Κυριακή, 19 Απρ, 2026

Η Φινλανδία καταγγέλλει παραβίαση εναέριου χώρου από μη επανδρωμένα αεροσκάφη

Η Φινλανδία ανακοίνωσε την Κυριακή 30 Μαρτίου 2026 ότι σημειώθηκε ύποπτη παραβίαση του εναέριου χώρου της από μη επανδρωμένα αεροσκάφη στα νοτιοανατολικά της χώρας, με τον Φινλανδό πρωθυπουργό, Πέττερι Όρπο, να εκτιμά ότι το περιστατικό πιθανότατα συνδέεται με ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη κατά της Ρωσίας.

Γειτονικές χώρες, όπως η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία, ανέφεραν την προηγούμενη εβδομάδα ότι αρκετά ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη κατέπεσαν στο έδαφός τους, παρεκκλίνοντας της πορείας τους κατά τη διάρκεια επιθέσεων σε εγκαταστάσεις εξαγωγής ρωσικού πετρελαίου στις ακτές της Βαλτικής Θάλασσας.

Η Ουκρανία έχει εντείνει τις επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε ρωσικά διυλιστήρια και διαδρομές εξαγωγής τις τελευταίες εβδομάδες, επιχειρώντας να αποδυναμώσει την πολεμική οικονομία της Ρωσίας, ενώ οι ειρηνευτικές συνομιλίες που διεξάγονται με τη διαμεσολάβηση της Ουάσιγκτον παραμένουν σε αδιέξοδο.

Το πρωί της Κυριακής, εντοπίστηκαν αρκετά μικρά, βραδυκίνητα αντικείμενα που πετούσαν σε χαμηλό ύψος πάνω από θαλάσσια περιοχή και στη νοτιοανατολική Φινλανδία, ανέφερε το υπουργείο Άμυνας σε ανακοίνωσή του.

Σύμφωνα με όσα δήλωσε ο κος Όρπο στη δημόσια ραδιοτηλεόραση της Φινλανδίας Yle, η Ρωσία διαθέτει τη δυνατότητα για εξαιρετικά ισχυρές ηλεκτρονικές παρεμβολές, κάτι που εξηγεί γιατί τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη εκτρέπονται προς τον φινλανδικό εναέριο χώρο, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα.

Για την αναγνώριση των ιπτάμενων αντικειμένων που προσέγγισαν τα χωρικά της ύδατα, εκ των οποίων ένα ταυτοποιήθηκε ως ουκρανικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος τύπου AN196, η Φινλανδία απέστειλε μαχητικά αεροσκάφη F/A-18 Hornet, ανακοίνωσε η φινλανδική Πολεμική Αεροπορία.

Όπως επισημάνθηκε στην ανακοίνωση, ο πιλότος δεν άνοιξε πυρ προκειμένου να αποφευχθούν παράπλευρες απώλειες, ενώ το μη επανδρωμένο αεροσκάφος κατέπεσε βόρεια της πόλης Κούβολα στην ανατολική Φινλανδία. Ένα ακόμη μη επανδρωμένο αεροσκάφος έπεσε στο έδαφος στην ίδια περιοχή.

Η Ουκρανία έχει πλήξει και τα τρία μεγάλα λιμάνια πετρελαίου της δυτικής Ρωσίας τον μήνα αυτό: το Νοβοροσίσκ στη Μαύρη Θάλασσα και τα Πριμόρσκ και Ουστ-Λούγκα στη Βαλτική Θάλασσα, σε κοντινή απόσταση από τη Φινλανδία.

Της Anne Kauranen

Πηγή: The Associated Press

Βόρεια Κορέα: Δοκιμή κινητήρα πυραύλου με δυνατότητα πλήγματος στην αμερικανική ενδοχώρα

Ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν παρακολούθησε δοκιμή αναβαθμισμένου κινητήρα στερεών καυσίμων για οπλικά συστήματα ικανά να φτάσουν την αμερικανική ενδοχώρα και τη χαρακτήρισε σημαντική εξέλιξη που ενισχύει το στρατηγικό στρατιωτικό οπλοστάσιο της χώρας, σύμφωνα με κρατικά μέσα ενημέρωσης, την Κυριακή 29 Μαρτίου.

Παρότι η δοκιμή εντάσσεται στον διακηρυγμένο στόχο του Κιμ για απόκτηση πιο ευέλικτων και δυσδιάκριτων πυραύλων με στόχο τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους, ορισμένοι ειδικοί εκτιμούν ότι οι ισχυρισμοί της Βόρειας Κορέας ενδέχεται να είναι υπερβολικοί. Οι πύραυλοι με ενσωματωμένα στερεά καύσιμα είναι ευκολότερο να μετακινηθούν και να αποκρύψουν την εκτόξευσή τους σε σχέση με τα συστήματα υγρών καυσίμων, τα οποία συνήθως πρέπει να ανεφοδιαστούν πριν από την εκτόξευση και δεν μπορούν να παραμείνουν έτοιμα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Το επίσημο Κεντρικό Πρακτορείο Ειδήσεων της Κορέας μετέδωσε ότι ο Κιμ παρακολούθησε δοκιμή εδάφους του κινητήρα, κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε σύνθετο υλικό ανθρακονημάτων. Σύμφωνα με το πρακτορείο, η μέγιστη ώθηση του κινητήρα ανέρχεται σε 2.500 κιλονιούτον (kN), αυξημένη από περίπου 1.970 kN που είχαν αναφερθεί σε αντίστοιχη δοκιμή κινητήρα στερεών καυσίμων τον Σεπτέμβριο.

Το KCNA ανέφερε ότι η δοκιμή πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του πενταετούς εξοπλιστικού προγράμματος της χώρας, το οποίο αποσκοπεί στην αναβάθμιση των «στρατηγικών μέσων πλήγματος», όρος που αναφέρεται σε βαλλιστικούς πυραύλους με δυνατότητα πυρηνικής κεφαλής και άλλα οπλικά συστήματα. Ο Κιμ φέρεται να δήλωσε ότι η τελευταία δοκιμή κινητήρα έχει μεγάλη σημασία για την αναβάθμιση της στρατηγικής στρατιωτικής ισχύος της χώρας στο υψηλότερο επίπεδο. Το πρακτορείο δεν διευκρίνισε πότε ή πού πραγματοποιήθηκε η δοκιμή.

Κατά τον Λι Τσουν Γκουν, επίτιμο ερευνητή στο Ινστιτούτο Πολιτικής Επιστήμης και Τεχνολογίας της Νότιας Κορέας, η αναφορά της Βόρειας Κορέας για τη συγκεκριμένη δοκιμή ενδέχεται να αποτελεί μπλόφα, καθώς δεν δόθηκαν κρίσιμα στοιχεία, όπως η συνολική διάρκεια καύσης του κινητήρα.

Όταν η Βόρεια Κορέα είχε ανακοινώσει την προηγούμενη δοκιμή κινητήρα τον Σεπτέμβριο, την είχε περιγράψει ως την ένατη και τελική δοκιμή εδάφους κινητήρα στερεών καυσίμων, ο οποίος, όπως είχε δηλώσει νωρίτερα, θα χρησιμοποιούνταν σε διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους. Παρατηρητές είχαν προβλέψει τότε ότι η χώρα θα προχωρούσε σύντομα σε δοκιμαστική εκτόξευση πυραύλου με τον συγκεκριμένο κινητήρα, κάτι που δεν έχει συμβεί έως σήμερα.

Σύμφωνα με τον Λι, το πρόγραμμα ανάπτυξης κινητήρων στερεών καυσίμων της Βόρειας Κορέας ενδέχεται να αντιμετωπίζει καθυστερήσεις ή η χώρα να έχει αποφασίσει την ανάπτυξη βελτιωμένου κινητήρα, πιθανώς με τη συνδρομή της Ρωσίας. Η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια, με τη Βόρεια Κορέα να αποστέλλει στρατεύματα και συμβατικά οπλικά συστήματα για την υποστήριξη της Ρωσίας στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας.

Τα τελευταία χρόνια, η Βόρεια Κορέα έχει πραγματοποιήσει δοκιμαστικές εκτοξεύσεις διαφόρων διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων, επιδεικνύοντας θεωρητικά την ικανότητα να πλήξει την αμερικανική ενδοχώρα, συμπεριλαμβανομένων και πυραύλων στερεών καυσίμων. Ωστόσο, ορισμένοι από τους προηγούμενους ισχυρισμούς της χώρας για σημαντικές δοκιμές όπλων έχουν προκαλέσει αμφιβολίες διεθνώς. Το 2024, η Βόρεια Κορέα είχε ανακοινώσει ότι πραγματοποίησε επιτυχώς δοκιμαστική εκτόξευση πυραύλου πολλαπλών κεφαλών, αλλά η Νότια Κορέα απέρριψε άμεσα τον ισχυρισμό, κάνοντας λόγο για παραπλανητική ανακοίνωση που απέκρυπτε αποτυχημένη εκτόξευση.

