Η συζήτηση γύρω από τις ψηφιακές ταυτότητες δεν αποτελεί πλέον ένα θεωρητικό ή μακρινό ζήτημα, αλλά μια πραγματικότητα που εξελίσσεται με ταχύ ρυθμό σε ολόκληρο τον κόσμο. Σε πρόσφατη εκπομπή του NTD, με τίτλο China in Focus, η Ρέτζι Λίτλτζον (Reggie Littlejohn), ιδρύτρια και πρόεδρος των οργανώσεων Anti-Globalist International και Women’s Rights Without Frontiers, εξέφρασε σοβαρές ανησυχίες για την εξάπλωση των ψηφιακών ταυτοτήτων (Digital ID), προειδοποιώντας ότι η ευρεία υιοθέτηση συστημάτων ψηφιακής ταυτοποίησης ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για νέες μορφές κοινωνικού ελέγχου. Σύμφωνα με την ίδια, οποιαδήποτε μορφή ψηφιακής ταυτότητας θα μπορούσε να εξελιχθεί σε εργαλείο εξαναγκασμού των πολιτών, θυμίζοντας το σύστημα κοινωνικής πίστωσης (social credit system) που εφαρμόζεται στην Κίνα.
Το ζήτημα δεν περιορίζεται στην τεχνολογία καθαυτή, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτή μπορεί να αξιοποιηθεί από κυβερνήσεις ή ισχυρούς θεσμούς. Η βασική της θέση είναι ότι, όταν η πρόσβαση σε βασικές λειτουργίες της καθημερινότητας, όπως η εργασία, η μετακίνηση ή η υγειονομική περίθαλψη, συνδέεται με μια ψηφιακή ταυτότητα, τότε δημιουργείται μια δυνητικά επικίνδυνη εξάρτηση.
Για να κατανοηθεί καλύτερα αυτή η ανησυχία, είναι αναπόφευκτη η αναφορά στο παράδειγμα της Κίνας και στο λεγόμενο σύστημα κοινωνικής πίστωσης. Το σύστημα αυτό δεν αποτελεί έναν ενιαίο, πλήρως συγκεντρωτικό μηχανισμό, όπως συχνά παρουσιάζεται, αλλά ένα σύνολο πολιτικών και τεχνολογικών πρακτικών που στοχεύουν στην αξιολόγηση της «αξιοπιστίας» πολιτών και επιχειρήσεων. Πρόκειται για ένα πλέγμα από εθνικές και τοπικές βάσεις δεδομένων, λίστες συμμόρφωσης και πιλοτικά προγράμματα που διασταυρώνουν πληροφορίες από πολλές πτυχές της ζωής των πολιτών. Μέσω της συλλογής δεδομένων από πολλαπλές πηγές, οικονομικές συναλλαγές, διοικητικές παραβάσεις, ακόμη και κοινωνική συμπεριφορά, δημιουργείται ένα πλαίσιο στο οποίο η συμπεριφορά επιβραβεύεται ή τιμωρείται.
Οι συνέπειες αυτής της αξιολόγησης μπορεί να είναι απτές και άμεσες. Αναφορές έχουν καταγράψει περιπτώσεις όπου πολίτες αντιμετώπισαν περιορισμούς σε ταξίδια ή πρόσβαση σε υπηρεσίες λόγω χαμηλής βαθμολογίας. Το κρίσιμο στοιχείο εδώ δεν είναι μόνο η επιβολή κυρώσεων, αλλά η σταδιακή διαμόρφωση μιας κοινωνίας όπου η συμπεριφορά καθοδηγείται από την επιτήρηση και την προσδοκία αξιολόγησης.
Αυτό ακριβώς το σημείο φαίνεται να ανησυχεί τη Λίτλτζον: η πιθανότητα να αναδυθεί ένα παρόμοιο μοντέλο, όχι απαραίτητα με την ίδια μορφή, αλλά με διαφορετικά μέσα, στις δυτικές κοινωνίες.
