Η στρατιωτική επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών εναντίον στόχων στο Ιράν επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ερώτημα που αιωρούνταν εδώ και μήνες στη διεθνή πολιτική σκηνή: πόσο πραγματική είναι η στρατηγική σχέση μεταξύ της Τεχεράνης και του Πεκίνου;
Για το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας (ΚΚΚ), η κρίση δεν είναι μόνο μια περιφερειακή σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Είναι μια δοκιμασία της παγκόσμιας στρατηγικής που έχει οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια — ενός δικτύου κρατών που συνεργάζονται με την Κίνα για να παρακάμψουν τις δυτικές κυρώσεις και να αμφισβητήσουν την παγκόσμια επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Κίνα απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των θαλάσσιων εξαγωγών πετρελαίου του Ιράν. Εκτιμάται ότι το 2025 αγόραζε περίπου 1,38 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, μέσω ενός πολύπλοκου δικτύου δεξαμενόπλοιων που λειτουργούν ως ένας «σκιώδης στόλος».
Τα φορτία μεταφέρονται συχνά με παραποιημένες συντεταγμένες GPS, απενεργοποιημένα συστήματα εντοπισμού και εταιρείες βιτρίνες στη Νοτιοανατολική Ασία. Στη συνέχεια το πετρέλαιο φτάνει σε κινεζικά λιμάνια με ετικέτες άλλων χωρών και καταλήγει σε μικρά ανεξάρτητα διυλιστήρια της επαρχίας Σάντονγκ, γνωστά ως «teapot refineries».
Η συμφωνία αυτή εξοικονομεί στο Πεκίνο έως 10 δολάρια ανά βαρέλι σε σχέση με τις διεθνείς τιμές. Για την Τεχεράνη όμως, είναι ακόμη πιο κρίσιμη, αφού αποτελεί την κύρια πηγή εσόδων της οικονομίας της.
Μετά τα αμερικανικά πλήγματα, αυτή η ενεργειακή σχέση βρίσκεται πλέον σε αβεβαιότητα. Εάν οι ιρανικές εξαγωγές περιοριστούν περαιτέρω ή διακοπούν, η Κίνα θα χάσει μία από τις σημαντικότερες πηγές φθηνής ενέργειας που τροφοδοτούσε τη βιομηχανία της. Το ενεργειακό σοκ θα διαπεράσει ολόκληρη τη βιομηχανική αλυσίδα της Κίνας — από τα εργοστάσια και τα ναυπηγεία έως τα λιμάνια εξαγωγών.
Η κινεζική οικονομία δεν βρίσκεται σε ισχυρή θέση για να απορροφήσει ένα τέτοιο σοκ. Η αγορά ακινήτων, η οποία κάποτε αντιπροσώπευε σχεδόν το ένα τέταρτο της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας, βρίσκεται εδώ και χρόνια σε κρίση. Οι πωλήσεις νέων κατοικιών έχουν μειωθεί δραματικά και μεγάλο μέρος του πλούτου των νοικοκυριών έχει εξαφανιστεί.
Παράλληλα, η χώρα έχει περάσει διαδοχικά τρίμηνα αποπληθωρισμού, κάτι πρωτοφανές στη σύγχρονη οικονομική ιστορία της Κίνας. Η απώλεια φθηνού πετρελαίου θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος παραγωγής για τα κινεζικά εργοστάσια και να πλήξει την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών της.
Τα τελευταία χρόνια το Πεκίνο έχει επενδύσει σημαντικά στη στρατηγική σχέση με την Τεχεράνη. Η 25ετής συμφωνία συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών περιλαμβάνει επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενεργειακές συμφωνίες και στρατιωτική συνεργασία.
Λίγο πριν την κλιμάκωση της κρίσης, τα κινεζικά στρατιωτικά μεταγωγικά αεροσκάφη φέρεται να μετέφεραν στην Τεχεράνη συστήματα αεράμυνας HQ-9B και ραντάρ YLC-8B, σχεδιασμένα για τον εντοπισμό αεροσκαφών stealth.
Παράλληλα, η Κίνα, η Ρωσία και το Ιράν πραγματοποίησαν κοινές ναυτικές ασκήσεις στα Στενά του Ορμούζ, στο πλαίσιο της άσκησης «Maritime Security Belt 2026».
Ωστόσο, μετά την έναρξη των αμερικανικών επιθέσεων, αυτές οι κινήσεις αποδείχθηκαν περισσότερο συμβολικές παρά ουσιαστικές. Παρά τη στρατηγική συνεργασία, η Κίνα δεν παρενέβη στρατιωτικά για να υπερασπιστεί τον εταίρο της.