Ορισμένοι ξένοι ειδικοί εκτιμούν ότι η Βόρεια Κορέα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τεχνολογικές προκλήσεις πριν αποκτήσει πλήρως λειτουργικό διηπειρωτικό βαλλιστικό πύραυλο, όπως η αντοχή των πυρηνικών κεφαλών στις ακραίες συνθήκες επανεισόδου στην ατμόσφαιρα. Άλλοι, ωστόσο, αμφισβητούν αυτή την εκτίμηση, επισημαίνοντας τη μακρόχρονη ενασχόληση της χώρας με τα πυρηνικά και πυραυλικά της προγράμματα.

Η κατοχή ισχυρότερων και πιο αποδοτικών κινητήρων στερεών καυσίμων θα επέτρεπε στη Βόρεια Κορέα να κατασκευάσει μικρότερους διηπειρωτικούς πυραύλους, οι οποίοι θα μπορούν να εκτοξεύονται από υποβρύχια ή από κινητές επίγειες πλατφόρμες, σύμφωνα με τον Λι. Άλλοι παρατηρητές εκτιμούν ότι η προσπάθεια αύξησης της ισχύος των κινητήρων συνδέεται πιθανότατα με την επιδίωξη τοποθέτησης πολλαπλών πυρηνικών κεφαλών σε έναν μόνο πύραυλο, ώστε να αυξηθούν οι πιθανότητες διάσπασης της αμερικανικής αντιπυραυλικής άμυνας.

Η Βόρεια Κορέα ενέτεινε τις προσπάθειές της για την επέκταση του πυρηνικού της οπλοστασίου μετά την κατάρρευση των υψηλού επιπέδου διπλωματικών επαφών του Κιμ με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ το 2019. Στο συνέδριο του κυβερνώντος Εργατικού Κόμματος τον Φεβρουάριο, ο Κιμ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο διαλόγου με τον Τραμπ, ωστόσο κάλεσε την Ουάσιγκτον να εγκαταλείψει την απαίτηση για πυρηνικό αφοπλισμό της Βόρειας Κορέας ως προϋπόθεση για την έναρξη συνομιλιών.

Της Hyung-jin Kim

Πηγή: The Associated Press

ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ένωση επιταχύνουν τις συνομιλίες για εμπορική συμφωνία και κρίσιμα ορυκτά

Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Εμπορίου Μάρος Σέφτσοβιτς και ο εμπορικός αντιπρόσωπος των Ηνωμένων Πολιτειών Τζέιμισον Γκρηρ ανακοίνωσαν ότι είχαν μια παραγωγική συνάντηση στο περιθώριο της υπουργικής συνόδου του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου στο Καμερούν, στις 28 Μαρτίου, ενώ ο Σέφτσοβιτς επιδιώκει να επισκεφθεί τις Ηνωμένες Πολιτείες προκειμένου να συνεχιστεί η προώθηση των εμπορικών σχέσεων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει δυσκολίες ως προς το πώς θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της στο πλαίσιο της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου που επιτεύχθηκε το περασμένο καλοκαίρι μεταξύ του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Η συμφωνία περιλαμβάνει μέτρα για την εξίσωση των δασμών μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση Άντριου Πάζντερ προειδοποίησε πρόσφατα ότι η Ένωση κινδυνεύει να χάσει την ευνοϊκή πρόσβαση σε αποστολές υγροποιημένου φυσικού αερίου εάν δεν εφαρμόσει τη συμφωνία, με την οποία έχει δεσμευτεί να αγοράσει ενέργεια αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στις 26 Μαρτίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε υπέρ ενός σχεδίου για την εφαρμογή της συμφωνίας, το οποίο περιλαμβάνει διατάξεις ασφαλείας που επιτρέπουν την αύξηση των δασμών εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες προχωρήσουν σε αντίστοιχη αύξηση ή εάν οι εισαγωγές από τις ΗΠΑ φτάσουν σε επίπεδα που θεωρούνται επιζήμια για την ευρωπαϊκή βιομηχανία.

Ο Σέφτσοβιτς δήλωσε, στις 28 Μαρτίου, ότι ήταν ιδιαίτερα σημαντική η θετική ψήφος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς καταδεικνύει ότι και οι δύο πλευρές, παρά τις αναταράξεις στο παγκόσμιο περιβάλλον, παραμένουν προσηλωμένες στη συμφωνία και ότι αυτή έχει μεγάλη σημασία για αυτές.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τις εξαγωγές της Ένωσης προς τις ΗΠΑ το 2025 να ανέρχονται σε επίπεδο-ρεκόρ, ύψους 641 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Πέραν της εξίσωσης των εμπορικών όρων, ο Σέφτσοβιτς ανέφερε ότι με τον Γκρηρ συμφώνησαν να προωθήσουν τη συνεργασία στον τομέα των κρίσιμων ορυκτών. Όπως είπε, αναζητείται ημερομηνία για επίσκεψή του στις Ηνωμένες Πολιτείες και εκτίμησε ότι πολλά από τα ζητήματα, είτε πολυμερή είτε διμερή, θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο αυτής της επίσκεψης.

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X σχετικά με τη συνάντηση, ο Γκρηρ ανέφερε ότι αναμένεται να επισκεφθεί ο Σέφτσοβιτς τις Ηνωμένες Πολιτείες κάποια στιγμή τον Απρίλιο, προκειμένου να συνεχιστεί η εργασία για τη μείωση των μη δασμολογικών εμποδίων και τη διευκόλυνση των αμερικανικών εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου και καυσίμων, προϊόντων ξυλείας και ψηφιακών υπηρεσιών. Επιβεβαίωσε επίσης ότι συνεχίζονται οι προσπάθειες για την ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα των κρίσιμων ορυκτών.

Οι προσπάθειες για την εφαρμογή της εμπορικής συμφωνίας ΗΠΑ-Ευρωπαϊκής Ένωσης πραγματοποιούνται σε μια περίοδο κατά την οποία οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή έχουν ακινητοποιήσει σχεδόν τη θαλάσσια ναυσιπλοΐα στην περιοχή, επηρεάζοντας τις παγκόσμιες προμήθειες καυσίμων, λιπασμάτων και άλλων βασικών αγαθών.

Ο Τραμπ επέκρινε το ΝΑΤΟ, στο οποίο συμμετέχουν τριάντα (30) ευρωπαϊκά κράτη, για τη στάση του στη σύρραξη, υποστηρίζοντας ότι παρέχει περιορισμένη στήριξη στην αμερικανική επιχείρηση κατά του ιρανικού καθεστώτος.

Με πληροφορίες από το Reuters

Ο Τραμπ μιλά για στρατιωτική δράση κατά της Κούβας αλλά χαλαρώνει τους περιορισμούς στο πετρέλαιο

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ άφησε εκ νέου να εννοηθεί ότι ενδέχεται να υπάρξει στρατιωτική δράση των Ηνωμένων Πολιτειών κατά της Κούβας, την ώρα που η κυβέρνησή του εντείνει την οικονομική πίεση στο νησιωτικό κράτος, αλλά και δείχνει ανοχή απέναντι σε αποστολές πετρελαίου προς τη χώρα.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει ξεκινήσει τις τελευταίες εβδομάδες διαπραγματεύσεις με ορισμένα στοιχεία της κουβανικής ηγεσίας, ενώ ο πρόεδρος έχει ήδη αφήσει υπαινιγμούς ότι δεν αποκλείεται στρατιωτική επέμβαση. Μιλώντας στη σύνοδο Future Investment Initiative στο Μαϊάμι Μπητς της Φλόριντα, στις 27 Μαρτίου, ο Τραμπ ανέφερε ότι είχε δημιουργήσει έναν ισχυρό στρατό, επισημαίνοντας ότι ορισμένες φορές η χρήση του καθίσταται αναγκαία και προσθέτοντας ότι η Κούβα είναι η επόμενη στη σειρά.

Ο Κουβανός ηγέτης Μιγκέλ Ντίαζ-Κανέλ έχει αναγνωρίσει ότι η χώρα βρίσκεται σε συνομιλίες με τον αμερικανικό στρατό, με στόχο να αποτραπεί μια πιθανή στρατιωτική αντιπαράθεση. Σε ομιλία του ανέφερε ότι σκοπός των συνομιλιών είναι να διαπιστωθεί κατά πόσο οι δύο πλευρές είναι διατεθειμένες να προχωρήσουν σε συγκεκριμένες ενέργειες προς όφελος των λαών και των δύο χωρών, σημειώνοντας ότι είχε προηγηθεί η ανακοίνωση της Κούβας για την αποφυλάκιση 51 κρατουμένων.