Πώς διαμορφώνει τη ζωή των πολιτών στην Κίνα το Σύστημα Κοινωνικής Πίστωσης
Κεντρικός πυρήνας του συστήματος είναι οι λεγόμενες «μαύρες λίστες» και «κόκκινες λίστες». Οι πολίτες που θεωρούνται μη αξιόπιστοι, για διάφορους λόγους όπως επειδή δεν συμμορφώνονται με δικαστικές αποφάσεις, έχουν χρέη ή παραβιάζουν κανονισμούς, εντάσσονται σε λίστες που ενεργοποιούν αυτόματα περιορισμούς στην καθημερινότητά τους. Αντίθετα, όσοι χαρακτηρίζονται αξιόπιστοι λαμβάνουν προνόμια.
Έχουν καταγραφεί περιπτώσεις όπου άτομα που βρίσκονται σε τέτοιες λίστες δεν μπορούν να αγοράσουν αεροπορικά ή σιδηροδρομικά εισιτήρια, δηλαδή ουσιαστικά υφίστανται περιορισμό της ελευθερίας μετακίνησής τους. Παράλληλα, μπορεί να αποκλείονται από ορισμένες θέσεις εργασίας, ιδιαίτερα στο δημόσιο ή σε τομείς υψηλής εμπιστοσύνης.
Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία αφορά τις επιπτώσεις στην εκπαίδευση και στην οικογένεια. Σε πολλές περιπτώσεις, η αρνητική αξιολόγηση ενός γονέα μπορεί να επηρεάσει τις ευκαιρίες των παιδιών του, περιορίζοντας την πρόσβαση σε ιδιωτικά ή υψηλού επιπέδου σχολεία και κολέγια. Με αυτό τον τρόπο, η έννοια της αξιοπιστίας παύει να είναι ατομική και αποκτά διαγενεακή διάσταση.
Επιπλέον, σε τοπικά πιλοτικά προγράμματα έχουν δοκιμαστεί συστήματα που επεκτείνονται ακόμη και στις καταναλωτικές συνήθειες. Υπάρχουν αναφορές για πλατφόρμες που αξιολογούν τη συμπεριφορά των πολιτών με βάση το τι αγοράζουν. Για παράδειγμα, «υγιεινές» ή «κοινωνικά υπεύθυνες» επιλογές συνδέονται με θετική αξιολόγηση, ενώ άλλες συνήθειες θεωρούνται αρνητικές.
Παράλληλα, η κοινωνική πίστωση συνδέεται με την ευρύτερη ψηφιακή επιτήρηση. Η εκτεταμένη χρήση καμερών αναγνώρισης προσώπου, εφαρμογών κινητών και on line πλατφορμών επιτρέπει τη συνεχή συλλογή δεδομένων. Σε ορισμένες πόλεις, ακόμη και μικρές παραβάσεις, όπως η παράνομη διάσχιση δρόμου, μπορούν να καταγραφούν και να συνδεθούν με διοικητικές κυρώσεις ή δημόσια έκθεση.
Το σύστημα αναγνώρισης προσώπου αποτελεί βασικό πυλώνα της ευρύτερης ψηφιακής επιτήρησης στην Κίνα. Πρόκειται για μια τεχνολογία που χρησιμοποιεί αλγόριθμους τεχνητής νοημοσύνης για να αναλύει και να ταυτοποιεί ανθρώπινα πρόσωπα σε πραγματικό χρόνο, μέσω καμερών που βρίσκονται σε δημόσιους χώρους, μέσα μεταφοράς, εμπορικά κέντρα και ακόμη και σε πολυκατοικίες. Η λειτουργία της βασίζεται στη σύγκριση χαρακτηριστικών προσώπου με τεράστιες βάσεις δεδομένων που περιέχουν φωτογραφίες και προσωπικά στοιχεία πολιτών.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι μετακινήσεις και οι δραστηριότητες ενός ατόμου καταγράφονται διαρκώς χωρίς τη γνώση ή τη συναίνεσή του. Για παράδειγμα, σε ορισμένες πόλεις έχουν εγκατασταθεί συστήματα που εντοπίζουν αυτόματα παραβάσεις, όπως η διάσχιση δρόμου εκτός διάβασης, και συνδέουν το περιστατικό με την ταυτότητα του πολίτη, επιβάλλοντας πρόστιμα ή άλλες κυρώσεις.