Τα Στενά του Ορμούζ και το άμεσο ενεργειακό σοκ
Το πραγματικό σημείο πίεσης για την παγκόσμια οικονομία είναι τα Στενά του Ορμούζ, σημείο που έχει κλείσει μετά την κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν. Η θαλάσσια αυτή δίοδος αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους. Από εκεί διέρχονται καθημερινά τεράστιες ποσότητες πετρελαίου, που κατευθύνονται κυρίως προς την Ασία. Η Κίνα, ο μεγαλύτερος εισαγωγέας αργού πετρελαίου παγκοσμίως, βασίζεται σε αυτή τη διαδρομή για περισσότερα από 5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Με το κλείσιμο των Στενών, οι αγορές ενέργειας έχουν ήδη αρχίσει να αντιδρούν. Τα ασφάλιστρα για τα δεξαμενόπλοια έχουν αυξηθεί κατακόρυφα, ενώ αρκετές εταιρείες εξετάζουν την ανακατεύθυνση των πλοίων τους γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας, μια διαδρομή που αυξάνει σημαντικά τον χρόνο και το κόστος μεταφοράς.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες οι άμεσες επιπτώσεις είναι περιορισμένες, καθώς η χώρα έχει εξελιχθεί σε καθαρό εξαγωγέα ενέργειας. Για την Κίνα όμως, το κλείσιμο του περάσματος μετατρέπεται σε στρατηγικό πρόβλημα. Μεγάλο μέρος των ενεργειακών εισαγωγών της εξαρτάται από μια θαλάσσια οδό που δεν ελέγχει και δεν μπορεί να προστατεύσει στρατιωτικά.
Ένα πλήγμα στην εικόνα της κινεζικής στρατηγικής
Η κρίση θέτει επίσης υπό αμφισβήτηση την αξιοπιστία της κινεζικής γεωπολιτικής στρατηγικής. Το Πεκίνο έχει προσπαθήσει να οικοδομήσει ένα δίκτυο συνεργασιών με χώρες που βρίσκονται σε αντιπαράθεση με τη Δύση. Ορισμένοι αναλυτές έχουν περιγράψει αυτό το δίκτυο ως άξονα συνεργασίας μεταξύ Κίνας, Ρωσίας, Ιράν και Βόρειας Κορέας (CRINK).
Η βασική υπόσχεση αυτού του άξονα είναι ότι η συνεργασία παρέχει πολιτική και στρατηγική προστασία. Όμως η πραγματικότητα της κρίσης δείχνει τα όρια αυτής της υπόσχεσης . Παρά τις δηλώσεις στήριξης, η Κίνα περιορίστηκε σε διπλωματικές αντιδράσεις και εκκλήσεις για αποκλιμάκωση.
Για τις κυβερνήσεις και τα στρατιωτικά κατεστημένα που μέχρι πρόσφατα εξετάζουν στενότερη στρατηγική συνεργασία με το Πεκίνο — από την Κεντρική Ασία μέχρι την Νοτιοανατολική Ασία και την Αφρική — το μάθημα από την επίθεση στο Ιράν είναι σαφές και ανησυχητικό. Η Κίνα μπορεί να πουλάει όπλα, να αγοράζει πόρους με έκπτωση, να υπογράφει συμφωνίες συνεργασίας και να διεξάγει συμβολικές ασκήσεις, αλλά όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφασίζουν να δράσουν ασκώντας βία, το Πεκίνο περιορίζεται σε δηλώσεις καταδίκης και διπλωματικά ανακοινωθέντα που δεν σταματούν ούτε έναν πύραυλο.
Η στρατηγική του ΚΚΚ για τη δημιουργία ενός αντιαμερικανικού συνασπισμού (CRINK) στηρίζεται στην υπόσχεση προστασίας μέσω αριθμών. ‘Όμως η πραγματικότητα των τελευταίων ημερών είναι αμείλικτη. Η Ουάσιγκτον έχει χτυπήσει έναν κρίσιμο σύμμαχο της Κίνας χωρίς καμία συνέπεια για την ίδια, αποκαλύπτοντας τα όρια της κινεζικής επιρροής και την αδυναμία του Πεκίνου να προστατεύσει τους εταίρους του από μια υπερδύναμη. Τα όπλα που στάλθηκαν στο Ιράν δοκιμάζονται τώρα απευθείας ενάντια στα αμερικανικά μαχητικά stealth και πυραύλους cruise, μπροστά σε κάθε ενδιαφερόμενο αγοραστή όπλων στον Παγκόσμιο Νότο. Και η μόνη κίνηση που θα μπορούσε να αλλάξει την εξίσωση — μια άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες — είναι πέρα από την ικανότητα ή τη βούληση του ΚΚΚ, όπως όλα δείχνουν.
Οι απόψεις που διατυπώνονται σε αυτό το άρθρο είναι απόψεις του συγγραφέα και δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της εφημερίδας The Epoch Times.