Η οικονομία της Κούβας έχει πληγεί σοβαρά από τις διαταραχές στις εισαγωγές πετρελαίου, από τις οποίες εξαρτάται για τη λειτουργία των μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και των μεταφορών. Πριν από την αμερικανική επιχείρηση για τη σύλληψη του τότε ηγέτη της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, τον Ιανουάριο, η Βενεζουέλα κάλυπτε μεγάλο μέρος των ενεργειακών αναγκών της Κούβας, ωστόσο η νέα κυβέρνηση του Καράκας διέκοψε αυτές τις αποστολές.

Το κενό φαίνεται πως έρχεται να καλύψει πετρελαιοφόρο με ρωσική σημαία, που μεταφέρει περίπου 730.000 βαρέλια πετρελαίου και κατευθύνεται προς το λιμάνι Ματανσάς της Κούβας, όπου αναμένεται να έχει φτάσει μέχρι τις 31 Μαρτίου, σύμφωνα με τα δεδομένα της υπηρεσίας παρακολούθησης MarineTraffic.

Παρά τις αμερικανικές κυρώσεις που στοχεύουν χώρες οι οποίες προμηθεύουν πετρέλαιο στο νησί, ο Τραμπ δήλωσε στις 29 Μαρτίου ότι δεν έχει αντίρρηση για τέτοιες αποστολές. Μιλώντας σε δημοσιογράφους στο προεδρικό αεροσκάφος Air Force One, ανέφερε ότι υπάρχει πετρελαιοφόρο στην περιοχή και ότι η αμερικανική πλευρά δεν έχει αντίρρηση να παραλάβει κάποιος μεγάλες ποσότητες, καθώς υπάρχει η ανάγκη για επιβίωση. Προσέθεσε δε ότι έχει καταστήσει σαφές πως εάν κάποια χώρα επιθυμεί να αποστείλει πετρέλαιο στην Κούβα αυτή τη στιγμή, οι ΗΠΑ δεν θα αντιταχθούν, είτε πρόκειται για τη Ρωσία είτε για άλλη χώρα.

Η εν λόγω δήλωση έρχεται σε αντίφαση με το εκτελεστικό διάταγμα το οποίο είχε υπογράψει στα τέλη Ιανουαρίου, με το οποίο θα επιβάλλονται δασμοί σε κάθε χώρα που παρέχει άμεσα ή έμμεσα πετρέλαιο στην Κούβα. Η κίνηση επιδείνωσε τις ελλείψεις καυσίμων στο νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής.

Στο ίδιο διάταγμα, κατηγορεί το κομμουνιστικό καθεστώς της Κούβας ότι ευθυγραμμίζεται με εχθρικές χώρες, διεθνικές τρομοκρατικές ομάδες και κακόβουλους δρώντες, συμπεριλαμβανομένων της Ρωσίας, της Κίνας και του Ιράν, καθώς και των οργανώσεων Χαμάς και Χεζμπολάχ, που έχουν χαρακτηριστεί ως ξένες τρομοκρατικές οργανώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Μέσα στον Μάρτιο, ο Τραμπ είχε δηλώσει ότι η Κούβα θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μιας ‘φιλικής κατάληψης’. Σε δηλώσεις του έξω από τον Λευκό Οίκο τον Φεβρουάριο, είχε αναφέρει ότι η Κούβα δεν διαθέτει πλέον οικονομικούς πόρους ή ουσιαστικά μέσα, εκτιμώντας ότι ίσως υπάρξει μια τέτοια εξέλιξη.

Ο Τραμπ έχει δηλώσει επίσης ότι θα στρέψει την προσοχή του στην Κούβα μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής επιχείρησης των Ηνωμένων Πολιτειών στο Ιράν, επισημαίνοντας σε δηλώσεις του στις 6 Μαρτίου ότι, αν και οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να προχωρήσουν ταυτόχρονα σε πολλαπλές ενέργειες, η βιασύνη μπορεί να οδηγήσει σε αρνητικές εξελίξεις.

Η Κούβα και οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται σε αντιμαχία επί δεκαετίες, αν και κατά διαστήματα έχουν υπάρξει περίοδοι προσέγγισης μεταξύ των δύο χωρών. Το εμπορικό εμπάργκο των ΗΠΑ κατά της Κούβας απαγορεύει στις αμερικανικές επιχειρήσεις να συναλλάσσονται με κουβανικά συμφέροντα, εν μέρει λόγω της εγκατάστασης σοβιετικών πυρηνικών πυραύλων στο νησί κατά την κρίση των πυραύλων το 1962, αλλά και γενικότερα, αντιστρατευόμενες το κομμουνιστικό καθεστώς που είχε την εξουσία στο νησί.

Ο Ντίαζ-Κανέλ, 65 ετών, ανέλαβε την ηγεσία της χώρας το 2021, μετά την παραίτηση του 89χρονου Ραούλ Κάστρο, του οποίου ο αδελφός, Φιντέλ Κάστρο, είχε ηγηθεί του καθεστώτος από το 1959 έως το 2008. Ο Φιντέλ Κάστρο απεβίωσε το 2016.

Με τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και την αλλαγή ηγεσίας στη Βενεζουέλα, οι ΗΠΑ στέρησαν από την Κούβα πολύτιμους πόρους, αφού η νέα μεταβατική πρόεδρος, Ντέλσι Ροντρίγκες, επέλεξε να αναθέσει σε αμερικανικές εταιρείες τη διαχείριση και εκμετάλλευση των πετρελαϊκών αποθεμάτων της χώρας. Μέχρι τότε η κυβέρνηση Μαδούρο εξήγαγε μέρος αυτών στην Κούβα στηρίζοντας έτσι την οικονομία της. Ομοίως, και η Κίνα δέχθηκε σημαντικό πλήγμα από τη νέα κατάσταση, αφού και εκείνη κάλυπτε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των ενεργειακών της αναγκών με πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα, το οποίο προμηθευόταν σε ιδιαίτερα ανταγωνιστικές τιμές.

Των Jack Phillips και Aldgra Fredly

Με πληροφορίες από το Reuters

Ισραήλ: Επέκταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στον Λίβανο

Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου ανακοίνωσε στις 29 Μαρτίου ότι έδωσε εντολή στον στρατό να επεκτείνει τις επιχειρήσεις του στον νότιο Λίβανο. Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X ανέφερε ότι μόλις είχε δώσει εντολή για περαιτέρω επέκταση της υφιστάμενης ζώνης ασφαλείας. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις μεταξύ των ισραηλινών δυνάμεων και της Χεζμπολάχ έχουν ενταθεί κατά μήκος των συνόρων Ισραήλ-Λιβάνου από την έναρξη της επιχείρησης «Epic Fury» στις 28 Φεβρουαρίου.

Ο Νετανιάχου τόνισε ότι το Ισραήλ είναι αποφασισμένο να αλλάξει ριζικά την κατάσταση στο βόρειο μέτωπο και να αποκαταστήσει την ασφάλεια για τους κατοίκους της περιοχής, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα δεν πρόκειται να ανεχθεί μια κατάσταση διαρκούς απειλής για τους οικισμούς και τους πολίτες της. Δήλωσε δε ότι οι επιχειρήσεις θα συνεχιστούν με ισχύ, αποφασιστικότητα και υπευθυνότητα έως ότου επιτευχθεί ο στόχος.

Η νέα ζώνη ασφαλείας, η οποία αποσκοπεί στην αποτροπή επιθέσεων από μαχητές της Χεζμπολάχ, έχει προκαλέσει ανησυχία ότι οι ισραηλινές στρατιωτικές δραστηριότητες στον Λίβανο ενδέχεται να επιδεινώσουν περαιτέρω την αστάθεια στην περιοχή. Ο πρωθυπουργός του Λιβάνου Ναουάφ Σαλάμ δήλωσε στο France 24 στις 27 Μαρτίου ότι η προσπάθεια του Ισραήλ να δημιουργήσει ζώνη ασφαλείας είναι απολύτως απαράδεκτη και συνιστά κατάφωρη παραβίαση της λιβανικής κυριαρχίας.

Η εντολή για επέκταση των επιχειρήσεων εκδόθηκε λίγες ώρες αφότου οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις (IDF) ανακοίνωσαν ότι σκότωσαν μαχητές της Χεζμπολάχ στον νότιο Λίβανο, οι οποίοι προετοίμαζαν επίθεση κατά Ισραηλινών στρατιωτών, ενώ παράλληλα εντοπίστηκε αποθήκη οπλισμού στην ίδια περιοχή με αντιαρματικούς πυραύλους, χειροβομβίδες και εκρηκτικά που προορίζονταν για επιθέσεις εναντίον τους.