Η τεχνολογία αυτή δεν λειτουργεί μεμονωμένα, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου οικοσυστήματος δεδομένων. Μπορεί να συνδυαστεί με άλλες πληροφορίες, όπως οικονομική δραστηριότητα ή διοικητικές παρεμβάσεις, ενισχύοντας τη δυνατότητα των αρχών να σχηματίζουν ένα πλήρες προφίλ συμπεριφοράς. Έτσι, η αναγνώριση προσώπου δεν είναι απλώς ένα εργαλείο ασφάλειας , αλλά ένα μέσο συνεχούς παρακολούθησης.
Υποστηρικτές της τεχνολογίας τονίζουν ότι συμβάλλει στην καταπολέμηση της εγκληματικότητας και στη βελτίωση της δημόσιας ασφάλειας. Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι δημιουργεί σοβαρά ζητήματα ιδιωτικότητας, καθώς καταργεί στην πράξη την ανωνυμία στον δημόσιο χώρο και ενισχύει τον κίνδυνο κατάχρησης εξουσίας.
Ένα άλλο στοιχείο που ενισχύει τη λειτουργία του συστήματος είναι η δημόσια προβολή της «αξιοπιστίας». Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ονόματα πολιτών που βρίσκονται σε λίστες δημοσιοποιούνται, δημιουργώντας κοινωνική πίεση και στιγματισμό.
Το σύστημα δεν λειτουργεί μόνο τιμωρητικά, αλλά και επιβραβευτικά. Πολίτες με «θετική» αξιολόγηση μπορεί να έχουν ταχύτερη πρόσβαση σε δάνεια, λιγότερη γραφειοκρατία ή καλύτερες υπηρεσίες. Αυτό δημιουργεί ένα ισχυρό κίνητρο προσαρμογής της συμπεριφοράς, όχι απαραίτητα βάσει προσωπικών/ηθικών αξιών, αλλά βάσει τού τι θεωρείται αποδεκτό από το σύστημα.
Συνολικά, το κινεζικό μοντέλο δεν βασίζεται μόνο στην επιτήρηση, αλλά σε έναν συνδυασμό παρακολούθησης, κινήτρων και κυρώσεων που διαμορφώνουν σταδιακά τη συμπεριφορά των πολιτών. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η γραμμή μεταξύ ιδιωτικής ζωής και δημόσιας αξιολόγησης γίνεται όλο και πιο ασαφής, δημιουργώντας μια νέα μορφή κοινωνικής οργάνωση όπου η «αξιοπιστία» μετατρέπεται σε βασικό κεφάλαιο.
Από το κινεζικό μοντέλο στις ψηφιακές ταυτότητες: Ανησυχίες για κοινωνικό έλεγχο
Το σύστημα κοινωνικής πίστωσης, το οποίο άρχισε να διαμορφώνεται συστηματικά μετά το 2014 στην Κίνα, αποτελεί ένα σχετικά πρόσφατο και ταχέως εξελισσόμενο παράδειγμα τού πώς οι ψηφιακές τεχνολογίες μπορούν να αξιοποιηθούν για την παρακολούθησης και τη ρύθμιση της κοινωνικής συμπεριφοράς.
