 Ιανουαρίου 2026. (Κάτω δεξιά) Ένα μαχητικό αεροσκάφος F-22 Raptor της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ απογειώνεται στη Σέιμπα του Πουέρτο Ρίκο, στις 4 Ιανουαρίου 2026. (Dan Kitwood/Getty Images, Eric Lee/Getty Images, Miguel J. Rodriguez Carrillo/AFP μέσω Getty Images)
Αργότερα, σε αυτά προστέθηκαν βομβαρδιστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας B-2 Spirit της Πολεμικής Αεροπορίας, τα οποία πέταξαν επί 17 ώρες από τη βάση Whiteman στο Μιζούρι. Τα αεροσκάφη αυτά είχαν πλήξει ύποπτα πυρηνικά συγκροτήματα τον Ιούνιο του 2025 με βόμβες διάτρησης 13.600 κιλών. Στις πρώτες φάσεις της επίθεσης της 28ης Φεβρουαρίου στόχευσαν θέσεις βαλλιστικών πυραύλων με κατευθυνόμενες βόμβες ακριβείας περίπου 900 κιλών, επιβεβαιώνοντας ότι ο στόχος ήταν η αποδυνάμωση της ιρανικής αεράμυνας και των επικοινωνιών.
Στη σύγκρουση συμμετείχαν επίσης πύραυλοι ακριβείας του αμερικανικού Στρατού, που εκτοξεύθηκαν από το σύστημα πυραύλων υψηλής κινητικότητας M142, εγκατεστημένο σε κινητούς εκτοξευτές που εφαρμόζουν την τακτική άμεσης εκτόξευσης και απομάκρυνσης. Οι πύραυλοι αυτοί εκτοξεύθηκαν από βάσεις σε χώρες του Κόλπου προς το Ιράν και ήταν την πρώτη φορά που το σύστημα βαλλιστικών πυραύλων μικρού βεληνεκούς χρησιμοποιήθηκε σε πραγματική μάχη.
Το Πεντάγωνο έχει επίσης αναγνωρίσει ότι η επιχείρηση «Epic Fury» σηματοδοτεί το ντεμπούτο ενός νέου χαμηλού κόστους μη επανδρωμένου επιθετικού συστήματος μάχης με την ονομασία LUCAS. Πρόκειται για σύστημα μίας χρήσης που έχει σχεδιαστεί με αντίστροφη μηχανική ώστε να μιμείται το ιρανικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος Shahed 136, το οποίο το Ιράν έχει εξαγάγει μαζικά στη Ρωσία για χρήση στον πόλεμο στην Ουκρανία.
Μεταξύ των δυνάμεων που συμμετέχουν στην επίθεση βρίσκονται επίσης μη επανδρωμένα αεροσκάφη MQ-9 Reaper της Πολεμικής Αεροπορίας, εξοπλισμένα με πυραύλους Hellfire και κατευθυνόμενες βόμβες, επιθετικά αεροσκάφη A-10 δύο κινητήρων, τα οποία κατευθύνονται από αεροσκάφη επιτήρησης E-3 Sentry και E-2 Hawkeye, καθώς και από αεροσκάφη αναγνώρισης EA-11A BACN που λειτουργούν ως «ασύρματο δίκτυο στον ουρανό». Στις επιχειρήσεις συμμετέχουν επίσης αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού KC-135 και KC-46.
(Πάνω) Μια σειρά από ορισμένα από τα 15 αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού KC-46 Pegasus της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ και ένα αεροσκάφος P-8 Poseidon του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ βρίσκονται στη βάση Λάζες (Lajes Air Base), στο αρχιπέλαγος των Αζορών στον Ατλαντικό Ωκεανό, στις 23 Φεβρουαρίου 2026. (Κάτω αριστερά) Ένα αεροσκάφος E-2D Hawkeye, που ανήκει στη Μοίρα Αερομεταφερόμενης Διοίκησης και Ελέγχου 117 (Airborne Command & Control Squadron 117), πετά κατά τη διάρκεια της επιχείρησης «Epic Fury» , στις 28 Φεβρουαρίου 2026. (Κάτω δεξιά) Ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος MQ-9 Reaper της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ ετοιμάζεται να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο Rafael Hernandez στην Αγουαντίγια του Πουέρτο Ρίκο, στις 29 Δεκεμβρίου 2025. (Antonio Araujo/AFP μέσω Getty Images, U.S. Navy μέσω Getty Images, Miguel J. Rodriguez Carrillo/AFP μέσω Getty Images)
Περίπου 2.400 Αμερικανοί στρατιώτες που σταθμεύουν στη Συρία και στο Ιράκ — μεταξύ αυτών και στο Ιρμπίλ — δέχονται επιθέσεις από ιρανικές και σιιτικές πολιτοφυλακές. Η αμερικανική βάση στο Ιρμπίλ συγκαταλέγεται μεταξύ των εγκαταστάσεων της ευρύτερης περιοχής που δέχονται κατά διαστήματα επιθέσεις από το Ιράν και συμμαχικές πολιτοφυλακές.
Ο πρόεδρος Τραμπ και ο υπουργός Πολέμου Πητ Χέγκσεθ δεν έχουν αποκλείσει την αποστολή χερσαίων στρατευμάτων, αν και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι μονάδες πεζικού του Στρατού ή του Σώματος Πεζοναυτών έχουν λάβει εντολή ανάπτυξης.
Δύο εκστρατευτικές μονάδες πεζοναυτών, καθεμία με περίπου 2.500 στρατιώτες εφόδου, βρίσκονται ήδη στη θάλασσα, αλλά δεν επιχειρούν κοντά στη Μέση Ανατολή.
Οι πεζοναύτες που επιβαίνουν στο USS Iwo Jima παραμένουν στην Καραϊβική, ανοικτά της Βενεζουέλας, ενώ όσοι βρίσκονται στο USS Tripoli επιχειρούν με την ομάδα μάχης του αεροπλανοφόρου USS Washington στον δυτικό Ειρηνικό.
Εάν αναπτυχθούν συμβατικές χερσαίες δυνάμεις, οι πρώτες που πιθανότατα θα κινητοποιηθούν θα προέλθουν από την 82η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία και το XVIII Αερομεταφερόμενο Σώμα στο Φορτ Μπραγκ της Βόρειας Καρολίνας ή από την 101η Αερομεταφερόμενη Μεραρχία στο Φορτ Κάμπελ του Κεντάκυ.
Άλλες μονάδες του Στρατού που είναι προσανατολισμένες σε ταχεία ανάπτυξη περιλαμβάνουν την 4η Μεραρχία Πεζικού στο Φορτ Κάρσον του Κολοράντο και μονάδες της 10ης Ορεινής Μεραρχίας που εκπαιδεύονται στο Φορτ Πολκ της Λουιζιάνα.
Ωστόσο, ο Κέιν δήλωσε στους δημοσιογράφους στις 2 Μαρτίου ότι παρότι η αποστολή χερσαίων δυνάμεων αποτελεί πάντοτε επιλογή, δεν βρίσκεται στην κορυφή των επιλογών που εξετάζουν οι σχεδιαστές του Πενταγώνου. Το επόμενο στάδιο, αφού αποδυναμωθούν οι ιρανικές άμυνες, θα επιτρέψει στις αεροπορικές δυνάμεις να συγκεντρωθούν για το μεγάλο κύμα επιθέσεων που πρόκειται να ακολουθήσει.