Σε ανακοίνωσή τους στην πλατφόρμα Telegram, οι IDF ανέφεραν ότι κατά τη διάρκεια της νύχτας της Κυριακής στρατιώτες της 91ης Μεραρχίας εντόπισαν μέλη της Χεζμπολάχ να επιχειρούν να τοποθετήσουν εκρηκτικούς μηχανισμούς και να εκτοξεύσουν όλμους προς τις ισραηλινές δυνάμεις. Σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση, οι στρατιώτες αντέδρασαν άμεσα και εξουδετέρωσαν τους δράστες, χωρίς να υπάρξουν τραυματισμοί στις τάξεις του ισραηλινού στρατού.

Το υπουργείο Υγείας του Λιβάνου ανακοίνωσε ότι 1.142 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε ισραηλινές επιθέσεις μεταξύ 2 και 27 Μαρτίου, ενώ λιβανικές αρχές αναφέρουν ότι μεταξύ των θυμάτων περιλαμβάνονται 122 παιδιά. Περισσότεροι από 3.300 άνθρωποι έχουν τραυματιστεί, ενώ η κλιμάκωση των συγκρούσεων έχει αναγκάσει πάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, αριθμός που αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 15% του πληθυσμού της χώρας.

Σε μία από τις ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές στη νότια περιοχή Τζεζίν του Λιβάνου σκοτώθηκαν τρεις δημοσιογράφοι, μεταξύ των οποίων ο Αλί Σουέιμπ, ανταποκριτής του τηλεοπτικού σταθμού Al-Manar της Χεζμπολάχ. Ο ισραηλινός στρατός παραδέχθηκε ότι στόχευσε τον Σουέιμπ, κατηγορώντας τον ότι ήταν επιχειρησιακός παράγοντας πληροφοριών της Χεζμπολάχ. Στην ίδια επιδρομή σκοτώθηκε και η Φατίμα Φτουούνι, δημοσιογράφος του τηλεοπτικού σταθμού Al-Mayadeen με έδρα τη Βηρυτό, καθώς και ο αδελφός της Μοχάμεντ, ο οποίος εργαζόταν ως εικονολήπτης.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ανακοίνωσε στις 29 Μαρτίου ότι 51 εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας στον Λίβανο έχουν σκοτωθεί από τις 2 Μαρτίου, μεταξύ των οποίων και εννέα διασώστες στις 28 Μαρτίου, ενώ στους στόχους των επιθέσεων περιλαμβανόταν και αποθήκη ιατρικού υλικού. Ο γενικός διευθυντής του Οργανισμού Τέντρος Αντάνομ Γκεμπρεγέσους ανέφερε σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X ότι οι επιθέσεις σε υγειονομικές εγκαταστάσεις πρέπει να σταματήσουν άμεσα, επισημαίνοντας ότι αυτό δεν μπορεί να καταστεί κανονικότητα και ότι οι εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας προστατεύονται από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο και δεν πρέπει να αποτελούν στόχο.

Ισραηλινοί αξιωματούχοι δηλώνουν ότι η Χεζμπολάχ ενσωματώνει στρατιωτικές δραστηριότητες σε πολιτικές οργανώσεις και υποδομές.

Της Jacki Thrapp

Με πληροφορίες από Reuters και Associated Press

Ψηφιακή ταυτότητα και κοινωνικός έλεγχος: Πού τελειώνει η καινοτομία και πού αρχίζει η επιτήρηση;

Η συζήτηση γύρω από τις ψηφιακές ταυτότητες δεν αποτελεί πλέον ένα θεωρητικό ή μακρινό ζήτημα, αλλά μια πραγματικότητα που εξελίσσεται με ταχύ ρυθμό σε ολόκληρο τον κόσμο. Σε πρόσφατη εκπομπή του NTD, με τίτλο China in Focus, η Ρέτζι Λίτλτζον (Reggie Littlejohn), ιδρύτρια και πρόεδρος των οργανώσεων Anti-Globalist International και Women’s Rights Without Frontiers, εξέφρασε σοβαρές ανησυχίες για την εξάπλωση των ψηφιακών ταυτοτήτων (Digital ID), προειδοποιώντας ότι η ευρεία υιοθέτηση συστημάτων ψηφιακής ταυτοποίησης ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για νέες μορφές κοινωνικού ελέγχου. Σύμφωνα με την ίδια, οποιαδήποτε μορφή ψηφιακής ταυτότητας θα μπορούσε να εξελιχθεί σε εργαλείο εξαναγκασμού των πολιτών, θυμίζοντας το σύστημα κοινωνικής πίστωσης (social credit system) που εφαρμόζεται στην Κίνα.

Το ζήτημα δεν περιορίζεται στην τεχνολογία καθαυτή, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτή μπορεί να αξιοποιηθεί από κυβερνήσεις ή ισχυρούς θεσμούς. Η βασική της θέση είναι ότι, όταν η πρόσβαση σε βασικές λειτουργίες της καθημερινότητας, όπως η εργασία, η μετακίνηση ή η υγειονομική περίθαλψη, συνδέεται με μια ψηφιακή ταυτότητα, τότε δημιουργείται μια δυνητικά επικίνδυνη εξάρτηση.

Για να κατανοηθεί καλύτερα αυτή η ανησυχία, είναι αναπόφευκτη η αναφορά στο παράδειγμα της Κίνας και στο λεγόμενο σύστημα κοινωνικής πίστωσης. Το σύστημα αυτό δεν αποτελεί έναν ενιαίο, πλήρως συγκεντρωτικό μηχανισμό, όπως συχνά παρουσιάζεται, αλλά ένα σύνολο πολιτικών και τεχνολογικών πρακτικών που στοχεύουν στην αξιολόγηση της «αξιοπιστίας» πολιτών και επιχειρήσεων. Πρόκειται για ένα πλέγμα από εθνικές και τοπικές βάσεις δεδομένων, λίστες συμμόρφωσης και πιλοτικά προγράμματα που διασταυρώνουν πληροφορίες από πολλές πτυχές της ζωής των πολιτών. Μέσω της συλλογής δεδομένων από πολλαπλές πηγές, οικονομικές συναλλαγές, διοικητικές παραβάσεις, ακόμη και κοινωνική συμπεριφορά, δημιουργείται ένα πλαίσιο στο οποίο η συμπεριφορά επιβραβεύεται ή τιμωρείται.

Οι συνέπειες αυτής της αξιολόγησης μπορεί να είναι απτές και άμεσες. Αναφορές έχουν καταγράψει περιπτώσεις όπου πολίτες αντιμετώπισαν περιορισμούς σε ταξίδια ή πρόσβαση σε υπηρεσίες λόγω χαμηλής βαθμολογίας. Το κρίσιμο στοιχείο εδώ δεν είναι μόνο η επιβολή κυρώσεων, αλλά η σταδιακή διαμόρφωση μιας κοινωνίας όπου η συμπεριφορά καθοδηγείται από την επιτήρηση και την προσδοκία αξιολόγησης.

Αυτό ακριβώς το σημείο φαίνεται να ανησυχεί τη Λίτλτζον: η πιθανότητα να αναδυθεί ένα παρόμοιο μοντέλο, όχι απαραίτητα με την ίδια μορφή, αλλά με διαφορετικά μέσα, στις δυτικές κοινωνίες.

Πώς διαμορφώνει τη ζωή των πολιτών στην Κίνα το Σύστημα Κοινωνικής Πίστωσης 

Κεντρικός πυρήνας του συστήματος είναι οι λεγόμενες «μαύρες λίστες» και «κόκκινες λίστες». Οι πολίτες που θεωρούνται μη αξιόπιστοι, για διάφορους λόγους όπως επειδή δεν συμμορφώνονται με δικαστικές αποφάσεις, έχουν χρέη ή παραβιάζουν κανονισμούς, εντάσσονται σε λίστες που ενεργοποιούν αυτόματα περιορισμούς στην καθημερινότητά τους. Αντίθετα, όσοι χαρακτηρίζονται αξιόπιστοι λαμβάνουν προνόμια.

Έχουν καταγραφεί περιπτώσεις όπου άτομα που βρίσκονται σε τέτοιες λίστες δεν μπορούν να αγοράσουν αεροπορικά ή σιδηροδρομικά εισιτήρια, δηλαδή ουσιαστικά υφίστανται περιορισμό της ελευθερίας μετακίνησής τους. Παράλληλα, μπορεί να αποκλείονται από ορισμένες θέσεις εργασίας, ιδιαίτερα στο δημόσιο ή σε τομείς υψηλής εμπιστοσύνης.

Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία αφορά τις επιπτώσεις στην εκπαίδευση και στην οικογένεια. Σε πολλές περιπτώσεις, η αρνητική αξιολόγηση ενός γονέα μπορεί να επηρεάσει τις ευκαιρίες των παιδιών του, περιορίζοντας την πρόσβαση σε ιδιωτικά ή υψηλού επιπέδου σχολεία και κολέγια. Με αυτό τον τρόπο, η έννοια της αξιοπιστίας παύει να είναι ατομική και αποκτά διαγενεακή διάσταση.