Η εμπειρία αυτή δεν περιορίζεται σε ένα μακρινό πολιτικό σύστημα, αλλά τροφοδοτεί έναν ευρύτερο προβληματισμό για την κατεύθυνση που ενδέχεται να λάβουν αντίστοιχες τεχνολογίες σε άλλες κοινωνίες. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εστιάζουν και οι προειδοποιήσεις της Ρέτζι Λίτλτζον, η οποία υποστηρίζει ότι η εισαγωγή των ψηφιακών ταυτοτήτων μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα προς ένα πιο εκτεταμένο σύστημα ελέγχου.
Η ανάπτυξη ψηφιακών ταυτοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε άλλες περιοχές του κόσμου παρουσιάζεται ως ένα βήμα προς τον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών και τη βελτίωση της ασφάλειας. Πράγματι, τα οφέλη είναι σημαντικά. Ταχύτερη εξυπηρέτηση, μείωση της γραφειοκρατίας, περιορισμός της απάτης και καλύτερη διαχείριση δεδομένων.
Ωστόσο, η ίδια τεχνολογία που επιτρέπει αυτές τις βελτιώσεις μπορεί, υπό διαφορετικές συνθήκες, να μετατραπεί σε εργαλείο επιτήρησης. Η συγκέντρωση μεγάλου όγκου προσωπικών δεδομένων σε ψηφιακές πλατφόρμες δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η πληροφορία γίνεται δύναμη και αυτή η δύναμη μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε για την ενίσχυση των πολιτών είτε για τον περιορισμό τους.
Η μετάβαση από τη διευκόλυνση στον έλεγχο δεν είναι απαραίτητα απότομη ή ορατή. Αντιθέτως, μπορεί να πραγματοποιηθεί σταδιακά, μέσω μικρών αλλαγών που φαίνονται εύλογες ή ακόμη και απαραίτητες. Για παράδειγμα, η σύνδεση της ψηφιακής ταυτότητας με υγειονομικά δεδομένα μπορεί να δικαιολογηθεί σε περιόδους κρίσης. Η χρήση της για οικονομικές συναλλαγές μπορεί να θεωρηθεί πρακτική και ασφαλής. Όμως όταν αυτές οι λειτουργίες ενοποιούνται και επεκτείνονται, δημιουργείται ένα ολοκληρωμένο σύστημα που παρακολουθεί και επηρεάζει πολλαπλές πτυχές της ζωής.
Ανακύπτει ένα θεμελιώδες ερώτημα. Ποια είναι τα όρια της αποδεκτής επιτήρησης σε μια δημοκρατική κοινωνία; Η απάντηση δεν είναι απλή, διότι εξαρτάται από το επίπεδο εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, τη διαφάνεια των διαδικασιών και την ύπαρξη αποτελεσματικών μηχανισμών ελέγχου. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, ακόμη και οι πιο καλοπροαίρετες τεχνολογίες μπορεί να εξελιχθούν σε εργαλεία καταχρηστικής εξουσίας.
Από την άλλη πλευρά, είναι σημαντικό να αποφευχθεί μια μονοδιάστατη ή φοβική προσέγγιση. Σε πολλές περιπτώσεις, αποτελεί αναγκαία εξέλιξη σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο ψηφιακός. Το ζητούμενο δεν είναι η απόρριψη της τεχνολογίας, αλλά η διαμόρφωση ενός πλαισίου που θα διασφαλίζει ότι αυτή υπηρετεί τον πολίτη και όχι το αντίστροφο.
Η εμπειρία της Κίνας λειτουργεί ως ανάγλυφο παράδειγμα τού τι μπορεί να συμβεί όταν η τεχνολογία συνδυάζεται με συγκεντρωτική εξουσία και περιορισμένη λογοδοσία. Αν και οι συνθήκες στις δημοκρατικές κοινωνίες διαφέρουν σημαντικά, η βασική αρχή παραμένει η ίδια: όσο περισσότερη πληροφορία συγκεντρώνεται, τόσο μεγαλύτερη η ανάγκη για διαφάνεια και έλεγχο.