Επιπλέον, σε τοπικά πιλοτικά προγράμματα έχουν δοκιμαστεί συστήματα που επεκτείνονται ακόμη και στις καταναλωτικές συνήθειες. Υπάρχουν αναφορές για πλατφόρμες που αξιολογούν τη συμπεριφορά των πολιτών με βάση το τι αγοράζουν. Για παράδειγμα, «υγιεινές» ή «κοινωνικά υπεύθυνες» επιλογές συνδέονται με θετική αξιολόγηση, ενώ άλλες συνήθειες θεωρούνται αρνητικές.

Παράλληλα, η κοινωνική πίστωση συνδέεται με την ευρύτερη ψηφιακή επιτήρηση. Η εκτεταμένη χρήση καμερών αναγνώρισης προσώπου, εφαρμογών κινητών και on line πλατφορμών επιτρέπει τη συνεχή συλλογή δεδομένων. Σε ορισμένες πόλεις, ακόμη και μικρές παραβάσεις, όπως η παράνομη διάσχιση δρόμου, μπορούν να καταγραφούν και να συνδεθούν με διοικητικές κυρώσεις ή δημόσια έκθεση.

Το σύστημα αναγνώρισης προσώπου αποτελεί βασικό πυλώνα της ευρύτερης ψηφιακής επιτήρησης στην Κίνα. Πρόκειται για μια τεχνολογία που χρησιμοποιεί αλγόριθμους τεχνητής νοημοσύνης για να αναλύει και να ταυτοποιεί ανθρώπινα πρόσωπα σε πραγματικό χρόνο, μέσω καμερών που βρίσκονται σε δημόσιους χώρους, μέσα μεταφοράς, εμπορικά κέντρα και ακόμη και σε πολυκατοικίες. Η λειτουργία της βασίζεται στη σύγκριση χαρακτηριστικών προσώπου με τεράστιες βάσεις δεδομένων που περιέχουν φωτογραφίες και προσωπικά στοιχεία πολιτών.

Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι μετακινήσεις και οι δραστηριότητες ενός ατόμου καταγράφονται διαρκώς χωρίς τη γνώση ή τη συναίνεσή του. Για παράδειγμα, σε ορισμένες πόλεις έχουν εγκατασταθεί συστήματα που εντοπίζουν αυτόματα παραβάσεις, όπως η διάσχιση δρόμου εκτός διάβασης, και συνδέουν το περιστατικό με την ταυτότητα του πολίτη, επιβάλλοντας πρόστιμα ή άλλες κυρώσεις.

Η τεχνολογία αυτή δεν λειτουργεί μεμονωμένα, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου οικοσυστήματος δεδομένων. Μπορεί να συνδυαστεί με άλλες πληροφορίες, όπως οικονομική δραστηριότητα ή διοικητικές παρεμβάσεις, ενισχύοντας τη δυνατότητα των αρχών να σχηματίζουν ένα πλήρες προφίλ συμπεριφοράς. Έτσι, η αναγνώριση προσώπου δεν είναι απλώς ένα εργαλείο ασφάλειας , αλλά ένα μέσο συνεχούς παρακολούθησης.

Υποστηρικτές της τεχνολογίας τονίζουν ότι συμβάλλει στην καταπολέμηση της εγκληματικότητας και στη βελτίωση της δημόσιας ασφάλειας. Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι δημιουργεί σοβαρά ζητήματα ιδιωτικότητας, καθώς καταργεί στην πράξη την ανωνυμία στον δημόσιο χώρο και ενισχύει τον κίνδυνο κατάχρησης εξουσίας.

Ένα άλλο στοιχείο που ενισχύει τη λειτουργία του συστήματος είναι η δημόσια προβολή της «αξιοπιστίας». Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ονόματα πολιτών που βρίσκονται σε λίστες δημοσιοποιούνται, δημιουργώντας κοινωνική πίεση και στιγματισμό.

Το σύστημα δεν λειτουργεί μόνο τιμωρητικά, αλλά και επιβραβευτικά. Πολίτες με «θετική» αξιολόγηση μπορεί να έχουν ταχύτερη πρόσβαση σε δάνεια, λιγότερη γραφειοκρατία ή καλύτερες υπηρεσίες. Αυτό δημιουργεί ένα ισχυρό κίνητρο προσαρμογής της συμπεριφοράς, όχι απαραίτητα βάσει προσωπικών/ηθικών αξιών, αλλά βάσει τού τι θεωρείται αποδεκτό από το σύστημα.

Συνολικά, το κινεζικό μοντέλο δεν βασίζεται μόνο στην επιτήρηση, αλλά σε έναν συνδυασμό παρακολούθησης, κινήτρων και κυρώσεων που διαμορφώνουν σταδιακά τη συμπεριφορά των πολιτών. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η γραμμή μεταξύ ιδιωτικής ζωής και δημόσιας αξιολόγησης γίνεται όλο και πιο ασαφής, δημιουργώντας μια νέα μορφή κοινωνικής οργάνωση όπου η «αξιοπιστία» μετατρέπεται σε βασικό κεφάλαιο.

Από το κινεζικό μοντέλο στις ψηφιακές ταυτότητες: Ανησυχίες για κοινωνικό έλεγχο

Το σύστημα κοινωνικής πίστωσης, το οποίο άρχισε να διαμορφώνεται συστηματικά μετά το 2014 στην Κίνα, αποτελεί ένα σχετικά πρόσφατο και ταχέως εξελισσόμενο παράδειγμα τού πώς οι ψηφιακές τεχνολογίες μπορούν να αξιοποιηθούν για την παρακολούθησης και τη ρύθμιση της κοινωνικής συμπεριφοράς.

Η εμπειρία αυτή δεν περιορίζεται σε ένα μακρινό πολιτικό σύστημα, αλλά τροφοδοτεί έναν ευρύτερο προβληματισμό για την κατεύθυνση που ενδέχεται να λάβουν αντίστοιχες τεχνολογίες σε άλλες κοινωνίες. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εστιάζουν και οι προειδοποιήσεις της Ρέτζι Λίτλτζον, η οποία υποστηρίζει ότι η εισαγωγή των ψηφιακών ταυτοτήτων μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα προς ένα πιο εκτεταμένο σύστημα ελέγχου.

Η ανάπτυξη ψηφιακών ταυτοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε άλλες περιοχές του κόσμου παρουσιάζεται ως ένα βήμα προς τον εκσυγχρονισμό των υπηρεσιών και τη βελτίωση της ασφάλειας. Πράγματι, τα οφέλη είναι σημαντικά. Ταχύτερη εξυπηρέτηση, μείωση της γραφειοκρατίας, περιορισμός της απάτης και καλύτερη διαχείριση δεδομένων.

Ωστόσο, η ίδια τεχνολογία που επιτρέπει αυτές τις βελτιώσεις μπορεί, υπό διαφορετικές συνθήκες, να μετατραπεί σε εργαλείο επιτήρησης. Η συγκέντρωση μεγάλου όγκου προσωπικών δεδομένων σε ψηφιακές πλατφόρμες δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η πληροφορία γίνεται δύναμη και αυτή η δύναμη μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε για την ενίσχυση των πολιτών είτε για τον περιορισμό τους.

Η μετάβαση από τη διευκόλυνση στον έλεγχο δεν είναι απαραίτητα απότομη ή ορατή. Αντιθέτως, μπορεί να πραγματοποιηθεί σταδιακά, μέσω μικρών αλλαγών που φαίνονται εύλογες ή ακόμη και απαραίτητες. Για παράδειγμα, η σύνδεση της ψηφιακής ταυτότητας με υγειονομικά δεδομένα μπορεί να δικαιολογηθεί σε περιόδους κρίσης. Η χρήση της για οικονομικές συναλλαγές μπορεί να θεωρηθεί πρακτική και ασφαλής. Όμως όταν αυτές οι λειτουργίες ενοποιούνται και επεκτείνονται, δημιουργείται ένα ολοκληρωμένο σύστημα που παρακολουθεί και επηρεάζει πολλαπλές πτυχές της ζωής.

Ανακύπτει ένα θεμελιώδες ερώτημα. Ποια είναι τα όρια της αποδεκτής επιτήρησης σε μια δημοκρατική κοινωνία; Η απάντηση δεν είναι απλή, διότι εξαρτάται από το επίπεδο εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, τη διαφάνεια των διαδικασιών και την ύπαρξη αποτελεσματικών μηχανισμών ελέγχου. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, ακόμη και οι πιο καλοπροαίρετες τεχνολογίες μπορεί να εξελιχθούν σε εργαλεία καταχρηστικής εξουσίας.

Από την άλλη πλευρά, είναι σημαντικό να αποφευχθεί μια μονοδιάστατη ή φοβική προσέγγιση. Σε πολλές περιπτώσεις, αποτελεί αναγκαία εξέλιξη σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο ψηφιακός. Το ζητούμενο δεν είναι η απόρριψη της τεχνολογίας, αλλά η διαμόρφωση ενός πλαισίου που θα διασφαλίζει ότι αυτή υπηρετεί τον πολίτη και όχι το αντίστροφο.

Η εμπειρία της Κίνας λειτουργεί ως ανάγλυφο παράδειγμα τού τι μπορεί να συμβεί όταν η τεχνολογία συνδυάζεται με συγκεντρωτική εξουσία και περιορισμένη λογοδοσία. Αν και οι συνθήκες στις δημοκρατικές κοινωνίες διαφέρουν σημαντικά, η βασική αρχή παραμένει η ίδια: όσο περισσότερη πληροφορία συγκεντρώνεται, τόσο μεγαλύτερη η ανάγκη για διαφάνεια και έλεγχο.

Μεταναστευτικό και θαλάσσιες ζώνες στο επίκεντρο της συνάντησης Γεραπετρίτη-Χαφτάρ στη Βεγγάζη

Το μεταναστευτικό και το θέμα της οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών μεταξύ Λιβύης και Ελλάδας με βάση το Διεθνές Δίκαιο, συζητήθηκαν μεταξύ άλλων κατά τη συνάντηση του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη με τον στρατάρχη Χαφτάρ και αξιωματούχους του καθεστώτος της Ανατολικής Λιβύης, σήμερα στη Βεγγάζη.

Ο κος Γεραπετρίτης βρέθηκε στη Βεγγάζη για τα εγκαίνια του ελληνικού προξενείου. Σε δήλωση του, μετά το πέρας της επισκέψεως και των συναντήσεων με τον χαλίφη Χαφτάρ και τους αξιωματούχους του, εξήρε το πολύ θετικό κλίμα, το οποίο υπάρχει στις διμερείς σχέσεις.

«Σήμερα είναι μια ιστορική μέρα για την Ελλάδα, για τις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Λιβύης, αλλά και για το αποτύπωμα της Ελλάδας στην ευρύτερη περιοχή και τον κόσμο. Σήμερα εγκαινιάζουμε το νέο κτίριο του Γενικού Προξενείου μας στη Βεγγάζη, ένα κτίριο το οποίο είναι πραγματικό κόσμημα για την περιοχή. Η ελληνική σημαία υψώνεται πλέον περήφανη εδώ, στο κέντρο της Βεγγάζης. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να αποτυπώνεται αυτή η σχέση και σε νέες σημαντικές υποδομές», είπε ο κος Γεραπετρίτης.

Ο Έλληνας ΥΠΕΞ εξέφρασε τις θερμές του ευχαριστίες στην Ελληνική Κοινότητα της Βεγγάζης που — όπως είπε — συνέβαλε καθοριστικά στην ανοικοδόμηση αυτού του Γενικού Προξενείου: «Εξακολουθούμε σήμερα να είμαστε η μόνη εκ των δύο χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διατηρούν Γενικό Προξενείο. Ιδιαίτερες ευχαριστίες και ευγνωμοσύνη στον κο Κανάκη Μανδαλιό για την ανυπολόγιστη συνεισφορά του στην οικοδόμηση του Γενικού μας Προξενείου».

Αναφερόμενος στις συναντήσεις του, τόνισε ότι είχε την ευκαιρία να συναντήσει τους ανώτατους αξιωματούχους της ανατολικής Λιβύης, τον στρατάρχη Χαφτάρ, όπως επίσης και τον πρόεδρο της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων και Διεθνούς Συνεργασίας της Βουλής των Αντιπροσώπων και πρόεδρο της Επιτροπής Δεσμευμένων Περιουσιακών Στοιχείων της Λιβύης.

Στις συναντήσεις αυτές, είπε ο κος Γεραπετρίτης, αποτυπώθηκε το πολύ θετικό κλίμα που υπάρχει στις διμερείς μας σχέσεις.

«Ιδιαίτερα, αποδώσαμε έμφαση στο κεφάλαιο που αφορά το διμερές εμπόριο. Ήδη αναπτύσσονται στην ανατολική Λιβύη σημαντικές ελληνικές επενδύσεις, οι οποίες αναδεικνύουν τη σημασία του εμπορίου. Η Λιβύη είναι η πιο κοντινή χώρα της Μεσογείου προς την Ελλάδα και είναι εξαιρετικά σημαντικό να αναπτύσσονται αυτές οι εμπορικές δραστηριότητες.

»Κάναμε ιδιαίτερη αναφορά στο ζήτημα της καταπολέμησης της παράτυπης μετανάστευσης. Υπάρχει μια καλή συνεργασία, η οποία θα αναβαθμιστεί ακόμη περισσότερο, και με ανταλλαγή τεχνογνωσίας και με την παροχή μέσων και υποδομών, έτσι ώστε να μπορεί να ελεγχθεί το φαινόμενο. Η Λιβύη βρίσκεται σε μια γεωγραφία εξαιρετικά δύσκολη, σε μια γεωγραφία, στην οποία ενδημούν πόλεμοι, ένοπλες συρράξεις, και αυτό καθιστά εξαιρετικά δύσκολο τον έλεγχο των ανθρώπινων ροών. Η Ελλάδα θα συμβάλει στο κεφάλαιο αυτό, όπως και η Ευρωπαϊκή Ένωση», τόνισε.

Τέλος,  σημείωσε ότι κατά τις συναντήσεις του αναδείξανε από κοινού την αξία να υπάρξει μια οριοθέτηση μεταξύ της Ελλάδος και της Λιβύης σε ό,τι αφορά τις θαλάσσιες ζώνες, ειδικότερα την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) και την υφαλοκρηπίδα.

«Με βάση το Διεθνές Δίκαιο, είναι σημαντικό χώρες γειτονικές, χώρες, οι οποίες μοιράζονται τη Μεσόγειο, να μπορούν να έχουν αυτή τη συνεργασία, ιδιαίτερα σε εποχές εξαιρετικά δύσκολες, με πολέμους, οι οποίοι μαίνονται στην περιοχή μας, με μια Μέση Ανατολή η οποία φλέγεται. Ελλάδα και Λιβύη πρέπει να διατηρήσουν και να αναβαθμίσουν το επίπεδο αυτό. Τον τελευταίο χρόνο έχουμε αναβαθμίσει τη σχέση με τις επισκέψεις τις οποίες έχουμε ανταλλάξει. Πρόθεσή μας είναι η Ελλάδα να είναι ενεργητικά παρούσα στη Λιβύη και για αυτό θα μεριμνήσουμε», κατέληξε ο Έλληνας ΥΠΕΞ.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Το αμερικανικό αμφίβιο «Tripoli» με 3.500 στρατιώτες φτάνει στη Μέση Ανατολή

Το USS Tripoli κατέπλευσε στη Μέση Ανατολή με περισσότερους από 3.500 Αμερικανούς ναύτες και πεζοναύτες. Όπως ανακοίνωσε η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM), στις 28 Μαρτίου, το αμερικανικό αμφίβιο πλοίο εισήλθε στην περιοχή ευθύνης της.

Το USS Tripoli λειτουργεί ως πλοίο-ναυαρχίδα της Ομάδας Ετοιμότητας Αμφίβιων Επιχειρήσεων Tripoli και της 31ης Εκστρατευτικής Μονάδας Πεζοναυτών, έναν μικτό σχηματισμό που περιλαμβάνει χερσαίες, αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις.

Πρόκειται για ένα από τα πιο σύγχρονα και ικανά αμφίβια επιθετικά πλοία του αμερικανικού στόλου, σχεδιασμένο να φιλοξενεί μεγαλύτερο αεροπορικό δυναμικό, συμπεριλαμβανομένων των μαχητικών αεροσκαφών F-35, των αεροσκαφών V-22 Osprey και άλλων μαχητικών. Πριν από την παρούσα αποστολή, το USS Tripoli είχε ως βάση την Ιαπωνία και έλαβε εντολή πριν από περίπου δύο εβδομάδες να κατευθυνθεί προς τη Μέση Ανατολή.

Σύμφωνα με τη CENTCOM, το Tripoli μεταφέρει στην περιοχή επιθετικά αεροσκάφη, μεταγωγικά και δυνάμεις αμφίβιων επιχειρήσεων, πέραν των πεζοναυτών. Στην ευρύτερη ζώνη επιχειρήσεων μετακινήθηκε επίσης το αμφίβιο πλοίο USS Boxer με την 11η Εκστρατευτική Μονάδα Πεζοναυτών, προερχόμενο από το Σαν Ντιέγκο.

Η Κεντρική Διοίκηση δεν έχει γνωστοποιήσει τις ακριβείς θέσεις που καταλαμβάνουν οι νεοαφιχθείσες δυνάμεις, ωστόσο εκτιμάται ότι θα επιχειρούν εντός εμβέλειας κρούσης από το Ιράν, ιδίως κοντά σε καίρια σημεία όπως το νησί Καργκ, το οποίο αποτελεί βασικό τερματικό εξαγωγής πετρελαίου του Ιράν.

Σε ενημέρωση της 25ης Μαρτίου, με αφορμή τη συμπλήρωση τεσσάρων εβδομάδων από την αρχή των επιχειρήσεων, η CENTCOM ανέφερε ότι έχουν πληγεί πάνω από 11.000 στόχοι, από την έναρξη της κοινής εκστρατείας εναντίον του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, δήλωσε την Παρασκευή πως οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να επιτύχουν τους στόχους τους στο Ιράν χωρίς χερσαία στρατεύματα και εκτίμησε ότι η εκστρατεία θα ολοκληρωθεί εντός ολίγων εβδομάδων. Χαρακτήρισε την αναδιάταξη στρατευμάτων ως προληπτικό μέτρο για ενδεχόμενα απρόοπτα.

Μιλώντας σε δημοσιογράφους μετά τη συνεδρίαση των υπουργών Εξωτερικών της G7 στη Γαλλία, ο Ρούμπιο τόνισε: «Επιτυγχάνουμε τους πολεμικούς μας στόχους», διευκρινίζοντας ότι αυτοί περιλαμβάνουν «την καταστροφή των δυνατοτήτων του Ιράν στον τομέα των πυραύλων και των μη επανδρωμένων σκαφών, των εργοστασίων παραγωγής τους, όπως και τμημάτων του ναυτικού και της αεροπορίας του. […] Η εκστρατεία εξελίσσεται εξαιρετικά και αναμένεται να ολοκληρωθεί σε εβδομάδες, όχι μήνες. Στους περισσότερους τομείς έχουμε το προβάδισμα και μπορούμε να τα επιτύχουμε όλα αυτά χωρίς καθόλου χερσαία τμήματα».

Σε συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου την Πέμπτη, ο ειδικός απεσταλμένος για τη Μέση Ανατολή, Στηβ Γουίτκοφ, γνωστοποίησε ότι η Ουάσιγκτον διαβίβασε στην Τεχεράνη σχέδιο δεκαπέντε (15) σημείων που λειτουργεί ως βάση για μια πιθανή κατάπαυση του πυρός.  Η πρόταση αυτή περιλαμβάνει περιορισμούς για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, το οποίο αποτελεί βασική αιτία έντασης με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, αλλά και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, ζωτικής σημασίας θαλάσσιου διαδρόμου για το παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Εν συνεχεία, το Ιράν κατέθεσε δική του πεντασέλιδη πρόταση, απαιτώντας τον τερματισμό του πολέμου, αποζημιώσεις για τις ζημιές και αναγνώριση της κυριαρχίας του στα Στενά του Ορμούζ.

Επιπλέον, την Πέμπτη, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε για δεύτερη φορά την παράταση της προθεσμίας προς το Ιράν για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ πριν οι ΗΠΑ πλήξουν ενεργειακές εγκαταστάσεις της χώρας. Η νέα διορία λήγει στις 6 Απριλίου, με τον Τραμπ να επισημαίνει ότι οι συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν παραμένουν σε εξέλιξη.

Οι επιπτώσεις της πολιτικής εκστρατείας εκκαθάρισης στην ηγεσία του κινεζικού στρατού

Μία σαρωτική πολιτική εκκαθάριση στις τάξεις του κινεζικού στρατού επεκτείνεται πλέον πολύ πέρα από τα ανώτατα στελέχη, με τους ερευνητές να εξετάζουν τα τελευταία δώδεκα χρόνια για να εντοπίσουν αξιωματικούς που συνδέονται με τον πρώην αντιπρόεδρο της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής, Τζανγκ Γιοουσιά, σύμφωνα με πηγές εντός των Ενόπλων Δυνάμεων.

Ανώτατα στελέχη του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, που μίλησαν πρόσφατα στην Epoch Times, ανέφεραν ότι η έρευνα έχει ήδη εξαπλωθεί σε όλες τις πέντε μεγάλες στρατιωτικές περιφέρειες και σε διάφορα σώματα, εμπλέκοντας εκατοντάδες αξιωματικούς μέσης βαθμίδας και προκαλώντας σοβαρές ανακατατάξεις στην ηγετική δομή του στρατού.

Ό,τι ξεκίνησε ως μία διαμάχη κορυφής για την εξουσία, έχει πλέον μετατραπεί, όπως σημειώνουν, σε μία εκστρατεία απόλυτης πολιτικής νομιμοφροσύνης. Όσο περισσότερο περιθωριοποιούνται αξιωματικοί με εμπειρία στη μάχη ή ειδικές τεχνικές γνώσεις, τόσο φαίνεται ότι το πολιτικό φίλτρο υπερισχύει έναντι των επαγγελματικών κριτηρίων, γεγονός που γεννά έντονες ανησυχίες για την πραγματική επιχειρησιακή ικανότητα του κινεζικού στρατού σε συνθήκες σύγκρουσης.

Η τελευταία αναταραχή έγινε δημόσια στις 24 Ιανουαρίου, όταν οι αρχές ανακοίνωσαν ότι ο Τζανγκ και το μέλος της Επιτροπής, Λιου Τζενλί, από τις σημαντικότερες στρατιωτικές προσωπικότητες της χώρας, τέθηκαν υπό διερεύνηση.

Προηγουμένως, και άλλος αντιπρόεδρος της Επιτροπής, ο Χε Γουεϊντόνγκ, είχε ήδη εξαφανιστεί από τη δημόσια σκηνή για μεγάλο διάστημα. Έτσι, με την ταυτόχρονη αποχώρηση του Τζανγκ και του Λιου, η ηγεσία του στρατού παραμένει σχεδόν ακέφαλη, προκαλώντας ερωτήματα για τη σταθερότητα της διοίκησης.

Οι συνομιλητές της εφημερίδας ζήτησαν να μην κατονομαστούν ή να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά το επώνυμό τους, φοβούμενοι αντίποινα.

Αναδρομική έρευνα εντοπίζει πολιτικές διασυνδέσεις σε βάθος 12 χρόνων

Στέλεχος του ΛΑΣ με το επώνυμο Τσεν δήλωσε στην Epoch Times πως η εκστρατεία κατά των «πολιτικά αναξιόπιστων», όπως τους αποκαλούν οι αρχές, έχει λάβει πρωτοφανείς διαστάσεις μετά την πτώση του Τζανγκ.

«Οι εντολές έρευνας είναι εξαιρετικά σκληρές», τόνισε ο Τσεν. «Από τα τέλη Ιανουαρίου ζητήθηκε επανέλεγχος που φτάνει δώδεκα χρόνια πίσω. Ερευνούν κάθε υπηρεσιακή μετακίνηση από το 2013 και μετά, εξετάζοντας ποιοι προήχθησαν επί εποχής Τζανγκ και ποιος έχει άμεσες ή έμμεσες σχέσεις μαζί του σε πολλαπλά επίπεδα. Αρχίζουν από το επίπεδο ταγμάτων και άνω και ελέγχουν μαζικά. Πολλοί συνεργάτες του Τζανγκ απομακρύνονται ο ένας μετά τον άλλον. Πλέον, ούτε τα επαγγελματικά προσόντα προσφέρουν προστασία. Όποιος είχε ενταχθεί στο δίκτυο του Τζανγκ, δεν γλιτώνει».

Σύμφωνα με τον ίδιο, η έρευνα έχει εξελιχθεί σε μια πρωτοφανή επιχείρηση ενοχής λόγω συσχετισμού, η οποία δεν περιορίζεται πλέον σε ανώτερα στελέχη.

Άλλος γνώστης των εσωτερικών του στρατού, με το επώνυμο Γιανγκ, επεσήμανε πως η εκκαθάριση διενεργείται από ειδικές ομάδες της Στρατιωτικής Επιτροπής Πειθαρχίας με την υποστήριξη εξελιγμένων συστημάτων ανάλυσης δεδομένων.

«Μέσα σε μόλις δύο μήνες, έχουν ‘εξαφανιστεί’ εκατοντάδες αξιωματικοί από τάγματα και συντάγματα, σε όλες τις στρατιωτικές περιφέρειες και σώματα», σημειώνει ο Γιανγκ. «Ο στρατός δεν βασίζεται πια σε παραδοσιακούς ελέγχους ή εσωτερικές αναφορές. Χρησιμοποιεί συστήματα δεδομένων για χαρτογράφηση επαγγελματικών και προσωπικών δικτύων. Μόλις εντοπιστεί κρίσιμη διασύνδεση, ο αξιωματικός ‘σημαδεύεται’ αυτόματα. Η διαδικασία έχει φέρει ένα πρωτόγνωρο κλίμα φόβου, ιδίως στα χαμηλότερα και μεσαία κλιμάκια της διοίκησης. Η γενίκευση της εκκαθάρισης φαίνεται να τραυματίζει βαθιά το ίδιο το στράτευμα ως θεσμό».

Ανησυχίες για την επιχειρησιακή ετοιμότητα και τη σταθερότητα του κινεζικού στρατού

Ένας ακαδημαϊκός από την ηπειρωτική Κίνα, ειδικευμένος σε στρατιωτικά θέματα, με το επώνυμο Σονγκ, δήλωσε ότι η εκκαθάριση αντικατοπτρίζει έναν ευρύτερο μετασχηματισμό στον τρόπο λειτουργίας του στρατού, με την έμφαση να μετατοπίζεται από τις πραγματικές στρατιωτικές δεξιότητες στην πολιτική υπακοή.

«Όσοι απομακρύνονται είναι κυρίως ειδικοί σε τεχνολογικά και στρατιωτικά αντικείμενα», ανέφερε ο Σονγκ. «Μια τέτοια πολιτική εκστρατεία, που ακυρώνει την επαγγελματική κατάρτιση και την τεχνική εξειδίκευση, διαβρώνει γρήγορα τον επιχειρησιακό πυρήνα του ΛΑΣ. Αν μείνουν μόνο οι πολιτικοί κόλακες, το στράτευμα θα χάσει κάθε τακτική ικανότητα και θα μετατραπεί σε μια δύναμη ανίκανη για πραγματική μάχη».

Στις ίδιες ανησυχίες συγκλίνει και ο ερευνητής πολιτικής με το επώνυμο Ουάνγκ από το Πεκίνο, ο οποίος μελετά τη δομή εξουσίας του κινεζικού στρατού.

«Το μεταρρυθμισμένο σύστημα του κινεζικού στρατού ήδη είχε επικεντρώσει υπέρμετρα την εξουσία στην κορυφή», σημειώνει ο Ουάνγκ. «Τώρα, με τους πολιτικούς ελέγχους να απομακρύνουν στελέχη με ανεξάρτητη κρίση, το σύστημα διοίκησης γίνεται ακόμα πιο άκαμπτο. Αυτή η διαδικασία σηματοδοτεί το τέλος του επαγγελματισμού του κινεζικού στρατού. Η παρούσα διοίκηση έχει βυθιστεί σε μια πρωτοφανή σιωπή και ακαμψία. Όταν η υπακοή στην εξουσία γίνεται ο μοναδικός όρος επιβίωσης, κάθε επαγγελματική στρατιωτική κρίση υποχωρεί μπροστά στην πολιτική σκοπιμότητα. Αυτή η διαστρέβλωση αποστερεί το στράτευμα από την αναγκαία ευελιξία για τον σύγχρονο πόλεμο, μετατρέπει το στράτευμα σε εργαλείο συντήρησης προσωπικών ισορροπιών».

Η πολιτική ένταση φαίνεται να επεκτείνεται πέρα από τον στρατό. Από τον Νοέμβριο του 2025, ο ηγέτης της Κίνας Σι Τζινπίνγκ παραμένει για ασυνήθιστα μεγάλο διάστημα στο Πεκίνο, αποφεύγοντας τις εθιμοτυπικές επισκέψεις σε στρατιωτικές μονάδες με αφορμή το κινεζικό νέο έτος.

«Η απουσία του Σι από τον στρατό αποτελεί άλλη μία ένδειξη για το πόσο τεταμένο έχει καταστεί το κλίμα», εκτιμά ο Ουάνγκ. «Κατά τη γνώμη μου, ο κινεζικός στρατός βιώνει μια σοβαρή δομική οπισθοδρόμηση. Αντί για πρόοδο προς έναν σύγχρονο, επαγγελματικό στρατό με διακριτούς ρόλους και διοίκηση, στρέφεται πλέον προς ένα σύστημα που έχει στον πυρήνα του τη λογική της προσωπικής αφοσίωσης και της πολιτικής υπακοής. Αν αυτό το φαινόμενο παγιωθεί, οι συνέπειες θα είναι μακροχρόνιες: η επιχειρησιακή ευκαμψία και η επαγγελματική επάρκεια θα περιοριστούν, αφήνοντας τον ΛΑΣ απροετοίμαστο για τις απαιτήσεις των πολέμων της εποχής μας».

Με τη συμβολή του Hu Ying

Ο Τραμπ αμφισβητεί τη δέσμευση των ΗΠΑ προς το ΝΑΤΟ λόγω της σύγκρουσης με το Ιράν

Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε την Παρασκευή ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδεχομένως να μην έχουν πλέον υποχρέωση να στηρίζουν το ΝΑΤΟ, επισημαίνοντας πως η συμμαχία δεν παρείχε ουσιαστική ή υλική βοήθεια στις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του ιρανικού καθεστώτος.

Τα σχόλιά του έγιναν κατά τη διάρκεια ερωταπαντήσεων στο συνέδριο Future Investment Initiative Institute, που πραγματοποιήθηκε στο Faeena Forum, στο Μαϊάμι Μπητς της Φλόριντα.

«Νομίζω ότι έγινε ένα τεράστιο λάθος, όταν το ΝΑΤΟ δεν ήταν εκεί. Απλώς έλειπε. Αυτό θα αποφέρει πολλά χρήματα στις ΗΠΑ, επειδή ξοδεύουμε εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο για το ΝΑΤΟ, προκειμένου να τους προστατεύουμε. […] Πάντα θα τους στηρίζαμε, αλλά τώρα, με βάση τη στάση τους, υποθέτω πως δεν είναι απαραίτητο, έτσι δεν είναι;» σημείωσε, προσθέτοντας ύστερα από λίγο: «Αυτό μοιάζει με είδηση της τελευταίας στιγμής. Ναι, κύριε. Είναι είδηση; Νομίζω ότι μόλις ανακοινώσαμε μια είδηση, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα. Το λέω καιρό τώρα. Γιατί να τους στηρίζουμε, όταν εκείνοι δεν μας στηρίζουν; Δεν μας υποστήριξαν».

Οι δηλώσεις του Τραμπ σχετίζονται με την αμερικανοϊσαρηλινή στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν, η οποία ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου 2026, στο πλαίσιο της οποίας ζήτησε την αρωγή του ΝΑΤΟ.

Ωστόσο, πολλοί ηγέτες κρατών-μελών της συμμαχίας εξέφρασαν δημόσια την αντίθεσή τους στην εν λόγω επιχείρηση, αποφεύγοντας να προσφέρουν στρατιώτες, αεροσκάφη ή υλικοτεχνική υποστήριξη. Αργότερα, η Ουάσιγκτον ζήτησε συνδρομή για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, με αποτέλεσμα τουλάχιστον 22 χώρες, κυρίως μέλη του ΝΑΤΟ, να υποσχεθούν να στηρίξουν την ασφαλή διέλευση από το θαλάσσιο πέρασμα.

Ο Τραμπ εξέφρασε τη δυσαρέσκεια και την έκπληξή του για τη στάση παραδοσιακών συμμάχων, αναφέροντας ότι έλαβε μεγαλύτερη στήριξη από χώρες της Μέσης Ανατολής παρά από ιστορικούς εταίρους του ΝΑΤΟ, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο. «Δεν ήθελαν να μας βοηθήσουν. Ούτε η Αυστραλία στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων — ομολογώ, με εξέπληξε η στάση της Αυστραλίας», ανέφερε χαρακτηριστικά προς τους δημοσιογράφους.

Οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες επικαλέστηκαν την έλλειψη διαβούλευσης και τη διαφωνία ως προς το εύρος των επιχειρήσεων για να δικαιολογήσουν την αποχή τους. Τις πρώτες ημέρες των επιχειρήσεων, η ισπανική κυβέρνηση απαγόρευσε στις αμερικανικές δυνάμεις τη χρήση βάσεων στην Ισπανία για την υποστήριξη επιχειρήσεων κατά του Ιράν και τόνισε ότι η σύγκρουση παραβιάζει τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ. Αντίστοιχα, η γερμανική κυβέρνηση αμφισβήτησε το κατά πόσον υφίσταται λόγος εμπλοκής.

«Αυτός δεν είναι δικός μας πόλεμος. Δεν τον αρχίσαμε εμείς», δήλωσε ο Γερμανός υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους στις 16 Μαρτίου.

Ο Τραμπ ανέφερε στο συνέδριο ότι ο Βρετανός πρωθυπουργός, Κηρ Στάρμερ, απέρριψε το αίτημά του για αποστολή δύο αεροπλανοφόρων στη Μέση Ανατολή. Αντιθέτως, ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν απέστειλε αεροπλανοφόρο στην ανατολική Μεσόγειο ελάχιστες ημέρες μετά την έναρξη της σύγκρουσης.

«Δεν αποτελούμε μέρος της σύγκρουσης», δήλωσε ο Μακρόν στις 17 Μαρτίου. «Ωστόσο, είμαστε έτοιμοι στα Στενά του Ορμούζ, μαζί με τους εταίρους μας, να διαφυλάξουμε την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες».

Με τη συμβολή του Ryan Morgan